Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
Title:Growing up in Mountainous Regions
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:38
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2003
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Mentalities and Behaviour
Social integration
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
Visible pages: 246-265 από: 395
Current page:
+20 01 - 0002.htm


p. 246



p. 247 01 - 0002.htm


p. 248


Σε μια περίοδο όπου στοιχεία της αστικής ζωής διείσδυαν στην ορεινή αγροτική κοινωνία η συμμετοχή σε εθιμικές-κοινωνικές εκδηλώσεις εξέφραζε και συγχρόνως συντηρούσε τους δεσμούς με τη ζωή της υπαίθρου και τον αξιακό της κώδικα, με τη συμβίωση στο πλαίσιο μιας εποπτεύσιμης, ελέγξιμης κοινότητας, με τις υφιστάμενες κοινωνικές και οικονομικές δομές. «Η εθιμική ζωή περικλείει όλα όσα συγκροτούν το σύνηθες, το ρυθμισμένο, το οικείο, το σταθεροποιητικό, το εποπτεύσιμο, το αυτονόητο στη ζωή μιας κοινωνίας, εκείνο το οποίο εφαρμόζεται γενικά από όλους και για το οποίο τα μέλη της κοινωνίας φέρουν κοινή ευθύνη».1 Αυτό δεν σημαίνει ότι τα έθιμα παραμένουν αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου αλλά ότι μεταβάλλονται εξαιρετικά αργά, αφού σε αυτά αποκρυσταλλώνονται τα ήθη μιας κοινότητας ή μιας κοινωνίας.2

Α' Στον κόσμο των ενηλίκων

Στη βιβλιογραφία κυριαρχεί η άποψη ότι στις προβιομηχανικές κοινωνίες και σε όσες αγροτικές κοινωνίες του ευρωπαϊκού χώρου διατήρησαν τον προβιομηχανικό χαρακτήρα τους μέχρι τις πρώτες δεκαετίες ή και το πρώτο μισό του 20ου αι. η παιδική ηλικία δεν ήταν περιχαρακωμένη, «οχυρωμένη» απέναντι στην πραγματική ζωή ούτε αυστηρά οριοθετημένη σε επίπεδο κοινωνικό' επομένως η συμμετοχή των παιδιών σε όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής ήταν αυτονόητη. Ως ένα βαθμό η άποψη αυτή αντανακλά θέσεις του Αριές και των διαδόχων του. Μεταξύ άλλων ο Αριές υποστήριξε ότι στη μεσαιωνική κοινωνία τα παιδιά ανήκαν πλήρως στον κόσμο των ενηλίκων και είχαν θέση σε κάθε συλλογική εκδήλωσή του επειδή απουσίαζε η συνείδηση της παιδικής ιδιαιτερότητας που διακρίνει το παιδί από τον ενήλικα, ακόμη και από το νέο ενήλικα.3 Νομίζω, όμως, πως η αυτονόητη ένταξη των παιδιών στη ζωή των

1. Ο. Wiebel-Fanderl, «'Frömmigkeit war nicht Inbrust, sondern Brauch'. Die Bedeutung von Brauchtum und Ritus für die religiöse Beheimatung», Beiträge zur historischen Sozialkunde 4 (1989), 104-110.

2. Νιτσιάκος, Λαογραφικά Ετερόκλητα, ό.π., σ. 132.

3. Ariès, L' enfant et la vie familiale, ό.π., σ. 177, 178 [Αριές, Αιώνες παιδικής ηλικίας

p. 249

ενηλίκων δεν αποκλείει την παρουσία και λειτουργία διαχωριστικών γραμμών μεταξύ παιδιών και ενηλίκων και επομένως τη συνείδηση της παιδικής ηλικίας ως ιδιαίτερης περιόδου στη ζωή του ανθρώπου.

Οπωσδήποτε τα παιδιά στο Κροκύλειο μετείχαν σε βαφτίσεις, γάμους, κηδείες, πανηγύρια και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις του χωριού' ωστόσο υπήρχαν συγχρόνως όρια και όροι στη συμμετοχή τους που αντανακλούσαν την ιδιαίτερη θέση τους στην κοινωνική ζωή, και επομένως το γεγονός ότι οι άνθρωποι αναγνώριζαν τα παιδιά ως ιδιαίτερη, διακριτή κοινωνική ομάδα. Αυτό ακριβώς δείχνουν οι γνωστοί από πλήθος λαογραφικών μελετών συγκεκριμένοι, προκαθορισμένοι ρόλοι τους οποίους αναλάμβαναν αποκλειστικά παιδιά, προπάντων αγόρια, στο πλαίσιο των λεγόμενων διαβατηρίων εθίμων και των θρησκευτικών εορτασμών.4

