Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
Title:Growing up in Mountainous Regions
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:38
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2003
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Mentalities and Behaviour
Social integration
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
Visible pages: 143-162 από: 395
Current page:

Σχολαρχείο), δεν ξέρω πώς πήγα... Δεν είχε η μάνα μ' γνώμη για την οικογένεια. Αφελής, πολύ αφελής. Δεν ήξερε, όχι ότι ήταν κακιά, καλή ήταν. Αλλά ήτav πολύ αφελής.211

Πρόκειται προφανώς για μια μεταβατική εποχή, ως προς τις σχέσεις μητέρας κόρης. Οι θυγατέρες μάθαιναν μερικά έστω γράμματα, οι μανάδες ήταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία εντελώς αγράμματες. Οι οικονομικές ανάγκες και οι κυρίαρχες νοοτροπίες απαιτούσαν από τις κόρες να εργαστούν στο πλευρό της μάνας για χάρη της οικογένειας και να εξασκηθούν στα του οίκου, περιμένοντας την ώρα του γάμου τους. Όμως οι επιδόσεις τους στο σχολείο και γενικά σε διάφορες εκδηλώσεις της ζωής οδηγούσαν συγχρόνως τις γυναίκες αυτές στη συνειδητοποίηση ατομικών κλίσεων και δεξιοτήτων, της αξίας τους δηλαδή ως ατόμων και όχι μόνο ως μελών της κοινότητας. Σχηματίζει κανείς την εντύπωση πως ένα αδιόρατο τείχος υψωνόταν ανάμεσα στις δυο γενιές γυναικών, μεγεθυσμένο, ίσως, στη μνήμη και στο λόγο της δεύτερης γενιάς καθώς αφηγείται και αναστοχάζεται το μακρινό παρελθόν.

2. Ο «παππούλης» και η «κυρούλα»

Ο παππούς και η γιαγιά, ο «παππούλης» και η «κυρούλα» στη γλώσσα των ανθρώπων της εποχής,212 αποτελούσαν πολλές φορές κεντρικά πρόσωπα στη ζωή των παιδιών, ιδιαίτερα όταν διέμεναν μαζί με την πυρηνική οικογένεια" κάποτε, όμως, και όταν απλώς ζούσαν στο χωριό.213 Οι οικογενειακές δομές και η πρακτική της ενδογαμίας ευνοούσαν την ανάπτυξη αυτών των σχέ-

211. Συν. με την Π. Μ., σ. 1" επίσης Συν. με την Π. Λ., όπου γενικά η μητέρα εμφανίζεται καταπιεστική και Συν. με την Π. Γ. όπου με έμμεσο τρόπο η μητέρα εμφανίζεται να μη γνωρίζει πολλά από νοικοκυριό, να μην είναι δυναμική και διεκδικητική για τα παιδιά της, να μην επιζητεί «το καλύτερο» γι' αυτά, παρ' όλο που συγχρόνως η συνομιλήτρια ήταν «το δεξί χέρι» της μάνας της στις δουλειές και γι' αυτό πολύ συνδεδεμένη μαζί της.

212. Η Π. Κ., γεννημένη το 1912, μου είπε: «Τ' λέγαμ' και κυρούλα, τ' λέγαμ' και βάβα, τ' λέγαμε και μάικω, λέγαν οι παλιοί, οι παλιοί, ναι. Εγώ βρήκα τη γιαγιά», εννοώντας ότι τα εγγόνια της την αποκαλούν γιαγιά (Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 2).

213. Σύμφωνα με τον Ε. Αλεξάκη (Τα παιδιά της σιωπής. Οικογένεια, συγγένεια και γάμος στους Αρβανίτες της ΝΑ Αττικής-Λαυρεωτικής (1850-1940), Αθήνα 1996, σ. 100), ο οποίος μελέτησε τις οικογενειακές σχέσεις στους Αρβανίτες της Λαυρεωτικής για την περίοδο 1850-1940, «οι σχέσεις παππούδων-εγγονών ήταν πιο ζεστές από τις σχέσεις γονιών παιδιών». Σημειώνει επίσης ότι: «το φαινόμενο έχει σχεδόν γενική ισχύ στην ελληνική κοινωνία και οργανώνει τα άτομα σε τριαδικές σχέσεις επικαλυπτόμενες, όπου οι κατώτεροι στην ιεραρχία για να προστατευθούν από τους αμέσως ανώτερους, συνδέονται με τους βρισκόμενους στην κορυφή της ιεραρχίας, π.χ. εγγόνια - γονείς - παππούδες...». Αν και ο συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί τους όρους «παιδιά» και «εγγόνια» με την ηλικιακή τους σημασία, εύλογα υποθέτει κανείς ότι παρόμοιες θερμές σχέσεις έχουν τις ρίζες τους στην παιδική ηλικία των εγγονών. Φυσικά η ανάπτυξη αυτών των σχέσεων εξαρτάται από δημογραφικούς παράγοντες και προπάντων από τη διάρκεια ζωής.

p. 143

σχέσεων.214 Σε ορισμένες αφηγήσεις εμφανίζονται να κυριαρχούν στη ζωή των παιδιών περισσότερο από τη μητέρα που επωμιζόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος το βάρος των οικιακών και γεωργικών εργασιών και συχνά απουσίαζε από το σπίτι. Συχνά, τα ηλικιωμένα μέλη μιας οικογένειας δεν ήταν σε θέση να διεκπεραιώσουν βαριές σωματικές εργασίες ή ακόμη και να κινηθούν με ευκολία, με αποτέλεσμα να περνούν μεγάλα διαστήματα στο σπίτι μαζί με τα μικρότερα σε ηλικία παιδιά.

Όμως, όπως έχουμε δει, ο καταμερισμός της εργασίας στην οικογένεια δεν εξαρτιόταν μόνο από την ηλικία και τις σωματικές δυνάμεις αλλά, επίσης, ίσως μάλιστα κυρίως, από το φύλο. Γι' αυτό και απαντούν περιπτώσεις στις οποίες, ενώ τόσο ο παππούλης όσο και η κυρούλα ζουν με την πυρηνική οικογένεια, ο πρώτος μένει στο σπίτι, ενώ η δεύτερη συνοδεύει τη μητέρα στα χωράφια και τη βοηθά στις αγροτικές εργασίες. Ο Λ. Γ., γεννημένος το 1901, συνέδεσε μάλιστα άμεσα το γεγονός ότι ο παππούς από την πλευρά του πατέρα του είχε αναλάβει τη φροντίδα των εγγονών, με την απασχόληση της γιαγιάς και της μητέρας του στη γεωργία: «Έφευγαν οι γυναίκες και η γιαγιά ... και η μητέρα μου, έφευγαν, πάαιναν να εργασθούν...».215 Μπορούμε λοιπόν να πούμε σχηματικά ότι από τους ενήλικες ο παππούλης, από την πλευρά του πατέρα (αφού πρόκειται για ανδροπατροτοπική κοινωνία), ήταν δυνάμει το κατ' εξοχήν κεντρικό πρόσωπο στη ζωή ενός παιδιού στο χωριό: «Ο παππούς καθιέταν στο σπίτ'. Η μάνα κι ο πατέρας δεν ευκαιρούσαν να καθήσνε με την οικογένεια στο σπίτι να μιλήσουν, δεν τς ήβλεπαν, ήταν όλο στις δουλειές».216

Αυτό όμως ισχύει «δυνάμει». Κατ' αρχήν προϋποθέτει ότι ο παππούς από την πλευρά του πατέρα ζει,217 δεύτερον ότι ζει μαζί με την πυρηνική οικογένεια, δηλαδή ότι δε ζει με έναν άλλον αδελφό του πατέρα" ότι ο πατέρας δεν είναι σώγαμπρος, ότι οι σχέσεις του πατέρα με τους γονείς του είναι αρμονικές, κάτι που δεν ήταν πάντοτε αυτονόητο" τρίτον ότι ζει αρκετά χρόνια ώστε να μην αναδύεται στη μνήμη των ανθρώπων ως απλή σκιά από ένα μακρινό

214. Οι E. Chvojka και J. Losovâ επισημαίνουν (ως προς την κεντρική Ευρώπη) ότι η ποιότητα των σχέσεων παππούδων-εγγονών εξαρτάται σημαντικά από την απόσταση των χώρων κατοικίας των μεν και των δε, επομένως εξαρτάται και από τις οικογενειακές δομές, που με τη σειρά τους εξαρτώνται, σε μεγάλο βαθμό, από κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις (Ε. Chvojka, I. Losova, «Die Entwicklung der Großvaterrolle. Ein historischer Überblick», στο E. Chvojka, J. Losova, (επιμ.), Großväter. Enkelkinder erinnern sich, (Damit es nicht verlorengeht..., 36), Βιέννη-Κολωνία-Βαϊμάρη 1997, σ. 159-236, κυρίως σ. 162, 163).

215. Συν. με τον Λ. Γ. και την Α. Γ., σ. 5.

216. Συν. με την Α. Π., σ. 5.

217. Στη μελέτη τους για τα παιδιά στο δυτικό μεσαίωνα οι D. Alexandre-Bidon και Didier Lett αποδίδουν το μικρό αριθμό παππούδων και γιαγιάδων που απαντούν στις μεσαιωνικές πηγές στο χαμηλό μέσο όρο ζωής (Alexandre-Bidon, Lett, Η Καθημερινή ζωή..., ό.π., σ. 138).

p. 144

παρελθόν' τέταρτον ότι ο παππούς αυτός είχε τη διάθεση να ασχοληθεί με τα εγγόνια του. Επομένως, στην πραγματικότητα, πολλά παιδιά δε γνώριζαν ποτέ ή γνώριζαν για πολύ μικρό διάστημα, τον «παππούλη» και/ή την «κυρούλα» από την πλευρά του πατέρα' άλλες φορές (και όχι μόνο στις ούτως ή άλλως ελάχιστες περιπτώσεις όπου ο πατέρας ζούσε ως σώγαμπρος στην οικογένεια της μάνας) τα παιδιά συνδέονταν στενά με τους δύο ή με τον έναν από τους γονείς της μητέρας και όχι του πατέρα.

