Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
Title:Growing up in Mountainous Regions
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:38
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2003
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Mentalities and Behaviour
Social integration
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
Visible pages: 197-216 από: 395
Current page:

—στην ορεινή αγροτική κοινωνία του ελλαδικού χώρου αλλά και στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο— οδηγούσε με αργούς ρυθμούς προς την αποκρυστάλλωση της παιδικής ηλικίας ως απόλυτα διακριτής και εσωτερικά διαβαθμισμένης κοινωνικής κατηγορίας στη συνείδηση των ανθρώπων, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στα αγόρια. Όπως παρατήρησε η Ε. Schrumpf για τη Νορβηγία του ύστερου 19ου και του 20ού αι. η οργάνωση του σχολείου κατά τάξεις και ηλικιακές ομάδες ανέδειξε «την ηλικία σε ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα στη διαμόρφωση του σύγχρονου παιδιού».21


Στη νοοτροπία των χωριανών το σχολείο αφορούσε κυρίως τα αγόρια. Είναι κοινός τόπος στην ιστορία της παιδικής ηλικίας και επιβεβαιώνεται και από το δικό μας παράδειγμα: Τα αγόρια εντάσσονται κατά προτεραιότητα και με ταχύτερους ρυθμούς απ' όσο τα κορίτσια, στην κοινωνική κατηγορία των παιδιών σχολικής ηλικίας.22

Αναμφισβήτητα, περίπου μετά το 1910 είχε συντελεστεί σημαντική πρόοδος στη σχολική εκπαίδευση των κοριτσιών" μάλιστα γύρω στα 1918 λειτούργησε, όπως φαίνεται, στο χωριό Δημοτικό σχολείο θηλέων σε μια προσπάθεια διαχωρισμού μαθητών και μαθητριών. Στο σχολείο αυτό δίδασκε δασκάλα από το χωριό (η Κική Καντά, από την παλιά οικογένεια των Κανταίων) σε όσα κορίτσια είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν:

Έπειτα ήρθε κι μια δασκάλα ιδώ, επί πληρωμή, τώρα δε θυμάμαι, δυόμση δραχμές δίναμε, τη βδομάδα δίναμε δυόμση δραχμές, το μήνα δίναμε δυόμση δραχμές; Κει πούν' το ταχυδρουμείο τώρα, εκεί ήταν το σχουλείο... Όλο κορίτσια. Όχ' αγόρια, ήμασταν όλο κορίτσια. Όποιο είχε του δίφραγκου, τότε δυόμισ' δραχμές, κείνα πήγαν, όχ' ούλα τα κορίτσια... Κείνα πόχαν το δίφραγκο. Ο πατέρας μ' είχε να δώσ', είχε του μαγαζί κι έβγανε λεφτά.23

21. Ε. Schrumpf, «From full-time to part-time: Working children in Norway from the nineteenth to the twentieth century», στο de Coninck-Smith κ.α., Industrious Children, σ. 47-78, σ. 73.

22. Αυτό ωστόσο ισχύει σε μεγαλύτερο βαθμό για τον ελλαδικό -και προφανώς για τον ευρύτερο βαλκανικό- χώρο παρά για άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες με διαφορετικές οικονομικές δομές και διαδρομές. Στον ανατολικό αλπικό χώρο λ.χ. ο βαθμός σχολικής παρακολούθησης την εποχή που μας απασχολεί δε διαφοροποιούνταν παρά ελάχιστα κατά φύλο (βλ. σχετικά το συγκριτικό άρθρο μου: M. Papathanassiou, «Rural Childhood(s) in Austria and Greece», ό.π., σ. 58, 59).

23. Συν. με την Π. Γ., σ. 10, 11.

p. 197

Η διάρκεια ζωής του σχολείου θηλέων πρέπει να ήταν πολύ σύντομη γιατί νεότερες συνομιλήτριες αγνοούν την ύπαρξή του. Οπωσδήποτε τα οικονομικά των ορεινών κοινοτήτων δεν επέτρεπαν τη μακρόχρονη λειτουργία χωριστών δημοτικών σχολείων (αρρένων και θηλέων) παρά την επιθυμία των νομοθετών24 (και προφανώς των χωριανών). Σε γενικές γραμμές πάντως μετά το 1910 τα κορίτσια εγγράφονταν και φοιτούσαν στο Δημοτικό σχολείο παρ' όλο που συχνά δεν αποφοιτούσαν ούτε παρακολουθούσαν τακτικά τα μαθήματα.

Αυτό προκύπτει από τις συνομιλίες και γενικότερα τις συζητήσεις μου με χωριανούς και χωριανές. Το ίδιο υποδεικνύουν τα ελάχιστα μαθητολόγια και οι γενικοί έλεγχοι του Δημοτικού σχολείου που μπόρεσα να εντοπίσω και αφορούν κυρίως στη δεκαετία του 1930 (βλ. Πίνακα 1 στο τέλος του κεφαλαίου). Αντίθετα, οι μητέρες των συνομιλητών και συνομιλητριών, γεννημένες όλες πριν από την καμπή του αιώνα, ήταν σχεδόν όλες αναλφάβητες, ακόμη και όταν στο οικογενειακό τους περιβάλλον υπήρχαν μορφωμένοι άνδρες. Οι καταληκτικές φράσεις συμβολαίων των δύο πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα είναι χαρακτηριστικές: Όλες σχεδόν οι γυναίκες που κληροδοτούν, κληρονομούν, αγοράζουν, πωλούν κ.λπ. αδυνατούν να διαβάσουν τα συμβόλαια και δεν υπογράφουν «ομολογήσασαι άγνοιαν γραμμάτων».

Η μητέρα του Χ. Τ. γεννήθηκε, σύμφωνα με το Μητρώο του χωριού, το 1892 και ήταν αδελφή του θρυλικού δασκάλου Θ. Ζ. που δίδαξε στο Δημοτικό τις δεκαετίες του 1920 και του 1930' ένας ακόμη αδελφός της ήταν επίσης δάσκαλος. Αλλά, όπως όλες σχεδόν οι γυναίκες της γενιάς της στο χωριό, ήταν αναλφάβητη:

... ήταν αγράμματη η μάνα. Πολλές φορές και ο πατέρας, αλλά πες ότι ο πατέρας κάποια γραμματάκια μάθαινε. Ο πατέρας μου, σκεφτείτε, την εποχή εκείνη, ο πατέρας μου γεννήθηκε..., ε, πήγε και στο Ελληνικό σχολείο της Τερψιθέας (ενός χωριού στην Αιτωλοακαρνανία) ... Κι έγραφε ωραιότατα ο πατέρας μου και ορθογραφημένα ... Τα γράμματα που ήξερ' ο πατέρας μου δεν τον φτάνω εγώ ποτέ. ...Αγράμματη η μάνα. Όλα τα κορίτσια δεν ξέραν γράμματα. Ήταν μετρημένα τα κορίτσια, τα οποία έμαθαν λίγα γράμματα στο Δημοτικό.25

Η μητέρα του Θ. Α. γεννήθηκε το 1877 και ο πατέρας της ήταν ειρηνοδίκης (ο άντρας της εξάλλου ήταν δάσκαλος και γιος γραμματοδιδάσκαλου). Η ίδια δεν πήγε στο σχολείο παρά δυο-τρεις μήνες, προκειμένου να βοηθά τη μητέρα

24. Ήδη ο θεμελιώδης νόμος «Περί δημοτικών σχολείων» του 1834, που ίσχυε σε όλη την περίοδο την οποία εξετάζουμε, όριζε στο άρθρο 58 ότι: «Τα σχολεία των κορασιών, όπου τούτο είνε δυνατόν, πρέπει να ήνε χωριστά από τα των παιδίων, να προΐστανται δε αυτών διδασκάλισσα1.» (Σοφιανός, Το Νομικό καθεστώς, ό.π., τ. 1, σ. 12).

25. Συν. με τον Χ. T., σ. 13, 11.

p. 198

της στο σπίτι: «Του πατέρα μου η μάνα δεν ήξερε γράμματα. Ούτε η μητέρα μου. Μάλιστα η μητέρα μου, κάποτε τη ρώτησα, λέει πήγα στο σχολείο, δυο, τρεις μήνες, αλλά μετά με πήρε η μάνα μου, γιατί έπρεπε να προσέχω, να τη βοηθάω, να φυλάω τα παιδιά».26

Η μητέρα του Λ. Γ. που γεννήθηκε, σύμφωνα με το Μητρώο, το 1879 υπήρξε εξαίρεση. Ο συνομιλητής τόνισε με υπερηφάνεια ότι η μητέρα του ήταν η μόνη κοπέλα στην εποχή της που τελείωσε το Δημοτικό (προφανώς επρόκειτο για Γραμματοδιδασκαλείο) και η γυναίκα του είπε εμφατικά πως η πεθερά της ήταν το πρώτο κορίτσι στο χωριό που πήγε στο σχολείο.27

Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι όσες γυναίκες γεννήθηκαν μετά το 1910 -σημειώνω εδώ ότι η γηραιότερη συνομιλήτρια γεννήθηκε το 1905αποκτούσαν μέσω του σχολείου, τουλάχιστον στοιχειώδεις γνώσεις ανάγνωσης και γραφής. Όμως, κατά κανόνα, φοιτούσαν, όπως είπαμε, μόνο στο Δημοτικό παρ' όλο που στο χωριό λειτουργούσε Ελληνικό σχολείο και παρ' όλο που ορισμένες φορές είχαν έφεση για μάθηση" σε μια κοινωνία στην οποία οι γυναίκες επιβαρύνονταν με τις περισσότερες και πλέον διαφορετικές χειρωνακτικές εργασίες, η οικογένεια χρειαζόταν νωρίς την εργατική δύναμη των κοριτσιών" σε μια κοινωνία στην οποία οι γυναίκες θεωρούνταν κατώτερες από τους άνδρες η σχολική εκπαίδευση ήταν ένα αγαθό στο οποίο πρώτα απ' όλα είχαν δικαίωμα τα αγόρια.

Πολλοί ανησυχούσαν επειδή τα κορίτσια μάθαιναν να διαβάζουν και να γράφουν. Αυτό σήμαινε ότι θα μπορούσαν να αλληλογραφήσουν με άνδρες και να παρεκκλίνουν από τους κανόνες της γυναικείας συμπεριφοράς.28 Τα «γράμματα» ήταν το κλειδί προς την ελευθερία, την κινητικότητα, τη χειραφέτηση, προς τις αξίες που συγκρούονταν σφοδρά με το γυναικείο πρότυπο της μικροκοινωνίας του χωριού. Η μόρφωση των κοριτσιών υπονόμευε την ανώτερη θέση των ανδρών στην κοινωνική ιεραρχία, απειλούσε την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Ταυτόχρονα, όμως, οι νοοτροπίες εξελίσσονταν και μεταβάλλονταν με την εισαγωγή νέων προτύπων και την εμφάνιση νέων αναγκών: Η υπερατλαντική μετανάστευση, ο συνακόλουθος σχετικός εκχρηματισμός της οικονομίας, οι σχέσεις με τα αστικά κέντρα, το κύρος των δασκάλων που είχαν φοιτήσει σε σχολές αστικών κέντρων και ενστερνιστεί εισαγόμενα μορφωτικά ιδεώδη, στο πλαίσιο των οποίων είχαν θέση και τα κορίτσια, οδήγησαν βαθμιαία στην αίσθηση ότι «είναι καλό» να γνωρίζουν και οι γυναίκες γραφή και ανάγνωση. Δε νομίζω πάντως ότι τα κρατικά νομοθετήματα για τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της δημοτικής εκπαίδευσης επηρέασαν αποφασιστικά τη στάση

26. Συν. με τον Θ. Α., σ. 3.

