Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
Title:Growing up in Mountainous Regions
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:38
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2003
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Mentalities and Behaviour
Social integration
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
Visible pages: 17-36 από: 395
Current page:

Στο πλαίσιο αυτό αμφισβητείται ακόμη και ο όρος κοινωνικοποίηση επειδή παραπέμπει στην αντίληψη ότι τα παιδιά δεν αποτελούν αυταξίες αλλά είναι ατελή όντα τα οποία πλάθονται από τους ενήλικες κατ' εικόνα και ομοίωση των τελευταίων. Νομίζω, ωστόσο, ότι εφόσον έχουμε αποσαφηνίσει το περιεχόμενο των όρων «παιδική ηλικία» και «κοινωνικοποίηση», εφόσον έχουμε δεχτεί ότι δεν υπάρχει μία ενιαία παιδική ηλικία, και ότι η κοινωνικοποίηση δηλώνει την ένταξη των παιδιών στο εκάστοτε πολιτισμικό περιβάλλον και ακόμα ότι τα παιδιά συμμετέχουν, ως ένα βαθμό, ενεργά σε αυτήν, νομιμοποιούμαστε να χρησιμοποιούμε τους όρους, αποφεύγοντας τεχνικές και, σε τελική ανάλυση, τεχνητές δυσκολίες. Άλλωστε, κοινωνικοί επιστήμονες, κυρίως κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν ευρέως τον όρο κοινωνικοποίηση για να δηλώσουν τη «συγκρότηση και εξέλιξη της προσωπικότητας και κοινωνικής ένταξης του ατόμου»," δέχονται πως «...δεν υπάρχει μια κοινωνικοποίηση για την ίδια κοινωνία σε μια συγκεκριμένη εποχή», ούτε «...μπορεί να υπάρχει ένα πρότυπο κοινωνικοποίησης για όλες τις εποχές και όλους τους πολιτισμούς».12

Σε ένα πρώτο επίπεδο η μελέτη αυτή θέτει, επομένως, τα ακόλουθα ερωτήματα: Για πόσες και ποιες παιδικές ηλικίες μπορεί να γίνει λόγος στη συγκεκριμένη αλλά και γενικότερα στην ορεινή αγροτική κοινωνία; Σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο διαφοροποιείται η καθημερινή ζωή των παιδιών και η εμπειρία τους ανάλογα με το φύλο, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση και θέση της οικογένειας, τη σειρά γέννησης των παιδιών μέσα σ' αυτήν;

Σε ένα δεύτερο επίπεδο η εργασία επιχειρεί να φωτίσει τη σχέση ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας του πρώιμου 20ού αιώνα και να αναδείξει τους δεσμούς μεταξύ της ιστορίας της παιδικής ηλικίας —ή των παιδιών— και της κοινωνικής μακρο-ιστορίας, η οποία επικεντρώνεται στη μελέτη κοινωνικών δομών ή γενικών κοινωνικών εξελίξεων και δεν χρησιμοποιεί την ηλικία ως αναλυτική κατηγορία. Η προσέγγιση αυτή συνοψίζεται στο ερώτημα: Συνδέεται η εμπειρία της παιδικής ηλικίας στον ορεινό ελλαδικό χώρο με την αστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας και με ποιους τρόπους; Το ερώτημα παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον γιατί εκφράζει από διαφορετική πλευρά θεμελιώδεις προβληματισμούς και απόψεις της αγροτικής κοινωνιολογίας, της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της κοινωνικής ιστορίας.

Η αγροτική κοινωνιολογία δέχεται ότι η αγροτικότητα και η αστικότητα διαπλέκονται, ότι «δεν είναι δυνατό να εξετάζεται ο αγροτικός τομέας ανεξάρτητα

11. Χ. Νόβα-Καλτσούνη, Κοινωνικοποίηση: Η γένεση του κοινωνικού υποκειμένου, Αθήνα 1995, σ. 13. Η κοινωνικοποίηση αποτελεί μία «διά βίου διαδικασία» (ό.π., σ. 20). Το βιβλίο της Νόβα-Καλτσούνη αποτελεί μια εμπεριστατωμένη επισκόπηση της διεθνούς, -παλαιότερης και σύγχρονης- κοινωνιολογικής συζήτησης για την κοινωνικοποίηση.

12. Ό.π., σ. 16.

p. 17

τητα από την ευρύτερη κοινωνία στην οποία ανήκει», ότι «μορφές αστικής ζωής ... εμφανίζονται στον αγροτικό χώρο και το αντίστροφο».13 Αυτό σημαίνει ότι οι αγροτικές κοινωνίες δεν αποτελούν αναγκαστικά, ή και κατά κανόνα, κλειστές, απομονωμένες κοινωνίες. Η άποψη ότι οι ορεινές αγροτικές κοινωνίες, λόγω της γεωγραφικής απομόνωσής τους, αποτελούσαν ερμητικά κλειστά προς τον έξω κόσμο σύνολα, ήταν παλαιότερα αρκετά διαδεδομένη' σήμερα ανθρωπολόγοι και ιστορικοί έχουν καταρρίψει ή τουλάχιστον κλονίσει, τις στερεοτυπικές αυτές απόψεις.14 Στη χώρα μας οι νεότεροι μελετητές, με αναφορά στο παράδειγμα της Ηπείρου, μιλούν για τις πόλεις που «διεισδύουν ως τις πιο μακρινές γωνιές της υπαίθρου» και για την ύπαιθρο που «είναι παρούσα ως την καρδιά του άστεως», για τη «μακρά μεταναστευτική παράδοση του έλληνα χωρικού», σε αντιδιαστολή προς τον δυτικό, για την ισχυρή εξωστρέφεια της ελληνικής υπαίθρου και μάλιστα της ορεινής.15 Εξάλλου, μια πολύ γνωστή και σημαντική μελέτη για την ελληνική κοινωνία του 19ου και του πρώιμου 20ού αι. υποστηρίζει, αξιοποιώντας συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία, ότι η κοινωνική κινητικότητα, η μετάβαση από την αγροτική στη μικροαστική τάξη, προπάντων διά μέσου εκπαιδευτικών μηχανισμών, αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των μικρών αγροτών στον ελλαδικό χώρο ήδη από το 19ο αι.16

13. Β. Νιτσιάκος, Οι ορεινές κοινότητες της Βόρειας Πίνδου. Στον απόηχο της μακράς διάρκειας (Λαϊκός πολιτισμός/τοπικές κοινωνίες), Αθήνα χ.χ., σ. 30-31: Ο συγγραφέας στηρίζεται κυρίως στο σημαντικό άρθρο του R. Pähl, «The rural-urban continuum», Sociologia Ruralis 6 (1966), 299-327, που άσκησε κριτική στο διχοτομικό μοντέλο του «αγροτο-αστικού συνεχούς», όπου οι κοινωνίες κατατάσσονται σε ένα γραμμικό συνεχές, στα άκρα του οποίου τοποθετούνται ένας ιδεατός τύπος αγροτικής και ένας ιδεατός τύπος αστικής κοινωνίας (βλ. Νιτσιάκος, ό.π., σ. 24).

14. Για μια κριτική επισκόπηση της ιστορικής και ανθρωπολογικής βιβλιογραφίας του ορεινού ευρωπαϊκού, κυρίως αλπικού, χώρου, βλ. την εισαγωγή στο P.P. Viazzo, Upland Communities. Environment, population and social structure in the Alps since the sixteenth century, Κέμπριτζ 1989, σ. 1-15: Ο συγγραφέας αναφέρεται χαρακτηριστικά στο «θεμελιώδες πρόβλημα του κατά πόσο νομιμοποιούμαστε να προσλαμβάνουμε τις αλπικές κοινότητες ως κλειστά (οικο)συστήματα» (Viazzo, ό.π., σ. 15, μετάφραση δική μου). Οι ανθρωπολογικές θεωρίες οικολογικού ντετερμινισμού έχουν «εδώ και καιρό αμφισβητηθεί, ενώ έχει πειστικά υποστηριχτεί η άποψη ότι το φυσικό περιβάλλον μπορεί να υπαγορεύει χρήσεις και να επιδρά στη διαμόρφωση και εξέλιξη των κοινωνιών αλλά δεν είναι αυτό που καθορίζει μονόπλευρα τα συστήματα κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης» (Β. Νιτσιάκος, Χ. Κασίμης (επιμ.), Ο ορεινός χώρος της Βαλκανικής. Συγκρότηση και μετασχηματισμοί, Κόνιτσα 2000, σ. 16, 17).

15. Σ. Δαμιανάκος, Ε. Ζακοπούλου, Χ. Κασίμης, Β. Νιτσιάκος, Εξουσία, εργασία και μνήμη σε τρία χωριά της Ηπείρου. Η τοπική δυναμική της επιβίωσης, Αθήνα 1997, σ. 19-22.

16. Βλ. Κ. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα, 1830-1922, Αθήνα 1992, κυρίως σ. 124-159 και 391 κ.εξ.

p. 18

Η παρούσα εργασία μελετά τις πολλαπλές εμπειρίες των παιδιών και επιχειρεί να τις εντάξει στη συνολική πορεία της μικροκοινωνίας που επιλέχθηκε ως παράδειγμα αλλά και της ελληνικής κοινωνίας γενικότερα, μέσα από πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα. Καθημερινή ζωή των παιδιών, υλικές συνθήκες διαβίωσης τους, θέση και ρόλος τους στην οικογενειακή και τοπική οικονομία, διαπροσωπικές σχέσεις στο εσωτερικό των οικογενειακών σχηματισμών, διαπαιδαγώγηση, σχέση παιδιών και αγροτικών οικογενειών με τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς, συμμετοχή των παιδιών σε κοινωνικές και θρησκευτικές εκδηλώσεις, αυτόνομοι τρόποι έκφρασης, όπως το παιχνίδι, συγκροτούν τους πραγματολογικούς άξονες γύρω από τους οποίους εκφράζονται απόψεις και διατυπώνονται υποθέσεις.

