Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Title:Growing up in Mountainous Regions
 
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
 
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
 
Nr. within series:38
 
Place of Publication:Athens
 
Publisher:General Secretariat for Youth
 
Date of Publication:2003
 
Pagination:387
 
Nr. of vol.:1 volume
 
Language:Greek
 
Subject:Mentalities and Behaviour
 
Social integration
 
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
 
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
 
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
 
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
 
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
 
Visible pages: 233-252 από: 395
-20
Current page:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/233.gif&w=600&h=915

ευκολότερα ελεγχόμενο από την κρατική εξουσία χώρο έκφρασης. Οπωσδήποτε, μέσω του σχολείου το παιδί εκπροσωπούσε την οικογένεια του στο θρησκευτικό χώρο' αλλά από τη στιγμή που το σχολείο καθίστατο υπεύθυνο για τη θρησκευτικότητα, η θρησκευτική πρακτική έπαυε να αποτελεί αποκλειστικά υπόθεση της οικογένειας. Το παιδί στην εκκλησία εκπροσωπούσε επίσης και προπάντων τον εαυτό του ως μέλος του σχολείου, ενός κατ' εξοχήν κρατικού θεσμού την εποχή αυτή. Μέσω του σχολείου η θρησκεία αποκτούσε ταυτόχρονα εθνική διάσταση, αφορούσε στο κάθε παιδί ως πολίτη του εθνικού κράτους, το οποίο αποθεωνόταν στον εθνικό και θρησκευτικό εορτασμό της 25ης Μαρτίου. Στην πράξη βέβαια οι οικογένειες συχνά αγνοούσαν σχολικές (και κρατικές) επιταγές. Μετά την αποφοίτηση από το Δημοτικό ή την εγκατάλειψή του, η θρησκευτική ζωή, τουλάχιστον για όσους έμεναν έξω από το χωριό, δηλαδή κατά κύριο λόγο για τα παιδιά των τσοπάνηδων, έβρισκε τον παλιό, παραδοσιακό ρυθμό της:

Nat, όποιος ευκαιρούσε, πήγαινε εκκλησία. Πήγαινε ένας απ' το σπίτ', πήγαιναν δύο. Όποιος είχε πράματα και δλειές δεν πήγαινε... Όσο πηγαίναμε σκολείο, μας πήγαιν' η δασκάλα κάθε Κυριακή. Ήταν υποχρεωμένη, δεν είν' όπως τώρα. Τα πάαινε η δασκάλα, τα πάαινε στη γραμμή τα παιδιά σκολείο... Ναι, άμα δεν πήγαινες σχολείο υπήρχε τιμωρία, αλλά σάματ' και δε μας κράταγαν κιόλα οι γονείς μας, πούταν σης δουλειές; Ε, ύστερα μεγαλώσαμε, μας άρενε να πάμε στην εκκλησία. Όποτε ευκαιρούσαμε, πηγαίναμε στην εκκλησία.

Όσα παιδιά δε γνώριζαν την προσευχή ή απουσίαζαν από την εκκλησία τιμωρούνταν, παρ' όλο που η άγνοιά τους οφειλόταν σε μεγάλο μέρος στις συνθήκες διαβίωσής τους και τις ανάγκες της οικογενειακής οικονομίας. Φόβος και άγχος πρέπει να σημάδευαν την καθημερινότητα αρκετών παιδιών:

Το Πάτερ Ημών το μάθαμε στο σχολείο, στο σχολείο αυτά τα πράματα. Ο δάσκαλος, μας μάλωνε άμα δεν πηγαίναμε εκκλησία. Μια φορά είχα το δάσκαλο στην Τρίτη τάξ' κι είχαμε έναν που ήταν λίγο αυστηρός. «Γιατί Σ. δεν ήρθες εχθές στο σχολείο;» Εγώ με την ξαδέρφη μου... Εγώ δεν ήξερα την προσευχή, το Πάτερ Ημών. Κι αφού δεν ήξερα δεν πήγα στο σχολείο. Άμα πήγα... Μας μάλωνε... Ξύλο! Πρήστκε το χέρι μου. Μελάνιασε!109

Τα πρότυπα συμπεριφοράς τα οποία υποστήριζε το σχολείο απέκλιναν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό από την πρακτική της πλειοψηφίας των χωριανών, με εξαίρεση τις διαφυλικές σχέσεις. Η προσπάθεια διαχωρισμού αγοριών και κοριτσιών ήταν συνειδητή, συνεχής και ξεκινούσε από τη χωριστή τοποθέτησή τους στα θρανία. Το γεγονός, όμως, ότι το σχολείο ήταν, κατά το μεγα-

109. Συν. με την Γ. Σ., σ. 4.

p. 233
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/234.gif&w=600&h=915

μεγαλύτερο μέρος της περιόδου που πραγματεύομαι, μικτό απέκλειε τον απόλυτο διαχωρισμό των δύο φύλων αφού αγόρια και κορίτσια περνούσαν αρκετές ώρες της ημέρας στον ίδιο χώρο. Το ειδύλλιο ενός μαθητή και μιας μαθήτριας στο Δημοτικό έληξε υποχρεωτικά και άδοξα" μετά από αυτό το περιστατικό το κορίτσι δεν ξαναπήγε στο σχολείο: «Κι αστεία κάναμε κι αυτά, και η μία η κοπέλα αγαπούσε κάποιο παιδί εκεί, αλλά την έπιασε ο Θ. και ...σταμάτσε το σχολείο από κει... Δάσκαλος ο Θ., κοίταε και τ' μικρή τ' μύγα... Άλλαζαν γράμματα. Με τα γράμματ' τν έπιασε».110 Φαίνεται λοιπόν πως στην πράξη το Δημοτικό σχολείο στην ύπαιθρο —όπου ουσιαστικά δεν υπήρχε οικονομική δυνατότητα συγκρότησης και λειτουργίας χωριστών σχολείων κατά φύλο- λειτουργούσε ως χώρος συνεύρεσης αγοριών και κοριτσιών παρά τη θέληση του και παρά τον σαφή χωροχρονικό διαχωρισμό των δύο φύλων που χαρακτήριζε την καθημερινή ζωή στο χωριό.

Στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος του πρώτου μισού του 19ου αι. η άποψη ότι οι ενήλικες, κυρίως οι δημόσιοι λειτουργοί, οφείλουν να απαγορεύουν στα παιδιά να παίζουν εκτός του οικιακού ή του σχολικού χώρου και γενικότερα εκτός χώρων οριοθετημένων από τους ενήλικες, κυριαρχούσε στους κύκλους των παιδαγωγών που διαμόρφωναν ή επηρέαζαν τη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι, εκτός των διδασκόντων, την εξωσχολική συμπεριφορά των μαθητών επιτηρούσαν από το 1856-1918 και οι επιστάτες των σχολείων ως άτυποι παιδονόμοι. Από το 1918-1932 επιλέγονταν παιδονόμοι από τους δήμους και τις αρμόδιες σχολικές επιτροπές.111 Υποθέτω, όμως, ότι στην πράξη συχνά, τουλάχιστον στην ύπαιθρο και μάλιστα στον γεωγραφικά απομονωμένο ορεινό χώρο, καθήκοντα παιδονόμων αναλάμβαναν οι δάσκαλοι, ελλείψει προσωπικού ή πόρων. Ο Αλέξανδρος Κρίκος στην αυτοβιογραφία του αναφέρεται σε ιδιαίτερα αυστηρούς περιορισμούς που επιβάλλονταν στα παιδιά από τους δασκάλους στο Σουρούστι (σημ. Κερασιά) γύρω στα 1890 και τους αποδίδει στην έλλειψη παιδαγωγικής μόρφωσης των γραμματοδιδασκάλων -ως επί το πλείστον ιερέων- οι οποίοι απαιτούσαν ουσιαστικά να μην παίζουν τα παιδιά (τα αγόρια), παρά μόνο να μελετούν.112

Ανεξάρτητα από την επίσημη κατάργηση του θεσμού του παιδονόμου το 1932, οι δάσκαλοι πρέπει να προωθούσαν πρότυπα συμπεριφοράς τα οποία εξέφραζαν σύγχρονες κυρίαρχες παιδαγωγικές αντιλήψεις για τον σαφή διαχωρισμό των παιδιών από τους ενήλικες και ουσιαστικά συγκρούονταν με το έθος (habitus) και την καθημερινή πρακτική της τοπικής κοινωνίας. Η παρουσία

110. Συν. με την Λ. Π., σ. 13.

111. Λέφας, Ιστορία της Εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 164' Π. Δορμπαράκης, Π. Χαραμής, Χ. Ξενάκη (επιμ.), Παιδαγωγική-Ψυχολογική Εγκυκλοπαίδεια-Λεξικό, τ. 7, Αθήνα 1991, λήμμα «παιδονόμος», σ. 3664-3665.

