Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
Title:Growing up in Mountainous Regions
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:38
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2003
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Mentalities and Behaviour
Social integration
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
Visible pages: 173-192 από: 395
Current page:

3. Τρόποι διαπαιδαγώγησης - Μορφές επικοινωνίας

Γενικά, λοιπόν, η συζήτηση με τα παιδιά δεν αποτελούσε βασικό μέσο διαπαιδαγώγησης. Αναφερόμενη στο πρόσωπο του παππού υποστήριξα ότι η διαπαιδαγώγηση με λόγια στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία δεν ήταν ασυνήθιστη' επρόκειτο όμως για υποδείξεις-συμβουλές ή απαγορεύσεις, με στόχο να εντυπωθεί βαθιά στο μυαλό του παιδιού τι επιτρέπεται και τι όχι - δεν επρόκειτο για διάλογο ανάμεσα στους ενήλικες και τα παιδιά. Τα τελευταία μεγάλωναν με βάση δεδομένα συλλογικά πρότυπα και αρχές. Στην καλύτερη περίπτωση οι ενήλικες τα καθοδηγούσαν χωρίς η καθοδήγηση αυτή να τίθεται σε συζήτηση ή υπό αμφισβήτηση - η υπακοή των παιδιών ήταν αναμενόμενη και αυτονόητη, η ανυπακοή έπρεπε να τιμωρηθεί.

Το ρήμα «διατάζω» που συναντάμε στις αφηγήσεις -όταν οι συνομιλητές αναφέρονται στους ενήλικες, στον παππού ή τη γιαγιά, τη μάνα και τον πατέρα- υποδεικνύει ότι η πειθαρχία αποτελούσε θεμελιώδες ζητούμενο από το παιδί:

Κι έλεγαν οι γειτόν' εδώ πώς τάχει μαθημένα η Λέτα τα παιδιά τς να κάνουν και μετάνοιες... όπως μας διάταζε η μανούλα μας από μια φορά και το έχουμε ακόμη. - Ε, τα συμβούλευε ο πατέρας (τα παιδιά), τα συμβούλευε, ναι, τα διάταζε, δεν τάδερνε, όχι. «Μη μαλώνς τα παιδιά», λέει (ο άντρας μου) «είναι μικρά ακόμα», λέει. - «Τα παιδιά», λέει, «κάνουν τα παιδιάτκα τς τώρα, είναι μικρά παιδιά», λέει, «να τα διατάζς και να μην τα δέρνς».289

«Διατάζω» σημαίνει ωστόσο στη γλώσσα των συνομιλητών μου, προστάζω, συμβουλεύω, καθοδηγώ και κατευθύνω μαζί. Το παιδί όφειλε να σέβεται τον ενήλικα που «διέταζε», και να πειθαρχεί σ' αυτόν. Μέσα από αυτή τη διαδικασία μεταβιβάζονταν και εσωτερικεύονταν βασικοί κανόνες συμπεριφοράς και αξίες.

Όμως δεν είχαν όλοι οι ενήλικες πάντοτε τον απαραίτητο χρόνο και τη διάθεση ώστε να καθοδηγούν συστηματικά τα παιδιά. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι η μάνα, επιβαρυμένη με χίλιες δυο δουλειές, είχε τις περισσότερες φορές, χρόνο και ψυχική διάθεση να ασχοληθεί συστηματικά με τα παιδιά. Αυτό τουλάχιστον υποδεικνύουν όλες οι προφορικές μαρτυρίες' σε αυτές η μάνα προβάλλει ως κυρίαρχο πρόσωπο στην καθημερινή ζωή των παιδιών, ως στήριγμά τους, αλλά δε φαίνεται να αφιερώνει χρόνο για να ασχοληθεί ειδικά μαζί τους, σύμφωνα με τις επιταγές του αστικού προτύπου διαπαιδαγώγησης:

289. Αποσπάσματα από τρεις συνεντεύξεις: Συν. με την Λ. Π., σ. 18' Συν. με την Α. Π., σ. 5' Συν. με την Π. Γ., σ. 17. Η Π. Γ. χρησιμοποιεί επίσης τον όρο διάτα: «...δεν είχαμε πάρ' και κάποια διάτα τς μάνας μας. Όπως κι εγώ δεν έδωκα διάτα στα κορίτσα μ' (για το θέμα των εμμήνων)» (Συν. 4 με την Π. Γ., σ. 29).

p. 173

Η μάνα η δκή μ' δεν τα μίλαε αυτά τα πράματα, δεν τάλεε αυτά... Αν τ' ρώταες τίποτα και τς έλεγες, που λέει ο λόγος: «βρε μάνα, πέσε με, τι, πώς, θέλαμε να φκιάσουμε και προικιά, πώς να το φκιάσουμε εκείνο εκεί, πώς να το βάλουμε στον αργαλειό, πέσε με και μένα να μάθω κι εγώ». «Άμα έρθ' ο καιρός θα μάθς», έλεγε. Δεν κάθονταν ν' ασχοληθεί, να μου πει θα το φκιάσς. Σ' λέει αυτήνη αφού θέλ' να μάθ', θα το μάθ' αυτή, δε... Κι άμα τς έλεγα, λέει άμα θάρθει ο καιρός θα το μάθς, άλλο τίποτα τι θα ειπείς... Δεν είχε και χρόνο η καημέν'. Αφού έλεγε η γιαγιά η καημέν': «φέρτε νερό να γιομίστε τη νεροβάρελα, θάρθει η σκλάβα το βράδ' και θέλ' να μαγειρέψ', να φάτε, να πιείτε». Δεν έλεε: «θάρθει η μάνα σας, θάρθει η σκλάβα», έλεε.290

Δεν υπάρχει στο υλικό μου περίπτωση παιδιού που να μεγάλωνε κάτω από συνειδητή, συνεχή, συστηματική καθοδήγηση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι γονείς δεν ενδιαφέρονταν για τα παιδιά τους" άλλωστε, όπως θα δούμε αλλού, πολλοί γονείς ενδιαφέρονταν ειδικότερα για τις επιδόσεις των γιων τους στο σχολείο. Σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση αλλά και τη σύνθεση κάθε οικογένειας, τα παιδιά στο χωριό εσωτερίκευαν κανονιστικά πρότυπα και αξίες μέσω της παρατήρησης, του παραδείγματος των ενηλίκων, των παραστάσεων που είχαν. Όπως σε προβιομηχανικές αγροτικές κοινωνίες «η διαδικασία διαπαιδαγώγησης συντελούνταν με τρόπο φυσικό, χωρίς συνειδητές παρεμβάσεις, χωρίς σκόπιμη εμφύτευση και ανάπτυξη δεξιοτήτων».291 Ιδιαίτερα όταν οι γονείς απουσίαζαν στα χωράφια και δεν υπήρχε η δυνατότητα να μείνουν στο σπίτι υπό την επιτήρηση ενός ενήλικα, έμεναν μόνα, ακόμη και αν τα πολύ μικρά παιδιά βρίσκονταν υπό την επιτήρηση μεγαλύτερων.

Η Π. Γ. μου αφηγήθηκε πως στα τέλη της δεκαετίας του 1930 όταν επέστρεφε με τον άντρα της από τα χωράφια εκείνος ανησυχούσε για τα παιδιά που ήταν μόνα στο σπίτι υπό την επιτήρηση του μεγαλύτερου:

Ήμαν στο χωράφ', σαυτό το χωράφ' κει πέρα, απέναντι, ήταν τέσσερις η ώρα και... Έρχομαν τέσσερις με πέντε η ώρα κι έλεγε χι ο άντρας μ ' καμιά φορά άμα ήμασταν μαζί: «δεν πάμι, μωρέ γυναίκα», λέει, «να ιδούμε, θα

290. Συν. με την Α. Π., σ. 18.

291. Rosenbaum, Formen der Familie..., ό.π., σ. 93' βλ. επίσης R. Sieder, Persönlichkeitsbildung in Haus und Familie. Studien zur Sozialisation in ländlich-bäuerlichen Hausgemeinschaften der vorindustriellen Zeit. An Beispielen aus dem Salzburger Raum (Διδ. Διατριβή), Βιέννη 1975, σ. 217. Η παιδαγωγική θεωρία της κοινωνικής εκμάθησης (social learning theory), που δίνει έμφαση στη διάπλαση, στην εκμάθηση μέσω της παρατήρησης (βλ. L. Beck, Child Development, Μασαχουσέτη 1994, σ. 18) φαίνεται να έχει ισχύ σε συγκεκριμένα ιστορικο-κοινωνικά πλαίσια.

p. 174

βρούμε και κάνα παιδί ζωντανό ή θα τα βρούμε πεθαμένα τα πιδιά;». Απαρατημένα τα παιδιά... Λέω: «Θύμιο μ', άμα είναι δώδεκα η ώρα, να μάσεις τα παιδιά, να πας να τα ταΐσς και το Θανάσ' μας απούναι μκρός, να μην τον πνίξτε κιόλα...».292

Η Π. Γ. είναι μια εξαιρετικά οργανωτική και εργατική γυναίκα' είναι βέβαιο ότι φρόντιζε συστηματικά τα παιδιά της και διέθετε τις απαραίτητες νοητικές ικανότητες ώστε να ακολουθεί τις υποδείξεις ορισμένων γιατρών ως προς τη φροντίδα τους. Γι' αυτό η μαρτυρία της έχει ιδιαίτερη αξία" υποδεικνύει —σε συνδυασμό και με άλλες πληροφορίες— ότι οι περισσότεροι γονείς ήταν από καιρό σε καιρό υποχρεωμένοι να αφήνουν παιδιά που δεν είχαν κλείσει ακόμη τα 10 τους χρόνια, μόνα χωρίς καμιά επιτήρηση.

