Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
Title:Growing up in Mountainous Regions
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:38
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2003
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Mentalities and Behaviour
Social integration
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
Visible pages: 106-125 από: 395
Current page:

Πάντως στη μελέτη του για την παιδική εργασία ο Μιχ. Ρηγίνος δεν αναφέρεται σε παιδιά που μετανάστευαν στα αστικά κέντρα από ορεινά χωριά της Ρούμελης' συγκεκριμένα γράφει ότι «ο βασικός τροφοδότης των πόλεων σε παιδιά ήταν κυρίως τα νησιά και οι ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου» και η ανάλυση του υλικού του υποδεικνύει το ίδιο.95 Μάλιστα, σε μια γενικού χαρακτήρα μελέτη για τα φτωχά στρώματα των πόλεων στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, απαντούν δύο περιπτώσεις παιδιών (αγοριών) που σε ηλικία 9 και 12 ετών μετανάστευσαν στην Αθήνα, το ένα από την Αμοργό και το άλλο από ένα χωριό της Πελοποννήσου.96

5. Αγώγια

Τα αγώγια δεν αποτελούσαν παιδική εργασία με την κλασική έννοια του όρου, αλλά ήταν μια εργασία που χωριανοί και χωριανές αναλάμβαναν από πολύ νεαρή ηλικία, από τα 14-15 χρόνια τους: «Έκαναν αγώγια» με τα μουλάρια, μεταφέροντας προϊόντα από την Άμφισσα ή το Λιδωρίκι στο Κροκύλιο. Κατά κανόνα μετέφεραν προμήθειες για τα παντοπωλεία και τα καφενεία του χωριού, για ορισμένες οικογένειες ή την ίδια την οικογένειά τους" ακόμη μετέφεραν από το χωριό τρόφιμα για τα παιδιά -άλλων ή τα δικά τους- που φοιτούσαν στο γυμνάσιο, στην Άμφισσα ή στο Λιδωρίκι. Το αγώγι δεν ήταν απλή υπόθεση' έκρυβε κινδύνους και απαιτούσε ψυχραιμία και ετοιμότητα, ιδιαίτερα όταν ξεχείλιζαν τα ρέματα ή το ποτάμι του Μόρνου" τότε άνθρωποι και μουλάρια διάβαιναν τον ποταμό με μεγάλη δυσκολία διακινδυνεύοντας τη ζωή τους.97

Φαίνεται ότι, με εξαίρεση ορισμένους άνδρες που ήταν κατ' επάγγελμα αγωγιάτες (στην πραγματικότητα αγωγιάτες ήταν και οι ταχυδρομικοί διανομείς)98, αναλάμβαναν δηλαδή συστηματικά τις μεταφορές προϊόντων στο χωριό, κατά προτίμηση γυναίκες επιβαρύνονταν με αγώγια.99

95. Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας, ό.π., σ. 27-30.

96. Π. Πιζάνιας, Οι φτωχοί των πόλεων. Η τεχνογνωσία της επιβίωσης στην Ελλάδα το μεσοπόλεμο, Αθήνα 1993, σ. 73, 115 (αυτοβιογραφικά κείμενα).

97. Συν. με την Γ. Α., σ. 4.

98. Τη διανομή αναλάμβανε για ορισμένο χρονικό διάστημα -ο πληροφορητής μου έκανε λόγο για ένα έως τρία χρόνια- μια ομάδα από 3-4 άτομα μετά από δημοπρασία: «Μια παρέα εμείς οι τρεις, άλλ' παρέα εμείς οι τρεις. Και το χτυπάγαν, ας πούμε, τζάμπα το ταχυδρομείο για να παίρνουνε τ' αγώι... Μια μέρα εσύ, μια εγώ, μια εγώ, και είχαν πάντα αγώι... Εβδομήντα δραχμές το αγώι...» (Συν. με τον Γ. P., σ. 7).

99. «Κι άρπαξα το μλάρ και πάαινα στο Λιδωρίχ' αγώια... Και γυναίκες κι άντρες πάαιναν με τα μλάρια και πάαιναν να φέρουν τα εμπορεύματα τα δκά σ' ...Ωρέ, οι γυναίκες πάαιναν! Ποιοι άντρες; Ήταν τεμπέλδες, μωρέ, μερικοί άντρες, ήταν τεμπέλδες, ποιοι άντρες;» (Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 3).

p. 106

Β' Κατανάλωση: Διατροφή

Η διατροφή των ανθρώπων εξαρτάται από διάφορους παράγοντες: από το χώρο στον οποίο ζουν, από τις οικονομικές τους δυνατότητες, από θρησκευτικούς κανόνες και, ενδεχομένως, από βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες που σχετίζονται με το φύλο, την ηλικία, τη θέση στο εσωτερικό της οικιακής ομάδας και ευρύτερα της κοινότητας. Και βέβαια το είδος, η ποσότητα, η ποιότητα του φαγητού, αλλά και ο χώρος, ο χρόνος, ο τρόπος κατανάλωσής του, προσδιορίζουν και επηρεάζουν ως ένα βαθμό τις σχέσεις των μελών της οικογένειας, ενισχύουν ή διαβρώνουν νοοτροπίες και κοινωνικές δομές.

Τον πρώτο χρόνο της ζωής τους, πολλές φορές και για μεγαλύτερο διάστημα, τα παιδιά θήλαζαν' αποκαλούνταν μάλιστα «βζασταρούδια», επωνυμία που δείχνει ότι η διακοπή του θηλασμού δήλωνε, για την κοινωνία που εξετάζουμε, την εισαγωγή σε μια νέα φάση της παιδικής ηλικίας. Στο Κροκύλειο, όπως γενικότερα στον ελλαδικό και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο, οι μητέρες θήλαζαν τα παιδιά'100 μέσω της στενής, οργανικής σωματικής επαφής η διαδικασία του θηλασμού πρέπει να ενίσχυε την ανάπτυξη συναισθηματικών δεσμών ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί,101 δεσμών οι οποίοι θα ευνοούνταν λιγότερο σε άλλες εποχές, κοινωνίες και κοινωνικά στρώματα (λ.χ. στους ευρωπαίους ευγενείς του Μεσαίωνα ή στους γάλλους τεχνίτες των πόλεων κατά τους πρώιμους Νέους Χρόνους), όπου, για διάφορους κοινωνικο-οικονομικούς λόγους, τα παιδιά δεν τα θήλαζε η βιολογική μητέρα.102

100. Για τη σημασία του θηλασμού στο πλαίσιο της βαλκανικής λαϊκής κουλτούρας βλ. Ε. Αλεξάκης, «Γυναίκες, Γάλα, Συγγένεια: Κοινά παλαιοβαλκανικά στοιχεία στο λαϊκό πολιτισμό των Βαλκανικών Λαών», Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας 28 (1997-1998), 43-67.

Μόνο «αν δεν είχι γάλα η μάνα, 'ρχόταν άλλ' γναίκα και το βζόπιανι» (Αρχείο Λαογραφικού Σπουδαστηρίου, Χειρόγραφο 2227: Μαρτυρία Ελένης Αρμάου του Πτολεμαίου, 95 ετών, από το Κροκύλειο, 1974/75, σ. 66).

101. Η σύγχρονη Ψυχολογία δέχεται γενικά ότι ο θηλασμός του παιδιού από τη μητέρα ενισχύει τους μεταξύ τους συναισθηματικούς δεσμούς: Κ.Α. Alt, «Die Übersterblichkeit der Säuglinge und Kleinkinder in der frühen Neuzeit-Unberechenbares Schicksal oder menschliches Versagen?», στο K.W. Alt, A. Kemkes-Grottenthaler (επιμ.), Kinderwelten. Anthropologie-Geschichte-Kulturvergleich, Κολωνία-Βαϊμάρη-Βιέννη 2002, σ. 223245, κυρίως σ. 226, 227.

102. Βλ. Sh. Shahar, Kindheit im Mittelalter (μτφ. από τα εβραϊκά Barbara Brumm), Αμβούργο 1993, σ. 67-91' E. Le Roy Ladurie, «Ένα φαινόμενο βιο-κοινωνικό και πολιτισμικό: Ο θηλασμός επί πληρωμή στη Γαλλία τον 18ο αιώνα», μετάφραση Μ. Σπηλιωτοπούλου, στο Α. Ματθαίου (επιμ.), Ιστορία της Διατροφής. Προσεγγίσεις της σύγχρονης ιστοριογραφίας, (Θεωρία και Μελέτες Ιστορίας, 17 / Ε.Μ.Ν.Ε. - περ. Μνήμων), Αθήνα 1998, σ. 63-74.

p. 107

Φαίνεται, πάντως, πως οι συνθήκες ζωής υποχρέωναν συχνά τις μητέρες να θηλάζουν τα παιδιά τους χωρίς να τηρούν βασικούς κανόνες υγιεινής. Μια συνομιλήτρια αφηγήθηκε πως, γύρω στα 1935, θήλασε την άρρωστη βαφηστήρα της, προσπαθώντας να της σώσει τη ζωή: «Και παίρνω ένα πατσαβούρ', πού σφουγγάρ; ένα πατσαβούρ', καθαρό όμως, και φκιάνω μια σαπουνάδα και ξεθηλυκώνομαι, να με συγχωρείς, και πλένομαι όλ' μέχρ εδώ κάτ'. Πλύθκα δω, σκουπίσκα, έκαμα τα στήθια μ' καθρέφτ', να μην πάθ' το παιδί». Όταν όμως στη συνέχεια τη ρώτησα αν οι γυναίκες λάμβαναν τακτικά τέτοια μέτρα πριν θηλάσουν, απάντησε: «Ωρέ, πού να πλυθείς στο χωράφ' πέρα, πού να πλυθείς; Απ' το ίδιο το στήθος, όπως ήσαν, ιδρωμέν', κουρασμέν', αυτήνο, τάιζες κι το πιδί. Ναι. Πλένεσαν στο χωράφ'; Πού να πλυθείς;».103

Από την άλλη πλευρά η επαφή με αστικά ή ημι-αστικά κέντρα καθώς και με αστικοποιημένους πλέον χωριανούς πρέπει να είχε εισαγάγει νέες, σύγχρονες πρακτικές στη διατροφή των βρεφών, τουλάχιστον μετά το 1930. Από την πλούσια αφήγηση της ίδιας χωριανής γνωρίζουμε ότι τη δεκαετία του 1930 τα βρέφη τρέφονταν ή είχαν αρχίσει να τρέφονται συμπληρωματικά με εισαγόμενο συμπυκνωμένο γάλα ή γάλα σε σκόνη, τροφές που, σε αντίθεση με το νωπό γάλα, μπορούσαν να συντηρηθούν χωρίς να υποστούν αλλοιώσεις για μεγάλα χρονικά διαστήματα:

«Εγώ τα παιδιά μ'», λέω, «τα ταΐζω Νεστλέ». — «Τί Νεστλέ είν' αυτό», λέει; - «Κι εγώ δεν το ξέρω κουμπάρε», λέω, να... Γιατ' άμα έφκιασα το δάσκαλο (όταν γέννησε το γιο της που αργότερα έγινε δάσκαλος) ο άντρας μ' τάειχε καλά με το γιατρό το Καντά, και τούειπε: «τι το ταΐζς το πιδί άμα δεν έχει γάλα πολύ η γυναίκα σ'»; Λέει: «γάλα». - «Τί γάλα»; «Γάλα Νουνού», λέει. - «Όχ'», λέει, «τα παιδιά τα μκρά να μην τα ταΐζτε» λέει, «να τα ταΐζτε, γάλα Νεστλέ», λέει, «εκείνο κάν' για τα παιδιά. Το γάλα Νεστλέ σκόν' είναι».10*

Γνωρίζουμε ότι το γαλακτούχο άλευρο της ελβετικής εταιρείας «Νεστλέ» στόχευε και συντέλεσε στην καταπολέμηση της βρεφικής θνησιμότητας στην Ευρώπη, συμπληρώνοντας ή υποκαθιστώντας με επιτυχία το μητρικό γάλα.105 Από τους 29 θανάτους βρεφών που καταγράφονται στο σχετικό βιβλίο της κοι-

103. Συν. με την Π. Γ., σ. 37.