112. Α. Κρίκος, Αυτοβιογραφία, ό.π., σ. 11, 12.

p. 234
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/235.gif&w=600&h=915

αγοριών που έπαιζαν στον ευρύτερο χώρο της αγοράς φαίνεται πως ήταν αυτονόητη για τους περισσότερους γονείς αλλά όχι και για τους δασκάλους. Τουλάχιστον μετά το 1925, όταν δάσκαλος στο χωριό ήταν ο θρυλικός Θ. Ζ., απαγορευόταν να παίζουν τα παιδιά στην αγορά ή γύρω από αυτήν, στο χώρο δηλαδή όπου υπήρχαν δύο καφενεία και μαζεύονταν οι άνδρες του χωριού για να πιούνε και να παίξουν χαρτιά. Οι απαγορεύσεις αυτές αφορούσαν κυρίως στα αγόρια που επεδείκνυαν και την πιο ατίθαση συμπεριφορά. Ο τσοπάνης Μ. Μ. θυμάται:

Πάαινα σχολείο, μωρέ, και κάποτε πήγαινα, δε θυμάμαι, ποιο παιχνίδ' παίζαν απάνω στο, απάν' πουν' το ξενοδοχείο τώρα, ήταν ένα αλώνι εκεί πέρα κι εκεί μαζευόμασταν. Κι άμα ερχιέταν ο Θ. κι έπιανε ένα παιδί, δεν ήθελε και πολλά, ένα να γνώρζες, ένα... Δε μας άφηνε αυτός να γυρίζουμε στο χωριό, απάνω στην αγορά. Ήτανε σχολείο άλλο. Με ποια παιδιά ήσουν χθες το βράδι; Πέστε, από ένα, ένα να σηκωθούν απάνω. Πααίναμε εκεί, μας έβανε τιμωρία."3

Μέσω του σχολείου η παιδική και νεανική ηλικία αποκτούσε κοινωνικά όρια, διαχωριζόταν αυστηρά πλέον από την ενήλικη ζωή και αποκρυσταλλωνόταν σιγά-σιγά ως ξεχωριστή οντότητα στη συνείδηση της μικροκοινωνίας.

Η τήρηση κανόνων ατομικής υγιεινής ήταν κάτι άγνωστο στους περισσότερους γονείς και οι δάσκαλοι κατέβαλλαν προσπάθεια να «διαφωτίσουν» τον πληθυσμό. Χαρακτηριστική η περίπτωση του δασκάλου που ζητούσε από τα παιδιά να βγάλουν την κάλτσα από το αριστερό τους πόδι για να δει αν είχαν πλυθεί. Την ιστορία αυτή αφηγήθηκε η μοναχοκόρη του καθηγητή του Σχολαρχείου που γεννήθηκε το 1918. Εκείνη ανήκε στα προνομιούχα παιδιά: η οικογένειά της είχε τη δυνατότητα να αγοράζει σαπούνι από το παντοπωλείο, η μητέρα της είχε το χρόνο να την πλένει τακτικά και η ίδια δε χρειαζόταν να τρέχει ξυπόλητη στα χωράφια ή πίσω από κάποιο κοπάδι, όπως πολλοί συμμαθητές και συμμαθήτριές της, για τους οποίους η σχολική επιταγή σωματικής καθαριότητας συγκρουόταν με τις προϋποθέσεις και τις απαιτήσεις της καθημερινότητάς τους και εντέλει με τη νοοτροπία τους:

Ένα άλλο που μπορεί να σ' ενδιαφέρει -έντονη ανάμνηση— είναι ότι τα παιδιά δεν πλένονταν τότε. Ο δάσκαλος στο σχολείο μας έλεγε: «Βγάλτε τις κάλτσες να δω αν είναι πλυμένα τα πόδια σας», κι όποιου δεν ήταν τούδινε και μια εκεί, κι είχαμε το φόβο (η έκφραση παραπέμπει στο φόβο ως μέσο διαπαιδαγώγησης)για να πλένουμε τα πόδια μας... εμένα μ' έβαζε κάθε Σάββατο η μάνα μου στη σκάφη και μ ' έπλενε, αλλά αμφιβάλλω, αν απ'

113. Συν. με τον Μ. Μ. και την Κ. Μ., σ. 12.

p. 235
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/236.gif&w=600&h=915

όλα τα παιδιά πλέναν εκεί τα πόδια τους λίγο... Ο δάσκαλος μας έλεγε, την αριστερή κάλτσα όλοι, και μια φορά μας είπε, όλες τις κάλτσες, και τις δυο κάλτσες, και βρέθηκαν αρκετά παιδιά πούχαν μόνο τόνα πόδι πλύνει.11*

Πολλά παιδιά πρέπει να βίωναν το άγχος για αξιοπρεπή εμφάνιση στο δημόσιο χώρο του σχολείου, ιδιαίτερα όσα δεν είχαν παρά γουρνοτσάρουχα και μπαλωμένα ρούχα. Το σχολείο ευνοούσε με αυτό τον τρόπο τον κοινωνικό ανταγωνισμό μεταξύ των παιδιών σε επίπεδο κατ' αρχήν προσωπικό, ατομικό, και μόνο κατά δεύτερο λόγο οικογενειακό (ως εκπροσώπων των οικογενειών τους).

Πάντως οι διδάσκοντες δε φαίνεται να έκαναν διακρίσεις ανάμεσα στα παιδιά με κριτήριο την κοινωνική τους θέση μέσα στο χωριό, παρ' όλο που εκ των πραγμάτων η εμφάνιση αντανακλούσε ως ένα σημείο την κοινωνική θέση. Ακόμη και συνομιλητές οι οποίοι μιλούν με μια διάχυτη πικρία για τα παιδικά και νεανικά τους χρόνια στο χωριό, για τις λιγοστές ευκαιρίες που είχαν να μάθουν «κάτι» στο σχολείο, δηλώνουν κατηγορηματικά ότι οι δάσκαλοι δεν έκαναν διακρίσεις εις βάρος τους.115 Το επισημαίνω αυτό έχοντας υπόψη μαρτυρίες για την αυστριακή ύπαιθρο την ίδια περίοδο, που αφήνουν να εννοηθεί πως οι δάσκαλοι ή οι δασκάλες συχνά ευνοούσαν ανοιχτά παιδιά εύπορων και πολιτικά ισχυρών αγροτικών οικογενειών.116 Προφανώς, αυτές οι εκδηλώσεις εύνοιας συνδέονταν με την αυστηρότερη διαστρωμάτωση της αυστριακής αγροτικής κοινωνίας κατά το μεγαλύτερο μέρος της.117

7. ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ Από τις πρώτες δεκαετίες της ζωής του το νεοελληνικό κράτος επιχείρησε να

114. Συν. με την Π. Α., σ. 1, 2.

115. Βλ. λ. χ., Συν. με την Γ. Ζ., σ. 5.

116. Weber, Hauslerkindheit..., ό.π., σ. 33.

117. Στις περισσότερες περιοχές της ορεινής, και όχι μόνο, Αυστρίας η κοινωνικο-οικονομική διαστρωμάτωση αντανακλά προπάντων στις πολυεπίπεδες σχέσεις άμεσης εργασιακής εκμετάλλευσης και εξάρτησης των οικονομικά ασθενών από τους οικονομικά ισχυρούς, των αγροτικών υπηρετών από τους αγρότες, των γόνων των αγροτικών υπηρετών (συχνά νόθων) από τους νόμιμους γόνους των αγροτών κ.λπ. Στο παράδειγμά μου θα έλεγα ότι η κοινωνικο-οικονομική διαστρωμάτωση αντανακλά προπάντων στη διαβαθμισμένη πρόσβαση στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς και στον τρόπο ζωής των αστικών κέντρων: Υψηλότερα στην ιεραρχική κλίμακα βρίσκονται όσοι έχουν μεγαλύτερες προοπτικές να εγκαταλείψουν τον αγροτικό τρόπο ζωής. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η μορφή κοινωνικής διαστρωμάτωσης κατ' αρχήν δεν ευνοεί συγκρούσεις αφού το σημείο αναφοράς του κοινωνικού κεφαλαίου βρίσκεται εκτός των ορίων της αγροτικής οικονομίας και κοινωνίας.