Βασικό μέσο διαπαιδαγώγησης ήταν ο φόβος με την κοινή έννοια του όρου: Τα παιδιά πειθαρχούσαν ή όφειλαν να υπακούουν επειδή αισθάνονταν ή όφειλαν να αισθάνονται ότι απειλούνταν είτε από το θεό είτε από στοιχειά είτε από κατάρες είτε από σωματικές ποινές. Σύμφωνα με τον Elias η διαπαιδαγώγηση στις ανθρώπινες κοινωνίες στηρίζεται στο φόβο. Όμως ο Elias δεν αναφέρεται σε ένα φόβο προσωποποιημένο ή συγκεκριμένο αλλά στο φόβο με την ευρεία έννοια του όρου. Δεν αναφέρεται δηλαδή σε συγκεκριμένες απειλές που υποχρεώνουν τους ανθρώπους να πειθαρχήσουν, αλλά στους εσωτερικούς φόβους, στις εσωτερικές επιταγές που εγχαράσσονται στη συνείδηση του παιδιού, το δεσμεύουν και καθοδηγούν τη συμπεριφορά του.293 Σε τελευταία ανάλυση βέβαια κάθε είδους διαπαιδαγώγηση στοχεύει στη συγκρότηση του φόβου με την ευρεία του έννοια, δηλαδή με την έννοια του εσωτερικού ελέγχου, του ελέγχου που ασκεί το άτομο στον εαυτό του.294

Στο παράδειγμά μας όμως μας απασχολεί ο φόβος ως μορφή άμεσης αποτρεπτικής διαπαιδαγώγησης που περιόριζε την ελευθερία των παιδιών, διευκολύνοντας τον έλεγχο τους από τους ενήλικες και ευνοούσε την ταχύτερη ενσωμάτωση τους στο συλλογικό πρότυπο. Αυτή η μορφή διαπαιδαγώγησης συνδεόταν άμεσα με τον μαγικό, παγανιστικό τρόπο σκέψης των ανθρώπων. Τα παιδιά δεν μάθαιναν απλώς να πειθαρχούν και να εσωτερικεύουν αξίες από φόβο προς το θεό, τα στοιχειά, τις κατάρες. Συγχρόνως μάθαιναν να φοβούνται τις υπερφυσικές και μαγικές δυνάμεις, όπως άλλωστε τις φοβόνταν και οι ενήλικες.

292. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 1.

293. Ν. Ελίας, Η εξέλιξη του πολιτισμού. Κοινωνιογενετικές και ψυχογενετιχές έρευνες, τ. Β': Αλλαγές της κοινωνίας. Σχεδίασμα για μια θεωρία του πολιτισμού, μετάφραση Ε. Βαϊκούση, Αθήνα 1997, σ. 368.

294. Νόβα-Καλτσούνη, Κοινωνικοποίηση, ό.π., σ. 80-81.

p. 175

Ο Γ. Ψ. που όπως όλοι οι κτηνοτρόφοι του χωριού γεννήθηκε και μεγάλωσε επίσης σε οικογένεια «τσοπαναραίων» διηγείται:

Για να σκιάζονται τα μικρά, μας λέγαν οι νεράιδες, το στειο (το στοιχειό) , κάτ' τέτοια πράματα, αχ' όμως ότι είχα δει νεράιδες ποτέ... ναι, νύχτα, φάνκε καμιά νεράιδα, γίνκε τίποτα, φοβόμασταν... Για να μην κάνουμε ατιμίες (μας τα έλεγαν), να μην κάνουμε ατιμίες νύχτα... Να μην κλέβαμε τα κεράσια...295.

Η Π. Γ. θυμάται την εκφοβιστική, φανταστική μορφή του Καραμίδα, ενός γέροντα που έτρωγε τα παιδιά, στην οποία αναφερόταν η μητέρα της για να τη φοβίσει και προτρέπει τις σημερινές γενιές να εγκαταλείψουν αυτές τις μεθόδους διαπαιδαγώγησης:

Λέω, τα παιδιά πουτέ να μην τα φοβίζτε, γιατ' έχ' δυο εγγονάκια η θυγατέρα μ' μικρά, και κάτ' τους είπανε προυχθές και τα φόβσαν. Λέω τα πιδιά να μην τα φοβίζτε, γιατ' η μάνα μ', λέω, μας φόβζε εμάς μια φορά και μας έλεγε, ο Καραμίδας κι ο Καραμίδας κι ο Καραμίδας, μη μιλάτε καθόλ' θάρθει ο Καραμίδας, κι ακόμα είναι στο στομάχι μ' τς, λέω. Πουτέ! Καραμίδας, ένας γέροντας Καραμίδας. Ένας γέροντας δηλαδή απότρωγε τα πιδιά, τα μάζευε μέσ' το τσουβάλ'. Έτσ' τς ήρθε τς μάνας μ'. Και μια φορά φοβόμαν, ήταν κι η γιαγιά μ' στη γωνία, που ήταν άρρωστη η γιαγιά, κι ήταν και το σπίτ' με κάτ' παραθυράκια μικρά, όσο να φκιάσνε το καινούριο, σκουτεινό μέσα, του κρύο πόφαγα μια φορά απόξω κι η μάνα μ' δεν ήταν εκεί θα το θμώμαι, για να μην μπω μέσα και με φάει ο Καραμίδας. Πουτέ, λέω, τα πιδιά, λέω, να μην τα φοβίζτε!296

Πάνω απ' όλα: Φόβος για το θεό. Ίσως δεν υπήρχε για την παραδοσιακή αγροτική κοινωνία αποτελεσματικότερος τρόπος να ελέγξει και να προφυλάξει από φυσικούς κινδύνους τα παιδιά, αφού τις περισσότερες φορές οι ενήλικες «δεν ευκαιρούσαν» (και οι ηλικιωμένοι ανάμεσα τους δε μπορούσαν) να παρακολουθούν τις κινήσεις τους:

Φοβόμουνα πολύ το θεό. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια φορά που ξέχασα κι έφαγα για να μεταλάβω, φοβόμουνα τη μάνα μου ότι θα με δείρει. Πήγα και μετάλαβα κι έλεγα, Παναγία μου, συγχώρεσέ με, ξέρεις ότι δεν τόκανα επίτηδες κι αυτό. Φοβόμουνα. Δεν ξέρω γιατί, πώς με είχαν μεγαλώσει και φοβόμουνα. Κι από το άλλο μέρος φοβόμουνα να κάνω κακή πράξη γιατί με βλέπει ο θεός. Μία έντονη ανάμνηση ... ήταν ένας φραγμός

295. Συν. με τον Γ. T., σ. 3. Υπάρχει επίσης η ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι οι «κλέφτες» (ζωοκλέφτες) διέδιδαν συχνά τέτοιες ιστορίες, προκειμένου να αποτρέψουν τον κόσμο να κυκλοφορεί το βράδι και να έχουν έτσι ελευθερία κινήσεων.

296. Συν. με την Π. Γ., σ. 14.

p. 176

η θρησκεία στο να μην κάνουν το κακό, δηλαδή δε με βλέπει κανείς άλλος, αλλά με βλέπει ο θεός. — Α, ναι! Πιστεύαμε στο θεό. Και πιστεύαμε κι αυτό πίστευαν και οι μητέρες μας, οι οποίες μέσα στις δουλειές, ας πούμε, που μας έστελναν, βάζαν ανάμεσα και το θεό. Δηλαδή, «μην κλέβετε σταφύλια ξανά, γιατί σας βλέπει ο θεός από πάνω». Αυτό ήταν απειλή. Απειλή κατά της ειρήνης, της δικής μας ειρήνης.291

Πόση απόσταση χώριζε άραγε στην νοοτροπία του χωριού και τη φαντασία παιδιών και ενηλίκων τον ανθρωποφάγο γέροντα Καραμίδα από τον απειλητικό «Θεό», το γέροντα από το άγρυπνο μάτι του οποίου τα παιδιά δε μπορούν να ξεφύγουν; Πάντως οπωσδήποτε ο θεός ήταν μια μορφή κατά βάση φιλική προς τα παιδιά, μια μορφή που τιμωρούσε για να απονείμει δικαιοσύνη, ένα πρόσωπο για το οποίο τα παιδιά ενδόμυχα πίστευαν ότι θα είναι επιεικές μαζί τους, ότι θα τα συγχωρέσει. Οπωσδήποτε λιγότερη αναστάτωση προκαλούσε στον ψυχικό κόσμο των παιδιών η απειλή «σε βλέπει ο Θεός», από την απειλή «θα σε πάρει ο Καραμίδας» ή «το στοιχειό».

Δεν θα πρέπει ωστόσο να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι οι ίδιοι οι ενήλικες φοβόνταν τις υπερφυσικές και μαγικές δυνάμεις. Επομένως, αυτές οι μορφές διαπαιδαγώγησης δεν υπαγορεύονταν απλώς από πρακτικές ανάγκες αλλά αντανακλούσαν και ένα μέρος των αποκρυσταλλωμένων αντιλήψεων των ανθρώπων, του habitus, κατά Bourdieu. Δεν είναι, νομίζω, υπερβολή να υποθέσουμε ότι οι ενήλικες πίστευαν πραγματικά, έστω και υποσυνείδητα, ότι τα παιδιά κινδύνευαν από υπερφυσικές, μαγικές δυνάμεις.

Άλλωστε γενικά τα παιδιά θεωρούνταν ιδιαίτερα ευάλωτα στις μαγικές δυνάμεις των στοιχειών, των κακών πνευμάτων και στο «μάτι» (ίσως και λόγω των κινδύνων στους οποίους ήταν εκτεθειμένη η υγεία και η ζωή" τους) '298 γι' αυτό οι περισσότερες μανάδες ή γιαγιάδες τους φορούσαν φυλαχτά, τα λεγόμενα «χαϊμαλιά»: «Η πρώτη δουλειά ήταν αυτήνη της μάνας. Αυτό ήταν το γιατρικό για το μικρό παιδί. Το φυλαχτούλ'. Λιβάν' έβαναν μέσα, κάνα χόρταράκ' αν είχαν απ' τον Επιτάφιο, απ' την εκκλησία, τέτοια πραματάκια. Και μας το φόραε από μέσα εδώ και το είχαμε αυτό, κι αυτό ήταν τς μάνας φυλαχτό».299 Η συνταξιούχος φιλόλογος Π. Λ. επιβεβαιώνει με την αφήγηση της

297. Συν. με την Π. Λ., σ. 3' Συν. με τον Χ. T., σ. 18.

