Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
Title:Growing up in Mountainous Regions
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:38
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2003
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Mentalities and Behaviour
Social integration
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
Visible pages: 158-177 από: 395
Current page:

ιδιοσυγκρασία της αλλά και από την αίσθηση, ότι το αγόρι ήταν το ευνοημένο παιδί της οικογένειας;

- Η μαρτυρία της Λ. Π. μας υποχρεώνει να γίνουμε πιο προσεκτικοί. Η συνομιλήτρια προέρχεται από μια οικογένεια με πέντε παιδιά, τα τέσσερα πρώτα κορίτσια, το πέμπτο αγόρι. Η ίδια γεννήθηκε το 1915, ο αδελφός της το 1931, οι άλλες αδελφές στο διάστημα ανάμεσα στο 1915 και το 1931. Η Λ. Π. θυμάται τον ερχομό του αδελφού της, πολυπόθητου γιου, στον κόσμο:

Το είχε καημό ο πατέρας μου να ιδεί γιο, να ιδεί γιο και το είχε χαρά, κι ένας θείος μας πιο πέρα του είπε: «Νικόλα, έμεινε τ όνομά μας πίσω, Νικόλα, να σου ζήσ' το παιδί»,... η μάνα μου κι ο πατέρας μου τον αγαπούσανε το Γιάνν' και όλα τα κορίτσια τ' αγαπούσαμε, το φλάγαμε το παιδί, σε όλα ... μόνο η αδερφή μ' ήταν ζηλιάρα, εγώ δε μ' ένοιαζε καθόλ'...

Όμως σε άλλο σημείο της αφήγησης, η «ζηλιάρα» αδελφή εμφανίζεται να ζηλεύει την αμέσως μικρότερη αδελφή της, που μάλιστα πέθανε σε ηλικία 3 ετών:

Αλλά η μία η αδελφή, τα τέσσερα κορίτσια που ήμασταν πέθανε... Εγώ το θμώμαι γιατ' ήταν τόσο αγγελούδ', τόσο όμορφο κοριτσάκ', αγγελούδ', αγγελούδ' είχε η μάνα μου. Και το είχαμε, και η δεύτερη αδερφή μου ... έκανε ετσά τα χέρια της, «μωρή μανούλα, πέτα το αυτό το παιδί, πέτα το», τσ' έλεγε. Ζήλευε, πολύ ζήλευε η αδερφή μ'...250.

Ο μεγάλος αριθμός των παιδιών σε συσχετισμό με τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης και τα περιορισμένα υλικά αγαθά, πρέπει να ευνοούσε, ως ένα βαθμό, την ανάπτυξη συναισθημάτων ζήλειας, ιδιαίτερα από τα μεγαλύτερα προς τα μικρότερα αδέλφια, αφού κάθε νέο παιδί ήταν κι ένα νέο βάρος για τα οικονομικά της οικογένειας.251 Φαίνεται, επίσης, ότι η προτίμηση που έδειχναν οι γονείς στα αγόρια προκαλούσε ένταση στις σχέσεις μεταξύ αδελφών διαφορετικού φύλου. Ο έμφυλος αξιακός κώδικας δε γινόταν δεκτός παθητικά από όλα τα παιδιά. Οι εντάσεις που σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες εκδηλώνονταν αργότερα ανάμεσα σε αδέλφια αντίθετου φύλου λόγω της προσπάθειας του

250. Συν. με την Λ. Π., σ. 4.

251. Οι Γερμανοί ιστορικοί Ilien και Jeggle γράφουν για τις σχέσεις των αδελφών στις οικογένειες των μικρών αγροτών στη Γερμανία του 19ου αιώνα: «Τα μεγαλύτερα παιδιά ένιωθαν να απειλούνται από τα μικρότερα, γιατί κάθε νέα γέννηση υποβάθμιζε το βιοτικό επίπεδο κατά ένα ποσοστό ικανό και μετρήσιμο» (Α. Ilien, U. Jeggle, Leben auf dem Dorfe, Opladen/Wiesbaden 1978, σ. 67 κεξ.). Πβ. την εντύπωση που έχει σχηματίσει η Αυστριακή ιστορικός Th. Weber σχετικά με τις οικογένειες των φτωχών αγροτών στην Αυστρία των αρχών του αιώνα μας, δηλαδή ότι ο θάνατος των βρεφών και νηπίων μειώνοντας τον αριθμό των παιδιών ανακούφιζε κατά κάποιο τρόπο γονείς και μεγαλύτερα παιδιά (Th. Weber, «Einleitung», στο Th. Weber (επιμ.), Häuslerkindheit, Autobiographische Erzählungen, Βιέννη, (Damites nicht verlorengeth... 3), Κολωνία, Βαϊμάρη 1992, σ. 11-36, κυρίως σ. 25).

p. 158

αδελφού να επιβάλλει στην αδελφή τη θέληση του, ίσως έχουν τις ρίζες τους σε ανταγωνιστικές σχέσεις και πικρίες των παιδικών χρόνων.

Σε μεγαλύτερες ηλικίες οι αδελφοί συνόδευαν τις αδελφές τους σε χορούς και πανηγύρια, έλεγχαν τις εξόδους τους από το σπίτι και αναμιγνύονταν αποφασιστικά σε ζητήματα που αφορούσαν στην «αποκατάσταση» τους, δηλαδή το γάμο τους. Οι σχέσεις αδελφού και αδελφής φαίνεται ότι αποκτούσαν συνήθως υπόσταση στη νεανική ηλικία, όταν η αδελφή είχε ωριμάσει σεξουαλικά και ο αδελφός, κατά βάση ο μεγαλύτερος αδελφός, όφειλε να επαγρυπνεί για την τιμή της. «Ο αδελφός μου ήταν μάνα κι αδελφός για μένα...», λέει η Π. Κ., που γεννήθηκε το 1912 σε μια οικογένεια με 9 παιδιά, 2 αγόρια και 7 κορίτσια, και έχασε τη μητέρα της σε ηλικία δεκαεπτά ετών. Ο αδελφός, στον οποίο αναφέρεται η συνομιλήτριά μου ήταν το πρωτότοκο παιδί της οικογένειας. Γεννήθηκε το 1908, ήταν επομένως τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος από την αδελφή του, φοίτησε στην Ιερατική σχολή και έγινε παπάς, ιδιότητα σεβαστή και ζηλευτή για τα δεδομένα του χωριού. Πολλές φορές στη διάρκεια της συνομιλίας μας η Π. Κ. ανέφερε τον αδελφό της, τονίζοντας με υπερηφάνεια ότι ήταν παπάς και αποκαλώντας τον συχνά «ο παπάς». Ως κοπέλα (μέχρι το γάμο της στα 22 της χρόνια) βρισκόταν υπό την επιτήρησή του' και δεν αμφισβητούσε καθόλου το κοινωνικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του αδελφού της να ελέγχει τις εξόδους της από το χώρο του σπιτιού:

Ήμασταν αγαπημένα αδέλφια... Έπαιρνα άδεια απ' τον παπά να πάω εγώ (σε γλέντια). Πήγαμε μια φορά στα Ψητέικα, όλο κορίτσια, κι είχα πάρει άδεια απ' τον παπά αλλά πέρα στα Καραμπελέικα ήταν ένας γραμματέας και βιολιτζήδες κι ένας αδελφός του Χ. του Τ. και παίζανε και μας κατάφερε η Μαριούλα να πάμε εκεί πέρα... Εγώ είχα πάρει άδεια να πάω στα Ψητέικα και πήγα στα Καραμπελέικα. Μια βδομάδα δεν είχα ησυχία.252

Βέβαια, όπως άφησα να εννοηθεί και παραπάνω, οι σχέσεις αυτού του είδους δεν ήταν πάντοτε σχέσεις σεβασμού" αναφέρονται και περιπτώσεις ανδρών που έχαναν κατάχρηση της κοινωνικής εξουσίας τους πάνω στις αδελφές τους (σύμφωνα με την επιθυμία συνομιλητριών δε μπορώ να παραπέμψω στο υλικό μου σχετικά με αυτές τις περιπτώσεις).

Εκτός από τους γονείς, τους παππούδες, τα αδέλφια και οι άλλοι συγγενείς, οι κοντινοί, οι λεγόμενοι «αποκλειστικοί» συγγενείς253· έπαιζαν σημαντικό

252. Συν. με την Π. Κ., σ. 6.

253. Η Π. Γ. μου είπε ότι το επίθετο «αποκλειστικός» δεν αναφερόταν μόνο σε συγγενείς αλλά σε ανθρώπους με τους οποίους είχε κανείς ιδιαίτερα στενές σχέσεις «μιαν αγάπ' αποκλειστικιά». Πάντως γινόταν και λόγος για «αποκλειστική συγγένεια», όταν οι άνθρωποι αναφέρονταν σε πολύ κοντινούς συγγενείς ή συγγενείς με τους οποίους είχαν ιδιαίτερα στενές σχέσεις (Συν. 4 με την Π. Γ., σ. 22). Σύμφωνα με την J. du Boulay που μελέτησε ένα ημιορεινό χωριό της Εύβοιας στα τέλη της δεκαετίας του 1960: «Για ιδιαίτερα στενές

p. 159

κό ρόλο στη ζωή των παιδιών. Σε γενικές γραμμές, εφόσον η πυρηνική οικογένεια ζούσε με τους γονείς, ή τουλάχιστον με έναν από τους γονείς του πατέρα, ζούσαν μαζί της και τα ανύπαντρα αδέλφια του πατέρα, ιδίως οι αδελφές, μιας και οι ανύπαντροι αδελφοί συνήθως ήταν μετανάστες στην Αμερική. Όταν εξετάσαμε τη δομή των οικιακών ομάδων είδαμε ότι την περίοδο 1915-1930 το ποσοστό των νοικοκυριών στα οποία ζούσαν ανύπαντρα αδέλφια του πατέρα κυμαινόταν από 5-17%. Κατά συνέπεια ορισμένες φορές οι ανύπαντρες (ακόμη) αδελφές του πατέρα, οι θείες, είχαν μια έντονη παρουσία στη ζωή των παιδιών. Οι ανύπαντρες αυτές θείες ήταν συνήθως νέες κοπέλες -κάποτε μάλιστα πολύ νέες, δεκατεσσάρων και δεκαπέντε χρονών— που επωμίζονταν τη φροντίδα των παιδιών, υποκαθιστώντας τη μάνα ή τη γιαγιά:

Γεννήθηκα το 1916. Μετά έχασα τη μάνα μου. Ήμανε δύο μηνών. Με μεγάλωσε η γιαγιά μου και μία θεία μου, αδελφή του πατέρα μου... Η γιαγιά από τη μητέρα μου, ήτανε παπαδιά κιόλα, παπαδόσογο, και μας μεγάλωσε. Δεν έμενε μαζί μας... ερχότανε... Πιο πολύ με μεγάλωσε η αδερφή του πατέρα μου, η οποία έμενε μαζί μας. Ήταν ακόμα ανύπαντρη αυτή και καθόταν σπίτ'. Μάνα μ' ήταν, μάνα μ'. Πολύ καλή για όλους. Όχ' για μένα μοναχά που ήμαν μικρή και με μεγάλωσε αλλά ήταν πάρα πολύ καλή.25*

Η μαρτυρία τούτη της Ε. Ζ. παρουσιάζει ανάγλυφα τον κεντρικό ρόλο που έπαιζε μέχρι το γάμο της η αδελφή του πατέρα για τα παιδιά, στα πλαίσια της διευρυμένης οικογένειας και του ανδροπατροτοπικού συστήματος, όταν μάλιστα η μητέρα είχε πεθάνει. Επιβεβαιώνεται έτσι μέσα από την ανθρώπινη εμπειρία η ευρύτατα διαδεδομένη άποψη, ότι η διευρυμένη οικογένεια λειτουργούσε στο παρελθόν εν πολλοίς ως ασφαλιστική δικλείδα σε περίπτωση που τα παιδιά έχαναν έναν από τους γονείς τους ή και τους δύο. Η θεία της Ε. Ζ. ήταν 23 χρονών το 1917, όταν γεννήθηκε η συνομιλήτρια μου, χρονιά θανάτου της μητέρας της.