p. 236
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/237.gif&w=600&h=915

περιορίσει τη φυσική βία ως μέσο τιμωρίας των μαθητών από τους διδάσκοντες, απαγορεύοντας τους ραβδισμούς και τις μαστιγώσεις και επιτρέποντας ποινές που, όταν εφαρμόζονταν με μέτρο, κατ' αρχήν δεν απειλούσαν τη σωματική υγεία των παιδιών, όπως η γονυκλισία, η ασιτία ή ολιγοσιτία, η φυλάκιση. Το αρμόδιο υπουργείο απέστειλε στα σχολεία επανειλημμένως (το 1848, το 1854, το 1867, το 1884) σχετικές εγκυκλίους που εξέφραζαν αγανάκτηση για τις παρεκτροπές των δασκάλων και ανησυχία για την εκτράχυνση της νεολαίας.118 Αν κρίνουμε μάλιστα από Διάταγμα του 1893, κατά την περίοδο που μας απασχολεί, οι σωματικές (ή εν πάση περιπτώσει οι άμεσα αναγνωρίσιμες ως σωματικές) ποινές είχαν καταργηθεί ατεό το νόμο, σχεδόν ολοκληρωτικά ως μέσο τιμωρίας των μαθητών, με εξαίρεση την ποινή της ορθοστασίας.119 Ωστόσο, συχνά η πραγματικότητα ήταν όχι μόνο πολύ διαφορετική αλλά και κοινωνικά αποδεκτή αν όχι αυτονόητη.120 Ας μην ξεχνάμε ότι στον ορεινό χώρο η ληστεία και η σωματική βία με την οποία ήταν συνυφασμένη, δεν εξέλιπαν παρά σταδιακά τη δεκαετία του 1930 αλλά παρέμεναν, κατά κάποιο τρόπο, ζωντανές στις αφηγήσεις των γερόντων. Στη συνείδηση της ορεινής αγροτικής κοινωνίας η φυσική βία δεν αποτελούσε ταμπού.121 Σε ένα άλλο σημείο της εργασίας, εξετάζοντας τις ποινές που επέβαλλαν οι γονείς στα παιδιά, επεσήμανα ότι δε θα πρέπει να ταυτίζουμε το ξύλο με την κακοποίηση, ούτε να αντιμετωπίζουμε το ξύλο ως ακραία μορφή βίας, όταν μελετάμε κοινωνίες στην οικονομική-εργασιακή ζωή και στον αξιακό κώδικα των οποίων η δύναμη και η αντοχή του σώματος κατέχουν κεντρική θέση.

Η σωματική βία αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο της σχολικής καθημερινότητας και ήταν, ως ένα σημείο, αμφίδρομη: Δεν κατευθυνόταν μόνον από το δάσκαλο προς τους μαθητές αλλά και αντιστρόφως. Τούτο συνδέεται, ως ένα βαθμό, με το γεγονός ότι, όπως προανέφερα, τουλάχιστον στις αρχές του 20ού αι. φοιτούσαν στο Δημοτικό μαθητές ηλικίας πάνω από 15 χρόνων.

Οι αναμνήσεις από τους δασκάλους στο Δημοτικό και τους καθηγητές στο

118. Λέφας, Ιστορία της Εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 162-163.

119. Το διάταγμα αναφέρεται από την Κοντονή, Το Νεοελληνικό Σχολείο, ό.π., σ. 135.

120. Ανάλογη ήταν η κατάσταση στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης κατά την περίοδο που εξετάζουμε, παρ' όλο που και στην Αψβουργική Μοναρχία διάταγμα του 1905 χαρακτήριζε τη φυσική βία ως απαράδεκτο μέσο τιμωρίας στα σχολεία: Βλ. Eva Tesar (επιμ.), Hände auf die Bank. Erinerungen an den Schulalltag, Wien-Köln-Weimar, 1992 (Damit es nicht verlorengeht..., 7), σ. 40.

121. Πβ. Ν. Elias, The Germans, επιμ. M. Schröter, μετάφραση από τα γερμανικά Ε. Dunning, St. Mennell, Οξφόρδη 1997, σ. 176. (Ο Ελίας θεωρεί ότι εκ φύσεως τα βρέφη και τα παιδιά χρησιμοποιούν τη φυσική βία αλλά ότι η βία στη συνείδηση των νέων των ανεπτυγμένων κοινωνιών αποτελεί πλέον ταμπού, γεγονός που συνδέεται με την αυξανόμενη αποτελεσματικότητα του κρατικού μονοπώλιου εξουσίας).

p. 237
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/238.gif&w=600&h=915

Σχολαρχείο (στη συντριπτική τους πλειοψηφία και κατά το μεγαλύτερο διάστημα της περιόδου που εξετάζουμε οι διδάσκοντες ήταν άνδρες) αφορούν πολύ συχνά στις τιμωρίες, τις σωματικές ποινές που επέβαλλαν. Σχεδόν όλοι, όσοι μου έδωσαν συνέντευξη, αναφέρθηκαν σε ένα ακραίο περιστατικό που έλαβε χώρα ανάμεσα στο 1910 και το 1920: Ένας δάσκαλος τιμώρησε μαθητή με πολύωρο εγκλεισμό στο υπόγειο του σχολείου' το παιδί πέθανε, σύμφωνα με ορισμένους από το φόβο του, σύμφωνα με άλλους επειδή το δάγκωσαν οχιές. Το γεγονός συγκλόνισε το χωριό.

Μαρτυρίες για σωματικές ποινές στο σχολείο υπάρχουν και για άλλα χωριά της βρεινής Δωρίδας" ανάμεσά τους αναφέρεται και η τιμωρία «πέτρα στο λαιμό», επινόηση ενός δασκάλου στο Διχώρι (Κωστάριτσα) που έβαζε τα παιδιά να στέκονται στο ένα πόδι με μια πέτρα κρεμασμένη με σκοινί στον λαιμό τους. Αλλά οι πιο συνηθισμένες τιμωρίες ήταν ο περιορισμός στο σχολείο και η στέρηση τροφής κατά τη μεσημεριανή διακοπή, η ορθοστασία ή γονυκλισία στη διάρκεια του μαθήματος και προπάντων το ξύλο με τη βέργα.122

Το ξύλο με τη βέργα αποτελούσε φυσικά και στο παράδειγμά μου την πλέον συνηθισμένη ποινή" και δεν εφαρμοζόταν μόνο όταν τα παιδιά δεν πειθαρχούσαν την ώρα της διδασκαλίας, αλλά επίσης, και όταν δεν είχαν μελετήσει. Πολλές φορές οι δάσκαλοι έστελναν τα ίδια τα παιδιά να κόψουν τις βέργες -το όργανο με το οποίο θα τιμωρούνταν-, από τις ρεματιές, διαδικασία που οφειλόταν βέβαια σε πρακτικούς λόγους -αφού η ίδια βέργα δε μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά πολλές φορές- αλλά συμβόλιζε, συγχρόνως, την παραδοχή της ενοχής του μαθητή από τον ίδιο και την πλήρη υποταγή του στην κρίση και τη βούληση του δασκάλου.

Η αφήγηση της Γ. Α. δίνει μια γενική εικόνα των πρακτικών που υιοθετούνταν:

Όποιο παιδί δεν ήξερε γράμματα, τόβανε ο δάσκαλος τιμωρία, τόστελνε κι έκοβε σ' ένα ρέμα κάτ' βέργες από ιτέα. Κι αφού δεν ξέραν πολλά παιδιά γράμματα, τάδερνε στα χέρια. Τότε ήταν κακό κι αυτό. Τάκανε τα χέρια τς εδώ... Υπήρχαν πολλά παιδιά που έτρωγαν ξύλο... προπαντός για τα μαθήματα. Ή για καμιά πέτρα, πέταξε κι έσπασε ένα τζάμι, ή για καμιά ζημιά, για κάτι τέτοια.123

Φαίνεται ότι κυρίως τιμωρούνταν αγόρια επειδή παρουσίαζαν συχνότερα παραβατική συμπεριφορά. Αυτό οφειλόταν οπωσδήποτε και στη μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων με την οποία ανατρέφονταν. Η χαμηλή επίδοση στα μαθήματα αναφέρεται ως αποκλειστική αιτία ξυλοδαρμού των μαθητριών παρ' όλο

122. Λουκοπούλου-Παττίχη, Επιστροφή, ό.π., σ. 144' Παπαϊωάννου, Τα Κλειδιά..., ό.π., σ. 45' Κρίκος, Αυτοβιογραφία, ό.π., σ. 11-13.