Με την καθημερινή ζωή των παιδιών στον ελληνικό χώρο έχει ασχοληθεί κυρίως η Λαογραφία, τόσο η παραδοσιακή,17 όσο και η σύγχρονη, η αποκαλούμενη Κοινωνική Λαογραφία, εκείνη δηλαδή που αξιοποιώντας τον πλούτο της παραδοσιακής Λαογραφίας, προσεγγίζει στις μεθόδους και στον προβληματισμό της την Κοινωνική Ανθρωπολογία και, σε μικρότερο βαθμό, την Ιστορία.18 Η λαογραφική έρευνα έχει συγκεντρώσει, μελετήσει και συγκρίνει μνημεία του λόγου που αφορούν άμεσα στην παιδική ηλικία (νανουρίσματα, ταχταρίσματα, λαχνίσματα)' έχει ασχοληθεί προπάντων εκτεταμένα με την καθημερινότητα του νεογέννητου και του βρέφους, με τα έθιμα, τις πρακτικές και τις αντιλήψεις γύρω από τη γέννηση και το παιδί στα πρώτα χρόνια της ζωής του, με μια φάση δηλαδή της παιδικής ηλικίας, η οποία δεν είναι δυνατόν να ανακληθεί στη μνήμη, και συνεπώς ελάχιστα θα απασχολήσει αυτή τη μελέτη.

Όμως η λαογραφική έρευνα έχει ασχοληθεί και με το παιδικό παιχνίδι. Τα τελευταία χρόνια έχει συγκεντρωθεί πλούσιο σχετικό υλικό και οι ερευνητές δεν αρκούνται στο να περιγράψουν παιδικά παιχνίδια αλλά προχωρούν σε ανθρωπολογικές ερμηνείες του παιδικού παιχνιδιού αναζητώντας τις ιστορικές του διαστάσεις. Η βιβλιογραφία είναι πλούσια και σημαντική. Δύο έργα συμπυκνώνουν, κατά τη γνώμη μου, τη λαογραφική-εθνογραφική-ανθρωπολογική

17. Για την προσφορά της παραδοσιακής Λαογραφίας στη μελέτη της παιδικής ηλικίας βλ. Μ.Γ. Μερακλής, «Το παιδί και η λαογραφία», στο Β. Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Λαϊκή παράδοση και παιδί, Αθήνα 1999, σ. 11-21, κυρίως σ. 13, 14' επίσης Ε. Αυδίκος, «Λαογραφία και παιδική ηλικία. Οπτικές και προοπτικές», στο Λαϊκή παράδοση..., ό.π., σ. 23-42, κυρίως σ. 23-29.

18. Όπως επισημαίνει η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι παρενέβησαν στην περιοχή της Λαογραφίας με επαναστατικά αποτελέσματα, υποχρεώνοντας τους λαογράφους να απαρνηθούν την αντίληψη του «παραδοσιακού πολιτισμού» ως συνονθυλεύματος επιβιωμάτων, ενώ η νεότερη κοινωνική και οικονομική Ιστορία συνέβαλε καθοριστικά στην ιστορικοποίηση της Λαογραφίας (Α. Κυριακίδου Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, Αθήνα 1993, σ. 230.

p. 19

κή έρευνα γύρω από την καθημερινή ζωή και την κοινωνικοποίηση του παιδιού στον ελληνικό χώρο: Το έργο του Ε. Αυδίκου, μια γενική σύνθεση για το παιδί στην Ελλάδα, βασισμένη σε πλούσια βιβλιογραφία, και το ένατο τεύχος του περιοδικού Εθνογραφικά αφιερωμένο στο παιδικό παιχνίδι, κυρίως -αλλά όχι αποκλειστικά- στον ελληνικό χώρο (βλ. εδώ Βιβλιογραφία).

Η καθημερινή ζωή και η κοινωνικοποίηση των παιδιών έχει απασχολήσει κοινωνιολόγους και κοινωνικούς ανθρωπολόγους, όπως τον Sanders, τον Mendras, τον Campbell, την Friedl, την Du Boulay, την Handman οι οποίοι από τη δεκαετία του 1950 και εξής έχουν μελετήσει αγροτικές μικροκοινωνίες στον ελληνικό ορεινό, ημι-ορεινό και πεδινό χώρο της Ηπείρου, της Εύβοιας, της Θεσσαλίας και έχουν αφιερώσει λιγότερες ή περισσότερες σελίδες των βιβλίων τους στο ζήτημα της ανατροφής των παιδιών.19 Βέβαια, οι σημαντικές αυτές μελέτες επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στην κοινωνία των ενηλίκων, παρ' όλο που εξετάζουν κοινωνίες με αριθμητικά σημαντικό παιδικό πληθυσμό, ενώ στο σύνολο τους χρησιμοποιούν ελάχιστα την ηλικία ως αναλυτική κατηγορία. Όπως είναι γνωστό, η ιστορική έρευνα, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, άρχισε να ασχολείται με την καθημερινή ζωή των παιδιών πολύ αργότερα από την Κοινωνική Ανθρωπολογία και την Κοινωνιολογία. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχουν κυκλοφορήσει στη χώρα μας αρκετές και σημαντικές μελέτες για την ιστορία της παιδικής ηλικίας που στην πλειοψηφία τους επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στις κυρίαρχες αντιλήψεις για τα παιδιά, στην εκπαιδευτική πολιτική και τις παιδαγωγικές απόψεις.20

19. I. Sanders, Rainbow in the Rock. The People of Rural Greece, Κέμπριτζ 1962, σ. 241-257' Ε. Μεντράς, «Κοινωνιολογική διερεύνησις τριών πεδινών και τριών ορεινών κοινοτήτων της περ. Κονίτσης», Ηπειρωτική Εστία Θ' (1960), σ. 52-59, 228-236, 317-324, 404-413, 493-591, 601-604, κυρίως σ. 323, 324' J. Campbell, Honour. Family and Patronage, Οξφόρδη 1964, σ. 154-172' E. Friedl, Vasilika: A village in Modern Greece, Νέα Υόρκη 1962, σ. 78-86' J. du Boulay, Portrait of a Greek Mountain Village, Οξφόρδη 1979, σ. 100, 106, 107, 123' M. Ε. Αντμάν, Βία και πονηριά. Άντρες και γυναίκες σ' ίνα ελληνικό χωριό, Αθήνα 1987, σ. 187-211. Στο ξενόγλωσσο ειδικό τεύχος-αφιέρωμα στην ελλαδική ύπαιθρο της Επιθεώρησης Κοινωνικών Ερευνών 18 (1981) το ενδιαφέρον των ανθρωπολογικών-κοινωνιολογικών μελετών στρέφεται κυρίως στις οικονομικές και κοινωνικές δομές' ορισμένα άρθρα ασχολούνται εκτενέστερα με την οικογένεια στο επίπεδο του συστήματος συγγένειας (βλ. κυρίως, M. Couroucli, «Changement et immobilité dans la montagne de Corfou», σ. 225), ενώ μια σύντομη αλλά ουσιαστική αναφορά στα παιδιά απαντά στη μελέτη: I. Beopoulou, «Trikeri: Mobilité et rapports d'appartenance», ό.π., σ. 191-199, κυρίως σ. 193. Οι παραπάνω μελέτες, καθώς και οι περισσότερες μελέτες του ειδικού τεύχους, έχουν δημοσιευθεί μεταφρασμένες στα ελληνικά στον τόμο: Σ. Δαμιανάκος (επιμ.), Διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού στην αγροτική Ελλάδα, Αθήνα 1987.

20. Βλ. προπάντων τους τόμους με τα πρακτικά των δύο συνεδρίων τα οποία οργάνωσε το Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας για την ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεό-

p. 20

Αντίθετα, απ' όσο γνωρίζω, υπάρχει έλλειμμα ιστορικών εργασιών για την καθημερινή ζωή και για τα βιώματα των παιδιών, με βάση τις οποίες άλλωστε μπορούμε να αποτιμήσουμε τη θέση και το ρόλο απόψεων και αποφάσεων στην κοινωνική πρακτική. Ορισμένες ιστορικές μελέτες -τα έργα των Χ. Κωνσταντινόπουλου και Γ. Παπαγεωργίου για τη μαθητεία στα επαγγέλματα, το βιβλίο της Κ. Μπάδα-Τσομώκου για την ιστορία και την ιστορικότητα του παιδικού ενδύματος — κινούνται ήδη προς αυτήν την κατεύθυνση, εξετάζοντας, ανάμεσα στα άλλα, την παιδική ηλικία ως εμπειρία και χρησιμοποιώντας για τον σκοπό αυτό προσωπικές μαρτυρίες. Με την προσέγγιση, λοιπόν, που υιοθετεί η εργασία αυτή επιχειρεί και επιδιώκει να συμβάλει στην κατεύθυνση μιας μικροϊστορίας, ιστορικής (μικρο)κοινωνιολογίας, μιας αναδρομικής,21 και

νεότητας: Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Ιστορικότητα της Παιδικής Ηλικίας και της Νεότητας, (Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, I), Αθήνα 1986' Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Οι Χρόνοι της Ιστορίας για μια Ιστορία της Παιδικής Ηλικίας και της Νεότητας, (Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 33), Αθήνα 1998. Στη συστηματική επισκόπηση της ευρωπαϊκής βιβλιογραφίας για την ιστορία της παιδικής ηλικίας στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο γάλλος ιστορικός José Gentil da Silva παρατηρεί ότι: «Η ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας ήταν μέχρι στιγμής στην υπηρεσία κυρίως των ψυχολόγων και των κοινωνιολόγων παρά των ιστορικών και, ανάμεσα στους τελευταίους, περισσότερο των ιστορικών δημογράφων, παρά γενικά των ιστορικών»: J. G. da Silva, «Η Ιστορικότητα της Παιδικής Ηλικίας και της Νεότητας στην πρόσφατη ιστορική παραγωγή», (μετ. Ν. Μαυροκορδόπουλος, Β. Πάτσιου, Ρ. Μπενβενίστε, Π. Πολέμη), Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου,, Ιστορικότητα της Παιδικής Ηλικίας και της Νεότητας, Αθήνα, 1-5 Οκτωβρίου 1984, τ. Α', (Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 1), Αθήνα 1986, σ. 37-78, κυρίως σ. 75.

Το κείμενο της Ε. Μπουρνόβα στα Πρακτικά του πρώτου συνεδρίου (ό.π.) επικεντρώνεται στην καθημερινότητα της παιδικής και νεανικής ηλικίας (προπάντων στη δημογραφική), όπως προκύπτει μέσα από πλούσιο αρχειακό στη Ραψάνη, θεσσαλική κοινότητα σε υψόμετρο 500 μ., κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα (Ε. Μπουρνόβα, «Η Νεολαία της Ραψάνης. Έρευνα στην Ιστορική Δημογραφία και Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία», Πρακτικά..., ό.π., σ. 441-445). Η μεταγενέστερη μονογραφία της ίδιας ανασυνθέτει συνολικά τον ιστορικο-δημογραφικό χαρακτήρα της κοινότητας και παρουσιάζει πτυχές της καθημερινής ζωής μέσα από δύο σωζόμενα ημερολόγια (υλικό σπάνιο και ανεκτίμητο): Ε. Μπουρνόβα, Ιστορική Δημογραφία και Ιστορία της καθημερινότητας στη Ραψάνη από το 1900 έως το 1950, Αθήνα, εκδ. Πλέθρον, 1995.

