Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
Title:Growing up in Mountainous Regions
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:38
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2003
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Mentalities and Behaviour
Social integration
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
Visible pages: 120-139 από: 395
Current page:

ρούχα: «Μην το χαλάς αυτό, άστο να τόχεις τ' Αϊ-Λιός».143 Η υποχρεωτική φοίτηση στο σχολείο και οι ενδυματολογικοί κανονισμοί που τη συνόδευαν, επέβαλλαν σταδιακά την εγκατάλειψη των παραδοσιακών ενδυμάτων και την υιοθέτηση αστικών προτύπων. Άλλωστε, οι γυμνασιόπαιδες και οι 10-15 φοιτητές στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1920 που παραθέριζαν στο χωριό, μετέφεραν νέα ενδυματολογικά πρότυπα από τα ημι-αστικά ή αστικά κέντρα και προπάντων από την πρωτεύουσα.144 Αλλά και οι «Αμερικάνοι», δηλαδή οι μετανάστες, έστελναν ή έφερναν μπαούλα με δώρα, προπάντων ρούχα ή υφάσματα που δεν έβρισκε κανείς στο χωριό.

Στη μνήμη και στις αφηγήσεις των ανθρώπων σχετικά με την ένδυση, όπως και σχετικά με τη διατροφή, κυριαρχεί η αίσθηση πως εκείνοι ως παιδιά υστερούσαν σε σύγκριση με τα σημερινά παιδιά της αφθονίας. Το χάσμα μεταξύ των δικών τους παιδικών βιωμάτων και των βιωμάτων των «σημερινών παιδιών» φαίνεται συχνά αγεφύρωτο. Συγκρίνοντας με τρόπο άμεσο και συγκλονιστικό το παρελθόν της με το παρόν της εγγονής της η Π. Μ. συμπυκνώνει στη μαρτυρία της τις περιορισμένες δυνατότητες επιλογής που υπήρχαν και εμπόδιζαν την ανάπτυξη μιας ατομικής αισθητικής:

Ό,τ' είχε ο καθένας φόραγε. Μια φούστα, ένα φόρεμα, μια ζακέτα, ένα παλτό το χειμώνα. Δεν κοίταζαν να τα συνδυάζουνε. Τώρα λέει η εγγονούλα μου: «εκείνο δεν ταιριάει μ' εκείνο». Ταιριάει, δεν ταιριάει, μεις τα ταιριάζαμε ούλα. Ούλα τα ταιριάζαμε!145

Φυσικά η ένδυση των παιδιών εξαρτιόταν από τις οικονομικές δυνατότητες κάθε οικογένειας. Όμως όλες οι οικογένειες είχαν λιγότερο ή περισσότερο περιορισμένες δυνατότητες, σε σύγκριση με τα σημερινά δεδομένα. Σε μεγάλο βαθμό οι χωριανοί έραβαν οι ίδιοι τα ρούχα τους, έπλεκαν τις κάλτσες τους, κατασκεύαζαν τα παπούτσια τους. Από το υλικό του Π. Μπακαρέζου και από προφορικές μαρτυρίες προκύπτει επίσης ότι ορισμένες φορές οι άνθρωποι επιδιόρθωναν τα ρούχα τους ή έραβαν καινούρια στις δύο, τρεις μοδίστρες που ζούσαν στο χωριό μεταξύ 1910 και 1930 περίπου, γυναίκες που με αυτό τον τρόπο συμπλήρωναν το οικογενειακό εισόδημα. Φαίνεται πάντως ότι οι χωριανοί κατασκεύαζαν σε μεγάλο βαθμό τα ρούχα τους από ύφασμα του εμπορίου

143. Συν. με τον Χ. T., σ. 10.

144. Σε φωτογραφίες της μητριάς της και της αδελφής της, τις οποίες μου έδειξε η Ε. Ζ., το ντύσιμο είναι αστικό. Πρόκειται για μέλη της οικογένειας του θρυλικού δασκάλου του χωριού Θ. Ζ. Η μητριά καταγόταν από εύπορη οικογένεια του γειτονικού χωριού Ζοριάνου, πολλά από τα μέλη της οποίας ήταν εγκατεστημένα σε αστικά κέντρα. Η αδελφή σπούδαζε φιλόλογος στην Αθήνα. Αστικό είναι και το ντύσιμο 7 γυμνασιόπαιδων του χωριού σε μια φωτογραφία των αρχών της δεκαετίας του 1920 (βλ. Εικόνα 7).

145. Συν. με την Π. Μ., σ. 5.

p. 120

ου. Σύμφωνα με μια συνομιλήτρια μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου οι γυναίκες πήγαιναν στην εκκλησία με «φορέματα από υφάσματα του μαγαζιού», και το γεγονός ότι η γυναίκα ενός χωροφύλακα φορούσε σε κηδεία φόρεμα υφασμένο στον αργαλειό είχε κάνει στη συνομιλήτρια ως παιδιού «κακή εντύπωσ'»,146 μαρτυρία που υποδεικνύει ότι χρονοβόρες παραγωγικές διαδικασίες και προϊόντα της οικονομίας αυτοκατανάλωσης είχαν αρχίσει να χάνουν την αξία τους ως συμβολικό κεφάλαιο και να εκτοπίζονται στη συνείδηση του αγροτικού πληθυσμού από τα ανθεκτικά βιομηχανικά, «αστικά» προϊόντα.147 Οι άνθρωποι αγόραζαν προπάντων φτηνά και ανθεκτικά βαμβακερά υφάσματα, προϊόντα της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας και μάλιστα, αν κρίνουμε από την επωνυμία «ρετσίνες» που χρησιμοποιούν οι συνομιλητές, προϊόντα της περίφημης πειραϊκής βιομηχανίας των αδελφών Ρετσίνα" την περίοδο που μας απασχολεί τα υφάσματα αυτά ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένα στα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου. 148

Σε ό,τι αφορά τα παιδιά, τα βιολογικά δεδομένα δημιουργούσαν συνεχώς νέες ενδυματολογικές ανάγκες, αφού τα πρώτα 18 χρόνια της ζωής το ανθρώπινο σώμα αναπτύσσεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Όμως οι ανάγκες αυτές δεν ήταν πρακτικά και οικονομικά δυνατόν να καλύπτονται παρά με τη μεταποίηση παλιών ρούχων. Γι' αυτό και τα παιδιά φορούσαν το ίδιο ρούχο για πολλά χρόνια κι ας άλλαζε μήκος ή φορούσαν παλιά ρούχα ενηλίκων. Ενδυματολογικές νοοτροπίες και πρακτικές δε βαδίζουν ανεξάρτητα από οικονομικούς καταναγκασμούς.

Στις μαρτυρίες τους οι συνομιλητές αναφέρονται συχνά στα μπαλωμένα ρούχα που φορούσαν ως παιδιά. Η Γ. Σ. μεγάλωσε ορφανή από μητέρα σε μια πολύτεκνη και πολύ φτωχή οικογένεια του χωριού:

Κάνα φουστάνι φορούσαμε. Εγώ είχα τα φουστάνια τς μάνας μου και τόφκιασα φουστανάκ' και το φόραγα, κάνα δυο. Μια ριτσινούλα, μου φαίνεται ότ' είχα, με μπαλώματα μπόλκα.'*9 Ανάλογες οι αναμνήσεις του Γ. P.:

146. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 6.

147. Πβ. την άποψη της Χρ. Αγριαντώνη ότι «η αναδίπλωση σε αυτοκαταναλωτικά συστήματα αποτελούσε οριακό καταφύγιο, όχι μόνιμη λύση για τον κόσμο της υπαίθρου» (Χρ. Αγριαντώνη, «Βιομηχανία», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, ό.π., τ. ΑΙ, σ. 173-221, κυρίως σ. 185).

148. Λ. Παπαστεφανάκη, «Άνδρες, γυναίκες, παίδες και παιδίσκαι...», Εργασία και τεχνολογία στην ελληνική κλωστοϋφαντουργία. Η βιομηχανία Ρετσίνα στον Πειραιά (18721940), Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας, Αθήνα 2002, τ. Α', σ. 96, 120, 121, 161. Βλ. και Μπάδα-Τσομώκου, Ενδυματολογικοί κώδικες..., ό.π., σ. 68 (γίνεται λόγος για «"ρετσίνα"-σακάκι») και σ. 82 (απόσπασμα από μαρτυρία: «...μόλις έπαιρνε τουν ένα χρόνου του βάναμαν φορέματα, τα ονομάζαμαν ρετσίνες, ήταν φτηνό ύφασμα...»).

149. Συν. με την Γ. Σ., σ. 3.

p. 121

...ο πατέρας μου δεν είχε να μας πάρει... Το παντελόνι τρύπαγε τώρα εδώ, έτσι; Τόβανα μ' ένα μπάλωμα απέξω. Τρύπαγε παραπέρα, άλλο μπάλωμα. Δηλαδή στο τέλος ερχότανε να μην ξέρεις από τι ύφασμα είναι το παντελόνι.150

Η μαρτυρία της Π. Λ. είναι ιδιαίτερα εύγλωττη για τα περιορισμένα οικονομικά μέσα της ορεινής αγροτικής κοινωνίας, γιατί η αφηγήτρια προέρχεται από μια σχετικά εύπορη οικογένεια, ήταν μοναχοπαίδι και κόρη καθηγητή στο Ελληνικό σχολείο του χωριού. Η ίδια είχε ως παιδί ένα καλό φουστάνι από την Αθήνα, ανεκπλήρωτο όνειρο των περισσότερων κοριτσιών. Το φορούσε όμως χρόνια ολόκληρα και ήταν το μοναδικό της καλό φουστάνι: «Εγώ π.χ. θυμάμαι το καλό μου το φουστάνι, τόχε φέρει η μάνα μου από την Αθήνα, ένα πράσινο μ' ένα γουνάκι άσπρο ήτανε, μίντι, ήρθε στο κανονικό του, έγινε μίνι κι εγώ εκείνο είχα ακόμα. Δε φτιάχνανε ρούχα πολλά στα παιδιά, μπαλώνανε πολύ».'51

Αλλά όσοι μεγάλωσαν σε σχετικά εύπορες οικογένειες έχουν επίσης την αίσθηση ότι βρίσκονταν σε προνομιακή θέση συγκριτικά με άλλους συνομηλίκους τους και αντιστρόφως, όπως και στην περίπτωση της διατροφής. Υποθέτω ότι και στα παιδικά τους χρόνια οι συνομιλητές μου/οι συνομιλήτριές μου βίωναν θετικά ή αρνητικά, ανάλογα με τη θέση στην οποία βρίσκονταν, τη διαφορά από άλλα παιδιά.