123. Συν. με την Γ. Α., σ. 9.

p. 238
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/239.gif&w=600&h=915

που οι δάσκαλοι γνώριζαν πολύ καλά ότι τα παιδιά, και μάλιστα τα κορίτσια, επωμίζονταν ένα σωρό ευθύνες από μικρή ηλικία και είχαν στη διάθεση τους ελάχιστο χρόνο για μελέτη. Αναμφισβήτητα, ο μεγάλος αριθμός των μαθητών και οι δύσκολες υλικές συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξαγόταν το μάθημα δεν άφηναν πολλά περιθώρια στους δασκάλους ώστε να δείχνουν κατανόηση στα παιδιά. Ίσως σκέφτονταν ότι η παραμικρή επιείκεια θα αποθράσυνε εκείνους τους μαθητές που ζητούσαν αφορμή να προκαλέσουν αναστάτωση και να εγκαταλείψουν το σχολείο. Εν πάση περιπτώσει, τιμωρώντας το παιδί που «δεν ήξερε το μάθημα» ο δάσκαλος, εκούσια ή ακούσια, το καθιστούσε αποκλειστικά υπεύθυνο για την επίδοσή του στο σχολείο. Επομένως, δεν αναγνώριζε ή δεν είχε την πολυτέλεια να αναγνωρίσει ότι στο χώρο της οικογένειας η ζωή των ενηλίκων παρέμενε άρρηκτα συνδεμένη με αυτή των παιδιών, παρ' όλο που το σχολείο οριοθετούσε θεσμικά το χωρόχρονο των μαθητών, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη συγκρότηση μιας παιδικής-νεανικής ηλικίας σαφώς διαχωρισμένης από την ενήλικη ζωή.

Η υποχρεωτική σχολική παρακολούθηση και οι απαιτήσεις των δασκάλων συγκρούονταν με τις απαιτήσεις της οικογενειακής οικονομίας και ενέπλεκαν πολλά παιδιά, ιδιαίτερα κορίτσια, σε ένα φαύλο κύκλο:

Στο δημοτικό που πήγαινα εγώ είχα το δάσκαλο το... Ήταν πολύ ζωηρός δάσκαλος κι ήμασταν γειτόν' και τς έλεγε τς μάνας μου: «Ασήμω, Ασήμω το κορίτσ' θα το στείλς σχολείο;» —«Όχ' δε 'ρχιέται σήμερα, θα πετάξει σπόρο το κορίτσ». Και τότες παρέμενε και παρέμενε το σχολείο, πάαινα γω στο σχολείο, με κοπάναε ο δάσκαλος, χτύπαγε κιόλας ο... Ήταν όμως καλός δάσκαλος, δεν ήταν άσκημος. Για καλό με χτύπαγε. Να μάθω κάτι, ήμασταν στραβοί,124

Οι αφηγήσεις των ανδρών για το ξύλο που «έφαγαν» από τους δασκάλους στο σχολείο είναι δραματικότερες: Τα αγόρια συχνά αμφισβητούσαν ανοιχτά την εξουσία του δασκάλου, τολμούσαν να παραβούν στοιχειώδεις κανόνες πειθαρχίας και αντιδρούσαν δυναμικά στην προσπάθεια του να επιβάλει σωματικές ποινές. Αυτό ίσχυε, προπάντων, για όσα αγόρια δεν παρακολουθούσαν τακτικά τα μαθήματα και ήταν ιδιαίτερα αδύνατοι μαθητές. Και στο χώρο του σχολείου, όπως και της οικογένειας, η πειθαρχία, η υποταγή στην εξουσία των ενηλίκων αφορά πρώτα απ' όλα τα κορίτσια, κι ας ήταν το σχολείο, όπως έχω αναφέρει παραπάνω, κατ' αρχήν «υπόθεση των αγοριών».

Χαρακτηριστικό για την απειθαρχία των αγοριών στο σχολείο αλλά και για την αμφισβήτηση της εξουσίας του δασκάλου και κατ' επέκταση των σχολικών μηχανισμών είναι το περιστατικό που αφηγείται ο Α. Μ. και υπολογίζω ότι συνέβη μεταξύ 1910 και 1913:

124. Συν. με την Λ. Π., σ. 4.

p. 239
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/240.gif&w=600&h=915

Είχαμε δυο δασκάλους πρωταρχικά, μετά είχαμε δασκάλα, πέθανε. Ο ένας ήταν πολύ αυστηρός, αλλά εγώ δεν είχα φάει ξύλο, έδερνε τα κακοποιά στοιχεία. Ήταν τότε άγρια τα παιδιά. Εγώ ήμαν κάπως μαλακός εκεί. Κάποτε, τότε κάθε Πέμπτη μας μάζευε ο δάσκαλος και πηγαίναμε εκδρομή... Μια μέρα δεν ήρθε το πρωί, κάτ' δουλειά θα είχε στο σπίτι τ'. Το σπίτι τ' ήταν εδώ πιο δώθε, κι ήταν απέναντι απ' το σχολείο και τον βλέπαμε το δάσκαλο. Περιμέναμε να' ρθει, δεν ήρθε. Αφού δεν ήρθε, λένε κάτ' μεγάλ', να σκωθούμε να φύγουμε, να πάμε μοναχοί μας. Πού να πάνε ξέρω γω, σκώνονται, φεύγουνε. Σκώνομαι, πάω κι εγώ κοντά ήμαν μικρός εγώ τότε, μικρότερος. ...Πήγαμε εκεί στη ράχ' πιο πέρα και παίζαμε αλλά κοιτάγαμε και για το δάσκαλο, τον είδαμε, κίνησε απ' το σπίτι τ' κι έρχεταν. Τώρα, αν σηκωνόμασταν τρέχοντας να πάμε στο σχολείο, θα προφθάναμε, αλλά ποιος (να σηκωθεί) ; Εκείνα τα μεγάλα ήταν κακοποιά στοιχεία' πήε εκεί, βρίσκ' ένα κορίτσ' κι ένα παιδί, δε θμάμαι τώρα, κάνα δυο τα θμάμαι, αν ήταν και τρίτος δε θμάμαι καλά, ε, τς είπε εκεί, τι έγινε εκεί, φύγαμε εμείς οι άλλ', μπήκε μέσα ο δάσκαλος, έκλεισε η πόρτα, πάει. Τν άλλη μέρα πήγαμε, έλεγαν, μας είπαν οι μεγάλ', έλεγαν, άμα μας δείρει, αρχίσει να μας δέρν', να φύγουμ' όλ', να πηδούμε όξω, να φύγουμε. Ο δάσκαλος, ήρθ' ο δάσκαλος, σκωθήκαμε όρθιοι, όπως άνξε τν πόρτα, γυρίζ και παίρν' το κλειδάκ' πάλ' και κλειδών' από μέσα. Ήταν και άλλ' πόρτα αλλά ήταν κλειδωμέν' από πρωτύτερα. Κολλητοί, γύρω γύρω, να καθήστε στο δωμάτιο. Ε, ήρθαν, κίνσαν τα παιδιά, κίνσα κι εγώ κοντά, δυο, τρεις, τέσσερις θα ήταν μπροστά από μένα απ' την πόρτα, κι εγώ ήμαν παραπίσω εδώ. Όσα ήξερε ότι ήταν κακοποιά στοιχεία, ξύλο. Γυρίζ' σε μένα: «Γιατί έφγες εσύ;» -«Ε, έφγαν τ' άλλα και πήγα κι εγώ κοντά». Ε, ήμαν και μικρός εγώ. Μ' ήφερε μια μπατσούλα και μένα, άλλο τίποτα. Πάν' στο ξύλο είχε δυο λούρες. Έστειλε ένα παιδί να φέρ' λούρες, βέργους.125

Τα αγόρια χάραζαν τις βέργες ώστε να σπάσουν, όταν θα τις χρησιμοποιούσε ο δάσκαλος, πηδούσαν από τα παράθυρα και έτρεχαν για να γλιτώσουν το ξύλο, έστηναν ακόμη και ενέδρες στο δάσκαλο για να τον εκδικηθούν επειδή τα έδειρε. Στη συνείδηση των μεγαλύτερων, ιδίως των νεαρών εκείνων που στα 18 και τα 20 τους χρόνια ήταν υποχρεωμένοι να πάνε στο Δημοτικό για να μάθουν να γράφουν και να διαβάζουν, η εξουσία του δασκάλου και γενικότερα του σχολείου δεν είχε νομιμοποιηθεί.