Στο σημείο αυτό διαφαίνεται η σημασία που εκ των πραγμάτων μπορεί να έχει η μητροπλευρική συγγένεια στην καθημερινή ζωή μιας πατρογραμμικής κοινωνίας. Οι ανθρωπολόγοι έχουν τονίσει ότι κοινωνίες, στις οποίες κυριαρχεί η πατροπλευρική συγγένεια, δεν αγνοούν απαραίτητα τους συγγενείς από την πλευρά της μητέρας, οι οποίοι συγκροτούν τη λεγόμενη «συμπληρωματική συγγένεια».218 Θα ήταν πράγματι αδύνατο να παραγκωνίζει η μικροκοινωνία του χωριού τους συγγενείς από την πλευρά της μάνας, στην προκειμένη περίπτωση τους γονείς της: Η μάνα ήταν ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρεφόταν η καθημερινή ζωή μιας οικογένειας' μέχρι το γάμο της είχε ζήσει, δουλέψει, αγωνιστεί στο σπίτι και για το σπίτι των γονιών της. Προφανώς ακόμη και για μια ανδροπατροτοπική κοινωνία, ισχύει η αποφθεγματική ρήση ενός πολύ αξιόπιστου συνομιλητή, του Α. Μ., γεννημένου το 1903: «...η νύφ' θυγατέρα δε γίνεται. Ο γαμπρός παιδί δε γίνεται κι η νύφη θυγατέρα. Υπάρχει διαφορά».219

Στη συνέχεια εξετάζω συγκεκριμένες εκδοχές των σχέσεων που αναπτύσσονταν ανάμεσα σε εγγόνια και τον «παππούλη» ή την «κυρούλα». Ξεκινώ από περιπτώσεις στις οποίες ο παππούς αποτελούσε ολοφάνερα το κεντρικό, το κυρίαρχο πρόσωπο στη ζωή των παιδιών, είτε ταυτόχρονα με τη μάνα, είτε περισσότερο από εκείνη:

Στην οικογένεια Κ. φαίνεται ότι τα παιδιά κυριολεκτικά μεγάλωσαν με τον

218. Βλ. Ε. Αλεξάκης, «Γυναίκες, Γάλα, Συγγένεια», ό.π., σ. 1: «Τι εννοούμε λέγοντας συμπληρωματική συγγένεια; Οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, οι οποίοι πρώτοι χρησιμοποίησαν τον όρο (κυρίως ο Fortes), εννοούν με αυτή τη δευτερεύουσα συγγένεια που είναι σχεδόν πάντα παρούσα σε ένα μονογραμμικό (πατρογραμμικό ή μητρογραμμικό) σύστημα καταγωγής, το οποίο, δίνοντας έμφαση στη μια από τις δύο συγγενικές πλευρές, θεωρητικά θα έπρεπε να αποκλείει την άλλη πλευρά. Αυτό όμως κατά κανόνα δεν συμβαίνει». Πβ. επίσης F. Zonabend, «De la famille. Regard ethnologique sur la parenté et la famille», σ. 68' A. Burguière, Ch. Klapisch-Zuber, M. Segalen, F. Zonabend (επιμ.), Histoire de la famille, Παρίσι 1986, σ. 19-97, κυρίως σ. 68' («Η πατρογραμμικότητα ή η μητρογραμμικότητα δεν αλληλοαποκλείονται. Καμία κοινωνία, ποτέ, δεν είναι αυστηρά μονογραμμική, και στην περίπτωση που τα θεμελιώδη δικαιώματα και προνόμια μεταβιβάζονται από τη μια γραμμή, η άλλη παρ' όλα αυτά αναγνωρίζεται κατά τρόπο δευτερεύοντα»).

219. Συν. με τον Α. Μ., σ. 8.

p. 145

πατέρα του πατέρα. Αυτό το διαπίστωσα από τις συνεντεύξεις που μου παραχώρησαν δύο κόρες της οικογένειας, η οποία είχε συνολικά 9 παιδιά: Το πρωτότοκο και το δευτερότοκο παιδί ήταν αγόρια, τα υπόλοιπα 7, κορίτσια. Οι συνομιλήτριες μου είναι το έβδομο και το όγδοο παιδί της οικογένειας" γεννήθηκαν το 1912 και το 1914 αντίστοιχα, όταν ο παππούς τους ήταν, σύμφωνα με τις χρονολογίες του Γενικού Μητρώου, 55 και 57 ετών. Η μορφή του παππού κυριαρχεί στις αφηγήσεις τους, κυρίως στην αφήγηση της μεγαλύτερης αδελφής αλλά και σε εκείνη της μικρότερης αδελφής, παρ' όλο που η τελευταία, μετά από ένα ατύχημα, σε ηλικία 10 ετών, εγκατέλειψε το χωριό για να ζήσει με μια θεία της στην Αθήνα: «Ο παππούς μου ήταν ένας αρχοντάνθρωπος. Του πατέρα μου ο πατέρας. Μέναμε όλοι μαζί. Πολύ τον θυμάμαι και πολύ...»220. Ο παππούς καθοδηγούσε τα παιδιά, τους ανέθετε μικροδουλειές, τα συμβούλευε, τα επιτηρούσε. «Τς συμβουλές του παππού δεν τς ξεχνάω ... Ο παππούς έλεγε συμβουλές ωραίες» ,221 Σύμφωνα με τη μεγαλύτερη αδελφή:

Πιο μικρά μαζεύαμε το μασούρι. Ο παππούς μ ' έλεγε: « Όταν δεν έχς δουλειά να χάνεις τα χέρια να παλεύουνε, να πάρεις ένα κουβάρι, να μαζεύς άλλο κουβάρι...». Πριν σερβίρεις μούλεγε εμένα: «'Όταν σερβίρεις θα βγάζεις ένα πιάτο με φαγητό, θα το βάζεις μέσα στο κλουβί» [κιβώτιο από ξύλο με τοιχώματα από ψιλό, συρμάτινο πλέγμα (σίτα) για τη φύλαξη του φαγητού], (για τους μουσαφίρηδες). «Είσαι υποχρεωμένος», (έλεγε ο παππούς) «να βγάλεις το φαγητό χι άμα δεν έχς αυγό, να χαλάσ' την κότα, κι άμα δεν έχς κότα, είσαι αναγκασμένος να χαλάσ' τ' αρνί. Νάχς ένα κουβάρ', μάσε άλλο κουβάρ'... Τ' άλλα τ' αφήεις για την άλλ' μέρα, τη δουλειά όχ».222 Η μικρότερη αδελφή επιβεβαιώνει: Κι έλεγε ο παππούς μου: «Παιδιά, να σας πω, όταν μαγειρεύετε θα βγάζετε ένα πιάτο φαγητό και θα το βάζετε στο ντουλάπ', γιατί μπορεί να περάσ' ένας πεινασμένος, ένας ξένος, ας μείνει ένα πιάτο φαγητό». Κι ύστερα έλεγε: «Φαγητό ν' αφήνετε για την άλλ' μέρα, δουλειά να μην αφήνετε...»223.

Εργατικότητα, νοικοκυροσύνη, φιλοξενία: Αυτές ήταν οι αξίες που ο παππούς με τις υποδείξεις του εμφυσούσε στις εγγονές του. Σε μια κοινωνία, όπου ο διαχωρισμός γυναικών και ανδρών ήταν τόσο έντονος σε όλες σχεδόν τις εκδηλώσεις της ζωής, θα περίμενε κανείς να ακούσει ότι η γιαγιά (στη συγκεκριμένη περίπτωση βρισκόταν εν ζωή), η μητέρα, μια μεγαλύτερη αδελφή, εν πάση περιπτώσει μια από τις γυναίκες της οικογένειας, καλλιεργούσε με συμβουλές

220. Συν. με την Β. Κ., σ. 1.

221. Συν. με την Π. Κ., σ. 5.

222. Συν. με την Π. Κ., σ. 2, 3, 5.

223. Συν. με την Β. Κ., σ. 2.

p. 146

και υποδείξεις στα κορίτσια αξίες, όπως την εργατικότητα και τη νοικοκυροσύνη.

Οπωσδήποτε η ιδιοσυγκρασία ενός ανθρώπου καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και τη συμπεριφορά του, αλλά νομίζω ότι θα πρέπει να δούμε τη συμπεριφορά του συγκεκριμένου παππού και ως έκφραση της εξέχουσας, της ηγετικής θέσης που κατείχε μέσα στο οικογενειακό σύνολο, λόγω ηλικίας, φύλου, κοινωνικής θέσης και κοινωνικού ρόλου (ως πατέρας του πατέρα). Κι αυτό παρ' όλο που στο παράδειγμά μας ο πατέρας ζούσε και εργαζόταν στο χωριό. Ο παππούς άλλωστε δε συμβούλευε απλώς" συγχρόνως ανέθετε στις εγγονές του καθήκοντα, που συχνά αφορούσαν στη δική του εξυπηρέτηση: Τις έστελνε το πρωί να του φέρουν νερό κρύο από τη βρύση για να πιει ή τις έστελνε να φέρουν νερό και να γεμίσουν τη φορητή μπανιέρα που είχε προμηθευτεί για να ανακουφίζεται από τη δερματική πάθηση από την οποία υπέφερε («είχε κι ένα ματάκ' ο καημένος, ήταν και παχύς, είχε και δερμικά...»). Επίσης ασκούσε αυστηρό έλεγχο στις κινήσεις των κοριτσιών:

Να σου πω ήμασταν μεγάλα κορίτσια κι εγώ κι η αδελφή μ ' η Κούλα και παντρεύονταν στον Κάτω Μαχαλά, αρραβωνιάζονταν και πήγαμε να τη συγχαρούμε. Έπρεπε νάρθεις μια ώρα πίσω γιατ' είχαμε δουλειά. Θέλαν και τα γίδια και τα μουλάρια περιποίηση. Και μας άφησε έξω απ' την αυλόπορτα ο παππούς και δε μας άφηνε να μπούμε μέσα. Γιατί αργήσαμε... (...) Όταν μεγαλώσαμε πηγαίναμε για ξύλα κι ο παππούς μ' ήθελε, είχε μια ιδιότητα, έπρεπε να 'ρθούμε και φορτωμένες. Κι έβγαινε να δει, αν έχουμε τίποτα. Κι η μάνα μ' έλεγε: «τα ξύλα γίνονται στάχτ', σεις, το κορμί δεν ξαναγίνεται». Ο παππούς είχε αυτό το συνήθειο. Ερχόμασταν, έπρεπε να πάμε και φορτωμένες,224

Στην τελευταία μαρτυρία διαφαίνεται όμως ότι ο έλεγχος προκαλούσε τη δυσαρέσκεια της μητέρας, η οποία, ωστόσο, δε μπορούσε να εκφραστεί ανοιχτά, ακριβώς γιατί μέσα στην οικογένεια βρισκόταν κάτω από την εξουσία του πατέρα του άνδρα της, που λόγω ηλικίας -ήταν 76 ετών όταν γεννήθηκε η μεγάλη αδελφή- και κακής υγείας παρέμενε κυρίως στο χώρο του σπιτιού.

Οι μαρτυρίες που παρέθεσα στην προηγούμενη παράγραφο δείχνουν άλλωστε ότι οι σχέσεις των συνομιλητριών μου με τον παππού τους δεν υπήρξαν ανέφελες, παρ' όλο που τον αγαπούσαν και τον σέβονταν. Φαίνεται, μάλιστα, ότι ο παππούς, όσο κι αν αγαπούσε τις εγγονές του, εξέφραζε ορισμένες φορές δυσαρέσκεια για τον μεγάλο αριθμό κοριτσιών της οικογένειας (όπως είπα παραπάνω τα 7 από τα 9 παιδιά της οικογένειας ήταν κορίτσια). Η περιφρόνηση της θηλυγονίας προκαλούσε ένταση στη σχέση παππού και εγγονής: «Ήταν

224. Συν. με την Π. Κ., σ. 4, 7.

p. 147

ένας κουμπάρος που επειδής έκανε όλο κορίτσια η μάνα μου, είπανε ν' αλλάξουν (κουμπάρο, για να γεννήσει η μάνα και αγόρια)... «Μετά έγινα εγώ και με ξεθύμωσε ο παππούς μου (θύμωσε μαζί μου ο παππούς)... Ήταν τα κορίτσια. Τα είχαν σε κακό τα κορίτσια».225