Πολύ λίγοι είχαν τη δυνατότητα να αγοράζουν συστηματικά υφάσματα. Η Π. Γ. που γεννήθηκε το 1908, και τα αδέλφια της ήταν τυχεροί, γιατί ο πατέρας τους είχε παντοπωλείο και μεταξύ άλλων προϊόντων πουλούσε και υφάσματα:

Άμα είχες ανάγκη θα σόπαιρνε η μάνα ένα φόρεμα, κάτ' θα σόπαιρνε, και πού φορέματα τότε; Άμα δεν ξεσκιόταν ένα να φαίνεται ο πισινός σου, πού να τόβρισκες; ...Μη γελάς. Ξέρς πόσα μπαλώματα έβανες απάν' στο ρούχο; Εδώ στα γόνατα... Εμείς δεν πεινάσαμε. Εδώ ο κόσμος δυστυχούσανε. Και γυμνώνονταν και σόλεγαν ένα μπάλωμα. Μπα κι έχς ένα μπαλωματάκ' να με δώσς να βάλω εδώ δα στο μανίκ' που σκίσκε; Εμείς, είχε ο πατέρας μου υφάσματα και παίρναμε και φκιάναμε κάνα ρούχο. Βέβαια. Μας τράβαγε ο πατέρας μου, φόρεμα αλατζά να πούμε, που είχε τόπια ολόκληρα. Δε θα παίρναμε να ντθούμε; Και τα παιδιά (τα αγόρια) δε θα νέπαιρναν ρετσίνες, ρετσίνες τς έλεγαν τότε, να φκιάνε παντελονάκια; Ναι. Άλλα τάραβε καμιά μοδίστρα, είχα μια πρώτ' ξαδέρφη μου μοδίστρα. Άλλα τάραβε η μοδίστρα κι άλλα τάραβαν οι γυναίκες μοναχές τς, όπως-όπως.152

150. Συν. με τον Γ. P., σ. 1.

151. Συν. με την Π. Λ., σ. 5.

152. Συν. με την Π. Μ., σ. 30.

p. 122

Τα παπούτσια αποτελούσαν είδος πολυτελείας για τα παιδιά και η υπόδηση των τελευταίων πηγή άγχους για την οικογένεια. Το παιδικό πόδι μεγάλωνε γρήγορα ενώ συγχρόνως τα παιδιά έπαιζαν, σκάριζαν, κινούνταν έντονα στην ύπαιθρο, σε δύσβατα μονοπάτια και απότομες πλαγιές, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται τα παπούτσια, τα οποία, αντίθετα με τα ρούχα, ήταν αδύνατο ή πολύ δύσκολο, να επιδιορθωθούν. Όσες οικογένειες είχαν 4-5 ή περισσότερα παιδιά153 αντιμετώπιζαν φυσικά ακόμη οξύτερο πρόβλημα. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία τα παιδιά, όπως και οι ενήλικες, φορούσαν τα ευπαθή και γι' αυτό ευτελή «γουρνοτσάρχα», παπούτσια δηλαδή από το δέρμα των χοίρων που σφάζονταν στο χωριό τα Χριστούγεννα. Όσα παιδιά είχαν τη δυνατότητα απέφευγαν να φορούν γουρνοτσάρουχα στο σχολείο ή την εκκλησία και φορούσαν ένα ζευγάρι παπούτσια. Τους ζεστούς μήνες του χρόνου, στο σπίτι και στα χωράφια, τα παιδιά προτιμούσαν να κυκλοφορούν ξυπόλητα, εφόσον το επέτρεπε το έδαφος -δεν είχε δηλαδή πολλά αγκάθια- και το ίδιο πρέπει να ίσχυε για τους ενήλικες αλλά σε μικρότερο βαθμό (όταν δεν ήταν εκτεθειμένοι σε κοινή θέα). Φαίνεται όμως ότι μέχρι το 1920 περίπου υπήρχαν και πολλά παιδιά που πήγαιναν στο σχολείο ξυπόλητα, ιδιαίτερα όταν ο καιρός ζέσταινε. Φαίνεται, ακόμη, ότι περίπου μέχρι το 1915 και αργότερα στις οικογένειες των τσοπάνηδων τα «καλά» παπούτσια που αγόραζαν στα παιδιά ήταν τα τσαρούχια από δέρμα βοδιού, τα κλασικά δηλαδή τσαρούχια με τη φούντα, τα λεγόμενα «τεμπέλικα», απομεινάρι του παρελθόντος.154

Η δυνατότητα αγοράς ή παραγγελίας ενός ζεύγους παπουτσιών χάραζε μια κοινωνικά διαχωριστική, αν και αχνή, γραμμή ανάμεσα στα παιδιά:

Όταν ήταν κρύο φκιάναμε λίγα γουρνοτσάρουχα τότε και τα βάναμε, αλλά μετά... Τελείως ξυπόλητα! Δεν ήμαν μόνο εγώ. Και του σχολείου τα παιδιά ξυπόλτα. Όχι όλα τα παιδιά. Ήταν κόσμος που είχε, είχε κάτι και τα πόδενε τα παιδιά, ενώ εμείς τα τσοπανούδια που ήμασταν, ήμασταν ξυπόλτα. .. Δεν ήταν και κανένας βολεμένος. Κι εκείνα (τα παιδιά) που ήταν βολεμένα πρόχειρα παπούτσια είχαν.155

Πάντως σε μια κοινωνία εξισωτικού χαρακτήρα δεν ήταν υποχρεωτικά ευχάριστο για τα λίγα παιδιά που είχαν τη δυνατότητα να φορούν «κανονικά» παπούτσια να διαφέρουν από τα υπόλοιπα. Για τη μοναχοκόρη και μοναχοπαίδι του καθηγητή του Ελληνικού σχολείου το ό,τι δε φορούσε γουρνοτσάρουχα ήταν για παράδειγμα οδυνηρό. Έπειτα από επίμονη απαίτηση της, η γιαγιά της τής έφτιαξε ένα ζευγάρι, το οποίο όμως επιτρεπόταν να φορά μόνο στο σπίτι: Άρα

153. Βλ. Πίνακα 2.

154. Συν. με τον Γ. Π., σ. 22' Συν. με τον Χ. Μ., σ. 4, 9' Συν. με τον Μ. Μ. και την Κ. Μ., σ. 15.

155. Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 2.

p. 123

για την οικογένεια τα υποδήματα του παιδιού αποτελούσαν τεκμήριο και έκφραση της υψηλής κοινωνικο-οικονομικής θέσης της στο χωριό. Η Π. Α., ωστόσο, έπαιρνε κρυφά μαζί της τα γουρνοτσάρουχα και τα φορούσε στο δρόμο για το σχολείο.156 Το καλοκαίρι, όταν έπαιζαν ή σκάριζαν, όλα τα παιδιά επιδίωκαν να είναι ξυπόλητα. Η «ξυπολησιά» σε χώρους στους οποίους παρευρίσκονταν μόνο παιδιά, χώρους τελικά ελεύθερης έκφρασής τους, δε συνιστούσε τεκμήριο κοινωνικής κατωτερότητας στην κυρίαρχη νοοτροπία του χωριού, ακόμη κι όταν επρόκειτο για παιδιά δασκάλων: «...η αδυναμία μας ήταν τα παπούτσια, δε θέλαμε παπούτσια. Θέλαμε να περπατάμε ξυπόλητοι το καλοκαίρι. Μόλις τελείωνε το σχολείο τα παπούτσα μπαίναν στην πάντα και τα ξαναφοράγαμε όταν αρχίναγε το σχολείο πάλι. Ξυπόλητοι κάτω. Αλλά σκλήρυνε κάτω η πατούσα». Οι γονείς μπορεί να έφερναν τις αντιρρήσεις τους αλλά σε καμιά περίπτωση δεν απαγόρευαν στα παιδιά να περπατούν ξυπόλητα.157 Δεν υπήρχε άλλωστε πάντοτε η δυνατότητα να έχουν γουρνοτσάρουχα όλα τα παιδιά μιας οικογένειας, επειδή τα γουρνοτσάρουχα ήταν ευπαθή (δεδομένων μάλιστα των εδαφικών και καιρικών συνθηκών στα ορεινά) αλλά και δε διατηρούνταν μεγάλο διάστημα. Εξάλλου, οι περισσότερες οικογένειες δε μπορούσαν να συντηρήσουν πάνω από ένα χοίρο το χρόνο, ενώ υπήρχαν και οικογένειες που δεν κατόρθωναν κάθε χρόνο να αγοράσουν και να εκθρέψουν έναν. Για τα παιδιά, των οποίων οι γονείς δε διέθεταν αρκετά χρήματα να αγοράσουν/να παραγγείλουν ένα ζευγάρι παπούτσια, το πρόβλημα ήταν οξύ: «Πού να τα βρεις τα γουρνοτσάρουχα; Τα γουρνοτσάρουχα είναι το χειμώνα. Είναι το χειμώνα τα γουρνοτσάρουχα. Κι όταν ήταν, ποιος να πρωτοφορέσει, ποιος...».158

Η κοινωνική διαφοροποίηση εκφραζόταν, όπως θα πούμε και παρακάτω, στο σχολείο και την εκκλησία, δηλαδή στους χώρους δημόσιας εμφάνισης των χωριατόπαιδων. Η οικονομική ανέχεια έβρισκε την έκφρασή της στην έλλειψη υποδημάτων για τα παιδιά, και η έλλειψη με τη σειρά της εμπόδιζε την καθολική συμμετοχή μιας οικογένειας στη ζωή της κοινότητας. Παραθέτω, χωρίς άλλα σχόλια, τη συγκλονιστική ιστορία που μου αφηγήθηκαν ο Μ. Μ., τσοπάνης και γιος τσοπάνη, και η γυναίκα του:

Μια φορά η μάνα τ' (του Μ. Μ.) δεν είχε παπούτσια να φορέσει στα παιδιά να τα μεταλάβει, και μετά έπρεπε να πάει πίσω να ποδέσει τ' άλλα. Κι όσο να πάει πήγανε ξυπόλτα κοντά τς ... Αυτό πιάστο, είναι πολύ σημαντικό. Έχς πέντε παιδιά τώρα και να πας στην εκκλησία, γιατί δεν είχες κι άλλα παπούτσια, να πας τα μισά μέσα να τα κοινωνήσεις, και να τα βγάζεις κείνα έξω να βάλουν τα παπούτσια τ' άλλα. Επειδή δε νόγαγαν όμως,

156. Τετράδιο Σημειώσεων, σ. 1.

157. Συν. με τον Θ. Α., σ. 13.

158. Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 2.

p. 124

πήγαν και τ' άλλα ενώ η μάνα ήταν μέσα, ξυπόλτα ... Ντρέπεσαν εσύ σα μάνα.159

Ας σημειωθεί ότι η εξασφάλιση υποδημάτων για τα παιδιά αποτελούσε βασικό πρόβλημα για τα φτωχότερα στρώματα σε άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες την ίδια εποχή (ένα ζευγάρι παπούτσια ήταν μάλιστα συνηθισμένη αμοιβή για τα παιδιά που έβοσκαν τα κοπάδια των αγροτών στην Αυστρία κατά τη διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού).160


Η κατοικία παίζει βασικό ρόλο στη ζωή μιας οικογένειας. Το μέγεθος, η σύνθεση, η ποιότητά της μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την ψυχολογία των μελών της οικιακής ομάδας και κατά συνέπεια τις μεταξύ τους σχέσεις.161 Επιπλέον, η χρήση των διαθέσιμων χώρων δεν υπαγορεύεται μόνο από πρακτικούς λόγους αλλά αντανακλά και το πολιτισμικό υπόστρωμα των ανθρώπων. Η θέση και η κίνηση των παιδιών στον οικιακό χώρο αντανακλά επομένως, ως ένα βαθμό, τη θέση και το ρόλο τους στην οικογένεια και τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο, επηρεάζει τις σχέσεις τους με τα άλλα παιδιά και τους ενήλικες και τελικά τη συναισθηματική τους ανάπτυξη.