27. Συν. με τον Λ. Γ. και την Α. Γ., σ. I, 3.

28. Συν. 2 με τον Γ. Π., σ. 18' την άποψη αυτή έχει καταγράψει και ο Ε. Αλεξάκης (ΚΕΕΛ, χειρόγραφο 4221, σ. 211).

p. 199

των χωριανών' βρίσκονταν άλλωστε σε ισχύ από το 1834.

Πάντως, ακόμη και στις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ο αριθμός των κοριτσιών που γράφτηκαν στο, εξαετούς φοίτησης από το 1929, Δημοτικό σχολείο Κροκυλείου, αν και σημαντικός, ήταν αισθητά μικρότερος από τον αριθμό των αγοριών: 54 κορίτσια τόσο το 1938-39 όσο και το επόμενο σχολικό έτος, έναντι 72 και 75 αγοριών αντίστοιχα. Λόγω της κυρίαρχης νοοτροπίας για το γυναικείο φύλο, η αριθμητική αυτή διαφορά ενδέχεται να οφείλεται σε ελλιπή φοίτηση των κοριτσιών, χωρίς ωστόσο να μπορώ να αποκλείσω και άλλους λόγους, όπως το ενδεχόμενο τη συγκεκριμένη περίοδο να ζούσαν στο χωριό περισσότερα αγόρια 6-12 ετών από κορίτσια αντίστοιχης ηλικίας. Είναι, εξάλλου, πολύ πιθανό τα κορίτσια να είχαν κατά μέσο όρο χαμηλότερες επιδόσεις στο σχολείο από τα αγόρια λόγω ελλιπούς παρακολούθησης και προετοιμασίας: Ενώ ο αριθμός των μαθητριών παρέμενε σταθερά και αισθητά μικρότερος από εκείνον των μαθητών, σχεδόν τα μισά ή πάνω από τα μισά παιδιά που έμειναν μετεξεταστέα στο Δημοτικό τα σχολικά έτη 1930-31, 1934-35, 1938-39 και 1939-40 ήταν κορίτσια: οκτώ από δεκατρία, οκτώ από δεκατέσσερα, πέντε από έντεκα, τέσσερα από εννέα αντίστοιχα (βλ. Πίνακα 1 στο τέλος του κεφαλαίου).

Ορισμένες μαρτυρίες υποδεικνύουν ότι όσα κορίτσια ήταν πρώτα στη σειρά γέννησης είχαν λιγότερες πιθανότητες να φοιτήσουν τακτικά στο Δημοτικό σχολείο επειδή η οικογένεια χρειαζόταν την εργατική τους δύναμη: Ο Γ. Σ. γεννήθηκε το 1911 και είχε 5 αδέλφια, 2 από τα οποία κορίτσια. Η μεγάλη αδελφή είχε γεννηθεί το 1898 και προερχόταν από πρώτο γάμο του πατέρα του. Είχε μεγάλη διαφορά ηλικίας από τα μικρότερα αδέλφια και, όπως θα περίμενε κανείς, είχε αναλάβει τη φύλαξη και τη φροντίδα τους. Η δεύτερη κόρη της οικογένειας γεννήθηκε το 1907, ήταν δηλαδή 9 ολόκληρα χρόνια μικρότερη από την αδελφή της: «Απ' τη γυναίκα την πρώτ' το πρώτο δεν πήε σχολείο... Η Μαρία η πρώτ' όχ'... ενώ η Γεωργίτσα η αδερφή μου η πραγματική, πούμαστε από μια μάνα, πήε και τόβγαλε το δημοτικό και όλα».29 Και αυτή βέβαια η αδελφή όταν αποφοίτησε από το Δημοτικό σχολείο στα δώδεκά της χρόνια επωμίστηκε τη φροντίδα των μικρών αδελφών, αλλά, υποθέτω, ότι θα είχε υποχρεωθεί να εγκαταλείψει το σχολείο τουλάχιστον δυο χρόνια νωρίτερα, αν δεν υπήρχε άλλη κόρη στην οικογένεια. Στην οικογένεια ενός ιερέα η μεγάλη κόρη που είχε γεννηθεί το 1901 πήγε στο σχολείο μέχρι και τη β' τάξη Δημοτικού «γιατ' ήτανε πρώτ', ήταν οικογένεια, είχαν ανάγκες, ήτανε...».30

Η ιστορία της μικρότερης αδελφής της Α. Π., που γεννήθηκε το 1911 είναι εύγλωττη για την πάλη ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο, για την καμπή

29. Συν. με τον Γ. Σ. και την Φ. Σ., σ. 3.

30. Συν. με την Α. Π., σ. 3.

p. 200

στην οποία βρισκόταν η νοοτροπική εξέλιξη σχετικά με τη μόρφωση των κοριτσιών. Η Α. Π. τελείωσε το Δημοτικό χάρη στην παρέμβαση ενός αδελφού της' η μητέρα της ήθελε να τη σταματήσει από το σχολείο στην τελευταία τάξη γιατί μετά το γάμο της μεγάλης κόρης και την αναχώρηση της από το πατρικό σπίτι χρειαζόταν τη βοήθεια της συνομιλήτριας:

.. .και μάλιστα έλεγαν να με σχολάσουν απ' το σχολείο, αφού παντρέψαν τν αδερφή μ', μαναξεύκαν δεύτερα κι είχαν δουλειές, έπρεπε να γένονται οι δουλειές. Κι η μάνα μ' η συχωρεμέν' είπε: «τς φτάνουν τα γράμματα τώρα, δε θέλ' άλλα γράμματα, θα χαθήσ' να μας βουηθάει, έχουμε δουλειές». Παντρέψαμε τη Μυγδάλω, Μαγδαληνή την έλεγαν την αδερφή μ', και ο μεγάλος ο αδερφός μου, αυτός πέθανε τώρα στη Νότιο Αμερική, είπε: «Η Αγγέλω θα πα να τελειώσ' το σχουλείο κι οι δουλειές δε σώνονται ποτέ». Θεός σχωρέστον, τ' θμώμαι αυτήν την κουβέντα, την είπε απόξω στο μπαλκόν'. Ήμασταν κι ο πατέρας μου κι η μάνα μου και πήρε το λόγο εκείνος και λέει: «Η Αγγέλω θα πα να τελειώσ' το σχολείο». ...Εκείνος, ήμαν τότεν εγώ, θα πάαινα, τελείωνα την Τετάρτ' τάξ', πήγα έξι χρονών στο σχολείο, έχασα και μια χρονιά, θα νήμαν εγώ τώρα δώδεκα χρονών, αυτός θα νήταν δεκάξι... Ναι, δε με σταμάτσαν, δε με σταμάτσαν, η αιτία ήταν ο αδερφός μου. Ο πατέρας μ' έτσ' κι έτσ'. Ήθελε να πάω να τελειώσω το σχολείο. Σκέφτονταν ποιος να τ' βοηθήσ' τ' μάνα τώρα εκεί που ήταν δουλειές, γιατί μ' εκείνα ζήγαμε τότε. Ο πατέρας μ' δε μίλαε, ήταν και δεν ήταν.31

Εφόσον η οικογένεια συζητά αν η Α. Π. πρέπει να τελειώσει το Δημοτικό σχολείο θεωρεί ότι το απολυτήριο του σχολείου έχει κάποια χρησιμότητα για τα κορίτσια. Ο δεκαεξάχρονος αδελφός στον οποίο αναγνωρίζεται το δικαίωμα στη μόρφωση επηρεάζει καθοριστικά την απόφαση. Στο χωριό, όπως θα δούμε και αλλού, ο γιος, το προνομιούχο παιδί, με δική του πρωτοβουλία ανοίγει κάποτε αποφασιστικά το δρόμο για τη -μερική έστω— χειραφέτηση της αδελφής του.

Η ουδέτερη στάση την οποία κρατά ο πατέρας δείχνει πάντως ότι η μόρφωση της κόρης αποτελούσε δευτερεύον ζήτημα. Ο ίδιος άνθρωπος έδειχνε αντίθετα φλογερό ενδιαφέρον για τη μόρφωση των γιων του και τους παρακινούσε να μελετούν για να τελειώσουν τουλάχιστον το Σχολαρχείο. Τους έφερνε ως παράδειγμα τα παιδιά από ξένα χωριά που έρχονταν στο Κροκύλειο για να πάνε στο Ελληνικό σχολείο: «Ο πατέρας μ' ο καημένος, φρόντιζε με κείνες τις δυνάμεις πούχε, τελειώστε το Σχολαρχείο, λέει, έρχονται απ' την Πενταγιού, λέει, εδώ ξυπόλητα, γυμνά τα παιδιά, κι εσείς που είσαστε μες τη ζεστασιά σας, μες το σπίτι σας...». Άλλωστε η στάση της μητέρας απέναντι στον αδελφό

31. Συν. με την Α. Π., σ. 16.

p. 201

φό της Α. Π. που έδειχνε απροθυμία να διεκπεραιώσει ορισμένες εργασίες ήταν ιδιαίτερα επιεικής:

Αν ήθελε βοήθαγε τίποτα στο σπίτ'. Αλλιώς έπαιρνε το χαρτί και διάβαζε και δεν πήρε τίποτ' άλλο. Κι η μάνα μ' τον περικάλιε: «έλα, Μήτσο μ', έλα Δημήτρη μ' κοντά, έλα τα μανάρια να φλάς, ό,τ' να με ζητήσεις». Έρχεταν εκεί κοντά, έχανε πώς θύμωνε, ξέρω γω τι, έρχεταν πίσω, έφευγε, έρχεταν πίσω δω. Ήταν στο παιδί, ήταν στον άνθρωπο. Η δλειά τ' ήταν τα βιβλία αυτός,32

Ελάχιστα κορίτσια φοιτούσαν στο Ελληνικό σχολείο προπάντων, όπως υποδεικνύουν οι προφορικές μαρτυρίες, κόρες σχετικά εύπορων οικογενειών του χωριού, όπου ο πατέρας ήταν μορφωμένος: από το δείγμα μου η κόρη ενός δασκάλου, η κόρη του καθηγητή του Σχολαρχείου, η κόρη ενός απόστρατου αξιωματικού και η κόρη ενός αποτυχημένου μετανάστη που ήταν όμως ιδιαίτερα προικισμένη μαθήτρια. Η τελευταία μου τόνισε με υπερηφάνεια ότι αποφοίτησε από το Ελληνικό σχολείο αλλά εξέφρασε και έντονη πικρία γιατί δεν κατόρθωσε να συνεχίσει τις σπουδές της.33 Συνειδητοποίησα λοιπόν πόσο σπάνιο, και γι' αυτό αξιομνημόνευτο, ήταν για μια κοπέλα να τελειώσει το Ελληνικό σχολείο, όταν αναζητώντας τη γυναίκα αυτή ρώτησα ένα διερχόμενο ζευγάρι σχετικά μεγάλων σε ηλικία ανθρώπων, πού ακριβώς βρισκόταν το σπίτι της. Μου έδειξαν, με ρώτησαν γιατί ήθελα να τη βρω κι όταν τους εξήγησα, η γυναίκα μου είπε εμφατικά: «Να πας. Έχει τελειώσει και το Ελληνικό σχολείο».