104. Ό.π. Το 1899 είχε κάνει για πρώτη φορά την εμφάνιση του στην πρωτεύουσα το πρωτοποριακό «γαλακτούχο άλευρο» για βρέφη της ελβετικής εταιρείας Νεστλέ (Α. Αγγελοπούλου, Σ. Λουμίδη, Nestlé 100 χρόνια στην Ελλάδα. Εντελής τροφή διά τα μικράν ηλικίαν έχοντα παιδία..., Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 2001, σ. 35). Πριν από το 1940 γενικοί αντιπρόσωποι της εταιρείας αλλά και έμποροι, οι οποίοι βάσει ειδικών συμφωνιών μπορούσαν να διακινούν τα προϊόντα της Νεστλέ, έδρευαν σε κοντινές στο Κροκύλειο επαρχιακές πόλεις, όπως η Ιτέα και η Άμφισσα (Ό.π., σ. 49, 63).

105. Ό.π., σ. 18-21, σ. 38, 39.

p. 108

κοινότητας Κροκυλείου μεταξύ 1932 και 1937, 4 αποδίδονται σε «εντερίτιδα» ή «εντεροκολίτιδα»,106 που πιθανόν οφειλόταν στην αναγκαστική συμπλήρωση ή υποκατάσταση του μητρικού γάλακτος με γάλα ακατάλληλο για το πεπτικό σύστημα των βρεφών, όπως το γάλα της γίδας ή του προβάτου.

Αμέσως μετά τη διακοπή του θηλασμού, ή και παράλληλα προς το θηλασμό, αν διαρκούσε πάνω από ένα χρόνο, τα παιδιά τρέφονταν με σχετικά εύπεπτες τροφές, με ζωικό γάλα, γιαούρτι, ζωμούς' σταδιακά η διατροφή τους εντασσόταν στο πλαίσιο της διατροφής των ενηλίκων. Το διαιτολόγιο των χωριανών περιλάμβανε κυρίως ή αποκλειστικά (ανάλογα με την οικονομική τους δυνατότητα) καλαμποκίσιο ψωμί (μπομπότα), γάλα, αυγά, τραχανά, όσπρια, πράσα, καμπρολάχανα και πίτες διαφόρων ειδών. Σπανιότερα, και προπάντων οι σχετικά εύπορες οικογένειες, έτρωγαν τυρί, κρέας (από κότα, χοιρινό, αιγοπρόβατα), πατάτες (τις οποίες προμηθεύονταν κατά κανόνα από την Κερασιά, το «πατατοχώρι» της περιοχής), ζυμαρικά, ρύζι, ξηρό μπακαλιάρο. Ζυμαρικά, ρύζι, ξηρό μπακαλιάρο αγόραζαν από τα παντοπωλεία, με τυρί και κρέας προμήθευαν το χωριό οι κτηνοτρόφοι. Έπιναν επίσης κρασί και έναν υποτυπώδη «καφέ» (στην πραγματικότητα ρόφημα καφέ χρώματος από αλεσμένα και καβουρδισμένα δημητριακά), ενώ χρησιμοποιούσαν ως γλυκαντική ουσία το πετιμέζι" ελάχιστοι είχαν τη δυνατότητα να προμηθεύονται ορισμένες φορές ζάχαρη. Εκτός από τον ξηρό μπακαλιάρο που θεωρείτο ούτως ή άλλως «το ψάρι του φτωχού», ορισμένες -ελάχιστες- φορές κατανάλωναν ψάρια τα οποία ψάρευαν στο ποτάμι ή αγόραζαν από τα παράλια. Φαίνεται ότι τα παιδιά αποκλείονταν (τουλάχιστον θεωρητικά) από την κατανάλωση καφέ ή κρασιού, προφανώς γιατί θεωρούνταν είδη πολυτελείας, που δεν ικανοποιούσαν το αίσθημα της πείνας: Ο καφές ήταν σπάνιος και ακριβός' το κρασί, ποτό οινοπνευματώδες που απελευθέρωνε τα συναισθήματα, κάτι το οποίο ίσως ήταν αντίθετο με την εκμάθηση της πειθαρχίας εκ μέρους των παιδιών.107

Οι νηστείες τηρούνταν ευλαβικά από τους χωριανούς, καθώς αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος και εκδήλωση της θρησκευτικής πίστης τους.108 Τα παιδιά νήστευαν επίσης, προπάντων την περίοδο της Σαρακοστής (τουλάχιστον την

106. Βιβλίον Ληξιαρχικών Πράξεων Κοινότητος Κροκυλείου, Θανάτων, τ. Α', 1.1.1932 έως 31.12.1939 (οι σχετικές περιπτώσεις απαντούν στα έτη 1932, 1936, 1937, 1939).

107. Πβ. όσα γράφει ο Παπαταξιάρχης για την έκφραση των συναισθημάτων και την επίτευξη του κεφιού μέσω της ρακοποσίας και γενικότερα του ανδρικού συμποσιασμού: Ε. Παπαταξιάρχης, «Ο κόσμος του καφενείου. Ταυτότητα και ανταλλαγή στον ανδρικό συμποσιασμό», στο Ε. Παπαταξιάρχης-Θ. Παραδέλλης (επιμ.), Ταυτότητες και Φύλο στη Σύγχρονη Ελλάδα. Ανθρωπολογικές Προσεγγίσεις, Αθήνα 1992, σ. 209-242, κυρίως σ. 236, 237.

108. Πβ. Λουκόπουλος, Ποιμενικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 9, 10' για τη σημασία που απέδιδαν στη νηστεία οι τσοπάνηδες της Ρούμελης.

p. 109

Καθαρή Δευτέρα και στη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας) και το Δεκαπενταύγουστο, κι αυτό σημαίνει ότι το λιγότερο ένα μήνα το χρόνο το διαιτολόγιο τους ήταν πολύ λιτό, τουλάχιστον για τα σημερινά δεδομένα. Συνειδητά ή ασυνείδητα η τροφή πρέπει να αποκτούσε μια συμβολική, θρησκευτική διάσταση για τα παιδιά: η διατροφή τους υποτασσόταν σε κανόνες που δεν επιδέχονταν αμφισβήτηση αφού εξέφραζαν τη βούληση του παντοδύναμου Θεού.

Αυτή είναι μια πολύ γενική εικόνα της διατροφής και των διατροφικών πρακτικών. Όλοι οι συνομιλητές βιώνουν το χάσμα ανάμεσα στη σημερινή εποχή της αφθονίας και στο παρελθόν, όταν οι χωριανοί εξασφάλιζαν κατά μεγάλο μέρος την τροφή τους με την προσωπική τους εργασία και όταν οι γυναίκες ανάλωναν πολύ χρόνο στο ζύμωμα του ψωμιού και στην παρασκευή απλών φαγητών/Ολοι οι συνομιλητές βιώνουν το χάσμα ανάμεσα στα σημερινά παιδιά της αφθονίας και τους εαυτούς τους ως παιδιά, σε μια κοινωνία όπου η ποικιλία και η ποσότητα των τροφίμων ήταν περιορισμένες. Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι καθόλα αντιπροσωπευτικά και προέρχονται από ανθρώπους που μεγάλωσαν σε πολύ διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα του χωριού:

Δεκαπέντε χρονώ τα παιδιά, τι ήταν, μωρέ, τότε; Σα φυματικά ήταν. Σπάνια νάταν κάνα γερό. Όλα τ' άλλα ήταν χαντακωμένα, δηλαδή νηστικά παιδιά, κακοζωισμένα... Τώρα καλοπερνάνε. Δεν τρώει, λέν', το παιδί τώρα. Έμ, τί να φάει; Απ' το πρωί που ξυπνάει μέχρι τώρα (το βράδι) μασουλάει... - Καμιά φορά λέμε με την αδερφή μου την Πηνελόπη, τώρα εδώ: Τόσα άτομα, λέει, τι μας τάιζε η μάνα μας; Γιατί εδώ φκιάνουν φαγητό και το βράδι δεν έχουν να φάνε. Τόσα πιάτα που έβγαζε. Ήταν δεκαπέντε πιάτα!109

Παρ' όλο πάντως που «έβρεχε φτώχεια» και οι χωριανοί «με τα χέρια τς πολέμαγαν να βγάλουν τι θα βγάλουν»110 από τη γη τους, η οικονομία της αυτοκατανάλωσης αποτελούσε ως ένα βαθμό δικλείδα ασφαλείας για τους ορεινούς πληθυσμούς. Αυτή τη λειτουργία της οικονομίας αυτοκατανάλωσης ως δικλείδας ασφαλείας απηχούν και οι απόψεις της Π. Λ.: «Κοίταξε να δεις. Η φτώχεια ήταν στα ρούχα, στα παπούτσια, σταυτό' τώρα στο ζήτημα του φαγητού, επειδή είν' αγροτική περιοχή και είχανε γίδες, κότες, ξέρω 'γω, ένα γουρούν' το χρόνο θρέφανε, μεγάλη πείνα δεν υπήρχε».111

Όμως, όπως έχουμε δει, η παραγωγή δεν κάλυπτε πλήρως τις διατροφικές ανάγκες του πληθυσμού, ο οποίος κατά συνέπεια εξαρτιόταν, ως ένα βαθμό, από την τοπική και περιφερειακή αγορά. Αναπόφευκτα, το 1917, όταν, λόγω του συμμαχικού αποκλεισμού και της επακόλουθης αισχροκέρδειας, τα ποσο-

109. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 5' Συν. με την Β. Κ., σ. 3.

110. Συν. με την Α. Π., σ. 6.