Ας μη φανταστούμε όμως ένα χωριό ενιαίο, με σπίτια στα οποία τα παιδιά κατοικούν όλη τη διάρκεια του χρόνου. Με τη λέξη «χωριό» οι άνθρωποι εννοούν πράγματι, κατ' αρχήν, αυτή την κεντρική συστάδα των 200 περίπου σπιτιών, τα οποία απλώνονται πάνω και κάτω από την εκκλησία, το σχολείο, την πλατεία. Μέσα από τη συζήτηση γίνεται όμως φανερό ότι στην οικονομική και τελικά και στην πραγματική, οικιστική του διάσταση, το χωριό καταλαμβάνει ένα μεγαλύτερο χώρο: περιλαμβάνει και τις περιοχές εκείνες, όπου βρίσκονται τα «κτήματα», περιοχές που απλώνονται σε απόσταση ακόμη και 10 χλμ. έξω από τα όρια του κεντρικού οικισμού.

Στο παράδειγμά μας, και προφανώς σε ανάλογα παραδείγματα, κατοικία μιας οικογένειας δεν είναι αποκλειστικά το σπίτι στον κεντρικό οικισμό. Κατά την περίοδο των αγροτικών εργασιών, την εποχή του οργώματος, του θέρου, του τρύγου, ορισμένα μέλη της οικογένειας κατοικούν για μερικές εβδομάδες σε πρόχειρα οικήματα στην περιοχή έξω από το χωριό, όπου βρίσκονται τα κτήματα, στις λεγόμενες «ταράτσες», πρόχειρα κτίσματα από ξύλα και καλά συμπιεσμένο (πατημένο) χώμα, ή και σε καλύβια, που ήταν απλά αλλά «αρ-

159. Συν. με την Κ. Μ. και τον Μ. Μ., σ. 10.

160. Βλ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule, ό.π., σ. 81, 82.

161. Rosenbaum, Proletarische Familien, ό.π., σ. 165.

p. 125

αρμωμένα» οικήματα με πέτρινους τοίχους.162 Αυτό σημαίνει ότι μια οικογένεια διασπάται και επανενώνεται κατά διαστήματα και επομένως ότι το οικογενειακό περιβάλλον των παιδιών (με τη στενή του έννοια πάντοτε) μεταβάλλεται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Τα παιδιά των τσοπάνηδων, τα «τσοπανούδια», περνούσαν, όπως και οι γονείς τους, πολύ μεγάλα διαστήματα έξω από το χωριό, στις ταράτσες. Οι περισσότεροι τσοπάνηδες διέθεταν σπίτια στον κεντρικό οικισμό αλλά η κτηνοτροφία επέβαλλε, όπως έχουμε αναφέρει, τη μακρά παραμονή τους έξω από το χωριό, στα μαντριά, καθώς και την εποχική μετακίνησή τους σε μικρές αποστάσεις στην ευρύτερη περιφέρεια του χωριού για να εξασφαλίσουν την τροφή των ζώων. Ας μη λησμονούμε άλλωστε, ότι υπήρχε και ένας μικρός αριθμός «χωριανών», που ενώ δεν ήταν κτηνοτρόφοι κατοικούσαν μόνιμα σε καλύβια εκτός του κεντρικού οικισμού, προφανώς επειδή δε διέθεταν σπίτι στον κεντρικό οικισμό.

Πριν αρχίσει η έξοδος προς την Αμερική οι περισσότερες οικογένειες κατοικούσαν σε μονώροφα σπίτια με δύο δωμάτια, που ονομάζονταν «χαμοκέλες».163 Στον ένα χώρο κατοικούσε η οικογένεια, στον άλλο έβαζαν τα ζώα και το κλαρί (τα κλαδιά) που συνέλεγαν για να τα ταΐζουν κατά τους χειμερινούς μήνες. Ο χώρος, ο οποίος προοριζόταν για τα ζώα, ήταν συχνά χωρισμένος σε δύο τμήματα, για να μην κινδυνεύουν οι γίδες από το μουλάρι. Χάρη στα εμβάσματα από την Αμερική οι περισσότεροι απέκτησαν διώροφα σπίτια («ανωκάτωγα»164) και πολλοί ένα δεύτερο ή και τρίτο τζάκι στον επάνω όροφο του σπιτιού, ο οποίος αποτελείτο συνήθως από δύο δωμάτια. Παιδιά μεταναστών θυμούνται έντονα τη βελτίωση των οικιστικών συνθηκών χάρη στα εμβάσματα ή στα χρήματα που έφερε μαζί του ο πατέρας από την Αμερική. Άλλωστε οι περισσότεροι μετανάστες επένδυαν ένα μεγάλο ή και το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που κέρδιζαν ή είχαν κερδίσει στην Αμερική στην οικοδόμηση ή τη βελτίωση των σπιτιών τους στο χωριό - επενδύσεις σημαντικές

162. Συν. 4 με την Π. Γ., σ. 34. Για τα είδη των καλυβιών και τις ταράτσες στην περιοχή της Λρτοτίνας πβ. Λουκόπουλος, Αιτωλικαί Οικήσεις. Σκεύη και Τροφαί, ΑθήναΓιάννινα 1984 (α' έκ., Αθήνα 1925), σ. 35-40.

163. Ο Λουκόπουλος χρησιμοποιεί τον όρο «χαμόγειο» για το σπίτι που αποτελείται από ένα μόνο δωμάτιο (Λουκόπουλος, Αιτωλικαί Οικήσεις, ό.π., σ. 23).

164. Υπάρχουν διάφοροι τύποι τέτοιων σπιτιών, από τους οποίους οι βασικοί είναι αφενός τα στενόχωρα «μονόσπιτα» με έναν χώρο στο κατώγι και έναν στο ανώγι και τα μάλλον στενόχωρα «στερφογάλαρα» με μονό κατώγι και δύο χώρους στο ανώγι αντίστοιχα, αφετέρου τα ευρύχωρα «στερφογάλαρα με διπλό κατώγι» και τα «ντιβέτικα» σπίτια με δύο σχετικά άνετους χώρους τόσο στο κατώγι, όσο και στο ανώγι (Κ. Κοντζέλος, «Η Λαϊκή Αρχιτεκτονική των Ορεινών Οικισμών», εφ. Το Κροκύλ(ε)ιο, αρ. φ. 87 (2002), σ. 7). Πβ. την ανάλογη τυπολογία που παρουσιάζει ο Λουκόπουλος για τις κατοικίες στην Αρτοτίνα, χωριό κι αυτό της ορεινής Δωρίδας (Λουκόπουλος, Αιτωλικαί Οικήσεις, ό.π., σ. 3-35). Η περιγραφή μου βασίζεται επίσης στις πληροφορίες που μου έδωσαν οι χωριανοί αλλά και σε επιτόπια παρατήρηση.

p. 126

για την καθημερινότητα των αγροτικών οικογενειών, αλλά αντιπαραγωγικές για τη γεωργική οικονομία και αντικείμενο έντονης κριτικής από τους ειδήμονες διανοούμενους της εποχής, όπως ο Καραβίδας και ο Κρίκος.165 Σε μία περίπτωση ο συνομιλητής, σε ηλικία δέκα, δώδεκα χρονών συμμετείχε ο ίδιος στην επέκταση, στο «αβγάτισμα» του σπιτιού.166 Ορισμένες εύπορες οικογένειες κατοικούσαν σε τετράγωνα σπίτια, με τρία δωμάτια στο ανώγι και δύο χώρους στο κατώγι" τέτοια σπίτια συναντά κανείς ακόμη διατηρημένα στο χωριό. Τα ζώα, τα «πράματα», τα έβαζαν στο κατώγι που χρησιμοποιούνταν και ως αποθήκη. Μετά την οικοδόμηση δεύτερου ορόφου ορισμένες λιγότερο ή περισσότερο εύπορες οικογένειες συνέχισαν να χρησιμοποιούν το ένα δωμάτιο στο κατώγι ως καθιστικό και χώρο για το μαγείρεμα, μεταφέροντας τα οικόσιτα ζώα σε πρόχειρα κτίσματα στην αυλή. Οπωσδήποτε η επέκταση των σπιτιών έδωσε τη δυνατότητα να χρησιμοποιούνται διαφορετικά δωμάτια για διαφορετικούς σκοπούς, αλλά τα δωμάτια παρέμειναν πολυλειτουργικά. Έτσι φαίνεται ότι στο «δωμάτιο του μουσαφίρη» στο ανώγι, ή στην «κουζίνα» στο κατώγι κοιμόνταν συχνά, ανάλογα με τις ανάγκες, και ορισμένα μέλη της οικογένειας.167 Φυσικά στις ταράτσες, όπου περνούσαν τον περισσότερο καιρό οι οικογένειες των κτηνοτρόφων, όλες οι λειτουργίες του σπιτιού συγκεντρώνονταν σε ένα δωμάτιο.

Το ορεινό κλίμα, οι περιορισμένες δυνατότητες θέρμανσης των εσωτερικών χώρων, το μέγεθος των οικογενειών και η ανάγκη συντήρησης ζώων στο πλαίσιο της οικονομίας αυτοκατανάλωσης υποχρέωναν όλα, ή τα περισσότερα μέλη μιας οικογένειας, να μοιράζονται τους ίδιους χώρους για να γευματίσουν, να αναπαυτούν ή να κοιμηθούν. Παιδιά και ενήλικες κινούνταν κατά βάση στον ίδιο χώρο, ιδιαίτερα το χειμώνα, όταν λόγω του κρύου ήταν υποχρεωμένοι να περιοριστούν στα δωμάτια εκείνα, τα οποία θερμαίνονταν με τζάκι. Δεν υπήρχε παιδικό δωμάτιο, αυτή η έννοια απουσίαζε. Μία και μοναδική εξαίρεση είναι η περίπτωση της Π. Α., κόρης ενός καθηγητή του Σχολαρχείου, η οποία γεννήθηκε το 1917 και ήταν μοναχοπαίδι. Εκείνη είχε δικό της υπνοδωμάτιο. Βέβαια εδώ χρησιμοποιώ τον όρο καταχρηστικά και ελλείψει άλλου: δε συνάντησα τον όρο «υπνοδωμάτιο» στις συζητήσεις μου με τους χωριανούς κι αυτό προφανώς αντανακλά την πολυλειτουργικότητα των χώρων.

Συνήθως τα παιδιά κοιμόνταν στο ίδιο δωμάτιο με τους ενήλικες, ιδίως το χειμώνα, στο λεγόμενο «χειμωνιάτικο», δωμάτιο το οποίο θερμαινόταν. Ακόμη

165. Καραβίδας, Αγροτικά..., ό.π., σ. 461 (όπου γίνεται λόγος για «ιδιωτικά σπίτια δυσανάλογα με την τοπική οικονομία και άχρηστα εις την εργασία των χωρικών»)' Α. Κρίκος, «Η Μετανάστευσις. Πλεονεκτήματα. Μειονεκτήματα. Συνέπειαι», Αθήναι 1950, και στο Α. Κρίκος, Μελέτες Β'..., ό.π., σ. 59-81, σ. 70 [«το έτοιμον χρήμα διηυκόλυνε (...) την ανάρμοστον προς το περιβάλλον πολυτέλειαν»].

166. Συν. με τον Γ. Π., σ. 13.

167. Συν. με την Π. Κ., σ. 3' Συν. με την Μ. Ν., σ. 16-18' Συν. με τον Χ. T., σ. 4,5.

p. 127

και όταν υπήρχε δεύτερο τζάκι η οικογένεια κοιμόταν συγκεντρωμένη στο χειμωνιάτικο, προφανώς για να εξοικονομηθούν ξύλα. Το καλοκαίρι, όπου αυτό ήταν δυνατό, παιδιά και ενήλικες κοιμόνταν σε διαφορετικά δωμάτια. Όταν ο καιρός ήταν ζεστός, ορισμένα μέλη της οικογένειας κοιμόνταν στη λόντζα, το σκεπαστό εξώστη που βρισκόταν στο ανώγι. Πάντως, τουλάχιστον στις περιπτώσεις που μελέτησα, τα μέλη της οικογένειας, ακόμη και όταν κοιμόνταν στο ίδιο δωμάτιο, διαχωρίζονταν κατά γενιές και κατά φύλο: οι ενήλικες κοιμόνταν χωριστά από τα παιδιά και τα αγόρια χωριστά από τα κορίτσια.