Ανεξάρτητα πάντως από το φύλο των εγγονών, η συμβίωση της πυρηνικής οικογένειας με τους γονείς του πατέρα πρέπει να προκαλούσε συχνά εντάσεις και να οδηγούσε σε συγκρούσεις, αναστατώνοντας με αυτόν τον τρόπο τη ζωή των παιδιών. Στην αφήγηση του Χ. Τ. αυτό φαίνεται πολύ καθαρά: Σε αυτή την οικογένεια ο πατέρας απουσίαζε συνεχώς στη Νότια Αμερική" η μητέρα και τα δύο παιδιά (ο Χ. Τ. και ο μεγαλύτερος αδελφός του) ζούσαν μαζί με τον παππού, τον πατέρα του πατέρα τους" η μητέρα του πατέρα είχε πεθάνει προ πολλού). Ο παππούς, ο οποίος σύμφωνα με τις χρονολογίες του Γενικού Μητρώου ήταν 58 ετών όταν γεννήθηκε ο Χ. T., το 1914, κατείχε ηγετική θέση μέσα στην οικογένεια, καθώς, μάλιστα, απουσίαζε ο πατέρας. Αρκεί να αναφέρουμε ότι στον παππού έστελνε ο πατέρας τα εμβάσματα από την Αμερική" αλλά και τα υπόλοιπα αδέλφια του πατέρα, τα οποία επίσης βρίσκονταν στη Νότια Αμερική, έστελναν χρήματα στον παππού. Η παρουσία του ενίσχυε σημαντικά τα οικονομικά της οικογένειας T., αλλά σύμφωνα με τον εγγονό του και συνομιλητή μου,

...καλύτερα να έλειπε ο παππούς από τη μάνα μου διότι πέρασε μαύρες μέρες. Ιδιότροπος, ιδιότροπος που δε λέγεται. Το ανεγνώριζαν και τα παιδιά του. Σε ένα άλλο σημείο της αφήγησης λέει χαρακτηριστικά: Παντρευόμενες οι μητέρες πήγαιναν στο σπίτι του συζύγου κι έβρισκαν και τα πεθερικά με τα οποία δεν περνούσαν και τόσο καλά... Ο παππούς ήταν σκληρός. Όχι σε μας. Στο φέρσιμο προς τη μάνα μου. Ναι. Την κατηγορούσε, την ύβριζε, την κακολογούσε κ.λπ., παρόλο ότι με την οικογένεια της μάνας μου είχαν αγαθότατες σχέσεις. Αλλά με τη μάνα μου μαλώνανε».226

Και ο παππούς του Χ. Τ. ανέθετε στα παιδιά καθήκοντα, λ.χ. να του φέρουν νερό από τη βρύση, αλλά δεν αναφέρονται επίμονες υποδείξεις και συμβουλές προς τους εγγονούς, ίσως γιατί ήταν αγόρια και ο κόσμος τους είχε πιο ρευστά σύνορα, πιο ρευστούς κανόνες από ό,τι ο κόσμος των κοριτσιών.

Όμως οι σχέσεις του συνομιλητή μου και του αδελφού του με τον παππού τους είχαν αναμφισβήτητα θετικές πλευρές: Ο παππούς τραγουδούσε με τα παιδιά, τα έπαιρνε στα πόδια του, τους διηγόταν ιστορίες από τα νιάτα του ως ληστή, ιστορίες που στη διάρκεια της συνομιλίας μας έφερναν δάκρυα στα μάτια του Χ. T., αναδεικνύοντας τη βαθειά επίδραση που πρέπει να είχε ο πατέρας του πατέρα του (παππούς του) στη διαμόρφωση του ψυχικού, συναισθηματικού και

225. Συν. με την Π. Κ., σ. 6.

226. Συν. με τον Χ. T., σ. 3, 7.

p. 148

αξιακού κόσμου του εγγονού. Φαίνεται ότι εξιστορούσε συχνά στους εγγονούς του τα κατορθώματά του: Σε μια περίπτωση, στην οποία αναφερόταν συχνά, είχε ξεκινήσει μαζί με 12 συγχωριανούς για τη Μικρά Ασία. Εκεί διέμειναν αρκετό καιρό ληστεύοντας οικισμούς και διερχόμενα καραβάνια, ξεπερνώντας κακουχίες και δυσκολίες χάρη στη μεταξύ τους αλληλεγγύη. Ο παππούς του Χ. Τ. τόνιζε στις αφηγήσεις του τα κατορθώματα της ομάδας προσδίνοντάς τους χαρακτήρα εθνικό, προφανώς για να τα νομιμοποιήσει στη συνείδηση του και στη συνείδηση μιας κοινωνίας, στην οποία οι παλιές αξίες μετατρέπονταν σταδιακά σε απαξίες: «Αυτά τα πράγματα εκείνοι τα θεωρούσαν ηρωικές πράξεις, γιατί πήγαμε λέει να χτυπήσουμε τον Τούρκο, Τούρκο, όχι Έλληνες, Τούρκο, δηλαδή να του κάνουνε ζημιά...».227 Υποθέτω ότι οι αφηγήσεις αυτές που εξήραν τη σωματική και ψυχική αντοχή των ανδρών, τον ηρωισμό, την πολεμική τέχνη, αργότερα επηρέασαν υποσυνείδητα την απόφαση του Χ. Τ. να προσχωρήσει στη αντίσταση (στον ΕΛΑΣ) και να πολεμήσει στα βουνά. Άλλωστε, όπως επισημαίνει ο Δαμιανάκος υποδεικνύοντας επιρροές της παράδοσης της κοινωνικής ληστείας στο αντάρτικο, «η λαϊκή μνήμη για την κλεφτουριά και την κοινωνική ληστεία παραμένει ζωντανή την περίοδο 1940-49».228

Τον παππού τον θμώμαι πολύ χαλά και πολλές συμβουλές (έδινε), αφη-

227. Συν. με τον Χ. T., σ. 7.

228. Στ. Δαμιανάκος, «Κοινωνική ληστεία και αγρο-ποιμενικός πολιτισμός στην Ελλάδα», στο Στ. Δαμιανάκος, Παράδοση Ανταρσίας, ό.π., σ. 71-107, κυρίως σ. 77. Στην πρωτοποριακή μελέτη της για το χωριό Ζιάκα Γρεβενών κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, η Ρ. Μπούσχοτεν συνδέει τη διάσπαση της παράδοσης του κλεφταρματολισμού στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, με την εμφάνιση νέων αξιών και την ανάπτυξη συλλογικών μορφών δράσης, που με τη σειρά τους ευνόησαν την μεταγενέστερη αριστερή πολιτική τοποθέτηση των Ζιακιτών και την ενεργό δράση τους στην Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο. Μεταξύ άλλων επισημαίνει το ρόλο των πολιτισμικών παραδόσεων του ορεσίβιου πληθυσμού (όπως της περηφάνειας, της παλικαριάς, της ανδροπρέπειας), που στην περίπτωση των ανταρτών μεταπλάστηκαν μέσα από τους κοινωνικούς αγώνες του Μεσοπολέμου και τις δομές του ΕΑΜ και προσαρμόστηκαν σε ένα νέο συλλογικό πλαίσιο αναφοράς (Μπούσχοτεν, Ανάποδα Χρόνια, ό.π., σ. 41-70, 148-153). Θα είχε, νομίζω, ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς επίσης το ενδεχόμενο αξίες της κλεφταρματολικής παράδοσης που μεταβιβάστηκαν στα παιδιά του Μεσοπολέμου μέσα από αφηγήσεις των ενηλίκων (εν μέρει, όπως στην περίπτωση του παππού του Χ. Τ. μεταπλασμένες από την οπτική των κυρίαρχων εθνικών αξιών), να επηρέασαν καθοριστικά τη μεταγενέστερη απόφαση τους να ενταχθούν σε αντάρτικες ομάδες.

Βέβαια οι κοινωνικο-οικονομικές δομές στο Κροκύλειο και την ευρύτερη περιοχή γύρω από αυτό διαφέρουν από τις κοινωνικο-οικονομικές δομές της ευρύτερης περιοχής στην οποία εντάσσεται το παράδειγμα της Μπούσχοτεν. Οι οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά πολύ ισχυροί κτηνοτρόφοι της περιοχής των Γρεβενών, ο πρώιμος εξαστισμός σημαντικού μέρους του πληθυσμού (Μπούσχοτεν, ό.π., σ. 24 κ.εξ.) και οι συνακόλουθες έντονες κοινωνικο-οικονομικές εξαρτήσεις, δεν απαντούν στην περίπτωσή μας. Επιπλέον στο παράδειγμά μας η ληστεία φαίνεται να αποτελεί παρελθόν που έχει μετατραπεί σε αφήγηση ήδη στην αρχή της μεσοπολεμικής περιόδου, νωρίτερα από ότι στο παράδειγμα της Μπούσχοτεν (για τη γεωγραφία του ληστρικού φαινομένου βλ. εδώ, Πρώτο κεφάλαιο, σημ. 79).

p. 149

αφηγείται η Α. Π., που γεννήθηκε το 1911, τότε που ο πατέρας του πατέρα της (παππούς της) πλησίαζε τα 80 και ζούσε μαζί με το γιο, τη νύφη και τα έξι παιδιά τους. Ο πατέρας όμως ήταν ιερέας σε γειτονικά χωριά -τον συναντήσαμε και προηγουμένως όταν μιλήσαμε για το πρόσωπο του πατέρα- και απουσίαζε τον περισσότερο καιρό από το σπίτι. Και σ' αυτήν την περίπτωση ο παππούς έπαιζε σε μεγάλο βαθμό το ρόλο του αρχηγού της οικογένειας: «Ο παππούς ήταν αρχηγός, αρχηγός στο σπίτ', ναι, και μολονότι δεν μπόραγε να πάει έξω, να πάει για δουλειές κι αυτό, η γλώσσα τ' ήταν...».229 Και εδώ συναντάμε τις συνεχείς υποδείξεις προς τις εγγονές, όχι μόνο στην παιδική αλλά και στη νεανική τους ηλικία, υποδείξεις που συνδέονταν με την καθημερινή εργασία στο χώρο του σπιτιού:

Απ' τη γιαγιά δε θμώμαι πολλά πράματα... αλλά με τον παππούλη μ' έζησα όμως, και έζησα και μίλαε και μάρενε η κουβέντα τ' κι αυτά. Ευκιέταν, μόλεγε πώς να σκάβω, πώς να κάνω, γιατ' αυτή τη δουλειά κάναμε εμείς τότε, μόλεγε πώς να γυρίζω το ζευγάρ', και μόλεε μάλιστα: «μόεις, Αγγέλω μ', μόεις μοιάσ' στο ζευγάρ, κάνς καλό χωράφ', κάνς καλό χωράφ', κάνς γιομάτ' την αυλακιά, σε φοβάται το ζευγάρ', μόεις μοιάσ', Αγγέλω μ', μόεις μοιάσ'».230

Επίσης ο παππούς της Α. Π., όπως και ο παππούς του Χ. T., διηγόταν ιστορίες από τη δράση του ως ληστή:

Λοιπόν ο παππούλης μ' τώρα έκαμε κλέφτς εκείνα τα χρόνια... Μας διήγείταν πως έκαμε αυτός κλέφτς εδώ στ' Αρβανιτοχώρια ... εκεί έκαμε κλέφτς κι αρματολός κι έλεγε ότι πήραν κάνα δυο παιδάκια, τα πήραν για εξαγορά απ' τς Αρβανίτες εκεί, τα πήραν να τα ξαγοράσουν, να πάρνε λύτρα...231.

Μέσα από την επικοινωνία με τον «παππούλη», συχνά αγόρια και κορίτσια γνώριζαν έναν κόσμο αρκετά διαφορετικό από το δικό τους, από τον κόσμο που πρόβαλλε το σχολείο, το έθνος-κράτος, τα αστικά κέντρα με τα οποία η κοινότητα διατηρούσε επαφή, έναν κόσμο, στον οποίο η κλοπή, η απαγωγή, η βία γενικότερα, αποτελούσε τρόπο επιβίωσης και ζωής, είχε θέση και αξία και ήταν, φυσικά, ανδρικό προνόμιο. Υποθέτω ότι παρόμοιες διηγήσεις νομιμοποιούσαν, ως ένα βαθμό, στη συνείδηση αγοριών και κοριτσιών τη βία -με την ευρύτερη έννοιά της και όχι μόνο με την έννοια της φυσικής βίας —ως ανδρικό προνόμιο και συντελούσαν στην αναπαραγωγή της ανδρικής εξουσίας μέσα στην οικογένεια.