Στα αρχεία του Ελληνικού σχολείου που εντόπισα στο Λύκειο Λιδωρικίου απαντούν κορίτσια για πρώτη φορά το 1920, δηλαδή 30 περίπου χρόνια μετά την ίδρυσή του, και είναι μόλις 7 σε σύνολο 78 μαθητών. Από τα 7 αυτά κορίτσια τα 6 έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει στο Κροκύλειο και ένα μόνο στο γειτονικό Κουπάκι' αντίθετα, όπως θα δούμε παρακάτω, σε όλα τα χρόνια λειτουργίας του Ελληνικού σχολείου κατά μέσο όρο τα μισά περίπου αγόρια που φοιτούσαν σε αυτό προέρχονταν από άλλα χωριά. Τα κορίτσια που ζούσαν σε κοινότητες-έδρες Ελληνικών σχολείων είχαν επομένως περισσότερες πιθανότητες να φοιτήσουν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ο αριθμός των κοριτσιών που δεν περιορίστηκαν στη δημοτική σχολική εκπαίδευση παρέμεινε πάντως μονοψήφιος, σε ένα σύνολο μαθητών που μέχρι την ίδρυση του Ημιγυμνασίου, το 1929, υπερέβαινε κάθε χρόνο τα 70 παιδιά. Τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του ημιγυμνασίου, ανάμεσα σε 28 μαθητές βρίσκουμε 1 μόνο μαθήτρια, την κόρη του καθηγητή (βλ. Πίνακα 2 στο τέλος του κεφαλαίου).

Υπήρχαν φυσικά και περιπτώσεις κοριτσιών που φοίτησαν στο γυμνάσιο, όπως η Π. Α., μοναχοκόρη και μοναχοπαίδι του καθηγητή του Σχολαρχείου

32. Συν. με την Α. Π., σ. 4, 11.

33. Συν. με την Π. Μ., σ. 1.

p. 202

ή η αδελφή της Κ. Σ. (Τελικά η Π. Λ. σπούδασε, μετά από απεργία πείνας όμως, φιλολογία στο Πανεπιστήμιο). Υπάρχουν και μερικές άλλες περιπτώσεις γυναικών από το χωριό οι οποίες τελείωσαν το γυμνάσιο και φοίτησαν στο Πανεπιστήμιο λόγω της ιδιαίτερης επίδοσης και της κοινωνικής τους θέσης: η μεγάλη κόρη του θρυλικού δασκάλου Θρασύβουλου Ζωγράφου, Πολυξένη, που γεννήθηκε το 1910 και πέθανε από φυματίωση το 1936, αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Λιδωρικίου και σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών" η κατά έξι χρόνια νεότερη Ευαγγελία Σακκαρέλλου, πέμπτο παιδί μιας από τις παλιές και ισχυρές οικογένειες του χωριού, ακολούθησε ακριβώς την ίδια πορεία Ωστόσο, συχνά μέσα στην ίδια οικογένεια τα κορίτσια τελείωναν το Δημοτικό τα αγόρια πήγαιναν στο Σχολαρχείο και στη συνέχεια ενδεχομένως στο Γυμνάσιο της Άμφισσας —από το 1924 και μετά του Λιδωρικίου— και σε μικρότερο βαθμό όπως φαίνεται άλλων πόλεων.

Ούτως ή άλλως ο ετήσιος αριθμός των μαθητών από το Κροκύλειο που φοιτούσαν στο Γιάγτζειο, όπως λεγόταν, Γυμνάσιο της Άμφισσας από το 1921 έως το 1924 ήταν μονοψήφιος σε ένα σύνολο περίπου 275 μαθητών κατά μέσο όρο. Το ποσοστό των κοριτσιών δεν ανερχόταν ούτε στο 10% του συνόλου των μαθητών. Τέσσερα μόνο κορίτσια κατάγονταν από το Κροκύλειο: η κόρη ενός δασκάλου, η κόρη μιας από τις παλιές ισχυρές οικογένειες του χωριού, η κόρη του συμβολαιογράφου και η κόρη ενός εμπόρου.34 Μετά την ίδρυση του Γυμνασίου στο Λιδωρίκι το 1924, ο αριθμός των αγοριών από το Κροκύλειο που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο αυξήθηκε, αλλά εκείνος των κοριτσιών ελάχιστα: στην καλύτερη περίπτωση διπλασιάστηκε αφού κατά τα σχολικά έτη 1925-26 και 1926-27 έξι κορίτσια -όλα από οικογένειες που τοποθετούνται υψηλά στην κοινωνικο-οικονομική ιεραρχία του χωριού- φοιτούσαν στο Γυμνάσιο Λιδωρικίου35 (και στο Γυμνάσιο Λιδωρικίου άλλωστε τα κορίτσια αποτελούσαν στη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 ένα πολύ μικρό ποσοστό του συνόλου των μαθητών, ποσοστό που δεν υπερέβαινε το 13%) (βλ. Πίνακες 3 και 4 στο τέλος αυτού του κεφαλαίου και εικόνα 6).

Ακόμη και κορίτσια τα οποία είχαν ιδιαίτερη επίδοση στα μαθήματα και προέρχονταν από οικογένειες όπου ο πατέρας ήταν μορφωμένος δε φοιτούσαν στο Γυμνάσιο. Οι οικονομικές δυνατότητες των οικογενειών ήταν αναμφισβήτητα

34. Γενικός Έλεγχος. Από Σχολικού Έτους 1921/22 έως Σχολικόν Έτος 1936/37. Γυμνάσιον Αμφίσσης Ν. Γιαγτζή, βλ. ιδίως σχολικά έτη 1922/23 και 1923/24. Οι υπολογισμοί ποσοστών βασίζονται στα στοιχεία της παραπάνω πηγής. Οι 4 κοπέλες ήταν: Πολυξένη Θρασυβούλου Ζωγράφου, Κωνσταντία Αναστασίου Σακκαρέλλου, Αφροδίτη Γεωργίου Παπαζαχαρίου, Σοφία Αθανασίου Σταυροπούλου.

35. Στις 4 προαναφερθείσες κοπέλες προστέθηκαν η Ευαγγελία Αναστασίου Σακκαρέλλου, αδελφή της Κωνσταντίας και η Αλεξάνδρα Στράτου, κόρη ενός απόστρατου αξιωματικού. Το 1935-36 εγγράφεται άλλη μια κόρη του Αναστάσιου Σακκαρέλλου, η Ιφιγένεια, και το 1938-39 άλλη μια κόρη του συμβολαιογράφου Γεωργίου Παπαζαχαρίου, η Ασπασία.

p. 203

τητα περιορισμένες. Αλλά η στάση που τηρούσαν συχνά οι γονείς σε σχέση με τη μόρφωση των κοριτσιών είχε σαφώς πολιτισμικό, νοοτροπικό υπόστρωμα. Κι έτσι ακόμη και η προικισμένη κόρη ενός δασκάλου δε μπόρεσε να ολοκληρώσει τις σπουδές της:

Μία αδερφή μου, η Αγγελική, η μεσαία από τις κοπέλες, ήταν πολύ, πάρα πολύ καλή μαθήτρια, είχε βγάλει το Ελληνικό σχολείο. Λοιπόν. Κι ο παππούς μου -γιατί σας είπα ήτανε προοδευτικός άνθρωπος- ήθελε να πάει να σπουδάσει, δασκάλα. Ο πατέρας μου, «όχι, δεν μπορώ», λέει. Αυτό το «όχι» για κανένα αγόρι δε θα τόλεγε. Θα στριμωχνόταν, αλλά δε θα το 'λεγε. Λοιπόν. Και δεν πήγε.

Πράγματι «αυτό το όχι» ο πατέρας «για κανένα αγόρι δε θα τόλεγε» αφού δεν το είπε για ένα γιο που κάθε άλλο παρά μελετηρός ήταν:

...ο άλλος αδελφός πήγε στο Γυμνάσιο στην Άμφισσα. Την πρώτη χρονιά έμεινε στην ίδια τάξη. Ο πατέρας μου, επειδή ο ίδιος ήταν αριστούχος πάντοτε και διάβαζε, δε μπορούσε να διανοηθεί, να καταλάβει και να δικαιολογήσει, έστω και στο ελάχιστο, πώς ένα παιδί δε διαβάζει. Λοιπόν. Τον κράτησε την άλλη χρονιά. Αγόρασε άλλες δυο κατσίκες. Τέσσερις κατσίκες. «Εδώ», λέει, «θα τις σκαρίζεις, θα τις πηγαίνεις για βοσκή». Είχε πάρει και μια φλογέρα, δεινοπάθησε τη χρονιά αυτή και την άλλη φορά λέει: «πατέρα θέλω να με πας στο γυμνάσιο». —«Θα σε πάω», λέει, «αλλά με την προϋπόθεση ότι δε θα ξαναμείνεις σε καμιά τάξη». —«Στο υπόσχομαι», λέει, «δε θα ξαναμείνω». Όντως δεν ξανάμεινε, αλλά ποτέ δεν πήρε ενδεικτικό ή το απολυτήριο με καλό βαθμό, κανόνιζε ίσα-ίσα να περνάει.36


Αποτελούσε το σχολείο στη συνείδηση της πλειοψηφίας των χωριανών φορέα κοινωνικής ανόδου και οικονομικής εξασφάλισης σε μια κοινωνία η οποία δε μπορούσε, αλλά και δεν επιθυμούσε, να ζήσει από την αγροτική οικονομία; Είχε επομένως το σχολείο στα μάτια των περισσότερων μεγάλη πρακτική και συμβολική αξία; Αγωνίζονταν οι αγρότες να μορφώσουν τους γιους τους προκειμένου να τους εξασφαλίσουν επαγγελματικά και οικονομικά; Αυτό πάντως πίστευαν άνθρωποι της εποχής όπως ο Καραβίδας37 και ο Λουκόπουλος —προ-

36. Σον. με τον Θ. Α., σ. 4.