21. Δανείζομαι τον όρο «αναδρομική ανθρωπολογία» από το έργο της Ρ. Βαν Μπούσχοτεν, Ανάποδα Χρόνια. Συλλογική μνήμη και Ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (19001950), (Λαϊκός Πολιτισμός/Τοπικές Κοινωνίες), Αθήνα 1997, σ. 52, η οποία αναφέρεται συγκεκριμένα στη μέθοδο ανασύστασης οικονομικών και κοινωνικών δομών του παρελθόντος μέσω προφορικών μαρτυριών ελλείψει αρχειακών πηγών. Εδώ χρησιμοποιώ τον όρο για να δηλώσω ευρύτερα τη μελέτη του παρελθόντος μέσω προφορικών μαρτυριών σε αντιδιαστολή προς τη μέθοδο της συμμετοχικής παρατήρησης που χρησιμοποιεί προπάντων η Κοινωνική Ανθρωπολογία.

p. 21

ευρύτερα ιστορικής ανθρωπολογίας22 ή μάλλον ανθρωπολογικής ιστορίας23 της παιδικής ηλικίας, μιας ιστορίας των παιδιών, «στο επίκεντρο» της οποίας «βρί-

22. Σε μεγάλο βαθμό οι ιστορικοί αποδίδουν την ίδια σημασία στον όρο «μικροϊστορία» (προσφιλή στην ιταλική επιστημονική κοινότητα) και στον όρο «ιστορική ανθρωπολογία» (προσφιλή στη γερμανόφωνη και τη γαλλική επιστημονική κοινότητα). Το περιεχόμενο του σχετικά νέου όρου «Ιστορική Ανθρωπολογία» συζητείται ευρύτατα και παραμένει αρκετά ρευστό' προς το παρόν δε μπορούμε να πούμε ότι η ιστορική ανθρωπολογία έχει θεσμικά καθιερωθεί ως διακριτός κλάδος της Ιστορίας ή της Ανθρωπολογίας, παρά τα σημαντικά εγχειρήματα προς αυτή την κατεύθυνση προπάντων στο γερμανόφωνο χώρο. Παραφράζοντας τον γερμανό ιστορικό Richard van Dülmen θα έλεγε, πάντως, κανείς πως η ουσία του όρου έγκειται στην επανανακάλυψη του μεμονωμένου ανθρώπου πίσω από το πλήθος των πληροφοριών της ιστορίας των θεσμών ή των δομών και στην κατανόηση του τρόπου σκέψης και των χειρισμών των ανθρώπων (R. van Dülmen, Historische Anthropologie. Entwicklung. Probleme. Aufgaben, Κολωνία-Βαϊμάρη-Βιέννη 2000, σ. 107).

Για μια εμπεριστατωμένη επισκόπηση της διεθνούς ιστορίας του όρου και για έναν σφαιρικό (αν και μάλλον από τη σκοπιά των ανθρωπολόγων) προβληματισμό γύρω από τις προοπτικές του βλ. P.P. Viazzo, «Mapping the territory of historical anthropology», στο V. Buzek, D. Stefanova (επιμ. ), Historisch- Anthropologische Zugangsweisen in den Geschichtswissenschaften, (Opera Historica 9), Τσέσκε Μπουντεζοβίτσε 2001, σ. 7-25.

Για τον Ε. Παπαταξιάρχη η σχέση Ιστορίας και Ανθρωπολογίας συνίσταται προπάντων σε μια «διαλεκτική ανταλλαγή εμπνεύσεων και επιχειρημάτων πάνω στη μέθοδο, τη θεωρία και το αντικείμενο»: (Ε. Παπαταξιάρχης, «Το παρελθόν στο παρόν. Ανθρωπολογία, ιστορία και η μελέτη της νεοελληνικής κοινωνίας», στο Ε. Παπαταξιάρχης, Θ. Παραδέλλης (επιμ.), Ανθρωπολογία και Παρελθόν. Συμβολές στην Κοινωνική Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας, Αθήνα 1993, σ. 13-74, κυρίως σ. 16).

Για μια εμπεριστατωμένη συζήτηση γύρω από την ενσωμάτωση ανθρωπολογικών μεθόδων στη μελέτη της ιστορίας της οικογένειας στον ελλαδικό αλλά και τον ευρύτερο νοτιοανατολικό ευρωπαϊκό χώρο βλ. Ο. Katsiardi-Hering, «Historische Familienforschung in Südosteuropa. Pluralität der Forschungstendenzen im internationalen Kontext», Historische Anthropologie, Kultur, Gesellschaft. Alltag 5 (1997), 139-155, όπου και πλουσιότατη σχετική βιβλιογραφία.

23. Αφού, όπως έχει επισημάνει ο γάλλος ανθρωπολόγος Jean-Claude Schmitt, «κατά παράδοξο τρόπο, παρ' όλο που ο όρος "ανθρωπολογία" είναι το ουσιαστικό και το "ιστορική" ο επιθετικός προσδιορισμός, μάλλον οι ιστορικοί και όχι τόσο οι εθνολόγοι ή οι ανθρωπολόγοι συγκεντρώνονται κάτω από το λάβαρο της "ιστορικής ανθρωπολογίας"»: (Viazzo, «Mapping the territory...», ό.π., σ. 9-10). Πάντως ο βρετανός ιστορικός Peter Burke, σημαντικός εκπρόσωπος της «πολιτισμικής ιστορίας» (cultural history) στον αγγλοσαξονικό χώρο χρησιμοποιεί τον όρο «ανθρωπολογική ιστορία» (anthropological history) προκειμένου να προσδιορίσει το χαρακτήρα της «νέας πολιτισμικής ιστορίας» (new cultural history), στους κόλπους της οποίας οι ιστορικοί «όπως οι ανθρωπολόγοι θεωρούν καθήκον τους να ερμηνεύουν τη γλώσσα των πολιτισμών που μελετούν, με την κυριολεκτική και τη μεταφορική της έννοια» (P. Burke, Varieties of Cultural History, Κέμπριτζ 1997, σ. 191-198, το παράθεμα στη σ. 193). Ο Παπαταξιάρχης διακρίνει τον όρο «ανθρωπολογική ιστορία» από τον όρο «ιστορική ανθρωπολογία»: Ο πρώτος δηλώνει «την ιστορία που διαμορφώνεται υπό την

p. 22

βρίσκεται ο άνθρωπος στην ιστορία - οι χειρισμοί του, τα πάθη του, οι προσλήψεις του, οι συμπεριφορές του, οι θεμελιώδεις καταστάσεις της ζωής του».24


Α' Πηγές25

Οι προσωπικές μαρτυρίες αποτελούν τις βασικές πηγές της μελέτης.26 Κατά το μεγαλύτερο μέρος στηρίζεται σε 40 συνεντεύξεις ή καλύτερα συνομιλίες, στο πλαίσιο των οποίων συζήτησα με 40 άτομα, 22 άνδρες και 18 γυναίκες, που πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της παιδικής τους ηλικίας στο Κροκύλειο. Σε ορισμένες περιπτώσεις συνομίλησα ταυτόχρονα με δύο -σε μία περίπτωση, μάλιστα, με τρία άτομα. Με επτά άτομα συζήτησα εκτενώς πάνω από μία φορά- με μια γυναίκα μάλιστα τέσσερις φορές. Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι ο όρος «συνέντευξη», με την έννοια της προσχεδιασμένης και αυστηρά οργανωμένης συνομιλίας, δεν αποδίδει τη ρευστή πραγματικότητα της έρευνας. Σε δύο περιπτώσεις λ.χ. επρόκειτο για απλή συνομιλία, μιας και οι συνομιλητές άρχισαν να αφηγούνται απρόσμενα (ενώ καθόμουν σε ένα από τα καφενεία του χωριού) ενώ στη συνέχεια έδειξαν απροθυμία να προχωρήσουν σε «κανονική» συνέντευξη. Σε μια περίπτωση η δεύτερη συνέντευξη εξελίχθηκε σε σύντομη, απλή, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα και γόνιμη συζήτηση αφού η συνομιλήτρια δεν ήταν πλέον βιολογικά σε θέση να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας σχετικά εξαντλητικής συζήτησης. Ακόμη πρέπει να πω ότι δεν επιδίωξα να μιλήσω με δύο ή τρία άτομα ταυτόχρονα, όπως έγινε στο ένα τρίτο των συνομιλιών: Όμως δεν ήταν ούτε δυνατό ούτε μεθοδολογικά σωστό να αγνοήσω την παρουσία του/της συζύγου, των αδελφών, ενός γιου, μιας κόρης ή ενός συνομήλικου ξαφνικού επισκέπτη. Πιθανότατα, σε μία πρό-

κυρίως μεθοδολογική επίδραση της ανθρωπολογίας», ο δεύτερος «την ανθρωπολογία που μελετά τους πολιτισμούς στο χρόνο»: (Παπαταξιάρχης, Ανθρωπολογία..., ό.π., όπου και παραπομπές στη διεθνή βιβλιογραφία).

24. G. Dressel, Historische Anthropologie. Eine Einführung, Βιέννη-Κολωνία-Βαϊμάρη 1996, σ. 25.

25. Πβ. Κατάλογο πηγών στο τέλος.