111. Συν. με την Π. Λ., σ. 5.

p. 110

ποσοστά θνησιμότητας στην Αθήνα διπλασιάστηκαν και σε ορισμένες περιοχές της Πελοποννήσου οι χωρικοί επιβίωναν τρώγοντας σταφίδα,112 ο λιμός έκανε την εμφάνισή του και στο χωριό. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία συνομιλητές θυμούνται τον αγώνα για επιβίωση, την αγωνία των γονιών να σώσουν τα παιδιά τους που λιμοκτονούσαν και το πώς λειτούργησαν τότε τα δίκτυα αλληλεγγυότητας στο χωριό:

Το '17. Πείνα, πείνα στο χωριό. Άμα έσωσε τα εισοδήματα ο πόλεμος πάντως ήρθε πείνα, και θμώμαι ο πατέρας μ' πήε στ Αλεποχώρ' και στα άλλα τα χωριά, σ' όποια χωριά με μλάρ', φόρτωσε τα ντεπόζτα λάδ' και άλλαξε και πήε κι έδωκε λάδ' και πήρε καλαμπόκ'. Πόσο λάδ' έδωκε και πόσο καλαμπόκ' πήρε και στάρ' δεν ξέρω... Εμείς δεν πεινάσαμε, γιατί ο πατέρας μ', σ' λέω, άλλαξε λάδ' με καλαμπόκ' και με σιτάρ'. Πείναγαν ο κόσμος δω απάν'. Tv έλεγαν μία Μάχου ...Η μάνα τς ήρθε στο δκό μας το σπίτ και τς είπε τς μάνας μ': «βρε Κώσταινα», Κώσταινα τν έλεγαν, «βάλε μ', μωρέ Κώσταινα», λέει, «μπα κι έχς λιγάκ' ψωμί να μας δώσεις, θα πεθάνουν τα παιδιά μ'». Και τράβξε η μάνα μ', είχε τέσσερα καρβέλια στη γάστρα, όχ' στο φούρνο, στη γάστρα, ξέρς ποια λένε γάστρα; Και τράβξε και τς δίνει ένα ψημένο καρβέλ'. «Κάτσε, μωρέ», λέει, «δεν ψήθκαν», λέει, «να σ' δώκω ένα καρβέλ'». «Μωρέ, δώσε με», λέει, «θα πεθάνουν τα παιδιά μ'», και τσόδωκε ένα καρβέλ' θμάμαι η μάνα μ' και καμιά βολά τσόδωνε από κάνα καρβέλ' ψωμί.'113

Οπωσδήποτε το διαιτολόγιο των παιδιών διαφοροποιούνταν ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες κάθε οικογένειας: Στις οικογένειες των τσοπάνηδων τα παιδιά τρέφονταν με περισσότερα γαλακτοκομικά προϊόντα από ό,τι σε άλλες" όσοι διέθεταν ρευστό και μπορούσαν να αγοράσουν κρέας από το χασάπη, κατανάλωναν κρέας πιο τακτικά από άλλους' όταν οι οικογένειες μπορούσαν να διαθέσουν ορισμένα χρήματα αγόραζαν από τα μπακάλικα του χωριού για τα παιδιά τους συμπυκνωμένο γάλα σε κουτιά, τους μήνες κατά τους οποίους οι οικόσιτες γίδες δεν είχαν γάλα.114

Όσοι προέρχονται από λιγότερο ή περισσότερο προνομιούχες οικογένειες διαχωρίζουν στις αφηγήσεις τους τα βιώματά τους από τα βιώματα των άλλων — των περισσότερων χωριανών. Ίσως λοιπόν οι μικρές αλλά ουσιαστικές διαφορές στις συνθήκες διαβίωσης δημιουργούσαν ήδη από τα παιδικά χρόνια, τα ψήγματα μιας ρευστής κοινωνικής συνείδησης που διαπιστώνει κανείς και στις νεότερες γενιές των «Αθηναίων», της συνείδησης ότι ανήκε κανείς σε ανώ-

112. Mazower, Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση, ό.π., σ. 70.

113. Συν. με την Π. Γ., σ. 34' επίσης, Συν. με τον Α. Μ., σ. 6' Συν. με τον Λ. Γ. και την Α. Γ., σ. 5, 6.

114. Συν. με τον Μ. Μ., σ. 6' Συν. με την Κ. Σ., σ. 11' Συν. με τον Χ. T., σ. 6.

p. 111

ανώτερο ή κατώτερο κοινωνικό περιβάλλον του χωριού. Ας δούμε δύο παραδείγματα που αφορούν σε μια σχετικά προνομιούχο και μια σαφώς εύπορη οικογένεια του χωριού:

Η Π. Γ. ήταν κόρη ενός παντοπώλη, ο οποίος διατηρούσε συγχρόνως οινομαγειρείο στο χώρο του παντοπωλείου. Σε σύγκριση με άλλους, η ίδια και τα αδέλφια της, την εποχή που πήγαιναν σχολείο, γευμάτιζαν στην ταβέρνα του πατέρα τους στο κέντρο του χωριού (περίπου ανάμεσα στο 1914 και το 1918) :

Και πολλές φορές εμείς τα παιδιά απ' το σχουλείο ερχόμασταν κατευθείαν στουν πατέρα μ'. Βρίσκαμι φαΐ, είχε μια τραπεζαρία μπροστά, κει που είναι του παράθυρου τ' επάν' κι είχε κι έναν καναπέ ου πατέρας μου, μας έβαζε και τρώγαμε και διαβάζαμε... είχαν φτώχεια ο κόσμος. Άμα έρχονταν απ' το χωράφ' θα πάαιναν στον κήπο να κόψουν πράσα και λάχνα να βράσνε ή τραχανά ή τριφτάδια. Πίτες, τραχανόπιτες. Έφκιαναν και πίτα. Με κολοκύθια έφκιαναν, με λάχανα έφκιαναν. ... Ημείς οι παρεδραίοι (παρατσούκλι λόγω του παππού της, που διετέλεσε «πάρεδρος», δηλαδή πρόεδρος του χωριού) ερχόμασταν χορτάτ' απ' το μαγαζί, αλλά έφκιανε κι η μάνα μου, φασόλια έφκιανε, καμιά πίτα έφκιανε, κάτ' έφκιανε... Ο πατέρας μ' έφκιαν' κρέας κουκκινιστό με μακαρόνια ή με ρύζ, κουκκινιστό... Ή έφκιανε και πατάτες. Τηγάνζε πατάτες... Δεν πεινάγαμε. Ρύζ' θέλαμε, θα το είχαμε, λάδ' θέλαμε το είχαμε, ζάχαρ' θέλαμε, την είχαμε ... Ο κόσμος δεν είχαν να φκιάσουν έναν καφέ. Έφκιαναν πετιμέζ, απ' τα σταφύλια πετιμέζ' θα φκιάσουν το πρωί ένα τσάι και θα βάλουν πετιμέζ', ίσα να πιούν ένα τσάι. Εμείς είχαμε ζάχαρ', δεν είδαμε πετιμέζ'·115

Η Π. Λ. ήταν μοναχοπαίδι ενός καθηγητή του Σχολαρχείου, σώγαμπρου σε μια οικογένεια που δεν είχε παρά μία μόνο κόρη. Σε αντίθεση με όλους σχεδόν τους άλλους χωριανούς (και με την προηγούμενη αφηγήτρια) έτρωγε τακτικά σταρένιο ψωμί και τυρί:

Πάντως ανάμνηση δική μου είναι ότι παίρναμε τ' απόγευμα με τη φίλη ένα ψωμί και τυρί να βγούμε έξω να παίξουμε, κι εγώ μαθημένη εδώ έπαιρνα ένα κομμάτι ψωμί καθάριο, σιταρένιο, κι έπαιρνα κι ένα μεγάλο κομμάτι τυρί, έτρωγα. Αυτή έπαιρνε μπομπότα κι ένα κομματάκι τόσο. Και μούλεγε: «Πώς το τρως, καλέ, το τυρί;» — «Πώς το τρώω;» — «Δεν το τρώνε έτσι το τυρί». ... Ήταν πέντε κορίτσια κι ένα αγόρι έξι. ... Και πάρα πολλές φορές μούλεγε: «τ' αλλάζουμε;», Και το λαχταρούσε. «Τ' αλλάζουμε», λέω, δεν είχα τέτοιο πρόβλημα. Και καμιά φορά που δεν την ήθελα τη μπομπότα να τη φάω, την έριχνα στις κότες, δε με πείραζε.116

115. Συν. με την Π. Γ., σ. 11, 20, 32.

116. Συν. με την Π. Λ., σ. 5.

p. 112

Παρ' όλο που τα οικογενειακά γεύματα αποτελούσαν έκφραση του συλλογικού τρόπου ζωής, η εικόνα της πολυμελούς αγροτικής οικογένειας που τρώει συγκεντρωμένη δεν αποδίδει τη ρευστή πραγματικότητα. Συνήθως τα μέλη μιας οικογένειας έτρωγαν μαζί το βράδυ, επειδή τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας ήταν απασχολημένα σε διαφορετικούς τομείς. Μάλιστα συχνά, κατά τις περιόδους αιχμής των αγροτικών εργασιών, οι γονείς ή η μητέρα περνούσαν μερικές εβδομάδες στις ταράτσες μαζί με τα μεγαλύτερα παιδιά, αφήνοντας στο σπίτι τον παππού, τη γιαγιά και τα μικρότερα παιδιά. Οι τσοπάνηδες, εξάλλου, διανυκτέρευαν στα μαντριά τους και, στις περιπτώσεις που τα άλλα μέλη της οικογένειας ζούσαν στο χωριό, δεν έτρωγαν μαζί τους. Ο Α. Μ. που γεννήθηκε το 1904, θυμάται:

Έρχουμαν εγώ απ' το σχολείο και πήγαινα στον κήπο, τότε είχαμε πράσα, κι έπαιρνα ένα κομάτ' ψωμί, κι έκοβα πράσα, κάθουμαν στα πράσα εκεί, έκοβα από ένα πράσο και ψωμάκ' κι έτρωγα... Βρισκόταν ο ένας στα γίδια, ο ένας στο χωράφ', ο άλλος στ' άλλο χωράφ' ... Ε, το βράδ' μαζευόμασταν εκεί... Ο πατέρας ήταν στα γίδια, στο μαντρί τ'... Άμα δεν κοιμόταν στο μαντρί θα τάπαιρναν τα πρόβατα όλα.117. (Και ο κατά πολύ νεότερος Γ. P., γεννημένος το 1917, αφηγείται)... τις περισσότερες φορές δε συγκεντρωνόμασταν. Από βράδ' σε βράδ' βλεπόμασταν η οικογένεια. Το βράδ' τρώγαμε όλ' μαζί. Την ημέρα, άλλ' πηγαίνανε, σκάρζαν τις γίδες, άλλ' πήγαιναν στο χωράφ', άλλ' πήγαιναν να ποτίσουν. Οπότε δε συγκεντρωνόμασταν."8

Στο υλικό μου απαντούν και περιπτώσεις παιδιών τα οποία έμεναν όλη την ημέρα ή και επί μέρες μόνα στο σπίτι, ενώ οι γονείς βρίσκονταν στα χωράφια. Ορισμένες φορές τελείωνε το φαγητό που είχε αφήσει η μάνα και τα τάιζαν οι γείτονες' μάλιστα στα τέλη της δεκαετίας του '20 και κατά τη δεκαετία του '30, ο θρυλικός δάσκαλος του χωριού οργάνωνε ένα είδος συσσιτίου στο σπίτι του για παιδιά των οποίων οι γονείς απουσίαζαν σε γεωργικές εργασίες και τα είχαν αφήσει μόνα.119

Παιδιά και ενήλικες έτρωγαν καθισμένοι σταυροπόδι ή πάνω σε σκαμνάκια είτε γύρω από την εστία, την «παραστιά», ή «γωνιά», όπως την έλεγαν, είτε γύρω από τον χαμηλό «τραπέζι» της εποχής, το σοφρά που συνήθως ήταν ξύλινος. Για τις οικογένειες των τσοπάνηδων, που δε διέθεταν πολλά χρήματα και περνούσαν τον περισσότερο χρόνο σε μονόχωρα οικήματα έξω από το χωριό, ακόμη και ο σοφράς ήταν καμιά φορά πολυτέλεια: «Μωρέ, κατάχαμα τρώγαμε... Ήτανε πολυτέλεια ο σοφράς. Πολύ πολυτέλεια, όχ' πολυτέ-

117. Συν. με τον Α. Μ., σ. 6.