37. Το 1931 ο Καραβίδας σημείωνε γενικά ότι στα άγονα χωριά έγινε «βαθμιαία επίκλησις προς την πνευματικήν δραστηριότητα και αι νέαι γενεαί περιεβλήθησαν σιγά-σιγά την πανοπλίαν την οποίαν η ελληνική μόρφωσις έδιδε διά τον αγώνα της ζωής» (Καραβίδας, Αγροτικά, ό.π., σ. 417).

p. 204

πάντων ο δεύτερος- που είχαν μελετήσει, ο καθένας από τη σκοπιά του, την αγροτική οικονομία και κοινωνία του Μεσοπολέμου και, άλλωστε, κατάγονταν και οι δυο από την ορεινή Δωρίδα (από το Ζοριάνο και την Αρτοτίνα αντίστοιχα). Συγχρόνως όμως ο Λουκόπουλος, που αναφερόταν γενικότερα στη Ρούμελη, άφηνε να εννοηθεί ότι η βαθιά επιθυμία των αγροτών να προσφέρουν στα παιδιά τους (θα διευκρινίζαμε «στους γιους τους») την απαραίτητη μόρφωση ώστε να μπορέσουν να εγκαταλείψουν οριστικά την αγροτική ζωή, τις περισσότερες φορές έμενε ανεκπλήρωτη:

...Όποιος τόχει να πιάση τη χερολάβη, μαθαίνει τα γεωργικά απ' τον πατέρα του" δεν είναι ανάγκη να χάση καιρό να του τα πη ο δάσκαλος. Γράμματα, γράμματα θέλουμε εμείς να τα μάθει, να ζήσουν τα παιδιά μας ξαπόστατα. Να πιαστούν απ' την κρικέλα (κρικέλα λένε το δημόσιο ταμείο) ή να πάνε ξενιτιά. Αυτό το όνειρο έχει ο χωριάτης που στέλνει το παιδί του στο σκολειό... Απ' αυτά ολοφάνερα φαίνεται το πώς οι γεωργοί περιφρονούν το είναι τους. Σα να μισούν τη δική τους ζωή, γιατί είναι στερεμένη ζωή, όπως λένε ...Μ' αυτές τις ιδέες πορεύονται όλοι οι γεωργοί όσο για τα γράμματα" και δεν το έχουν για τίποτε να πωλήσουν και την περιουσία τους ακόμα για να περάσουν τα παιδιά τους απ' όλα τα σχολεία... Κάτι τούτο το εμπόδιο μπαίνει μπροστά, κάτι κείνο, το παιδί δεν τα καταφέρνει να βγη εκεί που ελπίζει και το εύχεται ο γονιός του...38.

Οι θυσίες στις οποίες υποβάλλονταν οι οικογένειες στην ύπαιθρο προκειμένου να φοιτήσουν οι γιοι ή ορισμένοι γιοι (οι πιο προικισμένοι) στο σχολείο δημιουργούν την αίσθηση ότι οι ορεινές αγροτικές κοινωνίες στη Δωρίδα πίστευαν βαθιά στην κοινωνική αξία της εκπαίδευσης. Αυτή την αίσθηση δημιουργούν οι αριθμοί των αγοριών που φοιτούσαν στο Ελληνικό σχολείο και προέρχονταν από άλλα χωριά της ευρύτερης περιοχής, από χωριά γειτονικά όπως το Κουπάκι, το Ζοριάνο, το Αλποχώρι, τη Πενταγιού αλλά και σχετικά μακρινά όπως τα Δρεστενά (Τρίστενο) το Σουρούστι (Κερασιά), την Αγλαβίστα (Περιβόλι), τα Παλιοξάρια (Ποτιδάνεια), την Περιθιώτισσα, την Αρτοτίνα, το Νούτσομπρο (Ψηλό Χωριό). Με το πέρασμα του χρόνου όλο και περισσότερες οικογένειες από αυτά τα χωριά έστελναν όλο και περισσότερα αγόρια στο Ελληνικό σχολείο στο Κροκύλειο: Κατά το σχολικό έτος 1905/06 απαντούν 7 σε σύνολο 19 μαθητών, το 1910/11 25 σε σύνολο 62 ενώ στα επόμενα χρόνια πάνω από τους μισούς μαθητές δεν κατοικούν μόνιμα στο Κροκύλειο (με αποκορύφωμα το 1925/26, όταν 76 από τους 97 μαθητές προέρχονται από άλλα χωριά) (Βλ. Πίνακα 2 στο τέλος του κεφαλαίου).

Κατά κανόνα τα παιδιά από τα «ξένα χωριά» (έκφραση των συνομιλητών

38. Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 12, 13.

p. 205

μου) νοίκιαζαν έναντι ενός χρηματικού ποσού δωμάτιο σε κάποιο σπίτι στο Κροκύλειο. Το πόσο σημαντική ήταν η οικονομική επιβάρυνση για την οικογένεια τους φαίνεται και από το γεγονός ότι έφερναν από το χωριό τους τρόφιμα για να εξοικονομήσουν χρήματα:

...Είχαμε δυο είσοδες. Τα παιδιά βγαίναν από κει, εμείς η οικογένεια βγαίναμε από δω. Τα παιδιά είχαν το κλειδί τους ξεχωριστά κι άμα ζητούσαν τίποτα, ή φαγητό, ή ό,τ' ζητούσαν τς δίναμε ... αλλά τα παιδιά φέρναν και φαγητά, ξεροφαγίες απ' τα χωριά τς. Φκιάχναν τυριά, φκιάχναν, είχαν αυγά, είχανε πολλά πράματα και φκιάχναν πίτες, φκιάχναν και φέρναν να περάσουν τα παιδιά τη βδομάδα' στη βδομάδα, Σάββατο και Κυριακή, φεύγαν τα παιδιά, το Σάββατο...39

Για τα ίδια τα παιδιά δεν ήταν οπωσδήποτε απλό να κινούν για το χωριό τους με τα πόδια το μεσημέρι του Σαββάτου και να επιστρέφουν το απόγευμα της Κυριακής φορτωμένα με τα τρόφιμα της εβδομάδας. Σύμφωνα με τον Κ. Χ. από την Κερασιά που παρακολούθησε το Ελληνικό σχολείο στο Κροκύλειο: «Σάββατο μεσημέρι τρεχάλα εδώ. Και την Κυριακή το μεσημέρι τρεχάλα για το Κροκύλειο... Ένα ολόκληρο ταψί στην πλάτη, ταψόψωμα. Ε, κρατώντας και το κατσαρόλι με την πίτα και το τυράκι, κάνα αυγό...».·" Ο Κ. Χ. και ο αδελφός του χρειάζονταν 4 ολόκληρες ώρες για να πάνε με τα πόδια από την Κερασιά στο Κροκύλειο με ενδιάμεσο σταθμό την Πενταγιού όπου έσμιγαν με τους Πενταγιώτες μαθητές.

Επιπλέον οι μαθητές πλήρωναν τέλη εγγραφής στο Ελληνικό σχολείο και αργότερα στο Ημιγυμνάσιο" ανάμεσα στο 1928 και το 1930 τα τέλη εγγραφής κυμαίνονταν ετησίως στις 250 δραχμές (84,8 δρχ. για καθεμιά από τις τρεις τριμηνίες στις οποίες χωριζόταν το σχολικό έτος). Το ποσό αυτό δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητο' αρκεί να αναφέρουμε ότι αντιστοιχούσε στο ένα έκτο του βασικού ετήσιου μισθού ενός πρωτοδιόριστου δασκάλου.41 Το 1928-29 ελάχιστοι μαθητές του Ελληνικού σχολείου (7-8 σε ένα σύνολο 72) απαλλάχθηκαν ως άποροι (αλλά δε γνωρίζουμε με ποια κριτήρια).42 Δεδομένου του περιορισμένου εκχρηματισμού της οικονομίας και της κυρίαρχης θέσης που κατείχε η οικονομία της αυτοκατανάλωσης δύσκολα μπορούμε να δεχθούμε ότι όσοι πλήρωναν τα τέλη εγγραφής δεν υποβάλλονταν σε μια οικονομική θυσία.43

39. Συν. με την Λ. Π., σ. 10.

40. Συν. με τους Η. Χ. και Κ. Χ., σ. 1.

41. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Γ (ΕΛΛΑΣ), Αθήνα 1934, σ. 315.

42. Ελληνικόν σχολείον εν Κροκυλίω. Σχολικόν Έτος 1928-29. Κατάστασις εμφαίνουσα τα υπό του ανωτέρω σχολείου εισπραχθέντα εκπαιδευτικά τέλη ανανεώσεως εγγραφής' Ημιγυμνάσιον εν Κροκυλίω. Σχολικόν Έτος 1929-30. Κατάστασις εμφαίνουσα τα υπό του ανωτέρω σχολείου εισπραχθέντα εκπαιδευτικά τέλη ανανεώσεως εγγραφής.

43. Η στοιχειώδης εκπαίδευση παρεχόταν δωρεάν. Ας σημειωθεί όμως ότι μέχρι το

p. 206

Εντυπωσιακές ήταν άλλωστε και οι θυσίες στις οποίες υποβάλλονταν οι οικογένειες προκειμένου να φοιτήσουν οι γιοι, ή ορισμένοι από αυτούς, στο Γυμνάσιο. Οι γυμνασιακές σπουδές δεν ήταν ούτε απλή, ούτε φυσικά ανέξοδη υπόθεση. Μέχρι το 1924 το πιο κοντινό Γυμνάσιο βρισκόταν στην Άμφισσα η οποία απείχε κατά μέσο όρο 9 ώρες με τα πόδια από το χωριό. Το 1924 ιδρύθηκε Γυμνάσιο στο Λιδωρίκι που βρισκόταν στη μισή περίπου απόσταση από το χωριό απ' όσο η Άμφισσα και όλο και περισσότερα αγόρια μπορούσαν πλέον να φοιτήσουν στο Γυμνάσιο.44 Ενώ ανάμεσα στο 1920 και στο 1925 φοιτούν κάθε σχολικό έτος στο Γιάγτζειο Γυμνάσιο της Άμφισσας από 5-8 αγόρια που κατάγονται από το Κροκύλειο (βλ. εικόνα 7), κατά το σχολικό έτος 1925/26 φοιτούν στο Γυμνάσιο Λιδωρικίου 1 και κατά το επόμενο 16 αγόρια από το χωριό (βλ. Πίνακες 3 και 4 στο τέλος αυτού του κεφαλαίου).

Μητέρες και μεγαλύτερα αδέλφια έπαιρναν με το μουλάρι, συχνά, το δρόμο για την Άμφισσα ή το Λιδωρίκι μεταφέροντας τρόφιμα -συνήθως ψωμί και πίτες— στα παιδιά.45 Η Α. Π. που η ίδια παραλίγο να μην αποφοιτήσει καν από το Δημοτικό στα δώδεκα, στα δεκατρία και στα δεκατέσσερα χρόνια της έπαιρνε το δρόμο για το Λιδωρίκι και τον αδελφό της φορτωμένη τρόφιμα:

... ήταν ίνας γεροντάκος που έκανε τον ταχυδρόμο κείνα τα χρόνια και μαζί μ' αυτόν πάαινα κι εγώ παρέα, και πάαιναμ', φορτωμένο το ψωμί εδώ στην πλάτη μου. Αν είχε το μλάρ' ξεφόρτωτο, τόβανα απάν', αν τό είχε φορτωμένο..., του πάαινα μια πίτα, ένα ταψί ψωμί, πέντε αυγά, αν είχαμε, να τελειώσ' αυτός πούπαιρνε τα γράμματα το Γυμνάσιο στο Λιδωρίκ' γιατ' ήθελε τα γράμματα πολύ.46

Το χειμώνα όταν είχε κακοκαιρία οι άνθρωποι περνούσαν το Μόρνο με κίνδυνο της ζωής τους:

Είχαμε το μεγαλύτερο τον αδερφό μου, το μακαρίτη, ο οποίος πήγε στο γυμνάσιο, το τελείωσε το γυμνάσιο στο Λιδωρίκι, δηλαδή δεν είχαμε συγκοινωνία και πηγαίναμε με τα πόδια. Να μεταφέρεις τώρα... Με τα ζώα. Με τα ζώα να μεταφέρεις από δω. Και μια εποχή που πήγαινα στον αδερφό μου φαγητά και γύριζα, είχαμε κι ένα καφενείο, και θέλαμε να πάρουμε και καφέ, θέλαμε να πάρουμε και ζάχαρη και κάνα πιοτό..., και πηγαίναμε

1885 οι μαθητές του Δημοτικού ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν δίδακτρα (από 10 ως 50 λεπτά το μήνα) για να καλυφθεί η αμοιβή των διδασκόντων. Το 1911 η δωρεάν στοιχειώδης εκπαίδευση (υπό την έννοια της κατάργησης των διδάκτρων) κατοχυρώθηκε με διάταγμα (Λέφας, Ιστορία της εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 58, 59).