229. Συν. με την Α. Π., σ. 7.

230. Συν. με την Α. Π., σ. 3.

231. Συν. με την Α. Π., σ. 2.

p. 150

Υπάρχουν και άλλες μαρτυρίες για τη σημασία που είχε για τα παιδιά του χωριού, την καθημερινότητα και την κοινωνικοποίηση τους η συμβίωση με τον πατέρα του πατέρα.232 Σε όλες, η γιαγιά από την πλευρά του πατέρα, προβάλλει λιγότερο έντονα. Φυσικά δε διηγούνται όλοι οι άνθρωποι το ίδιο αναλυτικά αλλά το ερώτημα που με απασχολεί είναι το εξής: Γιατί συνομιλητές που αφηγούνται με λεπτομέρειες και έζησαν μεγάλο μέρος της παιδικής τους ηλικίας όχι μόνο με τον πατέρα του πατέρα αλλά και με τη μητέρα του πατέρα, όπως οι αδελφές Π. Κ. και Β. Κ. ή ο Λ. Γ., μιλούν εκτενώς για τον «παππούλη» τους και ελάχιστα για την «κυρούλα» τους; Ίσως επειδή με τον «παππούλη» περνούσαν περισσότερο χρόνο, αφού η «κυρούλα» ήταν απασχολημένη στο σπίτι και τα χωράφια, ίσως επειδή η επικοινωνία με τον παππού ήταν περισσότερο λεκτική,233 ακριβώς λόγω του άφθονου χρόνου, που ο τελευταίος είχε στη διάθεσή του, και γι' αυτό η σχέση τους μαζί του μπορεί να ανακληθεί με μεγαλύτερη ευκολία στη μνήμη και να μετατραπεί σε αφήγηση. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την περίπτωση η μητέρα του πατέρα να έπαιζε σημαντικότερο ρόλο στην καθημερινότητα των παιδιών και τη διαδικασία κοινωνικοποίησης τους από όσο μπορούμε να ανιχνεύσουμε στο προφορικό υλικό.234 Σε ορισμένες περιπτώσεις, βέβαια, η σχέση των παιδιών με τη γιαγιά προβάλλει με την ίδια ένταση, με την οποία, στα παραδείγματα που αναλύσαμε παραπάνω, οι άνθρωποι μιλούν για τον παππού τους. Πρόκειται όμως πάντοτε για τη μητέρα της μητέρας, στοιχείο που αναδεικνύει τη σημασία των μητροπλευρικών συγγενών σε κοινωνίες όπου κυριαρχεί η πατροπλευρική συγγένεια, σημασία στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω. Η στενή σχέση με τη για-

232. Συν. με την Ε. Ζ., σ. 1, 9, 15' Συν. με τους Λ. και Α. Γ., σ. 1, 5, 7.

233. Σε αυτό το σημείο τα συμπεράσματα μου διαφέρουν από εκείνα της κοινωνικής ανθρωπολόγου Μαρί-Ελιζαμπέτ Αντμάν, η οποία μελέτησε ένα ημιορεινό χωριό του Πηλίου στη δεκαετία του 1970: «Στο Πουρνάρι, αυτός ο ιδιαίτερος δεσμός, που δημιουργείται με τις λέξεις, δεν υπάρχει. Τα παιδιά έχουν πιο σπάνια απ' όσο στο Minot [ένα χωριό της Γαλλίας, με το οποίο η συγγραφέας συγκρίνει την περίπτωση, την οποία μελετά] την ευκαιρία να έρχονται σε επαφή με τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν τους μιλούν. Μιλούν, βέβαια, αλλά χωρίς ν' απευθύνονται ειδικά σ' αυτά: μιλούν μπροστά τους για χίλια δυο πράγματα, για τη διαγωγή των γειτόνων, για τη δουλειά, για την πολιτική, και αυτά μαθαίνουν, ακούγοντας τα λόγια των μεγάλων, τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν.» (Αντμάν, Βία και πονηριά, ό.π., σ. 197).

234. Πβ. Κ. Καραπατάκης, Η Μάνα και το Παιδί στα παλιότερα χρόνια, Αθήνα 1979, σ. 164-167: Ο Καραπατάκης εξετάζει την καθημερινότητα των παιδιών στη Μακεδονία, κυρίως στην περιοχή Γρεβενών, από όπου και ξεκίνησε την έρευνά του το 1932. Στις σελίδες 164-167 μιλά για το σημαντικότατο ρόλο του παππού και της γιαγιάς μέσα στην οικογένεια: «Ο "καλός παππούς" πάντα έβαζε τα παιδιά να κάνουν ορισμένες δουλειές και τα επαινούσε με μπράβο (...) Ο ρόλος της γιαγιάς ήταν ακόμα σπουδαιότερος. Η γιαγιά μένοντας ώρες ολόκληρες με τα παιδιά, έμπαινε πολύ βαθιά στην ψυχή τους». Το υλικό μου δεν επιβεβαιώνει την εικόνα αυτή της γιαγιάς που περνά πολύ χρόνο με τα εγγόνια.

p. 151

γιαγιά δε φαίνεται να κυριαρχείται από υποδείξεις ή συμβουλές, δε μοιάζει να στηρίζεται στη στενή επιτήρηση και τον έλεγχο, αλλά μάλλον στη φροντίδα του ενήλικα προς το παιδί και την αλληλεγγύη μεταξύ τους' είναι μια, κατά βάση, σιωπηλή αλλά ισχυρότατη σχέση στοργής:

- Η Γ. Σ. γεννήθηκε το 1917' η μητέρα της πέθανε λίγο μετά τη γέννησή της. Ο πατέρας της ξαναπαντρεύτηκε, όταν εκείνη ήταν 3 ετών. Οι σχέσεις της με τη μητριά της ήταν πολύ καλές' αντίθετα ο πατέρας ήταν σκληρός μαζί της. Δεν της επέτρεπε να επισκεφτεί τη γιαγιά από τη μητέρα της, επειδή η οικογένεια της πρώτης του γυναίκας τού χρωστούσε ακόμη χρήματα από την προίκα. Η Γ. Σ., ενάντια στη θέληση του πατέρα της και με την κάλυψη της μητριάς της, διατηρούσε στενή σχέση με τη γιαγιά της, μια σχέση αγάπης και στοργής που σφράγισε τη ζωή της συνομιλήτριας μου:

Από μία γιαγιά μ' είχα στοργή. Τς μάνας μου. Από κείνη γνώρσα στοργή και την αγαπούσα πάρα πολύ... Αγάπη. Πήγαινα εκεί και ό,τ' νάχε -φτωχούλα ήταν και είχε μια νύφη εκεί, δεν πολυτς έδινε σημασία, δεν την αγαπούσε- μόδινε φωμάκ', μόδινε ό,τ' φαγάκ είχε, «όχι», λέω, «γιατί τι θα φας εσύ άμα το φάω εγώ;» — «Άμα τρως εσύ, χορταίνω γω, παιδάκι μ'». Θα ήμαν δέκα χρονών, εννιά χρονών. Έπαιρνα ξυλάκια, κλαρούλες, καμιά πατατούλα, φασολάκια μάζευα απ' το περιβόλ' και τς πήγαινα να μαγειρέφ' η κακομοίρα,235

Για την Γ. Σ. η γιαγιά της, που το 1917 -όταν γεννήθηκε η συνομιλήτρια— πλησίαζε τα 60, ήταν το πρόσωπο στο οποίο στηρίχθηκε ψυχολογικά στη διάρκεια των παιδικών της χρόνων" και η ανάμνηση της γιαγιάς τη στηρίζει ψυχολογικά ακόμη και σήμερα, που η Γ. Σ. έχει χάσει με τραγικό τρόπο τη μια από τις δύο κόρες της, αναδεικνύοντας τη σημασία που έχουν για τη ζωή ενός ανθρώπου, τα πρόσωπα αναφοράς στα πρώτα χρόνια της ζωής του: «Πολλές φορές τη βλέπω (τη γιαγιά) στον ύπνο μου, να την κρατάω στα χέρια μου, στην αγκαλιά μου, να τη σφίγγω, να τη φιλάω».236

- Η Π. Α., περίπου συνομήλικη της Γ. Σ., είναι η μοναχοκόρη και μοναχοπαίδι του καθηγητή του Σχολαρχείου, στην οποία έχουμε επανειλημμένα αναφερθεί. Η σχέση της με τη μητέρα της μητέρας της στα παιδικά της χρόνια υπήρξε ιδιαίτερα στενή. Σε αυτή την περίπτωση η γιαγιά, που ήταν περίπου 55 ετών το 1918, όταν γεννήθηκε η συνομιλήτρια, ζούσε μαζί με την πυρηνική οικογένεια, αφού ο πατέρας της Π. Λ. ήταν σώγαμπρος.

Η χαρά μου, —αφηγείται η συνομιλήτρια—, ήτανε να πηγαίνω με τη γιαγιά στο μύλο, ο οποίος μύλος είχε χώμα κάτω, είχε ένα τζακάκι, που έκαιγε βέβαια μια φωτιά, γιατί δε .μπορούσες μέσ' τη ρεματιά να σταθείς χωρίς

235. Συν. με την Γ. Σ., σ. 11.

236. Συν. με την Γ. Σ., σ. 11.

p. 152

φωτιά, και δίπλα ήταν ο αλευρόμυλος που άλεθε τ' αλεύρι η μυλωνού, η οποία ήταν η γιαγιά, κι εγώ πήγαινα και κοιμόμουνα μαζί της, είχα μεγάλη χαρά να πάω μαζί της, θυμάμαι μάλιστα ότι έβαζα τα πόδια μου μέσα σε κάτι μάλλινες φανέλλες, φορούσε ως τα κάτω υφαντές, μόνη της ης είχε υφάνει, και μ' άρεσε πάρα πολύ να ζεσταίνομαι εκεί... Α, τρομερά μ' αγαπούσε, σου είπα ότι μεγάλωσα με πολλά χάδια μέσα σε μια οικογένεια μεγάλων. .. Η δε γιαγιά με λάτρευε. Φοιτήτρια ακόμα, θυμάμαι ότι δεν άφηνε να φάνε άλλος κεράσι απ' την κερασιά, νάρθει να φάει το παιδί,237

Και εδώ, όπως και στο προηγούμενο παράδειγμα, η φροντίδα της γιαγιάς για την εγγονή διαπνέει την όμορφη αυτή σχέση' σε τούτη την περίπτωση μάλιστα, ο ύπνος στο πλευρό του ενήλικα προσφέρει στο παιδί ένα αίσθημα ασφάλειας και ενισχύει τη σχέση γιαγιάς-εγγονής.238

- Η Α. Σ. είχε επίσης πολύ ισχυρό δεσμό με τη μητέρα της μητέρας της η οποία το 1922, όταν γεννήθηκε η συνομιλήτρια, ήταν περίπου 60 ετών. Και εδώ, όπως και στο προηγούμενο παράδειγμα, η γιαγιά ζούσε για πολλά χρόνια μαζί με την πυρηνική οικογένεια. Για την ακρίβεια, η τετραμελής οικογένεια είχε εγκαταλείψει τους γονείς του πατέρα, μετά από έντονη παρεξήγηση ανάμεσα στην πεθερά και τη νύφη. Για αρκετά χρόνια έζησε με τους γονείς της μητέρας.239 Όταν η Α. Σ. ήταν 12 χρονών επέστρεψε μαζί με τους γονείς της στο σπίτι των γονιών του πατέρα της. Συνέχισε όμως να βλέπει καθημερινά τη γιαγιά από τη μητέρα της, τη γυναίκα από την οποία έμαθε τόσα πράγματα για τη «γυναικεία» τέχνη, το νοικοκυριό:

Πολύ (στενή σχέση είχα με τη γιαγιά μου). Εκεί έζησα, που παρεξηγήθκε ο πατέρας μου, πήγαμε κάτω (στον Κάτω Μαχαλά) κι εκεί μεγάλωσα. Και συνέχεια εγώ από δω πήγαινα κάτ' το βράδι. Πάρα πολύ την αγαπούσα.