298. Για το ευάλωτο των μικρών παιδιών στη βασκανία πρβλ.: κεελ, Αρ. Χειρ. 3988, σ. 11, 22. Αυτό υποδηλώνουν και οι μαγικο-αποτρεπτικές επωνυμίες που χρησιμοποιούσαν οι χωριανοί για να προστατεύσουν τη ζωή και την υγεία των βρεφών: Στο χωριό αποκαλούσαν τα αρσενικά βρέφη «δράκς» (ον με μαγικές, υπεράνθρωπες δυνάμεις) και τα θηλυκά «κουτσιόρις» (προφανώς αναγραμματισμός της λέξης «κορίτσι») (Βλ. σχετικά το κείμενο του Θ. Αθανασόπουλου, «Τα Κλικούρδα», στην εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 44 (1991). Επίσης κεελ, αρ. Χειρ. 4221, σ. 208-211).

299. Συν. με την Α. Π., σ. 8, 9.

p. 177

το διαστρωματικό χαρακτήρα αυτών των νοοτροπιών (είναι η μοναχοκόρη του καθηγητή του Σχολαρχείου) και την ανεξίτηλη επιρροή τους στον ψυχικό κόσμο συνομιλητών και συνομιλητριών:

Πίστευαν πολύς κόσμος στα μάγια. Πάρα πολύς κόσμος και τη μητέρα μου τη θυμάμαι... Φορούσαν φυλαχτό βέβαια. Φορούσα πάντα φυλαχτό. Ένα φυλαχτό. Το οποίο δε μπόρεσα να πετάξω, ξέρεις πόσα χρόνια έζησε και δεν ξέρω κι αν υπάρχει σ' ένα συρτάρι. Υπάρχουν μερικά ταμπού που δε μπορείς να τα... Ξέρω γω τι είχε μέσα. Ένα πράγμα σα λιβανάκι. Κάτι είχε μέσα. Απέξω μ ' ένα κουρελάκι είναι φτιαγμένο, ένα τετραγωνάκι τόσο. Το τι είχε μέσα δεν το ξέρω, αλλά το θυμάμαι χρόνια ότι δεν το πέταγα. Όταν έπαψα να πιστεύω σε τέτοια, μέσα μου κάτι μ ' εμπόδιζε, ήταν το φυλαχτό μου. Φορούσαν όλα τα παιδιά φυλαχτό.300

Αφηγήσεις και τραγούδια λειτουργούσαν ως μέσα διαπαιδαγώγησης. Όμως ούτε οι αφηγήσεις ούτε τα τραγούδια απευθύνονταν αποκλειστικά στα παιδιά.301 Και το γεγονός ότι τα διαπαιδαγωγούσαν δε σημαίνει ότι αποσκοπούσαν σε κάτι τέτοιο. Επρόκειτο, περισσότερο, για μορφές επικοινωνίας και ψυχαγωγίας που στο παράδειγμά μας και γενικότερα σε παραδοσιακές, αγροτικές κοινωνίες αφορούσαν σε όλες τις ηλικίες. Ίσως γι' αυτό είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιορίσω ποια έκταση είχε αυτή η μορφή επικοινωνίας ανάμεσα σε παιδιά και ενήλικες. Ίσως γι' αυτό συνομιλητές και συνομιλήτριές μου απάντησαν ότι δε θυμούνται ποια παραμύθια τους διηγούνταν οι ηλικιωμένοι (αν και στην ερώτηση: «σας έλεγαν παραμύθια ο παππούς και η γιαγιά;» απάντησαν καταφατικά) . Η επικοινωνία με τους αφηγητές πρέπει πάντως να ήταν ουσιαστική για τη συναισθηματική ισορροπία των παιδιών. Αυτός που αφηγείται δεν το κάνει μηχανικά αλλά με ενσυνειδησία και δραματικότητα. Η ζωντανή προφορική αφήγηση αποτελεί μια άμεση και πολύπτυχη μορφή ανθρώπινης επικοινωνίας, επομένως και επικοινωνίας των παιδιών με τους ενήλικες.302

300. Συν. με την Π. Λ., σ. 10, 11.

301. Για τη μετατροπή του παραμυθιού σε «σχεδόν αποκλειστικό ανάγνωσμα ή ακρόαμα των παιδιών» βλ. Κ. Λιάπης, «Παραμύθι: Το αγαπημένο παιδί της παράδοσης και του λαϊκού προφορικού λόγου», στο Β. Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Λαϊχή παράδοση και παιδί, Αθήνα 1999, σ. 113-125, κυρίως σ. 121, 122. Η συνομιλήτρια Α. Π. κατέγραψε με δική της πρωτοβουλία μια σειρά τραγουδιών που άκουγε από τους ενήλικες, κυρίως από τον παππούλη της. Είναι σαφές ότι δεν πρόκειται για τραγούδια που προορίζονται για μια συγκεκριμένη ηλικία. Ένα παράδειγμα: «Του Χατζηγιαννάκη η κόρη, από τη Λειβαδιά / στο χαγιάτι μπαίνει, βγαίνει και στολίζεται / κι ο Μεχμέτ αγάς διαβαίνει και τη χαιρετά/ ρίχνει μήλο και κυδώνι δεν τα δέχεται/ ρίχνει μάλαμα κι ασήμι χαμογέλασε ...».

302. Πβ. όσα γράφει ο Renner για την αφήγηση ως μέσο διαπαιδαγώγησης (Renner, Andere Völker, andere Erziehung. Eine pädagogische Weltreise, Βούπερταλ 2001, σ. 87 κ.εξ.).

p. 178

Είναι επίσης σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι τα παιδιά έρχονταν σε επαφή με άλλους κόσμους, φανταστικούς ή αληθινούς, μακρινούς γεωγραφικά ή/και χρονικά χάρη στα ακούσματα που είχαν: Παραμύθι διαδεδομένο στη Δωρίδα του πρώιμου 20ού αιώνα ήταν για παράδειγμα η «Σταχτο-Μάρου», μια παραλλαγή της δυτικοευρωπαϊκής «Σταχτοπούτας», την οποία η «κυρούλα» που τη διηγόταν στην εγγονή της έκλεινε με το χαρακτηριστικό επιμύθιο: «Γιατ' ου Θεός ...ορφανούς κάν', άμοιρς' δεν κάν'...» (αφού η Σταχτο-Μάρου τελικά «πήρι του βασιλόπλου») .303 Σε μια άλλη περίπτωση ο πατέρας διηγόταν στην κόρη ιστορίες τρόμου και την ιστορία της Γενοβέφας από βιβλία που είχε διαβάσει: «Μόλεγε τον Αρκουδόγιαννο, μόλεγε τη Γενοβέφα ... Ε, τόξερε αυτός, διάβαζε. Είχε πάει σχολείο και διάβαζε».304 Ο ρόλος των (εξωσχολικών τουλάχιστον) αναγνωσμάτων ήταν εξαιρετικά περιορισμένος: Μόνο ο Θ. Α., του οποίου ο πατέρας ήταν δάσκαλος, αναφέρθηκε σε «ένα βιβλίο με παραμύθια που είχε ο πατέρας μου, δεν ξέρω πόσες φορές το είχα διαβάσει».305

Πάνω απ' όλα συνομιλητές και συνομιλήτριες θυμούνται τις ιστορίες για τους ληστές, στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω, όταν μιλήσαμε για τη σχέση με τον παππού, και τις αφηγήσεις, τις διαδόσεις για στοιχειά που άκουγαν στα παιδικά τους χρόνια αλλά και αργότερα. Ίσως αυτό οφείλεται στο ότι παραμύθια, με την κλασική έννοια του όρου, υπάρχουν και σήμερα, ιστορίες όμως για ληστές και στοιχειά όχι. Οι ιστορίες για ληστές και στοιχειά πάντως προσλαμβάνονταν από αφηγητές και ακροατές, ενήλικες και παιδιά, ως αληθινές, παρ' όλο που σε τελευταία ανάλυση λειτουργούσαν όπως οι αφηγήσεις που αποκαλούμε σήμερα «παραμύθια», δηλαδή διασκεδάζοντας, μαγεύοντας, αναπτύσσοντας τη φαντασία, καλλιεργώντας συναισθηματικούς δεσμούς μεταξύ διαφορετικών γενεών της κοινότητας. Στις αυτοβιογραφικές αναδρομές του στο παρελθόν ο Δημήτρης Υφαντής που γεννήθηκε το 1912 στο χωριό γράφει: «Κλείνοντας για μια στιγμή τα μάτια μου, είδα να ξετυλίγονται, σαν σε κινηματογραφική ταινία, σκηνές κι εικόνες (...) Γνώρισα παλιούς γερόντους, από κείνους που ήταν οι στυλοβάτες του χωριού και που τόσο ζωντανή διατηρείται η μορφή τους στη μνήμη μου: τον παππούλη μου το γερο-Μιχάλη, το

303. Αναφέρεται από τον Γ. Ηλιόπουλο (Λαογραφικά Δωρίδας, Αθήνα 1987, σ. 204207). Για ελληνικά λαϊκά παραμύθια που έχουν τις ρίζες τους στον κεντρικό και βόρειο ευρωπαϊκό χώρο βλ. Α. Αγγελοπούλου, Α. Μπρούσκου, Επεξεργασία Παραμυθιακών Τύπων και Παραλλαγών 700-749, (Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 23), Αθήνα 1994.

304. Συν. με την Γ. Σ., σ. 49' επίσης Συν. με τον Θ. Α., σ. 240.