Σε ηλικία το πολύ 16 ετών η ανύπαντρη αδελφή του πατέρα είχε αναλάβει τη φροντίδα, ή μέρος της φροντίδας, της Λ. Π. που γεννήθηκε το 1915 και των αδελφών της:255

σχέσεις, για ανθρώπους στους οποίους εμπιστεύεται κανείς τη φροντίδα ενός μικρού παιδιού, ή τις διαπραγματεύσεις για ένα γάμο, χρησιμοποιείται ο όρος "αποκλειστικός"» (J. du Boulay, Portrait of a greek mountain village, Λίμνη Ευβοίας 1994, σ. 145).

254. Συν. με την Ε. Ζ., σ. 1.

255. Από το Γενικό Μητρώο της Κοινότητας προκύπτει ότι η θεία στην οποία αναφέρεται η συνομιλήτρια είχε γεννηθεί ή το 1899 ή 1905 ή το 1908. Αυτές είναι οι χρονιές στις οποίες σύμφωνα με το Μητρώο γεννήθηκαν οι τρεις αδελφές του πατέρα, οι οποίες ζούσαν προφανώς μαζί με τους γονείς τους, τον αδελφό τους και τη γυναίκα του. Όταν επομένως

p. 160

Κι αυτή η θεία μας αυτή παντρεύτηκε στη Ζοριάνου τότε κι ατύχησε κι αυτή και πέθανε... κι αυτή η θεία μας μας χτένζε και μας έκανε κάτ' κοτσίδες κι από δω κι από κει, τς έδενε σφιχτά-σφιχτά, και μ' έδερνε εμένα πολλές φορές γιατ' εγώ δεν ήθελα να κουνάω τη Σπυριδούλα μας, εκείνο το κοριτσάκ' (τη μικρότερη αδελφή, η οποία γεννήθηκε το 1926 και πέθανε όταν ήταν τριών ετών)... η θεία μας μας χτένζε και μας είχε τις κοτσίδες από δω κι από κει κι η μάνα μ' πάαινε στς δουλειές, στην περιουσία ... Μικρή ήτανε. Όταν πέθανε ήταν τριάντα δύο χρονώ αυτή η θεία μας.256

Τέτοιου είδους μαρτυρίες σχετικοποιούν την εικόνα των αυστηρά προσδιορισμένων κοινωνικών ρόλων που δημιουργούνται από την κατάταξη των οικιακών ομάδων σε τύπους. Στο πλαίσιο της διευρυμένης οικογένειας οι κοινωνικοί ρόλοι προσδιορίζονταν φυσικά από το φύλο και την ηλικία των μελών της, ταυτόχρονα όμως ήταν αρκετά ρευστοί. Πόσο ουσιαστική ήταν αλήθεια η διαφορά ανάμεσα στη θέση και το ρόλο μιας μεγάλης αδελφής και μιας νεαρής θείας, όταν και οι δύο είχαν αναλάβει τη φύλαξη και τη φροντίδα των μικρών παιδιών της οικογένειας, κάτι το οποίο ιδεοτυπικά τουλάχιστον αποτελούσε ευθύνη της μάνας;

Η μαρτυρία της Π. Λ. είναι ιδιαίτερα εύγλωττη για το πόσο ρευστοί μπορεί να είναι οι ρόλοι μέσα σε ένα σύστημα συγγένειας, ιδιαίτερα σε κοινωνίες, στις οποίες τα ζευγάρια αποκτούσαν κατά κανόνα ένα σημαντικό αριθμό παιδιών. Η συνομιλήτριά μου γεννήθηκε το 1918 και ήταν μόλις τρισήμισυ χρόνια μικρότερη από το μικρό αδελφό του πατέρα της: «Δηλαδή όταν αρραβωνιάστηκε η μάνα μου, ο κουνιάδος της τη φώναζε, ω, δε μπορούσε να της μιλήσει». «Ο πατέρας μου... είχε άλλα πέντε αδέλφια, τα οποία τα θεωρούσα... σαν αδέλφια μου μεγάλωσαν».257 Αρκεί να αναφέρω εδώ ότι ο πατέρας της Π. Λ. έδινε χαρτζιλίκι τόσο στην ίδια. όσο και στο μικρό αδελφό του αλλά και στα άλλα αδέλφια του. Η Π. Λ. ήταν, όπως έχουμε πει και αλλού, μοναχοπαίδι, και ο πατέρας της σώγαμπρος, ζούσε δηλαδή με τους γονείς της γυναίκας του" παρ' όλα αυτά οι σχέσεις της με την οικογένεια του πατέρα ήταν πολύ στενές.

Οι γονείς πρέπει όμως συχνά να διατηρούσαν στενές σχέσεις και με τα παντρεμένα αδέλφια τους. Στο υλικό μου απαντούν περιπτώσεις παιδιών που διέμεναν ή διέμειναν ένα διάστημα σε συγγενείς στην πρωτεύουσα ή αλλού. Σε όλες πρόκειται για αδέλφια της μητέρας, μια περαιτέρω ένδειξη της ισχύος των μητροπλευρικών συγγενικών σχέσεων στο καθημερινό επίπεδο. Η Ε. Ζ.,

γεννήθηκε η Λ. Π., η θεία, στην οποία αναφέρεται, δεν ήταν πάνω από 16, πολύ πιθανόν ούτε πάνω από 10 ετών.

256. Σον. με την Λ. Π., σ. 16.

257. Συν. με την Π. Λ., σ. 8, 9.

p. 161

λ.χ., επισκεπτόταν κατά καιρούς τα αδέλφια της μητέρας της στην Άμφισσα' μία από τις θείες της ερχόταν μάλιστα και περνούσε τα καλοκαίρια στο χωριό, στο σπίτι μιας άλλης αδελφής της μητέρας, η οποία είχε μείνει στο Κροκύλειο.258 Ίσως επειδή η απομάκρυνση από τον οικείο χώρο της κοινότητας έχει εγγραφεί έντονα στη μνήμη τους, συνομιλητές και συνομιλήτριες θυμούνται ιδιαίτερα αυτές τις περιόδους της ζωής τους.

Για συγγενείς στην Αθήνα έκαναν λόγο πολλοί συνομιλητές μου. Και είναι γενικότερα γνωστό ότι πολλοί χωρίς να γνωρίζουμε πόσοι Κροκυλειώτες ζούσαν ήδη πριν από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην Αθήνα, προπάντων στο Παγκράτι. Η διακίνηση παιδιών ανάμεσα στην οικογένεια στο χωριό και σε στενούς συγγενείς στην πόλη σε περιπτώσεις ανάγκης (προπάντων για οικονομικούς λόγους259 ή για λόγους υγείας) πρέπει να ήταν επομένως αρκετά διαδεδομένη. Υπήρχαν, λοιπόν, παιδιά του χωριού που χάρη στις συγγενειακές σχέσεις και την εσωτερική μετανάστευση είχαν έρθει σε επαφή με αστικά κέντρα. Και στο βαθμό που οι συγγενείς αυτοί επισκέπτονταν το χωριό ή παραθέριζαν εκεί τα παιδιά έρχονταν σε επαφή με όψεις και συνήθειες της ζωής στην πρωτεύουσα.

Στην αφήγηση της Π. Κ. γίνεται ανοιχτά λόγος για το ρόλο της «συγγένειας», της «αγαπημένης συγγένειας» ως ασφαλιστικής δικλείδας στη ζωή των ανθρώπων. Η συνομιλήτρια και μια αδελφή της έμειναν πρώτα η μία και ύστερα η άλλη με την αδελφή της μητέρας τους στην Αθήνα. Οι γονείς τους τις έστειλαν στην Αθήνα για λόγους υγείας και εκείνες, παράλληλα, βοηθούσαν τη θεία -η οποία δεν είχε παιδιά και ήταν ανάπηρη— στις δουλειές του σπιτιού. Η μία μάλιστα έμεινε οριστικά στην Αθήνα και υιοθετήθηκε από τη θεία και το θείο της, όταν οι γονείς αποφάσισαν ότι λόγω της αναπηρίας της (είχε χάσει το ένα μάτι της) δεν τη συνέφερε να επιστρέψει στο χωριό.

Στην Αθήνα έχανα μια φορά γιατί ήταν μια αδελφή της μητέρας μου εκεί. Με πόνεσε τ' αυτί μου και ήμουν στην Αθήνα, πήγαινα στο σχολείο, στον Άγιο Παύλο. Θάμεινα κάνα χρόνο. Δεν είχε παιδιά αυτή. Ήταν άκληρη. Πήγα να τη βοηθήσω, να την κοιτάξω. Η μια αδερφή μ' μάλιστα η μικρότερη, μπήκε ασβέστης στο ματάκι της και χάλασε το ματάκι της. Κι αυτή πήγε μετά από μένα... Βοηθούσα τη θεία... Να πλύνω πιάτα, να κάμνω αυτό, να ετοιμάσω, να μαγειρέφω, να κάνουμε, να ράνουμε, βοηθούσα γιατ' ήταν ανάπηρη η θεία. Μετά που έφυγα πήγε η άλλη αδελφή μου εκεί και έμεινε. Την έκανε παιδί της... Είχαμε πολλή συγγένεια τότε... Κι αγαπημένη συγγένεια, κι αγαπημένη συγγένεια. Κι ακόμα σήμερα.260

258. Συν. με την Ε. Ζ., σ. 7, 8.

259. Πβ. την περίπτωση του Αρ. Μ. που πήγε να εργαστεί στην Αθήνα στο εστιατόριο των αδελφών της μάνας του σε ηλικία 10 ετών (Συν. με τον Αρ. Μ., σ. 2, 9).