26. Πρεσβεύοντας τη δημιουργία μιας «καινούριας ιστορικής πειθαρχίας, που να είναι στενά συνδεδεμένη με την ανθρωπολογία: της ιστορικής ανθρωπολογίας», ο γάλλος ιστορικός του μεσαίωνα Jacques le Goff επισημαίνει την προνομιακή θέση της προφορικής ιστορίας στο σημείο συνάντησης ιστορίας και ανθρωπολογίας (Ζ. λε Γκοφ, Ιστορία και Μνήμη, μετάφραση: Γ. Κουμπουρλής, Αθήνα 1998, σ. 271-272).

p. 23

πρόσωπο με πρόσωπο συνέντευξη θα αντλούσα πλουσιότερες πληροφορίες για ευαίσθητα θέματα, όπως οι διαπροσωπικές σχέσεις ή και άλλου τύπου πληροφορίες (εκμυστηρεύσεις) που θα με έκαναν λιγότερο επιφυλακτική κατά την αξιολόγηση και χρησιμοποίηση του συγκεκριμένου υλικού. Από την άλλη πλευρά όμως οι παρεμβάσεις του ενός συνομιλητή στο λόγο του άλλου συμπλήρωναν συχνά τις μαρτυρίες και ενεργοποιούσαν τη μνήμη.27

Η επιλογή των ατόμων με τα οποία συνομίλησα έγινε κατ' αρχήν μέσω διαπροσωπικών σχέσεων και επαφών. Ξεκίνησα στην Αθήνα παίρνοντας την πρώτη συνέντευξη από ένα συνταξιούχο δάσκαλο, τον πατέρα του τότε επίτιμου προέδρου του Συλλόγου Κροκυλειωτών στην Αθήνα. Στη συνέχεια πήρα συνέντευξη από τη μητέρα ενός άλλου δραστήριου μέλους του συλλόγου, που με τη σειρά του με έφερε σε επικοινωνία με άλλους ηλικιωμένους. Στο χωριό πλέον, όπου έγιναν 30 από τις 40 συνεντεύξεις, ήρθα σε επαφή με τους συνομιλητές μου στο καφενείο, στο δρόμο, μέσω συστάσεων, αυτοσυστηνόμενη κ.λπ. Οι περισσότεροι ζουν μόνιμα στην Αθήνα αλλά παραθερίζουν στο χωριό. Το μεγαλύτερο μέρος του προφορικού υλικού συγκεντρώθηκε συστηματικά στο Κροκύλειο και στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1997 (όταν είχα τη δυνατότητα να παραμείνω μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο Κροκύλειο) καθώς και το καλοκαίρι του 2001. Ωστόσο, στο μεσοδιάστημα επισκεπτόμουν μερικές φορές το χρόνο το χωριό, συζητούσα με μόνιμους κατοίκους και εκδρομείς, περιδιάβαινα τον οικισμό και την ευρύτερη περιοχή και κατέγραφα παρατηρήσεις.

Οι άνθρωποι με τους οποίους συζήτησα προέρχονταν από διάφορα κοινωνικά περιβάλλοντα του χωριού' από αυτήν την άποψη το δείγμα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα της κοινωνικής πραγματικότητας, παρά μια αριθμητική υπερ-αντιπροσώπευση όσων ανδρών είχαν διέλθει όλες τις βαθμίδες της σχολικής εκπαίδευσης (οι μισοί περίπου), αναπόφευκτη λόγω της ενεργού παρουσίας τους σήμερα στα κοινά. Οι περισσότεροι συνομιλητές μου έχουν γεννηθεί ανάμεσα στο 1915 και το 1920, ελάχιστοι αργότερα ή νωρίτερα. Αυτό σημαίνει ότι διαθέτω περισσότερα στοιχεία για την παιδική ηλικία μεταξύ 1920 και 1935. Από την άλλη πλευρά, οι αφηγήσεις ορισμένων από την προηγούμενη ή και την επόμενη γενιά ανήκουν στις πιο πλούσιες, αναλυτικές, στοχαστικές, «ανοιχτές» μαρτυρίες, τις οποίες έχω στη διάθεσή μου, γεγονός το οποίο τις καθιστά, για να το πω έτσι, ποιοτικά αντιπροσωπευτικές.

Κατά τη διεξαγωγή των συνεντεύξεων ακολούθησα τη μέθοδο της ημικα-

27. Τέτοιου είδους πραγματικά και θεωρητικά προβλήματα αντιμετωπίζουν συχνά όσοι ιστορικοί χρησιμοποιούν τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας. Ούτως ή άλλως, η πρόσωπο με πρόσωπο συνέντευξη αποτελεί τον πλέον συνηθισμένο, όχι όμως τον μόνο ούτε πάντα τον καταλληλότερο τύπο συνέντευξης: βλ. Η. Slim, P. Thompson, με τους Ο. Bennett, Ν. Cross, «Ways of listening», στο R. Perks, A. Thomson (επιμ.), The Oral History Reader, Λονδίνο, Νέα Υόρκη 2000, σ. 114-125.

p. 24

ημικατευθυνόμενης συνέντευξης' κατηύθυνα, δηλαδή, το συνομιλητή στα θέματα τα οποία με ενδιέφεραν, αποφεύγοντας ωστόσο να θέτω εξαρχής πολύ συγκεκριμένες ερωτήσεις.28 Συγχρόνως άφηνα τη αφήγηση να κυλά ελεύθερα, ιδιαίτερα όταν έβλεπα ότι ο συνομιλητής μου το επιθυμούσε. Οι περισσότερες μαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις διήρκεσαν τουλάχιστον δύο ώρες, χωρίς να υπολογίσουμε τις γενικότερες συζητήσεις γνωριμίας ή φιλικές συζητήσεις που προηγούνταν ή ακολουθούσαν. Για λόγους οικονομίας χρόνου οι καταγραμμένες συζητήσεις απομαγνητοφωνήθηκαν εν μέρει: Απομαγνητοφώνησα μόνο την αφήγηση, όχι τα ερωτήματα, και κατέγραψα περιληπτικά ορισμένα τμήματά της, τα οποία δεν αφορούσαν -άμεσα τουλάχιστον- στο θέμα μου. Όμως, κατά την επεξεργασία του υλικού έλαβα υπόψη τις συνομιλίες στο σύνολο τους, αφού «το τελικό αποτέλεσμα της συνέντευξης αποτελεί προϊόν τόσο του αφηγητή όσο και του ερευνητή», με αποτέλεσμα «όταν απαλείφεται η φωνή του ερευνητή, (να) διαστρεβλώνεται η φωνή του αφηγητή».29 Οι απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις καταγράφηκαν σε 525 εξαιρετικά πυκνογραμμένες σελίδες' στο κείμενο της μελέτης παραπέμπω στον αριθμό σελίδας κάθε συνέντευξης.30 Επίσης, στη διάρκεια της παραμονής μου στο χωριό κατέγραφα, όπως ανέφερα παραπάνω, πληροφορίες τις οποίες συγκέντρωνα μαζί με δικές μου παρατηρήσεις σε ένα τετράδιο σημειώσεων.

Εκτός από το προφορικό υλικό χρησιμοποίησα και μια σειρά αρχειακών πηγών που εντοπίστηκαν στο χωριό ή στην ευρύτερη περιοχή της Φωκίδας (βλ. εδώ Πηγές). Συγκεκριμένα:

α. Τα Βιβλία ληξιαρχικών πράξεων της Κοινότητας: Θεωρητικά το Βιβλίο Γεννήσεων καλύπτει την περίοδο από το 1914 ως το 1935, αλλά οι καταγραφές μέχρι και το 1931 -με εξαίρεση το 1930- δεν μπορούν να αξιοποιηθούν γιατί είναι ελάχιστες (1-4 για κάθε χρονιά) και οπωσδήποτε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Υπάρχει επίσης ένα Βιβλίο Θανάτων για το μεγα-

28. Για τα προβλήματα τα οποία προκύπτουν όταν οι συνομιλητές καλούνται να απαντήσουν σε ένα άκαμπτο ερωτηματολόγιο (οπότε κατά κάποιο τρόπο εξαναγκάζονται να δώσουν μια οποιαδήποτε απάντηση) ή όταν αφήνονται να μιλήσουν εντελώς ελεύθερα (οπότε το υλικό που συγκεντρώνεται καταλήγει να αφορά ελάχιστα ή καθόλου τα ερωτήματα της έρευνας) βλ. P. Thompson, Φωνές από το παρελθόν. Προφορική Ιστορία, (μετ. Ρ. Β. Μπούσχοτεν - Ν. Ποταμιάνος' επιμ. Κ. Μπάδα - Ρ. Β. Μπούσχοτεν), Αθήνα 2002, σ. 277282. Για τη λειτουργικότητα της ημι-κατευθυνόμενης συνέντευξης βλ. επίσης Α. Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 235.

29. Portelli, «What makes oral history different?», στο R. Pérks, A. Thomson (επιμ.), The Oral..., ό.π., σ. 71.

30. Χάριν ανωνυμίας, παραθέτω απλώς τα αρχικά του πληροφορητή-συνομιλητή και στη συνέχεια τον αριθμό σελίδας, ενώ η ένδειξη «Συν», σημαίνει φυσικά «συνέντευξη». Όταν πρόκειται για τη δεύτερη, τρίτη κ.ο.κ. συνέντευξη με το ίδιο πρόσωπο, η ένδειξη «Συν» συνοδεύεται από τον αντίστοιχο αριθμό.

p. 25

μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1930, ενώ σώζεται και μια ελλιπέστατη καταγραφή των αποβιώσεων για την περίοδο 1922-1925.

β. Το Γενικό Μητρώο Αρρένων και Θηλέων καθώς και το Μητρώο Αρρένων της Κοινότητας. Στο εξώφυλλο του Γενικού Μητρώου αναγράφεται ως έτος σύνταξής του το 1890, αλλά από το περιεχόμενο προκύπτει ότι αντιγράφηκε και επανασυντάχθηκε το 1915, ενώ συμπληρωνόταν διαρκώς μέχρι και τη δεκαετία του 1940. Σε αυτό αναγράφονται οι οικογενειακές μερίδες με τα ονοματεπώνυμα, τα πατρώνυμα και τις χρονολογίες γέννησης των μελών τους, καθώς και —κατά κανόνα— το πατρικό επώνυμο των παντρεμένων γυναικών. Στο Γενικό Μητρώο αναγράφονταν όλοι όσοι γεννήθηκαν στο χωριό και διατηρούσαν εκεί τα πολιτικά τους δικαιώματα, επομένως και όσοι είχαν εγκατασταθεί μόνιμα αλλού, κυρίως στην πρωτεύουσα' δίπλα σε 23 ονόματα σημειώνεται ότι τα άτομα αυτά μετέφεραν τα πολιτικά τους δικαιώματα σε άλλο δήμο, κυρίως τη δεκαετία του 1930, αν και δεν προσδιορίζεται πάντοτε η χρονολογία μεταφοράς. Γενικότερα το Μητρώο είναι διάσπαρτο από χειρόγραφες, πρόχειρες σημειώσεις μεταγενεστέρων, οι οποίοι φαίνεται, ότι καθώς το συμβουλεύονταν, κατέγραφαν και κάποιο στοιχείο που γνώριζαν για τον ένα ή τον άλλο εγγεγραμμένο, δίπλα στα επίσημα στοιχεία (χρονολογία θανάτου, ονοματεπώνυμο συζύγου, τόπο εγκατάστασης). Το Μητρώο Αρρένων που εξυπηρετούσε τις στρατολογικές ανάγκες των ανδρών, αφορά στην περίοδο 1830-1915, και, όπως προκύπτει από τους γραφικούς χαρακτήρες και τις μεταγενέστερες παρατηρήσεις που απαντούν, μάλλον αντιγράφηκε και συμπληρώθηκε γύρω στα 1915.