Σε ορισμένες, λιγότερο ή περισσότερο εύπορες οικογένειες οι γονείς είχαν το δικό τους υπνοδωμάτιο όλο το χρόνο, ενώ τα παιδιά κοιμόνταν σε άλλο δωμάτιο, που, κατά περίπτωση, το μοιράζονταν με τους παππούδες τους. Στην οικογένεια της Π. Κ. λ.χ., της οποίας ο πατέρας είχε μπακάλικο, ταβέρνα και αποδοτικά κτήματα, «στο δωμάτιο το χειμωνιάτικο είχαν ένα κρεβάτ' οι γερόντοι», ενώ τα παιδιά έστρωναν «χάμω εδώ δίπλα στη γωνιά... στ' άλλο ήταν ο πατέρας κι η μάνα».168 Στο κατώγι βρισκόταν η κουζίνα και το καθιστικό, ενώ τα οικόσιτα ζώα διέμεναν σε άλλα πρόχειρα κτίσματα στην αυλή.

Όταν παιδιά και ενήλικες μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο, γονείς και παππούδες κοιμόνταν χωριστά από τα παιδιά, με εξαίρεση τα πολύ μικρά, για τα οποία έχουμε μαρτυρίες ότι συχνά κοιμόνταν δίπλα στους γονείς,169 προφανώς για να μη δημιουργηθούν προβλήματα τη νύχτα. Πάντως η ξεχωριστή κούνια που προοριζόταν για το βρέφος (στο Κροκύλειο, όπως σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, χρησιμοποιούνταν οι δύο τύποι ξύλινης κούνιας, η αεροκούνια, το λεγόμενο «μπισίκι», και η κούνια εδάφους, η λεγόμενη «σαρμανίτσα») δηλώνει τη φροντίδα για το νεογέννητο και την ξεχωριστή θέση του μέσα στον οικιακό χώρο.170

Τα αγόρια κοιμόνταν σε διαφορετικές «μεριές» από τα κορίτσια: «Τα παιδιά (αγόρια) κοιμάνταν απ' τν άλλ' μεριά. Εδώ ήταν το τζάκ'. Από κει απ' τν πέρα μεριά ήταν τα παιδιά... Από δω κοιμάταν η μάνα μου, ο πατέρας μου, από δω ... ήμασταν ... τα κουρίτσα, ναι ... ήταν χώρια τα παιδιά...».171 Την κατάσταση διευκόλυνε το γεγονός ότι τα αγόρια ακολουθούσαν λιγότερο ή περισσότερο διαφορετικούς δρόμους από τα κορίτσια: άλλα (από σχετικά εύπορες οικογένειες) 14 χρονών περίπου πήγαιναν στην Άμφισσα ή στο Λιδωρίκι για να φοιτήσουν στο Γυμνάσιο, ενώ άλλα (οι γιοι των τσοπάνηδων) απασχολούνταν από τα 10, ή τα 12 χρόνια τους ολοκληρωτικά στην κτηνοτροφία και διανυκτέρευαν στο μαντρί.

168. Συν. με την Π. Κ., σ. 3.

169. Συν. με την Π. Γ., σ. 24' Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 12.

170. Ό.π. υποσ. 13. Επίσης Συν. με την Μ. Ν., σ. 18. Στα χωράφια είτε έστηναν πρόχειρα μπισίκια, συνήθως κρεμώντας ένα υφαντό ανάμεσα στα κλαδιά ενός δένδρου, είτε αναποδογύριζαν τα σαμάρια των μουλαριών (τα «γμαρουσάμαρα») τα έστρωναν με υφαντά και τοποθετούσαν μέσα τα βρέφη.

171. Συν. 4 με την Π. Γ., σ. 24.

p. 128

Διαχωρίζοντας αδέλφια που ανήκουν σε διαφορετικό φύλο κατά τη διάρκεια του ύπνου η οικογένεια επεδίωκε να ελέγχει τη σεξουαλικότητα των μελών της. Από τη στιγμή όμως που κατ' ανάγκη παιδιά και ενήλικες μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο, τα παιδιά γίνονταν αναπόφευκτα σιωπηλοί μάρτυρες ερωτικών επαφών. Υπάρχει μόνο μία σχετική μαρτυρία, αλλά νομίζω ότι αυτό οφείλεται στη δυσκολία με την οποία συνομιλήτριες και μάλιστα, εξαιτίας του φύλου μου, συνομιλητές εκφράζονταν ανοιχτά για παρόμοια ζητήματα:

Το σπίτι είχε δυο δωμάτια. Το ένα το δωμάτιο ήταν από πάνω με ξυλάκια και με λάσπη... είχαμε χει ένα τζάκ'. Ανάβαμε φωτιά. Το άλλο ήτανε με πλάκα από πάνω (σχιστόλιθο;) κι άμα πάαινες εκεί το χειμώνα πάγωνες, άμα κοιμόσουν εκεί μέσα. Το καλοκαίρ' κοιμόμασταν εκεί. Στρωματσάδα κάτω... Ο πατέρας κι η μητριά στην άκρ' από χει και μεις από δω... Ήμασταν μικρά ακόμα. Εγώ κάτ' καταλάβαινα αλλά δε μίλαγα καθόλου (γέλια) Ναι, γιατ' ήμαν δέκα χρονώ, κοτζάμ κορίτσ'.172

Νομίζω πως η στενότητα του εσωτερικού χώρου στον οποίο κινούνταν τα μέλη της οικογένειας υπαγόρευε, ως ένα βαθμό, την αυστηρότητα με την οποία οι αγροτικές μικρο-κοινωνίες διαχώριζαν τα δύο φύλα και τον έλεγχο που ασκούσαν στη σεξουαλικότητα - ζητήματα τα οποία θα θίξουμε εκτενέστερα σε άλλες ενότητες.173

Τα παιδιά, όπως και οι μεγάλοι, κοιμόνταν συνήθως κατάχαμα, στο σανιδένιο ή, καμιά φορά, χωμάτινο πάτωμα, στη σειρά, επάνω σε υφαντά «ρούχα» (όπως αποκαλούνται), σε βελέντζες ή τσέργες ή τσόλια που χρησίμευαν και για σκεπάσματα174 και σε μάλλινα προσκέφαλα. Κρεβάτια χρησιμοποιούνταν σε ελάχιστες σχετικά εύπορες οικογένειες - από το υλικό μου, στις οικογένειες δύο παντοπωλών, δύο δασκάλων, ενός καθηγητή και ενός ξυλουργού που είχε συγκεντρώσει ένα σεβαστό ποσό ως μετανάστης στην Αμερική. Τα κρεβάτια αυτά ήταν συνήθως υποτυπώδη, κατασκευασμένα από σανίδια ή «ράτζους». Σε κρεβάτια κοιμόνταν κατά προτίμηση ενήλικες,175 γεγονός που αντανακλά την κατώτερη θέση των παιδιών στην οικογενειακή ιεραρχία. Σε μια περίπτωση όμως τα δύο κρεβάτια -το ένα μονό, το άλλο διπλό- προορίζονταν

172. Ό. π., σ. 4. Επίσης, Συν. με την Α. Σ., σ. 5' Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 11.

173. Σε μελέτες προφορικής ιστορίας για τη ζωή εργατικών οικογενειών στη Γερμανία και την Αυστρία, έχει μάλιστα υποστηριχθεί ότι η γενικότερη απουσία εκδηλώσεων τρυφερότητας μεταξύ των μελών της οικογένειας αποτελούσε και μια αντίδραση στη στενότητα του χώρου μέσα στον οποίο κινούνταν (Rosenbaum, Proletarische Familien..., ό.π., σ. 185, όπου και άλλες παραπομπές).

174. Από τις μαρτυρίες σχηματίζει κανείς την εντύπωση ότι τα συγκεκριμένα υφαντά τα χρησιμοποιούσαν και ως στρώματα και ως σκεπάσματα. Ο Λουκόπουλος, μιλώντας για την Ευρυτανία, τα αναφέρει μόνο ως σκεπάσματα (Δ. Λουκόπουλος, Πώς υφαίνουν και ντύνονται ..., ό.π., σ. 31-34).

175. Συν. με την Π. Κ., σ. 3' Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 11' Συν. 4 με την Π.Γ., σ. 24.

p. 129

νταν για τον πατέρα και τους μεγαλύτερους γιους. Η μητέρα με τα κορίτσια κοιμόνταν στο πάτωμα.176 Πρόκειται για μια διαφυλική κατανομή του χώρου που εκφράζει την ανώτερη θέση των ανδρών μέσα στην οικογένεια. Δεν έχω άλλα ανάλογα παραδείγματα αλλά μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι, εφόσον υπήρχε κρεβάτι, αυτό προοριζόταν κατ' αρχήν για τον παππού ή τον πατέρα.

Η στενότητα του χώρου και η αναγκαστική συνεύρεση στον ίδιο χώρο ενίσχυε το αίσθημα συλλογικότητας και αλληλεγγύης μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, αλλά ευνοούσε προστριβές και διαμάχες. Ο ύπνος στη σειρά και στον ίδιο χώρο είχε επομένως θετικές και αρνητικές πλευρές για την οικογενειακή ζωή. Συνέβαλε οπωσδήποτε στη σύσφιξη των δεσμών των μελών μιας οικογένειας, πρόσφερε στα παιδιά ένα αίσθημα ασφάλειας και συντελούσε στην ανάπτυξη σχέσεων στοργής μεταξύ παιδιών και ενηλίκων. Είναι άραγε τυχαίο ότι ο συνταξιούχος δάσκαλος Χ. T., ο οποίος είχε μεγάλη αδυναμία στη μητέρα του, κοιμόταν δίπλα της όταν ήταν παιδί; «Δίπλα στη μάνα. Εκεί μεγάλωσα εγώ. Βέβαια».177 Αλλά και ανάμεσα στ' αδέλφια αναπτύσσονταν σχέσεις στοργής. Ο τσοπάνης Μ. Μ., μια μέρα μετά τη συνομιλία μας, με συνάντησε στο δρόμο και μου μίλησε αυθόρμητα και με έκδηλη τρυφερότητα για τη μικρότερη αδελφή του, στην οποία το μπράτσο του χρησίμευε για προσκεφάλι όταν ήταν παιδιά. Ορισμένες φορές -κυρίως στις ταράτσες, οι οποίες δε θερμαίνονταν ικανοποιητικά— η μάνα κι ο πατέρας κοιμόνταν αριστερά και δεξιά από τα παιδιά για να τα προστατεύουν από το κρύο:

Τότε δεν είχε κρεβάτια κι αυτά. Τότε στρώναμε ίνα τσόλ' καταή, μια βελέτζα από πάν' κι από κείνες τς μάλλινες και τρυπάγαμε (τρυπώναμε) όλ' από κάτ και κοιμόμασταν. ...Οι γονείς, ο ένας στη μια άκρη, ο άλλος στην άλλη. Κι εμείς τα πιτσιρίκια όλα στη μέση, μας βάναν στη μέσ' να μην κρυώσουμε. - Στο σπίτ' όποτε ήμασταν πολλοί, είχε μια τσεργοπούλα, ξέρς φλοκάτ', η μάνα μ' πολύ μεγάλ'. Στρώναμε καταή ό,τ' είχαμε ρούχα, πότε βάζαμε και κάνα στρώμα και κοιμόμασταν όλ', και οι πέντε... και ο ένας απ' τη μια μεριά κι ο άλλος απ' την άλλ', έβαναν τα παιδιά τότε στη μέσ' για να μην κρυώνουνε.™

Ταυτόχρονα όμως ανέκυπταν διάφορα προβλήματα. Ιδιαίτερα προβλήματα πρέπει να προκαλούσε η νυχτερινή ενούρηση ορισμένων παιδιών: «Ο αδελφός μ' ο παπάς κατουριόταν. Σηκωνόμασταν όλα βρεμένα»,179 θυμάται η Π. Κ., ενώ ένας άλλος συνομιλητής καθόταν λερωμένος κι ακίνητος για να μην τον πάρει είδηση ο πατέρας του με τον οποίο κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι.180 Φυσικά, λόγω έλλειψης

176. Συν. με τον Θ. Α., σ. 22.