260. Συν. με την Π. Κ., σ. 8. Επίσης: Συν. με την Β. Κ., σ. 4.

p. 162

Τα παιδιά στο Κροκύλειο -όπως και γενικότερα σε αγροτικές κοινωνίες του μακρινού αλλά και του πρόσφατου παρελθόντος- δε μεγάλωναν μόνο, ούτε καν κυρίως, με τους γονείς τους. Παππούδες και γιαγιάδες, θείες και θείοι κατείχαν πολύ συχνά κεντρική θέση στη ζωή τους. Στην ελληνική κοινωνία σήμερα, παρά την ενεργό ανάμιξη παππούδων και γιαγιάδων στην ανατροφή των παιδιών, το αστικό ιδεώδες της πυρηνικής οικογένειας κυριαρχεί στη σκέψη των ανθρώπων, που αγωνίζονται να χαράξουν τα όρια, πρώτα και κύρια τα οικιστικά όρια, της πυρηνικής οικογένειας, και να αναπτύξουν μια ιδιαίτερη σχέση με τα παιδιά τους. Οι μανάδες και οι πατεράδες στο Κροκύλειο των πρώτων δεκαετιών του 20ού αι., αντιμετώπιζαν οπωσδήποτε προβλήματα από τη συμβίωσή τους με τα «γερόντια», όπως έλεγαν, και άλλους συγγενείς μέσα στη διευρυμένη οικογένεια. Αλλά τη θεωρούσαν αυτονόητη. Και δεν κατέβαλλαν κανενός είδους προσπάθεια να αναπτύξουν ιδιαίτερη σχέση με τα παιδιά τους. Ο ισχυρός δεσμός τους με αυτά ήταν αυτονόητος και οι αρχές με τις οποίες τα ανέτρεφαν δεδομένες. Οι ανοιχτές εκδηλώσεις τρυφερότητας που προωθεί το αστικό ιδεώδες περί οικογένειας σπάνιζαν. Ο διαθέσιμος χώρος χρόνος ήταν περιορισμένος και ο αριθμός των παιδιών μεγάλος, πράγμα που δεν επέτρεπε τέτοιες εκδηλώσεις.

Δ' Διαπαιδαγώγηση

Είναι λίγο-πολύ γνωστό από τη βασική βιβλιογραφία για την παιδική ηλικία, ότι η ιδέα της συστηματικής διαπαιδαγώγησης του παιδιού προκειμένου αυτό να αναπτύξει την προσωπικότητά του, τις ατομικές κλίσεις και δεξιότητές του, συνδέεται με την εμφάνιση των αστικών τάξεων και τη διάδοση του ιδεώδους της ατομικότητας. Στο γερμανόφωνο χώρο χρησιμοποιείται η έκφραση «παιδαγωγικοποίηση της παιδικής ηλικίας» (Pädagogisierung der Kindheit) για να δηλώσει αυτή τη μεταβολή στην κυρίαρχη αντίληψη για τον τρόπο με τον οποίο ανατρέφονται τα παιδιά και γενικότερα την αντιμετώπιση της παιδικής ηλικίας ως χώρου «προστατευμένου», αποκομμένου από τον κόσμο των ενηλίκων, και του παιδιού ως αυταξίας.261 Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι στις παραδοσιακές, προβιομηχανικές και μη-αστικές κοινωνίες δεν αναγνωριζόταν η ύπαρξη παιδικής ηλικίας ή ότι στις κοινωνίες αυτές τα παιδιά δε διαπαιδαγωγούνταν.

Στο Κροκύλειο των αρχών του αιώνα και του Μεσοπολέμου, όπως και γενικότερα στις αγροτικές κοινωνίες του ελλαδικού χώρου μέχρι σχετικά πρό-

261. Α. Ecker, «Zur Sozialgeschichte der Kindheit. Eine Annäherung», Beitrüge zur Historischen Sozialkunde 1 (1994), 3-14, κυρίως σ. 11.

p. 163

πρόσφατα,262 δε μπορούμε να μιλήσουμε για «παιδαγωγικοποίηση» της παιδικής ηλικίας, με την έννοια, την οποία αποδίδουν στην έκφραση αυτή οι ιστορικοί στο γερμανόφωνο χώρο, παρά μόνο ως ένα βαθμό αναφορικά με τη σχολική εκπαίδευση. Αγόρια και κορίτσια ανατρέφονταν με στόχο συνειδητό ή ασυνείδητο την εκπλήρωση ενός συλλογικού προτύπου, την ταχεία και χωρίς τριβές ένταξη τους στον κοινωνικό περίγυρο. Το συλλογικό αυτό πρότυπο μπορεί να διαφοροποιούνταν κάπως, ανάλογα με την κοινωνικο-οικονομική θέση της οικογένειας, αλλά στην ουσία του φαίνεται πως ήταν κοινό για το σύνολο των χωριανών. Αυτό σημαίνει ότι, ανεξάρτητα από την κοινωνικο-οικονομική τους θέση και τη σχέση τους με τον αστικό χώρο, οι ενήλικες διαπαιδαγωγούσαν τα παιδιά με ορισμένα κοινά θεμελιώδη αξιώματα και χρησιμοποιούσαν ίδια ή ανάλογα μέσα για να τους μεταβιβάσουν αντιλήψεις, αξίες, νοοτροπίες. Πάνω απ' όλα τα παιδιά του χωριού, στο σύνολο τους, ανατρέφονταν με συνειδητό ή ασυνείδητο στόχο τον έλεγχο της σεξουαλικότητάς τους μέσα από την υποβάθμιση της και την εσωτερίκευση του αξιωματικού διαχωρισμού των δύο φύλων σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Στη συνέχεια θα εξετάσω δύο βασικές και στενά συνυφασμένες όψεις αυτής της διαδικασίας: τη λειτουργία του αισθήματος της ντροπής για το αντίθετο φύλο και την εσωτερίκευση ορισμένων βασικών ταμπού σε σχέση με το σώμα.

1. Το αίσθημα της ντροπής

Η αγροτική μικροκοινωνία ασκούσε αυστηρό έλεγχο στη σεξουαλικότητα των μελών της από πολύ νωρίς, ενοχοποιώντας στα μάτια τους όχι απλώς τη σεξουαλική επαφή αλλά οποιαδήποτε στενή συναναστροφή ανάμεσα στα δύο φύλα. Στη γλώσσα των συνομιλητών μου η πονηριά είναι συνώνυμη με τη γνώση γύρω από τη σεξουαλική επαφή. Οι περισσότεροι υποστηρίζουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αυτό που ισχυρίστηκε ο κτηνοτρόφος Μ. Μ. ότι παλιά «δεν ήταν αυτή η πονηριά πόχομε σήμερα».263 Μάλλον όμως εννοούν ότι τα παιδιά και γενικότερα οι άνθρωποι δεν τολμούσαν να παραδεχθούν και να εκφράσουν ανοιχτά τη σεξουαλικότητά τους. Από τις μαρτυρίες είναι σαφές ότι κάθε είδους στενή επικοινωνία αγοριών και κοριτσιών συνδεόταν αυτόματα με υποψίες για ερωτικές επαφές κι ακόμη ότι τα παιδιά είχαν παραστάσεις σεξουαλικών επαφών από την συνάφεια τους με τα ζώα αλλά και παρατηρώντας κρυφά τους ενήλικες.

Σε όλες τις ιστορικές αγροτικές κοινωνίες τα παιδιά παρατηρούσαν τα ζώα (ας μην ξεχνάμε ότι η βοσκή αποτελούσε κατεξοχήν παιδική εργασία), αντλώντας βασικές πληροφορίες για τη σεξουαλική πράξη. «Μάνα μαρκαλλιώνται

262. Βλ. Αυδίκος, Το παιδί..., ό.π., σ. 232 κ.εξ.

263. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 4.

p. 164

(ζευγαρώνουν) οι άνθρωπος όπως μαρκαλλιέται η γίδα;», ρώτησε μια συνομιλήτρια τη μητέρα της, χωρίς να πάρει απάντηση. Αλλά και ο ύπνος στον ίδιο χώρο με τους γονείς επέτρεπε προφανώς στα παιδιά να παρακολουθούν ορισμένες φορές κρυφά τις ερωτικές περιπτύξεις των ενηλίκων (Το τελευταίο ισχύει βέβαια και για τα παιδιά των φτωχότερων στρωμάτων στα αστικά κέντρα) . Για να συνοψίσουμε με τα λόγια του Μαλινόφσκι:. «Στην αγροτική τάξη... τα παιδιά διαπαιδαγωγούνται στα σεξουαλικά θέματα σε πρώιμη ηλικία»264. Προφανώς όμως ακριβώς αυτή η στενότητα χώρου και η αναπόφευκτη άμεση επαφή των παιδιών με τη σεξουαλικότητα ευνοούσε τη δαιμονοποίησή της εκτός γάμου (επομένως εκτός ελέγχου σεξουαλικής ζωής) στον επίσημο αξιακό κώδικα του χωριού.265

Ενοχοποιώντας κάθε συστηματική και τακτική συναναστροφή με το άλλο φύλο, οι ενήλικες εμφυσούσαν στα παιδιά το αίσθημα της ντροπής για τις διαφυλικές σχέσεις. Το αίσθημα της ντροπής, όπως εύστοχα σημειώνει ο γερμανός εθνοπαιδαγωγός Erich Renner, «...είναι εκείνο το αίσθημα φόβου και ανησυχίας για την ίδια σου τη συμπεριφορά, ο φόβος μήπως γίνεις αντικείμενο κριτικής ή γελοιοποιηθείς... Το αίσθημα της ντροπής μπορεί να προκαλέσει το ενδιαφέρον και το σεβασμό των συνανθρώπων, αφού χάρη στην προθυμία τους να προσαρμοστούν σε πολιτισμικά κανονιστικά πρότυπα, τα παιδιά γνωρίζουν τον έπαινο και θετικές αντιδράσεις από το περιβάλλον τους. Αλλά η εσωτερίκευση του αισθήματος της ντροπής μπορεί να οδηγήσει και σε συμπλέγματα κατωτερότητας» ,266

Στην Κοινωνική Ανθρωπολογία η «ντροπή» θεωρείται κατά βάση γυναικεία αξία της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας. Σύμφωνα με την Juliet du Boulay η «ντροπή» αφορούσε στις γυναίκες και συνίστατο σε «μια βαθειά, εσωτερική επίγνωση των κινδύνων που έκρυβε η γυναικεία σεξουαλικότητα και μια φυσική ικανότητα να ελέγχονται οι κίνδυνοι αυτοί»267.

264. Μ. Μαλινόφσκι, Σεξουαλικότητα και καταπίεση στην πρωτόγονη κοινωνία, μετάφραση Α. Σταματοπούλου, εισαγωγή - επιμέλεια - σχόλια: Θ. Παραδέλλης, Αθήνα 1993, σ. 81.

265. Θεωρία και πράξη δεν συνέπιπταν πάντοτε, αν και δε μπορούμε να γνωρίζουμε πολλά για τα ιδιαίτερα ευαίσθητα αυτά θέματα. Όπως φαίνεται, και όπως άλλωστε είναι φυσικό, είχαν σημειωθεί κρούσματα συζυγικής απιστίας, λόγω και της απουσίας πολλών ανδρών στην Αμερική. Αυτό υποδεικνύει η έμφαση με την οποία ο γιος ενός μετανάστη μου μίλησε για την τιμιότητα της μητέρας του. Σε μια άλλη συζήτηση ο συνομιλητής ανέφερε ανοιχτά ότι υπήρξαν τέτοιες περιπτώσεις και γενικά ότι «πολλά γίνονταν τότε και στα χωριά». Φαίνεται μάλιστα πως ορισμένοι «καλοθελητές» έστελναν γράμματα σε μετανάστες, όπου τους έδιναν αληθινές ή ψευδείς πληροφορίες για τις γυναίκες τους και ότι τέτοιου είδους κινήσεις συνιστούσαν και μέσα εκβιασμού.