305. Ο Μπακαρέζος έχει σημειώσει ότι γύρω στα 1930 υπήρχαν στο χωριό 30 συνδρομητές εφημερίδων και ορισμένοι συνομιλητές ανέφεραν ότι ο πατέρας τους ήταν συνδρομητής, αλλά φαίνεται ότι τα ίδια τα παιδιά δε διάβαζαν εφημερίδες (αποτελούσαν προνόμιο του πατέρα - σύμφωνα με το Μπακαρέζο η συνδρομή ανερχόταν στις 300 δρχ. το χρόνο, ποσό που χονδρικά ήταν ίσο με 6 μεροκάματα σε χωράφια).

p. 179

γερο-Ζωγράφο, το γερο-Κρίτσα, το γερο-Σακαρέλλο, το γερο-Καραμήτρο, το Στουμπο-Γιαννάκη, το γερο-Γιωργούλα και τόσους και τόσους άλλους, που, ντυμένοι όλοι τους με τις κάτασπρες φουστανέλες κάθονταν, σαν τους παλιούς δημογέροντες στο πεζούλι της εκκλησιάς ή στους πάγκους που βρίσκονταν έξω από τα μαγαζιά ή στις καρέκλες του καφενείου, και θυμόντουσαν τα περασμένα κι έλεγαν χωρατά κι ιστορίες που τις είχαν ζήσει, κι ανιστορούσαν διάφορα περιστατικά για τις ληστοσυμμορίες που λυμαίνονταν την Ελλάδα τον περασμένο αιώνα. Κι εμείς, παιδιά μικρά τότε, τ' ακούγαμε σαν παραμύθια».306 Τα παιδιά άκουγαν επίσης ιστορίες για συγγενείς, φίλους, γνωστούς που είχαν συναντήσει στοιχειά, ποιες επιπτώσεις είχαν αυτές οι συναντήσεις στην υγεία τους, με ποιους τρόπους αντέδρασαν" άκουγαν ότι:

...στην τάδε μεριά βγαίν' ένας, νύχτα δηλαδή, αλλού βγαίν' ένας με φουστανέλλες και πιστόλια και με τέτοια... στην τάδε βρύσ' βγαίνε νεράιδες τη νύχτα. - Μια φορά η γιαγιά μας έλεγε, ότι πάαιναν, ας πούμε, στα ρέματα (τα στοιχειά). Πέρναε ένα πάν' με τούμπανα, βιολιά, χαραμούζες λέει πάαιναν, έφευγε ένα, σαν ανεμικό τς έρχεταν και περνούσε. Άλλος έλεγε εδώ πιο πέρα στη βρύση, εδώ στην Αγία Παρασκευή πιο κάτω ήταν μια βρυσούλα, τη χάλασαν τώρα πόφκιασαν το δρόμο. Ήταν ένας πλάτανος και τόχαν βάλ ' το νερό μέσα στον πλάτανο χι από κάτ' είχαν βρύσ' και κάποιος πέρασε, λέει, ένα ζλαπάκ', (ζωάκι), ανέβαινε πάνω στη βρύσ', πήδαγε κάτ' στη γούρνα, ανέβαινε παν', πήδαγε καταή και φοβάταν να περάσ', έλεγαν ότι βγαίνει στειο στη βρύσ'.307 Έλεγαν στα παιδιά, αλλά ηύρισκαν κι οι μεγάλοι όμως (στοιχειά), όπως λέγαν, κι έλεγαν ο ένας στον άλλον, ηύρα... στην τάδε μεριά, ηύρα ένα σκυλί τέτοιο, ηύρα μια γάτα που περπάταε εκεί να πούμε στη βρύση.308

Τα παιδιά εσωτερίκευαν μια δεισιδαιμονική, μαγική, παγανιστική αντίληψη για τον κόσμο. Μέχρι σήμερα πολλοί συνομιλητές μου πιστεύουν ότι την εποχή εκείνη υπήρξαν στοιχειά' και όσοι δεν πιστεύουν πλέον στην ύπαρξη τους ομολογούν ότι δεν έχουν αποβάλλει, μέχρι σήμερα ακόμη, το φόβο για τα στοιχειά που τους συνοδεύει από τα παιδικά τους χρόνια:

Φοβόμασταν, φοβόμασταν τα στοιχειά γιατ' έλεγαν, να πούμε, εγώ φοβώμαι και τώρα μεγάλη... μας κόβαν το αίμα. - Λέγαν, εδώ βγαιν' στειο, εκεί... Εγώ το θυμάμαι τώρα και που περνάω καμιά φορά, να πούμε...

306. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 242, 243.

307. Συν. με την Π. Μ., σ. 4' Συν. με την Κ. Μ. και τον Μ. Μ., σ. 3.

308. Συν. με τον Λ. Γ. και την Α. Γ., σ. 9. Σύμφωνα με τον Stewart ο οποίος μελέτησε την ορεινή Απείρανθο στη Νάξο «το νερό ήταν ο χώρος του δαιμονικού» (Ch. Stewart, Demons and the Devil. Πρίνστον 1991, σ. 245).

p. 180

Απ' τη μια μας άρενε κι ακούγαμε αλλά απ' την άλλ' όμως, όταν πααίναμε να περάσουμε... και γίνεται σκύλος και γίνεται..., τώρα ακόμα που περνάω εγώ, είμαι εβδομήντα τόσω χρονώ να πούμε...309

Η συνταξιούχος φιλόλογος και μοναχοπαίδι του καθηγητή του Σχολαρχείου αφηγείται:

Γενικά μιλούσε ο κόσμος την εποχή εκείνη πολύ για στοιχειά και τα παιδιά επηρεάζονταν, και τα περισσότερα παιδιά φοβόνταν τα στοιχειά. Αυτό το οποίο άκουγαν, τουλάχιστον εγώ αυτό το οποίο άκουγα, με τη φαντασία μου τόκανα μεγαλύτερο κι έπλαθα έναν κίνδυνο που είχα κι ότι έπρεπε πολύ να προφυλάσσομαι απ' αυτά. Ας φόβιζαν, ας αυτό, άμα άκουγα εκεί, έπρεπε να ακούσω, να είμαι ενήμερη τι γινόταν και είχανε τρομερή επίδραση επάνω μου, τόσο που ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να περάσω από ορισμένα μέρη εδώ (στο χωριό) και να μη φοβηθώ.310

Ο χωρόχρονος εντός του οποίου κινούνταν οι άνθρωποι ευνοούσε την πίστη στην ύπαρξη στοιχειών: Οι περιορισμένες δυνατότητες φωτισμού το βράδι με λάμπες πετρελαίου και το σκοτάδι που κυριαρχούσε, αλλά και η ψυχολογική ανάγκη να διακοπεί η μονοτονία της καθημερινής ζωής ωθούσαν τους ανθρώπους να αποδίδουν υπερφυσικές διαστάσεις σε ήχους και μορφές — αυτό τουλάχιστον υποδεικνύουν μαρτυρίες περί τυχαίων συναντήσεων το βράδι με συγχωριανούς που δεν αναγνωρίστηκαν και εκλήφθησαν ως στοιχειά!

Οι ευχές και οι κατάρες αποτελούσαν μαγικούς τρόπους επιβράβευσης ή τιμωρίας των παιδιών αλλά και των χωριανών κάθε ηλικίας για τη συμπεριφορά τους. Η Α. Π. αφηγείται χαρακτηριστικά για τον παππού της:

Ο παππούς συμβούλευε πάντοτε, άμα θα τρώγαμε έπρεπε να πάρ' το ποτήρ' και να ειπεί: «εις υγείαν, να χαίρεσαι τη βασιλεία σ', παπά», τούλεγε του πατέρα μου, που ήταν παπάς τώρα. Η βασιλεία ήταν η παπαδοσύν' απούχε, να χαίρεται τη βασιλεία τ', που ήταν η παπαδοσύν'. - «Βλόγα το κιόλα», επειδή ήταν παπάς έλεγε «βλόγα το, εις υγείαν παπά». Το γιο τ', να χαίρεσαι τη βασιλεία σ'. Κι έπειτα έλεγε στη μάνα μ': «παπαδιά, να τ' χαίρεσαι τη φαμελιά σου» έλεγαν τότε, να χαίρεσαι τη φαμελιά σου. Στ' μεγάλ' την αδερφή μ' έλεγε: «καλή παντρεία Μυγδάλω», Μαγδαληνή τη λέγαν αυτή, 'καλή παντρεία'. Δεν έλεγε: «καλή τύχ' κι αυτό. Καλή παντρεία Μυγδάλω».311

Φαίνεται βέβαια ότι στην περίπτωση των παιδιών ευχές και κατάρες χρησιμοποιούνταν

309. Συν. με τον Λ. Γ. και την Α. Γ., σ. 9" Συν. με την Κ. Μ. και τον Μ. Μ., σ. 9.

310. Συν. με την Π. Λ., σ. 4.