118. Συν. με τον Γ. P., σ. 5.

119. Συν. με τον Γ. Π., σ. 8' Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 7.

p. 113

λεια».120 Οι ευπορότερες οικογένειες, όσες είχαν αρκετό χώρο στο σπίτι, διέθεταν εκτός από το σοφρά και «κανονικό» τραπέζι. Αλλά για τον σχεδόν ενενηντάχρονο τσοπάνη Χ. Μ. το τραπέζι ήταν συνώνυμο της αλλαγής των ανθρώπων και του κόσμου: «Δεν είχανε τραπέζια, βάζαν το χαμηλό τα χρόνια εκείνα. Καθόμασταν στα σκαμνιά, που λένε. Ήμασταν μικροί τότε. Τώρα μεγαλώσαμε, έχουμε τραπέζια ψηλά. Ψηλώσαν οι ανθρώπ'. Έγινε άλλος ο κόσμος».121 Ορισμένες φορές στο τραπέζι έτρωγαν οι ενήλικες και στο σοφρά, ή κατάχαμα, έτρωγαν τα παιδιά, γιατί το ύψος του τραπεζιού τα δυσκόλευε, ή ακόμη οι γέροντες που ήταν σκυφτοί και ήθελαν ν' απολαμβάνουν τη ζεστασιά της «γωνιάς»: «Εδώ έρχεταν, είχαμε μουσαφιραίους πολλούς, κι ήταν κι ο αδερφός μ' απ' την Αθήνα... μι πέντε άτομα... Μκρό το σπίτ' και τούτην εδά ήταν η κουζίνα ... και (στα παιδιά) τάστρωνα καταή ένα φύλλο κουρελού και τσόβανα τα πιατάκια τς κι έτρωγαν».122

Το φαγητό μαγειρευόταν στη «γωνιά». Στις περισσότερες οικογένειες πρέπει να έτρωγαν όλοι από το ίδιο «ταψί» (όταν είχαν πίτα), «κακάβι» (κατσαρόλα) ή την πήλινη γαβάθα, ορισμένες φορές, μάλιστα, όλοι με το ίδιο κουτάλι (χλιάρι) ή πηρούνι (συχνά από ξύλο) ή (όσον αφορά στις πίτες) με τα χέρια: «Τότε τρώγαμ' όλ' μέσα στο ίδιο κατσαρόλ', το κακάβ'. Δέκα, δώδεκα ήμασταν στο σπίτ'. Αν ήταν τραχανάς, τρίβαμε μέσα και ψωμί, ζεματούρα που λένε».123 Περιμένοντας τη σειρά τους για να «βουτήξουν» το «χλιάρι» τους τα παιδιά διδάσκονταν να μοιράζονται αγαθά με τα άλλα μέλη της οικογένειας, συγχρόνως όμως μπορεί να ανέπτυσσαν μια ανταγωνιστικότητα μεταξύ τους με αντικείμενο το φαγητό, το οποίο οπωσδήποτε «δεν περίσσευε».

Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις οικογενειών -και μάλιστα όχι μόνο εύπορων αλλά και φτωχών—, στις οποίες ο καθένας έτρωγε στο δικό του πιάτο, τσίγκινο ή πήλινο. Αυτό ήταν πολύ πρακτικό για τις πολυμελείς οικογένειες, επειδή δεν ανέκυπταν οι αναπόφευκτες εκείνες μικροδιαμάχες, που έκαναν την εμφάνισή τους όταν όλοι έπαιρναν το φαγητό τους απευθείας από το «κακάβι»:

Γύρω στη γωνιά, κάτ' στη γωνιά, γύρω στη φωτιά τρώγαμε. Είχαμε και σοφρά αλλά δε μας βόλευε ο σοφράς και τρώγαμε στη γωνιά κάτω, χάμω. Παίρναμε και στην ποδιά μας και τρώγαμε... Είχαμε πιάτα. Κάτι πιάτα σα τσίγκε νια, τέτοια πιάτα. Καθένας το πιάτο του. Γιατ' ήμασταν οικογένεια ... δεν τρώγαμε (από το ίδιο σκεύος) γιατ' ήμασταν πολλοί κι έπρεπε να το βάλουμε στα πιάτα.'24

120. Συν. με τον Μ. Μ., σ. 14. Επίσης Συν. με τον Γ. Π., σ. 7.

121. Συν. με τον Χ. Μ., σ. 1.

122. Συν. με την Π. Κ., σ. 10' Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 6' Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 5.

123. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 5.

124. Συν. με την Γ. Σ., σ. 6.

p. 114

Ο τρόπος διανομής του φαγητού σε μια οικογένεια (ποιος τρώει τι, σε ποιες ποσότητες και με ποια σειρά) είναι ενδεικτικός για την ιεραρχική της οργάνωση. Από τη βιβλιογραφία γνωρίζουμε σήμερα ότι στις εργατικές οικογένειες της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Αγγλίας, κατά τον ύστερο 19ο και τον πρώιμο 20ό αι., το ακριβό και πλούσιο σε θερμίδες φαγητό (το κρέας κυρίως, αλλά και το βούτυρο) αποτελούσε ορισμένες φορές προνόμιο του πατέρα,125 χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραμελούνταν η διατροφή των παιδιών. Δε διαθέτω μαρτυρίες που να υποδεικνύουν ότι γινόταν ουσιαστική διάκριση εις βάρος των παιδιών σε ζητήματα διατροφής, παρ' όλο που τα παιδιά αποκλείονταν από ορισμένα σπάνια, ακριβά είδη διατροφής. Το αναφέραμε στην αρχή της ενότητας, θα το εξετάσουμε και παρακάτω σε σχέση με τους αγερμούς' πάντως μια τέτοια διάκριση αντανακλά την εξαρτημένη, κατώτερη θέση των παιδιών στην οικογενειακή ιεραρχία.

Όταν αναρωτήθηκα κατά πόσο ο πατέρας ή, εν πάση περιπτώσει, οι άνδρες έτρωγαν καλύτερης ποιότητας φαγητό από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, υπήρξαν συνομιλητές που τόνισαν ότι οι γονείς τους ενδιαφέρονταν πρώτα για τη διατροφή των παιδιών και μετά για τον εαυτό τους. Παρ' όλο που η τάση εξιδανίκευσης των γονιών ενδέχεται να συσκοτίζει την πραγματικότητα ή τουλάχιστον την πολλαπλότητά της, θεωρώ τις μαρτυρίες αυτές αξιόπιστες επειδή στην πλειοψηφία τους προέρχονται από ανθρώπους που στην αφήγησή τους ασκούν έμμεσα έντονη κριτική στον πατέρα τους. Όπως αφηγείται ο τσοπάνης Μ. Μ.: «Ο πατέρας κι η μάνα, τα παιδιά τήραγαν να φάνε πρώτα και μετά αν έμενε έτρωγαν κι αυτοί».126

Βέβαιο, πάντως, είναι ότι ο πατέρας —στο βαθμό φυσικά που συμβίωνε με την υπόλοιπη οικογένεια, υπενθυμίζω τους πατέρες-μετανάστες— τρεφόταν καλύτερα από τη μητέρα, η οποία έφερε και την ουσιαστική ευθύνη για τη διατροφή της οικογένειας και για την οποία συχνά οι συνομιλητές δηλώνουν ότι έτρωγε τελευταία από όλους κρατώντας για τον εαυτό της το χειρότερο κομμάτι.127 Τα παιδιά, εξάλλου, δεν άρχιζαν να τρώνε πριν αρχίσει ο πατέρας ή ο παππούς: «Άμα ήταν τα πεθερκά έβαζες στα πεθερκά πρώτα, τον πεθερό τν πεθερά και μετά στον άντρα θα έβανες».128 Επιπλέον, πιθανόν οι ενήλικες κα-

125. Η. Rosenbaum, Formen der Familie. Untersuchungen zum Zusammenhang von Familienverhältnissen, Sozialstruktur und sozialem Wandel in der deutschen Gesellschaft des 19. Jahrhunderts, Φρανκφούρτη στο Μάιν 1982, σ. 413 και υποσ. 141' Rosenbaum, Proletarische Familien, ό.π., σ. 159 κ.εξ.' Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule, ό.π., σ. 151, 215.

126. Συν. με τον Μ. Μ., σ. 6. Επίσης, Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 3' Συν. με τον Π, Π., σ. 5' Συν. με τον Γ. Ρ. (συνομιλία με τον Π. Β.), σ. 3.

127. Συν. με την Μ. Ν., σ. 14' Συν. με τον Χ. T., σ. 14' Συν. με τον Θ. Α., σ. 23, 24' Συν. με την Λ. Π., σ. 18.

128. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 5.

p. 115

κατανάλωναν μεγαλύτερες ποσότητες τροφής απ' όσο τα παιδιά, αφού χρειάζονταν περισσότερες θερμίδες. Δε μπόρεσα να διαπιστώσω διακρίσεις ως προς τη διατροφή ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια αλλά δεν αποκλείω κάτι τέτοιο' άλλωστε το καθημερινό είναι συχνά τόσο αυτονόητο, ώστε η μνήμη δυσκολεύεται να το ανακαλέσει. Εν πάση περιπτώσει, μέσω της οργάνωσης και διανομής του φαγητού τα παιδιά εσωτερίκευαν το κοινωνικό αξίωμα της ανωτερότητας των ανδρών έναντι των γυναικών.