Σε μια περίπτωση οι μαθητές έστησαν ενέδρα στο δάσκαλο με σκοπό να τον σκοτώσουν - τα όπλα δεν έλειπαν από το χωριό. Παραθέτω τη σχετική μαρτυρία του Γ. Π. που γεννήθηκε γύρω στα 1898:

125. Συν. με τον Α. Μ., σ. 5.

p. 240
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/241.gif&w=600&h=915

Ε, στο δημοτικό σχολείο, παιδί μου, τότες πηγαίνανε παιδιά δεκαοχτώ ετών, είκοσι ... Πήγαιναν και μεγάλα παιδιά και με κουμπούρια μάλιστα. Πηγαίνανε να μάθουν γράμματα, να μάθουν τ' όνομά τους. Μάλιστα μερικοί μεθάγανε κιόλα, πηγαίνοντας στο σχολείο και κυλάγαν κάτ' με τς καπότες που είχαν τότε, τις κάπες ...Μάλιστα ένας εξ αυτών, τον οποίο είχε δείρει ο... του κάμαν ενέδρα στις βρύσες με το όπλο να τον σκοτώσουν, επειδή τους έδειρε στο σχολείο. Το δάσκαλο οι μαθηταί κάμαν ενέδρα! Αυτοί λέγονταν... Κρατήσανε καρτέρι, και τον ειδοποιήσαν το δάσκαλο, να μην περάσ' από κει, θα τον σκοτώσουν.126

Αναφέρονται και λιθοβολισμοί εναντίον του αυστηρού αυτού δασκάλου. Σύμφωνα με μια μαρτυρία: «Ήταν και πολύ σκληρός αυτός. Σε χτύπαγε στο κεφάλι... Αλλά άμα έβγαινε έξω, τον παίρναν με τις πέτρες τα παιδιά».127

Ο Κρίκος αφηγείται στην αυτοβιογραφία του ένα περιστατικό από τη σχολική του ζωή στο Σουρούστι, στο οποίο ο γιος ενός τσοπάνη αντιστέκεται όταν ο δάσκαλος επιχειρεί να τον χτυπήσει με τη βέργα, κατηγορώντας τον άδικα ότι μαζί με συμμαθητές του έκλεψαν τα κεράσια ενός χωριανού" ο μαθητής απειλεί το δάσκαλο ότι θα ανταποδώσει και τον υποχρεώνει τελικά να υποχωρήσει: «ήλλαξεν πορείαν' ίσως εφοβήθη μη τυχόν τον εξευτελίζαμε ... επέταξε την λούρα από τα χέρια του και είπε: "Τέτοιοι που είσθε εσείς οι Σουρουστιώτες, βόιδια θα πεθάνετε"»128 -σημειώνω ότι ο συγκεκριμένος δάσκαλος (και ιερέας) καταγόταν από άλλο χωριό της περιοχής, την Αρτοτίνα. Η θεσμική σχέση εξουσίας δασκάλου και μαθητών δεν ήταν επομένως παγιωμένη στη συνείδηση των τελευταίων, όπως ίσως φαντάζει μέσα από το ρομαντικό πρίσμα ενός αόριστου, α-ιστορικού παρελθόντος, στο οποίο υποτίθεται ότι τα παιδιά ήταν περισσότερο πειθαρχημένα από σήμερα.

Ορισμένοι συνομιλητές υποστήριξαν πως η εξουσιαστική συμπεριφορά των δασκάλων γινόταν αιτία να εγκαταλείψουν κάποια παιδιά για ένα χρονικό διάστημα ή ακόμη και οριστικά το σχολείο.129 Από την πλευρά τους οι γονείς φαίνεται ότι γενικά αναγνώριζαν στο δάσκαλο το δικαίωμα να τιμωρήσει αυστηρά τα παιδιά:130 «Αλλά όταν πήγαινες σχολείο, τι έλεγε η μάνα; "Δάσκαλε, το πετσί και το κόκκαλο να μου φέρεις πίσω. Να μάθουνε γράμματα"». - «Οι δάσκαλοι ήταν αυστηροί. Μερικοί παραήτανε ... και το ζητούσαν και οι γο-

126. Συν. με τον Γ. Π., σ. 13. Επίσης, Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 10.

127. Συν. με τον Χ. Μ., σ. 4.

128. Κρίκος, Αυτοβιογραφία, ό.π., σ. 12, 13.

129. Συν. με τον Γ. Σ. και την Φ. Σ., σ. 4, 5' Συν. με τον Γ. Π., σ. 17' Συν. με τον Χ. T., σ. 3.

130. Πβ. όσα γράφει η Αντμάν, Βία και Πονηριά, ό.π., σ. 200 για τη συμπεριφορά των γονιών, στο χωριό του Πηλίου που μελετά, κατά τη δεκαετία του '70. Και στο Κροκύλειο άλλωστε ο ξυλοδαρμός των παιδιών στο σχολείο ήταν συνηθισμένος, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας και επικροτούνταν γενικά από τους γονείς.

p. 241
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/242.gif&w=600&h=915

γονείς, το δυσάρεστο αυτό ήταν. Α, τα παιδιά θέλουνε ξύλο, θέλουνε ξύλο για να μάθουνε γράμματα».131 Προφανώς για τους περισσότερους το σχολείο αποτελούσε ένα ευπρόσδεκτο, επιπλέον μέσο πειθάρχησης των παιδιών, ανεξάρτητα από τη σημασία που απέδιδαν στη μάθηση.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

Μαθητές Δημοτικού σχολείου Κροκυλείου (1927-1939)

(Α = Άρρενες, Θ = Θήλεις, Σ = Σύνολο)

Έτος Τάξεις Εγγραφέντες Φοιτήσαντες Εξετασθέντες Προαχθέντες

Έτος Τάξεις Εγγραφέντες Φοιτήσαντες Εξετασθέντες Προαχθέντες

Α

Θ

Σ

Α

Θ

Σ

Α

Θ

Σ

Α

Θ

Σ

1927/28

Α'-Δ'

51

48

99

51

47

98

51

47

98

41

41

82

1930/31

Α'-Δ'

44

34

78

40

31

71

40

31

71

35

25

60

Ε'-ς'

17

15

32

15

8

23

15

8

23

15

6

21

Σύνολα

61

49

110

55

39

94

55

39

94

50

31

81

1934/35

Α'-Δ'

50

40

90

49

37

86

49

37

86

43

32

75

Ε'-ς'

12

10

22

11

10

21

11

10

21

11

10

21

Σύνολα

62

50

112

60

47

107

60

47

107

54

52

96

1938/39

Α'-Δ'

44

46

90

44

41

85

41

40

81

46

40

86

[Ε'-ς'

28

8

36

20

6

26]

Σύνολα

72

54

126

66

46

112

Διευκρινίσεις: Τα στοιχεία για το 1927/28 αφορούν μόνο στις τέσσερις πρώτες τάξεις του Δημοτικού αφού αυτό ήταν τετραετές μέχρι το 1929. Για τα έτη 1930/31, 1934/35 και 1938/39 παραθέτω χωριστά τους αριθμούς για τις τέσσερις πρώτες τάξεις του Δημοτικού και τους αριθμούς για την πέμπτη και την έκτη τάξη' τα πλάγια στοιχεία αντιπροσωπεύουν το αντίστοιχο άθροισμα. Τα στοιχεία για το 1938-39 αφορούν στην πρώτη σειρά στις τέσσερις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, στην τρίτη σειρά στο σύνολο των τάξεων του Δημοτικού. Στην δεύτερη η αναγραφή είναι υποθετική γιατί δεν εντόπισα (χωριστά) στοιχεία για τις δυο τελευταίες τάξεις. Από τα Μαθητολόγια που εντόπισα προκύπτει ότι άλλοι 36 μαθητές είχαν εγγραφεί στην Ε' και την ς' τάξη.

Πηγές; Γενικός Έλεγχος Α', Β', Γ', Δ' τάξεων του Δημοτικού Σχολείου Κροκυλείου και Γενικός Έλεγχος Ε' και ς' τάξεων του Δημοτικού Σχολείου Κροκυλείου. Πίνακες Γενικών Αποτελεσμάτων των ετών 1927/28, 1930/31, 1934/35, 1938/39.

131. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 10' Συν. με τον Χ. T., σ. 2.

p. 242
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/243.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

Μαθητές Ελληνικού Σχολείου και Ημιγυμνασίου Κροκυλείου (1905-1933)

(Φ= Φοιτήσαντες, Π. ή Α.= Προβιβασθέντες ή Απολυθέντες)

Έτος

Κροκυλειώτες

Κορίτσια

Σύνολο

Φ

Π. ή Α.

Ελληνικό

1905-06

12

0

19

19

17

1906-07

29

1

40

40

18

1910-11

27

0

62

58

48

1915-16

39

0

84

1920-21

31

6(7)

78

75

67

1925-26

21

3(5)

97

91

1928-29

33

5(7)

72

67

-

Ημιγυμνάσιο

1929-30 28 1 28 12 9

1932-33 11 0 11 9 3

Διευκρινίσεις: Σε ό,τι αφορά στο Ελληνικό παραθέτω τα στοιχεία των δύο πρώτων ετών για τα οποία διαθέτουμε αρχειακές πληροφορίες και στη συνέχεια τα στοιχεία για κάθε σχολικό έτος ανά πενταετία' σε ότι αφορά στο Ημιγυμνάσιο που λειτούργησε προσωρινά, παραθέτω τα στοιχεία του πρώτου και τελευταίου σχολικού έτους λειτουργίας του. Στη στήλη που επιγράφεται «Κροκυλειώτες» παρατίθενται οι αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων από το Κροκύλειο κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη. Στη διπλανή στήλη παρατίθενται οι αριθμοί των κοριτσιών από το Κροκύλειο που φοιτούσαν και σε παρένθεση ο συνολικός αριθμός των μαθητριών του Ελληνικού σχολείου. Στις τρεις τελευταίες στήλες παρατίθενται οι συνολικοί αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη, όπου υπάρχουν. Στην περίπτωση του Ημιγυμνασίου δεν απαντούν πλέον μαθητές από άλλα χωριά (αφού η φοίτηση στο Δημοτικό είχε γίνει παντού εξαετής).