311. Συν. με την Α. Π., σ. 2.

p. 181

ποιούνταν με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα ως μέσο πειθάρχησής τους. Παροιμίες συνηθισμένες στην ευρύτερη περιοχή, όπως «Ευχή γονιού αγόραζε και στα βουνά περπάτα», «Ευχή γονιού χτίζει παλάτια», «Κατάρα γονιού, σπιτιού ξεθεμελιώστρα»,312 καταδεικνύουν την πίστη στη μαγική δύναμη των γονιών. Μέσω των ευχών οι ενήλικες ενθάρρυναν τα παιδιά στη συμπεριφορά τους" με τις κατάρες ασκούσαν έλεγχο και τιμωρούσαν παραπτώματα. Η αδελφή της Λ. Π. έφερε νερό στον παππού της, πριν αυτός πεθάνει:

...και ψυχοτράβαε ο παππούς και είπε: «νεράκ', νερό», μίλσε και πήε η I. και τον έφερε νερό και τόσα δα πιτσιρικάκια ήμασταν ... πήγε όλ ' τη νύχτα κι έφερε νερό του παππού κι ο παππούλης μ' ο καημένος μ' όλη την αυτή που ψυχοτράβαε και το πρωί πέθανε, είχαμε κηδεία, και είπε: «παιδάκι μ' την ευχή μου νάεις», λέει, «την ευχή μου νάεις», λέει, «μόφερες χρύο νεράκ' απ' τη βρύσ'».313

Ο παππούς της Α. Π. έδινε πολλές ευχές στα παιδιά, όταν εκείνα κάθονταν ήσυχα και άκουγαν τις συμβουλές του:

«Εγώ λέω πολλά και σε κουράζω αλλά εσύ όσα σ' χρειάζονται βάλε στν τσέπη σου, παιδί μ'». Κι ευκές, χι ευχές. Άμα κάθεσαν τώρα, όπως κάθεσαι εσύ για να τον ακούσεις και να ταυτό, ευχές με το τσουβάλ': «Tv ευκή του θεού νάεις, καλή παντρεία νάεις, κόρη μ', καλή παντρεία νάεις», δεν έλεγαν καλή τύχ' αυτοί. «Καλή παντρεία νάεις», σόλεε.314

Ο παππούς του Χ. Τ. δεν καταριόταν τα εγγόνια του, καταριόταν όμως τον πατέρα του συνομιλητή όταν ήταν μικρός με μια φράση που, όπως φαίνεται, υιοθετήθηκε ευρύτατα στο χωριό:

Ο παππούς ήταν πιο μαλακός στα εγγόνια. «Χα, να σε πάρει η λαύρα, Τριαντάφυλλε», έλεγε στον πατέρα μου όταν ήταν μικρός. Το πήραν οι άλλοι και κράτησε για πολλά χρόνια η απειλή αυτή, να πούμε. «Να σε πάρει η λαύρα!» Λαύρα είναι η πολλή ζέστη·315

Η ευχή του ενήλικα είχε οπωσδήποτε ιδιαίτερη αξία για τα παιδιά γιατί ήταν δείγμα αποδοχής, στοργής και τους πρόσφερε ένα αίσθημα ασφάλειας. Δε συνέβαινε βέβαια το ίδιο με την κατάρα. Σε ποιο βαθμό όμως οι ενήλικες εκστόμιζαν στα σοβαρά τις κατάρες τους και όχι για να εκτονωθούν ψυχολογικά σε μια στιγμή εκνευρισμού; Πόσο σοβαρά έπαιρναν τα παιδιά υπόψη τις κατάρες των γονιών και των παππούδων; «Εγώ να σ' πω, το παραδέχουμαι ότι η

312. Ηλιόπουλος, Λαογραφικά Δωρίδας, ό.π., σ. 169.

313. Συν. με την Λ. Π., σ. 14.

314. Συν. με την Α. Π., σ. 8.

315. Συν. με τον Χ. T., σ. 13.

p. 182

γονική κατάρα θα πιάν'... Αυτό ήταν το όπλο στους γονέους. Θα σε καταραστώ, σ' έλεγε. Άμα ήταν μεγάλο βέβαια, δε δύνονταν να το δείρ', να το αυτό, και σόλεε: 'θα σε καταραστώ'»: Η μαρτυρία αυτή της Α. Π. συνοδεύει την αφήγησή της για τον άντρα της που ήταν πάνω από 30 χρονών όταν η μάνα του τον απειλούσε ότι θα τον καταραστεί, επειδή «χωράτευε» με την προοπτική του γάμου του με τη συνομιλήτρια. Αλλά η μαρτυρία αυτή υποδηλώνει ότι οι κατάρες που απευθύνονταν στα παιδιά δεν είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα, επομένως ούτε ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα. Σύμφωνα με τον Χ. T.:

Και κατάρες βέβαια (εκτόξευαν οι μητέρες) : «Να σε βαρέσει αστραπή». Η κατάρα, βέβαια! Ε, εμείς δεν τα πολυγράφαμε αυτά. Δε δίναμε σημασία στις κατάρες. Ξέραμε ότι προέρχεται από μάνα, η οποία δεν πιάνει η κατάρα. Έτσι πιστεύαμε. Η μάνα, ας πούμε, δε μπορεί να λέει κατάρα που να πιάνει, είναι μάνα. Αυτό το κατείχαμε καλά. Και γι' αυτό πολλές φορές ξεπερνούσαμε και τα opta της φρονιμάδας,316

Το ξύλο και γενικότερα οι σωματικές ποινές αποτελούσαν διαδεδομένο και κοινωνικά απολύτως αποδεκτό μέσο πειθάρχησης των παιδιών. Όπως εύστοχα σημειώνει η Αγγλίδα ιστορικός Anna Davin που μελέτησε όψεις της καθημερινής ζωής παιδιών εργατικών οικογενειών στο Λονδίνο του ύστερου 19ου και του πρώιμου 20ού αιώνα: «Για να κατανοήσουμε τι σήμαινε η σωματική τιμωρία σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο μπορεί να χρειαστεί να συγκρατήσουμε την αγανάκτηση που νιώθουμε και την τάση να απορρίψουμε τέτοιες μεθόδους, στάση που πηγάζει από αντιλήψεις του ύστερου 20ού αιώνα»317 (εδώ θα συμπλήρωνα: και του πρώιμου 21ου αιώνα). Σε κοινωνίες στις οποίες η μυϊκή δύναμη και η σωματική αντοχή είχαν μεγάλη οικονομική και κοινωνική σημασία οι σωματικές ποινές ήταν και ένας τρόπος να δοκιμάσει το παιδί το σώμα του. Όπως επισημαίνει ο Ariès για τις προβιομηχανικές κοινωνίες, εκεί «τα προβλήματα λύνονταν σώμα με σώμα και οι επιβαλλόμενες τιμωρίες ήταν πριν απ' όλα σωματικές ποινές. Καθώς ήταν φυσικό να χτυπιούνται, καθένας έπρεπε να μάθει τη δύναμή του».318

Δε θα έπρεπε επομένως να ταυτίζουμε τη σωματική ποινή με την κακοποίηση, προβάλλοντας άκριτα σύγχρονες αντιλήψεις στην κοινωνία του παρελθόντος. Υπήρχε οπωσδήποτε μια διαβάθμιση των σωματικών τιμωριών τόσο στην πράξη όσο και στη συνείδηση των συνομιλητών και συνομιλητριών. Στην

316. Συν. με τον Χ. T., σ. 18.

317. Α. Davin, Growing up poor. Home, School and Street in London, 1870-1914, Λονδίνο 1996, σ. 9.

318. Ph. Ariès, «L'enfance écartée», Autrement, Paris, nov. 1979, numéro consacré à Enfants et violences. Les 10-13 ans, 26 (το παράθεμα από την Αντμάν, Βία και Πονηριά, ό.π., σ. 202.

p. 183

πράξη αλλά και στη συνείδηση της μικροκοινωνίας που εξετάζουμε τα παιδιά κακοποιούνταν μόνον όταν τους επιβάλλονταν σωματικές ποινές που έθεταν σε κίνδυνο την υγεία, τη σωματική ακεραιότητα ή και τη ζωή τους. Δε μπορούμε να γνωρίζουμε πόσο συχνή ήταν η κακοποίηση των παιδιών από ενήλικες, αλλά ούτε και να υιοθετήσουμε τις απόψεις εκείνες ορισμένων ιστορικών της παιδικής ηλικίας (με προεξάρχοντα τον Lloyd de Mause) που ταυτίζουν τη σωματική τιμωρία με την κακοποίηση και θεωρούν ότι τα παιδιά στο παρελθόν (και επομένως γενικότερα τα παιδιά στις προβιομηχανικές κοινωνίες) κακοποιούνταν συστηματικά.319

Για ενήλικες και παιδιά η χειροδικία ως τιμωρία και μέσο διαπαιδαγώγησης ήταν αυτονόητη και επομένως θεμιτή: «Συνεχώς δεν τα χάιδευαν τα παιδιά. Έπαρχε ξύλο τότε!»,320 δήλωσε αποφθεγματικά ο Χ. Μ., που γεννήθηκε το 1908, συγκρίνοντας το παρελθόν με το παρόν. Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι όλοι οι γονείς έδερναν συστηματικά τα παιδιά τους. Αρκετοί συνομιλητές ισχυρίστηκαν ότι ο πατέρας ή η μάνα ή και οι δυο γονείς δεν τους είχαν δείρει, ή μάλλον ότι εκείνοι δε θυμούνται κάτι τέτοιο: «εγώ δε θμώμαι ξύλο», είναι η φράση που χρησιμοποιούν. Δεν είναι φυσικά απίθανο είτε να έχουν απωθήσει τραυματικές εμπειρίες, είτε να ανησυχούν μήπως αμαυρώσουν την εικόνα των γονιών τους τη στιγμή που το ξύλο στη σύγχρονη κοινωνία δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό.

Όταν για παράδειγμα δύο συνομιλητές ισχυρίζονται ότι ο πατέρας τους ήταν αυστηρός αλλά ότι δεν τους έδερνε ενώ έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι η συμπεριφορά του πατέρα προκαλούσε σοβαρά προβλήματα στην οικογένεια σε καθημερινό επίπεδο, πιθανόν έχουν απωθήσει στη μνήμη τους ιδιαίτερα αρνητικές, τραυματικές εμπειρίες ή επιλέγουν να σιωπήσουν: «Ο πατέρας μου δεν άπλωσε ποτέ χέρ' απάνω μας. Δεν πήγαμε όμως και κανένα παιδί στην ποδιά τ'. Άμα τον ακούγαμε τρέμαμε. - ...άμα φταίγαμε μας μάλωνε (ο πατέρας) αλλά δε θμώμαι ξύλο».321 Ειδικά για αγόρια είναι εξαιρετικά δύσκολο να δεχθούμε ότι δεν «έτρωγαν ξύλο» από τους γονείς ή γενικότερα τους ενήλικες γιατί μεγάλωναν με μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και ήταν γενικά ζωηρότερα από τα κορίτσια. Δύο συνομιλητές μου εξάλλου δήλωσαν κατηγορηματικά ότι οι γονείς τους δεν τους έδειραν ποτέ.322 Επειδή όμως οι αφηγήσεις τους διέπονταν από μια τάση εξιδανίκευσης του οικογενειακού περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσαν και επειδή δεν αφηγούνταν στοχαστικά και αναλυτικά, οι ισχυρισμοί τους δε μπορούν να αντιμετωπιστούν παρά με ιδιαίτερη επιφύλαξη.