266. Renner, Andere Völker, andere Erziehung..., ό.π., σ. 229.

267. J. du Boulay, Portrait of a Greek mountain village, Oxford 1974, σ. 105. Για την ποινικοποίηση της σεξουαλικής ταυτότητας των γυναικών στην ελληνική μεταπολεμική

p. 165

Οι προφορικές μαρτυρίες ωστόσο δείχνουν ότι, τουλάχιστον στα παιδικά και πρώιμα νεανικά χρόνια της ζωής, το αίσθημα της «ντροπής» αφορούσε τόσο στα κορίτσια όσο και στα αγόρια.268 Η μαρτυρία της Π. Γ., μιας ιδιαίτερα αξιόπιστης συνομιλήτριας υποδεικνύει ότι και τα αγόρια όφειλαν να συμπεριφέρονται συγκρατημένα απέναντι στα κορίτσια, παρ' όλο που τα βιώματά της δεν είναι απαραίτητα αντιπροσωπευτικά για όλες ή και για τις περισσότερες χωριανές: «Αλλά δεν ηξέραμε τν πονηριά κείνη πόχουν τώρα, πονηριά. Γω δε θμώμαι πουτέ, πουτέ, πουτέ, τα παιδιά να ειπούν μια κουβέντα, πουτέ δε θμώμαι, πάει, πώς το λεν', δε το θμώμαι. Ή δε νόγαγαν ή δεν ήξεραν τι είχαν μες το βρακί τς, να με συγχωρείς. Πουτέ δε σ' ενοχλούσαν».269

Όπως θα δούμε και στο κεφάλαιο για το παιχνίδι ο διαχωρισμός των δύο φύλων ξεκινούσε από πολύ μικρή ηλικία" στο πλαίσιο του απαγορευόταν οποιαδήποτε επικοινωνία ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια, τουλάχιστον όταν δεν ήταν αδέλφια ή πρώτα εξαδέλφια. Είναι όμως φανερό ότι τη μεγαλύτερη ευθύνη για την τήρηση των κοινωνικών αυτών κανόνων έφεραν τα κορίτσια, αφού η «ντροπή» προστάτευε, σύμφωνα με την κυρίαρχη νοοτροπία, την τιμή των κοριτσιών. Κάθε καταπάτηση της αρχής αυτής θα είχε εντονότερο αντίκτυπο στα κορίτσια από ό,τι στα αγόρια:

Η μάνα μ'... μόλεγε να μη σ' ακούσω, να μην πας στα παιδιά, να μην πας πουθενά, να μην πας εκεί, και φυλάγομαν. Πώς να σου πω, φυλαγόμασταν. Είχαμε το φόβο απ' τη μάνα κι απ' τον πατέρα... Να μην έχουμε επαφές μεγάλες (με αγόρια). Ε, μια καλημέρα και στρίβαμε. Δεν είχαμε πολλές επαφές. Γιατί άμα παραγνωρίζοσαν δεν ήταν καλό.210

Ορισμένες φορές τα κορίτσια απέφευγαν ακόμη και να καλημερίσουν τα αγόρια όταν τα συναντούσαν στο δρόμο. Φαίνεται ότι γινόταν μια διάκριση ανάμεσα στην περίοδο προ της ήβης και κατά τη διάρκειά της, και ότι τα πράγματα γίνονταν πιο αυστηρά όταν αγόρια και κορίτσια περνούσαν στο στάδιο της ενήβωσης:

ύπαιθρο, το αίσθημα της ντροπής και τη διοχέτευση της σεξουαλικότητας στην κατεύθυνση της τεκνοποιίας εντός των πλαισίων του γάμου, βλ. Ρ. Loizos, E. Papataxiarchis, «Gender, Sexuality and the Person in Greek Culture», στο P. Loizos, E. Papataxiarchis (επιμ.), Contested Identities .Gender and Kinship in Modern Greece, Πρίνστον 1991, σ. 221-234, κυρίως σ. 223, 224.

268. Η εθνολόγος κ. Άννα Παναγιωτοπούλου, η οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε στο χωριό Μαλανδρίνο της Δωρίδας, θυμάται, εξάλλου, ότι και κατά τη μεταπολεμική περίοδο κορίτσια και αγόρια μεγάλωναν με το συναίσθημα και την αρχή της «ντροπής» (πληροφορία που δόθηκε κατά τη διάρκεια συζήτησης γι' αυτή τη μελέτη στο Σεμινάριο του ΙΑΕΝ στο EIE, στις 18.3.98).

269. Συν. με την Π. Μ., σ. 23, επίσης: Συν. με τον Μ. Μ., σ. 12 [«Παίζαμε (...) αλλά δεν είχαμε αυτή την εξοικείωση πούχουνε τώρα, να πούμε, για να πειράξς, ας πούμε, την κοπέλα, να..., κάπως σεβόμασταν ο ένας τον άλλον»].

270. Συν. με την Λ. Π., σ. 13.

p. 166

Καθόλου, καθόλου, καθόλου (δεν παίζαμε με αγόρια). Αφού τότε που ήμαν εγώ, όταν ήμαν κοπέλα, όλες εδώ στο χωριό, τα παιδιά δεν τα συζητούσαν, όταν τα βρίσκανε στο δρόμο. Εδώ στα χωριά έχουμε έθιμο να καλημερίζουμε, καλημέρα άμα βρίσκουμε έναν ή γειά σου, το πολύ. Τα παιδιά δεν τα καλημεράγαν, ποτέ!... Κουβεντιάζαμε, τότε που ήταν να κουβεντιάσουμε (με τα αγόρια). Αλλά τότε που γίναμε έφηβοι δεν τα καλημερίζαμε τα παιδιά ... Έφηβος δεν υπήρχε τότε η λέξ' όχ'. Άμα ξύπναγε κανείς. Και η σπουδασμένη κόρη του καθηγητή του Σχολαρχείου επιβεβαιώνει: Μεγάλωνα με την αυτή ότι θα με κυνηγήσουν να μου πάρουν την τιμή κι αν χάσεις την τιμή, πάει καταστρέφεσαι κι αυτό.271

Τα κορίτσια είχαν άλλωστε το κοινωνικό δικαίωμα, «είχε τέτοιο νόμο»,272 να ξυλοφορτώσουν ή να λιθοβολήσουν τα αγόρια αν τα τελευταία τολμούσαν να παραβούν τους κανόνες και να εκδηλώσουν ερωτικές διαθέσεις. Τα κορίτσια είχαν επομένως δικαίωμα να κάνουν χρήση ενός κατ' εξοχήν ανδρικού προνομίου, της βίας, προκειμένου να διαφυλάξουν την τιμή τους. Τα αγόρια ήταν προσεκτικά στη συμπεριφορά τους απέναντι στα κορίτσια, γιατί γνώριζαν πολύ καλά ότι το τίμημα θα ήταν βαρύ, αν παρέβαιναν τον κοινωνικό κώδικα:

Τότε τα κορίτσια ήταν, κόταες να πειράξεις κορίτσι τότε εκεί, όπως τώρα. Στο 'κοβαν το κεφάλι οι παλιοί κι αυτά. Μεις ήμασταν τέσσερα παιδιά (στην οικογένεια) κι ήταν κορίτσια πλέον από είκοσι κει πέρα, τριάντα (στη γειτονιά). Δεν πειράξαμε κανένα ποτέ... Έχς ιδέα από κορίτσια τότε. Άμα το πείραζες! Κάτ' παρεξηγήθηκε ο αδερφός μ' ο ένας, πέθανε τώρα, ο τελευταίος, και τον έπιασε το κορίτσ' και σήκωσε το πουκάμισο απάνω... και πήρε μια πέτρα και τον έκανε... Θάηταν δεκατεσσάρων χρονών... αλλά ξέρς τι ξύλο τούριξε; Αν δέρναν τα κορίτσια! Τόκανε κατάλογο το κορμί του από πίσω. Άμα πείσμωναν τα κορίτσια σε περιλάβαιναν στο ξύλο 273

Είναι αξιοσημείωτο ότι στο παραπάνω παράδειγμα τα αγόρια δεν εμφανίζονται να αντιδρούν, επειδή προφανώς αναγνώριζαν ότι τα κορίτσια ενεργούσαν στα πλαίσια ενός κυρίαρχου εθιμικού κώδικα αυτοδικίας.

2. Το σώμα

Στενά συνυφασμένη με τον αυστηρό έλεγχο της σεξουαλικότητας είναι και η στάση που τηρούσε η κοινωνία απέναντι στο σώμα των αγοριών και των κορι-

271. Συν. με την Π. Μ., σ. 1, 4' Συν. με την Π. Λ., σ. 4.

272. Συν. με τον Γ. Σ. και τη Φ. Σ., σ. 4.

273. Συν. με τον Γ. Σ. και την Φ. Σ., σ. 4" επίσης Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 2 ( «Τα κορίτσια δεν χαρίζανε... Λοιπόν τις τρώγαμε κι απ' τα κορίτσια»).

p. 167

κοριτσιών και τις αλλαγές που αυτό παρουσίαζε κατά τη βιολογική του διαδρομή. Τα στοιχεία που έχω στη διάθεση μου δείχνουν ότι το γυμνό σώμα αποτελούσε ταμπού και ότι όχι απλώς δεν επικυρώνονταν τελετουργικά -τουλάχιστον με άμεσο τρόπο274- οι καμπές στη βιολογική διαδρομή των κοριτσιών (αναφέρομαι εδώ στην έμμηνο ρύση), αλλά δε δινόταν ανοιχτά ιδιαίτερη έμφαση σε αυτές.

Η ατομική υγιεινή με τη σημερινή, τουλάχιστον, έννοια ήταν σε γενικές γραμμές άγνωστη και κατά συνέπεια δεν αποτελούσε στοιχείο ανατροφής των παιδιών. Οι άνθρωποι δε διέθεταν τις στοιχειώδεις ανέσεις, δεν υπήρχε δηλαδή παροχή νερού στον οικιακό χώρο, ενώ το σαπούνι ήταν αγαθό σπάνιο και ακριβό, προσιτό σε ελάχιστους" εξάλλου, όπως πιστεύω, από τη στιγμή που η έκθεση γυμνών μερών του σώματος αποτελούσε ταμπού, περιορίζονταν και οι δυνατότητες ατομικής υγιεινής. Το ταμπού του γυμνού σώματος είναι βέβαια άρρηκτα συνδεδεμένο με τον αυστηρό διαχωρισμό των φύλων και γενικότερα τον αυστηρό έλεγχο της σεξουαλικότητας. Πιστεύω, επομένως, ότι η γενική απουσία μιας κουλτούρας ατομικής υγιεινής δεν εξηγείται απλώς από τις υλικές συνθήκες διαβίωσης αλλά εκφράζει, ως ένα σημείο, και τη βούληση της κοινωνίας να συγκρατήσει και να περιχαρακώσει τη σεξουαλικότητα των μελών της, ήδη από τα μικρά τους χρόνια. Επιπλέον, οι εμπειρίες της όσφρησης και συνακόλουθα οι αντιλήψεις για τη μυρωδιά στις παραδοσιακές αγροτικές κοινωνίες διέφεραν κατά πολύ από τις σημερινές, καθώς διαμορφώνονταν σε πολύ διαφορετικά κοινωνικο-οικονομικά και πολιτισμικά πλαίσια —αρκεί να σκεφτούμε τη ζωτική σημασία της κοπριάς για τη λίπανση των χωραφιών.275 Δε θέλω να πω με αυτό, ότι η καθαριότητα αποτελούσε απαξία. Αντίθετα αποτελούσε αξία, αφού σε πολλές οικογένειες τα παιδιά πλένονταν και λούζονταν το Σάββατο πριν πάνε στην εκκλησία. Αλλά δεν είχε καμιά ιδιαίτερη θέση στη διαπαιδαγώγησή τους: «Α, μη συζητάς, όλο μπάνια είχαμε. Λουζόμασταν εκεί, μας έπλυνε η μητριά μ' κάθε Σάββατο, όλα τα παιδιά... Ε, μα όταν ήμασταν μικρά, δε μπορούσαμε μόνοι μας να πλυθούμε. Με το κανάτ'. Βούταγε μες το κατσαρόλ' εκεί, τι ζέσταινε νερό, μας έπλενε, μας έλουζε».276

Όσο τα παιδιά ήταν μικρά, τα έπλενε και τα έλουζε η μάνα, η γιαγιά, η

274. Έμμεσα, κατά κάποιο τρόπο, επικυρώνονταν μέσω του δικαιώματος συμμετοχής των κοριτσιών σε ορισμένες εθιμικές δραστηριότητες (πβ. εδώ Κεφάλαιο τέταρτο, σ. 262, 263).