Πηγές: Ελληνικόν Σχολείον Κροκυλίου. Γενικός Έλεγχος Αποτελεσμάτων Ενιαυσίων Εξετάσεων, 1903/04-1932/33. Ημιγυμνάσιον εν Κροκυλίω. Γενικός Έλεγχος Αποτελεσμάτων Ενιαυσίων Εξετάσεων (από του έτους 1929/30) (Λύκειο Λιδωρικίου).

p. 243
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/244.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 3

Μαθητές από το Κροκύλειο στο Γυμνάσιο της Άμφισσας (1921-1926)

Έτος Κροκυλειώτες Κορίτσια Σύνολο

1921-22 9 0 278

1922-23 9 1 272

1923-24 11 4 269

1924-25 1 0 60*

1925-26 0 0 207

*Για το σχολικό έτος 1924/25 διαθέτω μόνο τον αριθμό των μαθητών της πρώτης τάξης (60).

Διευκρινίσεις: Παρατίθενται στοιχεία μέχρι και ένα σχολικό έτος μετά την έναρξη λειτουργίας του Γυμνασίου στο Λιδωρίκι. Στη στήλη που επιγράφεται «Κροκυλειώτες» παρατίθενται οι αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων από το Κροκύλειο κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη. Στη διπλανή στήλη παρατίθενται οι αριθμοί των κοριτσιών από το Κροκύλειο που φοιτούσαν. Στην τελευταία στήλη παρατίθενται οι συνολικοί αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο Άμφισσας κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη. Στο Γυμνάσιο της Άμφισσας φοιτούσαν και μαθητές από άλλες κοινότητες της ορεινής Δωρίδας: το Κουπάκι, το Ζοριάνο, το Σουρούστι (Κερασιά), τις Καρούτες, την Αμυγδαλιά και το Λιδωρίκι (που βρίσκεται σε υψόμετρο 560 μ.), καθώς και μαθητές από την Ερατεινή, την Άμφισσα (που ήταν και συντριπτικά περισσότεροι), τους Δελφούς, την Αράχωβα, την Αγία Ευθυμία, την Κίρρα, τα Τοπόλια (Ελαιώνα), το Γαλαξείδι, τη Γραβιά, την Κουκουβίστα (Καλοσκοπή), τη Δεσφίνα, το Χρυσό, την Ιτέα, το Σερνικάκι, τα Πεντεόρεια.

Πηγή: Γυμνάσιον Αμφίσσης Ν. Γιαγτζή. Γενικός Έλεγχος από Σχολικού Έτους 1921-22 έως Σχολικόν Έτος 1936/37 (Λύκειο Άμφισσας).

ΠΙΝΑΚΑΣ 4

Μαθητές από το Κροκύλειο στο Γυμνάσιο του Λιδωρικίου (1924-1939)

Έτος Κροκυλειώτες Κορίτσια Σύνολο

1924-25 7 2 73

1925-26 18 5 141

1926-27 22 6 182 1929-30 7 0 186 1932-33 7 0 133 1935-36 7 1 145 1938-39 8 1 203

p. 244
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/245.gif&w=600&h=915

Διευκρινίσεις: Παρατίθενται ανά διετία τα στοιχεία των σχολικών ετών από την έναρξη λειτουργίας του Γυμνασίου στο Λιδωρίκι και για όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Στη στήλη που επιγράφεται «Κροκυλειώτες» παρατίθενται οι αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων από το Κροκύλειο κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη. Στη διπλανή στήλη παρατίθενται οι αριθμοί των κοριτσιών από το Κροκύλειο που φοιτούσαν. Στην τελευταία στήλη παρατίθενται οι συνολικοί αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο Λιδωρικίου κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη. Στο Γυμνάσιο Λιδωρικίου φοιτούσαν κατά βάση μαθητές από κοινότητες της επαρχίας Δωρίδας: Λιδωρίκι, Αλποχώρι, Βιτρινίτσα (Τολοφώνα), Αρτοτίνα, Δάφνο, Διακόπι, Ερατεινή, Ζοριάνο, Καρούτες, Κερασιά, Κίσσελη (Πάνορμος), Κουπάκι, Λευκαδίτι, Λούτσοβο (Κόκκινο), Μηλιά, Κάτω Παλιοξάρι, Πενταγιούς, Περιθιώτισσα, Πλέσσα (Αμυγδαλιά), Στυλια, Ψηλό Χωριό. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι παραπάνω κοινότητες βρίσκονται σε υψόμετρο πάνω από 700 μ.

Πηγή: Γυμνάσιον εν Λιδωρικίω. Γενικός Έλεγχος από Σχολικού Έτους 1924/25 έως Σχολικόν Έτος 1943/44 (Λύκειο Λιδωρικίου).

p. 245
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/246.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

p. 246
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/247.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΔΕΣΜΟΙ ΜΕ ΤΙΣ ΔΟΜΕΣ ΠΟΥ ΑΠΟΔΙΑΡΘΡΩΝΟΝΤΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ

p. 247
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/248.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

p. 248
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/249.gif&w=600&h=915

1. ΕΘΙΜΙΚΗ-ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ

Σε μια περίοδο όπου στοιχεία της αστικής ζωής διείσδυαν στην ορεινή αγροτική κοινωνία η συμμετοχή σε εθιμικές-κοινωνικές εκδηλώσεις εξέφραζε και συγχρόνως συντηρούσε τους δεσμούς με τη ζωή της υπαίθρου και τον αξιακό της κώδικα, με τη συμβίωση στο πλαίσιο μιας εποπτεύσιμης, ελέγξιμης κοινότητας, με τις υφιστάμενες κοινωνικές και οικονομικές δομές. «Η εθιμική ζωή περικλείει όλα όσα συγκροτούν το σύνηθες, το ρυθμισμένο, το οικείο, το σταθεροποιητικό, το εποπτεύσιμο, το αυτονόητο στη ζωή μιας κοινωνίας, εκείνο το οποίο εφαρμόζεται γενικά από όλους και για το οποίο τα μέλη της κοινωνίας φέρουν κοινή ευθύνη».1 Αυτό δεν σημαίνει ότι τα έθιμα παραμένουν αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου αλλά ότι μεταβάλλονται εξαιρετικά αργά, αφού σε αυτά αποκρυσταλλώνονται τα ήθη μιας κοινότητας ή μιας κοινωνίας.2

Α' Στον κόσμο των ενηλίκων

Στη βιβλιογραφία κυριαρχεί η άποψη ότι στις προβιομηχανικές κοινωνίες και σε όσες αγροτικές κοινωνίες του ευρωπαϊκού χώρου διατήρησαν τον προβιομηχανικό χαρακτήρα τους μέχρι τις πρώτες δεκαετίες ή και το πρώτο μισό του 20ου αι. η παιδική ηλικία δεν ήταν περιχαρακωμένη, «οχυρωμένη» απέναντι στην πραγματική ζωή ούτε αυστηρά οριοθετημένη σε επίπεδο κοινωνικό' επομένως η συμμετοχή των παιδιών σε όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής ήταν αυτονόητη. Ως ένα βαθμό η άποψη αυτή αντανακλά θέσεις του Αριές και των διαδόχων του. Μεταξύ άλλων ο Αριές υποστήριξε ότι στη μεσαιωνική κοινωνία τα παιδιά ανήκαν πλήρως στον κόσμο των ενηλίκων και είχαν θέση σε κάθε συλλογική εκδήλωσή του επειδή απουσίαζε η συνείδηση της παιδικής ιδιαιτερότητας που διακρίνει το παιδί από τον ενήλικα, ακόμη και από το νέο ενήλικα.3 Νομίζω, όμως, πως η αυτονόητη ένταξη των παιδιών στη ζωή των

1. Ο. Wiebel-Fanderl, «'Frömmigkeit war nicht Inbrust, sondern Brauch'. Die Bedeutung von Brauchtum und Ritus für die religiöse Beheimatung», Beiträge zur historischen Sozialkunde 4 (1989), 104-110.