Σε στερεότερο έδαφος πατά ο ερευνητής όταν ο συνομιλητής διαφοροποιεί

319. Ντε Μωζ, «Η εξέλιξη της παιδικής ηλικίας», ό.π., σ. 15, 95.

320. Συν. με τον Χ. Μ., σ. 8.

321. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 4' Συν. με τον Α. Μ., σ. 3.

322. Συν. με τον Π. Π., σ. 2' Συν. με τον Γ. Σ., σ. 5.

p. 184

πρόσωπα, χρονικές στιγμές και καταστάσεις: όταν ισχυρίζεται ότι τον έδερνε η μάνα αλλά όχι ο πατέρας ή αντιστρόφως, όταν συνδέει το ξύλο με συγκεκριμένα περιστατικά και παραπτώματα κ.λπ. Δεν υπάρχει λόγος λ.χ. να αμφισβητήσουμε την αφήγηση της Π. Κ. η οποία γύρω στα 1920 όταν ήταν 8-9 ετών, πέρασε ένα χρόνο κοντά στη γιαγιά της από την πλευρά της μητέρας της στο Παλιοξάρι (σημερινή Ποτιδάνεια). Η Π. Κ. είχε αναλάβει ένα μέρος της φροντίδας της γιαγιάς που ήταν κατάκοιτη για να ξεκουράσει τις αδελφές της μητέρας της:

Ξύλο δεν έχω φάει ούτε από τον πατέρα ούτε από τη μάνα, μόνο απ' τη θεία... Είχα μια θεία που με χτύπαγε γιατί έκλαιγα να πάω στο χωριό. Έβγαινα στο μπαλκόνι, έβλεπα τον Άγιο Νικόλα (ξωκκλήσι στην κορυφή ενός λόφου στα περίχωρα του Κροκυλείου) κι έλεγα: Στο χωριό μου το Κροκύλειο και το Ελληνικό Βασίλειο... Και τόσο χτύπαγε. Δεν είχε παιδιά αυτή. Και τόσο χτύπαγε.323

Όλοι οι πληροφορητές συμφωνούν πως έτρωγαν ξύλο συχνότερα από τη μητέρα παρά από τον πατέρα. Η άποψη αυτή είναι πιθανό να ανταποκρίνεται σε γενικές γραμμές στην πραγματικότητα γιατί η μητέρα ήταν υπεύθυνη για τα παιδιά σε καθημερινό επίπεδο και ερχόταν πολύ συχνότερα σε επαφή μαζί τους. Κατά κανόνα τα παιδιά περνούσαν ελάχιστο χρόνο με τον πατέρα τους. «Έτρωγα ξύλο από τη μητέρα μου πιο πολύ, ο πατέρας μου δε θυμάμαι να μ' έδειρε ποτέ», δηλώνει η Κ. Σ. η οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια σχετικά εύπορη οικογένεια του χωριού. Συνεχίζοντας την αφήγηση της η συνομιλήτρια θυμάται πολύ έντονα τη μοναδική φορά που ο πατέρας της τη μάλωσε με ιδιαίτερη αυστηρότητα. Αιτία ένα παράπτωμα σοβαρό για το χωριό και την εποχή: η παράβαση των κανόνων σεμνής αμφίεσης και συμπεριφοράς που έπρεπε να ακολουθεί ένα κορίτσι («έβαζα τις κάλτσες... και φάνκε το πόδι μ'»).324

Επειδή πολλές γυναίκες που έζησαν τουλάχιστον ως τη δεκαετία του 1950 στο χωριό, έχουν βιώματα ανάλογα με εκείνα των μανάδων τους αναγνωρίζουν πως η συμπεριφορά της μητέρας δεν ήταν ανεξάρτητη από κοινωνικο-οικονομικούς και εργασιακούς καταναγκασμούς. Η Π. Γ. αποδίδει το ξύλο που η μάνα, αντίθετα με τον πατέρα, δίνει στα παιδιά, στις καθημερινές τριβές και εντάσεις ανάμεσα τους και συσχετίζει τη δική της συμπεριφορά ως μητέρας με τη συμπεριφορά της μητέρας της προς εκείνη και τ' αδέλφια της:

Εμείς ξύλο δε θμώμαι... Ξύλο απ' τον πατέρα μ' ποτέ. Α, απ' τη μάνα μας, αλώνζε καμιά μπάτσα, μας αλώνζε καμιά φουρά, γιατ' έτρωγαν και

323. Συν. με την Π. Κ., σ. 2.

324. Συν. με την Κ. Σ., σ. 6.

p. 185

τα δκά μ' καμιά φορά ξύλο, άμα τα μάλωνα, τους ήφερνα καμιά μπάτσα καμιά φορά. Τον άνδρα μ' δε θμώμαι πουτέ, πουτί, πουτέ, να τα μαλάξ', πουτέ. ...Η γυναίκα ήταν μέσ' το σπίτ'.325

Η Π. Μ. συσχετίζει το ξύλο που έδιναν οι μανάδες στα παιδιά με την εργασιακή επιβάρυνση των γυναικών:

Έτρωγαν και καμιά ξυλιά. Τότε δεν καθόνταν οι μανάδες στο σπίτι. Τότε είχαν δουλειές. Ε, κι άμα ήθελε εκείνο, ιδιοτρόπιαζε τίποτα, έτρωγε κάνα δυο ξυλιές και σταμάταγε. Εκείν' έπρεπε να πάει να ταΐσ' το γουρούν, να παχνιάσ' το μουλάρ', να παχνιάσ' τις γίδες, είχε δουλειές.326

Η σχέση τους με τον ενήλικα και το πνεύμα με το οποίο ο ενήλικας επέβαλε σωματικές ποινές προσδιόριζαν σε μεγάλο βαθμό τη στάση των παιδιών. Από τις προφορικές μαρτυρίες αποκομίζει κανείς την εντύπωση ότι το ξύλο που έδινε η μητέρα είχε συνήθως χαρακτήρα αιφνίδιο και προσωρινό, αποτελούσε κατά κανόνα μια γρήγορη, αυτόματη αντίδραση που δεν έπαιρνε ιδιαίτερη έκταση στη συνείδηση των παιδιών τα οποία, επιπλέον, θεωρούσαν ότι τους άξιζε.327 Συχνά η μητέρα πετούσε στα παιδιά μέσα στον εκνευρισμό της διάφορα αντικείμενα (τη μασιά λ.χ. ή ένα ζευγάρι παπούτσια328), μια μορφή σωματικής ποινής, την οποία οι συνομιλητές μου κατατάσσουν στο «ξύλο».

Σύμφωνα με τον Χ. T.: «Ε, τα παιδιά τα δέρναν οι μητέρες και σπάνια, για βαρύτερα εγκλήματα, οι πατεράδες, είχαν και το πιο βαρύ χέρι».329 Τη γενική αυτή πληροφορία έρχεται να επιβεβαιώσει ο Θ. Α., γιος ενός αυστηρότατου δασκάλου του χωριού (το ξύλο και γενικότερα οι σωματικές ποινές χαρακτήριζαν άλλωστε και τη σχολική καθημερινότητα, όπως θα δούμε στο σχετικό κεφάλαιο): «Ο πατέρας μου αν χρειαζόταν, αν έπρεπε κάποιος να φάει ξύλο, δεν το γλίτωνε σε καμιά περίπτωση. Και νάφευγε, όταν θα επέστρεφε, θα τότρωγε το ξύλο. Σε αντίθεση με τη μάνα μου. Το γλίτωνες εκείνη τη στιγμή; Σ' ένα, δυο λεπτά, δεν τότρωγες και το ξέραμε». Ο Θ. Α. διηγείται, εξάλλου, με άνεση διάφορα παραπτώματα για τα οποία τον έδειρε η μητέρα του. Γενικά θα έλεγα ότι συνήθως οι άνθρωποι αναφέρονται με άνεση στο ξύλο

325. Συν. με την Π. Γ., σ. 17.

326. Συν. με την Π. Μ., σ. 3.

327. Οι παρατηρήσεις της Davin για τα παιδιά εργατικών οικογενειών στο Λονδίνο του ύστερου 19ου και του πρώιμου 20ού αιώνα ισχύουν και στο παράδειγμα μας: «Το ξύλο πονούσε πάντα αλλά τα παιδιά μπορεί να το ανέχονταν, επειδή πίστευαν ότι ήταν αναπόφευκτο ή ακόμη ότι το άξιζαν' μπορεί ακόμη να το απέρριπταν με πικρία. Πολλά εξαρτώνταν από τη σχέση ενήλικα-παιδιού, το πνεύμα με το οποίο δινόταν το ξύλο (κάτι που πιθανόν προσδιόριζε τη σοβαρότητά του), και από το εάν το παιδί το δεχόταν ως κάτι που του άξιζε» (Davin, Growing up poor..., ό.π., σ. 9).

328. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 19' Συν. με τον Θ. Α., σ. 7.

329. Συν. με τον Χ. T., σ. 2.

p. 186

που κατά καιρούς «έτρωγαν» από τη μητέρα τους. Όλες οι μαρτυρίες προέρχονται από άνδρες και είναι πιθανόν τα αγόρια λόγω μεγαλύτερης ελευθερίας κινήσεων να «έτρωγαν» ξύλο συχνότερα από τα κορίτσια.