177. Συν. με τον Χ. T., σ. 5. Επίσης, Συν. με τον Αρ. Μ., σ. 9' Συν. με την Ε. Ζ. και το Ν. Ζ., σ. 12.

178. Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 3' Συν. με τον Μ. Μ., σ. 6.

179. Συν. με την Π. Κ., σ. 7.

180. Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 12.

p. 130

αποχετευτικού συστήματος, τα υποτυπώδη αποχωρητήρια —κατά κανόνα ένας βαθύς λάκκος με δυο φαρδιές σανίδες σε απόσταση μεταξύ τους από πάνω, περιφραγμένος με κλαδιά ή σανίδες181- βρίσκονταν εκτός σπιτιού, σε μια γωνιά του κήπου, αν και οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τσίγκινα σκεύη ως δοχεία νυκτός. Πόση κατανόηση έδειχναν άραγε οι γονείς για τη νυχτερινή ενούρηση των παιδιών;182 Οι υλικές συνθήκες διαβίωσης δεν άφηναν ιδιαίτερα περιθώρια στην κατανόηση. Το περιστατικό το οποίο αφηγείται η Α. Σ. αλλά και η ερμηνεία που δίνει είναι χαρακτηριστικά:

Εδώ, η γιαγιά μου η Πολύτω, η μάνα του πατέρα μου είχε εννέα παιδιά (η ίδια η Α. Σ. είχε μόνο έναν αδελφό) και τα είχε όλα κάτου. Ένα κατουρήσκε λοιπόν. Το παιδί μεγάλο αλλά κατουρήσκε. Κι έκλαιγε το πρωί και δεν ξεκουκουλωνόταν απ' το τσόλ«Σήκ' απάν', ρε Κώστα», του λέει, «να δούμε τι θα γίν' απόψε. «Ξέρς», λέει, «ήρθ' ο Νίκος και κατούρσε μες το βρακί μου». Έβαζε τον αδελφό του, πως πήγ' ο άλλος και κατουρήσκε. Για να γλιτώσ' το ξύλο. Δεν είχαν κι άλλο παντελόνι να το βάλουνε, ρε παιδάκι μ'. Το νομίζς; Το πλέναν εκείνο το βράδ' και το βάζαν... Πώς, με τι ρούχα ν' αλλάξουν; Το στεγνώναν, στο τζάκι, στα ξύλα το στέγνωναν, να το φορέσ' το πρωί, να πάει σχολείο.183

Για να κοιμηθούν πολλά άτομα στον ίδιο χώρο χρειαζόταν πειθαρχία και αλληλοσεβασμός. Ανάμεσα στα παιδιά ξεσπούσαν μικροδιαμάχες, κυρίως όταν το ένα τραβούσε τα σκεπάσματα του άλλου, αλλά οι γονείς δεν άφηναν πολλά περιθώρια για συγκρούσεις:

Στρωματσάδα όλ', αγόρια, κορίτσια, όλ' καταή. Ένα βελεντζάκ' από κάτ' εκεί κι ένα χοντρότερο από πάν' να μην κρυώνουνε. Μάλλινα τα μαξιλάρια, τα είχαν απ' τον αργαλειό φκιασμένα... η μάνα κι ο πατέρας βέβαια κοιμόνταν πιο πέρα αυτοί. Εμείς τα παιδιά στρωματσάδα, ο παππούς, ο γέρος, απ' την άλλ' μεριά. ...Εδώ ήταν το τζάκ' και δίπλα. Το καλοκαίρι κοιμάταν στο μπαλκονάκ' έξω νάχ' δροσά... μαλώναμε κιόλα καμιά φορά σαν παιδιά πούμασταν. Δούλευε η μάσια ...τη μάσια έπαιρνε η μάνα και βάραγε από πάν' εκεί... Να παίζουνε τα παιδιά ή να τσακωθούνε ή αυτό ή τράβαγε ένας το τσόλ τσόλια τα λέγαμε τότεν, απ' τον άλλον, ή τράβαγε ο άλλος ξέρω γω αλλ' άμα δούλευε η μάσια καμιά φορά τάπαιρνε ο ύπνος απότομα,184

181. Στα τέλη της μεσοπολεμικής περιόδου σε ορισμένα σπίτια τοποθετούνταν πάνω από το λάκκο μια υποτυπώδης ξύλινη λεκάνη, ουσιαστικά ένα ξύλινο κιβώτιο με μια τρύπα στη μέση.

182. Στο πρόβλημα και τρόπους αντιμετώπισης του στο πλαίσιο πρακτικών θεραπευτικών μεθόδων αναφέρεται στη λαογραφική μελέτη του ο Ρηγάτος, Η υγεία του παιδιού στη λαϊκή μας παράδοση, Αθήνα-Γιάννινα 1992, σ. 114, 115.

183. Συν. 2 με την Α. Σ., σ. 2.

184. Συν. με την Α. Π., σ. 11, 12.

p. 131

Τα ίδια τα παιδιά άλλωστε ήταν πολύ συχνά καταπονημένα από τις δουλειές στη διάρκεια της ημέρας.

Την ίδια περίοδο στην κεντρική και τη βόρεια Ευρώπη οι συνθήκες υπό τις οποίες κοιμόνταν τα παιδιά των εργατών και των φτωχών αγροτών δε διέφεραν ουσιαστικά από αυτές στο παράδειγμα μας, και δε διέφεραν, υποθέτω, γενικότερα από τις συνθήκες στον ορεινό ελλαδικό και ευρύτερο βαλκανικό χώρο, αλλά και στα φτωχά σπίτια των αστικών κέντρων. Οι παιδαγωγοί εξέφραζαν τις ανησυχίες τους για την ηθική διάπλαση των παιδιών που κοιμόνταν όλα μαζί, αλλά οι ιστορικοί έχουν τονίσει ότι ο ύπνος στο πλευρό οικείων προσώπων πρόσφερε συχνά στα παιδιά ένα αίσθημα ασφάλειας και ενίσχυε τους οικογενειακούς δεσμούς.185


Οι διαπροσωπικές σχέσεις και η ανατροφή των παιδιών δε λειτουργούν ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση και τις συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων. Στην προηγούμενη ενότητα διατύπωσα ορισμένα έμμεσα συμπεράσματα για τους τρόπους με τους οποίους οι οικονομικοί ρόλοι των παιδιών ή η θέση τους στον οικιακό χώρο επηρέαζαν τις σχέσεις τους με άλλα μέλη της οικογένειας και συντελούσαν στη μεταβίβαση αξιών, την εσωτερίκευση και διαμόρφωση αντιλήψεων και νοοτροπιών ως προς τη θέση και το ρόλο τους στη μικροκοινωνία ως παιδιών, ως αγοριών ή κοριτσιών, ως μελών μιας οικιακής ομάδας. Σε αυτή την ενότητα επικεντρώνομαι αφενός στις σχέσεις μεταξύ παιδιών και άλλων μελών της οικιακής αλλά και της ευρύτερης συγγενειακής ομάδας, αφετέρου σε ορισμένες όψεις της διαπαιδαγώγησης, των αξιωμάτων και αντιλήψεων που διέπουν την ανατροφή των παιδιών. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δυο όψεις του ίδιου νομίσματος: Στις σχέσεις των παιδιών με άλλα μέλη της οικιακής και της ευρύτερης συγγενειακής ομάδας αποτυπώνονται αντιλήψεις και αξιώματα σχετικά με την ανατροφή τους" μέσω αυτών των σχέσεων μεταβιβάζονται στα παιδιά αξίες, αρχές, νοοτροπίες.

Εδώ με απασχολούν κυρίως οι σχέσεις παιδιών-ενηλίκων' δεν είναι βέβαια οι μόνες που διέπουν τη ζωή στο εσωτερικό μιας οικιακής ή συγγενειακής ομάδας' αποτελούν ωστόσο εκείνες τις «αναπότρεπτα ασύμμετρες, από την άποψη της εξουσίας, του σεβασμού και της πρωτοβουλίας»186 σχέσεις, με τις οποίες

185. Rosenbaum, Proletarische Familien..., ό.π., σ. 179-187' R. Sieder, «"Vata derf i aufstehn?". Kindheitserfahrungen in Wiener Arbeiterfamilien um 1900», στο Η. Ehalt, G. Heiß, H. Stekl, (επιμ.), Glücklich ist wer vergißt? Das andere Wien um 1900, ΓκρατςΒιέννη 1986, σ. 39-90, κυρίως σ. 66 κ.εξ. ' Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule, ό.π., σ. 218.

186. S. Ν. Eisenstadt, «Ηλικιακές ομάδες και κοινωνική δομή: το πρόβλημα», μετά-

p. 132

μεταβιβάζεται ουσιαστικά το πολιτισμικό κεφάλαιο της παλαιότερης στη νεότερη γενιά (ως ένα βαθμό βέβαια, προπάντων μέσω του σχολείου, και η νεότερη γενιά μεταβιβάζει πολιτισμικά αγαθά στην παλαιότερη). Όπως γράφει εξάλλου ο S. Eisenstadt «η δυνατότητα αλληλεπίδρασης με άλλα άτομα, ιδιαίτερα με ενηλίκους, και η διασφάλιση μιας διαρκούς προσκόλλησης σε αυτούς συνιστούν ίσως την πιο βασική ανάγκη της ανθρώπινης προσωπικότητας».187 Οι προφορικές μαρτυρίες αποτελούν πολύτιμες και αναντικατάστατες πηγές για τις σχέσεις των παιδιών με τους γονείς, τους παππούδες, τα αδέλφια και άλλους συγγενείς τους, τις αρχές, τα μέσα και τους τρόπους με τους οποίους ανατρέφονταν τα παιδιά. Αν και οι άνθρωποι, κατά κανόνα, αποφεύγουν να αναφερθούν σε σκοτεινές πλευρές των διαπροσωπικών σχέσεων και έχουν την τάση να τις εξιδανικεύουν ή να τις ωραιοποιούν -συνειδητά, ή ασυνείδητα-, ο ιστορικός δεν κινδυνεύει να αποπροσανατολιστεί αν εξετάσει τις απόψεις των πληροφορητών με προσοχή στο πλαίσιο του συνόλου των αφηγημάτων τους.188 Οι εκδοχές και οι όψεις διαπροσωπικών σχέσεων και διαπαιδαγώγησης που παρουσιάζονται και αναλύονται εδώ, καλύπτουν φυσικά ένα μόνο μέρος του πολυπρισματικού φάσματος τους.