44. Πρβλ. Δ. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 130, 131.

45. Το ίδιο συνέβαινε βέβαια και στη σπανιότατη περίπτωση, που η οικογένεια έστελνε μια «θυγατέρα» της στο Γυμνάσιο: Συν. με την Κ. Σ., σ. 6.

46. Συν. με την Α. Π., σ. 20.

p. 207

με τότε λοιπόν και γυρίζαμε, και μια εποχή, τότε, δεν είχαν φτιάξ' το Μόρνο, τη γέφυρα, στο στενό, που λέμ' εμείς από δω, λοιπόν δεν είχαν φτιάξ', κι όπως πήγαμε να περάσουμε, έρχεται η μπόρα από πάνω και μας παίρν' μπροστά κι είχα ένα μουλάρ' τότε και ερχόταν κι απ' το ποτάμ', βρε παιδί μ', και ευτυχώς ήταν ένας άλλος δίπλα, μπάρμπας μου εκεί, μπάζει κάτι φωνές, λέει: «απάν' το κεφάλ', απάν' το κεφάλ', απάν' το κεφάλ».47

Περιπτώσεις στις οποίες ο πατέρας, παρά τους ενδοιασμούς του λόγω ουσιαστικής οικονομικής αδυναμίας, υποχωρεί μπροστά στην επιθυμία ενός γιου να «πάει στο γυμνάσιο» δείχνουν ότι το σχολείο κατείχε υψηλή θέση στον αξιακό κώδικα των γονιών αλλά και των ίδιων των παιδιών-αγοριών:

Ο δεύτερος αδερφός... αυτός τα 'παίρνε τα γράμματα, ήταν άφταστος στα γράμματα ...ήταν αρχηγός στην αστυνομία πόλεως, τώρα, δυο, τρία χρόνια ε χ' που πέθανε. Και αυτός, έπαιρνε τα γράμματα, τελείωσε τώρα πούχαμε τρεις τάξεις εδώ, σχολαρχείο τόλεγαν, γυμνάσιο, τρεις τάξεις. Και μετά έπρεπε να πάει στο Λιδωρίκ' ... Δεν είχε τα έξοδα ο πατέρας μ' και του λέει: «πήγαινε, Δημήτρη μ', τώρα, να μάθς καμιά τέχνη. Δεν μπορώ παιδί μ'. Το ξέρω, λέει, παίρνεις τα γράμματα, αλλά δεν έχουμε τα έξοδα. Μεγάλωσαν και τα κορίτσα», - γιατ' ήθελε να παντρέψ' και το κορίτσ'. Με τι; (θα το πάντρευε). Αυτός δεν πάαινε (να μάθει τέχνη), τίποτα. Όθε θάφευγαν (οι γονείς), ούτε σε δουλειές. Αν ήθελε, βοήθαγε τίποτα στο σπίτ'. Αλλιώς, έπαιρνε το χαρτί και διάβαζε, και δεν πήρε τίποτ' άλλο.

Τελικά με δυο χρόνια καθυστέρηση το παιδί αυτό που είχε γεννηθεί το 1908 φοίτησε στο Γυμνάσιο Λιδωρικίου. Ακόμη και ο παππούς του, πατέρας του πατέρα του, αγωνίστηκε για να μπορέσει η οικογένεια να το στείλει στο Γυμνάσιο:

Ήταν πολύ προκομένος ο πατέρας μου κι ο παππούλης μ', πολύ προκομένος και πολύ νοικοκύρς. Είχε μια πριόνα, από δω μέχρ' απάν' εκεί και τα κρεβάτωνε, τώρα έφκιανε κρεβάτ', τα πελέκαε από πλατάνια, από έλατα και τάβγανε, σανίδια τάλεγαν τότε, τάβλες που λέμε, και τα πούλαε να πάρ' μια πεντάρα, να πάει το παιδί, ο ένας πούπαιρνε τα γράμματα, πήε και τελείωσε το γυμνάσιο. Στο Λιδωρίκ'. Έχασε δυο χρόνια εδώ, γιατ' δεν είχε έρθ' εδώ (το Γυμνάσιο) ,48

Την αίσθηση ότι η σχολική εκπαίδευση αποτελούσε αξία στα μάτια των χωριανών και γενικότερα του πληθυσμού στην ορεινή Δωρίδα, ενισχύει η εξέχουσα θέση την οποία κατείχαν οι δάσκαλοι στην κοινωνία. Συνομιλητές, συνομιλήτριες και

47. Συν. με τον Π. Π., σ. 1.

48. Συν. με την Α. Π., σ. 10, 11.

p. 208

γενικότερα οι χωριανοί με τους οποίους συζήτησα εκφράζονταν όλοι, ανεξάρτητα από το μορφωτικό τους επίπεδο, με ειλικρινή σεβασμό για τους δασκάλους αλλά και γενικότερα για το επάγγελμα του δασκάλου. Ο δάσκαλος -ή σπάνια η δασκάλα- δεν ενεργούσε αποκλειστικά κατ' εντολή του κράτους. Προερχόταν από την αγροτική κοινωνία στην οποία δίδασκαν ή από ένα γειτονικό χωριό49 και είχαν γνώση των καθημερινών προβλημάτων τα οποία αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι. Ο δάσκαλος -όχι μόνο στο Κροκύλειο, αλλά και στα άλλα χωριά της περιοχής50— δεν ήταν μια έξωθεν εξουσία, ήταν ο συγχωριανός ή ο συντοπίτης ο οποίος είχε κατορθώσει να μορφωθεί, να γνωρίσει τον έξω κόσμο και είχε έρθει να δώσει τα φώτα του στους κατοίκους. Ήταν πρόσωπο σεβαστό και συγχρόνως φορέας της επίσημης κρατικής ρητορικής. Είχε το κοινωνικό ανάστημα ώστε να εξοικειώσει τους χωριανούς με τον κόσμο του σχολείου.51

Δε γνωρίζω μέχρι ποιο βαθμό το κράτος λάμβανε υπόψη του τον τόπο καταγωγής των δασκάλων για το διορισμό τους, με στόχο την ενίσχυση του σχολικού θεσμού στη συνείδηση των κατοίκων της υπαίθρου. Πάντως, τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, προπάντων μετά από νόμο του 1914, η μονιμότητα των δασκάλων είχε σε μεγάλο βαθμό εξασφαλιστεί και οι αυθαίρετες μεταθέσεις ή απολύσεις με πολιτικά/κομματικά κριτήρια είχαν περιοριστεί κατά πολύ.52 Για τη νομιμοποίηση του σχολείου στη συνείδηση της τοπικής αγροτικής κοινωνίας έπαιζε οπωσδήποτε καθοριστικό ρόλο το ότι ο δάσκαλος προερχόταν από τα σπλάχνα της.

Ωστόσο είναι γεγονός ότι στο Ελληνικό σχολείο φοιτούσαν πολύ λιγότερα αγόρια του χωριού απ' όσο στο Δημοτικό, και στο Γυμνάσιο πολύ λιγότερα απ' όσο στο Ελληνικό. Η μείωση του αριθμού των μαθητριών ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή αλλά αναμενόμενη, στο πλαίσιο όσων ανέφερα παραπάνω για τις διακρίσεις εις βάρος των κοριτσιών.

49. Σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που μας απασχολεί, από τους δυο δασκάλους που δίδασκαν στο διθέσιο (τετραετούς φοίτησης) Δημοτικό σχολείο ο ένας ήταν Κροκυλειώτης, ο άλλος καταγόταν από γειτονικό χωριό. Η μία, τουλάχιστον, από τις δύο δασκάλες που δίδαξαν για μικρά διαστήματα στο χωριό (η μία γύρω στα 1910, η άλλη στα τέλη της δεκαετίας του 1930) για τις οποίες γίνεται μνεία, καταγόταν επίσης από το Κροκύλειο.

50. Στο Δάφνο (πρώην Βοστινίτσα) της ορεινής Δωρίδας, υπηρέτησαν δάσκαλοι από άλλα ορεινά χωριά της περιοχής: από το Διχώρι (παλιά Κωστάριτσα), το Διακόπι (παλιά Γρανίτσα) και το Κροκύλειο (Παλιοκάτουνο) ' στο Διχώρι (Κωστάριτσα) υπηρέτησε ο ίδιος Κροκυλειώτης δάσκαλος που δίδαξε και στο Δάφνο (Βοστινίτσα), κι ακόμη ένας δάσκαλος από το Τρίστενο (παλιά Δρεστενά): Θάνος, Ο Δάφνος Δωρίδος, ό.π., σ. 72, 73' Λουκοπούλου-Παττίχη, Επιστροφή, ό.π., σ. 143.

51. Για την επίσημη κρατική ρητορική περί του σχολείου και του ρόλου του ως μέσου ενοποίησης της ελληνικής κοινωνίας βλ. τις απόψεις του Κυπριανού, «Φοιτητικός πληθυσμός», ό.π., σ. 250, 251.

52. Λέφας, Ιστορία της Εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 204-206.

p. 209

Τα διαθέσιμα στοιχεία για τον πληθυσμό του χωριού και ειδικότερα για το σχολικό πληθυσμό δεν επιτρέπουν σύνθετους δημογραφικούς υπολογισμούς και ακριβή στατιστικά συμπεράσματα. Ωστόσο, από την ανάλυση αυτών των περιορισμένων δεδομένων καταλήγουμε σε ορισμένες διαφωτιστικές τάξεις μεγέθους.