Στις βαφτίσεις παιδιά έτρεχαν να αναγγείλουν στους γονείς που δεν παρευρίσκονταν στο μυστήριο, το όνομα που δόθηκε. Στους γάμους δυο παιδιά —ένα αγόρι κι ένα κορίτσι- «έπιαναν τα προζύμια», δηλαδή κοσκίνιζαν, σταύρωναν και ανακάτωναν το αλεύρι με νερό ώστε να γίνει το προζύμι, τόσο στο σπίτι της νύφης, όσο και στο σπίτι του γαμπρού την Τετάρτη πριν από την Κυριακή του γάμου ή, την ημέρα του γάμου, έτρεχαν ν' αναγγείλουν στο σόι της νύφης ότι ο γαμπρός έρχεται να την παραλάβει και να δώσουν τα συχαρίκια. Στις κηδείες τα μεγαλύτερα αγόρια χτυπούσαν πένθιμα τις καμπάνες και κρατούσαν το σταυρό και τα εξαπτέρυγα, τα λεγόμενα «ξεφτέρια», στη νεκρική πομπή από το σπίτι στην εκκλησία και στο νεκροταφείο του χωριού. Στα Φώτα παιδιά αναλάμβαναν να ραντίσουν με αγιασμό τα κτήματα έξω από το χωριό. Στη γιορτή του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (24 Ιουνίου), «τ' Αϊ-Γιαννιού του Ριγανά» (γιατί την εποχή αυτή μάζευαν τη ρίγανη) ή «Λαμπαδιάρη» (γιατί το βράδι της παραμονής άναβαν φωτιές σε πλατείες και σταυροδρόμια και πηδούσαν πάνω από αυτές), ένα αγόρι βοηθούσε τις κοπέλες να μαντέψουν το «ριζικό τους», τη σειρά με την οποία θα παντρεύονταν, τραβώντας στην τύχη από ένα κανάτι με νερό μικροαντικείμενα (σκουλαρίκια, βραχιόλια, δαχτυλίδια κ.ά.) που η καθεμιά αποβραδίς είχε ρίξει μέσα.5 Σε επίπεδο εθιμικήςκοινωνικής ζωής η παιδική ηλικία διαρκούσε όσο διάστημα ένα παιδί διατηρούσε το δικαίωμα να αναλαμβάνει και να εκπληρώνει τους συγκεκριμένους αυτούς ρόλους. Η συμμετοχή στην τελετουργική πράξη εκτός του οικιακού χώρου

κίας, σ. 197, 198]' πβ. Αυδίκος, Το παιδί στην παραδοσιακή και τη σύγχρονη κοινωνία, Αθήνα 1996,σ. 24, 26.

4. Βλ. κυρίως Ηλιόπουλος, Λαογραφικά Δωρίδας, ό.π.

5. Ο Ηλιόπουλος (ό.π., σ. 18, 306 κ.εξ.) δεν αναφέρεται στον αγιασμό των κτημάτων την ημέρα των Φώτων ή στην αναγγελία της βάφτισης ως καθήκοντα των παιδιών, αλλά από συζητήσεις στο χωριό κατέληξα σε αυτό το συμπέρασμα. Για τον αγιασμό των χωραφιών από αγόρια τη μέρα των Φώτων βλ. άλλωστε Θ. Αθανασόπουλος, «Λαογραφικός Θησαυρός: Χρουνιάρις Μέρες», εφ. Το Κροκύλειο, αρ. φ. 56 (1994), 1.

p. 250

ρου, σε δημόσια θέα, αποτελούσε συνήθως προνόμιο των αγοριών τα οποία γενικά ανατρέφονταν με λιγότερους περιορισμούς κινήσεων απ' όσο τα κορίτσια.