2. Νιτσιάκος, Λαογραφικά Ετερόκλητα, ό.π., σ. 132.

3. Ariès, L' enfant et la vie familiale, ό.π., σ. 177, 178 [Αριές, Αιώνες παιδικής ηλικίας

p. 249
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/250.gif&w=600&h=915

ενηλίκων δεν αποκλείει την παρουσία και λειτουργία διαχωριστικών γραμμών μεταξύ παιδιών και ενηλίκων και επομένως τη συνείδηση της παιδικής ηλικίας ως ιδιαίτερης περιόδου στη ζωή του ανθρώπου.

Οπωσδήποτε τα παιδιά στο Κροκύλειο μετείχαν σε βαφτίσεις, γάμους, κηδείες, πανηγύρια και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις του χωριού' ωστόσο υπήρχαν συγχρόνως όρια και όροι στη συμμετοχή τους που αντανακλούσαν την ιδιαίτερη θέση τους στην κοινωνική ζωή, και επομένως το γεγονός ότι οι άνθρωποι αναγνώριζαν τα παιδιά ως ιδιαίτερη, διακριτή κοινωνική ομάδα. Αυτό ακριβώς δείχνουν οι γνωστοί από πλήθος λαογραφικών μελετών συγκεκριμένοι, προκαθορισμένοι ρόλοι τους οποίους αναλάμβαναν αποκλειστικά παιδιά, προπάντων αγόρια, στο πλαίσιο των λεγόμενων διαβατηρίων εθίμων και των θρησκευτικών εορτασμών.4

Στις βαφτίσεις παιδιά έτρεχαν να αναγγείλουν στους γονείς που δεν παρευρίσκονταν στο μυστήριο, το όνομα που δόθηκε. Στους γάμους δυο παιδιά —ένα αγόρι κι ένα κορίτσι- «έπιαναν τα προζύμια», δηλαδή κοσκίνιζαν, σταύρωναν και ανακάτωναν το αλεύρι με νερό ώστε να γίνει το προζύμι, τόσο στο σπίτι της νύφης, όσο και στο σπίτι του γαμπρού την Τετάρτη πριν από την Κυριακή του γάμου ή, την ημέρα του γάμου, έτρεχαν ν' αναγγείλουν στο σόι της νύφης ότι ο γαμπρός έρχεται να την παραλάβει και να δώσουν τα συχαρίκια. Στις κηδείες τα μεγαλύτερα αγόρια χτυπούσαν πένθιμα τις καμπάνες και κρατούσαν το σταυρό και τα εξαπτέρυγα, τα λεγόμενα «ξεφτέρια», στη νεκρική πομπή από το σπίτι στην εκκλησία και στο νεκροταφείο του χωριού. Στα Φώτα παιδιά αναλάμβαναν να ραντίσουν με αγιασμό τα κτήματα έξω από το χωριό. Στη γιορτή του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (24 Ιουνίου), «τ' Αϊ-Γιαννιού του Ριγανά» (γιατί την εποχή αυτή μάζευαν τη ρίγανη) ή «Λαμπαδιάρη» (γιατί το βράδι της παραμονής άναβαν φωτιές σε πλατείες και σταυροδρόμια και πηδούσαν πάνω από αυτές), ένα αγόρι βοηθούσε τις κοπέλες να μαντέψουν το «ριζικό τους», τη σειρά με την οποία θα παντρεύονταν, τραβώντας στην τύχη από ένα κανάτι με νερό μικροαντικείμενα (σκουλαρίκια, βραχιόλια, δαχτυλίδια κ.ά.) που η καθεμιά αποβραδίς είχε ρίξει μέσα.5 Σε επίπεδο εθιμικήςκοινωνικής ζωής η παιδική ηλικία διαρκούσε όσο διάστημα ένα παιδί διατηρούσε το δικαίωμα να αναλαμβάνει και να εκπληρώνει τους συγκεκριμένους αυτούς ρόλους. Η συμμετοχή στην τελετουργική πράξη εκτός του οικιακού χώρου

κίας, σ. 197, 198]' πβ. Αυδίκος, Το παιδί στην παραδοσιακή και τη σύγχρονη κοινωνία, Αθήνα 1996,σ. 24, 26.

4. Βλ. κυρίως Ηλιόπουλος, Λαογραφικά Δωρίδας, ό.π.

5. Ο Ηλιόπουλος (ό.π., σ. 18, 306 κ.εξ.) δεν αναφέρεται στον αγιασμό των κτημάτων την ημέρα των Φώτων ή στην αναγγελία της βάφτισης ως καθήκοντα των παιδιών, αλλά από συζητήσεις στο χωριό κατέληξα σε αυτό το συμπέρασμα. Για τον αγιασμό των χωραφιών από αγόρια τη μέρα των Φώτων βλ. άλλωστε Θ. Αθανασόπουλος, «Λαογραφικός Θησαυρός: Χρουνιάρις Μέρες», εφ. Το Κροκύλειο, αρ. φ. 56 (1994), 1.

p. 250
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/251.gif&w=600&h=915

ρου, σε δημόσια θέα, αποτελούσε συνήθως προνόμιο των αγοριών τα οποία γενικά ανατρέφονταν με λιγότερους περιορισμούς κινήσεων απ' όσο τα κορίτσια.

Συμμετέχοντας καθοριστικά στις εθιμικές τελετουργίες τα παιδιά —προπάντων τα αγόρια- εισέπρατταν κοινωνική αναγνώριση και ανέπτυσσαν το αίσθημα ότι αποτελούσαν μέλη ενός οργανικού συνόλου, της μικροκοινωνίας του χωριού. Τα αγόρια λαχταρούσαν να χτυπήσουν τις καμπάνες στις κηδείες, να μεγαλώσουν, να ψηλώσουν αρκετά ώστε να μπορούν να κρατήσουν τα «ξεφτέρια» (εξαπτέρυγα) σε μια κηδεία:

Πήρα κι εγώ κι ο αδελφός μου ξεφτέρια, ναι, (θυμάται ο Χ. Τ. που γεννήθηκε το 1914), όταν είχαμε βέβαια κάποιο ανάστημα ως μικροί, γιατί εφόσον ήταν μεγάλα παιδιά δεν τα δίναν σε μας, όταν ήμαστε πολύ μικροί. Βέβαια επιθυμούσαμε πάρα πολύ να τα πάρουμε... Ήταν ζήτημα αναστήματος αυτό. Νάχει κάποια μεγαλοπρέπεια, μην είναι κάνα μικρό παιδάκι.6

Τέτοιου είδους πρώιμα βιώματα συμμετοχής στην κοινωνική ζωή του χωριού ίσως συνδέονται με τον σημερινό έντονο τοπικισμό ανθρώπων που πέρασαν το συντριπτικά μεγαλύτερο διάστημα της ζωής τους στην Αθήνα, ή και γεννήθηκαν στην πρωτεύουσα, αλλά αυτοαποκαλούνται και εν πολλοίς αισθάνονται «χωριανοί».

Η συμμετοχή των παιδιών στην εθιμική ζωή της κοινότητας είχε πάντοτε μια οικονομική διάσταση' όπως λέει χαρακτηριστικά ένας συνομιλητής για τα «προζύμια»: «Πηγαίναμε γιατί κολλάγαμε να φάμε και τίποτα».7 Τα παιδιά εξασφάλιζαν φιλοδωρήματα, μερικές δεκάρες, κάποιο γλυκό ή «ψυχούδια» (ιδιαίτερα αρτοσκευάσματα) στις κηδείες.

Όμως μιλώντας με τους ανθρώπους διαπίστωσα ότι η παρουσία των παιδιών στους γάμους και τις κηδείες ήταν μεν αυτονόητη αυτή καθεαυτή, σε επίπεδο κυρίαρχης νοοτροπίας, αλλά ήταν λιγότερο αυτονόητη σε επίπεδο κοινωνικής πράξης και προπάντων δεν ήταν γενικευμένη. Με άλλα λόγια: Δε παρευρίσκονταν όλα τα παιδιά του χωριού σε όλες τις εκδηλώσεις ενός αρραβώνα, ενός γάμου ή μιας κηδείας, όπως αφήνει να εννοηθεί η αναπόφευκτη ίσως χρήση του οριστικού άρθρου σε φράσεις όπως: «στους γάμους τα παιδιά έπιαναν τα προζύμια», «στις κηδείες τα αγόρια κρατούσαν τα ξεφτέρια» κ.λπ.