275. Πβ. όσα γράφουν οι Ilien και Jeggle (Α. Ilien, U. Jeggle, Leben auf dem Dorfe, Οπλάντεν-Βισμπάντεν 1978, σ. 74): «Στον αγροτικό κόσμο τα περιττώματα δεν είναι ακόμη κάτι αηδές και βρωμερό, αλλά κάτι το χρήσιμο, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή μια εντελώς διαφορετική εμπειρία της μυρωδιάς από τη σημερινή». Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι τα υποτυπώδη αποχωρητήρια βρίσκονταν εκτός σπιτιού και συνήθως δεν είχαν στέγη. Επιπλέον, σύμφωνα με έναν ιδιαίτερα αξιόπιστο συνομιλητή, ο οποίος μάλιστα αναφέρθηκε σε βιώματά του από ένα χωριό της περιοχής τη δεκαετία του 1920, σε μικρότερα χωριά ελάχιστα σπίτια είχαν υποτυπώδη έστω αποχωρητήρια (τηλεφωνική συνδιάλεξη με τον Θ. Α. στις 25.1.2003).

276. Συν. με την Γ. Σ., σ. 10.

p. 168

μεγαλύτερη αδελφή, η θεία, και γενικά μια γυναίκα της οικογένειας, μέσα στη σκάφη για τα ρούχα. Αργότερα πλένονταν μόνα. Φαίνεται όμως ότι τα αγόρια με το πέρασμα των χρόνων σταματούσαν να πλένονται στη σκάφη και υποθέτω, χωρίς να έχω στα χέρια μου ισχυρά τεκμήρια, ότι από τη στιγμή που άρχιζε η ενήβωση των αγοριών, το πλύσιμο του σώματος στη σκάφη δε συνηθιζόταν και τα μεγαλύτερα αγόρια πλένονταν κυρίως τοπικά.

Η Λ. Π. γεννήθηκε το 1915 και μεγάλωσε σε μια οικογένεια με τέσσερα κορίτσια και ένα αγόρι. Ο αδελφός της ήταν το στερνοπαίδι της οικογένειας και έντεκα ολόκληρα χρόνια μικρότερος της. Διηγείται σχετικά:

Ξέρς πότε κάναμε μπάνιο εμείς; Όταν ήταν Σαββατόβραδο να πάμε στην εκκλησία μέσα στα σπίτια μας... Βάζαμε τη σκάφη, μια σκάφη μεγάλη -παίρναμε σκάφες μεγάλες γιατί πλέναμε μπουγάδες... Πλυνόμασταν μέσα στη σκάφη, και πλυνόμασταν, καθόμασταν μέσα και μια άλλη, ή αδερφή, ή η μάνα, ή ο πατέρας -όχι ο πατέρας, τον πατέρα μου δεν τον βάναμε, βάναμε τς γυναίκες εμείς- και πλυνόμασταν το κορμί μας και τα πόδια μας. Και τ' αγόρια εμείς τα πλέναμε και ντρέπεταν ο αδερφός μου να μπει στη σκάφ' κι έλεε κλείστε τ' πόρτα, θέλω να κάνω μπάνιο μοναχός μου. Και πλένεταν μοναχό τ' το παιδί. Άμ' πού έφτανε στην πλάτη τ' να το τρίψουμε το παιδί, και τόλεα θα μπω μέσα, Γιάννη μ', να σε πλύνω, να σε πλύνω την πλατούλα σ', τίποτες άλλο, και μαζεύονταν κουβαράκ' το παιδί, να μην δούμε... και τα πλύναμε τα παιδιά με τς σκάφες.211

Ούτως ή άλλως τα αγόρια πλένονταν κατά καιρούς στα ποτάμια, τις στέρνες, τις βρύσες, και φαίνεται ότι αυτό το υποτυπώδες «μπάνιο» αποτελούσε στην πραγματικότητα ένα είδος παιχνιδιού, αφού μάλιστα είχε ομαδικό χαρακτήρα. Φαντάζομαι, χωρίς να το έχω διευκρινίσει, ότι τα αγόρια έμπαιναν στο νερό ημίγυμνα (φορώντας δηλαδή ορισμένα ρούχα), στη διάρκεια βέβαια του καλοκαιριού, όταν έκανε ζέστη.

Η αλήθεια είναι ότι το νερό τα περισσότερα σώματα δεν το ξέρανε. Το καλοκαίρι όμως κάνει ζέστη. Εντούτοις. Εγώ δε συγκεκριμένα, για να είμαι ειλικρινής, να τα λέμε και να μην ξεροκοκκινίζουμε, πήγαινα κι έπιανα ψάρια στο ποτάμι, εκεί πλενόμουνα. - Πλενόμασταν σε κάνα ποτάμ', σε καμιά γούρνα μέσα... (Στη σκάφη), σπάνζε... Πηγαίναμε εμείς τα παιδιά, πηγαίναμε στις γούρνες, στέρνες δηλαδή, γούρνες τις λέγαμε και μπαίναμε μέσα και κολυμπάγαμε. Όχ' κορίτσια όχ', παιδιά. Δεν κόταγες να ιδείς κορίτσ' γυμνό. Θα τόλεγε στον πατέρα της, θα σ' αρχίνζε ο πατέρας της

277. Συν. με την Λ. Π., σ. 22" επίσης, Συν. με την Π. Κ., σ. 9 («Κάθε Σάββατο πλυνόμασταν και πηγαίναμε και στην εκκλησία. Έπρεπε νάναι δύο να τα πλύνουν τα παιδιά. Μας έπλενε η μάνα ή τα μεγαλύτερα κορίτσια. Όχ' ο πατέρας είχε δική του δουλειά...»).

p. 169

στο ξύλο. - Μπάνιο χάναμε στο ρέμα, στις γούρνες. Γούρνες είναι στέρνες, να πούμε. Μέσ' το χώμα τις σκάβανε και γίνονταν γούρνα. Και σε ξένες γούρνες. Είχαμε δική μας γούρνα για το περιβόλι.218

Δεν υπάρχουν παρόμοιες μαρτυρίες για τα κορίτσια' όταν πλένονταν σε εξωτερικούς χώρους αυτό γινόταν με ιδιαίτερη μυστικότητα.

Πόσο επηρεαζόταν η πρακτική της ατομικής υγιεινής από την κοινωνική διαστρωμάτωση; Υποθέτω ότι για τα παιδιά των τσοπάνηδων ήταν ακόμη δυσκολότερο απ' όσο για τα άλλα παιδιά να πλυθούν, γιατί περνούσαν το μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου στις «ταράτσες» που βρίσκονταν έξω από το χωριό. Στην οικογένεια του θρυλικού δασκάλου του χωριού όμως, που είχε και τη δυνατότητα να αγοράζει πλάκες σαπούνι, η μεγάλη αδελφή έπλενε τακτικά τα μικρά της αδέλφια. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι έλουζε τον μικρό αδελφό και για να τον τιμωρήσει. Το «κανονικό» μπάνιο δεν ήταν απόλαυση αλλά αναγκαιότητα:

Η Βαγγελία, άμα θύμωνε, μ' έβαζε στα πόδια για να με λούσ' ...δεν έκοβε το σαπούνι, την πλάκα. Την είχε ολόκληρη ... Να τον τροχάω (λέει η αδελφή του), να κάνω τσαγάνες. Μας έβαζε η Βαγγέλω, προπαντός τον μικρό, τον έβαζε ανάμεσα στα πόδια εδώ, τον έπιανε για να τον λούσ', να τον λούσ', δεν καθόταν να λουστεί. Πάαιναν στα μάτια του σαπουνάδες και αυτό και φώναζε. Και τον στρίμωχνε εκεί για να τον λούσ'.219

Εδώ θα ήθελα να επισημάνω ότι τα μικρά παιδιά, αγόρια και κορίτσια, τα έπλεναν οι μανάδες, οι γιαγιάδες, οι μεγαλύτερες αδελφές, οι γυναίκες εν πάση περιπτώσει της οικογένειας. Είναι γνωστό σε εθνολόγους και κοινωνικούς ανθρωπολόγους, ότι στις παραδοσιακές κοινωνίες η φροντίδα του σώματος αποτελεί γυναικείο καθήκον και προνόμιο.280 Πώς επηρέαζε άραγε τον ψυχικό κόσμο των παιδιών η σωματική αυτή επικοινωνία του με τις γυναίκες της οικογένειας; Θα πρέπει να επιδρούσε εξισορροπητικά στο συναισθηματικό τους κόσμο. Όπως και νάχει, όταν μελετάμε κοινωνίες οι οποίες γενικά αποθάρρυναν τη σωματική επικοινωνία, είναι καλό να έχουμε στο νου μας, ότι και στις κοινωνίες αυτές οι γυναίκες έπλεναν (έντυναν, χτένιζαν) τα παιδιά κι ακόμη ότι οι πρακτικές αυτές έχουν την επικοινωνιακή τους διάσταση.

Σε μια κοινωνία που προσπαθούσε να ελέγξει με κάθε τρόπο τη σεξουαλικότητα των μελών της, τα κορίτσια μάθαιναν από νωρίς να ντρέπονται για το σώμα τους και τις λειτουργίες του. Στο σύνολο τους οι συνομιλήτριες μίλησαν

278. Συν. με τον Γ. Π., σ. 12' Συν. με τον Γ. P., σ. 9' Συν. με τους αδελφούς Α., σ.


279. Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 12' Συν. με τον Μ. Ζ., σ. 9.