Συμμετέχοντας καθοριστικά στις εθιμικές τελετουργίες τα παιδιά —προπάντων τα αγόρια- εισέπρατταν κοινωνική αναγνώριση και ανέπτυσσαν το αίσθημα ότι αποτελούσαν μέλη ενός οργανικού συνόλου, της μικροκοινωνίας του χωριού. Τα αγόρια λαχταρούσαν να χτυπήσουν τις καμπάνες στις κηδείες, να μεγαλώσουν, να ψηλώσουν αρκετά ώστε να μπορούν να κρατήσουν τα «ξεφτέρια» (εξαπτέρυγα) σε μια κηδεία:

Πήρα κι εγώ κι ο αδελφός μου ξεφτέρια, ναι, (θυμάται ο Χ. Τ. που γεννήθηκε το 1914), όταν είχαμε βέβαια κάποιο ανάστημα ως μικροί, γιατί εφόσον ήταν μεγάλα παιδιά δεν τα δίναν σε μας, όταν ήμαστε πολύ μικροί. Βέβαια επιθυμούσαμε πάρα πολύ να τα πάρουμε... Ήταν ζήτημα αναστήματος αυτό. Νάχει κάποια μεγαλοπρέπεια, μην είναι κάνα μικρό παιδάκι.6

Τέτοιου είδους πρώιμα βιώματα συμμετοχής στην κοινωνική ζωή του χωριού ίσως συνδέονται με τον σημερινό έντονο τοπικισμό ανθρώπων που πέρασαν το συντριπτικά μεγαλύτερο διάστημα της ζωής τους στην Αθήνα, ή και γεννήθηκαν στην πρωτεύουσα, αλλά αυτοαποκαλούνται και εν πολλοίς αισθάνονται «χωριανοί».

Η συμμετοχή των παιδιών στην εθιμική ζωή της κοινότητας είχε πάντοτε μια οικονομική διάσταση' όπως λέει χαρακτηριστικά ένας συνομιλητής για τα «προζύμια»: «Πηγαίναμε γιατί κολλάγαμε να φάμε και τίποτα».7 Τα παιδιά εξασφάλιζαν φιλοδωρήματα, μερικές δεκάρες, κάποιο γλυκό ή «ψυχούδια» (ιδιαίτερα αρτοσκευάσματα) στις κηδείες.

Όμως μιλώντας με τους ανθρώπους διαπίστωσα ότι η παρουσία των παιδιών στους γάμους και τις κηδείες ήταν μεν αυτονόητη αυτή καθεαυτή, σε επίπεδο κυρίαρχης νοοτροπίας, αλλά ήταν λιγότερο αυτονόητη σε επίπεδο κοινωνικής πράξης και προπάντων δεν ήταν γενικευμένη. Με άλλα λόγια: Δε παρευρίσκονταν όλα τα παιδιά του χωριού σε όλες τις εκδηλώσεις ενός αρραβώνα, ενός γάμου ή μιας κηδείας, όπως αφήνει να εννοηθεί η αναπόφευκτη ίσως χρήση του οριστικού άρθρου σε φράσεις όπως: «στους γάμους τα παιδιά έπιαναν τα προζύμια», «στις κηδείες τα αγόρια κρατούσαν τα ξεφτέρια» κ.λπ.

Κατ' αρχήν φαίνεται ότι η συμμετοχή των παιδιών στα διάφορα έθιμα εξαρτιόταν από το βαθμό συγγένειας. Στα προζύμια λ.χ. έπαιρναν μέρος παιδιά που ανήκαν στο (στενό) συγγενικό κύκλο των μελλονύμφων: «Ε, στα προζύμια τώρα, άμα ήταν αποκλειστικά, ήταν συγγένειο (πήγαινες), δε μπόραγες να πας στην άλλ' γειτονιά για να πας στα προζύμια, έπρεπε να είσαι αποκλει-

6. Συν. με τον Χ. T., σ. 15.

7. Συν. με τον Γ. P., σ. 7' επίσης Συν. με την Α. Σ., σ. 11.

p. 251

αποκλειστικός».8 Τα στέφανα τα μετέφερε σε δίσκο το μικρότερο αγόρι από το στενό συγγενικό κύκλο του γαμπρού ή της νύφης.9 Τα αγόρια που κρατούσαν τα εξαπτέρυγα στις κηδείες είχαν συνήθως στενή συγγένεια με το νεκρό.

Ούτως ή άλλως στο τραπέζι του γάμου όπως και στο τραπέζι της παρηγοριάς δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα να παραστεί, όχι όλο το χωριό, αλλά ούτε και όλο το σόι. Άλλωστε οι παριστάμενοι έφερναν μαζί τους τρόφιμα, χαλβάδες, πίτες και κρέατα. Από το ίδιο σπιτικό συμμετείχαν προπάντων οι ενήλικες και σε μικρότερο βαθμό τα παιδιά. Γενικά οι μεγαλύτεροι σε ηλικία είχαν περισσότερες πιθανότητες από τους νεότερους να συμμετάσχουν.