γ. Το Βιβλίο Γεννήσεων και Βαπτίσεων καθώς και το Βιβλίο Γάμων του ενοριακού ναού, τα οποία αναφέρονται στο έτος 1929 και εξής.

4. Όσα Μαθητολόγια και Γενικούς Ελέγχους του Δημοτικού σχολείου μπόρεσα να εντοπίσω στα υπόγεια του ξενώνα του χωριού, όπου βρίσκονταν φυλαγμένα -αφορούν κατά κύριο λόγο στην περίοδο μετά το 1930.

δ. Τον Γενικό Έλεγχο του Ελληνικού σχολείου (Σχολαρχείου) στο Κροκύλειο που καλύπτει την περίοδο λειτουργίας(1903-1929) και συνεχίζει μέχρι το 1933, οπότε αφορά πλέον στο Ημιγυμνάσιο που λειτούργησε στο χωριό, καθώς και το αντίστοιχο Μαθητολόγιο του Γυμνασίου Λιδωρικίου το οποίο καλύπτει την περίοδο από το 1924 —έτος ίδρυσης του Γυμνασίου στο Λιδωρίκι— μέχρι το 1944. Το υλικό αυτό εντοπίστηκε στο σημερινό Λύκειο στο Λιδωρίκι και μπόρεσα να το συμβουλευτώ και να το αξιοποιήσω χάρη στη συναίνεση της διευθύντριας του σχολείου στο γραφείο της οποίας φυλάσσεται.

ε. Τον Γενικό Έλεγχο του Γυμνασίου Αμφίσσης που καλύπτει την περίοδο από το σχολικό έτος 1921/22 έως το σχολικό έτος 1936/37 και εντοπίστηκε στο σημερινό Λύκειο της Άμφισσας. Και αυτό το υλικό μπόρεσα να το συμβουλευτώ και να το αξιοποιήσω χάρη στη συναίνεση του λυκειάρχη στο γραφείο του οποίου φυλάσσεται.

p. 26

Όσο εντυπωσιακός και αν φαίνεται ο παραπάνω κατάλογος, οι πηγές αυτές παρουσιάζουν συχνά (το έχουμε ήδη επισημάνει και θα το δούμε και παρακάτω) πολλές ελλείψεις και ασάφειες, πέρα από το γεγονός ότι οι περισσότερες δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις σε ζητήματα που αφορούν στην καθημερινή ζωή και τα ανθρώπινα βιώματα. Εν πάση περιπτώσει στο σύνολο τους παρέχουν ορισμένα στοιχεία, κυρίως ποσοτικά αλλά και ποιοτικά, τα οποία μας βοηθούν να σχηματίσουμε μια υποτυπώδη, έστω, δημογραφική εικόνα για τον πληθυσμό του χωριού -ιδιαίτερα τον παιδικό- την εποχή του Μεσοπολέμου, να διατυπώσουμε ορισμένες υποθέσεις για τη δομή και το μέγεθος των οικογενειακών σχηματισμών στο εσωτερικό των οποίων μεγάλωναν τα παιδιά, να συμπληρώσουμε και να ελέγξουμε τις προφορικές μαρτυρίες για το ρόλο του σχολείου στην ορεινή, αγροτική μικροκοινωνία που εξετάζουμε.

Επίσης, χάρη στην ευγενική παραχώρηση του ερευνητή-οικονομολόγου Παρασκευά Μπακαρέζου μπόρεσα να συμβουλευτώ και να αξιοποιήσω μέρος του υλικού το οποίο είχε επίπονα συγκεντρώσει στις αρχές της δεκαετίας του 1980, προκειμένου να συντάξει μια οικονομική μελέτη για την ορεινή αγροτική οικονομία.31 Τα στοιχεία αυτά με βοήθησαν πολύ να σχηματίσω μια εικόνα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης στο χωριό. Ο Μπακαρέζος πραγματοποίησε ένα είδος οικονομικής απογραφής των νοικοκυριών του χωριού για το 1983 και ένα είδος αναδρομικής οικονομικής απογραφής για το 1930 και το 1960. Το υλικό που αφορά στη μεσοπολεμική περίοδο και χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη συγκεντρώθηκε ως εξής: Ο ερευνητής έθεσε σε ηλικιωμένους χωριανούς πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα για τα εισοδήματα των οικογενειών του χωριού γύρω στα 1930" με βάση τις πληροφορίες τους και τις δικές του τοπογραφικές παρατηρήσεις κατέγραψε τα σπίτια του χωριού, τον αριθμό των ενήλικων και των ανήλικων μελών κάθε οικογένειας καθώς και τη θέση τους σ' αυτήν, σημείωσε πόσα περίπου στρέμματα γης καλλιεργούσε και πόσα περίπου ζώα συντηρούσε κάθε σπίτι, την ποιότητα των στρεμμάτων αυτών (αν ήταν ξηρικά ή ποτιστικά), το είδος των ζώων, τα συμπληρωματικά εισοδήματα μιας οικογένειας και το είδος της εξω-αγροτικής απασχόλησης των μελών της. Τα στοιχεία αυτά είναι πολύτιμα, καθώς μάλιστα δεν διαθέτουμε ανάλογη επίσημη απογραφή των νοικοκυριών του χωριού.32

Θα πρέπει ωστόσο να έχουμε κατά νου ότι δεν πρόκειται για επίσημα ή σύγ-

31. Π. Μπακαρέζος, «Διαχρονική ανάπτυξη μικρού αγροτικού-ορεινού χώρου: Μια πρακτική εφαρμογή», Οικονομικά Χρονικά 29 (1987), 20-28.

32. Η ανάλυση των συμβολαίων (προικοσυμφώνων, πωλητηρίων, διαθηκών κ.λπ.), τα οποία σώζονται σε έναν ημι-υπόγειο ιδιωτικό χώρο, θα επέτρεπε να εμβαθύνουμε στην κοινωνική και οικονομική δομή του χωριού και γενικότερα των ορεινών χωριών της περιοχής -αφού τα συμβόλαια αφορούν στην ευρύτερη περιοχή της Δωρίδας- από το τελευταίο τρίτο του 19ου αι. και εξής. Όμως τα κείμενα αυτά είναι αδύνατο να χρησιμοποιηθούν συστηματικά

p. 27

σύγχρονα στοιχεία αλλά για στοιχεία τα οποία αναφέρονται σε μια σχετικά αόριστα προσδιορισμένη εποχή -τα χρόνια γύρω στα 1930- και στηρίζονται προπάντων στις αναμνήσεις των πληροφοριοδοτών. Γι' αυτό και δεν είναι παράξενο που η όποια αντανάκλαση της διεθνούς οικονομικής κρίσης στην οικονομία και την κοινωνία του χωριού μεταξύ 1929 και 193233 δεν μπορεί να ανιχνευθεί σε αυτά τα στοιχεία, μολονότι το γεγονός ότι δε μπορεί να ανιχνευθεί ίσως υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι δε βίωσαν την κρίση ως δραματική τομή στην καθημερινότητά τους. Κατ' ανάγκη λοιπόν τα δεδομένα, ιδίως τα ποσοτικά, έχουν σχηματικό χαρακτήρα: Μας προσφέρουν μια κατά προσέγγιση εικόνα της μικροκοινωνίας και της μικροοικονομίας του χωριού' εξάλλου, επειδή συνήθως αναγράφεται μόνο το επώνυμο της οικιακής ομάδας ή ένα παρωνύμιο, το υλικό αυτό δεν μπορεί να διασταυρωθεί με τα στοιχεία του Γενικού Μητρώου.

Συμπληρωματικό υλικό άντλησα ακόμη από παλιές φωτογραφίες και χρονογραφήματα ηλικιωμένων χωριανών, τα οποία έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς στην εφημερίδα Το Κροκύλ(ε)ιο που εκδίδει ο αθηναϊκός σύλλογος, από τα χειρόγραφα του Λαογραφικού Σπουδαστηρίου του Παν/μίου Αθηνών και του Κέντρου Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας (ΚΕΕΛ) στην Αθήνα που αφορούν στο Κροκύλειο,34 από το νέο ηλεκτρονικό αρχείο στο Διαδίκτυο στο οποίο καταγράφηκαν, και καταγράφονται ακόμη, βασικές πληροφορίες για τους μετανάστες στις ΗΠΑ κατά τον ύστερο 19ο και τον πρώιμο 20ό αιώνα. Το εθνογραφικό υλικό το οποίο συγκέντρωσαν και κατέθεσαν στις μονογραφίες τους για τους τόπους καταγωγής τους άνθρωποι που κατάγονται από άλλα χωριά της ορεινής Δωρίδας -το Δάφνο (πρώην Βοστινίτσα), το Διχώρι (πρώην Κωστάριτσα), το Ψηλό Χωριό (πρώην Νούτσομπρο), την Ποτιδάνεια (πρώην Παλιοξάρια)35- επιτρέπει ορισμένες συγκρίσεις με την περίπτωση που μελετώ και ως ένα βαθμό την ένταξή της στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο.

κά από τους ερευνητές, προτού ταξινομηθούν από μια επιστημονική ομάδα και τοποθετηθούν σε κατάλληλο χώρο, κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ τις τεχνικές δυνατότητες της παρούσας έρευνας' άλλωστε, προς το παρόν, δεν έχει κανείς πρόσβαση σε αυτά. Ωστόσο μπόρεσα να ρίξω μια ματιά σε ορισμένα (ελάχιστα) έγγραφα και να σχηματίσω μια ιδέα για το υλικό αυτό (Βλ. εδώ Πηγές).

33. Κλασικό πλέον το έργο του Mazower για μια σφαιρική πολιτική και οικονομική ιστορία της κρίσης του Μεσοπολέμου στην Ελλάδα (Μ. Mazower, Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου, μετάφραση Σ. Μαρκέτος, Αθήνα 2002.

34. Συνολικά υπάρχουν πέντε χειρόγραφα, δύο από τα οποία είναι ίδια και φυλάσσονται το ένα στη συλλογή του Λαογραφικού Σπουδαστηρίου, το άλλο στο ΚΕΕΛ. (Βλ. εδώ Πηγές) . Τα χειρόγραφα αυτά αποτελούνται από 12, 34, 53 και 124 σελίδες αντίστοιχα και περιέχουν υλικό, το οποίο έχουν συλλέξει ερευνητές στις αρχές της δεκαετίας του 1950, το 1973, το 1975 και τη δεκαετία του 1980.