Γ' Κατανάλωση: Ένδυση

Όταν σε μια κοινωνία η εμφάνιση των παιδιών διαφοροποιείται από την εμφάνιση των ενηλίκων, σημαίνει ότι η κοινωνία αυτή αναγνωρίζει και σηματοδοτεί την ύπαρξη μιας παιδικής ηλικίας με τους δικούς της ενδυματολογικούς και γενικότερα εμφανισιακούς και άλλους κανόνες. Γι' αυτό, όπως είναι γνωστό, και οι «κλασικοί» ιστορικοί της παιδικής ηλικίας (με πρωτοπόρο τον Ariès), αλλά και όσοι τους αμφισβήτησαν, χρησιμοποίησαν την παιδική ενδυμασία ως τεκμήριο αναγνώρισης ή κατασκευής μιας παιδικής ηλικίας.129

Το 1927 ο Δημήτρης Λουκόπουλος παρατηρούσε: «Η εποχή που ζούμε είναι μια μεταβατική κατάσταση σ' όλο το φανέρωμα της ζωής μας. Περνούμε απ' τον ανατολισμό στον ευρωπαϊσμό... και στη ντυμασιά μας λοιπόν ήταν επόμενο νά' ρθει μεγάλη ταραχή και σύγχυση. Στα πιο απόκεντρα αιτωλικά χωριά βλέπεις τώρα να φοριέται το ευρωπαϊκό ένδυμα γενικά σχεδόν από τους άνδρες».130 Οι άνδρες είχαν υιοθετήσει τις γενικές επιταγές της «ευρωπαϊκής» ένδυσης από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα (αναφέρομαι πρώτα απ' όλα στο παντελόνι). Αυτό οφειλόταν κατ' αρχήν στην έντονη κινητικότητά τους λόγω της μετανάστευσης, της στρατιωτικής θητείας και της επιστράτευσης. Αρκεί να αναφέρουμε ότι 50 περίπου άνδρες από το Κροκύλειο είχαν επιστρατευθεί στους πολέμους που άρχισε να διεξάγει το ελληνικό κράτος καθώς ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος βάδιζε προς τη λήξη του, με αποκορύφωμα τη Μικρασιατική εκστρατεία, και υπήρξαν χωριανοί που επιστρατεύθηκαν στους Βαλκανικούς και αποστρατεύθηκαν μετά τη λήξη τη Μικρασιατικής εκστρατείας.131 Την περίοδο του Μεσοπολέμου υπήρχαν ακόμη φουστανελάδες στο χωριό' οι γέροντες, εκείνοι που είχαν γεννηθεί μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα ή το πολύ-πολύ μέχρι το 1870, φορούσαν φουστανέλες και βοϊδοτσάρουχα με φούντες. Οι συνομιλητές μου τους θυμούνται ντυμένους έτσι στο σπίτι -όταν επρόκειτο για τον παππού τους-, την αγορά και την εκκλησία.

129. Βλ. Μπάδα-Τσομώκου, Ενδυματολογικοί κώδικες, ό.π., σ. 8.

130. Λουκόπουλος, Πώς υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί, ό.π., σ. 51.

131. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 91.

p. 116

Στις γυναίκες, η διαφοροποίηση στο ντύσιμο ανάμεσα σε διαφορετικές γενιές δεν ήταν τόσο έντονη, παρ' όλο που φαίνεται ότι σιγά-σιγά κυριαρχούσαν αστικά ενδυματολογικά πρότυπα.132 Ήδη σε φωτογραφίες οικονομικά και κοινωνικά ισχυρών οικογενειών του χωριού των αρχών του αιώνα ποζάρουν νέες γυναίκες ντυμένες με αστικά ενδύματα και χωρίς κεφαλόδεσμο, μαζί μάλιστα με άλλες, τη μητέρα ή μια αδελφή τους, που ντυμένες παραδοσιακά και φορούν μαντήλες (βλ. εικόνες 1, 2, 3, 4).

Ο κεφαλόδεσμος που μπορεί να θεωρηθεί το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο της παραδοσιακής γυναικείας ένδυσης φαίνεται ότι άρχισε να εκλείπει με πολύ αργούς ρυθμούς τη δεκαετία του 1920" παρέμενε φυσικά λειτουργικά απαραίτητος κατά την εκτέλεση αγροτικών εργασιών. Όταν η Π. Γ. πήγαινε στο Δημοτικό στη δεκαετία του 1910 όλα τα κοριτσάκια φορούσαν λευκά μαντήλια στο κεφάλι και είχαν τα μαλλιά τους πλεγμένα σε κοτσίδες: «Φόραγα φακιόλ', όπως όλα τα κορίτσα... και στο σχολείο. Φακιόλ' άσπρο. Άσπρα φακιόλια... και τα μαλλιά κοτσίδες, ναι... Όλα, όλα τα κορίτσια φόραγαν φακιόλια, φακιόλια άσπρα. Είχ' ο πατέρας μου στο μαγαζί και έπαιρναν και φόραγαν τα κορίτσια φακιόλια, δεν πάαινε κανένα ξεμαντήλωτο».133

Τις επόμενες δεκαετίες υπήρχαν στο σχολείο και κορίτσια που δε φορούσαν μαντήλια ενώ μερικά είχαν κόψει τα μαλλιά τους, όπως βλέπει κανείς σε φωτογραφίες της εποχής.134 Αρραβωνιασμένη πάντως, σε ηλικία 20 ετών, η Π. Γ. φωτογραφίστηκε με κομμένα μαλλιά και χωρίς κεφαλόδεσμο. Χήρα, πλέον, όταν συζητούσαμε, φορά στο σπίτι, στην εκκλησία και όταν έρχεται με τα παιδιά της στην πλατεία του χωριού μαύρο μαντήλι. Μαύρο μαντήλι και πένθιμα, μαύρα ρούχα φαίνεται ότι φορούσαν τα μικρά κορίτσια όταν πέθαινε κάποιος δικός τους. Η Κ. Μπάδα επισημαίνει «την πρόωρη συμμετοχή του κοριτσιού ... στην έκφραση του πένθους» μέσω της ένδυσης στην Ήπειρο και το γεγονός ότι αυτό δεν ισχύει για τα αγόρια,135 που προφανώς εντάσσονται με

132. Ο Λουκόπουλος μας πληροφορεί ότι σε άλλα ορεινά χωριά της Δωρίδας, το Σουρούστι (Κερασιά), τη Βοστινίτσα (Δάφνο), το Νούτσομπρο (Ψηλό Χωριό), την Κωστάριτσα (Διχώρι), «και άλλα πιο κάτω χωριά, έχει επικρατήσει σήμερα ο ευρωπαϊκός τύπος ντυμασιάς», χωρίς άλλες επεξηγήσεις. Η καθημερινή γυναικεία φορεσιά της περιοχής του Πλατάνου στη Ναυπακτία, στην οποία αναφέρεται αναλυτικά, θυμίζει έντονα τη σημερινή εμφάνιση ορισμένων (ελάχιστων) ηλικιωμένων χωριανών στο Κροκύλειο και γυναίκες σε παλιές φωτογραφίες (Λουκόπουλος, Πώς υφαίνουν..., ό.π., σ. 110-120' χαρακτηριστική η φωτογραφία στην εφημερίδα Το Κροκύλιο, αρ. φ. 50 (1992), 3).

133. Συν. 2 με την Π. Γ., σ. 34.

134. Π.χ. σε μια περίφημη φωτογραφία (Δευτέρα του Πάσχα του 1929) όπου εικονίζεται όλο το χωριό συγκεντρωμένο στο ξωκλήσι της Παναγίας) που βρίσκεται στο σπίτι της Παρασκευής Μαυραγάνη στο Κροκύλειο. Στη φωτογραφία βλέπουμε ανάμεικτα, κορίτσια με λευκά μαντήλια και κοτσίδες και κορίτσια χωρίς μαντήλια. Βλ. επίσης εδώ, στο Τέταρτο Κεφάλαιο σημ. 20, καθώς και Εικόνα 9.

135. Κ. Μπάδα, «Παιδικοί-νεανικοί ενδυματολογικοί κώδικες και το κοινωνικο-ιστορικό

p. 117

πολύ πιο αργούς ρυθμούς στους καθιερωμένους, και περισσότερο ελαστικούς για τους άνδρες, κοινωνικούς τύπους. Σε μια από τις φωτογραφίες που ανέφερα παραπάνω, του 1900, βλέπουμε μια δεκάχρονη κοπελίτσα με μαύρο μαντήλι" από το Γενικό Μητρώο συνάγεται, χωρίς να είναι απόλυτα βέβαιο, ότι η κοπέλα είχε χάσει τη μητέρα της. Στη φωτογραφία εικονίζεται και η μικρότερη αδελφή της" είναι περίπου 4 ετών, έχει μαλλιά κομμένα και δε φορά μαντήλι, στοιχείο που υποδεικνύει ότι τα κορίτσια άρχιζαν να φορούν μαντήλι από μια ηλικία και ύστερα (πιθανόν από τα 6 τους χρόνια και μετά) κι επομένως ότι λειτουργούσε ένας ενδυματολογικός διαχωρισμός της νηπιακής ηλικίας από τις άλλες ηλικίες στη ζωή ενός ανθρώπου (βλ. εικόνα 1).

Εκτός από φακιόλια -τουλάχιστον μέχρι το 1920- φαίνεται ότι τα κορίτσια, ή τουλάχιστον ορισμένα κορίτσια, φορούσαν στο σχολείο ποδιές (απαραίτητο στοιχείο της παραδοσιακής γυναικείας φορεσιάς), που χρησίμευαν για να προστατεύουν το φόρεμα και, ενδεχομένως, να καλύπτουν τα μπαλώματα.136

Ο ενδυματολογικός διαχωρισμός παιδιών και ενηλίκων δεν ήταν σαφής, όπως στις αστικές τάξεις της εποχής, παρ' όλο που, αν κρίνουμε τουλάχιστον από μια φωτογραφία της εποχής, τα ευπορότερα στρώματα του χωριού ήδη από την καμπή του 20ού αι. ίσως είχαν υιοθετήσει το αστικής προέλευσης φουστανάκι για αγόρια και κορίτσια βρεφικής και νηπιακής ηλικίας (βλ. εικόνα 5). Αλλά μια σαφής ενδυματολογική διαφοροποίηση είχε παρουσιαστεί μεταξύ των αγοριών μέχρι 15 ετών περίπου και των μεγαλύτερων, τα οποία ντύνονταν πλέον όπως οι ενήλικες. Τα πρώτα φορούσαν κοντά παντελόνια, τα δεύτερα μακριά παντελόνια.

Φαίνεται ότι η διαφοροποίηση αυτή, που έκανε την εμφάνιση της στον ελλαδικό χώρο το τελευταίο τρίτο του 19ου αι.,137 κυριάρχησε στο χωριό γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1920138 και επιβλήθηκε, κατά κάποιο τρόπο, από το σχολείο που έπαιξε ούτως ή άλλως ουσιαστικό ρόλο στην αλλαγή των ενδυματολογικών συνηθειών και στον αργό εξαστισμό του ντυσίματος, μέσω της γυμνασιακής εκπαίδευσης των αγοριών, η οποία συνοδευόταν από τη μετάβαση τους σε αστικά ή ημιαστικά κέντρα. Πριν από το 1920 περίπου, τα αγόρια κάτω των 15 ετών —με όρους σχολείου επομένως τα αγόρια του Δημοτικού και του Ελληνικού σχολείου— φορούσαν ημίκοντα παντελόνια. Δε μπόρεσα

κό τους ισοδύναμο στην Ήπειρο», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Ιστορικότητα της Παιδικής Ηλικίας και της Νεότητας, ό.π., σ. 177-191, κυρίως σ. 179.