Μια συνομιλήτρια θυμάται ότι έκλαιγε γοερά όταν οι μεγαλύτερες αδελφές της αρνήθηκαν να την πάρουν μαζί τους σε κάποιους αρραβώνες:

Μια φορά γίνονταν κάτι αρραβώνες εκεί, αρραβωνιαζόνταν και πήγαιναν τα κορίτσια την Κυριακή να συγχαρούνε όλα. Κι εκεί συνήθως είχαν το λουκούμ', τα βάζαν τα λουκούμια. Και μια φορά θα πήγαιναν οι μεγάλες, δύο μεγάλες. Λέω: «θα 'ρθω κι εγώ». -«Όχι» λέει η μεγάλη. «Άμα θα' ρθεις εσύ δε θα πάω 'γω». Έκλαιγα εγώ, έκλαιγα, και δεν πήγα. Δεν τα παίρναν μαζί τα μικρά, δεν τα παίρνανε παντού.

Όταν ρώτησα τη συνομιλήτρια αν τα παιδιά πήγαιναν στα «προζύμια», μου απάντησε: «Στα προζύμια ναι, αλλά στα λουκούμια, σου λέει πολλοί θα πάμε οικογενειακώς, εσύ είσαι μικρή ακόμα, κάτσε».10 Είναι προφανές ότι η παρουσία πολλών ατόμων θα επιβάρυνε οικονομικά την οικογένεια της νύφης, αφού έπρεπε να κεράσει τους παριστάμενους λουκούμια (έχουμε ήδη αναφερθεί στη σπανιότητα και την αξία των γλυκών στο διαιτολόγιο της αγροτικής κοινωνίας την εποχή εκείνη). Ίσως ακόμη οι μεγαλύτερες αδελφές ήθελαν να αποφύγουν τις «σκοτούρες» που πιθανόν θα δημιουργούσε η παρουσία της μικρής αδελφής και να διασκεδάσουν ελεύθερα. Μια άλλη συνομιλήτρια ανέφερε χαρακτηριστικά ότι άρχισε να πηγαίνει σε γάμους

...όταν φύγαν τα μεγάλα και λάβαμε και μεις σειρά. Γιατ' πάαιναν με τ' σειρά, πάαιναν οι μεγαλύτερ' πρώτα... Ε, κάθε οικογένεια, προτιμούσαν, πήγαιναν τα μεγάλα τα κορίτσια, τα μεγάλα τα παιδιά (αγόρια). Εμείς..., είσαι μικρή ακόμα εσύ. Θα μεγαλώσεις και τότε θα πας, να'ρθει η σειρά, σόλεε.11

Ενώ λοιπόν τα παιδιά εντάσσονταν γενικά στη ζωή των ενηλίκων ορισμένες φορές αποκλείονταν για αλληλένδετους οικονομικούς και νοοτροπικούς λόγους

8. Ό. π., σ. 15.

9. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 24. Βλ. εικόνα 9.

10. Συν. με την Β. Κ., σ. 5, 6.

11. Συν. με την Α. Π., σ. 15.

p. 252

από κοινωνικές εκδηλώσεις. Ο αποκλεισμός, ειδικά των μικρών ηλικιών, καταδεικνύει την ύπαρξη μιας ιεραρχικής κλίμακας καταναλωτικών δικαιωμάτων και δικαιωμάτων συμμετοχής στην κοινωνική ζωή, στην κατώτερη βαθμίδα της οποίας βρίσκονταν τα παιδιά.

Βέβαια, αντίθετα με κυρίαρχες σύγχρονες αντιλήψεις, σε καμιά περίπτωση ο θάνατος δεν αποτελούσε ταμπού, μια κατάσταση δηλαδή με την οποία το παιδί δεν έπρεπε να έρθει σε επαφή για παιδαγωγικούς λόγους' η παιδική ηλικία δε συγκροτούσε ένα χωρόχρονο προστατευμένο από πόνο και θλιβερές εικόνες. Ο θάνατος αποτελούσε μια πραγματικότητα, ήταν έντονα παρών στην κοινωνία που εξετάζουμε, μια κοινωνία πολύ περιορισμένη πληθυσμικά ώστε να εξαφανίζει τα ίχνη του. Τα αριθμητικά στοιχεία που έχουμε για την περίοδο 1932-1939 είναι εύγλωττα. Εκτός από μια χρονιά (1936) κάθε χρόνο τουλάχιστον 10 άνθρωποι πεθαίνουν στο χωριό' το 1933 και το 1935 μάλιστα πάνω από 20, το 1936 και το 1937 τουλάχιστον 15. Άλλωστε, όπως ανέφερα αλλού, κάθε χρόνο 3-8 θάνατοι αφορούν παιδιά, κυρίως βρέφη και νήπια.12 Οι αριθμοί είναι σημαντικοί για έναν πληθυσμό που στην καλύτερη περίπτωση δεν υπερβαίνει τα 1000 άτομα.13