280. Ο Mitterauer («Geschlechtsspezifische Arbeitsteilung» (1992), σ. 146) επισημαίνει ότι στις προβιομηχανικές αγροτικές κοινωνίες της κεντρικής Ευρώπης η φροντίδα των αρρώστων στον οικιακό χώρο αποτελεί καθήκον των γυναικών.

p. 170

παρ' όλα αυτά με αρκετή άνεση για την έμμηνο ρύση και την εμπειρία τους, μίλησαν -άραγε χάρη στην τηλεόραση και τις διαφημίσεις της;- με αρκετή άνεση για κάτι που ακόμη και στην εποχή κατά την οποία οι ίδιες ήταν μητέρες αποτελούσε ταμπού. Τα κορίτσια μεγάλωναν κατά βάση μέσα στην άγνοια. Μόνο μία συνομιλήτρια μου ανέφερε ότι η θεία της (αδελφή του πατέρα της), η οποία ζούσε μαζί τους και ουσιαστικά τη μεγάλωσε -η μητέρα είχε πεθάνει- την πληροφόρησε για τον ερχομό της περιόδου.281 Συνήθως όμως δεν υπήρχε περίπτωση το κορίτσι να πληροφορηθεί κάτι τέτοιο από ενήλικες γυναίκες. Κάποτε το μάθαινε, με τρόπο έμμεσο και συγχεχυμένο, από πρώτες ξαδέλφες ή φίλες, που είχαν περάσει οριστικά πλέον στην περίοδο της ήβης:

Κατάλαβα από άλλες. Απ' το σπίτι μου όχι, τίποτα. Ήταν, η αδερφή μ' ήταν εφτά χρόνια μεγαλύτερη, αλλά ούτε μ' είπε τίποτα. Ούτε η μάνα μ' ποτέ. Η μάνα μ' δε νόγαγε, δε νόγαγε. - Ε, άλλ' τόξεραν κι άλλ' δεν τόξεραν. Εγώ, η μάνα η δική μ' δε μίλαγε τέτοια πράματα, μπόραε να τ' ακούσω από σέναν πούμασταν συνομίληκες. Εσένα μπορεί να σε βρήκαν πρωτύτερα και τα μιλάγαμε και τα ξέραμε απ' τη φιλενάδα. Η μάνα η δκή μ' δεν τα μίλαε αυτά τα πράματα, δεν τάλεε αυτά...282

Όπως είναι φυσικό, την πρώτη φορά ο ερχομός του αίματος συνδεόταν με συναισθήματα ανασφάλειας, φόβου, ταραχής, ενοχής:

Όχι δεν πολυμιλούσαν γι' αυτά... κι η αδερφή μου ήταν μεγαλύτερ' από μένα 8, 10 χρόνια. Ποτέ δεν είχαμε συζητήσ' τέτοιο πράμα, ποτέ! ...Κι όταν παρουσιάστηκαν αυτά θυμάμαι που λέρωσε το κομπινεζόν και λέω στη μάνα μ': «κοίτα!» «Α, παιδί μου», λέει, «με γεια σου, δέναι τίποτα αυτά, μη φοβάσαι». Κι άρχισε μετά η δυσκολία αυτή. — Σάμπως μου είχε πει η μάνα μ' τίποτα; Δεν το λες κι αυτό; Αφού δεν ξέραμε τι μας γίνονταν. Εγώ ήμαν 10, 11 χρονών. ... Δεν το είπα στη μάνα μου. Φοβόμουνα. Μη μου πει, πού πήγες, τι έκανες. Δεν ήξερα πώς ν' αντιδράσω παιδί μου.283

Τα κορίτσια βίωναν στη συνέχεια σιωπηρά μια έντονη αλλαγή στην κοινωνική τους οντότητα, αφού κατά τις ημέρες της περιόδου έχαναν βασικά θρησκευτικά τους δικαιώματα: «Άμα είχες περίοδο δεν πήγαινες στην εκκλησιά, ούτε άναβες κερί, ούτε λειτουργιές επιτρεπόταν να φτιάξεις».284

Είναι πάντως χαρακτηριστικό για το βαθμό στον οποίο τα κορίτσια εσωτερίκευαν τη μυστικότητα που περιέβαλλε την εμπειρία τους και γενικότερα τη

281. Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 16 («Με λέει, παιδάκι μ', άμα δεις αίμα μη φοβηθείς. Άλλα, τα καημένα, δεν ήτανε προετοιμασμένα»).

282. Συν. με την Π. Μ., σ. 4' Συν. με την Α. Π., σ. 18.

283. Συν. με την Γ. Α., σ. 7, 8' Συν. με την Α. Σ., σ. 9.

284. Συν. με την Π. Κ., σ. 9' επίσης, Συν. με την Γ. Ζ., σ. 5, Συν. με την Λ. Π., σ.

p. 171

σωματικότητά τους, ότι γυναίκες που βίωσαν αρνητικά την εμπειρία των εμμήνων δεν διανοήθηκαν αργότερα να προφυλάξουν τις κόρες τους από παρόμοια βιώματα:

Πού ξέραμε και ποιος μας το είπ' εμάς, περίοδο; Εγώ ήμαν κουτζάμ κουρίτσ'. Κι άμα είδα αίματα φοβήθχα, είπα τι είναι τούτο, δεν ήξερα τι είναι τούτο. Πουτέ, πουτέ, πουτέ και μου το λένε και τα κορίτσια μ'. «Μωρέ μάνα», λέει, «μας είπες μια μέρα», λέει, «άμα τώρα είστε σε μια ηλικία, μπορεί να δείτε αίμα, περίοδο, να μη φοβηθείτε, ξέρω γω;» —«Δε σας τάπα, παιδάκι μ'», λέω, «δε μ' άφναν οι δουλειές». Μ' το λένε και ματαμουτολένε. Δεν ήξερα παιδάκι μ' λέω...285.

Με την αρχή των εμμήνων και τη σωματική ανάπτυξη που συνεπάγονταν πρέπει να έληγε στη συνείδηση των κοριτσιών και της κοινωνίας οριστικά μια φάση στη ζωή τους την οποία θα αποκαλούσαμε σήμερα «παιδική ηλικία». Φαίνεται ότι τα περισσότερα κορίτσια ήταν τουλάχιστον 15 χρονών όταν έρχονταν για πρώτη φορά τα έμμηνα,286 και δεν πρέπει να είναι άσχετο το γεγονός πως δεν απαντά στις πηγές καμιά περίπτωση κοριτσιού που να παντρεύτηκε κάτω από 15 ετών (άλλωστε ελάχιστα κορίτσια παντρεύονταν πριν από τα 20 χρόνια τους) ,287 Προφανώς οι γενικά σκληρές συνθήκες διαβίωσης ευθύνονταν για την καθυστερημένη, με τα σημερινά δεδομένα, ανάπτυξη των κοριτσιών. Με βάση ιατρικές μαρτυρίες και δεδομένα έχει παρατηρηθεί ότι σε κοινωνίες της κεντρικής, δυτικής και βόρειας Ευρώπης του 18ου και 19ου αιώνα κόρες αγροτών και εργατών είχαν την πρώτη έμμηνο ρύση τους, κατά κανόνα, σε μεγαλύτερη ηλικία από κόρες εύπορων αστών και επομένως ότι η ηλικία απαρχής των εμμήνων σχετιζόταν με την κοινωνικο-οικονομική θέση και τις συνθήκες ζωής των υποκειμένων.288

6. Για την έμμηνο ρήση ως περίοδο μίανσης στην ανθρωπολογική έρευνα για την ελληνική ύπαιθρο, πβ. L. Rushton: «Η μητρότητα και ο συμβολισμός του σώματος», στο Ε. Παπαταξιάρχης, Θ. Παραδελλης (επιμ.), Ταυτότητες και φύλο στη σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα 1992, σ. 158-161.

285. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 23.

286. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 5.

287. Στο Βιβλίο Γάμων της κοινότητας που αφορά στην περίοδο 1929-1940 και στο οποίο καταγράφονται 78 γάμοι, απαντούν μόνο 4 νύφες κάτω των 20 ετών και καμιά κάτω των 17. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Βιβλίου, οι άντρες παντρεύονταν κατά μέσο όρο σε ηλικία 31 και οι γυναίκες σε ηλικία 27 ετών. Και από το Γενικό Μητρώο της κοινότητας προκύπτει έμμεσα (με βάση την ηλικία στην οποία φαίνεται ότι αποκτούσαν το πρώτο παιδί) ότι οι άντρες παντρεύονταν κατά μέσο όρο σε ηλικία 30-31 και οι γυναίκες σε ηλικία 25-26 ετών' βλ. επίσης εδώ σημ. 170.

288. Μ. Mitterauer, Sozialgeschichte der Jugend, Φρανκφούρτη στο Μάιν 1986, σ. 11,

p. 172

3. Τρόποι διαπαιδαγώγησης - Μορφές επικοινωνίας

Γενικά, λοιπόν, η συζήτηση με τα παιδιά δεν αποτελούσε βασικό μέσο διαπαιδαγώγησης. Αναφερόμενη στο πρόσωπο του παππού υποστήριξα ότι η διαπαιδαγώγηση με λόγια στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία δεν ήταν ασυνήθιστη' επρόκειτο όμως για υποδείξεις-συμβουλές ή απαγορεύσεις, με στόχο να εντυπωθεί βαθιά στο μυαλό του παιδιού τι επιτρέπεται και τι όχι - δεν επρόκειτο για διάλογο ανάμεσα στους ενήλικες και τα παιδιά. Τα τελευταία μεγάλωναν με βάση δεδομένα συλλογικά πρότυπα και αρχές. Στην καλύτερη περίπτωση οι ενήλικες τα καθοδηγούσαν χωρίς η καθοδήγηση αυτή να τίθεται σε συζήτηση ή υπό αμφισβήτηση - η υπακοή των παιδιών ήταν αναμενόμενη και αυτονόητη, η ανυπακοή έπρεπε να τιμωρηθεί.

Το ρήμα «διατάζω» που συναντάμε στις αφηγήσεις -όταν οι συνομιλητές αναφέρονται στους ενήλικες, στον παππού ή τη γιαγιά, τη μάνα και τον πατέρα- υποδεικνύει ότι η πειθαρχία αποτελούσε θεμελιώδες ζητούμενο από το παιδί:

Κι έλεγαν οι γειτόν' εδώ πώς τάχει μαθημένα η Λέτα τα παιδιά τς να κάνουν και μετάνοιες... όπως μας διάταζε η μανούλα μας από μια φορά και το έχουμε ακόμη. - Ε, τα συμβούλευε ο πατέρας (τα παιδιά), τα συμβούλευε, ναι, τα διάταζε, δεν τάδερνε, όχι. «Μη μαλώνς τα παιδιά», λέει (ο άντρας μου) «είναι μικρά ακόμα», λέει. - «Τα παιδιά», λέει, «κάνουν τα παιδιάτκα τς τώρα, είναι μικρά παιδιά», λέει, «να τα διατάζς και να μην τα δέρνς».289

«Διατάζω» σημαίνει ωστόσο στη γλώσσα των συνομιλητών μου, προστάζω, συμβουλεύω, καθοδηγώ και κατευθύνω μαζί. Το παιδί όφειλε να σέβεται τον ενήλικα που «διέταζε», και να πειθαρχεί σ' αυτόν. Μέσα από αυτή τη διαδικασία μεταβιβάζονταν και εσωτερικεύονταν βασικοί κανόνες συμπεριφοράς και αξίες.