Από σημειώσεις στα μεταγενέστερα σχολικά έγγραφα προκύπτει ότι το 1925-26 φοίτησαν στο Δημοτικό πάνω από 100 παιδιά. Τα πρωιμότερα συστηματικά στοιχεία για τους μαθητές του Δημοτικού που εντόπισα αφορούν στο σχολικό έτος 1927-28. Από αυτά προκύπτει ότι κατά το σχολικό έτος 1927-28 φοίτησαν στο τετραετές Δημοτικό σχολείο 98 παιδιά: 51 αγόρια και 47 κορίτσια. Το Ελληνικό σχολείο δεν είχε καταργηθεί ακόμη και η φοίτηση στο Δημοτικό δεν είχε μετατραπεί σε εξαετή -αυτά θα γίνονταν το 1929. Για τους μαθητές του ελληνικού σχολείου διαθέτουμε συστηματικές πληροφορίες ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα. Το 1915-16 ήταν η σχολική χρονιά με το μεγαλύτερο αριθμό μαθητών από το χωριό στο Ελληνικό σχολείο, σε όλη τη διάρκεια λειτουργίας του: 39 άτομα (όλα αγόρια). Το 1925-26 -χρονιά που στο Δημοτικό φοιτούν πάνω από 100 παιδιά, από τα οποία τουλάχιστον τα μισά δε μπορεί παρά να ήταν αγόρια- στο Ελληνικό σχολείο φοίτησαν 21 παιδιά από το χωριό από τα οποία 18 αγόρια. Κατά το σχολικό έτος 1928-29 φοίτησαν στο Ελληνικό 33 παιδιά από το χωριό (5 κορίτσια και 28 αγόρια). Αν δούμε συγκριτικά τους αριθμούς των αγοριών που φοίτησαν στο Δημοτικό και το Ελληνικό, στο βαθμό βέβαια που μας επιτρέπει ο ιδιαίτερα ελλειμματικός και αποσπασματικός χαρακτήρας των πηγών για το Δημοτικό σχολείο, και λάβουμε υπόψη και τα ανάλογα στοιχεία για τη δεκαετία του 1930 (βλ. Πίνακες 1 και 2 στο τέλος του κεφαλαίου), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ή μάλλον στη συμπερασματική υπόθεση πως στη διάρκεια της μεσοπολεμικής περιόδου τουλάχιστον τα μισά, ίσως ακόμη και τα 2/3, από τα αγόρια που φοιτούσαν στο Δημοτικό (είτε αποφοιτούσαν, είτε όχι) δεν προχωρούσαν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Οπωσδήποτε στα χρόνια που ακολούθησαν την ίδρυση του Γυμνασίου στο Λιδωρίκι το οποίο βρισκόταν, όπως είπαμε, στη μισή απόσταση από το χωριό σε σχέση με την Αμφισσα, ο αριθμός των μαθητών Γυμνασίου από το χωριό κάποια στιγμή αυξήθηκε σημαντικά -το 1925-26 και προπάντων το 1926-27— υπερδιπλασιάστηκε ή τριπλασιάστηκε. Ωστόσο, παρέμεινε μικρότερος από τον αριθμό των μαθητών του Ελληνικού την ίδια περίπου εποχή" από τους διαθέσιμους αριθμούς φαίνεται ότι κατά μέσο όρο τουλάχιστον το 1/3, ίσως ακόμη και οι μισοί από τους Κροκυλειώτες μαθητές του Ελληνικού σχολείου δεν εγγράφονταν στο Γυμνάσιο κατά τη διάρκεια της μεσοπολεμικής περιόδου (βλ. Πίνακες 2, 3, 4 στο τέλος του κεφαλαίου).

Ορισμένα παιδιά από το χωριό φοιτούσαν σε γυμνάσια άλλων πόλεων. Από τους 28 μαθητές που γράφτηκαν στο Ημιγυμνάσιο τον πρώτο χρόνο λει-

p. 210

λειτουργίας του (1929), 16 «έλαβον αποδεικτικόν μετεγγραφής» και είναι βέβαιο ότι τουλάχιστον οι 15 δεν συνέχισαν τη σχολική φοίτηση στο Γυμνάσιο Λιδωρικίου, αφού την ίδια χρονιά απαντά σε αυτό μόνο 1 μαθητής από το Κροκύλειο στην πρώτη τάξη. Γνωρίζω ότι από τους μετεγγραφέντες, η κόρη του καθηγητή του Σχολαρχείου, φοίτησε σε Γυμνάσιο στην Αθήνα' γνωρίζω επίσης ότι γύρω στα 1920 ένας συνομιλητής είχε συνεχίσει τις γυμνασιακές σπουδές του από το Γυμνάσιο της Άμφισσας στην Πάτρα και ο αδελφός ενός άλλου είχε φοιτήσει στο Γυμνάσιο Αιγίου. Δε μπορώ να υπολογίσω πόσα παιδιά από το χωριό φοιτούσαν σε Γυμνάσια άλλων πόλεων, αλλά υποθέτω ότι τουλάχιστον πριν από το 1930 ήταν σπάνιο φαινόμενο, αφού, μάλιστα, στη μνήμη των συγχρόνων οι γυμνασιακές σπουδές είναι συνυφασμένες με την Άμφισσα και το Λιδωρίκι. Εν πάση περιπτώσει, οπωσδήποτε δεν πρόκειται για αριθμούς ικανούς να ανατρέψουν τις εκτιμήσεις που αφορούν στις αναλογίες μαθητών Δημοτικού - Ελληνικού - Γυμνασίου στις οποίες αναφέρθηκα παραπάνω.

Μετά τη μετατροπή του τετραετούς Δημοτικού σε εξαετούς φοίτησης και την ίδρυση στο χωριό, το 1929, του διετούς φοίτησης Ημιγυμνασίου που αντιστοιχούσε στην παλαιά τρίτη Ελληνικού και την παλαιά πρώτη Γυμνασίου, τα παιδιά φοιτούσαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία μόνο στο εξατάξιο πλέον Δημοτικό. Αυτό τουλάχιστον υποδεικνύει η δραματική μείωση του αριθμού των μαθητών του Ημιγυμνασίου μεταξύ 1929 και 1933: Τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του εγγράφονται σε αυτό 28 παιδιά, δύο χρόνια αργότερα 11 μόλις παιδιά, από τα οποία μόνο 3 προήχθησαν και 2 διέκοψαν τη φοίτηση («επαύσαντο φοιτώντες»). Την ίδια περίπου εποχή φοιτούν στο Δημοτικό, κατά μέσο όρο, γύρω στα 100 παιδιά. Συγχρόνως ένας μονοψήφιος αριθμός νεαρών χωριανών φοιτά στο εξατάξιο (εξαετούς φοίτησης) πλέον Γυμνάσιο Λιδωρικίου: 7 αγόρια το 1929-30 (την πρώτη χρονιά λειτουργίας του Ημιγυμνασίου στο χωριό), 6 αγόρια (και 1 κορίτσι) το 1935-36, 7 αγόρια (και 1 κορίτσι) στις παραμονές του πολέμου το 1938-39 (Βλ. Πίνακες 1 και 2 στο τέλος του κεφαλαίου).

Επομένως: Σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, παρ' όλο που οι θυσίες στις οποίες υποβάλλονταν οικογένειες για να φοιτήσουν οι γιοι τους στη μέση εκπαίδευση ήταν εντυπωσιακές, τα περισσότερα αγόρια του χωριού φοιτούσαν μόνο στο Δημοτικό σχολείο -αρκετές φορές δεν αποφοιτούσαν καν από αυτό και κατά κανόνα ελάχιστα πήγαιναν στο Γυμνάσιο.

Ο Κροκυλειώτης Περικλής Υφαντής στο σύγγραμμά του για το χωριό που εκδόθηκε το 1988 παραθέτει τα ονόματα όσων Κροκυλειωτών επιστημόνων και δημοσίων υπαλλήλων είχαν πεθάνει μέχρι τότε: Αναφέρει τα ονόματα 63 ανθρώπων —7 γιατρών, 5 δικηγόρων, 1 αρεοπαγίτη, 1 ειρηνοδίκη, 1 δικαστικού γραμματέα, 2 δικαστικών κλητήρων, 2 συμβολαιογράφων, 19 εκπαιδευτικών

p. 211

(9 δασκάλων, 9 καθηγητών και 1 γενικού επιθεωρητή μέσης εκπαίδευσης), 1 τραπεζικού υπαλλήλου, 9 υπαλλήλων του Υπουργείου Γεωργίας (μεταξύ των οποίων 4 δασονόμων και 1 δασάρχη), 2 ταχυδρομικών υπαλλήλων, 1 πυροσβέστη, 1 υπαλλήλου του Υπουργείου Εμπορίου, 2 υπαλλήλων του ΟΤΕ, 1 της ΔΕΗ και 8 αξιωματικών του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας. Πάνω από τα 2/3 (45) είχαν γεννηθεί μεταξύ 1890 και 1915, από τους υπόλοιπους σχεδόν όλοι είχαν γεννηθεί πριν το 1890.53

Με βάση τα στοιχεία που παραθέτει ο Περικλής Υφαντής υπολογίζω ότι 25 τουλάχιστον αγόρια από όσα γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο χωριό στο διάστημα 1890-1915 ήταν απόφοιτοι ανώτατης σχολής, 10 ανώτερης σχολής, 39 είχαν φοιτήσει στο Γυμνάσιο ή αποφοιτήσει από αυτό, ενώ τουλάχιστον 43 άνθρωποι είχαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο διοριστεί στον δημόσιο τομέα. Ωστόσο, η εντύπωση που προκαλεί ο κατάλογος μετριάζεται, αν αναλογιστούμε ότι αφορά σε ανθρώπους που γεννήθηκαν στο διάστημα μιας εικοσιπενταετίας και ότι οι περισσότερες χρονολογίες γέννησης δε συμπίπτουν. Με βάση το υλικό αυτό και εντελώς σχηματικά θα λέγαμε ότι μεταξύ 1910 και 1940 περίπου 1 -2 άνθρωποι κάθε χρόνο που είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει στο χωριό είτε αποφοιτούσαν από ανώτατη ή ανώτερη σχολή, είτε άρχιζαν να φοιτούν στο Γυμνάσιο, είτε -προπάντων- διορίζονταν στο δημόσιο τομέα. Ακόμη και αν θεωρήσουμε πως διαγράφεται έτσι μία σταθερή τάση να σπουδάσουν τα αγόρια και να διοριστούν στο δημόσιο τομέα -προπάντων στην εκπαίδευση-, σύμφωνη με το σχήμα του Κ. Τσουκαλά, η τάση αυτή αφορούσε τελικά σε μια μικρή μειοψηφία παιδιών και οικογενειών.