Ας μη φανταστούμε όμως ότι πάντοτε τα παιδιά έμεναν «με σταυρωμένα χέρια» περιμένοντας να τα δείρει η μητέρα τους. Έχουμε μαρτυρίες ότι έφευγαν και τα κυνηγούσε ή ακόμη ότι τη σταματούσαν πιάνοντάς της τα χέρια. Φαίνεται ότι ήταν πολύ δύσκολο για τη μητέρα να δείρει τα μεγαλύτερα αγόρια, λόγω του ύψους και της μυϊκής τους δύναμης. Η μητέρα του Θ. Α. νομίζοντας ότι ο αδελφός του είχε αδειάσει το βάζο με το γλυκό προσπάθησε να τον δείρει, μάλλον χωρίς επιτυχία:

Κάποτε εμφανίζεται ο Α., ξένοιαστος βέβαια. Μόλις μπαίνει μέσα τον αρχίζει στο ξύλο. «Για στάσου ρε, γιατί με δέρνεις;», της λέει. Βέβαια δεν μπορούσε να τον δείρει και της προκοπής τώρα. Ήταν μεγάλος και... Πολλές φορές της έπιασε τα χέρια έτσι, της τα κράταγε.330

Ένας άλλος συνομιλητής αφηγείται: «...κι εμείς πάντα κάναμε ζημιούλες κι η γρια βάραγε και καμιά φορά. Εγώ έτρωγα τις πιο λίγες, επειδή ήμαν ο πιο μεγάλος, έφευγα».331 Ειδικά για τα αγόρια η σωματική τιμωρία αποτελούσε προφανώς και ευκαιρία να δοκιμάσουν και να αποδείξουν τις σωματικές και ψυχικές ικανότητές τους, την αντοχή, το κουράγιο, τη σωματική και ψυχική τους δύναμη, όλα συστατικά στοιχεία του κυρίαρχου ανδρικού προτύπου στην ορεινή κοινωνία.

Δεν υπάρχουν μαρτυρίες για παιδιά που επιχειρούσαν ανοιχτά να αποφύγουν ποινές τις οποίες επέβαλε ο πατέρας. Ήταν ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός της οικογένειας, το πρόσωπο εκείνο που όφειλαν να σέβονται απόλυτα και δεν είχαν δικαίωμα να το αμφισβητήσουν ανοιχτά, όταν ασκούσε -δίκαια ή άδικα— βία επάνω τους. Δεν υπάρχουν επίσης μαρτυρίες για παιδιά που τα έδειραν ο παππούς ή η γιαγιά τους. Φαίνεται ότι τα ηλικιωμένα μέλη της οικογένειας απέφευγαν τη σωματική αντιπαράθεση με τα παιδιά.

Επεσήμανα παραπάνω ότι αφηγήσεις, τραγούδια, ευχές, κατάρες δεν απευθύνονταν αποκλειστικά σε παιδιά, ή τουλάχιστον δεν υπήρχαν κατηγορίες τους που προορίζονταν αποκλειστικά γι' αυτά. Φαίνεται όμως ότι αφηγήσεις, τραγούδια, ευχές, κατάρες, αλλά και υποδείξεις ή οδηγίες απευθύνονταν από τους μεγαλύτερους προς τους μικρότερους σε ηλικία, στην περίπτωση μας από τους ενήλικες προς τα παιδιά (όσο ρευστά και αν ήταν τα όρια μεταξύ αυτών των ηλικιακών κατηγοριών στο μυαλό των ανθρώπων) και ποτέ, ή σχεδόν ποτέ, αντιστρόφως. Επομένως έχουμε να κάνουμε με ασύμμετρες μορφές επικοινωνίας

330. Συν. με τον Θ. Α., σ. 11.

331. Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 3.

p. 187

νίας που επικύρωναν την εξουσία των μεγαλύτερων -φορέων γνώσης, εμπειρίας, κοινωνικής ισχύος- επί των νεότερων. Στην πράξη λοιπόν τα παιδιά αναγνωρίζονταν ως ξεχωριστή ηλικιακή κατηγορία.332

Ευχές και κατάρες μεταξύ παιδιών δεν αναφέρονται στο υλικό μου" επομένως ακόμη και αν εκστομίζονταν θα είχαν ελάχιστη βαρύτητα και λειτουργικότητα, θα αποτελούσαν ένα είδος παιχνιδιού. Στο κεφάλαιο που αφορά στο παιχνίδι θα δούμε ότι το ξύλο μεταξύ αγοριών εντασσόταν στο πλαίσιο του παιχνιδιού, μιας σχέσης συμμετρικής, τουλάχιστον θεωρητικά. Όταν όμως παιδιά αναλάμβαναν κοινωνικούς ρόλους ενηλίκων -όταν για παράδειγμα αναλάμβαναν τη φύλαξη και φροντίδα μικρότερων παιδιών— προσέφευγαν σε όλα τα μέσα τιμωρίας όχι για να αστειευτούν, να διασκεδάσουν, να παίξουν αλλά προκειμένου να κρατήσουν την κατάσταση υπό τον έλεγχο τους. Φαίνεται ότι ήταν κοινωνικά αποδεκτό τα μεγαλύτερα αδέλφια να χτυπούν τα μικρότερα όταν τα τελευταία δεν πειθαρχούσαν. Ακόμη και αν προκαλούσαν την ευθυμία των ενηλίκων τα παιδιά ενεργούσαν με σοβαρότητα και αίσθημα ευθύνης. Η περίπτωση της Ε. Γ. είναι χαρακτηριστική. Η Ε. Γ. γεννήθηκε το 1905. Ο πατέρας της είχε μεταναστεύσει στην Αμερική. Η οικογένεια είχε 5 παιδιά. Η συνομιλήτρια ήταν το δεύτερο παιδί της οικογένειας και το πρώτο από τα 4 κορίτσια" οι αδελφές της ήταν ένα, τρία και οχτώ χρόνια μικρότερες από εκείνη. Από τα 10 της κιόλας χρόνια η Ε. Γ. επωμίστηκε τη φροντίδα του νοικοκυριού προκειμένου η μητέρα της να μπορεί να εργάζεται στα χωράφια. Μεταξύ άλλων πρόσεχε τις μικρότερες αδελφές:

... και τα φύλαγα πίσω, τα φύλαγα, κι άκουγα τότε εκείνα που είχαν τότε, λεγαν, καταρώνταν, λεγαν: «αστραπή να σε βαρέσ'», κι έλεγα κι εγώ. Και πέρναγε ένας μπάρμπας μ' κι έλεγε: «βαριά κατάρα τους λες, Ελενίτσα», λέει. Θα ήμανε, δέκα χρονών ήμανε; ...έπαιζαν εκεί πιο πέρα... Μεγαλούτσικα τα θυμάμαι εγώ. Εγώ τα θυμάμαι τώρα μεγαλούτσικα. Παίζανε, τσακώνονταν μοναχά τους. Μετά, σιγά, σιγά, αρχίσαν και το σχολείο, αλλά τα φύλαγα εγώ, να μαγειρέψω, να ζυμώσω, είχαμε φούρνους τότε. Φούρνους. Έτρωγαν και ξύλο. Έτρωγαν. Αλλά γιλάγανε, οι γειτόν' γιλάγανε με μένα. Η γειτόνσα, έρχεταν η μάνα μ' το βράδ και τς έλεγε, τάφκιασες, μωρέ, και την τυραννάς, το κοριτσάκ το τυραννάς ...

332. Όπως θα δούμε σε επόμενο κεφάλαιο, τα παιδιά αποκτούσαν προσωρινά τέτοιου είδους δικαιώματα (πιο συγκεκριμένα το δικαίωμα να απευθύνουν ευχές ή κατάρες στους ενήλικες) όταν συμμετείχαν στους εθιμικούς αγυρμούς.

333. Συν. με την Ε. Γ., σ. 3. Βλ. και τη μαρτυρία της Α. Π. για τη μεγαλύτερη αδελφή της: «Τον πατέρα, γω δε θμώμαι ξύλο... ούτ' απ' αδέρφια θμώμαι να φάω μια μπάτσα, που λέει ο λόγος, που ήταν μεγαλύτερα... Εκείν' η αδερφή μ' η πρώτη ήταν λίγο αυτό και μας έδινε κάνα φούσκο εδώ» (Συν. με την Α. Π., σ. 7).

p. 188


p. 189 01 - 0002.htm


p. 190


Το 1962 στη μελέτη του για την ελληνική κοινωνία με βάση επιτόπια έρευνα σε βορειοελλαδικές κοινότητες και χωριά της Αττικής που έκανε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο αμερικανός ανθρωπολόγος Irwin Sanders διαπίστωνε πως το κοινωνικό κύρος μιας οικογένειας ήταν συνυφασμένο με τη δυνατότητα της να χρηματοδοτήσει τις σπουδές και γενικότερα την εκπαίδευση των παιδιών.1 Λίγα χρόνια νωρίτερα ο γάλλος κοινωνιολόγος Henri Mendras παρατηρούσε, ότι οι χωρικοί της Ηπείρου είχαν ασπαστεί το ιδεώδες της αστικής ζωής, δεν ήταν συνδεδεμένοι με τη γεωργία, και ακόμη, ότι με εμπεδωμένη αυτή τη νοοτροπία, οποιαδήποτε βελτίωση της παραγωγής θα εξυπηρετούσε καταναλωτικές και αποταμιευτικές ανάγκες και όχι επενδύσεις στην αγροτική οικονομία. Ο Mendras άφηνε να εννοηθεί ή επισήμαινε ανοιχτά ότι τα παραπάνω ίσχυαν μάλλον για τις ορεινές παρά για τις πεδινές κοινότητες, ότι οι ορεινοί πληθυσμοί, όντας αναγκασμένοι να αναζητήσουν την τύχη τους μακριά από τον τόπο τους, βρίσκονταν σε καλύτερη οικονομική και πνευματική κατάσταση από τους πεδινούς και ενδιαφέρονταν περισσότερο για τη μόρφωση και τη συνακόλουθη επαγγελματική ανέλιξη των παιδιών τους, κι ακόμη ότι τα παιδιά των ορεινών περιοχών αντιμετώπιζαν τη ζωή με μεγαλύτερη φιλοδοξία και αισιοδοξία από τα άλλα.2

Στη βασική ιστορική-κοινωνιολογική μελέτη του για τον κοινωνικό ρόλο των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα κατά το 19ο και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., ο Κ. Τσουκαλάς επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι συγκριτικά με δυτικοευρωπαϊκές χώρες το ποσοστό των αγοριών που φοιτούν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι πολύ υψηλό, συνδέει αυτή την υπερεκπαίδευση με την αγροτική έξοδο και γενικότερα με τη διαδικασία εξαστισμού των μικροϊδιοκτητών αγροτών, πιθανολογεί ότι το φαινόμενο αυτό συνδέεται με δυνατότητες επαγγελματικής αποκατάστασης των αποφοίτων στον υπερτροφικό δημοσιο-υπαλληλικό κρατικό μηχανισμό και στην περιφέρεια του λόγου του υποδεικνύει πως ίσως η διαδικασία αυτή αφορά ιδιαίτερα τις ορεινές περιοχές.3 Η προβληματική των Sanders, Mendras και Τσουκαλά τέμνονται στο ση-

1. Sanders, Rainbow in the Rock, ό.π., σ. 250, 280.

2. Μεντράς, «Κοινωνιολογική διερεύνησις», ό.π., σ. 59, 323, 493, 494, 501.

3. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή, ό.π., σ. 398, 399, 401, 408, 420, 422,

p. 191

σημείο που συσχετίζουν -έστω υπαινικτικά- τη σχολική εκπαίδευση στον ελλαδικό χώρο προπολεμικά και μεταπολεμικά με την κοινωνική καταξίωση καθώς και με την ανάγκη των αγροτικών (ορεινών) πληθυσμών να υπερβούν τα στενά γεωγραφικά και οικονομικά όρια των κοινοτήτων τους.

Σε ένα σχετικά πρόσφατο άρθρο για την ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα αμφισβητούνται οι απόψεις του Τσουκαλά περί μαζικής πρόσβασης των κατώτερων στρωμάτων σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες και περί δημοκρατικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης συγκριτικά με δυτικοευρωπαϊκές χώρες' επισημαίνονται, προπάντων, αδυναμίες στη συγκριτική και στατιστική τεκμηρίωση των θέσεών του. Διαπιστώνεται ακόμη ότι στο φοιτητικό σώμα οι γόνοι των αγροτών υπο-αντιπροσωπεύονται συγκριτικά με άλλες κοινωνικο-οικονομικές ομάδες και διατυπώνεται η άποψη ότι η αποφοίτηση από το Δημοτικό δεν ήταν δεδομένη, επειδή τα λαϊκά στρώματα στην πλειοψηφία τους δεν ήταν εξοικειωμένα με τους σχολικούς μηχανισμούς. Συγχρόνως όμως ο μελετητής Παντελής Κυπριανός δέχεται αφενός ότι η αριθμητική παρουσία των γόνων αγροτών στο φοιτητικό σώμα «δεν είναι ευκαταφρόνητη», αφετέρου ότι το σχολείο κατά τον ύστερο 19ο και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα ήταν «θετικά αξιοδοτημένο».4 Σε μια ακόμη πιο πρόσφατη μελέτη ο Στρατής Μπουρνάζος επισημαίνει την ανάγκη για «πιο σύνθετες εικόνες» της πραγματικότητας.5

Η κριτική που έχει ασκηθεί στις, από θεωρητική και μεθοδολογική άποψη, πολύ γόνιμες θέσεις του Τσουκαλά υποδεικνύει, νομίζω, ότι οι σχέσεις των αγροτικών στρωμάτων με τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς θα πρέπει πλέον να εξεταστούν σε επίπεδο τοπικό, περιφέρειας ή κοινότητας για να αποφευχθούν σχηματικές γενικεύσεις. Εδώ, λοιπόν, θα επιχειρήσω να εξετάσω όψεις των σχέσεων αυτών στο επίπεδο της ανθρώπινης εμπειρίας και γενικότερα μιας

424, 428, 429. Οι παρατηρήσεις του Τσουκαλά για τους ορεινούς πληθυσμούς αφορούν κυρίως την Πελοπόννησο του ύστερου 19ου και του πρώιμου 20ού αι.' συνδέει, άλλωστε, τη συμπεριφορά των μικρο-ιδιοκτητών πεδινών περιοχών της Πελοποννήσου με την ορεινή καταγωγή τους (ό.π., σ. 420, 429). Ως προς τη Στερεά Ελλάδα σε μια υποσημείωση παρατηρεί ότι το 1910-11 στο νομό Φθιώτιδας ο αριθμός μαθητών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ήταν μικρότερος στην επαρχία της Λαμίας, όπου κυριαρχεί η μεγάλη ιδιοκτησία, από τις άλλες επαρχίες με εκτεταμένες ορεινές περιοχές - αναφέρει μάλιστα την επαρχία Δωρίδας, όπου έχουμε 10 μαθητές ανά 1000 κατοίκους σε αντιδιαστολή με 5 μαθητές στην επαρχία της Λαμίας (ό.π., σ. 422). Για τη συγκρότηση και το χαρακτήρα ενός υπετροφικού διοικητικού μηχανισμού και την καθοριστική λειτουργία του κράτους ως εργοδότη, ήδη από τα πρώτα χρόνια ζωής του ελλαδικού κρατικού μηχανισμού' βλ. Κ. Τσουκαλάς, Κοινωνική ανάπτυξη και κράτος. Η Συγκρότηση του Δημόσιου χώρου στην Ελλάδα, Αθήνα 1986.

4. Π. Κυπριανός, «Φοιτητικός πληθυσμός και ζήτηση σπουδών στην Ελλάδα (18911936)», Τα Ιστορικά 13 (1996), 225-252 (βλ. κυρίως σ. 233, 234, 243, 244, 246, 251, 252).

5. Σ. Μπουρνάζος, «Η Εκπαίδευση στο ελληνικό κράτος», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, τ. Α2, Αθήνα 1999, σ. 189-281, κυρίως σ. 204-205.

p. 192
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 173

    3. Τρόποι διαπαιδαγώγησης - Μορφές επικοινωνίας

    Γενικά, λοιπόν, η συζήτηση με τα παιδιά δεν αποτελούσε βασικό μέσο διαπαιδαγώγησης. Αναφερόμενη στο πρόσωπο του παππού υποστήριξα ότι η διαπαιδαγώγηση με λόγια στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία δεν ήταν ασυνήθιστη' επρόκειτο όμως για υποδείξεις-συμβουλές ή απαγορεύσεις, με στόχο να εντυπωθεί βαθιά στο μυαλό του παιδιού τι επιτρέπεται και τι όχι - δεν επρόκειτο για διάλογο ανάμεσα στους ενήλικες και τα παιδιά. Τα τελευταία μεγάλωναν με βάση δεδομένα συλλογικά πρότυπα και αρχές. Στην καλύτερη περίπτωση οι ενήλικες τα καθοδηγούσαν χωρίς η καθοδήγηση αυτή να τίθεται σε συζήτηση ή υπό αμφισβήτηση - η υπακοή των παιδιών ήταν αναμενόμενη και αυτονόητη, η ανυπακοή έπρεπε να τιμωρηθεί.

    Το ρήμα «διατάζω» που συναντάμε στις αφηγήσεις -όταν οι συνομιλητές αναφέρονται στους ενήλικες, στον παππού ή τη γιαγιά, τη μάνα και τον πατέρα- υποδεικνύει ότι η πειθαρχία αποτελούσε θεμελιώδες ζητούμενο από το παιδί:

    Κι έλεγαν οι γειτόν' εδώ πώς τάχει μαθημένα η Λέτα τα παιδιά τς να κάνουν και μετάνοιες... όπως μας διάταζε η μανούλα μας από μια φορά και το έχουμε ακόμη. - Ε, τα συμβούλευε ο πατέρας (τα παιδιά), τα συμβούλευε, ναι, τα διάταζε, δεν τάδερνε, όχι. «Μη μαλώνς τα παιδιά», λέει (ο άντρας μου) «είναι μικρά ακόμα», λέει. - «Τα παιδιά», λέει, «κάνουν τα παιδιάτκα τς τώρα, είναι μικρά παιδιά», λέει, «να τα διατάζς και να μην τα δέρνς».289

    «Διατάζω» σημαίνει ωστόσο στη γλώσσα των συνομιλητών μου, προστάζω, συμβουλεύω, καθοδηγώ και κατευθύνω μαζί. Το παιδί όφειλε να σέβεται τον ενήλικα που «διέταζε», και να πειθαρχεί σ' αυτόν. Μέσα από αυτή τη διαδικασία μεταβιβάζονταν και εσωτερικεύονταν βασικοί κανόνες συμπεριφοράς και αξίες.

    Όμως δεν είχαν όλοι οι ενήλικες πάντοτε τον απαραίτητο χρόνο και τη διάθεση ώστε να καθοδηγούν συστηματικά τα παιδιά. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι η μάνα, επιβαρυμένη με χίλιες δυο δουλειές, είχε τις περισσότερες φορές, χρόνο και ψυχική διάθεση να ασχοληθεί συστηματικά με τα παιδιά. Αυτό τουλάχιστον υποδεικνύουν όλες οι προφορικές μαρτυρίες' σε αυτές η μάνα προβάλλει ως κυρίαρχο πρόσωπο στην καθημερινή ζωή των παιδιών, ως στήριγμά τους, αλλά δε φαίνεται να αφιερώνει χρόνο για να ασχοληθεί ειδικά μαζί τους, σύμφωνα με τις επιταγές του αστικού προτύπου διαπαιδαγώγησης:

    289. Αποσπάσματα από τρεις συνεντεύξεις: Συν. με την Λ. Π., σ. 18' Συν. με την Α. Π., σ. 5' Συν. με την Π. Γ., σ. 17. Η Π. Γ. χρησιμοποιεί επίσης τον όρο διάτα: «...δεν είχαμε πάρ' και κάποια διάτα τς μάνας μας. Όπως κι εγώ δεν έδωκα διάτα στα κορίτσα μ' (για το θέμα των εμμήνων)» (Συν. 4 με την Π. Γ., σ. 29).