Α' Πρόσωπα αναφοράς189

1. Οι «γονήδες»: Ο «πατέρας» και η «μάνα»190

Σε αντίθεση με άλλες διαπροσωπικές σχέσεις στο εσωτερικό της οικογένειας, οι σχέσεις γονέων-παιδιών έχουν απασχολήσει έντονα τους ιστορικούς της παιδικής

φράση: Κ. Αθανασίου, στο Δ. Μακρυνιώτη (επιμ.), Παιδική Ηλικία, Αθήνα 1997, σ. 174-


187. Eisenstadt, «Ηλικιακές ομάδες...», ό.π., σ. 179.

188. Πβ. όσα γράφει η Rosenbaum στην ερευνά της για τη ζωή εργατικών οικογενειών

στην περιοχή του Ανοβέρου κατά τον πρώιμο 20ό αιώνα (Rosenbaum, Proletarische Familien,

ό.π., σ. 27): «Αναμφισβήτητα θα πρέπει να υποθέσουμε ότι οι περισσότεροι πληροφορητές

προσπαθούσαν να δώσουν μια αρμονική εικόνα της ζωής στην οικογένεια των γονιών τους. Όμως στη διαδικασία της ίδιας της αφήγησης προέκυπταν αρκετά στοιχεία που διατάρασσαν αυτή την εικόνα και έδειχναν πως η αρμονία ήταν επιφανειακή ή και ανύπαρκτη.

189. Μεταφράζω ως «πρόσωπα αναφοράς» τον γερμανικό όρο «Bezugspersonen» που δηλώνει τα πρόσωπα με τα οποία σχετίζεται άμεσα το παιδί.

190. Από υπολογισμούς μου με βάση το Γενικό Μητρώο προκύπτει ότι στη διάρκεια του Μεσοπολέμου οι πατέρες σε ποσοστό περίπου 60% ήταν ηλικίας 26-35 ετών όταν γεννιόταν το πρώτο τους παιδί, ενώ, οι μητέρες, επίσης σε ίδιο περίπου ποσοστό, ήταν ηλικίας 21-30 ετών. Χονδρικά, κατά μέσο όρο, το μεγαλύτερο παιδί μιας οικογένειας είχε ηλικιακή διαφορά 12 ετών από το μικρότερο. Σπάνια οι νέοι γονείς ήταν κάτω από 20 ή πάνω από 45 ετών. Το ποσοστό των μητέρων ηλικίας 15-20 ετών αγγίζει το 16%, αν και συνήθως πρόκειται για κοπέλες ηλικίας πάνω από 17 ετών. Το αντίστοιχο ποσοστό για τους άνδρες δεν

p. 133

ηλικίας. Πολύ συχνά, ακολουθώντας το δρόμο που χάραξε ο Ariès, επιχείρησαν να προσδιορίσουν τον αιώνα που σηματοδότησε την αλλαγή στις σχέσεις αυτές, τη μεταβολή τους από εξουσιαστικές σε συναισθηματικές σχέσεις στο δυτικοευρωπαϊκό χώρο ή τουλάχιστον στο δυτικό κόσμο. Ορισμένοι επιχείρησαν να αποδείξουν τη διαχρονικότητα της αγάπης και της στοργής με την οποία οι περισσότεροι γονείς περιέβαλλαν τα παιδιά τους, αμφισβητώντας με αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά την ιστορικότητα των σχέσεων ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, τη μεταβλητότητα τους μέσα στο χρόνο.191 Οι γενικεύσεις αυτές έδωσαν αναμφισβήτητα πολύτιμο έναυσμα στην επιστημονική συζήτηση. Νομίζω ωστόσο ότι η ιστορική έρευνα έχει ωριμάσει αρκετά ώστε να προχωρήσει στη μικρο-ιστορική μελέτη του θέματος, στην εξέταση των σχέσεων γονιών-παιδιών -όπως και του συνόλου των διαπροσωπικών σχέσεων- σε επίπεδο μικροκοινωνίας.192

Δύο στερεοτυπικές γενικές απόψεις για τον πατέρα προβάλλουν από τις αφηγήσεις: Αφενός το πρότυπο του «καλού πατέρα», συνώνυμου του υπεύθυνου οικογενειάρχη που νοιάζεται για τα παιδιά του, αγωνίζεται να τους εξασφαλίσει τα προς το ζην, στέλνει, εφόσον έχει τη δυνατότητα, τα αγόρια τουλάχιστον στο γυμνάσιο, προικίζει τα κορίτσια και γενικότερα ενδιαφέρεται για τη λεγόμενη αποκατάσταση τους" αφετέρου το αρνητικό στερεότυπο του πατέρα που αδιαφορεί για την οικογένειά του, ενδιαφέρεται για την προσωπική του διασκέδαση, πίνει και σπαταλά τα χρήματά του στο χαρτοπαίγνιο, επιδεικνύει βίαιη συμπεριφορά.

Αντίθετα δεν προκύπτει από τις αφηγήσεις αντίστοιχο αρνητικό στερεότυπο για τη μάνα. Η στερεοτυπική άποψη για τη μάνα είναι θετική: Η μάνα είναι το στήριγμα της οικογένειας σε επίπεδο καθημερινό, εκείνη που φροντίζει ακούραστη τα παιδιά και χωρίς την οποία η οικογένεια διαλύεται.193 Όσοι πατέρες σκιαγραφούνται ιδιαίτερα θετικά στις αφηγήσεις, είναι άνθρωποι που όντως ερ-

υπερβαίνει το 5 %, ενώ το ποσοστό των γονέων άνω των 45 ετών όταν γεννιέται το πρώτο τους παιδί, δεν υπερβαίνει το 3% και για τα δύο φύλα.

Από τους συνομιλητές ένας έμεινε ορφανός από πατέρα μόλις γεννήθηκε (Αρ. Μ.), ένας άλλος έχασε τον πατέρα του σε ηλικία 13 ετών (Γ. Ψ.), δύο γυναίκες έχασαν τις μητέρες τους μόλις γεννήθηκαν (Γ. Σ. και Ε. Ζ.), και δύο άνδρες (αδέλφια) έχασαν τη μητέρα τους σε ηλικία 3 και 10 ετών (Ν. Ζ. και Μ. Ζ.). Ένα 15% επομένως των συνομιλητών έχασαν έναν από τους δύο γονείς τους πριν κλείσουν τα 14.

191. Για μια κριτική και εκτενή επισκόπηση της επιστημονικής συζήτησης βλ. το έργο της L. Pollock, Forgotten Children. Parent-child relations from 1500 to 1900, 6η έκδ., Cambridge 1996, σ. 1-68, η οποία με τη δική της δουλειά και τα δικά της πλέον συμπεράσματα έδωσε νέα ώθηση στον επιστημονικό προβληματισμό (υποστηρίζοντας την α-χρονικότητα των σχέσεων γονιών-παιδιών).

192. Υποδειγματική, κατά τη γνώμη μου, (παρά τις κάποιες σχηματοποιήσεις) η ανάλυση της Rosenbaum, Proletarische Familien, ό.π., σ. 231-276, για τον πατέρα στις εργατικές οικογένειες μιας μικρής πόλης της βόρειας Γερμανίας, κοντά στο Ανόβερο, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.

193. Το κοινωνικό αξίωμα της μάνας ως στηρίγματος της οικογένειας διέπει τη μελέτη

p. 134

εργάστηκαν για τα παιδιά τους, φρόντισαν γι' αυτά, και ανταποκρίθηκαν στις κοινωνικές προσδοκίες. Οι στερεοτυπικές εικόνες υποδεικνύουν όμως ότι αντίθετα από τη μάνα ο πατέρας, στο πλαίσιο του κυρίαρχου αξιώματος περί ανδρικής υπεροχής, είχε τη δυνατότητα να επιλέξει να μην εκπληρώσει τον κοινωνικό του ρόλο, χωρίς να κινδυνεύει να εξοστρακιστεί από την οικογένειά του και την ανδροκρατούμενη κοινωνία στην οποία ζούσε. Στην πραγματικότητα κρατούσε επομένως σε μεγάλο βαθμό το μέλλον των παιδιών του στα χέρια του.

Στις μισές περίπου περιπτώσεις που μελέτησα ο πατέρας απουσίαζε από το χωριό για πολύ μεγάλα διαστήματα. Στις περιπτώσεις αυτές ήταν αδύνατο εκ των πραγμάτων ή τουλάχιστον εξαιρετικά δύσκολο να αναπτύξουν τα παιδιά επικοινωνιακή σχέση με τον πατέρα τους.

Δεκαέξι συνομιλητές ήταν παιδιά μεταναστών και οι περισσότεροι γνώρισαν για πρώτη φορά τον πατέρα τους αρκετά χρόνια μετά τη γέννηση τους. Από τους 144 μετανάστες στις ΗΠΑ από το Κροκύλειο τους οποίους κατόρθωσα να εντοπίσω, υπολογίζω ότι περίπου το 1/4-1/3 (τουλάχιστον 40) μετανάστευσαν αφήνοντας πίσω τους παιδιά κάτω των 15 ετών.194 Κάθε επιστροφή των μεταναστών στο χωριό σήμαινε συνήθως νέα εγκυμοσύνη για τη γυναίκα τους" φεύγοντας πάλι πίσω για την Αμερική άφηναν ένα ακόμη αγέννητο ή νεογέννητο παιδί.

του Δ. Σταμέλου, Η Μάνα στην ορεινή Ρούμελη, Αθήνα-Γιάννινα 1982. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες για τον ερευνητή είναι οι σελίδες του βιβλίου που αφορούν στην προσωπική εμπειρία του συγγραφέα από τη μητέρα του και γενικότερα από την καθημερινότητα στην ορεινή Ρούμελη, επιβεβαιώνοντας ορισμένες παρατηρήσεις μου (ό.π., σ. 42 κ.εξ.). Χαρακτηριστικά σημειώνει για τη μάνα του: «Θυμάμαι πως μέσα σ' όλα αυτά, και κούραση περίσσια και πίκρα και η όποια με τη συμπεριφορά καταπίεση του πατέρα, του αφέντη, νάχει το κουράγιο να τραγουδάει...» (ό.π., σ. 44).