136. Συν. με την Λ. Π., σ. 12.

137. Μπάδα-Τσομώκου, Ενδυματολογικοί κώδικες, ό.π., σ. 67, 68.

138. Επιβεβαιώνεται επομένως η επισήμανση της Μπάδα -της οποίας το πρωτογενές υλικό αφορά στην Ήπειρο- σχετικά με την «ανθεκτικότητα» του ορεινού χώρου «στους παραδοσιακούς τρόπους παραγωγής και κατανάλωσης των προϊόντων που ο ίδιος παρήγε»: (ό.π., σ. 68).

p. 118

όμως να προσδιορίσω για ποια συγκεκριμένη χρονική περίοδο ίσχυε αυτό, ούτε αν αφορούσε όλα τα αγόρια ή μόνο ορισμένα, και ποια, αν και υποθέτω ότι αφορούσε προπάντων όσα αγόρια φοιτούσαν τακτικά στο σχολείο και επομένως λιγότερο τα παιδιά των τσοπάνηδων. Η εμπειρία των μεγαλύτερων αδελφών ήταν πάντως συχνά πολύ διαφορετική από την εμπειρία των μικρότερων, που λαχταρούσαν να φορέσουν μακριά παντελόνια και να ενταχθούν έτσι στους «μεγάλους».

Ο Πτ. Α. που γεννήθηκε το 1914 δε φόρεσε ποτέ κοντό παντελόνι, αντίθετα με τον αδελφό του Α. Α., ο οποίος γεννήθηκε 10 χρόνια αργότερα, το 1924:

Ημίκοντο εδωπέρα φόραγαν παλιά και ορισμένα παιδιά. Εγώ φορούσα κοντό κι έλεγα πότε θα μεγαλώσω να φορέσω μακρύ παντελόνι. Εγώ κοντό δε φόρεσα ποτέ.139 Και ο Θ. Α., που γεννήθηκε το 1920, αφηγείται: ... φορούσαμε κοντά παντελόνια, γιατί μακριά παντελόνια φορέσαμε στην Τρίτη Γυμνασίου, Τρίτη ή Τετάρτη, μέχρι τότε κοντά. Μάλιστα τα κοντά μερικές μανάδες για να προφυλάσσεται το γόνα τα φκιάναν ως εκεί κι επειδή ήτανε, το τζιν το τωρινό ήταν το ντρίλι παλιά, ύφασμα γερό, βαμβακερό, τέτοιο. Ζάρωνε εδώ πίσω κι ήταν πώς είναι οι γωνίες σε κάτι σωλήνες από σόμπες κι ήτανε πολύ αστείο, αλλά τα φορούσανε για να προφυλάσσονται. Εμείς ποτέ δεν ανεχόμασταν αυτό το πράμα... Δε νομίζω ότι θα ήταν οικονομία για το ύφασμα αλλά έτσι θεωρούσαν ότι το παιδί δεν πρέπει να μεγαλοφέρνει, δεν ξέρω γιατί.140

Άλλωστε πριν ακόμη φορέσουν τα ημίκοντα παντελόνια, οι μαθητές στο χωριό πρέπει να φορούσαν ήδη από το Δημοτικό το πηλίκιο με τη γλαύκα της Αθηνάς, τεκμήριο στρατιωτικοποίησης της μαθητικής εμφάνισης των αγοριών -είχε αρχίσει να διαδίδεται στην Ελλάδα ήδη από το 1876141- αλλά και ομοιογενοποίησής της.142

Οι οικογένειες διατηρούσαν σχέσεις με συγχωριανούς εγκατεστημένους στην Αθήνα αλλά και σε άλλα αστικά κέντρα κι είναι ευνόητο ότι οι επαφές αυτές επηρέαζαν ως ένα σημείο και το ντύσιμο. Σε μια περίπτωση, η μητέρα της συνομιλήτριας τής αγόρασε ένα φουστανάκι από την Αθήνα" σε μια άλλη ένας θείος αγόρασε για το συνομιλητή ένα κοστουμάκι από την Αθήνα, που προκάλεσε τα βλέμματα των χωριανών στο πανηγύρι «τ' Άϊ-Λιος», για το οποίο, σύμφωνα με τον Χ.T., οι μητέρες επέμεναν να φυλάνε τα παιδιά τα καλά τους

139. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 18.

140. Συν. με τον Θ. Α., σ. 13.

141. Μπάδα-Τσομώκου, Ενδυματολογικοί κώδικες, ό.π., σ. 64, σημ. 20.

142. Συν. με τον Θ. Α., σ. 13 (βλ. και Εικόνα 1).

p. 119

ρούχα: «Μην το χαλάς αυτό, άστο να τόχεις τ' Αϊ-Λιός».143 Η υποχρεωτική φοίτηση στο σχολείο και οι ενδυματολογικοί κανονισμοί που τη συνόδευαν, επέβαλλαν σταδιακά την εγκατάλειψη των παραδοσιακών ενδυμάτων και την υιοθέτηση αστικών προτύπων. Άλλωστε, οι γυμνασιόπαιδες και οι 10-15 φοιτητές στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1920 που παραθέριζαν στο χωριό, μετέφεραν νέα ενδυματολογικά πρότυπα από τα ημι-αστικά ή αστικά κέντρα και προπάντων από την πρωτεύουσα.144 Αλλά και οι «Αμερικάνοι», δηλαδή οι μετανάστες, έστελναν ή έφερναν μπαούλα με δώρα, προπάντων ρούχα ή υφάσματα που δεν έβρισκε κανείς στο χωριό.

Στη μνήμη και στις αφηγήσεις των ανθρώπων σχετικά με την ένδυση, όπως και σχετικά με τη διατροφή, κυριαρχεί η αίσθηση πως εκείνοι ως παιδιά υστερούσαν σε σύγκριση με τα σημερινά παιδιά της αφθονίας. Το χάσμα μεταξύ των δικών τους παιδικών βιωμάτων και των βιωμάτων των «σημερινών παιδιών» φαίνεται συχνά αγεφύρωτο. Συγκρίνοντας με τρόπο άμεσο και συγκλονιστικό το παρελθόν της με το παρόν της εγγονής της η Π. Μ. συμπυκνώνει στη μαρτυρία της τις περιορισμένες δυνατότητες επιλογής που υπήρχαν και εμπόδιζαν την ανάπτυξη μιας ατομικής αισθητικής:

Ό,τ' είχε ο καθένας φόραγε. Μια φούστα, ένα φόρεμα, μια ζακέτα, ένα παλτό το χειμώνα. Δεν κοίταζαν να τα συνδυάζουνε. Τώρα λέει η εγγονούλα μου: «εκείνο δεν ταιριάει μ' εκείνο». Ταιριάει, δεν ταιριάει, μεις τα ταιριάζαμε ούλα. Ούλα τα ταιριάζαμε!145

Φυσικά η ένδυση των παιδιών εξαρτιόταν από τις οικονομικές δυνατότητες κάθε οικογένειας. Όμως όλες οι οικογένειες είχαν λιγότερο ή περισσότερο περιορισμένες δυνατότητες, σε σύγκριση με τα σημερινά δεδομένα. Σε μεγάλο βαθμό οι χωριανοί έραβαν οι ίδιοι τα ρούχα τους, έπλεκαν τις κάλτσες τους, κατασκεύαζαν τα παπούτσια τους. Από το υλικό του Π. Μπακαρέζου και από προφορικές μαρτυρίες προκύπτει επίσης ότι ορισμένες φορές οι άνθρωποι επιδιόρθωναν τα ρούχα τους ή έραβαν καινούρια στις δύο, τρεις μοδίστρες που ζούσαν στο χωριό μεταξύ 1910 και 1930 περίπου, γυναίκες που με αυτό τον τρόπο συμπλήρωναν το οικογενειακό εισόδημα. Φαίνεται πάντως ότι οι χωριανοί κατασκεύαζαν σε μεγάλο βαθμό τα ρούχα τους από ύφασμα του εμπορίου

143. Συν. με τον Χ. T., σ. 10.

144. Σε φωτογραφίες της μητριάς της και της αδελφής της, τις οποίες μου έδειξε η Ε. Ζ., το ντύσιμο είναι αστικό. Πρόκειται για μέλη της οικογένειας του θρυλικού δασκάλου του χωριού Θ. Ζ. Η μητριά καταγόταν από εύπορη οικογένεια του γειτονικού χωριού Ζοριάνου, πολλά από τα μέλη της οποίας ήταν εγκατεστημένα σε αστικά κέντρα. Η αδελφή σπούδαζε φιλόλογος στην Αθήνα. Αστικό είναι και το ντύσιμο 7 γυμνασιόπαιδων του χωριού σε μια φωτογραφία των αρχών της δεκαετίας του 1920 (βλ. Εικόνα 7).

145. Συν. με την Π. Μ., σ. 5.

p. 120

ου. Σύμφωνα με μια συνομιλήτρια μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου οι γυναίκες πήγαιναν στην εκκλησία με «φορέματα από υφάσματα του μαγαζιού», και το γεγονός ότι η γυναίκα ενός χωροφύλακα φορούσε σε κηδεία φόρεμα υφασμένο στον αργαλειό είχε κάνει στη συνομιλήτρια ως παιδιού «κακή εντύπωσ'»,146 μαρτυρία που υποδεικνύει ότι χρονοβόρες παραγωγικές διαδικασίες και προϊόντα της οικονομίας αυτοκατανάλωσης είχαν αρχίσει να χάνουν την αξία τους ως συμβολικό κεφάλαιο και να εκτοπίζονται στη συνείδηση του αγροτικού πληθυσμού από τα ανθεκτικά βιομηχανικά, «αστικά» προϊόντα.147 Οι άνθρωποι αγόραζαν προπάντων φτηνά και ανθεκτικά βαμβακερά υφάσματα, προϊόντα της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας και μάλιστα, αν κρίνουμε από την επωνυμία «ρετσίνες» που χρησιμοποιούν οι συνομιλητές, προϊόντα της περίφημης πειραϊκής βιομηχανίας των αδελφών Ρετσίνα" την περίοδο που μας απασχολεί τα υφάσματα αυτά ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένα στα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου. 148

Σε ό,τι αφορά τα παιδιά, τα βιολογικά δεδομένα δημιουργούσαν συνεχώς νέες ενδυματολογικές ανάγκες, αφού τα πρώτα 18 χρόνια της ζωής το ανθρώπινο σώμα αναπτύσσεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Όμως οι ανάγκες αυτές δεν ήταν πρακτικά και οικονομικά δυνατόν να καλύπτονται παρά με τη μεταποίηση παλιών ρούχων. Γι' αυτό και τα παιδιά φορούσαν το ίδιο ρούχο για πολλά χρόνια κι ας άλλαζε μήκος ή φορούσαν παλιά ρούχα ενηλίκων. Ενδυματολογικές νοοτροπίες και πρακτικές δε βαδίζουν ανεξάρτητα από οικονομικούς καταναγκασμούς.