Από τους άνδρες του δείγματος μου που κατάγονταν από το χωριό, 12 φοίτησαν στο Γυμνάσιο και 10 αποφοίτησαν ή συνέχισαν τις σπουδές τους σε ανώτερη ή ανώτατη σχολή: Αυτή η υπεραντιπροσώπευση μορφωμένων ανδρών ήταν αναπόφευκτη λόγω της σχετικά μεγαλύτερης προθυμίας τους να μιλήσουν για το παρελθόν, που με τη σειρά της σχετίζεται άμεσα με την ενεργό συμμετοχή τους στα κοινά. Οι 3 ήταν γιοι δασκάλων (Θ.Α., Μ.Ζ., Ν.Ζ.), οι 8 γιοι μεταναστών που είχαν συγκεντρώσει κάποια χρήματα στην Αμερική (Γ.Α., Λ.Γ., Γ.Π., Χ.Τ., Πτ. Α., Π.Α., A.A., Θ.Μ.) και 1 γιος γεωργού (Π. Β.). Από αυτούς οι 10 διορίστηκαν αργότερα στο δημόσιο τομέα - ανάμεσά τους 3 εργάστηκαν ως δάσκαλοι. Σε μία περίπτωση πρόκειται για 3 και σε μια άλλη για 2 αδέλφια, άρα στην πραγματικότητα πρόκειται για τα παιδιά 8 οικογενειών. Υπάρχουν επίσης στο δείγμα μου 6 περιπτώσεις ανδρών (Χ.Μ., Γ.Σ., Αρ.Μ., Γ.P., Γ.Ψ., Μ.Μ.) που φοίτησαν μόνο στο Δημοτικό (και δεν αποσαφηνίστηκε πάντοτε αν αποφοίτησαν από αυτό) : οι 4 προέρχονταν από οικογένειες κτηνοτρόφων, ένας ήταν γιος ταχυδρομικού διανομέα, και ο έκτος

53. Υφαντής, Το Κροκύλιο, ό.π., σ. 36-38.

p. 212

έχασε πολύ νωρίς τον πατέρα του" 2 τέλος, αποφοίτησαν από το Ελληνικό σχολείο (Π. Π. και Α. Μ.): Ο ένας ήταν γιος καφεπώλη, όχι τόσο προικισμένος όσο ο αδελφός του ώστε να τον στείλουν στο Γυμνάσιο" ο άλλος, γιος κτηνοτρόφου, προερχόταν, ωστόσο, από οικογένεια με σχετική οικονομική άνεση χάρη στα χρήματα που είχε συγκεντρώσει και τη δανειοδοτική δραστηριότητα που είχε αναπτύξει ο πατέρας του πατέρα του και ήταν ιδιαίτερα προικισμένος μαθητής.

Κατά κανόνα, λοιπόν, φοιτούσαν στο Γυμνάσιο παιδιά εύπορων σχετικά οικογενειών. Όπως φαίνεται, οι λίγες αυτές οικογένειες, όπου ο πατέρας είχε ανώτερη μόρφωση ή διατηρούσε «μαγαζί» στο χωριό, έστελναν όλες, τουλάχιστον ένα παιδί στο Γυμνάσιο. Αρκεί να αναφέρω ότι το 1926-27 σχεδόν μισοί από τους Κροκυλειώτες μαθητές του Γυμνασίου Λιδωρικίου (7 από 16) προέρχονταν από οικογένειες στις οποίες είναι βέβαιο πως το επάγγελμα του πατέρα εξασφάλιζε συστηματικά ρευστό και κατά συνέπεια σχετική άνεση: ήταν μικρέμπορος, ιερέας, συμβολαιογράφος, δάσκαλος, καφεπώλης. Την προηγούμενη χρονιά, μάλιστα, 9 από τους 12 μαθητές του Γυμνασίου ήταν γιοι εμπόρων, δασκάλων, ενός συμβολαιογράφου, ενός καφεπώλη, ενός ιερέα. Βέβαια, όταν ο πατέρας αναγράφεται ως «γεωργός», «εργατικός», «μετανάστης», «κτηματίας», δε μπορούμε να εκτιμήσουμε την οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Είναι ενδεικτικό για τη σχετική σημασία και το γενικό χαρακτήρα αυτών των επαγγελματικών προσδιορισμών το γεγονός ότι πατέρες όπως ο Αναστάσιος Σακκαρέλλος, γόνος παλιάς και ισχυρής οικογένειας του χωριού, και ο Τριαντάφυλλος Τριανταφύλλου, μετανάστης που συγκέντρωσε αρκετά χρήματα στη Νότια Αμερική, αναγράφονται στους Γενικούς Ελέγχους των Γυμνασίων της Αμφισσας και του Λιδωρικίου ως «γεωργοί», όπως και άλλοι λιγότερο εύποροι συγχωριανοί τους.54

Λόγω της ρευστότητας των επαγγελματικών προσδιορισμών δε μπορούμε να συσχετίσουμε με ακρίβεια τον αριθμό των μαθητών από το Κροκύλειο και τα γύρω χωριά που εγγράφηκαν στο Ελληνικό σχολείο με την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση της οικογένειάς τους. Μεταξύ των ετών 1905 και 1929 οι πατέρες των μισών σχεδόν ή και παραπάνω μαθητών που εγγράφονται κάθε χρόνο εμφανίζονται σταθερά ως «γεωργοί», «εργατικοί», «μετανάστες», «γεωργοκτηματίες», «κτηματίες», «κτηματικοί», ενώ δεν απουσιάζουν καμιά χρονιά παιδιά δασκάλων, μικρεμπόρων, ιερέων, δηλαδή παιδιά ανθρώπων σχετικά ευκατάστατων που αποτελούσαν οπωσδήποτε ένα μικρό τμήμα του πληθυσμού της περιοχής. Νομίζω, πάντως ότι η συμπεριφορά των σχετικά εύπορων οικογενειών λειτουργούσε ως πρότυπο για αρκετές άλλες ώστε να απο-

54. Γενικός Έλεγχος. Από Σχολικού Έτους 1921/22 έως Σχολικόν Έτος 1936/37. Γυμνάσιον Αμφίσσης Ν. Γιαγτζή' Γενικός Έλεγχος. Από Σχολικού Έτους 1924/25 έως Σχολικόν Έτος 1943/44. Γυμνάσιον εν Λιδωρικίω.

p. 213

φασίσουν να εγγράψουν ένα παιδί (προπάντων γιο) στο Ελληνικό σχολείο. Οι αριθμοί των παιδιών κτηνοτρόφων («ποιμένων») που εγγράφονται στο Ελληνικό είναι ενδεικτικοί: Μετά το 1915 απαντούν κατά καιρούς 3, 5, ακόμη και 6 από το Κροκύλειο και τα γύρω χωριά.55 Πρόκειται, προφανώς, για ελάχιστο ποσοστό παιδιών ηλικίας 12 ετών και πάνω από οικογένειες κτηνοτρόφων' όμως οι περιπτώσεις αυτές υποδηλώνουν ότι ορισμένες οικογένειες από τα ασθενέστερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα της ορεινής Δωρίδας υιοθετούσαν πρακτικές των κοινωνικά και οικονομικά κυρίαρχων οικογενειών.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση φοιτούσαν κατά πρώτο λόγο παιδιά σχετικά εύπορων οικογενειών, παιδιά «παλιών» ισχυρών οικογενειών με προφανώς αξιόλογα γεωργικά και άλλα εισοδήματα, παιδιά των οποίων ο πατέρας είχε ανώτερη μόρφωση ή διέθετε σημαντικό χρηματικό εισόδημα χάρη στο μικρεμπόριο. Φαίνεται, όμως επίσης, ότι ένα μέρος των λιγότερο εύπορων ή χαμηλών στρωμάτων έστελνε τα παιδιά του στο Ελληνικό σχολείο ακολουθώντας το παράδειγμα των «ανώτερων» στρωμάτων ή τις υποδείξεις των δασκάλων.

Σύμφωνα με τα Μαθητολόγια που στάθηκε δυνατό να εντοπιστούν, ανάμεσα στο 1930 και το 1938 εγγράφονταν κάθε χρόνο στο εξατάξιο Δημοτικό σχολείο από 110-130 παιδιά περίπου, αριθμός που συμφωνεί με τις εκτιμήσεις των συνομιλητών μου.56 Οι προφορικές μαρτυρίες κάνουν λόγο για 100 περίπου μαθητές του Δημοτικού μεταξύ 1910 και 1930 περίπου. Αλλά είναι βέβαιο ότι δεν παρακολουθούσαν όλα τα παιδιά -όχι μόνο κορίτσια αλλά και αγόρια- τακτικά το σχολείο. Θα ήταν ενδιαφέρον να εξεταστεί στο μικροεπίπεδο της σχολικής παρακολούθησης η άποψη του Τσουκαλά πως η ταχεία διείσδυση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα δεν υπήρξε εξαιρετική λόγω του σχετικά υψηλού ποσοστού αναλφαβητισμού ως το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο σε σύγκριση με εκβιομηχανισμένες χώρες.57 Οι προφορικές μαρτυρίες συμφωνούν λ.χ. ότι την εποχή της σποράς οι δάσκαλοι επέτρεπαν στα παιδιά να συνοδεύσουν τους γονείς, συνήθως τη μητέρα, στα χωράφια και δεν τα σημείωναν στο απουσιολόγιο' οι γονείς «ζήταγαν άδεια απ' το σχολείο. Να μην

55. Ελληνικόν Σχολείον Κροκυλίου. Γενιχός Έλεγχος Αποτελεσμάτων Ενιαυσίων Εξετάσεων, 1903/04 - 1932/33.

56. Το 1940 εγγράφηκαν μάλιστα 155 παιδιά, ενώ μέχρι το 1944 εγγράφονταν γύρω στα 130 κάθε χρόνο.

57. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή, ό.π., σ. 425. Στην περίπτωση της μεσοπολεμικής Αυστρίας, με την οποία έχω ασχοληθεί, η απουσία των παιδιών από το σχολείο ρυθμίζεται επίσημα και συνολικά από την κάθε κοινότητα ώστε να εξυπηρετώνται οι ανάγκες της αγροτικής οικονομίας για εργατικά χέρια' για παράδειγμα την εποχή συγκομιδής της πατάτας το σχολείο διακόπτει επίσημα για μερικές μέρες ή εβδομάδες (Papathanassiou, «Rural Childhood(s)...», ό.π., σ. 59).

p. 214

τς βάλεις απουσία. Έχω δουλειά αύριο. Να ρίξ' σπόρο η Μαρία, η Γιαννούλα φέρ' ειπείν».58

Τα παιδιά των κτηνοτρόφων προπάντων δεν πήγαιναν τακτικά στο Δημοτικό. Είναι ενδεικτικό ότι από τα 14 παιδιά που έμειναν μετεξεταστέα το 1938/39, 5 ήταν παιδιά «γεωργοποιμένων» και 7 «εργατικών»,59 επειδή ως «εργατικοί» χαρακτηρίζονται 48 οικογενειάρχες, ενώ ως «γεωργοποιμένες» μόνο 11). Προφανώς τα παιδιά των τσοπάνηδων είχαν χαμηλότερη επίδοση στο σχολείο από τα υπόλοιπα παιδιά ενώ τα παιδιά των («μετρημένων στα δάχτυλα») μικρεμπόρων και μισθωτών γενικά κατόρθωναν να προβιβαστούν στην επόμενη τάξη.60

Ορισμένοι συνομιλητές, κατά κύριο λόγο παιδιά τσοπάνηδων, δήλωσαν ανοιχτά ότι δεν πήγαιναν τακτικά στο σχολείο ή ότι παρακολούθησαν μόνο τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, πράγμα που απέδωσαν προπάντων στην ανάγκη να εργαστούν στο πλαίσιο της οικογενειακής οικονομίας: Στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1920 η Γ. Σ. διέκοψε πρόωρα τη φοίτησή της στο (θεωρητικά υποχρεωτικό) δημοτικό:

58. Συν. με την Μ. Ν., σ. 16.