237. Συν. με την Π. Λ., σ. 3.

238. Γενικά, όπως είπαμε και όταν αναφερθήκαμε σε ζητήματα κατανομής του οικιακού χώρου, ο ύπνος στον ίδιο χώρο ή στο πλάι του ενήλικα σε εποχές και σε κοινωνικά στρώματα, όπου ούτως ή άλλως δεν υπήρχε η δυνατότητα χωριστών υπνοδωματίων για παιδιά και ενήλικες, συχνά συνέβαλλε θετικά στην ψυχική και συναισθηματική ισορροπία των παιδιών -χωρίς να θέλω να εξιδανικεύσω καταστάσεις που αντικατοπτρίζουν το χαμηλό βιοτικό επίπεδο και δημιουργούσαν και πολλά προβλήματα.

239. Μια άλλη συνομιλήτρια, η Λ. Π., μου είπε ότι «ο πεθερός την έδιωξε τη μάνα μου απ' το σπίτι. Και δεν είχαμε ούτε σπίτι που να μείνουμε». Φαίνεται όμως ότι αργότερα επέστρεψαν στο σπίτι του παππού από την πλευρά του πατέρα. Η συνομιλήτρια διατηρεί πολύ όμορφες αναμνήσεις από την κυρούλα της από την πλευρά της μητέρας, παρ' όλο που εκείνη «ήταν στο δικό τς το σπίτι» στο χωριό (Συν. με την Λ. Π., σ. 2' Συν. 2 με την Λ. Π.., σ. 1 ). Οι οικογενειακές αυτές δομές (η συμβίωση για ένα σημαντικό διάστημα με την οικογένεια καταγωγής της μητέρας λόγω οικογενειακής διαμάχης) δεν έχουν καταγραφεί στο Γενικό Μητρώο, απόδειξη της σχετικής μόνο αξιοπιστίας των θεωρητικά «σκληρών» αυτών δεδομένων.

p. 153

σα, Θεός σχωρέσ' τη γιαγούλα μου, τι να σου πω! Εάν ζούσε, όχι τώρα βέβαια που γέρασα κι εγώ, να ζούσε όταν παντρεύτκα, θα μπορούσα να την κοιτάξω, έτσι να το ευχαριστηθεί. Ήταν πάρα πολύ κοινωνική, πρώτα απ' όλα... ήταν νοικοκυρά. Να πλύν' τα ρούχα με στάχτη, μ' αλυσίβα, να τα βλέπεις να τα βράζει, να λάμπουν. ...Όλα εκεί τα μάθαμε. Μαγειρική τέλεια. Πολύ νοικοκυρά! Άφταστη! Για κείνον τον καιρό...240

Τρεις περιπτώσεις, τρεις γυναίκες, που θυμούνται με θέρμη την «κυρούλα», από την πλευρά της μητέρας τους. Ας ήταν μια κοινωνία πατριαρχική και ανδροπατροτοπική' οι γονείς της μάνας δεν έχαναν τη σημαντική θέση τους στο σύστημα συγγένειας. Και τούτο γίνεται φανερό, πάνω απ' όλα, στο επίπεδο της ανθρώπινης εμπειρίας. Στις λίγες περιπτώσεις που η μητέρα καταγόταν από άλλο χωριό -είτε γειτονικό, όπως το Κουπάκι στην περίπτωση της μητέρας της Α. Π., είτε, πολύ σπάνια, μακρινό, όπως στην περίπτωση της μητέρας της Π. Γ. που καταγόταν από τη Γρανίτσα ένα χωριό της ορεινής Ναυπακτίας-, τα παιδιά επισκέπτονταν μαζί της είτε σε τακτικά, είτε σε τακτά χρονικά διαστήματα, τους γονείς της καθώς και άλλους συγγενείς. Το μικρό μέγεθος του οικισμού, η εγγύτητα στο χώρο καθώς και η κυρίαρχη πρακτική της ενδογαμίας ευνοούσαν τη διατήρηση των σχέσεων της μάνας με την παντρεμένη κόρη, παρ' όλο που κατοικούσαν σε διαφορετικά σπίτια. Το γεγονός, άλλωστε, ότι σήμερα στην Αθήνα πολλές χωριανές ζουν με την οικογένεια της κόρης τους ή μιας κόρης τους ίσως συνδέεται, ως ένα βαθμό, με τον ισχυρό δεσμό μάνας-κόρης που στην πρωτεύουσα δύσκολα μπορεί να διατηρηθεί και να λειτουργήσει προς όφελος των οικιακών ομάδων αν οι δύο γυναίκες δε συγκατοικούν.241

Ορισμένες φορές οι άνθρωποι επέλυαν πρακτικά προβλήματα διακινώντας τα παιδιά ανάμεσα στο σπίτι των γονιών τους και σε εκείνο των γονιών της μητέρας. Η διακίνηση των παιδιών προβάλλει με αυτό τον τρόπο ως ζωτικό στοιχείο των συγγενειακών, και μάλιστα των μητροπλευρικών, δικτύων αλληλεγγυότητας:

- Η Π. Κ., λ.χ., γεννημένη το 1912, πέρασε, όταν ήταν 8-9 ετών, ένα χρόνο στο χωριό Παλιοξάρι με τη γιαγιά της -τη μητέρα της μητέρας τηςπου ήταν βαριά άρρωστη, προκειμένου να βοηθήσει τις θείες της: «Την τρίτη τάξη του Δημοτικού πήγα στο Παλιοξάρ', στο δάσκαλο τον Αναγνωστόπουλο.

240. Συν. με την Α. Σ., σ. 5.

241. Μια γυναίκα που ζει στο χωριό, όταν επισκέφτηκε την Π. Κ. στην Αθήνα, τη ρώτησε επιτιμητικά: «γιατί κάθεσαι εδώ στο γαμπρό και δεν πας κοντά στο γιο σου;» (Συν. με την Π. Κ., σ. 10). Οι ηλικιωμένες χωριανές που γνωρίζω ότι κατοικούν μόνιμα στην Αθήνα, ζουν με την οικογένεια της κόρης τους ή μιας κόρης τους. Σε επίπεδο οικιακών σχηματισμών οι εμπειρίες των συνομιλητριών διαφέρουν ριζικά από τις αντίστοιχες των γιαγιάδων τους στο χωριό.

p. 154

Συντηρούσα και τη γιαγιά... Τη βοηθούσα τη γιαγιά γιατί ήταν κατάκοιτη, έπρεπε να της δώσω να φάει... Μετά πήγε η άλλη αδελφή μου...».242

- Σε μια άλλη οικογένεια, η μεγαλύτερη κόρη, η «Μυγδαληνή» ή «Μυγδάλω» (από το «Μαγδαληνή»), πέρασε τα παιδικά της χρόνια κοντά στον παππού και τη γιαγιά από την πλευρά της μητέρα της, στο Κουπάκι.243 Οι ίδιοι οι γονείς της μητέρας είχαν προτείνει να κρατήσουν το κοριτσάκι κοντά τους προκειμένου να ανακουφίσουν την πολύτεκνη οικογένεια. Φαίνεται, μάλιστα, ότι κατά καιρούς φιλοξενούσαν για μικρά χρονικά διαστήματα ένα από τα παιδιά της οικογένειας στο σπίτι τους, στο Κουπάκι. Η σχετική μαρτυρία προέρχεται από τη μικρότερη κόρη της οικογένειας και μας δίνει μια εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε ένα δίκτυο συγγενειακής αλληλεγγυότητας. Δείχνει δηλαδή ότι η στενότητα χώρου σε συνδυασμό με την παρουσία πολύ μικρών παιδιών, προκαλούσε εντάσεις στο εσωτερικό της οικογένειας, στην αποκλιμάκωση των οποίων οι συγγενείς μπορούσαν να συμβάλλουν ουσιαστικά:

Έρχονταν αυτήνοι (οι γονείς της μητέρας) όταν τάχε (η μάνα) μικρά τα παιδιά και τόπαιρναν κανένα πέρα κει να... Μάλιστα τάχε (η μάνα) τα δύο πρώτα κορίτσα, μία αδελφή μ' που θάηταν και καλύτερ εκείν' απ' όλες, πέθανε 18 χρονών και η άλλ' τώρα που έζησε —τώρα πέθανε αυτή η άλλ'— πρώτα που ήταν, ήταν σα δίδυμα γιατ' ήταν κοντά-κοντά. Και κάποτε ήρθε ο παππούς από το Κουπάκι εδώ για να ιδεί τα παιδιά εδώ, τη θυχατέρα και τα 'γγόνια κι αυτά, είχ' έρθ' κι ο πατέρας μου απ' την Περιθιώτσα τώρα, από κείνο το χωριό (ο πατέρας ήταν ιερέας στην Περιθιώτισσα), αντάμωσαν όλ ' μαζί..., ήταν σα δίδυμα αυτήνα, ενός χρονού παιδιά (το πρώτο κορίτσι είχε γεννηθεί το 1901, το δεύτερο το 1903), το ένα το είχε στη σαρμανίτσα λέμε, ξύλινα τάχαν, και τ' άλλο τόχε στο μπισίκ' (σε ξύλινες κούνιες) ...και κούναε η μάνα. - «Άστο», λέει ο πατέρας μ', «το ένα το κουνάω εγώ», αφού έτχε νάρθει κι ο πατέρας στο χωριό ... Πήρε κι αυτός, κούνσε, κούνσε, δεν κοιμάταν αυτό, τι το πέργωσε, δεν κοιμάταν, δίν' μία, μια φορά, πάει ίσα πέρα, κυλώντας μαζί με το μπισίκ'... Ε, η μάνα η κακομοίρα, τι να κάμ', πήε και το πήρε, το σήκωσε, τόμασε πίσω δώθε. Του είπε: «κοιμήσ' πάρα πέρα κι άθε να τα κουνάω εγώ που είμαι μαθημέν' και τα κνάω». Ο παππούς απόκει άκσε τώρα που όλ ' νύχτα δεν κοιμήθκαν, άκσε και τη φασαρία, έφυγε και πήε στο Κουπάκ' και λέει στη γιαγιά κει πέρα, σε κείν' τη γιαγιά: «σήκω κι άιντε πέρα να βρεις κανένα ζωντανό, πάρτο δώθε δω», λέει, «να ιδούμε τι θα γίν'», λέει... «αυτό κι αυτό γίνκε

242. Συν. με την Π. Κ., σ. 12.