Στις μαρτυρίες τους οι συνομιλητές αναφέρονται συχνά στα μπαλωμένα ρούχα που φορούσαν ως παιδιά. Η Γ. Σ. μεγάλωσε ορφανή από μητέρα σε μια πολύτεκνη και πολύ φτωχή οικογένεια του χωριού:

Κάνα φουστάνι φορούσαμε. Εγώ είχα τα φουστάνια τς μάνας μου και τόφκιασα φουστανάκ' και το φόραγα, κάνα δυο. Μια ριτσινούλα, μου φαίνεται ότ' είχα, με μπαλώματα μπόλκα.'*9 Ανάλογες οι αναμνήσεις του Γ. P.:

146. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 6.

147. Πβ. την άποψη της Χρ. Αγριαντώνη ότι «η αναδίπλωση σε αυτοκαταναλωτικά συστήματα αποτελούσε οριακό καταφύγιο, όχι μόνιμη λύση για τον κόσμο της υπαίθρου» (Χρ. Αγριαντώνη, «Βιομηχανία», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, ό.π., τ. ΑΙ, σ. 173-221, κυρίως σ. 185).

148. Λ. Παπαστεφανάκη, «Άνδρες, γυναίκες, παίδες και παιδίσκαι...», Εργασία και τεχνολογία στην ελληνική κλωστοϋφαντουργία. Η βιομηχανία Ρετσίνα στον Πειραιά (18721940), Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας, Αθήνα 2002, τ. Α', σ. 96, 120, 121, 161. Βλ. και Μπάδα-Τσομώκου, Ενδυματολογικοί κώδικες..., ό.π., σ. 68 (γίνεται λόγος για «"ρετσίνα"-σακάκι») και σ. 82 (απόσπασμα από μαρτυρία: «...μόλις έπαιρνε τουν ένα χρόνου του βάναμαν φορέματα, τα ονομάζαμαν ρετσίνες, ήταν φτηνό ύφασμα...»).

149. Συν. με την Γ. Σ., σ. 3.

p. 121

...ο πατέρας μου δεν είχε να μας πάρει... Το παντελόνι τρύπαγε τώρα εδώ, έτσι; Τόβανα μ' ένα μπάλωμα απέξω. Τρύπαγε παραπέρα, άλλο μπάλωμα. Δηλαδή στο τέλος ερχότανε να μην ξέρεις από τι ύφασμα είναι το παντελόνι.150

Η μαρτυρία της Π. Λ. είναι ιδιαίτερα εύγλωττη για τα περιορισμένα οικονομικά μέσα της ορεινής αγροτικής κοινωνίας, γιατί η αφηγήτρια προέρχεται από μια σχετικά εύπορη οικογένεια, ήταν μοναχοπαίδι και κόρη καθηγητή στο Ελληνικό σχολείο του χωριού. Η ίδια είχε ως παιδί ένα καλό φουστάνι από την Αθήνα, ανεκπλήρωτο όνειρο των περισσότερων κοριτσιών. Το φορούσε όμως χρόνια ολόκληρα και ήταν το μοναδικό της καλό φουστάνι: «Εγώ π.χ. θυμάμαι το καλό μου το φουστάνι, τόχε φέρει η μάνα μου από την Αθήνα, ένα πράσινο μ' ένα γουνάκι άσπρο ήτανε, μίντι, ήρθε στο κανονικό του, έγινε μίνι κι εγώ εκείνο είχα ακόμα. Δε φτιάχνανε ρούχα πολλά στα παιδιά, μπαλώνανε πολύ».'51

Αλλά όσοι μεγάλωσαν σε σχετικά εύπορες οικογένειες έχουν επίσης την αίσθηση ότι βρίσκονταν σε προνομιακή θέση συγκριτικά με άλλους συνομηλίκους τους και αντιστρόφως, όπως και στην περίπτωση της διατροφής. Υποθέτω ότι και στα παιδικά τους χρόνια οι συνομιλητές μου/οι συνομιλήτριές μου βίωναν θετικά ή αρνητικά, ανάλογα με τη θέση στην οποία βρίσκονταν, τη διαφορά από άλλα παιδιά.

Πολύ λίγοι είχαν τη δυνατότητα να αγοράζουν συστηματικά υφάσματα. Η Π. Γ. που γεννήθηκε το 1908, και τα αδέλφια της ήταν τυχεροί, γιατί ο πατέρας τους είχε παντοπωλείο και μεταξύ άλλων προϊόντων πουλούσε και υφάσματα:

Άμα είχες ανάγκη θα σόπαιρνε η μάνα ένα φόρεμα, κάτ' θα σόπαιρνε, και πού φορέματα τότε; Άμα δεν ξεσκιόταν ένα να φαίνεται ο πισινός σου, πού να τόβρισκες; ...Μη γελάς. Ξέρς πόσα μπαλώματα έβανες απάν' στο ρούχο; Εδώ στα γόνατα... Εμείς δεν πεινάσαμε. Εδώ ο κόσμος δυστυχούσανε. Και γυμνώνονταν και σόλεγαν ένα μπάλωμα. Μπα κι έχς ένα μπαλωματάκ' να με δώσς να βάλω εδώ δα στο μανίκ' που σκίσκε; Εμείς, είχε ο πατέρας μου υφάσματα και παίρναμε και φκιάναμε κάνα ρούχο. Βέβαια. Μας τράβαγε ο πατέρας μου, φόρεμα αλατζά να πούμε, που είχε τόπια ολόκληρα. Δε θα παίρναμε να ντθούμε; Και τα παιδιά (τα αγόρια) δε θα νέπαιρναν ρετσίνες, ρετσίνες τς έλεγαν τότε, να φκιάνε παντελονάκια; Ναι. Άλλα τάραβε καμιά μοδίστρα, είχα μια πρώτ' ξαδέρφη μου μοδίστρα. Άλλα τάραβε η μοδίστρα κι άλλα τάραβαν οι γυναίκες μοναχές τς, όπως-όπως.152

150. Συν. με τον Γ. P., σ. 1.

151. Συν. με την Π. Λ., σ. 5.

152. Συν. με την Π. Μ., σ. 30.

p. 122

Τα παπούτσια αποτελούσαν είδος πολυτελείας για τα παιδιά και η υπόδηση των τελευταίων πηγή άγχους για την οικογένεια. Το παιδικό πόδι μεγάλωνε γρήγορα ενώ συγχρόνως τα παιδιά έπαιζαν, σκάριζαν, κινούνταν έντονα στην ύπαιθρο, σε δύσβατα μονοπάτια και απότομες πλαγιές, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται τα παπούτσια, τα οποία, αντίθετα με τα ρούχα, ήταν αδύνατο ή πολύ δύσκολο, να επιδιορθωθούν. Όσες οικογένειες είχαν 4-5 ή περισσότερα παιδιά153 αντιμετώπιζαν φυσικά ακόμη οξύτερο πρόβλημα. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία τα παιδιά, όπως και οι ενήλικες, φορούσαν τα ευπαθή και γι' αυτό ευτελή «γουρνοτσάρχα», παπούτσια δηλαδή από το δέρμα των χοίρων που σφάζονταν στο χωριό τα Χριστούγεννα. Όσα παιδιά είχαν τη δυνατότητα απέφευγαν να φορούν γουρνοτσάρουχα στο σχολείο ή την εκκλησία και φορούσαν ένα ζευγάρι παπούτσια. Τους ζεστούς μήνες του χρόνου, στο σπίτι και στα χωράφια, τα παιδιά προτιμούσαν να κυκλοφορούν ξυπόλητα, εφόσον το επέτρεπε το έδαφος -δεν είχε δηλαδή πολλά αγκάθια- και το ίδιο πρέπει να ίσχυε για τους ενήλικες αλλά σε μικρότερο βαθμό (όταν δεν ήταν εκτεθειμένοι σε κοινή θέα). Φαίνεται όμως ότι μέχρι το 1920 περίπου υπήρχαν και πολλά παιδιά που πήγαιναν στο σχολείο ξυπόλητα, ιδιαίτερα όταν ο καιρός ζέσταινε. Φαίνεται, ακόμη, ότι περίπου μέχρι το 1915 και αργότερα στις οικογένειες των τσοπάνηδων τα «καλά» παπούτσια που αγόραζαν στα παιδιά ήταν τα τσαρούχια από δέρμα βοδιού, τα κλασικά δηλαδή τσαρούχια με τη φούντα, τα λεγόμενα «τεμπέλικα», απομεινάρι του παρελθόντος.154

Η δυνατότητα αγοράς ή παραγγελίας ενός ζεύγους παπουτσιών χάραζε μια κοινωνικά διαχωριστική, αν και αχνή, γραμμή ανάμεσα στα παιδιά:

Όταν ήταν κρύο φκιάναμε λίγα γουρνοτσάρουχα τότε και τα βάναμε, αλλά μετά... Τελείως ξυπόλητα! Δεν ήμαν μόνο εγώ. Και του σχολείου τα παιδιά ξυπόλτα. Όχι όλα τα παιδιά. Ήταν κόσμος που είχε, είχε κάτι και τα πόδενε τα παιδιά, ενώ εμείς τα τσοπανούδια που ήμασταν, ήμασταν ξυπόλτα. .. Δεν ήταν και κανένας βολεμένος. Κι εκείνα (τα παιδιά) που ήταν βολεμένα πρόχειρα παπούτσια είχαν.155

Πάντως σε μια κοινωνία εξισωτικού χαρακτήρα δεν ήταν υποχρεωτικά ευχάριστο για τα λίγα παιδιά που είχαν τη δυνατότητα να φορούν «κανονικά» παπούτσια να διαφέρουν από τα υπόλοιπα. Για τη μοναχοκόρη και μοναχοπαίδι του καθηγητή του Ελληνικού σχολείου το ό,τι δε φορούσε γουρνοτσάρουχα ήταν για παράδειγμα οδυνηρό. Έπειτα από επίμονη απαίτηση της, η γιαγιά της τής έφτιαξε ένα ζευγάρι, το οποίο όμως επιτρεπόταν να φορά μόνο στο σπίτι: Άρα

153. Βλ. Πίνακα 2.

154. Συν. με τον Γ. Π., σ. 22' Συν. με τον Χ. Μ., σ. 4, 9' Συν. με τον Μ. Μ. και την Κ. Μ., σ. 15.

155. Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 2.

p. 123

για την οικογένεια τα υποδήματα του παιδιού αποτελούσαν τεκμήριο και έκφραση της υψηλής κοινωνικο-οικονομικής θέσης της στο χωριό. Η Π. Α., ωστόσο, έπαιρνε κρυφά μαζί της τα γουρνοτσάρουχα και τα φορούσε στο δρόμο για το σχολείο.156 Το καλοκαίρι, όταν έπαιζαν ή σκάριζαν, όλα τα παιδιά επιδίωκαν να είναι ξυπόλητα. Η «ξυπολησιά» σε χώρους στους οποίους παρευρίσκονταν μόνο παιδιά, χώρους τελικά ελεύθερης έκφρασής τους, δε συνιστούσε τεκμήριο κοινωνικής κατωτερότητας στην κυρίαρχη νοοτροπία του χωριού, ακόμη κι όταν επρόκειτο για παιδιά δασκάλων: «...η αδυναμία μας ήταν τα παπούτσια, δε θέλαμε παπούτσια. Θέλαμε να περπατάμε ξυπόλητοι το καλοκαίρι. Μόλις τελείωνε το σχολείο τα παπούτσα μπαίναν στην πάντα και τα ξαναφοράγαμε όταν αρχίναγε το σχολείο πάλι. Ξυπόλητοι κάτω. Αλλά σκλήρυνε κάτω η πατούσα». Οι γονείς μπορεί να έφερναν τις αντιρρήσεις τους αλλά σε καμιά περίπτωση δεν απαγόρευαν στα παιδιά να περπατούν ξυπόλητα.157 Δεν υπήρχε άλλωστε πάντοτε η δυνατότητα να έχουν γουρνοτσάρουχα όλα τα παιδιά μιας οικογένειας, επειδή τα γουρνοτσάρουχα ήταν ευπαθή (δεδομένων μάλιστα των εδαφικών και καιρικών συνθηκών στα ορεινά) αλλά και δε διατηρούνταν μεγάλο διάστημα. Εξάλλου, οι περισσότερες οικογένειες δε μπορούσαν να συντηρήσουν πάνω από ένα χοίρο το χρόνο, ενώ υπήρχαν και οικογένειες που δεν κατόρθωναν κάθε χρόνο να αγοράσουν και να εκθρέψουν έναν. Για τα παιδιά, των οποίων οι γονείς δε διέθεταν αρκετά χρήματα να αγοράσουν/να παραγγείλουν ένα ζευγάρι παπούτσια, το πρόβλημα ήταν οξύ: «Πού να τα βρεις τα γουρνοτσάρουχα; Τα γουρνοτσάρουχα είναι το χειμώνα. Είναι το χειμώνα τα γουρνοτσάρουχα. Κι όταν ήταν, ποιος να πρωτοφορέσει, ποιος...».158

Η κοινωνική διαφοροποίηση εκφραζόταν, όπως θα πούμε και παρακάτω, στο σχολείο και την εκκλησία, δηλαδή στους χώρους δημόσιας εμφάνισης των χωριατόπαιδων. Η οικονομική ανέχεια έβρισκε την έκφρασή της στην έλλειψη υποδημάτων για τα παιδιά, και η έλλειψη με τη σειρά της εμπόδιζε την καθολική συμμετοχή μιας οικογένειας στη ζωή της κοινότητας. Παραθέτω, χωρίς άλλα σχόλια, τη συγκλονιστική ιστορία που μου αφηγήθηκαν ο Μ. Μ., τσοπάνης και γιος τσοπάνη, και η γυναίκα του:

Μια φορά η μάνα τ' (του Μ. Μ.) δεν είχε παπούτσια να φορέσει στα παιδιά να τα μεταλάβει, και μετά έπρεπε να πάει πίσω να ποδέσει τ' άλλα. Κι όσο να πάει πήγανε ξυπόλτα κοντά τς ... Αυτό πιάστο, είναι πολύ σημαντικό. Έχς πέντε παιδιά τώρα και να πας στην εκκλησία, γιατί δεν είχες κι άλλα παπούτσια, να πας τα μισά μέσα να τα κοινωνήσεις, και να τα βγάζεις κείνα έξω να βάλουν τα παπούτσια τ' άλλα. Επειδή δε νόγαγαν όμως,

156. Τετράδιο Σημειώσεων, σ. 1.

157. Συν. με τον Θ. Α., σ. 13.

158. Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 2.

p. 124

πήγαν και τ' άλλα ενώ η μάνα ήταν μέσα, ξυπόλτα ... Ντρέπεσαν εσύ σα μάνα.159

Ας σημειωθεί ότι η εξασφάλιση υποδημάτων για τα παιδιά αποτελούσε βασικό πρόβλημα για τα φτωχότερα στρώματα σε άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες την ίδια εποχή (ένα ζευγάρι παπούτσια ήταν μάλιστα συνηθισμένη αμοιβή για τα παιδιά που έβοσκαν τα κοπάδια των αγροτών στην Αυστρία κατά τη διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού).160


Η κατοικία παίζει βασικό ρόλο στη ζωή μιας οικογένειας. Το μέγεθος, η σύνθεση, η ποιότητά της μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την ψυχολογία των μελών της οικιακής ομάδας και κατά συνέπεια τις μεταξύ τους σχέσεις.161 Επιπλέον, η χρήση των διαθέσιμων χώρων δεν υπαγορεύεται μόνο από πρακτικούς λόγους αλλά αντανακλά και το πολιτισμικό υπόστρωμα των ανθρώπων. Η θέση και η κίνηση των παιδιών στον οικιακό χώρο αντανακλά επομένως, ως ένα βαθμό, τη θέση και το ρόλο τους στην οικογένεια και τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο, επηρεάζει τις σχέσεις τους με τα άλλα παιδιά και τους ενήλικες και τελικά τη συναισθηματική τους ανάπτυξη.

Ας μη φανταστούμε όμως ένα χωριό ενιαίο, με σπίτια στα οποία τα παιδιά κατοικούν όλη τη διάρκεια του χρόνου. Με τη λέξη «χωριό» οι άνθρωποι εννοούν πράγματι, κατ' αρχήν, αυτή την κεντρική συστάδα των 200 περίπου σπιτιών, τα οποία απλώνονται πάνω και κάτω από την εκκλησία, το σχολείο, την πλατεία. Μέσα από τη συζήτηση γίνεται όμως φανερό ότι στην οικονομική και τελικά και στην πραγματική, οικιστική του διάσταση, το χωριό καταλαμβάνει ένα μεγαλύτερο χώρο: περιλαμβάνει και τις περιοχές εκείνες, όπου βρίσκονται τα «κτήματα», περιοχές που απλώνονται σε απόσταση ακόμη και 10 χλμ. έξω από τα όρια του κεντρικού οικισμού.

Στο παράδειγμά μας, και προφανώς σε ανάλογα παραδείγματα, κατοικία μιας οικογένειας δεν είναι αποκλειστικά το σπίτι στον κεντρικό οικισμό. Κατά την περίοδο των αγροτικών εργασιών, την εποχή του οργώματος, του θέρου, του τρύγου, ορισμένα μέλη της οικογένειας κατοικούν για μερικές εβδομάδες σε πρόχειρα οικήματα στην περιοχή έξω από το χωριό, όπου βρίσκονται τα κτήματα, στις λεγόμενες «ταράτσες», πρόχειρα κτίσματα από ξύλα και καλά συμπιεσμένο (πατημένο) χώμα, ή και σε καλύβια, που ήταν απλά αλλά «αρ-

159. Συν. με την Κ. Μ. και τον Μ. Μ., σ. 10.

160. Βλ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule, ό.π., σ. 81, 82.

161. Rosenbaum, Proletarische Familien, ό.π., σ. 165.

p. 125
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 106

    Πάντως στη μελέτη του για την παιδική εργασία ο Μιχ. Ρηγίνος δεν αναφέρεται σε παιδιά που μετανάστευαν στα αστικά κέντρα από ορεινά χωριά της Ρούμελης' συγκεκριμένα γράφει ότι «ο βασικός τροφοδότης των πόλεων σε παιδιά ήταν κυρίως τα νησιά και οι ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου» και η ανάλυση του υλικού του υποδεικνύει το ίδιο.95 Μάλιστα, σε μια γενικού χαρακτήρα μελέτη για τα φτωχά στρώματα των πόλεων στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, απαντούν δύο περιπτώσεις παιδιών (αγοριών) που σε ηλικία 9 και 12 ετών μετανάστευσαν στην Αθήνα, το ένα από την Αμοργό και το άλλο από ένα χωριό της Πελοποννήσου.96

    5. Αγώγια

    Τα αγώγια δεν αποτελούσαν παιδική εργασία με την κλασική έννοια του όρου, αλλά ήταν μια εργασία που χωριανοί και χωριανές αναλάμβαναν από πολύ νεαρή ηλικία, από τα 14-15 χρόνια τους: «Έκαναν αγώγια» με τα μουλάρια, μεταφέροντας προϊόντα από την Άμφισσα ή το Λιδωρίκι στο Κροκύλιο. Κατά κανόνα μετέφεραν προμήθειες για τα παντοπωλεία και τα καφενεία του χωριού, για ορισμένες οικογένειες ή την ίδια την οικογένειά τους" ακόμη μετέφεραν από το χωριό τρόφιμα για τα παιδιά -άλλων ή τα δικά τους- που φοιτούσαν στο γυμνάσιο, στην Άμφισσα ή στο Λιδωρίκι. Το αγώγι δεν ήταν απλή υπόθεση' έκρυβε κινδύνους και απαιτούσε ψυχραιμία και ετοιμότητα, ιδιαίτερα όταν ξεχείλιζαν τα ρέματα ή το ποτάμι του Μόρνου" τότε άνθρωποι και μουλάρια διάβαιναν τον ποταμό με μεγάλη δυσκολία διακινδυνεύοντας τη ζωή τους.97

    Φαίνεται ότι, με εξαίρεση ορισμένους άνδρες που ήταν κατ' επάγγελμα αγωγιάτες (στην πραγματικότητα αγωγιάτες ήταν και οι ταχυδρομικοί διανομείς)98, αναλάμβαναν δηλαδή συστηματικά τις μεταφορές προϊόντων στο χωριό, κατά προτίμηση γυναίκες επιβαρύνονταν με αγώγια.99

    95. Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας, ό.π., σ. 27-30.

    96. Π. Πιζάνιας, Οι φτωχοί των πόλεων. Η τεχνογνωσία της επιβίωσης στην Ελλάδα το μεσοπόλεμο, Αθήνα 1993, σ. 73, 115 (αυτοβιογραφικά κείμενα).

    97. Συν. με την Γ. Α., σ. 4.

    98. Τη διανομή αναλάμβανε για ορισμένο χρονικό διάστημα -ο πληροφορητής μου έκανε λόγο για ένα έως τρία χρόνια- μια ομάδα από 3-4 άτομα μετά από δημοπρασία: «Μια παρέα εμείς οι τρεις, άλλ' παρέα εμείς οι τρεις. Και το χτυπάγαν, ας πούμε, τζάμπα το ταχυδρομείο για να παίρνουνε τ' αγώι... Μια μέρα εσύ, μια εγώ, μια εγώ, και είχαν πάντα αγώι... Εβδομήντα δραχμές το αγώι...» (Συν. με τον Γ. P., σ. 7).

    99. «Κι άρπαξα το μλάρ και πάαινα στο Λιδωρίχ' αγώια... Και γυναίκες κι άντρες πάαιναν με τα μλάρια και πάαιναν να φέρουν τα εμπορεύματα τα δκά σ' ...Ωρέ, οι γυναίκες πάαιναν! Ποιοι άντρες; Ήταν τεμπέλδες, μωρέ, μερικοί άντρες, ήταν τεμπέλδες, ποιοι άντρες;» (Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 3).