Όμως δεν είχαν όλοι οι ενήλικες πάντοτε τον απαραίτητο χρόνο και τη διάθεση ώστε να καθοδηγούν συστηματικά τα παιδιά. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι η μάνα, επιβαρυμένη με χίλιες δυο δουλειές, είχε τις περισσότερες φορές, χρόνο και ψυχική διάθεση να ασχοληθεί συστηματικά με τα παιδιά. Αυτό τουλάχιστον υποδεικνύουν όλες οι προφορικές μαρτυρίες' σε αυτές η μάνα προβάλλει ως κυρίαρχο πρόσωπο στην καθημερινή ζωή των παιδιών, ως στήριγμά τους, αλλά δε φαίνεται να αφιερώνει χρόνο για να ασχοληθεί ειδικά μαζί τους, σύμφωνα με τις επιταγές του αστικού προτύπου διαπαιδαγώγησης:

289. Αποσπάσματα από τρεις συνεντεύξεις: Συν. με την Λ. Π., σ. 18' Συν. με την Α. Π., σ. 5' Συν. με την Π. Γ., σ. 17. Η Π. Γ. χρησιμοποιεί επίσης τον όρο διάτα: «...δεν είχαμε πάρ' και κάποια διάτα τς μάνας μας. Όπως κι εγώ δεν έδωκα διάτα στα κορίτσα μ' (για το θέμα των εμμήνων)» (Συν. 4 με την Π. Γ., σ. 29).

p. 173

Η μάνα η δκή μ' δεν τα μίλαε αυτά τα πράματα, δεν τάλεε αυτά... Αν τ' ρώταες τίποτα και τς έλεγες, που λέει ο λόγος: «βρε μάνα, πέσε με, τι, πώς, θέλαμε να φκιάσουμε και προικιά, πώς να το φκιάσουμε εκείνο εκεί, πώς να το βάλουμε στον αργαλειό, πέσε με και μένα να μάθω κι εγώ». «Άμα έρθ' ο καιρός θα μάθς», έλεγε. Δεν κάθονταν ν' ασχοληθεί, να μου πει θα το φκιάσς. Σ' λέει αυτήνη αφού θέλ' να μάθ', θα το μάθ' αυτή, δε... Κι άμα τς έλεγα, λέει άμα θάρθει ο καιρός θα το μάθς, άλλο τίποτα τι θα ειπείς... Δεν είχε και χρόνο η καημέν'. Αφού έλεγε η γιαγιά η καημέν': «φέρτε νερό να γιομίστε τη νεροβάρελα, θάρθει η σκλάβα το βράδ' και θέλ' να μαγειρέψ', να φάτε, να πιείτε». Δεν έλεε: «θάρθει η μάνα σας, θάρθει η σκλάβα», έλεε.290

Δεν υπάρχει στο υλικό μου περίπτωση παιδιού που να μεγάλωνε κάτω από συνειδητή, συνεχή, συστηματική καθοδήγηση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι γονείς δεν ενδιαφέρονταν για τα παιδιά τους" άλλωστε, όπως θα δούμε αλλού, πολλοί γονείς ενδιαφέρονταν ειδικότερα για τις επιδόσεις των γιων τους στο σχολείο. Σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση αλλά και τη σύνθεση κάθε οικογένειας, τα παιδιά στο χωριό εσωτερίκευαν κανονιστικά πρότυπα και αξίες μέσω της παρατήρησης, του παραδείγματος των ενηλίκων, των παραστάσεων που είχαν. Όπως σε προβιομηχανικές αγροτικές κοινωνίες «η διαδικασία διαπαιδαγώγησης συντελούνταν με τρόπο φυσικό, χωρίς συνειδητές παρεμβάσεις, χωρίς σκόπιμη εμφύτευση και ανάπτυξη δεξιοτήτων».291 Ιδιαίτερα όταν οι γονείς απουσίαζαν στα χωράφια και δεν υπήρχε η δυνατότητα να μείνουν στο σπίτι υπό την επιτήρηση ενός ενήλικα, έμεναν μόνα, ακόμη και αν τα πολύ μικρά παιδιά βρίσκονταν υπό την επιτήρηση μεγαλύτερων.

Η Π. Γ. μου αφηγήθηκε πως στα τέλη της δεκαετίας του 1930 όταν επέστρεφε με τον άντρα της από τα χωράφια εκείνος ανησυχούσε για τα παιδιά που ήταν μόνα στο σπίτι υπό την επιτήρηση του μεγαλύτερου:

Ήμαν στο χωράφ', σαυτό το χωράφ' κει πέρα, απέναντι, ήταν τέσσερις η ώρα και... Έρχομαν τέσσερις με πέντε η ώρα κι έλεγε χι ο άντρας μ ' καμιά φορά άμα ήμασταν μαζί: «δεν πάμι, μωρέ γυναίκα», λέει, «να ιδούμε, θα

290. Συν. με την Α. Π., σ. 18.

291. Rosenbaum, Formen der Familie..., ό.π., σ. 93' βλ. επίσης R. Sieder, Persönlichkeitsbildung in Haus und Familie. Studien zur Sozialisation in ländlich-bäuerlichen Hausgemeinschaften der vorindustriellen Zeit. An Beispielen aus dem Salzburger Raum (Διδ. Διατριβή), Βιέννη 1975, σ. 217. Η παιδαγωγική θεωρία της κοινωνικής εκμάθησης (social learning theory), που δίνει έμφαση στη διάπλαση, στην εκμάθηση μέσω της παρατήρησης (βλ. L. Beck, Child Development, Μασαχουσέτη 1994, σ. 18) φαίνεται να έχει ισχύ σε συγκεκριμένα ιστορικο-κοινωνικά πλαίσια.

p. 174

βρούμε και κάνα παιδί ζωντανό ή θα τα βρούμε πεθαμένα τα πιδιά;». Απαρατημένα τα παιδιά... Λέω: «Θύμιο μ', άμα είναι δώδεκα η ώρα, να μάσεις τα παιδιά, να πας να τα ταΐσς και το Θανάσ' μας απούναι μκρός, να μην τον πνίξτε κιόλα...».292

Η Π. Γ. είναι μια εξαιρετικά οργανωτική και εργατική γυναίκα' είναι βέβαιο ότι φρόντιζε συστηματικά τα παιδιά της και διέθετε τις απαραίτητες νοητικές ικανότητες ώστε να ακολουθεί τις υποδείξεις ορισμένων γιατρών ως προς τη φροντίδα τους. Γι' αυτό η μαρτυρία της έχει ιδιαίτερη αξία" υποδεικνύει —σε συνδυασμό και με άλλες πληροφορίες— ότι οι περισσότεροι γονείς ήταν από καιρό σε καιρό υποχρεωμένοι να αφήνουν παιδιά που δεν είχαν κλείσει ακόμη τα 10 τους χρόνια, μόνα χωρίς καμιά επιτήρηση.

Βασικό μέσο διαπαιδαγώγησης ήταν ο φόβος με την κοινή έννοια του όρου: Τα παιδιά πειθαρχούσαν ή όφειλαν να υπακούουν επειδή αισθάνονταν ή όφειλαν να αισθάνονται ότι απειλούνταν είτε από το θεό είτε από στοιχειά είτε από κατάρες είτε από σωματικές ποινές. Σύμφωνα με τον Elias η διαπαιδαγώγηση στις ανθρώπινες κοινωνίες στηρίζεται στο φόβο. Όμως ο Elias δεν αναφέρεται σε ένα φόβο προσωποποιημένο ή συγκεκριμένο αλλά στο φόβο με την ευρεία έννοια του όρου. Δεν αναφέρεται δηλαδή σε συγκεκριμένες απειλές που υποχρεώνουν τους ανθρώπους να πειθαρχήσουν, αλλά στους εσωτερικούς φόβους, στις εσωτερικές επιταγές που εγχαράσσονται στη συνείδηση του παιδιού, το δεσμεύουν και καθοδηγούν τη συμπεριφορά του.293 Σε τελευταία ανάλυση βέβαια κάθε είδους διαπαιδαγώγηση στοχεύει στη συγκρότηση του φόβου με την ευρεία του έννοια, δηλαδή με την έννοια του εσωτερικού ελέγχου, του ελέγχου που ασκεί το άτομο στον εαυτό του.294

Στο παράδειγμά μας όμως μας απασχολεί ο φόβος ως μορφή άμεσης αποτρεπτικής διαπαιδαγώγησης που περιόριζε την ελευθερία των παιδιών, διευκολύνοντας τον έλεγχο τους από τους ενήλικες και ευνοούσε την ταχύτερη ενσωμάτωση τους στο συλλογικό πρότυπο. Αυτή η μορφή διαπαιδαγώγησης συνδεόταν άμεσα με τον μαγικό, παγανιστικό τρόπο σκέψης των ανθρώπων. Τα παιδιά δεν μάθαιναν απλώς να πειθαρχούν και να εσωτερικεύουν αξίες από φόβο προς το θεό, τα στοιχειά, τις κατάρες. Συγχρόνως μάθαιναν να φοβούνται τις υπερφυσικές και μαγικές δυνάμεις, όπως άλλωστε τις φοβόνταν και οι ενήλικες.

292. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 1.

293. Ν. Ελίας, Η εξέλιξη του πολιτισμού. Κοινωνιογενετικές και ψυχογενετιχές έρευνες, τ. Β': Αλλαγές της κοινωνίας. Σχεδίασμα για μια θεωρία του πολιτισμού, μετάφραση Ε. Βαϊκούση, Αθήνα 1997, σ. 368.

294. Νόβα-Καλτσούνη, Κοινωνικοποίηση, ό.π., σ. 80-81.

p. 175

Ο Γ. Ψ. που όπως όλοι οι κτηνοτρόφοι του χωριού γεννήθηκε και μεγάλωσε επίσης σε οικογένεια «τσοπαναραίων» διηγείται:

Για να σκιάζονται τα μικρά, μας λέγαν οι νεράιδες, το στειο (το στοιχειό) , κάτ' τέτοια πράματα, αχ' όμως ότι είχα δει νεράιδες ποτέ... ναι, νύχτα, φάνκε καμιά νεράιδα, γίνκε τίποτα, φοβόμασταν... Για να μην κάνουμε ατιμίες (μας τα έλεγαν), να μην κάνουμε ατιμίες νύχτα... Να μην κλέβαμε τα κεράσια...295.