35. Χ. Θάνος, Ο Δάφνος Δωρίδος, πρώην Βοστινίτσα. Ιστορία. Χωρογραφία. Κάτοικοι

p. 28

Β' Παρατηρήσεις για τη μνήμη και τον αφηγηματικό λόγο

Κατά το μεγαλύτερο μέρος της η εργασία αυτή χρησιμοποιεί τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας προκειμένου να διερευνήσει ζητήματα για τα οποία ελάχιστα μπορούν να μας διαφωτίσουν άλλες πηγές, ζητήματα τα οποία αφορούν στην ανθρώπινη εμπειρία και την καθημερινή πρακτική.36 Η προβληματική κάθε εργασίας υπαγορεύει και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει/χρησιμοποιεί κανείς τις προφορικές αφηγήσεις. Η ανάλυση του αφηγηματικού λόγου, ο τρόπος με τον οποίο συγκροτείται η μνήμη, η ανάλυση αυτο-αναπαραστάσεων δεν αποτελούν εδώ τον πρωταρχικό στόχο, όπως συμβαίνει σε άλλες εργασίες που μελετούν ιστορίες ζωής, υιοθετώντας συνήθως τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας,37 αλλά οπωσδήποτε απασχολούν αυτή τη μελέτη στο πλαίσιο της κριτικής αξιοποίησης του υλικού.38 Όπως υποστηρίζει ο Σπύρος Ασδραχάς,

κοι. Ασχολίαι. Λαογραφία, Αθήνα 1975' Μ. Λουκοπουλου-Παττίχη, Επιστροφή. Κωστάριτσα (Διχώρι) ορεινής Δωρίδας, Αθήνα 1990' Γ. Παπαϊωάννου, Τα Κλειδιά του Ψηλού Χωριού (Δωρίδος), Αθήνα 1987' Κ. Μπρούμας, ΙΙοτιδάνεια, Αθήνα 1980.

36. Όπως γράφει η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος «οι προσωπικές μαρτυρίες ... φωτίζουν τις πλευρές εκείνες της ιστορίας που χωρίς γραπτές μαρτυρίες θα έμεναν στο σκοτάδι - γιατί όλα δεν καταγράφονται, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, για το πώς αυτοί καταναλώνουν, σιωπηλά, την ιστορία» (Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 239). Για τις αυτοβιογραφίες ως πολύτιμη πηγή για την ιστορία της παιδικής ηλικίας πβ. I. Hardach-Pinke, G. Hardach, «Einer Sozialgeschichte der Kindheit entgegen», στο I. Hardach-Pinke, G. Hardach (επιμ.), Deutsche Kindheiten. Autobiographische Zeugnisse 1700-1900, Κρόνμπεργκ 1978, σ, 9-307 κυρίως 68, 69.

37. Σύμφωνα με την Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος -στο πλαίσιο της ενασχόλησης της με προφορικές μαρτυρίες Μικρασιατών προσφύγων- «στόχος της προφορικής ιστορίας είναι η συλλογική εμπειρία ενός συγκεκριμένου ιστορικού γεγονότος και ο τρόπος με τον οποίο η εμπειρία αυτή μετουσιώνεται σε συλλογική μνήμη»' διαφορετικά «η προφορική ιστορία ... θα έπαιζε αναγκαστικά το παιχνίδι της Ψυχολογίας» (Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 263). Για μια κριτική στη σχεδόν μονοπωλιακή θέση την οποία κατείχε μέχρι πρότινος η συλλογική υποκειμενικότητα και η μνήμη στην προφορική ιστορία βλ. Λ. Πασσερίνι, «Υποκειμενικότητα και Ιστορία», μετάφραση I. Πεντάζου, στο Λ. Πασσερίνι, Σπαράγματα του 20ού αιώνα. Η ιστορία ως βιωμένη εμπειρία, μετάφραση Ο. Βαρών-Βασάρ, I. Λαλιώτου, I. Πεντάζου, Αθήνα 1998, σ. 13-19, κυρίως σ. 16. Πιστεύω πάντως ότι πέρα από το επίπεδο ανάλυσης της συλλογικής ή ατομικής μνήμης, χωρίς ωστόσο να το αγνοεί, η μέθοδος της προφορικής ιστορίας μπορεί και οφείλει να αξιοποιείται ευρύτερα στην κατεύθυνση επίλυσης παλαιών ή νέων προβλημάτων της κοινωνικής ιστορίας.

38. Με αυτή την οπτική αντιμετωπίζει την προφορική ιστορία ο Ρ. Thompson, όταν γράφει πως οι ιστορικοί βρίσκονται «αντιμέτωποι με μια απαραίτητη αλλά οδυνηρή επιλογή» αφού «για να μπορέσουμε να φτάσουμε στο επίπεδο της γενίκευσης πρέπει να συγκεντρώσουμε τις μαρτυρίες σχετικά με κάθε ζήτημα αποσπώντας τις από μια σειρά συνεντεύξεων, αναδιατάσσοντάς τις έτσι ώστε να τις δούμε από μια νέα οπτική γωνία, οριζόντια κι

p. 29

στοχαζόμενος πάνω στο χαρακτήρα, την αξία και την αξιοποίηση της προφορικής πληροφορίας από τους ιστορικούς, «είναι πρόδηλο ότι στην ιστοριογραφική πράξη και στο βαθμό όπου αυτή κινείται στο γαλαξία της συνολικής ιστορίας, οι δυο τρόποι αντιμετώπισης της προφορικής ιστορίας πρέπει να συνυπάρχουν ...το ξεχώρισμα του πραγματικού από την πρόσληψή του παραπέμπει στους χρόνους όπου το ένα και η άλλη ανήκουν...».39

Στην πραγματικότητα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ιστορικός κατά τη συλλογή και αξιοποίηση του προφορικού-αυτοβιογραφικού υλικού δεν είναι ούτε περισσότερα, ούτε δυσκολότερα, από όσα αντιμετωπίζει με τις υπόλοιπες κατηγορίες πηγών.40 Η ιδιαιτερότητά τους, ωστόσο, οφείλεται στο ό,τι συνδέονται προπάντων με τον τρόπο λειτουργίας της ανθρώπινης μνήμης. Το ερώτημα λοιπόν είναι προφανές: Πόσο αξιόπιστες είναι οι προφορικές μαρτυρίες;

Οι αναμνήσεις συνιστούν στο σύνολο τους μια εκ των υστέρων ανασυγκρότηση του παρελθόντος. Αναμφισβήτητα «το θεμελιώδες πρόβλημα κάθε ανασυγκρότησης μέσω της μνήμης είναι εκείνο της λήθης και της απώθησης».41 Επιπλέον, η καθημερινότητα του παρελθόντος, επομένως και η καθημερινότητα της παιδικής ηλικίας που μας απασχολούν εδώ, ανακαλούνται στη μνήμη με ιδιαίτερη δυσκολία42 λόγω του αυτονόητου χαρακτήρα τους. Στο βαθμό όμως που είμαστε σε θέση να διακρίνουμε πώς λειτουργεί και πώς συγκροτείται η μνήμη, είμαστε και σε θέση να αξιοποιήσουμε κριτικά και επομένως γόνιμα το υλικό μας.

όχι κάθετα' και κάνοντας αυτό, τους δίνουμε ένα νέο νόημα»' και παρακάτω προσθέτει: «Όπου (...) πρωταρχικός σκοπός είναι η ανάλυση, η οργάνωση του κειμένου δεν μπορεί πια να καθορίζεται από τη μορφή της αφήγησης ζωής που έχουν οι μαρτυρίες, αλλά πρέπει να προκύπτει από την εσωτερική λογική της επιχειρηματολογίας». Ταυτόχρονα όμως δέχεται ότι συχνά απαιτείται συνδυασμός φαινομενικά αντιτιθέμενων αφηγηματικών τεχνικών (Thompson, Φωνές... ό.π., σ. 326-328). Πβ. επίσης την άποψη του Müller, συμφωνά με την οποία οι ιστορικοί οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις κοινωνικές και ατομικές συνθήκες υπό τις οποίες παράγονται οι αυτοβιογραφικές μαρτυρίες, αλλά δεν είναι υποχρεωμένοι να αναλύουν ολόκληρες τις ιστορίες ζωής των ανθρώπων σε κάθε ερώτημα που επιχειρούν να απαντήσουν (G. Müller, «"So vieles ließe sich erzählen...". Von der Geschichte im Ich und dem Ich in den Geschichten der populären Autobiographik», στο Institut für Wirtschaftsund Sozialgeschichte (επιμ.), Wiener Wege der Sozialgeschichte. Themen - Perspektiven Vermittlungen, Michael Mitterauer zum 60. Geburttstag», Βιέννη - Κολωνία - Βαϊμάρη 1997, σ. 335-356, κυρίως 336-337).

39. Σ. Ασδραχάς, Ιστορικά Απεικάσματα, Αθήνα 1995, σ. 195.

40. Πβ. Thompson, The voice..., ό.π., σ. 134.

41. R. Sieder, Zur alltäglichen Praxis der Wiener Arbeiterschaft im ersten Drittel des 20. Jahrhunderts (Διατριβή επί υφηγεσία), Βιέννη 1988.

42. Βλ. G. Rosenthal, Erzählte und erlebte Lehensgeschichte, Φρανκφούρτη 1995, στο, Ρ. Βαν Μπούσχοτεν, Ανάποδα Χρόνια..., ό.π., σ. 213. Εκτός αν, όπως γράφει η Μπού-

p. 30

Οι αναμνήσεις που αφορούν στα πρώτα χρόνια της ζωής ενός ανθρώπου παρουσιάζουν ιδιαίτερα προβλήματα. Σε σύγκριση με τις εμπειρίες και τα βιώματα από την περίοδο της ενήβωσης και μετά, οι εμπειρίες και τα βιώματα των παιδικών χρόνων ανακαλούνται στη μνήμη με μεγαλύτερη δυσκολία και με αποσπασματικό τρόπο, αφού τα νοητικά σχήματα στα οποία είχαν αρχικά ενταχθεί έχουν τις περισσότερες φορές μεταβληθεί ριζικά.43 Και φυσικά οι εμπειρίες της βρεφικής αλλά και -κατά περίπτωση— της πρώιμης νηπιακής ηλικίας, είναι αδύνατον να ανακληθούν στη μνήμη. Συγχρόνως όμως η μνήμη των ηλικιωμένων είναι περισσότερο αξιόπιστη για το μακρινό απ' όσο για το εγγύς παρελθόν. Άλλωστε οι αναμνήσεις που αφορούν στα παιδικά χρόνια παρουσιάζουν επίσης σημαντικά πλεονεκτήματα για το μελετητή. Με τη δυσκολία ανάκλησης στη μνήμη των πρώτων χρόνων της ζωής συνδέεται νομίζω ένα πλεονέκτημα: Τα παιδικά βιώματα και εμπειρίες εντοπίζονται συνήθως στο λανθάνον πεδίο της αδρανούς μνήμης' «αναβλύζουν ανεπηρέαστα από μεταγενέστερες επανερμηνείες και έχουν μια αθωότητα που τα καθιστά ιδιαίτερα αξιόπιστα»44. Οι άνθρωποι παραποιούν σε μικρότερο βαθμό ενσυνείδητα τις αναμνήσεις από τα παιδικά τους χρόνια απ' όσο τις αναμνήσεις από την ενήλικη ζωή τους. Αυτό πιστεύω ότι εννοεί ο Roy Pascal όταν γράφει, σχολιάζοντας την αξιοπιστία των αυτοβιογραφιών: «Δε νιώθουμε υπεύθυνοι για το παιδί το οποίο υπήρξαμε, μπορούμε να διατηρούμε μαζί του μια άνετη, αντικειμενική σχέση, πράγμα που ευνοεί μια ήρεμη, πλούσια αφήγηση»45 - αν και η διατύπωσή του μοιάζει υπερβολικά αισιόδοξη, αφού οι άνθρωποι λ.χ. συχνά απωθούν τραυματικές εμπειρίες των παιδικών χρόνων.