194. Με βάση τις εγγεγραμμένες στο Διαδίκτυο χρονολογίες άφιξης των μεταναστών στις ΗΠΑ ( και τις χρονολογίες γέννησης που αναγράφονται στο Γενικό Μητρώο μπόρεσα να διαπιστώσω την οικογενειακή κατάσταση των μεταναστών. Ως πατέρες παιδιών κάτω των 15 ετών εμφανίζονται οι ακόλουθοι: Αρμάος Δημήτριος, 1913 (έτος πρώτης άφιξης στις Η.Π.Α.), 44 (ετών) - Ασβεστάς Δημήτριος, 1916, 39 - Ασβεστάς Ιωάννης, 1920, 37 - Ασβεστάς Παναγιώτης, 1920, 37 - Ασβεστάς Θεμιστοκλής, 1920, 29 - Γραβάνης Κων/νος, 1916, 38 - Γραβάνης Γεώργιος, 1911, 35 - Γραβάνης Γεώργιος, 1912 ή 1913, 31 ή 33 - Γραβάνης Λάμπρος, 1914, 30 - Γραβάνης Μαργαρίτης,

1913, 40 - Γραβάνης Παναγιώτης, 1916, 45 - Καπέλας Βασίλειος, 1913, 36 - Καπέλας Αναστάσιος, 1916, 50 - Καπέλας Δημήτριος, 1923, 30 - Καπέλας Κων/νος, 1920, 32 Καπέλας Μαργαρίτης, 1914, 32 - Καπέλας Κώστας, 1914, 50 - Καπέλας Δημήτριος,

1914, 18 - Καραμπέλος Αθανάσιος, 1909, 44 - Μαχάς Ιωάννης, 1912, 40 - Μπαρμπούτης Γεώργιος, 1907, 34 - Μπαρμπούτης Ιωάννης, 1907, 40, - Παγώνης Αθανάσιος, 1920, 33 - Πολυζώης Γεώργιος, 1915, 35 - Ποδιώτης Αθανάσιος, 1916, 49 - Ποδιώτης Νικόλαος, 1920, 31 - Ράπτης Παναγιώτης, 1909, 33 - Σακαρέλος Αναστάσιος, 1911, 38 - Σακαρέλος Νικόλαος, 1907, 38 - Σερέλης Κων/νος, 1909, 30 - Σερέλης Αθανάσιος, 1920, 37 Σαράμπαλος Αθανάσιος, 1907, 35 - Σαΐτης Ευθύμιος, 1906, 36 - Σαΐτης Κων/νος, 1907,

p. 135

Τα περισσότερα παιδιά μεταναστών εκφράζονται θετικά για τον πατέρα τους, αναγνωρίζοντας ότι εργάστηκε σκληρά στα ξένα, έστελνε τακτικά εμβάσματα στην οικογένεια στο χωριό και της εξασφάλισε ένα υψηλό, για τα δεδομένα του χωριού, βιοτικό επίπεδο.195 Από αυτή την άποψη ο πατέρας-μετανάστης ήταν πρόσωπο πολύ κοντινό στα παιδιά, συγχρόνως όμως, λόγω της μακρόχρονης φυσικής απουσίας του, πολύ μακρινό. Όταν επέστρεφε τον αντιμετώπιζαν με αδιαφορία, δυσπιστία ή και φόβο" δυσκολεύονταν να συνηθίσουν στην παρουσία του, με τον ίδιο τρόπο που δυσκολεύονταν να συνηθίσουν στην παρουσία του πατέρα τους τα παιδιά των ναυτικών στην κοινότητα του Παγασητικού που μελέτησε η I. Μπεοπούλου τη δεκαετία του 1970.196 Στην περίπτωση βέβαια που τα παιδιά ήταν σε μικρή ηλικία κατά την επιστροφή του πατέρα, φαίνεται ότι υπήρχαν μεγαλύτερα περιθώρια ανάπτυξης μιας επικοινωνιακής σχέσης.

Στην οικογένεια Α. ο πατέρας έφυγε για την Αμερική το 1906, χρονιά κατά την οποία γεννήθηκε το πρώτο από τα 5 παιδιά της οικογένειας, όλα αγόρια. Επέστρεψε το 1911 και ξανάφυγε το 1914. Το 1912 και το 1914 ήρθαν στον κόσμο ο δεύτερος και ο τρίτος γιος. Ο πατέρας επέστρεψε οριστικά στο χωριό το 1922. Τη χρονιά εκείνη και δυο χρόνια αργότερα, το 1924, η οικογένεια απέκτησε 2 ακόμη γιους. Ο Α. Α. είναι ο μικρότερος γιος της οικογένειας, 74 χρονών σήμερα, και διηγείται για τον μεγάλο αδελφό του, ο οποίος ήταν 5 ετών όταν ο πατέρας επέστρεψε την πρώτη φορά από την Αμερική: «Ο μεγάλος ο αδερφός μας, όταν γύρισε ο πατέρας μου ... τον φοβότανε γιατί δεν τον είχε γνωρίσει. Δεν τον είχε γνωρίσει και σου λέει ποιός είν' αυτός ο ξένος που έρχεται; Μέχρι να τον συνηθίσει. Σιγά-σιγά τον εγνώρισε και τον πλησίαζε. Δεν τον πλησίαζε (προηγουμένως)».197

34 - Σαΐτης Ιωάννης, 1907, 40 - Σταυρόπουλος Χαράλαμπος, 1913, 23 - Σταυρόπουλος Κων/νος, 1909, 45 - Τριαντάφυλλου Κων/νος, 1907, 24 - Τσαντίλης Κων/νος, 1913, 37 - Υφαντής Αθανάσιος, 1910, 38.

195. Πβ. όσα παρατηρούν η Α. Αμηρά και Λ. Μαράτου-Αλιμπράντη για την ανάλογη συμπεριφορά παιδιών μεταναστών στο Βέλγιο, τη Δυτική Γερμανία και το Λουξεμβούργο, σε μια κοινότητα της Μακεδονίας στις αρχές της δεκαετίας του 1980: «...σύμφωνα με τις αντιλήψεις των παιδιών, η μετανάστευση των γονέων τους (στην περίπτωση αυτή μεταναστεύουν και οι δύο γονείς) έχει σαν βασικό κίνητρο τη συντήρηση και τη φροντίδα των μελών της οικογένειας» (Α. Αμηρά, Λ. Μαράτου-Αλιμπράντη, «Μετανάστευση και Οικογένεια. Η κοινωνικοποίηση των παιδιών σε μια αγροτική κοινότητα», Πρακτικά του Ελληνογαλλικού Συνεδρίου, Ο Αγροτικός Κόσμος στον Μεσογειακό Χώρο, Αθήνα, 4-7 Δεκ. 1984, Αθήνα 1988, σ. 284-307, κυρίως σ. 291).

196. Beopoulou, «Trikeri...», ό.π., σ. 193. Βέβαια εδώ ο πατέρας, ως ναυτικός, απουσιάζει και επιστρέφει επί σειρά ετών σε τακτά χρονικά διαστήματα. Στο Τρίκερι της δεκαετίας του 1970 δεν απαντούν διευρυμένες οικογένειες" ούτως ή άλλως το παραδοσιακό σύστημα οικογενειακών σχηματισμών δεν είναι ανδροπατροτοπικό (Στο ίδιο, σ. 195).

197. Συν. με τους αδελφούς Α., 13" επίσης: Συν με τους Γ. και Φ. Σ., σ. 1' Συν. με Π. Μ., σ. 2.

p. 136

Υπήρχαν βέβαια και οι περιπτώσεις εκείνες των μεταναστών που αδιαφορούσαν για την οικογένεια τους, δεν έστελναν τακτικά εμβάσματα και για μεγάλα χρονικά διαστήματα δεν έδιναν σημεία ζωής. Με αξιοσημείωτη ειλικρίνεια η Π. Μ. αφηγείται για τον πατέρα της, τον οποίο γνώρισε σε ηλικία 14 ετών:

Δεν ήταν χαλάς πατέρας, δεν ήταν χαλάς πατέρας. Πήε στην Αμερική και δε ματάρθε. Πήε στον πόλεμο, τότε πόχανε τον πόλεμο, εξόρμηση στη Θεσσαλονίκη, ήταν εκεί ο πατέρας μου, έφγε τότε για την Αμερική, ούτε ματάγραφε πίσω, αν έχ' οικογένεια ... αφού δεν έστελνε γράμμα να δει αν ζει η φαμελιά του. Είχ' έναν αδερφό και πήε στη Χιλή κι επικοινώνησε τότε με τη Βόρεια Αμερική να ιδεί και να τον έστειλε εδώ να τον έχουμε, ε, ο άντρας στο σπίτι χρειάζεται. Ούτε δούλευε, ούτε ενδιαφέρεταν, ούτε τίποτα, είχε κορίτσια της παντρειάς. Γιάννη μ', πάντρεφε και κάνα κορίτσ'... Αλλά ευτυχώς τον πήρε ο Θεός γρήγορα.198

Ορισμένες φορές το επάγγελμα ή μια επαγγελματική ασχολία του πατέρα (αν ήταν λ.χ. ιερέας, δάσκαλος διορισμένος σε άλλο χωριό ή ταχυδρομικός διανομέας) τον υποχρέωναν να περνά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μακριά από την οικογένειά του:

Ο πατέρας μου ήταν παπάς και ήταν στην Περιθιώτσα, πέρα απ' το ποτάμ', όπως ερχόμαστε απάνω. Περνάει, πήγαινε ο Μόρνος κάτω, τώρα το κάναν φράγμα, και ήταν απέναντι απ' το ποτάμ' ένα χωριό, το λέγαν Περιθιώτσα, δεν ξέρω αν το μετανόμασαν τώρα, Περιθιώτσα το λέγαν... Ο πατέρας όλο στα ξένα χωριά (ήταν). Σα να τον είχαμε ταξιδιώτ'...199.

Ο πατέρας-ταξιδιώτης: Αυτή την αίσθηση πρέπει να είχαν τα παιδιά των μεταναστών για τον πατέρα τους, αλλά και όσων ήταν υποχρεωμένοι να απουσιάζουν μεγάλα χρονικά διαστήματα από το χωριό για να κερδίσουν μερικά χρήματα. Ωστόσο θα λέγαμε ότι ο πατέρας, όντας απών, είχε μια λειτουργία συμβολική στη συνείδηση των παιδιών, εκπροσωπούσε στα μάτια τους την εξουσία, το νόμο, τον κόσμο έξω από τα όρια του χωριού.200

Εξίσου συχνά, ο πατέρας ζούσε και εργαζόταν στο χωριό ή την ευρύτερη περιοχή του: Ήταν, εκτός από γεωργός —και πολλές φορές πρώην μετανάστης-, καφετζής, παντοπώλης, δάσκαλος, καθηγητής, χτίστης, μαραγκός, ράφτης

198. Συν. με την Π. Μ., σ. 2.

199. Συν. με την Α. Π., σ. 2, 10" επίσης: Συν. με τον Γ. P., σ. 1, 6.

200. Πβ. την παρατήρηση της Shahar, Kindheit im Mittelalter, ό.π., σ. 136. «Σε τελευταία ανάλυση και ο Freud με τους μαθητές του απέδιδαν στο βιολογικό πατέρα, σε αντίθεση με το συμβολικό πατέρα, που ενσωματώνει την εξουσία, το νόμο και τον έξω κόσμο, μόνο έναν περιορισμένο ρόλο».

p. 137

φτης, τσοπάνης. Φαίνεται, μάλιστα, ότι όταν διατηρούσε καφενείο ή παντοπωλείο, τα παιδιά, προπάντων τα μεγαλύτερα αγόρια, περνούσαν συστηματικά αρκετές ώρες στο πλευρό του βοηθώντας στη δουλειά. Ο γιος ενός ιδιοκτήτη καφενείου μου είπε ότι περνούσε περισσότερες ώρες με τον πατέρα του, τον οποίο βοηθούσε στη δουλειά, παρά με τη μητέρα του' δε θέλησε όμως να επεκταθεί περισσότερο στην αφήγησή του και περιορίστηκε σε γενικές, εξιδανικευτικές αναφορές.201

Η φυσική παρουσία του πατέρα αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για να αισθάνονται τα παιδιά ότι πρόκειται για οικείο πρόσωπο" αλλά δεν επαρκούσε. Σε γενικές γραμμές, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η μάνα βρισκόταν πιο κοντά στα παιδιά απ' όσο ο πατέρας, γιατί εκείνη οργάνωνε και κατηύθυνε την καθημερινή ζωή της οικογένειας. Πριν φύγει για το χωράφι ανέθετε στα παιδιά διάφορες μικροδουλειές ή τα έπαιρνε μαζί της για να τη βοηθήσουν' συνήθως -μάλιστα όταν δεν υπήρχε γιαγιά— τους μαγείρευε και τα φρόντιζε από κάθε πλευΡ®·

Ορισμένες φορές ο πατέρας σκιαγραφείται ως ιδιαίτερα σκληρός, σε αντιπαράθεση με τη «γλυκειά», «αξιολάτρευτη», «μοναδική» μάνα. Ίσως οι συγκεκριμένοι συνομιλητές εξιδανικεύουν τη μητέρα τους, αλλά όσα ισχυρίζονται για τον πατέρα τους πρέπει να αποδίδουν, τουλάχιστον κατά το μεγαλύτερο μέρος, την πραγματικότητα. Αυτό υποδεικνύει το γεγονός ότι εκφράζονται για εκείνον σαφώς αρνητικά αλλά με τρόπο έμμεσο, χρησιμοποιώντας ένα επίρρημα που απαλύνει τις εντυπώσεις, αφήνοντας ημιτελείς προτάσεις ώστε ορισμένα πράγματα να εννοηθούν και να μην ειπωθούν ανοιχτά:

Ήταν λιγάκ' σκληρός. Τη φωνή τ' αν άκουγες φοβόσαν... Θα κανονίζαμε το βράδ' που θα πάμε το πρωί με τη μάνα... Ο πατέρας μου νάλεγε το πρωί ότ' θα πάμε για παράδειγμα στην Αγία Βαρβάρα μπορεί και νάφευγε, τον κακό τ' τον καιρό. Η μάνα μ' όμως ήταν άλλο πράμα, η μάνα μ'... Φτωχός ήταν ο πατέρας μου. Ήταν λίγο σκληρός. Πιο καλά τα πήγαινα με τη μητριά μ'... Μ' έδερνε που λες κι έρχονταν η μητριά μ' να με γλιτώσει. Τς έτρωγε η κακομοίρα κι εκείν', έτρωγε κι εκείν' καμιά μπάτσα ... Είχα μάνα χρυσή. Πολύ καλή η μητέρα μ', πονόψυχ' και με τον κόσμο αγαπημέν' πολύ. Ο πατέρας μου έπινε και κάνα ποτήρι και...202.