Ο Μ. Ζ. ήταν εννέα χρονών όταν έχασε τη μητέρα του το 1931:

Καθόμαστε κάτω στο τζάκι γύρω-γύρω. Τότε φέρνανε χαλβά, γλυκό, φαγητά, πίτες για τους λυπημένους, για να μη μαγειρεύουν. Λοιπόν καθόμουνα εκεί κάτ' στο τζάκι και διάβαζα èva βιβλίο, κάτι διάβαζα. Τη μάνα μ' πεθαμέν' την είχανε βάλ' απάνω στο δωμάτιο πούταν το σαλόν', το θυμάμαι. Κάποιος μου λέει να πάω εκεί πέρα, να πάρω κάτι ... Λοιπόν και πάω ανεβαίνω γω απάν' με φόβο. Είχαν όμως ένα καντήλ' ανάψει μέσα εκεί που ήταν, καίγαν καντήλ ' μετά. Ανεβαίνω λοιπόν τη σκάλα με φόβο, δε μπορούσα να μην πάω, γιατί και ντρεπόμουνα εγώ ν' αρνηθώ και φοβόμουν και τον πατέρα μου, μη μου πει τίποτα. Όταν ανεβαίνω λοιπόν και βγαίνω στην πόρτα, Παναγία μου, βλέπω τη μάνα μου ολόκληρη, ζωντανή, όπως την είχανε, να βγαίν' από την πίσω πόρτα έτσ', φαντασία μου. Την είδα, την είδα, κι ακόμα το λέω τώρα, το διηγούμαι και δεν το πιστεύουν, λένε ότι οι πεθαμέν' γυρί-

12. Βιβλίον Ληξιαρχικών Πράξεων Κοινότητος Κροκυλείου. Θανάτων, τ. Α', 1.1.1932 31.12 1939. Η φυματίωση θερίζει: Σε διάστημα οκτώ ετών ένα 10% περίπου των θανάτων οφείλεται αποκλειστικά στη φυματίωση' σε δύο περιπτώσεις συνομιλητές είχαν χάσει αδέλφια εξαιτίας αυτής της ασθένειας.

13. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία το ποσοστό μέσης γενικής θνησιμότητας (αριθμός θανάτων επί 1000 κατοίκων) για το διάστημα 1932-1939 στο χωριό προσεγγίζει το αντίστοιχο της Ελλάδας για την πενταετία 1935-1939: 14,2%η έναντι 14,5%ο (Βαλαώρας, Στοιχεία Βιομετρίας και Στατιστικής, ό.π., σ. 60). Το ποσοστό της Ελλάδας είναι σαφώς υψηλότερο από τα ποσοστά των περισσότερων χωρών του δυτικού κόσμου κατά την ίδια πενταετία, εκτός της Γαλλίας (Στο ίδιο, σ. 107).

p. 253

γυρίζουνε λίγες μέρες ακόμα πριν πάνε εκεί που... Και την είδα ολοζώντανη, όπως την είχανε ντυμέν' με κάτι άσπρα φορέματα.1*

Ο Μ. Ζ. ήταν γιος του θρυλικού δασκάλου του χωριού' αν υπήρχε κάποιος ενδοιασμός ως προς την επαφή των παιδιών με το θάνατο θα τον συναντούσα, νομίζω, πρώτα-πρώτα σε αυτήν την οικογένεια της οποίας η ζωή είχε έντονα επηρεαστεί από αστικά πρότυπα και αντιλήψεις (αρκεί να αναφέρω ότι τα δύο ετεροθαλή αδέλφια, το ένα μάλιστα κορίτσι, του Μ. Ζ. ήταν απόφοιτοι του Πανεπιστημίου Αθηνών). Όμως είναι φανερό ότι οι ενήλικες θεωρούσαν πολύ φυσικό να στείλουν το αγόρι στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η πεθαμένη. Το αγόρι όφειλε να υπερνικήσει το φόβο του.