Κατ' αρχήν φαίνεται ότι η συμμετοχή των παιδιών στα διάφορα έθιμα εξαρτιόταν από το βαθμό συγγένειας. Στα προζύμια λ.χ. έπαιρναν μέρος παιδιά που ανήκαν στο (στενό) συγγενικό κύκλο των μελλονύμφων: «Ε, στα προζύμια τώρα, άμα ήταν αποκλειστικά, ήταν συγγένειο (πήγαινες), δε μπόραγες να πας στην άλλ' γειτονιά για να πας στα προζύμια, έπρεπε να είσαι αποκλει-

6. Συν. με τον Χ. T., σ. 15.

7. Συν. με τον Γ. P., σ. 7' επίσης Συν. με την Α. Σ., σ. 11.

p. 251
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/252.gif&w=600&h=915

αποκλειστικός».8 Τα στέφανα τα μετέφερε σε δίσκο το μικρότερο αγόρι από το στενό συγγενικό κύκλο του γαμπρού ή της νύφης.9 Τα αγόρια που κρατούσαν τα εξαπτέρυγα στις κηδείες είχαν συνήθως στενή συγγένεια με το νεκρό.

Ούτως ή άλλως στο τραπέζι του γάμου όπως και στο τραπέζι της παρηγοριάς δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα να παραστεί, όχι όλο το χωριό, αλλά ούτε και όλο το σόι. Άλλωστε οι παριστάμενοι έφερναν μαζί τους τρόφιμα, χαλβάδες, πίτες και κρέατα. Από το ίδιο σπιτικό συμμετείχαν προπάντων οι ενήλικες και σε μικρότερο βαθμό τα παιδιά. Γενικά οι μεγαλύτεροι σε ηλικία είχαν περισσότερες πιθανότητες από τους νεότερους να συμμετάσχουν.

Μια συνομιλήτρια θυμάται ότι έκλαιγε γοερά όταν οι μεγαλύτερες αδελφές της αρνήθηκαν να την πάρουν μαζί τους σε κάποιους αρραβώνες:

Μια φορά γίνονταν κάτι αρραβώνες εκεί, αρραβωνιαζόνταν και πήγαιναν τα κορίτσια την Κυριακή να συγχαρούνε όλα. Κι εκεί συνήθως είχαν το λουκούμ', τα βάζαν τα λουκούμια. Και μια φορά θα πήγαιναν οι μεγάλες, δύο μεγάλες. Λέω: «θα 'ρθω κι εγώ». -«Όχι» λέει η μεγάλη. «Άμα θα' ρθεις εσύ δε θα πάω 'γω». Έκλαιγα εγώ, έκλαιγα, και δεν πήγα. Δεν τα παίρναν μαζί τα μικρά, δεν τα παίρνανε παντού.

Όταν ρώτησα τη συνομιλήτρια αν τα παιδιά πήγαιναν στα «προζύμια», μου απάντησε: «Στα προζύμια ναι, αλλά στα λουκούμια, σου λέει πολλοί θα πάμε οικογενειακώς, εσύ είσαι μικρή ακόμα, κάτσε».10 Είναι προφανές ότι η παρουσία πολλών ατόμων θα επιβάρυνε οικονομικά την οικογένεια της νύφης, αφού έπρεπε να κεράσει τους παριστάμενους λουκούμια (έχουμε ήδη αναφερθεί στη σπανιότητα και την αξία των γλυκών στο διαιτολόγιο της αγροτικής κοινωνίας την εποχή εκείνη). Ίσως ακόμη οι μεγαλύτερες αδελφές ήθελαν να αποφύγουν τις «σκοτούρες» που πιθανόν θα δημιουργούσε η παρουσία της μικρής αδελφής και να διασκεδάσουν ελεύθερα. Μια άλλη συνομιλήτρια ανέφερε χαρακτηριστικά ότι άρχισε να πηγαίνει σε γάμους

...όταν φύγαν τα μεγάλα και λάβαμε και μεις σειρά. Γιατ' πάαιναν με τ' σειρά, πάαιναν οι μεγαλύτερ' πρώτα... Ε, κάθε οικογένεια, προτιμούσαν, πήγαιναν τα μεγάλα τα κορίτσια, τα μεγάλα τα παιδιά (αγόρια). Εμείς..., είσαι μικρή ακόμα εσύ. Θα μεγαλώσεις και τότε θα πας, να'ρθει η σειρά, σόλεε.11

Ενώ λοιπόν τα παιδιά εντάσσονταν γενικά στη ζωή των ενηλίκων ορισμένες φορές αποκλείονταν για αλληλένδετους οικονομικούς και νοοτροπικούς λόγους

8. Ό. π., σ. 15.

9. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 24. Βλ. εικόνα 9.

10. Συν. με την Β. Κ., σ. 5, 6.

11. Συν. με την Α. Π., σ. 15.

p. 252
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 233
    

    ευκολότερα ελεγχόμενο από την κρατική εξουσία χώρο έκφρασης. Οπωσδήποτε, μέσω του σχολείου το παιδί εκπροσωπούσε την οικογένεια του στο θρησκευτικό χώρο' αλλά από τη στιγμή που το σχολείο καθίστατο υπεύθυνο για τη θρησκευτικότητα, η θρησκευτική πρακτική έπαυε να αποτελεί αποκλειστικά υπόθεση της οικογένειας. Το παιδί στην εκκλησία εκπροσωπούσε επίσης και προπάντων τον εαυτό του ως μέλος του σχολείου, ενός κατ' εξοχήν κρατικού θεσμού την εποχή αυτή. Μέσω του σχολείου η θρησκεία αποκτούσε ταυτόχρονα εθνική διάσταση, αφορούσε στο κάθε παιδί ως πολίτη του εθνικού κράτους, το οποίο αποθεωνόταν στον εθνικό και θρησκευτικό εορτασμό της 25ης Μαρτίου. Στην πράξη βέβαια οι οικογένειες συχνά αγνοούσαν σχολικές (και κρατικές) επιταγές. Μετά την αποφοίτηση από το Δημοτικό ή την εγκατάλειψή του, η θρησκευτική ζωή, τουλάχιστον για όσους έμεναν έξω από το χωριό, δηλαδή κατά κύριο λόγο για τα παιδιά των τσοπάνηδων, έβρισκε τον παλιό, παραδοσιακό ρυθμό της:

    Nat, όποιος ευκαιρούσε, πήγαινε εκκλησία. Πήγαινε ένας απ' το σπίτ', πήγαιναν δύο. Όποιος είχε πράματα και δλειές δεν πήγαινε... Όσο πηγαίναμε σκολείο, μας πήγαιν' η δασκάλα κάθε Κυριακή. Ήταν υποχρεωμένη, δεν είν' όπως τώρα. Τα πάαινε η δασκάλα, τα πάαινε στη γραμμή τα παιδιά σκολείο... Ναι, άμα δεν πήγαινες σχολείο υπήρχε τιμωρία, αλλά σάματ' και δε μας κράταγαν κιόλα οι γονείς μας, πούταν σης δουλειές; Ε, ύστερα μεγαλώσαμε, μας άρενε να πάμε στην εκκλησία. Όποτε ευκαιρούσαμε, πηγαίναμε στην εκκλησία.

    Όσα παιδιά δε γνώριζαν την προσευχή ή απουσίαζαν από την εκκλησία τιμωρούνταν, παρ' όλο που η άγνοιά τους οφειλόταν σε μεγάλο μέρος στις συνθήκες διαβίωσής τους και τις ανάγκες της οικογενειακής οικονομίας. Φόβος και άγχος πρέπει να σημάδευαν την καθημερινότητα αρκετών παιδιών:

    Το Πάτερ Ημών το μάθαμε στο σχολείο, στο σχολείο αυτά τα πράματα. Ο δάσκαλος, μας μάλωνε άμα δεν πηγαίναμε εκκλησία. Μια φορά είχα το δάσκαλο στην Τρίτη τάξ' κι είχαμε έναν που ήταν λίγο αυστηρός. «Γιατί Σ. δεν ήρθες εχθές στο σχολείο;» Εγώ με την ξαδέρφη μου... Εγώ δεν ήξερα την προσευχή, το Πάτερ Ημών. Κι αφού δεν ήξερα δεν πήγα στο σχολείο. Άμα πήγα... Μας μάλωνε... Ξύλο! Πρήστκε το χέρι μου. Μελάνιασε!109

    Τα πρότυπα συμπεριφοράς τα οποία υποστήριζε το σχολείο απέκλιναν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό από την πρακτική της πλειοψηφίας των χωριανών, με εξαίρεση τις διαφυλικές σχέσεις. Η προσπάθεια διαχωρισμού αγοριών και κοριτσιών ήταν συνειδητή, συνεχής και ξεκινούσε από τη χωριστή τοποθέτησή τους στα θρανία. Το γεγονός, όμως, ότι το σχολείο ήταν, κατά το μεγα-

    109. Συν. με την Γ. Σ., σ. 4.