243. Ας σημειωθεί εδώ ότι στο «Γενικό Μητρώο» του χωριού η Μαγδαληνή καταγράφεται μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικιακής ομάδας (τον παππούλη της, τους γονείς και τα αδέλφια της), γεγονός που δείχνει, για μια φορά ακόμη, ότι οι επίσημες καταγραφές δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα την πραγματικότητα ενός οικογενειακού σχηματισμού.

p. 155

απόψε». Τόμασε η γιαγιά χείν' —αυτά τάλεε η μάνα μ' τώρα και τα ξέρω (η συνομιλήτρια μου γεννήθηκε το 1911)- ήρθε η γιαγιά κείν' η καημέν'... απ' το Κουπάκ' ήρθε εδώ και την πήρε τη μεγαλύτερη, τη Μυγδαληνή, την πήρε πέρα χει και τν είχαν, τη μεγάλωσαν εκεί.244

Μόνο σε μια περίπτωση διαπίστωσα στενή σχέση συνομιλητή με τον πατέρα από την πλευρά της μητέρας. Πρόκειται όμως για τον Αρ. Μ. που έμεινε ορφανός από πατέρα, μόλις γεννήθηκε" η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε: η μόνη περίπτωση δεύτερου γάμου γυναίκας από το χωριό που έχει καταγραφεί στο Γενικό Μητρώο. Μεγάλωσε με τους γονείς της μάνας του. Ιδιαίτερα στενός ήταν ο δεσμός που είχε με τον «παππούλη» του, ο οποίος σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Μητρώου ήταν περίπου 50 ετών το 1915, όταν γεννήθηκε ο Αρ. Μ. και πέθανε όταν ο συνομιλητής ήταν 10 χρόνων' οι σχέσεις με τον πατριό ήταν μάλλον τεταμένες και η παρουσία του παππού εξισορροπούσε το παιδί συναισθηματικά: «Αλλά είχα και προστασία κι απ' τον παππού μου, τον πατέρα της μάνας μου. Αυτός με μεγάλωσε, ο παππούς μου με μεγάλωσε. Γιατ' εγώ πήγαινα στο σπίτι και βοηθούσα τη μάνα μου... αλλά δε μιλούσαμε με τον μητριό (πατριό) καθόλου».245 Ακόμη και η ταυτότητα του αγοριού προσδιοριζόταν από τον εκ μητρός παππού: «Γιατί εδώ με ρώταγε κάποιος, τίνος είσαι ρε, λέει; Του Καπελοκώστα Αντώνη. Δεν είχα όνομα. Καπελοκώστας ήταν ο πατέρας της μάνας μου. Αυτός μ' ανέθρεψε».246

3. Αδέλφια και άλλοι «συγγενήδες»

Από το υλικό μου προκύπτει η ακόλουθη γενική εικόνα για τις σχέσεις μεταξύ αδελφών: Στο βαθμό που το πολιτισμικό σύστημα επέβαλλε τον αυστηρό διαχωρισμό των δύο φύλων (απαγορεύοντας λ.χ. τα κοινά παιχνίδια αγοριών και κοριτσιών, διαχωρίζοντας τα αγόρια από τα κορίτσια στη διάρκεια του ύπνου) αλλά και στο βαθμό που από μια ηλικία και μετά οι αδελφοί ακολουθούσαν διαφορετικό δρόμο από τις αδελφές τους (πηγαίνοντας λ.χ. στο γυμνάσιο), τα αδέλφια του ίδιου φύλου είχαν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς μεταξύ τους. Πιο στενά συνδέονταν μεταξύ τους αδέλφια τα οποία δεν είχαν σημαντική διαφορά ηλικίας. Είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι ηλικιακές διαφορές της τάξεως των δέκα, δεκαπέντε και είκοσι χρόνων (κάθε άλλο παρά σπάνιες) ευνοούσαν την ανάπτυξη συναισθηματικών δεσμών μεταξύ αδελφών.247 Ωστόσο, ορισμένες φορές πρέπει να αναπτύσσονταν

244. Συν. με την Α. Π., σ. 18, 19.

245. Συν. με τον Αρ. Μ., σ. 5.

246. Συν. με τον Αρ. Μ., σ. 7.

247. Από υπολογισμούς μου με βάση το Γενικό Μητρώο προκύπτει ότι κατά τη μεσοπολεμική περίοδο η διαφορά του πρώτου παιδιού από το τελευταίο κυμαινόταν στα 6-10

p. 156

σονταν ιδιαίτερα ισχυροί δεσμοί ανάμεσα στα μικρότερα και μεγαλύτερα αδέλφια, ανεξαρτήτως φύλου, όταν τα τελευταία αναλάμβαναν τη φροντίδα των πρώτων υποκαθιστώντας τη μητέρα.248 Πάντως, συνομιλητές και συνομιλήτριες αναφέρονται λιγότερο συχνά και αναλυτικά στα αδέλφια τους απ' όσο στους γονείς και τους παππούδες, προφανώς επειδή, κατά κανόνα, τα αδέλφια δεν ήταν υπεύθυνα για την οργάνωση της ζωής της οικογένειας.

Ένα θεμελιώδες ερώτημα για να κατανοήσουμε τις σχέσεις των παιδιών με τα αδέλφια τους στο συγκεκριμένο πολιτισμικό πλαίσιο, όχι απλώς του χωριού αλλά γενικότερα του ορεινού ελλαδικού και βαλκανικού χώρου, θα ήταν κατά τη γνώμη μου το ακόλουθο: Με ποιο τρόπο επηρέαζε η υψηλή αξία που είχε στην κοινωνία την οποία μελετάμε, η αρρενογονία και γενικότερα η υψηλή θέση των αγοριών, τον ψυχικό κόσμο των παιδιών και ειδικότερα τη συναισθηματική σχέση αδελφού και αδελφής; Μήπως ορισμένα κορίτσια μικρής ηλικίας εκδήλωναν έντονη ζήλεια απέναντι στον λίγο μικρότερο ή τον λίγο μεγαλύτερο αδελφό τους, όταν διαπίστωναν ότι αυτός συγκέντρωνε την ιδιαίτερη προσοχή της οικογένειας, επειδή ήταν αγόρι; Το υλικό μου προσφέρει ορισμένες ενδείξεις για το πώς θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε τέτοιου είδους, ασυνήθιστα στην ιστορική έρευνα, ερωτήματα:

- Ο Θ. Α. έχει γεννηθεί το 1920. Η μικρότερη αδελφή του γεννήθηκε 3 χρόνια αργότερα, το 1923. Ο Θ. Α. μου διηγήθηκε ότι η αδελφή του τον ζήλευε έντονα και δημιουργούσε σκηνές, με αποτέλεσμα να τιμωρείται εκείνος:

Ένιωσα πολύ ευχάριστα (με τη γέννηση της αδελφής του). Γιατί εγώ κατ' αρχήν δε ζήλευα ποτέ. Σε αντίθεση μ' αυτό το τελευταίο, που με ζήλευε εμένα τρομερά. Εγώ πόσες φορές έτρωγα ξύλο μικρός χωρίς να έχω κάνα λόγο να φάω. Ήθελε κάτι να πάρει; Δε μου το ζήταγε καν. Έβαζε μια φωνή εκεί, μια κλάψα, αμέσως τόδινα γω γιατί....

Στη συνέχεια της συζήτησης ο συνομιλητής παραδέχτηκε ότι τα αγόρια ήταν γενικά τα χαϊδεμένα παιδιά της οικογένειας και ακόμη ότι ο ίδιος, σε αντίθεση με τις αδελφές του, ελάχιστα βοηθούσε τη μητέρα του: «Να φανταστείτε, έλεγε η μάνα μου: μη μιλάτε να μην ξυπνήσει το παιδί'».249 Να υποθέσουμε επομένως ότι η ζήλεια της μικρής αδελφής και η προσπάθειά της να προσελκύσει την προσοχή των ενηλίκων, δεν εξηγείται απλώς από την ιδιο-

χρόνια σε ποσοστό λιγότερο από 27% των οικιακών ομάδων, στα 11-15 σε ποσοστό 40%, στα 16-20 χρόνια σε ποσοστό 26%. Βέβαια δεν ήταν αμελητέο και το ποσοστό των οικιακών ομάδων, όπου η ηλικιακή διαφορά του πρώτου από το τελευταίο παιδί δεν υπερέβαινε τα 5 χρόνια (πάνω από 20 % ).

248. Συν. 3 και 4 με την Π. Γ., σ. 1, 23" Συν. με την Ε. Γ., σ. 2, 3" Συν. με τον Αρ. Μ., σ. 5, 11. Πβ. και ανάλογα παραδείγματα από την σημερινή Αφρική: Ε. Renner, Andere Völker, andere Erziehung. Eine pädagogische Weltreise, Βούπερταλ 2001, σ. 119, 120.

249. Συν. με τον Θ. Α., σ. 3.

p. 157

ιδιοσυγκρασία της αλλά και από την αίσθηση, ότι το αγόρι ήταν το ευνοημένο παιδί της οικογένειας;

- Η μαρτυρία της Λ. Π. μας υποχρεώνει να γίνουμε πιο προσεκτικοί. Η συνομιλήτρια προέρχεται από μια οικογένεια με πέντε παιδιά, τα τέσσερα πρώτα κορίτσια, το πέμπτο αγόρι. Η ίδια γεννήθηκε το 1915, ο αδελφός της το 1931, οι άλλες αδελφές στο διάστημα ανάμεσα στο 1915 και το 1931. Η Λ. Π. θυμάται τον ερχομό του αδελφού της, πολυπόθητου γιου, στον κόσμο:

Το είχε καημό ο πατέρας μου να ιδεί γιο, να ιδεί γιο και το είχε χαρά, κι ένας θείος μας πιο πέρα του είπε: «Νικόλα, έμεινε τ όνομά μας πίσω, Νικόλα, να σου ζήσ' το παιδί»,... η μάνα μου κι ο πατέρας μου τον αγαπούσανε το Γιάνν' και όλα τα κορίτσια τ' αγαπούσαμε, το φλάγαμε το παιδί, σε όλα ... μόνο η αδερφή μ' ήταν ζηλιάρα, εγώ δε μ' ένοιαζε καθόλ'...

Όμως σε άλλο σημείο της αφήγησης, η «ζηλιάρα» αδελφή εμφανίζεται να ζηλεύει την αμέσως μικρότερη αδελφή της, που μάλιστα πέθανε σε ηλικία 3 ετών:

Αλλά η μία η αδελφή, τα τέσσερα κορίτσια που ήμασταν πέθανε... Εγώ το θμώμαι γιατ' ήταν τόσο αγγελούδ', τόσο όμορφο κοριτσάκ', αγγελούδ', αγγελούδ' είχε η μάνα μου. Και το είχαμε, και η δεύτερη αδερφή μου ... έκανε ετσά τα χέρια της, «μωρή μανούλα, πέτα το αυτό το παιδί, πέτα το», τσ' έλεγε. Ζήλευε, πολύ ζήλευε η αδερφή μ'...250.

Ο μεγάλος αριθμός των παιδιών σε συσχετισμό με τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης και τα περιορισμένα υλικά αγαθά, πρέπει να ευνοούσε, ως ένα βαθμό, την ανάπτυξη συναισθημάτων ζήλειας, ιδιαίτερα από τα μεγαλύτερα προς τα μικρότερα αδέλφια, αφού κάθε νέο παιδί ήταν κι ένα νέο βάρος για τα οικονομικά της οικογένειας.251 Φαίνεται, επίσης, ότι η προτίμηση που έδειχναν οι γονείς στα αγόρια προκαλούσε ένταση στις σχέσεις μεταξύ αδελφών διαφορετικού φύλου. Ο έμφυλος αξιακός κώδικας δε γινόταν δεκτός παθητικά από όλα τα παιδιά. Οι εντάσεις που σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες εκδηλώνονταν αργότερα ανάμεσα σε αδέλφια αντίθετου φύλου λόγω της προσπάθειας του

250. Συν. με την Λ. Π., σ. 4.