Σε μια άλλη περίπτωση η παρουσία του παιδιού στο δωμάτιο την ώρα που τοποθετούσαν τη νεκρή κυρούλα στην κάσα δεν απασχολούσε κανέναν για όσο διάστημα δεν ήταν ενοχλητική, παρ' όλο που το παιδί θεωρήθηκε πολύ μικρό για να παρευρεθεί στην κηδεία χωρίς να δημιουργήσει προβλήματα:

Και θμώμαι γω πήραν τρεις πέτρες μεγάλες απόνα αλών' και τς τέντωσαν τα πόδια (της γιαγιάς) να τν βάλνε μες στην κάσα. Αυτό το θμώμαι κι έκλαφα μετά, είδα κείν' τα ποδάρια με τς πέτρες. «Βγάλτε τα αυτήνα», τσόλεγα, «βγάλτε τς πέτρες απ' τη γιαγιά». Ναι. Και τι νάκαναν; Πώς να την έβαναν; Θρονιασμέν' να την έβαναν; ... Όχ' εγώ δεν έφερα τις πέτρες, εγώ ήμαν μικρή! Εγώ τάβλεπα. Τάφερε ο πατέρας μ' εκεί με το μπάρμπα μ'... Ούτε το θμώμαι, να πάω κοντά στην κηδεία. Μόνο την κάσα μοναχά εκεί. Πού να πάω; Θα νήμαν μκρό. Δεν το θμώμαι, να πάω στην κηδεία ... «Βγάλτε τς πέτρες απ' τη γιαγιά», έλεγα γω. «Δεν τς θέλω να τς βλέπω κεί». -«Πάρτε το όξω», λέει, «αυτό το κορίτσ' παραδέ για να κάνουμε τ' δουλειά μας», είπαν. Αφού γω θα νήμαν μκρό, πόσο να σε ειπώ, να ήμαν σαν την εγγονούλα τώρα που ήρθε εδά μέσα; (προ ολίγου είχε μπει στο δωμάτιο μια τετράχρονη δισεγγονούλα της συνομιλήτριας) Δεν πιστεύω15.

Σε ένα άλλο σημείο της αφήγησης της η συνομιλήτρια θυμάται:

Μκρή πάαινα γω στην κηδεία, πάαινα τακτικά και πάαινα στο νεκροταφείο κει πέρα κοντά το νεκρό... και θμώμαι συγκεκριμένα σε κάποια κηδεία, αλλά σε ποια δε θμώμαι τώρα, είχε βρέξ' κι είχε ο τάφος γεμάτος, ήταν γεμάτος νερό. Και τόριχνα το νερό όξω με τον τενεκέ. Αλλά πού ν' αδειάσ' ο τάφος; Τον πέταξαν μέσα στο νερό... όχ' είχαμε συνηθίσ', δε φοβόμασταν. Εγώ ποτέ δε φοβόμουν. Ό,τ' νάβλεπα στην κηδεία, δε φοβόμουν. Κι ήμαν, ήμαν και περίεργη, να πάω εκεί σιμά, να δω.16

14. Συν. με τον Μ. Ζ., σ. 7.

15. Συν. με την Π. Γ., σ. 40.

16. Ό. π., σ. 43.

p. 254

Η έκφραση «δε φοβόμουν» δε θα πρέπει να ερμηνευθεί κυριολεκτικά, γιατί υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες ότι τα παιδιά αισθάνονταν φόβο και γιατί σε άλλα σημεία της αφήγησης η συνομιλήτρια αναιρεί ακούσια αυτόν τον ισχυρισμό. «Δε φοβόμουν», σημαίνει μάλλον «τολμούσα», «είχα αρκετό θάρρος ώστε να παρακολουθώ όσα συνέβαιναν».

Ο φόβος απέναντι στο θάνατο, το νεκρό, ήταν συναίσθημα αυτονόητο και για τα παιδιά, τα οποία όμως ήταν υποχρεωμένα να επιστρατεύουν τη φαντασία και τις ψυχικές τους δυνάμεις για να τον υπερνικήσουν. Και από αυτή την άποψη η κοινωνία ευνοούσε την ταχεία ένταξη των παιδιών στην πραγματικότητα της. Στις προφορικές μαρτυρίες οι ενήλικες που δεν επέτρεπαν σε παιδιά να παραστούν σε κηδείες υιοθετούσαν αυτή τη στάση για να προστατεύσουν όχι τα ίδια αλλά την οικογενειακή ηρεμία από τους επακόλουθους εφιάλτες που έβλεπαν ορισμένα παιδιά στον ύπνο τους.17