Η Π. Γ. θυμάται την εκφοβιστική, φανταστική μορφή του Καραμίδα, ενός γέροντα που έτρωγε τα παιδιά, στην οποία αναφερόταν η μητέρα της για να τη φοβίσει και προτρέπει τις σημερινές γενιές να εγκαταλείψουν αυτές τις μεθόδους διαπαιδαγώγησης:

Λέω, τα παιδιά πουτέ να μην τα φοβίζτε, γιατ' έχ' δυο εγγονάκια η θυγατέρα μ' μικρά, και κάτ' τους είπανε προυχθές και τα φόβσαν. Λέω τα πιδιά να μην τα φοβίζτε, γιατ' η μάνα μ', λέω, μας φόβζε εμάς μια φορά και μας έλεγε, ο Καραμίδας κι ο Καραμίδας κι ο Καραμίδας, μη μιλάτε καθόλ' θάρθει ο Καραμίδας, κι ακόμα είναι στο στομάχι μ' τς, λέω. Πουτέ! Καραμίδας, ένας γέροντας Καραμίδας. Ένας γέροντας δηλαδή απότρωγε τα πιδιά, τα μάζευε μέσ' το τσουβάλ'. Έτσ' τς ήρθε τς μάνας μ'. Και μια φορά φοβόμαν, ήταν κι η γιαγιά μ' στη γωνία, που ήταν άρρωστη η γιαγιά, κι ήταν και το σπίτ' με κάτ' παραθυράκια μικρά, όσο να φκιάσνε το καινούριο, σκουτεινό μέσα, του κρύο πόφαγα μια φορά απόξω κι η μάνα μ' δεν ήταν εκεί θα το θμώμαι, για να μην μπω μέσα και με φάει ο Καραμίδας. Πουτέ, λέω, τα πιδιά, λέω, να μην τα φοβίζτε!296

Πάνω απ' όλα: Φόβος για το θεό. Ίσως δεν υπήρχε για την παραδοσιακή αγροτική κοινωνία αποτελεσματικότερος τρόπος να ελέγξει και να προφυλάξει από φυσικούς κινδύνους τα παιδιά, αφού τις περισσότερες φορές οι ενήλικες «δεν ευκαιρούσαν» (και οι ηλικιωμένοι ανάμεσα τους δε μπορούσαν) να παρακολουθούν τις κινήσεις τους:

Φοβόμουνα πολύ το θεό. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια φορά που ξέχασα κι έφαγα για να μεταλάβω, φοβόμουνα τη μάνα μου ότι θα με δείρει. Πήγα και μετάλαβα κι έλεγα, Παναγία μου, συγχώρεσέ με, ξέρεις ότι δεν τόκανα επίτηδες κι αυτό. Φοβόμουνα. Δεν ξέρω γιατί, πώς με είχαν μεγαλώσει και φοβόμουνα. Κι από το άλλο μέρος φοβόμουνα να κάνω κακή πράξη γιατί με βλέπει ο θεός. Μία έντονη ανάμνηση ... ήταν ένας φραγμός

295. Συν. με τον Γ. T., σ. 3. Υπάρχει επίσης η ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι οι «κλέφτες» (ζωοκλέφτες) διέδιδαν συχνά τέτοιες ιστορίες, προκειμένου να αποτρέψουν τον κόσμο να κυκλοφορεί το βράδι και να έχουν έτσι ελευθερία κινήσεων.

296. Συν. με την Π. Γ., σ. 14.

p. 176

η θρησκεία στο να μην κάνουν το κακό, δηλαδή δε με βλέπει κανείς άλλος, αλλά με βλέπει ο θεός. — Α, ναι! Πιστεύαμε στο θεό. Και πιστεύαμε κι αυτό πίστευαν και οι μητέρες μας, οι οποίες μέσα στις δουλειές, ας πούμε, που μας έστελναν, βάζαν ανάμεσα και το θεό. Δηλαδή, «μην κλέβετε σταφύλια ξανά, γιατί σας βλέπει ο θεός από πάνω». Αυτό ήταν απειλή. Απειλή κατά της ειρήνης, της δικής μας ειρήνης.291

Πόση απόσταση χώριζε άραγε στην νοοτροπία του χωριού και τη φαντασία παιδιών και ενηλίκων τον ανθρωποφάγο γέροντα Καραμίδα από τον απειλητικό «Θεό», το γέροντα από το άγρυπνο μάτι του οποίου τα παιδιά δε μπορούν να ξεφύγουν; Πάντως οπωσδήποτε ο θεός ήταν μια μορφή κατά βάση φιλική προς τα παιδιά, μια μορφή που τιμωρούσε για να απονείμει δικαιοσύνη, ένα πρόσωπο για το οποίο τα παιδιά ενδόμυχα πίστευαν ότι θα είναι επιεικές μαζί τους, ότι θα τα συγχωρέσει. Οπωσδήποτε λιγότερη αναστάτωση προκαλούσε στον ψυχικό κόσμο των παιδιών η απειλή «σε βλέπει ο Θεός», από την απειλή «θα σε πάρει ο Καραμίδας» ή «το στοιχειό».

Δεν θα πρέπει ωστόσο να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι οι ίδιοι οι ενήλικες φοβόνταν τις υπερφυσικές και μαγικές δυνάμεις. Επομένως, αυτές οι μορφές διαπαιδαγώγησης δεν υπαγορεύονταν απλώς από πρακτικές ανάγκες αλλά αντανακλούσαν και ένα μέρος των αποκρυσταλλωμένων αντιλήψεων των ανθρώπων, του habitus, κατά Bourdieu. Δεν είναι, νομίζω, υπερβολή να υποθέσουμε ότι οι ενήλικες πίστευαν πραγματικά, έστω και υποσυνείδητα, ότι τα παιδιά κινδύνευαν από υπερφυσικές, μαγικές δυνάμεις.

Άλλωστε γενικά τα παιδιά θεωρούνταν ιδιαίτερα ευάλωτα στις μαγικές δυνάμεις των στοιχειών, των κακών πνευμάτων και στο «μάτι» (ίσως και λόγω των κινδύνων στους οποίους ήταν εκτεθειμένη η υγεία και η ζωή" τους) '298 γι' αυτό οι περισσότερες μανάδες ή γιαγιάδες τους φορούσαν φυλαχτά, τα λεγόμενα «χαϊμαλιά»: «Η πρώτη δουλειά ήταν αυτήνη της μάνας. Αυτό ήταν το γιατρικό για το μικρό παιδί. Το φυλαχτούλ'. Λιβάν' έβαναν μέσα, κάνα χόρταράκ' αν είχαν απ' τον Επιτάφιο, απ' την εκκλησία, τέτοια πραματάκια. Και μας το φόραε από μέσα εδώ και το είχαμε αυτό, κι αυτό ήταν τς μάνας φυλαχτό».299 Η συνταξιούχος φιλόλογος Π. Λ. επιβεβαιώνει με την αφήγηση της

297. Συν. με την Π. Λ., σ. 3' Συν. με τον Χ. T., σ. 18.

298. Για το ευάλωτο των μικρών παιδιών στη βασκανία πρβλ.: κεελ, Αρ. Χειρ. 3988, σ. 11, 22. Αυτό υποδηλώνουν και οι μαγικο-αποτρεπτικές επωνυμίες που χρησιμοποιούσαν οι χωριανοί για να προστατεύσουν τη ζωή και την υγεία των βρεφών: Στο χωριό αποκαλούσαν τα αρσενικά βρέφη «δράκς» (ον με μαγικές, υπεράνθρωπες δυνάμεις) και τα θηλυκά «κουτσιόρις» (προφανώς αναγραμματισμός της λέξης «κορίτσι») (Βλ. σχετικά το κείμενο του Θ. Αθανασόπουλου, «Τα Κλικούρδα», στην εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 44 (1991). Επίσης κεελ, αρ. Χειρ. 4221, σ. 208-211).

299. Συν. με την Α. Π., σ. 8, 9.

p. 177
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 158

    ιδιοσυγκρασία της αλλά και από την αίσθηση, ότι το αγόρι ήταν το ευνοημένο παιδί της οικογένειας;

    - Η μαρτυρία της Λ. Π. μας υποχρεώνει να γίνουμε πιο προσεκτικοί. Η συνομιλήτρια προέρχεται από μια οικογένεια με πέντε παιδιά, τα τέσσερα πρώτα κορίτσια, το πέμπτο αγόρι. Η ίδια γεννήθηκε το 1915, ο αδελφός της το 1931, οι άλλες αδελφές στο διάστημα ανάμεσα στο 1915 και το 1931. Η Λ. Π. θυμάται τον ερχομό του αδελφού της, πολυπόθητου γιου, στον κόσμο:

    Το είχε καημό ο πατέρας μου να ιδεί γιο, να ιδεί γιο και το είχε χαρά, κι ένας θείος μας πιο πέρα του είπε: «Νικόλα, έμεινε τ όνομά μας πίσω, Νικόλα, να σου ζήσ' το παιδί»,... η μάνα μου κι ο πατέρας μου τον αγαπούσανε το Γιάνν' και όλα τα κορίτσια τ' αγαπούσαμε, το φλάγαμε το παιδί, σε όλα ... μόνο η αδερφή μ' ήταν ζηλιάρα, εγώ δε μ' ένοιαζε καθόλ'...

    Όμως σε άλλο σημείο της αφήγησης, η «ζηλιάρα» αδελφή εμφανίζεται να ζηλεύει την αμέσως μικρότερη αδελφή της, που μάλιστα πέθανε σε ηλικία 3 ετών:

    Αλλά η μία η αδελφή, τα τέσσερα κορίτσια που ήμασταν πέθανε... Εγώ το θμώμαι γιατ' ήταν τόσο αγγελούδ', τόσο όμορφο κοριτσάκ', αγγελούδ', αγγελούδ' είχε η μάνα μου. Και το είχαμε, και η δεύτερη αδερφή μου ... έκανε ετσά τα χέρια της, «μωρή μανούλα, πέτα το αυτό το παιδί, πέτα το», τσ' έλεγε. Ζήλευε, πολύ ζήλευε η αδερφή μ'...250.

    Ο μεγάλος αριθμός των παιδιών σε συσχετισμό με τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης και τα περιορισμένα υλικά αγαθά, πρέπει να ευνοούσε, ως ένα βαθμό, την ανάπτυξη συναισθημάτων ζήλειας, ιδιαίτερα από τα μεγαλύτερα προς τα μικρότερα αδέλφια, αφού κάθε νέο παιδί ήταν κι ένα νέο βάρος για τα οικονομικά της οικογένειας.251 Φαίνεται, επίσης, ότι η προτίμηση που έδειχναν οι γονείς στα αγόρια προκαλούσε ένταση στις σχέσεις μεταξύ αδελφών διαφορετικού φύλου. Ο έμφυλος αξιακός κώδικας δε γινόταν δεκτός παθητικά από όλα τα παιδιά. Οι εντάσεις που σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες εκδηλώνονταν αργότερα ανάμεσα σε αδέλφια αντίθετου φύλου λόγω της προσπάθειας του

    250. Συν. με την Λ. Π., σ. 4.

    251. Οι Γερμανοί ιστορικοί Ilien και Jeggle γράφουν για τις σχέσεις των αδελφών στις οικογένειες των μικρών αγροτών στη Γερμανία του 19ου αιώνα: «Τα μεγαλύτερα παιδιά ένιωθαν να απειλούνται από τα μικρότερα, γιατί κάθε νέα γέννηση υποβάθμιζε το βιοτικό επίπεδο κατά ένα ποσοστό ικανό και μετρήσιμο» (Α. Ilien, U. Jeggle, Leben auf dem Dorfe, Opladen/Wiesbaden 1978, σ. 67 κεξ.). Πβ. την εντύπωση που έχει σχηματίσει η Αυστριακή ιστορικός Th. Weber σχετικά με τις οικογένειες των φτωχών αγροτών στην Αυστρία των αρχών του αιώνα μας, δηλαδή ότι ο θάνατος των βρεφών και νηπίων μειώνοντας τον αριθμό των παιδιών ανακούφιζε κατά κάποιο τρόπο γονείς και μεγαλύτερα παιδιά (Th. Weber, «Einleitung», στο Th. Weber (επιμ.), Häuslerkindheit, Autobiographische Erzählungen, Βιέννη, (Damites nicht verlorengeth... 3), Κολωνία, Βαϊμάρη 1992, σ. 11-36, κυρίως σ. 25).