251. Οι Γερμανοί ιστορικοί Ilien και Jeggle γράφουν για τις σχέσεις των αδελφών στις οικογένειες των μικρών αγροτών στη Γερμανία του 19ου αιώνα: «Τα μεγαλύτερα παιδιά ένιωθαν να απειλούνται από τα μικρότερα, γιατί κάθε νέα γέννηση υποβάθμιζε το βιοτικό επίπεδο κατά ένα ποσοστό ικανό και μετρήσιμο» (Α. Ilien, U. Jeggle, Leben auf dem Dorfe, Opladen/Wiesbaden 1978, σ. 67 κεξ.). Πβ. την εντύπωση που έχει σχηματίσει η Αυστριακή ιστορικός Th. Weber σχετικά με τις οικογένειες των φτωχών αγροτών στην Αυστρία των αρχών του αιώνα μας, δηλαδή ότι ο θάνατος των βρεφών και νηπίων μειώνοντας τον αριθμό των παιδιών ανακούφιζε κατά κάποιο τρόπο γονείς και μεγαλύτερα παιδιά (Th. Weber, «Einleitung», στο Th. Weber (επιμ.), Häuslerkindheit, Autobiographische Erzählungen, Βιέννη, (Damites nicht verlorengeth... 3), Κολωνία, Βαϊμάρη 1992, σ. 11-36, κυρίως σ. 25).

p. 158

αδελφού να επιβάλλει στην αδελφή τη θέληση του, ίσως έχουν τις ρίζες τους σε ανταγωνιστικές σχέσεις και πικρίες των παιδικών χρόνων.

Σε μεγαλύτερες ηλικίες οι αδελφοί συνόδευαν τις αδελφές τους σε χορούς και πανηγύρια, έλεγχαν τις εξόδους τους από το σπίτι και αναμιγνύονταν αποφασιστικά σε ζητήματα που αφορούσαν στην «αποκατάσταση» τους, δηλαδή το γάμο τους. Οι σχέσεις αδελφού και αδελφής φαίνεται ότι αποκτούσαν συνήθως υπόσταση στη νεανική ηλικία, όταν η αδελφή είχε ωριμάσει σεξουαλικά και ο αδελφός, κατά βάση ο μεγαλύτερος αδελφός, όφειλε να επαγρυπνεί για την τιμή της. «Ο αδελφός μου ήταν μάνα κι αδελφός για μένα...», λέει η Π. Κ., που γεννήθηκε το 1912 σε μια οικογένεια με 9 παιδιά, 2 αγόρια και 7 κορίτσια, και έχασε τη μητέρα της σε ηλικία δεκαεπτά ετών. Ο αδελφός, στον οποίο αναφέρεται η συνομιλήτριά μου ήταν το πρωτότοκο παιδί της οικογένειας. Γεννήθηκε το 1908, ήταν επομένως τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος από την αδελφή του, φοίτησε στην Ιερατική σχολή και έγινε παπάς, ιδιότητα σεβαστή και ζηλευτή για τα δεδομένα του χωριού. Πολλές φορές στη διάρκεια της συνομιλίας μας η Π. Κ. ανέφερε τον αδελφό της, τονίζοντας με υπερηφάνεια ότι ήταν παπάς και αποκαλώντας τον συχνά «ο παπάς». Ως κοπέλα (μέχρι το γάμο της στα 22 της χρόνια) βρισκόταν υπό την επιτήρησή του' και δεν αμφισβητούσε καθόλου το κοινωνικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του αδελφού της να ελέγχει τις εξόδους της από το χώρο του σπιτιού:

Ήμασταν αγαπημένα αδέλφια... Έπαιρνα άδεια απ' τον παπά να πάω εγώ (σε γλέντια). Πήγαμε μια φορά στα Ψητέικα, όλο κορίτσια, κι είχα πάρει άδεια απ' τον παπά αλλά πέρα στα Καραμπελέικα ήταν ένας γραμματέας και βιολιτζήδες κι ένας αδελφός του Χ. του Τ. και παίζανε και μας κατάφερε η Μαριούλα να πάμε εκεί πέρα... Εγώ είχα πάρει άδεια να πάω στα Ψητέικα και πήγα στα Καραμπελέικα. Μια βδομάδα δεν είχα ησυχία.252

Βέβαια, όπως άφησα να εννοηθεί και παραπάνω, οι σχέσεις αυτού του είδους δεν ήταν πάντοτε σχέσεις σεβασμού" αναφέρονται και περιπτώσεις ανδρών που έχαναν κατάχρηση της κοινωνικής εξουσίας τους πάνω στις αδελφές τους (σύμφωνα με την επιθυμία συνομιλητριών δε μπορώ να παραπέμψω στο υλικό μου σχετικά με αυτές τις περιπτώσεις).

Εκτός από τους γονείς, τους παππούδες, τα αδέλφια και οι άλλοι συγγενείς, οι κοντινοί, οι λεγόμενοι «αποκλειστικοί» συγγενείς253· έπαιζαν σημαντικό

252. Συν. με την Π. Κ., σ. 6.

253. Η Π. Γ. μου είπε ότι το επίθετο «αποκλειστικός» δεν αναφερόταν μόνο σε συγγενείς αλλά σε ανθρώπους με τους οποίους είχε κανείς ιδιαίτερα στενές σχέσεις «μιαν αγάπ' αποκλειστικιά». Πάντως γινόταν και λόγος για «αποκλειστική συγγένεια», όταν οι άνθρωποι αναφέρονταν σε πολύ κοντινούς συγγενείς ή συγγενείς με τους οποίους είχαν ιδιαίτερα στενές σχέσεις (Συν. 4 με την Π. Γ., σ. 22). Σύμφωνα με την J. du Boulay που μελέτησε ένα ημιορεινό χωριό της Εύβοιας στα τέλη της δεκαετίας του 1960: «Για ιδιαίτερα στενές

p. 159

κό ρόλο στη ζωή των παιδιών. Σε γενικές γραμμές, εφόσον η πυρηνική οικογένεια ζούσε με τους γονείς, ή τουλάχιστον με έναν από τους γονείς του πατέρα, ζούσαν μαζί της και τα ανύπαντρα αδέλφια του πατέρα, ιδίως οι αδελφές, μιας και οι ανύπαντροι αδελφοί συνήθως ήταν μετανάστες στην Αμερική. Όταν εξετάσαμε τη δομή των οικιακών ομάδων είδαμε ότι την περίοδο 1915-1930 το ποσοστό των νοικοκυριών στα οποία ζούσαν ανύπαντρα αδέλφια του πατέρα κυμαινόταν από 5-17%. Κατά συνέπεια ορισμένες φορές οι ανύπαντρες (ακόμη) αδελφές του πατέρα, οι θείες, είχαν μια έντονη παρουσία στη ζωή των παιδιών. Οι ανύπαντρες αυτές θείες ήταν συνήθως νέες κοπέλες -κάποτε μάλιστα πολύ νέες, δεκατεσσάρων και δεκαπέντε χρονών— που επωμίζονταν τη φροντίδα των παιδιών, υποκαθιστώντας τη μάνα ή τη γιαγιά:

Γεννήθηκα το 1916. Μετά έχασα τη μάνα μου. Ήμανε δύο μηνών. Με μεγάλωσε η γιαγιά μου και μία θεία μου, αδελφή του πατέρα μου... Η γιαγιά από τη μητέρα μου, ήτανε παπαδιά κιόλα, παπαδόσογο, και μας μεγάλωσε. Δεν έμενε μαζί μας... ερχότανε... Πιο πολύ με μεγάλωσε η αδερφή του πατέρα μου, η οποία έμενε μαζί μας. Ήταν ακόμα ανύπαντρη αυτή και καθόταν σπίτ'. Μάνα μ' ήταν, μάνα μ'. Πολύ καλή για όλους. Όχ' για μένα μοναχά που ήμαν μικρή και με μεγάλωσε αλλά ήταν πάρα πολύ καλή.25*

Η μαρτυρία τούτη της Ε. Ζ. παρουσιάζει ανάγλυφα τον κεντρικό ρόλο που έπαιζε μέχρι το γάμο της η αδελφή του πατέρα για τα παιδιά, στα πλαίσια της διευρυμένης οικογένειας και του ανδροπατροτοπικού συστήματος, όταν μάλιστα η μητέρα είχε πεθάνει. Επιβεβαιώνεται έτσι μέσα από την ανθρώπινη εμπειρία η ευρύτατα διαδεδομένη άποψη, ότι η διευρυμένη οικογένεια λειτουργούσε στο παρελθόν εν πολλοίς ως ασφαλιστική δικλείδα σε περίπτωση που τα παιδιά έχαναν έναν από τους γονείς τους ή και τους δύο. Η θεία της Ε. Ζ. ήταν 23 χρονών το 1917, όταν γεννήθηκε η συνομιλήτρια μου, χρονιά θανάτου της μητέρας της.

Σε ηλικία το πολύ 16 ετών η ανύπαντρη αδελφή του πατέρα είχε αναλάβει τη φροντίδα, ή μέρος της φροντίδας, της Λ. Π. που γεννήθηκε το 1915 και των αδελφών της:255

σχέσεις, για ανθρώπους στους οποίους εμπιστεύεται κανείς τη φροντίδα ενός μικρού παιδιού, ή τις διαπραγματεύσεις για ένα γάμο, χρησιμοποιείται ο όρος "αποκλειστικός"» (J. du Boulay, Portrait of a greek mountain village, Λίμνη Ευβοίας 1994, σ. 145).

254. Συν. με την Ε. Ζ., σ. 1.

255. Από το Γενικό Μητρώο της Κοινότητας προκύπτει ότι η θεία στην οποία αναφέρεται η συνομιλήτρια είχε γεννηθεί ή το 1899 ή 1905 ή το 1908. Αυτές είναι οι χρονιές στις οποίες σύμφωνα με το Μητρώο γεννήθηκαν οι τρεις αδελφές του πατέρα, οι οποίες ζούσαν προφανώς μαζί με τους γονείς τους, τον αδελφό τους και τη γυναίκα του. Όταν επομένως

p. 160

Κι αυτή η θεία μας αυτή παντρεύτηκε στη Ζοριάνου τότε κι ατύχησε κι αυτή και πέθανε... κι αυτή η θεία μας μας χτένζε και μας έκανε κάτ' κοτσίδες κι από δω κι από κει, τς έδενε σφιχτά-σφιχτά, και μ' έδερνε εμένα πολλές φορές γιατ' εγώ δεν ήθελα να κουνάω τη Σπυριδούλα μας, εκείνο το κοριτσάκ' (τη μικρότερη αδελφή, η οποία γεννήθηκε το 1926 και πέθανε όταν ήταν τριών ετών)... η θεία μας μας χτένζε και μας είχε τις κοτσίδες από δω κι από κει κι η μάνα μ' πάαινε στς δουλειές, στην περιουσία ... Μικρή ήτανε. Όταν πέθανε ήταν τριάντα δύο χρονώ αυτή η θεία μας.256

Τέτοιου είδους μαρτυρίες σχετικοποιούν την εικόνα των αυστηρά προσδιορισμένων κοινωνικών ρόλων που δημιουργούνται από την κατάταξη των οικιακών ομάδων σε τύπους. Στο πλαίσιο της διευρυμένης οικογένειας οι κοινωνικοί ρόλοι προσδιορίζονταν φυσικά από το φύλο και την ηλικία των μελών της, ταυτόχρονα όμως ήταν αρκετά ρευστοί. Πόσο ουσιαστική ήταν αλήθεια η διαφορά ανάμεσα στη θέση και το ρόλο μιας μεγάλης αδελφής και μιας νεαρής θείας, όταν και οι δύο είχαν αναλάβει τη φύλαξη και τη φροντίδα των μικρών παιδιών της οικογένειας, κάτι το οποίο ιδεοτυπικά τουλάχιστον αποτελούσε ευθύνη της μάνας;

Η μαρτυρία της Π. Λ. είναι ιδιαίτερα εύγλωττη για το πόσο ρευστοί μπορεί να είναι οι ρόλοι μέσα σε ένα σύστημα συγγένειας, ιδιαίτερα σε κοινωνίες, στις οποίες τα ζευγάρια αποκτούσαν κατά κανόνα ένα σημαντικό αριθμό παιδιών. Η συνομιλήτριά μου γεννήθηκε το 1918 και ήταν μόλις τρισήμισυ χρόνια μικρότερη από το μικρό αδελφό του πατέρα της: «Δηλαδή όταν αρραβωνιάστηκε η μάνα μου, ο κουνιάδος της τη φώναζε, ω, δε μπορούσε να της μιλήσει». «Ο πατέρας μου... είχε άλλα πέντε αδέλφια, τα οποία τα θεωρούσα... σαν αδέλφια μου μεγάλωσαν».257 Αρκεί να αναφέρω εδώ ότι ο πατέρας της Π. Λ. έδινε χαρτζιλίκι τόσο στην ίδια. όσο και στο μικρό αδελφό του αλλά και στα άλλα αδέλφια του. Η Π. Λ. ήταν, όπως έχουμε πει και αλλού, μοναχοπαίδι, και ο πατέρας της σώγαμπρος, ζούσε δηλαδή με τους γονείς της γυναίκας του" παρ' όλα αυτά οι σχέσεις της με την οικογένεια του πατέρα ήταν πολύ στενές.