Για τους συνομιλητές και τις συνομιλήτριες από το Κροκύλειο ο όρος «παιδική ηλικία» ή «παιδί» δεν ήταν πάντοτε αυτονόητος ή ευκολονόητος, αφού για τους περισσότερους «παιδί» -ιδίως σε σχέση με το παρελθόν- σήμαινε «αγόρι». Είναι χαρακτηριστικό και πολύ ενδιαφέρον ότι, σε περιπτώσεις όπου εκ παραδρομής αναφέρθηκα στο παρελθόν μιας συνομιλήτριας χρησιμοποιώντας τη λέξη «παιδί», δημιουργήθηκε προς στιγμήν σύγχυση και έπρεπε να αποσαφηνιστεί αν αναφέρομαι στα «παιδιά» ή στα «κορίτσια». Επίσης σε περιπτώσεις στις οποίες ρώτησα γενικά για «τα παιδιά τότε», οι περισσότεροι συνομιλητές και όλες σχεδόν οι συνομιλήτριες, θεώρησαν -όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια της συζήτησης— ότι αναφερόμουν στα αγόρια. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι χωριανοί δεν αντιλαμβάνονταν αυτό που αποκα-

Μπούσχοτεν στηριζόμενη στη Rosenthal, οι ρουτίνες της καθημερινής ζωής «διατηρούνται μέχρι σήμερα ή απέκτησαν σημασία για την κατασκευή της κοινωνικής ταυτότητας».

43. Βλ. Schachtel, «On Memory and Childhood Amnesia», στο U. Neisser (επιμ.), Memory Observed. Remembering in Natural Contexts, Σαν Φραντσίσκο 1982 (το παράθεμα στο, Βαν Μπούσχοτεν, Ανάποδα Χρόνια..., ό.π., σ. 215).

44. Βαν Μπούσχοτεν, Ανάποδα Χρόνια..., ό.π., σ. 217, 218.

45. R. Pascal, Die Autobiographie, Στουτγάρδη 1965, σ. 105.

p. 31

αποκαλούμε σήμερα τόσο αυτονόητα «παιδικά χρόνια» ως ξεχωριστή φάση στη ζωή ενός ανθρώπου" υποδεικνύει όμως ότι η αντίληψή τους εκείνη δεν ταυτίζεται με τη σημερινή (αστική-δυτική και κυρίαρχη) αντίληψη, και ότι ο ερευνητής θα πρέπει να αμβλύνει την οπτική γωνία του παρόντος από την οποία αναπόφευκτα επιχειρεί να διεισδύσει στο παρελθόν.

Στο σύνολο τους συνομιλητές και συνομιλήτριες ανακαλούσαν τα βιώματα της πρώτης δεκαετίας ή δεκαπενταετίας της ζωής τους με τρόπο αποσπασματικό: Οι αναμνήσεις από την παιδική ηλικία διακόπτονταν από άλλες, επανέρχονταν -είτε εξαιτίας δικής μου παρέμβασης, είτε όχι-, ξαναδιακόπτονταν κ.ο.κ. Από το λόγο των ανθρώπων απουσίαζε κατά κανόνα η γραμμική χρονική-βιογραφική αντίληψη: Δεν άρχιζαν να αφηγούνται τη ζωή τους ξεκινώντας από τα παιδικά τους χρόνια, ακόμη κι όταν οι ερωτήσεις τους προέτρεπαν. Ορισμένοι είχαν την τάση να επανέρχονται σε γεγονότα ή περιόδους που σημάδεψαν τη ζωή τους, λ.χ., μια γυναίκα στο γάμο της, ένας άνδρας στα χρόνια του πολέμου στο αλβανικό μέτωπο. Όλα αυτά είναι αναμενόμενα και σε καμιά περίπτωση δεν απαξιώνουν το περιεχόμενο μαρτυριών που αφορούν άμεσα στην προβληματική αυτής της εργασίας.46

Άλλωστε, σχεδόν όλοι οι συνομιλητές διακατέχονταν από πηγαία και ειλικρινή διάθεση να μιλήσουν για το παρελθόν τους. Κι αυτό γιατί, όπως προκύπτει από το λόγο τους, βίωναν και βιώνουν έντονες αντιθέσεις μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Το παρελθόν των παιδικών και νεανικών τους χρόνων αντιπροσωπεύει την εποχή της στέρησης, σε αντίθεση με τη σύγχρονη εποχή της αφθονίας. Συγχρόνως όμως, αντιπροσωπεύει την εποχή της ακμής του χωριού, του τόπου όπου ουσιαστικά διαμόρφωσαν τα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους, σε αντίθεση με τη μεταπολεμική, και προπάντων τη σημερινή εποχή της παρακμής του. Συνομιλητές και συνομιλήτριες βιώνουν τραυματικά τη βαθμιαία ερήμωση του χωριού, παρ' όλο που και οι ίδιοι το έχουν στην πλειοψηφία τους εγκαταλείψει. Αναφέρονται με νοσταλγία στο χωριό με τους χίλιους κατοίκους, με τα εκατό παιδιά του δημοτικού σχολείου, την αστυνομία και το ταχυδρομείο, τα καφενεία και τα παντοπωλεία. «Υπήρχε κόσμος τότε στο χωριό»: σε όλες σχεδόν τις συζητήσεις συνάντησα αυτή τη φράση με παραλλαγές. Βιώνουν τραυματικά την αλλαγή του τοπίου, γιατί στη θέση του δάσους υπήρχαν λιβάδια και χωράφια, «ήταν σπαρμένος ο τόπος», άνθρωποι και περιβάλλον βρίσκονταν σε μια άμεσα ορατή σχέση αλληλεξάρτησης. Και την ίδια στιγμή απουσιάζει η βαθιά νοσταλγία για μια παιδική ηλικία απαλλαγμένη από στερήσεις και δυσκολίες, μοντέλο πολλών αστικών αυτοβιογραφικών αφηγημάτων.

46. Ο χρόνος των προφορικών αφηγήσεων «συστρέφεται συνεχώς όπως το φίδι-χρόνος στις παραστάσεις της μεταγενέστερης αρχαιότητας: προστρέχει στο μέλλον, ανατρέχει στο παρελθόν και καθορίζεται από το παρόν» (Α. Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 262).

p. 32

Δεν έχουν βέβαια όλες οι ιστορίες ζωής την ίδια αξία για τους σκοπούς αυτής, αλλά και οποιασδήποτε, εργασίας. Και αυτό γιατί οι αφηγήσεις των ανθρώπων φυσικά διαφέρουν μεταξύ τους, ως προς το βαθμό συγκρότησης, αυθορμητισμού, κριτικής και αυτοκριτικής διάθεσης, στοχαστικότητας, αυτοσυνείδησης.47 Εκτός αυτού δεν αφηγούνται όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο: Άλλοι είναι λακωνικοί και άλλοι χειμαρρώδεις στο λόγο τους, άλλοι προτιμούν να διαλέγονται με τον ερευνητή και άλλοι να μονοπωλούν τη συζήτηση.48

Ορισμένες τέτοιες διαφορές μπορούν να μας διαφωτίσουν στην έρευνα μας. Διαπίστωσα μια βασική γενική διαφορά μεταξύ του γυναικείου και του ανδρικού λόγου: Οι γυναίκες, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, χρησιμοποιούσαν την τοπική διάλεκτο, επομένως τη γλώσσα της παιδικής τους ηλικίας -αναμεμειγμένη με λιγότερα ή περισσότερα στοιχεία της αθηναϊκής γλώσσας- σε μεγαλύτερο βαθμό απ' όσο οι άνδρες. Πολλοί άνδρες -και όχι μόνον όσοι σπούδασαν, ούτε καν μόνον όσοι αποφοίτησαν από το Γυμνάσιο- χρησιμοποιούσαν την αστική αθηναϊκή γλώσσα, καταβάλλοντας μάλιστα συχνά εμφανή προσπάθεια να εμπλουτίσουν το λόγο τους με λόγιες λέξεις. Όπως θα δούμε, τα αγόρια —μέσω της εκπαίδευσης— λειτουργούσαν, τουλάχιστον ιδεοτυπικά, ως φορείς εξαστισμού της κοινωνίας του χωριού, συμβάλλοντας τελικά στην αργή αποδιάρθρωση της. Η μεγαλύτερη σημασία που αποδιδόταν στη σχολική μόρφωση των αγοριών, ήδη από τα χρόνια του Δημοτικού, πρέπει να απομάκρυνε αρκετά νωρίς ορισμένα από αυτά από την τοπική διάλεκτο, την τόσο διαφορετική από τη γλώσσα των σχολικών βιβλίων μολονότι αυτή ακριβώς η απόμακρη γλώσσα των σχολικών βιβλίων μπορεί να έφραξε το δρόμο άλλων αγοριών.