59. Το 1938/39 στα Μαθητολόγια του Δημοτικού που εντόπισα απαντά για πρώτη φορά ο όρος «γεωργοποιμήν», ο οποίος προφανώς δηλώνει τους τσοπάνηδες. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα προηγούμενα χρόνια παιδιά κτηνοτρόφων δεν πήγαιναν στο Δημοτικό αλλά ότι οι κτηνοτρόφοι καταγράφονταν με άλλο επαγγελματικό προσδιορισμό (ως γεωργοί λ.χ.). Τα Μαθητολόγια αναγράφουν το επάγγελμα του πατέρα αλλά, όπως και στην περίπτωση του Ελληνικού και του Γυμνασίου, αυτό δε μας βοηθά ιδιαίτερα στον προσδιορισμό της κοινωνικοοικονομικής θέσης των παιδιών. Επαγγέλματα, όπως «ταχυδρομικός διανομεύς», «καφεπώλης», «συνταξιούχος στρατιωτικός», «δικαστικός κλητήρ» ή «δημοδιδάσκαλος», παραπέμπουν σε μια λιγότερο ή περισσότερο σημαντική πηγή τακτικού χρηματικού εισοδήματος για την οικογένεια, αλλά οι όροι «γεωργός» ή «εργατικός», οι οποίοι αφορούν στη συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών, δεν είναι καθόλου διαφωτιστικοί (πέρα από το ό,τι αποσιωπούν τη σημασία που είχαν τα εμβάσματα των μεταναστών για την οικογενειακή οικονομία). Εξάλλου, ο ίδιος πατέρας τη μια χρονιά μπορεί να αναφέρεται ως «εργατικός», την άλλη ως «γεωργός» ή «μετανάστης».

60. Τέτοιου είδους αντιστοιχίες δεν προκύπτουν για τα παιδιά του Ελληνικού και του Γυμνασίου, προφανώς επειδή σε αυτή τη βαθμίδα φοιτούσαν προικισμένοι μαθητές ή μαθητές οι γονείς των οποίων ήταν αποφασισμένοι να τους μορφώσουν. Το μεγαλύτερο ποσοστό αποτυχίας στο Ελληνικό απαντά το 1906-07 οπότε απορρίφθηκαν πάνω από τους μισούς μαθητές, ενώ στα επόμενα χρόνια απαντούν ποσοστά αποτυχίας που κυμαίνονται γύρω στο 15%. Στον Γενικό Έλεγχο του Γυμνασίου της Άμφισσας μόνο σε μια περίπτωση παρουσιάζεται ένα παιδί (μάλιστα γιος δασκάλου) από το Κροκύλειο που απορρίφθηκε, ενώ στον Γενικό Έλεγχο του Γυμνασίου Λιδωρικίου από την έναρξη της λειτουργίας του μέχρι τις παραμονές του πολέμου συναντάμε συνολικά 4 περιπτώσεις στις οποίες μαθητές από το Κροκύλειο δεν προβιβάστηκαν στην επόμενη τάξη. Ας σημειωθεί ότι ποτέ κανένα από τα ελάχιστα κορίτσια που αναγράφονται στους γυμνασιακούς γενικούς ελέγχους δεν απορρίφθηκε. Για τις πηγές βλ. εδώ σημ. 55. Οι υπολογισμοί ποσοστών βασίζονται στα στοιχεία των παραπάνω πηγών.

p. 215

Πήγα μέχρ' την τρίτη τάξη. Μετά με βάστηξε ο πατέρας μου, γιατ' ήθελε να κάνω δουλειές, να σκαρίζω τα μανάρια, ας πούμε ... Δεν τάπαιρνα και τόσο πολύ τα γράμματα αλλά ήθελα να πάω στο σχολείο. Αλλά με βάσταξε ο πατέρας μου. Μέχρ' την Τρίτ' πήγα. Και στην Τρίτ' έμεινα γιατί μια μέρα πήγαινα, δύο έλειπα. Πήγαινα, με ρώταγε ο δάσκαλος, δεν ήξερα για τι είχαμε Φυσική, για τι είχαμε Γεωγραφία, δεν είχα ιδέα».61

Δέκα χρόνια αργότερα τα πράγματα δεν είχαν αλλάξει για τα περισσότερα παιδιά των τσοπάνηδων και ο Μ. Μ. που γεννήθηκε το 1926 αφηγείται: «Εγώ από οχτώ χρονών σκάριζα τακτικά. Αλλά πήγαινα και στο σχολείο. Όποτε μ' αφήναν. Δε μ' αφήναν ολοένα να πάω. Μετά, να πούμε, την Πέμπτη τάξ' τα Χριστούγεννα με κρατήσαν. Δε με ξαναφήσαν να πάω. Τι νογάγαμε εμείς τότε; Άλλη η ζωή τότε. Με κράτσαν».62 Όπως λέει η Γ. Α. που γεννήθηκε το 1913 και είναι απόφοιτος του Δημοτικού σχολείου: «Μόλις καταλαβαίναμε, πηγαίναμε στο Δημοτικό, βγάζαμε το σχολείο, δεν το βγάζαμε - όποιος είχε πολλές δουλειές, πολλοί πούχαν πρόβατα, τσοπάνηδες κι αυτά, τα διακόπταν τα παιδιά και τα στέλναν στα πρόβατά τς».63 Και τούτο πρέπει να ίσχυε προπάντων για τα μεγαλύτερα παιδιά των πολυμελών οικογενειών των τσοπάνηδων (τόσο η Γ. Σ. όσο και ο Μ. Μ. στους οποίους αναφερθήκαμε προηγουμένως ήταν πρωτότοκα παιδιά).

Ο Μ. Μ., όπως προφανώς και αρκετοί συνομήλικοι του, δέχτηκε με ανακούφιση τη διακοπή της φοίτησης στο σχολείο. Η ταυτόχρονη επιβάρυνση με εργασίες θα ήταν δυσβάσταχτη για τα παιδιά: «Δεν κατλάβαινα. Εγώ τσοπάνς ήθελα. Τι να λέω ψέματα... Αυτά μάρεσαν εμένα. Τα γίδια και τα κατσικάκια, να τάχω στα χέρια μ', να παίζω, να τα χαϊδεύω, να γελάω, να...».64

Όμως για άλλα παιδιά, προπαντός αγόρια, η αναγκαστική αποχή από το σχολείο, δηλαδή από ένα χώρο συνεύρευσης με συνομήλικους, από ένα χώρο αναγνωρισμένο στην κοινωνική συνείδηση και «διαβατήριο» κοινωνικής ανόδου, αποτελούσε εμπειρία οδυνηρή - ιδιαίτερα βέβαια αν ήταν «καλοί μαθητές»: Ο Α. Μ. γεννήθηκε το 1903 και αποφοίτησε από το Ελληνικό σχολείο. Ήταν προικισμένος μαθητής —αυτό φάνηκε καθαρά και από το πλούσιο λεξιλόγιο και τη σωστή σύνταξη των προτάσεων στη διάρκεια της συνέντευξης- αλλά δε μπόρεσε να συνεχίσει τις σπουδές του στο Γυμνάσιο. Ήδη στα χρόνια του Δημοτικού ήταν αναγκασμένος από καιρό σε καιρό να απουσιάζει από το σχολείο, προφανώς για να βοηθά τον πατέρα του στη βοσκή των ζώων: «Τόθελα

61. Συν. με την Γ. Σ., σ. 3.

62. Συν. με τον Μ. Μ. και την Κ. Μ., σ. 8.

63. Συν. με την Γ. Α., σ. Γ επίσης Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 1: «Ήταν ορισμένοι άνθρωποι που δεν είχανε πράματα (ζώα) και τα παιδιά πάγαιναν κανονικά στο σχολείο».

64. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 6.

p. 216
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 197

    —στην ορεινή αγροτική κοινωνία του ελλαδικού χώρου αλλά και στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο— οδηγούσε με αργούς ρυθμούς προς την αποκρυστάλλωση της παιδικής ηλικίας ως απόλυτα διακριτής και εσωτερικά διαβαθμισμένης κοινωνικής κατηγορίας στη συνείδηση των ανθρώπων, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στα αγόρια. Όπως παρατήρησε η Ε. Schrumpf για τη Νορβηγία του ύστερου 19ου και του 20ού αι. η οργάνωση του σχολείου κατά τάξεις και ηλικιακές ομάδες ανέδειξε «την ηλικία σε ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα στη διαμόρφωση του σύγχρονου παιδιού».21


    Στη νοοτροπία των χωριανών το σχολείο αφορούσε κυρίως τα αγόρια. Είναι κοινός τόπος στην ιστορία της παιδικής ηλικίας και επιβεβαιώνεται και από το δικό μας παράδειγμα: Τα αγόρια εντάσσονται κατά προτεραιότητα και με ταχύτερους ρυθμούς απ' όσο τα κορίτσια, στην κοινωνική κατηγορία των παιδιών σχολικής ηλικίας.22

    Αναμφισβήτητα, περίπου μετά το 1910 είχε συντελεστεί σημαντική πρόοδος στη σχολική εκπαίδευση των κοριτσιών" μάλιστα γύρω στα 1918 λειτούργησε, όπως φαίνεται, στο χωριό Δημοτικό σχολείο θηλέων σε μια προσπάθεια διαχωρισμού μαθητών και μαθητριών. Στο σχολείο αυτό δίδασκε δασκάλα από το χωριό (η Κική Καντά, από την παλιά οικογένεια των Κανταίων) σε όσα κορίτσια είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν:

    Έπειτα ήρθε κι μια δασκάλα ιδώ, επί πληρωμή, τώρα δε θυμάμαι, δυόμση δραχμές δίναμε, τη βδομάδα δίναμε δυόμση δραχμές, το μήνα δίναμε δυόμση δραχμές; Κει πούν' το ταχυδρουμείο τώρα, εκεί ήταν το σχουλείο... Όλο κορίτσια. Όχ' αγόρια, ήμασταν όλο κορίτσια. Όποιο είχε του δίφραγκου, τότε δυόμισ' δραχμές, κείνα πήγαν, όχ' ούλα τα κορίτσια... Κείνα πόχαν το δίφραγκο. Ο πατέρας μ' είχε να δώσ', είχε του μαγαζί κι έβγανε λεφτά.23

    21. Ε. Schrumpf, «From full-time to part-time: Working children in Norway from the nineteenth to the twentieth century», στο de Coninck-Smith κ.α., Industrious Children, σ. 47-78, σ. 73.

    22. Αυτό ωστόσο ισχύει σε μεγαλύτερο βαθμό για τον ελλαδικό -και προφανώς για τον ευρύτερο βαλκανικό- χώρο παρά για άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες με διαφορετικές οικονομικές δομές και διαδρομές. Στον ανατολικό αλπικό χώρο λ.χ. ο βαθμός σχολικής παρακολούθησης την εποχή που μας απασχολεί δε διαφοροποιούνταν παρά ελάχιστα κατά φύλο (βλ. σχετικά το συγκριτικό άρθρο μου: M. Papathanassiou, «Rural Childhood(s) in Austria and Greece», ό.π., σ. 58, 59).

    23. Συν. με την Π. Γ., σ. 10, 11.