201. Συν. με τον Π. Π., σ. 9.

202. Συν. με τον Μ. Μ., σ. 13, 19' Συν. με την Γ. Σ., σ. Γ Συν. με τον Α. Μ., σ. 3' επίσης: Συν. με τον Γ. Π., σ. 3, 10' Συν. 2 με τον Γ. Π. σ. 15, 22. Οι διστακτικές, συγκεκαλυμμένες κατά κάποιο τρόπο, συνεχείς αναφορές στη σκληρή συμπεριφορά του πατέρα εκφράζουν αυτό που έθιξα στο κυρίως κείμενο: Οι συνομιλητές δεν επιθυμούν να κατηγορήσουν τον πατέρα τους, δε μπορούν όμως και να κρύψουν την αλήθεια για εκείνον («Ο πατέρας μου ήτο ηθικά αυστηρότατος, δεν ήθελε ν' ακούσει από κανέναν ότι εγώ έθιξα κάποιον και πραγματικά αυτό ήτανε πολύ βάρβαρο, πολύ άσχημο και επέδρασε πολύ, εν πάση περι-

p. 138

Η ανδροκρατούμενη κοινωνία έδινε άτυπα στον πατέρα το δικαίωμα να ασκήσει βία μέσα στην οικογένεια, να «ξεσπάσει» στη γυναίκα του και τα παιδιά του. Άλλοι συνομιλητές σκιαγραφούν αρνητικά τον πατέρα τους δίνοντας έμφαση στην αδιαφορία και την επιπολαιότητά του. Ο πατέρας της Π. Γ. προτιμούσε λ.χ. να παίζει τα χρήματα που κέρδιζε από το παντοπωλείο του στα χαρτιά, στερώντας έτσι τα παιδιά του, από ορισμένα επιπλέον υλικά αγαθά και κυρίως τα αγόρια από τη δυνατότητα να φοιτήσουν στο Γυμνάσιο: «... ήταν χαρτοπαίκτς ο πατέρας μ'. Τα ξόδευι τα λεπτά. Δεν τα ξόδευι τα λεπτά στα παιδιά και στα κορίτσια, ήθελε να τα ξοδέψ' εκεί, γι' αυτό σου λέω, φταίνε και κάπως οι γονέοι... ο πατέρας μ' δεν κυβέρνησε καλά, δεν κυβέρνησε καλά γιατ' έπαιζε και χάλαε τα λεπτά...». Και ένας απόστρατος αξιωματικός περιγράφεται από την κόρη του ως άνθρωπος πανέξυπνος, εγγράμματος αλλά και «...πολύ άσωτος, πώς να το πω, πολυέξοδος», διότι σπαταλούσε τα χρήματά του στο χαρτοπαίγνιο.203

Από τις αφηγήσεις προκύπτει πάντως ότι παρά τα αρνητικά στοιχεία τους ορισμένοι από αυτούς τους πατέρες, τους σκληρούς ή/και αδιάφορους διατηρούσαν διόδους επικοινωνίας με τα παιδιά. Έτσι η ίδια Π. Γ., η οποία, όπως είδαμε παραπάνω, δεν θεωρεί τον πατέρα της σωστό οικογενειάρχη, διατηρεί και θετικές αναμνήσεις από εκείνον, αναμνήσεις βέβαια, που γενικά έχουν υποχωρήσει, «ξεθωριάσει», θα έλεγα, μπροστά στα αρνητικά συναισθήματα, τα οποία κυριαρχούν στη μνήμη της συνομιλήτριας: «Ο πατέρας μου καμιά βολά μας χάιδευε και μας φίληγε, ο πατέρας μ' ειδικά, η μάνα μ' ποτέ. Δεν ευκαιρούσε». Κάτι ανάλογο ισχύει και για τον πατέρα της Γ. Σ., έναν τσοπάνη, στον οποίο αναφέρθηκα παραπάνω, και ο οποίος ασκούσε συστηματικά βία μέσα στην οικογένεια:

Ήτανε σκληρός, ήτανε σκληρός... Τραγούδαγε καμιά φορά και παραμύθια μου έλεγε. Και τα θμώμαι, και τα θμώμαι... Είχε και καλές πλευρές, είχε κι άσχημες. Ήταν και σκληρός. Και τραγούδαγε και καμιά φορά. Δηλαδή όταν ήμασταν έξω, διάβαζε πολλές φορές Θρησκευτικά, έψελνε καμιά φορά, στο βιβλίο... Κοιμόμασταν τα καλοκαίρια πολλές φορές σε χωρά-

περιπτώσει, τόσο ήξερε, τόσο έκανε. Δεν έχω υπόψη μου ποτέ, ούτε σκέφτηκα ποτέ να κακολογήσω. Κατά τα άλλα ήτο έντιμος, αξιοπρεπής, εργατικός και ουδέποτε πέρασε από δικαστήριο για οιαδήποτε απάτη...». «Αυστηρός ήταν ο πατέρας μου. Πολύ γλυκειά η μάνα μου... Και εξετιμάτο πολύ από όλους, ενώ ο πατέρας μου είχε δημιουργήσει και προστριβές και με γειτόνους και με άλλους...». «Πολύ, πολύ, πολύ αυστηρός στα παιδιά! ... Ήτο αυστηρότατος σε σημείο άθλιον...», «...και υπερασπιζόταν η μητέρα τα παιδιά πάντοτε στον πατέρα, ο οποίος ήταν άγριος»).

203. Συν. με την Π. Γ., σ. 20, 2Γ Συν. με την Κ. Σ., σ. 13.

204. (Συν. 2 με την Π. Γ., σ. 46)" Συν. με την Γ. Σ., σ. 7.

p. 139
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 120

    ρούχα: «Μην το χαλάς αυτό, άστο να τόχεις τ' Αϊ-Λιός».143 Η υποχρεωτική φοίτηση στο σχολείο και οι ενδυματολογικοί κανονισμοί που τη συνόδευαν, επέβαλλαν σταδιακά την εγκατάλειψη των παραδοσιακών ενδυμάτων και την υιοθέτηση αστικών προτύπων. Άλλωστε, οι γυμνασιόπαιδες και οι 10-15 φοιτητές στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1920 που παραθέριζαν στο χωριό, μετέφεραν νέα ενδυματολογικά πρότυπα από τα ημι-αστικά ή αστικά κέντρα και προπάντων από την πρωτεύουσα.144 Αλλά και οι «Αμερικάνοι», δηλαδή οι μετανάστες, έστελναν ή έφερναν μπαούλα με δώρα, προπάντων ρούχα ή υφάσματα που δεν έβρισκε κανείς στο χωριό.

    Στη μνήμη και στις αφηγήσεις των ανθρώπων σχετικά με την ένδυση, όπως και σχετικά με τη διατροφή, κυριαρχεί η αίσθηση πως εκείνοι ως παιδιά υστερούσαν σε σύγκριση με τα σημερινά παιδιά της αφθονίας. Το χάσμα μεταξύ των δικών τους παιδικών βιωμάτων και των βιωμάτων των «σημερινών παιδιών» φαίνεται συχνά αγεφύρωτο. Συγκρίνοντας με τρόπο άμεσο και συγκλονιστικό το παρελθόν της με το παρόν της εγγονής της η Π. Μ. συμπυκνώνει στη μαρτυρία της τις περιορισμένες δυνατότητες επιλογής που υπήρχαν και εμπόδιζαν την ανάπτυξη μιας ατομικής αισθητικής:

    Ό,τ' είχε ο καθένας φόραγε. Μια φούστα, ένα φόρεμα, μια ζακέτα, ένα παλτό το χειμώνα. Δεν κοίταζαν να τα συνδυάζουνε. Τώρα λέει η εγγονούλα μου: «εκείνο δεν ταιριάει μ' εκείνο». Ταιριάει, δεν ταιριάει, μεις τα ταιριάζαμε ούλα. Ούλα τα ταιριάζαμε!145

    Φυσικά η ένδυση των παιδιών εξαρτιόταν από τις οικονομικές δυνατότητες κάθε οικογένειας. Όμως όλες οι οικογένειες είχαν λιγότερο ή περισσότερο περιορισμένες δυνατότητες, σε σύγκριση με τα σημερινά δεδομένα. Σε μεγάλο βαθμό οι χωριανοί έραβαν οι ίδιοι τα ρούχα τους, έπλεκαν τις κάλτσες τους, κατασκεύαζαν τα παπούτσια τους. Από το υλικό του Π. Μπακαρέζου και από προφορικές μαρτυρίες προκύπτει επίσης ότι ορισμένες φορές οι άνθρωποι επιδιόρθωναν τα ρούχα τους ή έραβαν καινούρια στις δύο, τρεις μοδίστρες που ζούσαν στο χωριό μεταξύ 1910 και 1930 περίπου, γυναίκες που με αυτό τον τρόπο συμπλήρωναν το οικογενειακό εισόδημα. Φαίνεται πάντως ότι οι χωριανοί κατασκεύαζαν σε μεγάλο βαθμό τα ρούχα τους από ύφασμα του εμπορίου

    143. Συν. με τον Χ. T., σ. 10.

    144. Σε φωτογραφίες της μητριάς της και της αδελφής της, τις οποίες μου έδειξε η Ε. Ζ., το ντύσιμο είναι αστικό. Πρόκειται για μέλη της οικογένειας του θρυλικού δασκάλου του χωριού Θ. Ζ. Η μητριά καταγόταν από εύπορη οικογένεια του γειτονικού χωριού Ζοριάνου, πολλά από τα μέλη της οποίας ήταν εγκατεστημένα σε αστικά κέντρα. Η αδελφή σπούδαζε φιλόλογος στην Αθήνα. Αστικό είναι και το ντύσιμο 7 γυμνασιόπαιδων του χωριού σε μια φωτογραφία των αρχών της δεκαετίας του 1920 (βλ. Εικόνα 7).

    145. Συν. με την Π. Μ., σ. 5.