Ας δεχθούμε, ωστόσο, ότι η εκμάθηση του γλωσσικού ιδιώματος του καθενός συνδέεται με τη διαδικασία συγκρότησης του ασυνείδητου αποθέματος ζωής στο άτομο (του αποθέματος που «στα πρώτα νεανικά χρόνια ενσταλάζεται απλώς μέσω των «επιρροών» του περιβάλλοντος» και «έχει την τάση να εμπεδώνεται ως φυσική κοσμοεικόνα και να σταθεροποιείται») και ότι οι δύο διαδικασίες ολοκληρώνονται ταυτόχρονα, όπως γράφει ένας διάσημος κοινωνιολόγος.49 Σε αυτή την περίπτωση πρώτη η έμφυλη γλωσσική διαφοροποίηση που

47. Ανάλογες απόψεις με βάση την ερευνητική εμπειρία διατυπώνει η Η. Rosenbaum, Proletarische Familien. Arbeiterfamilien und Arbeiterväter im frühen 20. Jahrhundert zwischen traditioneller, sozialdemokratischer und kleinbürgerlicher Orientierung, Γκέτινγκεν 1991, σ. 22.

48. Πβ. και τα όσα γράφει η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος: «Η ποιότητα της προφορικής αφήγησης, εξαρτάται από τις ικανότητες και το χαρακτήρα τόσο του πληροφορητή, όσο και του ερευνητή... εκείνο που παίζει το μεγαλύτερο ρόλο είναι ο χαρακτήρας και οι ικανότητες του πληροφορητή» (Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 259).

49. Κ. Mannheim, «Το κοινωνιολογικό πρόβλημα των γενεών», μετάφραση: Λ. Αναγνώστου στο Δ. Μακρυνιώτη (επιμ.), Παιδική ηλικία στα αναγνωστικά 1834-1919, Αθήνα-Γιάννινα 1986, σ. 153-173, κυρίως 172.

p. 33

απαντά στις συνεντεύξεις, υποδεικνύει στον ερευνητή ότι μέσω των εκπαιδευτικών μηχανισμών ορισμένα αγόρια διαμόρφωναν, με το πέρασμα των χρόνων, μια φυσική κοσμοεικόνα αρκετά διαφορετική από εκείνη των κοριτσιών και διαφορετική από την φυσική κοσμοεικόνα που κυριαρχούσε στην κοινωνία στην οποία είχαν γεννηθεί.

Η μέθοδος της προφορικής ιστορίας θεμελιώνεται στη μνήμη και γι' αυτό δε μπορεί να προσφέρει το πλούσιο και λεπτομερές υλικό που αντλεί κανείς από τη συμμετοχική παρατήρηση, προνόμιο των κοινωνικών ανθρωπολόγων. Πολλές φορές θα ευχόταν ο ιστορικός να μπορούσε να παρατηρήσει από κοντά τα παιδιά του χωριού. Στην περίπτωσή μας -κι αυτό ισχύει για τη συντριπτική πλειοψηφία των ορεινών χωριών στον ελλαδικό τουλάχιστον χώρο— δε μπορούμε καν να παρατηρήσουμε σημερινά παιδιά στο χωριό για τον απλούστατο λόγο ότι ουσιαστικά δεν υπάρχουν παιδιά.50 Δεν μπορούμε να εντοπίσουμε συνέχειες που θα μας βοηθούσαν να εμβαθύνουμε στο παρελθόν. Θα πρέπει, λοιπόν, να αρκεστούμε στη μνήμη και να αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το υλικό που μας προσφέρει. Βέβαια, το γεγονός ότι η αλλοτινή κοινότητα ουσιαστικά δεν υφίσταται, δεν είναι αποκλειστικά ή κατ' ανάγκην αρνητικό. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι οι συνομιλητές βρίσκονται σε ικανή χρονική και επομένως βιωματική απόσταση από την κοινότητα, ώστε να αφηγούνται με μεγαλύτερη άνεση, και ακόμη, ότι το παρελθόν φαντάζει αρκετά διαφορετικό από το παρόν και, ίσως γι' αυτό, είναι ευκολότερα αφηγήσιμο.


Η κυρίως μελέτη απαρτίζεται από τέσσερα κεφάλαια. Στο πρώτο, το μικρότερο σε έκταση, σκιαγραφείται το οικονομικό, κοινωνικό και δημογραφικό πλαίσιο ζωής των παιδιών σε συσχετισμό με τη συνολική οικονομικο-κοινωνική εξέλιξη της Ελλάδας. Στα επόμενα τρία κεφάλαια εξετάζονται θέσεις, ρόλοι και βιώματα σε τρία πεδία, αντίστοιχα:

α) στο πεδίο της οικογένειας (κυρίως υπό την έννοια της οικιακής ομάδας) παρουσιάζεται πολύ συνοπτικά η δομή και το μέγεθος των οικιακών ομάδων

50. Σε μια περίπτωση, 6 παιδιά λόγω του επαγγέλματος του πατέρα που είναι κτηνοτρόφος και μέχρι πρόσφατα της μητέρας -η οποία έχει πεθάνει και ήταν υπεύθυνη για το ξενοδοχείο του χωριού-, περνούν το καλοκαίρι στο χωριό, αν και κατοικούν στο Λιδωρίκι. Εξάλλου, σήμερα ζει στο χωριό μια οικογένεια μεταναστών από την Αλβανία με δύο παιδιά, τα οποία πηγαίνουν στο Δημοτικό σχολείο, που επαναλειτούργησε πριν από δύο χρόνια γι' αυτόν ακριβώς το λόγο. Τα καλοκαίρια, λοιπόν, ζουν στο χωριό περίπου δέκα παιδιά.

p. 34

και στη συνέχεια αναλύονται όψεις των υλικών συνθηκών διαβίωσης των παιδιών, της συμμετοχής τους στην οικογενειακή οικονομία, των διαπροσωπικών σχέσεων και της διαπαιδαγώγησης τους.

β) στο πεδίο του σχολείου: δίνεται έμφαση στη σχέση παιδιών-σχολείου κατά φύλο, εξετάζεται το ζήτημα της αντιμετώπισης του θεσμού από την τοπική κοινωνία και η λειτουργία του ως θεσμικά οριοθετημένου χώρου κοινωνικοποίησης.

γ) στο πεδίο της μικρο-κοινωνίας (συμπεριλαμβανομένης της ομάδας των ομηλίκων) αναλύεται η συμμετοχή των παιδιών σε κοινωνικές εκδηλώσεις που οργανώνουν και κατευθύνουν ενήλικες αλλά και μορφές της αυτόνομης παιδικής κουλτούρας, προπάντων το παιχνίδι.

Στον επίλογο συνοψίζονται τα αποτελέσματα και διατυπώνονται ορισμένες σκέψεις για τη σύνδεση της μικρο-ιστορίας των παιδιών σε μια τοπική κοινωνία με τη μακρο-ιστορία της ελλαδικής κοινωνίας της υπαίθρου και της ελλαδικής κοινωνίας γενικότερα.

p. 35 01 - 0002.htm


p. 36
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 17

    Στο πλαίσιο αυτό αμφισβητείται ακόμη και ο όρος κοινωνικοποίηση επειδή παραπέμπει στην αντίληψη ότι τα παιδιά δεν αποτελούν αυταξίες αλλά είναι ατελή όντα τα οποία πλάθονται από τους ενήλικες κατ' εικόνα και ομοίωση των τελευταίων. Νομίζω, ωστόσο, ότι εφόσον έχουμε αποσαφηνίσει το περιεχόμενο των όρων «παιδική ηλικία» και «κοινωνικοποίηση», εφόσον έχουμε δεχτεί ότι δεν υπάρχει μία ενιαία παιδική ηλικία, και ότι η κοινωνικοποίηση δηλώνει την ένταξη των παιδιών στο εκάστοτε πολιτισμικό περιβάλλον και ακόμα ότι τα παιδιά συμμετέχουν, ως ένα βαθμό, ενεργά σε αυτήν, νομιμοποιούμαστε να χρησιμοποιούμε τους όρους, αποφεύγοντας τεχνικές και, σε τελική ανάλυση, τεχνητές δυσκολίες. Άλλωστε, κοινωνικοί επιστήμονες, κυρίως κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν ευρέως τον όρο κοινωνικοποίηση για να δηλώσουν τη «συγκρότηση και εξέλιξη της προσωπικότητας και κοινωνικής ένταξης του ατόμου»," δέχονται πως «...δεν υπάρχει μια κοινωνικοποίηση για την ίδια κοινωνία σε μια συγκεκριμένη εποχή», ούτε «...μπορεί να υπάρχει ένα πρότυπο κοινωνικοποίησης για όλες τις εποχές και όλους τους πολιτισμούς».12

    Σε ένα πρώτο επίπεδο η μελέτη αυτή θέτει, επομένως, τα ακόλουθα ερωτήματα: Για πόσες και ποιες παιδικές ηλικίες μπορεί να γίνει λόγος στη συγκεκριμένη αλλά και γενικότερα στην ορεινή αγροτική κοινωνία; Σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο διαφοροποιείται η καθημερινή ζωή των παιδιών και η εμπειρία τους ανάλογα με το φύλο, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση και θέση της οικογένειας, τη σειρά γέννησης των παιδιών μέσα σ' αυτήν;

    Σε ένα δεύτερο επίπεδο η εργασία επιχειρεί να φωτίσει τη σχέση ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας του πρώιμου 20ού αιώνα και να αναδείξει τους δεσμούς μεταξύ της ιστορίας της παιδικής ηλικίας —ή των παιδιών— και της κοινωνικής μακρο-ιστορίας, η οποία επικεντρώνεται στη μελέτη κοινωνικών δομών ή γενικών κοινωνικών εξελίξεων και δεν χρησιμοποιεί την ηλικία ως αναλυτική κατηγορία. Η προσέγγιση αυτή συνοψίζεται στο ερώτημα: Συνδέεται η εμπειρία της παιδικής ηλικίας στον ορεινό ελλαδικό χώρο με την αστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας και με ποιους τρόπους; Το ερώτημα παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον γιατί εκφράζει από διαφορετική πλευρά θεμελιώδεις προβληματισμούς και απόψεις της αγροτικής κοινωνιολογίας, της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της κοινωνικής ιστορίας.

    Η αγροτική κοινωνιολογία δέχεται ότι η αγροτικότητα και η αστικότητα διαπλέκονται, ότι «δεν είναι δυνατό να εξετάζεται ο αγροτικός τομέας ανεξάρτητα

    11. Χ. Νόβα-Καλτσούνη, Κοινωνικοποίηση: Η γένεση του κοινωνικού υποκειμένου, Αθήνα 1995, σ. 13. Η κοινωνικοποίηση αποτελεί μία «διά βίου διαδικασία» (ό.π., σ. 20). Το βιβλίο της Νόβα-Καλτσούνη αποτελεί μια εμπεριστατωμένη επισκόπηση της διεθνούς, -παλαιότερης και σύγχρονης- κοινωνιολογικής συζήτησης για την κοινωνικοποίηση.

    12. Ό.π., σ. 16.