Οι γονείς πρέπει όμως συχνά να διατηρούσαν στενές σχέσεις και με τα παντρεμένα αδέλφια τους. Στο υλικό μου απαντούν περιπτώσεις παιδιών που διέμεναν ή διέμειναν ένα διάστημα σε συγγενείς στην πρωτεύουσα ή αλλού. Σε όλες πρόκειται για αδέλφια της μητέρας, μια περαιτέρω ένδειξη της ισχύος των μητροπλευρικών συγγενικών σχέσεων στο καθημερινό επίπεδο. Η Ε. Ζ.,

γεννήθηκε η Λ. Π., η θεία, στην οποία αναφέρεται, δεν ήταν πάνω από 16, πολύ πιθανόν ούτε πάνω από 10 ετών.

256. Σον. με την Λ. Π., σ. 16.

257. Συν. με την Π. Λ., σ. 8, 9.

p. 161

λ.χ., επισκεπτόταν κατά καιρούς τα αδέλφια της μητέρας της στην Άμφισσα' μία από τις θείες της ερχόταν μάλιστα και περνούσε τα καλοκαίρια στο χωριό, στο σπίτι μιας άλλης αδελφής της μητέρας, η οποία είχε μείνει στο Κροκύλειο.258 Ίσως επειδή η απομάκρυνση από τον οικείο χώρο της κοινότητας έχει εγγραφεί έντονα στη μνήμη τους, συνομιλητές και συνομιλήτριες θυμούνται ιδιαίτερα αυτές τις περιόδους της ζωής τους.

Για συγγενείς στην Αθήνα έκαναν λόγο πολλοί συνομιλητές μου. Και είναι γενικότερα γνωστό ότι πολλοί χωρίς να γνωρίζουμε πόσοι Κροκυλειώτες ζούσαν ήδη πριν από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην Αθήνα, προπάντων στο Παγκράτι. Η διακίνηση παιδιών ανάμεσα στην οικογένεια στο χωριό και σε στενούς συγγενείς στην πόλη σε περιπτώσεις ανάγκης (προπάντων για οικονομικούς λόγους259 ή για λόγους υγείας) πρέπει να ήταν επομένως αρκετά διαδεδομένη. Υπήρχαν, λοιπόν, παιδιά του χωριού που χάρη στις συγγενειακές σχέσεις και την εσωτερική μετανάστευση είχαν έρθει σε επαφή με αστικά κέντρα. Και στο βαθμό που οι συγγενείς αυτοί επισκέπτονταν το χωριό ή παραθέριζαν εκεί τα παιδιά έρχονταν σε επαφή με όψεις και συνήθειες της ζωής στην πρωτεύουσα.

Στην αφήγηση της Π. Κ. γίνεται ανοιχτά λόγος για το ρόλο της «συγγένειας», της «αγαπημένης συγγένειας» ως ασφαλιστικής δικλείδας στη ζωή των ανθρώπων. Η συνομιλήτρια και μια αδελφή της έμειναν πρώτα η μία και ύστερα η άλλη με την αδελφή της μητέρας τους στην Αθήνα. Οι γονείς τους τις έστειλαν στην Αθήνα για λόγους υγείας και εκείνες, παράλληλα, βοηθούσαν τη θεία -η οποία δεν είχε παιδιά και ήταν ανάπηρη— στις δουλειές του σπιτιού. Η μία μάλιστα έμεινε οριστικά στην Αθήνα και υιοθετήθηκε από τη θεία και το θείο της, όταν οι γονείς αποφάσισαν ότι λόγω της αναπηρίας της (είχε χάσει το ένα μάτι της) δεν τη συνέφερε να επιστρέψει στο χωριό.

Στην Αθήνα έχανα μια φορά γιατί ήταν μια αδελφή της μητέρας μου εκεί. Με πόνεσε τ' αυτί μου και ήμουν στην Αθήνα, πήγαινα στο σχολείο, στον Άγιο Παύλο. Θάμεινα κάνα χρόνο. Δεν είχε παιδιά αυτή. Ήταν άκληρη. Πήγα να τη βοηθήσω, να την κοιτάξω. Η μια αδερφή μ' μάλιστα η μικρότερη, μπήκε ασβέστης στο ματάκι της και χάλασε το ματάκι της. Κι αυτή πήγε μετά από μένα... Βοηθούσα τη θεία... Να πλύνω πιάτα, να κάμνω αυτό, να ετοιμάσω, να μαγειρέφω, να κάνουμε, να ράνουμε, βοηθούσα γιατ' ήταν ανάπηρη η θεία. Μετά που έφυγα πήγε η άλλη αδελφή μου εκεί και έμεινε. Την έκανε παιδί της... Είχαμε πολλή συγγένεια τότε... Κι αγαπημένη συγγένεια, κι αγαπημένη συγγένεια. Κι ακόμα σήμερα.260

258. Συν. με την Ε. Ζ., σ. 7, 8.

259. Πβ. την περίπτωση του Αρ. Μ. που πήγε να εργαστεί στην Αθήνα στο εστιατόριο των αδελφών της μάνας του σε ηλικία 10 ετών (Συν. με τον Αρ. Μ., σ. 2, 9).

260. Συν. με την Π. Κ., σ. 8. Επίσης: Συν. με την Β. Κ., σ. 4.

p. 162
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 143

    Σχολαρχείο), δεν ξέρω πώς πήγα... Δεν είχε η μάνα μ' γνώμη για την οικογένεια. Αφελής, πολύ αφελής. Δεν ήξερε, όχι ότι ήταν κακιά, καλή ήταν. Αλλά ήτav πολύ αφελής.211

    Πρόκειται προφανώς για μια μεταβατική εποχή, ως προς τις σχέσεις μητέρας κόρης. Οι θυγατέρες μάθαιναν μερικά έστω γράμματα, οι μανάδες ήταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία εντελώς αγράμματες. Οι οικονομικές ανάγκες και οι κυρίαρχες νοοτροπίες απαιτούσαν από τις κόρες να εργαστούν στο πλευρό της μάνας για χάρη της οικογένειας και να εξασκηθούν στα του οίκου, περιμένοντας την ώρα του γάμου τους. Όμως οι επιδόσεις τους στο σχολείο και γενικά σε διάφορες εκδηλώσεις της ζωής οδηγούσαν συγχρόνως τις γυναίκες αυτές στη συνειδητοποίηση ατομικών κλίσεων και δεξιοτήτων, της αξίας τους δηλαδή ως ατόμων και όχι μόνο ως μελών της κοινότητας. Σχηματίζει κανείς την εντύπωση πως ένα αδιόρατο τείχος υψωνόταν ανάμεσα στις δυο γενιές γυναικών, μεγεθυσμένο, ίσως, στη μνήμη και στο λόγο της δεύτερης γενιάς καθώς αφηγείται και αναστοχάζεται το μακρινό παρελθόν.

    2. Ο «παππούλης» και η «κυρούλα»

    Ο παππούς και η γιαγιά, ο «παππούλης» και η «κυρούλα» στη γλώσσα των ανθρώπων της εποχής,212 αποτελούσαν πολλές φορές κεντρικά πρόσωπα στη ζωή των παιδιών, ιδιαίτερα όταν διέμεναν μαζί με την πυρηνική οικογένεια" κάποτε, όμως, και όταν απλώς ζούσαν στο χωριό.213 Οι οικογενειακές δομές και η πρακτική της ενδογαμίας ευνοούσαν την ανάπτυξη αυτών των σχέ-

    211. Συν. με την Π. Μ., σ. 1" επίσης Συν. με την Π. Λ., όπου γενικά η μητέρα εμφανίζεται καταπιεστική και Συν. με την Π. Γ. όπου με έμμεσο τρόπο η μητέρα εμφανίζεται να μη γνωρίζει πολλά από νοικοκυριό, να μην είναι δυναμική και διεκδικητική για τα παιδιά της, να μην επιζητεί «το καλύτερο» γι' αυτά, παρ' όλο που συγχρόνως η συνομιλήτρια ήταν «το δεξί χέρι» της μάνας της στις δουλειές και γι' αυτό πολύ συνδεδεμένη μαζί της.

    212. Η Π. Κ., γεννημένη το 1912, μου είπε: «Τ' λέγαμ' και κυρούλα, τ' λέγαμ' και βάβα, τ' λέγαμε και μάικω, λέγαν οι παλιοί, οι παλιοί, ναι. Εγώ βρήκα τη γιαγιά», εννοώντας ότι τα εγγόνια της την αποκαλούν γιαγιά (Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 2).

    213. Σύμφωνα με τον Ε. Αλεξάκη (Τα παιδιά της σιωπής. Οικογένεια, συγγένεια και γάμος στους Αρβανίτες της ΝΑ Αττικής-Λαυρεωτικής (1850-1940), Αθήνα 1996, σ. 100), ο οποίος μελέτησε τις οικογενειακές σχέσεις στους Αρβανίτες της Λαυρεωτικής για την περίοδο 1850-1940, «οι σχέσεις παππούδων-εγγονών ήταν πιο ζεστές από τις σχέσεις γονιών παιδιών». Σημειώνει επίσης ότι: «το φαινόμενο έχει σχεδόν γενική ισχύ στην ελληνική κοινωνία και οργανώνει τα άτομα σε τριαδικές σχέσεις επικαλυπτόμενες, όπου οι κατώτεροι στην ιεραρχία για να προστατευθούν από τους αμέσως ανώτερους, συνδέονται με τους βρισκόμενους στην κορυφή της ιεραρχίας, π.χ. εγγόνια - γονείς - παππούδες...». Αν και ο συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί τους όρους «παιδιά» και «εγγόνια» με την ηλικιακή τους σημασία, εύλογα υποθέτει κανείς ότι παρόμοιες θερμές σχέσεις έχουν τις ρίζες τους στην παιδική ηλικία των εγγονών. Φυσικά η ανάπτυξη αυτών των σχέσεων εξαρτάται από δημογραφικούς παράγοντες και προπάντων από τη διάρκεια ζωής.