Οπωσδήποτε η εξοικείωση με το θάνατο δεν ήταν δεδομένη' η θέαση του νεκρού ή του ετοιμοθάνατου και η ίδια η ιδέα του θανάτου προκαλούσε συχνά φόβο. Το χωριό ήταν σε μεγάλο βαθμό παγανιστικό" ενήλικες και παιδιά πίστευαν, όπως είδαμε, σε νεράιδες και στοιχειά. Αιφνίδιοι ή βίαιοι θάνατοι προκαλούσαν ανατριχιαστικές διαδόσεις και έδιναν τροφή στη φαντασία των παιδιών:

Το πατρικό σπίτ' τότε ήτανε, τζάμια δεν υπήρχαν, κάτι παλιοπατζούρια είχαμε απέξω και θυμάμαι μια δόση, παιδί τώρα, μικρός, είχε σκοτωθεί δίπλα. .. δίπλα το σπίτ' το είχε κάποιος Γραβάνς... Λοιπόν κι είχαν πάει για ξύλα εδώ στο δάσος και κόβαν ένα δέντρο για καυσόξυλα, και πέφτει το δέντρο και σκοτών' τη γυναίκα του... Λοιπόν αρχίσαν εδώ, βγαίναν κάτι παιδαρέλια, παιδιά, κι ανάβαν κάτι κεριά, νύχτα στο δρόμο, και λέγαν ότι η Γραβανογιώργαινα βρυκολάκιασε. Εμείς οι μικροί τώρα, σφήνες, φόβο! Πηγαίναμε λοιπόν μόλις νύχτωνε, θυμάμαι, το θυμάμαι αυτό καλά, στα παράθυρα, όπου ήταν καμιά χαραμάδα, βάναμε πανιά και τα στουπώναμε να μη μπει μέσα ο βρυκόλακας.18

Νομίζω λοιπόν ότι τα παιδιά συμμετείχαν στην κοινωνική ζωή του χωριού στο πλαίσιο ενός οροθετημένου χωρόχρονου αλλά η οροθέτηση αυτή είχε διαφορετικό περιεχόμενο και ήταν από πολλές πλευρές περισσότερο ελαστική τόσο από τη σύγχρονη αστική όσο και από τη σημερινή ιδεοτυπική αντίληψη περί συμμετοχής των παιδιών σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Κατά κάποιο τρόπο ο χωρόχρονος των παιδιών αποτελούσε μικρό ή/και λειτουργικά περιφερειακό τμήμα του χωρόχρονου των ενηλίκων, αλλά οπωσδήποτε εντασσόταν αυτονόητα σε αυτόν.

17. Συν. με την Λ. Π., σ. 4' Συν. με την Α. Π., σ. 17" Συν. με τον Χ. T., σ. 15. Ας μη λησμονούμε ότι ενήλικες και παιδιά κοιμόνταν κατά κανόνα στο ίδιο δωμάτιο.

18. Συν. με τον Γ. P., σ. 1.

p. 255

Αυτό διαπιστώνει κανείς εξάλλου και όταν εξετάζει τη συμμετοχή παιδιών σε κοινωνικές εκδηλώσεις που -αντίθετα με τα διαβατήρια έθιμα ή με έθιμα που αφορούν σε βασικές χριστιανικές εορτές, όπως τα Χριστούγεννα, το Πάσχα ή τα Θεοφάνεια- δεν είχαν αυστηρά τελετουργικό χαρακτήρα και άφηναν μεγαλύτερα περιθώρια αυτενέργειας στους μετέχοντες: Τέτοιες εκδηλώσεις ήταν κατά πρώτο λόγο τα πανηγύρια αλλά και συγκεντρώσεις όπως τα «ξεφλουδίσια» ή τα νυχτέρια. Στις εκδηλώσεις όμως αυτές τα παιδιά δε φαίνεται να αναλάμβαναν συγκεκριμένους ρόλους. Γενικά η εικόνα που σχηματίζει κανείς από τις προφορικές μαρτυρίες είναι πως η θέση τους στα γλέντια που διοργανώνονταν στο χωριό ήταν περιθωριακή, κι ακόμη ότι η ενεργός συμμετοχή στα γλέντια αυτά σφράγιζε ουσιαστικά το πέρασμα από την παιδική στη νεανική ηλικία, το πέρασμα σε μια περίοδο ατελούς ενηλικίωσης των χωριανών.

Σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, κυρίως όμως κατά τους επιβαρυμένους με πλήθος αγροτικών εργασιών καλοκαιρινούς μήνες, διοργανώνονταν πανηγύρια που πρόσφεραν σωματική και ψυχική ανάπαυλα στους χωριανούς καθώς και την ευκαιρία να συναντηθούν, να επικοινωνήσουν, να ανταλλάξουν πληροφορίες και σκέψεις ή ακόμη να «κλείσουν» συμφωνίες. Οι γιορτές των εκκλησιών και ξωκλησιών μέσα στο χωριό και γύρω από αυτό λειτουργούσαν ουσιαστικά ως αφορμή για τα πανηγύρια. «Σαν πρώτο πανηγύρι ήταν τ' ΆιΓιωργιού, κι ύστερα συνέχιζαν τ' Αϊ-Κωνσταντίν', της Αναλήψεως, της ΑγιαΤριάδας, της Αγια-Μαρίνας, τ' Αϊ-Λιος, της Αγια-Παρασκευής, τού Αϊ-Παντελεήμονα, της Αγια-Σωτήρας, της Παναγίας του Δεκαπενταυγούστου και τέλειωναν πέρα τον Aï-Δημήτρη».19 Το σημαντικότερο πανηγύρι ήταν του Προφήτη-Ηλία, «τ' Αϊ-Λιος», όπως έλεγαν και λένε. Το πανηγύρι τούτο γινόταν -και γίνεται από τους παραθεριστές πλέον- στις 20 του Ιουλίου, του «Αλωνάρη» (τότε), στη γιορτή του Προφήτη-Ηλία" το ξωκλήσι είναι χτισμένο στην κορυφή ενός λόφου πάνω από το χωριό. Στα πανηγύρια οι χωριανοί συγκεντρώνονταν το πρωί στην εκκλησία και μετά τη λειτουργία ακολουθούσε φαγοπότι είτε στην περιοχή όπου βρισκόταν η εκκλησία, είτε στο χωριό' το απόγευμα ακολουθούσε γλέντι με φαγοπότι, χορό και τραγούδι στην πλατεία

του χωρίου. 20

Τα παιδιά συμμετείχαν σε αυτές τις κοινωνικές εκδηλώσεις -οι περισσότεροι συνομιλητές θυμούνται ότι πήγαιναν μικροί στα πανηγύρια- παρακολουθώντας τους «μεγάλους» και προσπαθώντας να τους μιμηθούν. Συγχρόνως τα

19. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 115.

20. Στο σπίτι της Παρασκευής Μαυραγάνη, υπάρχει μια μοναδική φωτογραφία, στην οποία εικονίζεται όλο το χωριό, 1000 περίπου άτομα, μικροί και μεγάλοι, στο ξωκλήσι της Παναγίας, που βρίσκεται περίπου 400 μ. ψηλότερα από το Κροκύλειο, τη Δευτέρα του Πάσχα του 1929. Κάθε Δευτέρα του Πάσχα το χωριό μαζευόταν στην «Παναγίτσα», όπως ονομάζεται η κορυφή, και γλεντούσε. Η φωτογραφία είναι «τραβηγμένη» με φακό ευρυγώνιο. Τη φωτογραφική μηχανή είχε φέρει ένας χωριανός από την Αμερική.

p. 256

πανηγύρια, όπως άλλωστε και όλες οι κοινωνικές εκδηλώσεις που συνδέονταν με τη θρησκευτική ζωή, πρόσφεραν στα αγόρια την ευκαιρία να κερδίσουν λίγα χρήματα:

Χαρά εμείς μεγάλη! Χαρά εμείς τα παιδιά, τρέχαμε, πιάναμε θέσεις γύρω στα όργανα. Τα όργανα ήτανε κλαρίνα και βιολιά, τρία συνήθως. Είχε τέτοια όργανα το χωριό. Είχε ανθρώπους που έπαιζαν κλαρίνο, βιολί και λαγούτο... Βγάζαν λεφτά τα παιδιά. Γαζέτα. Η γαζέτα είναι τα μετάλλινα νομίσματα. Όχι τα χάρτινα. Πού να δούμε χάρτινο; Τα χάρτινα ήταν ακριβά πράματα... Τα πετούσαν τα νομίσματα. Πετούσαν από μακριά στους οργανοπαίχτες. Άρπαζαν και κανένα τα παιδιά.21

Όπως θα δούμε και στην ενότητα για το παιχνίδι τα αγόρια είχαν γενικά μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και ευκολότερη πρόσβαση σε υλικά αγαθά από τα κορίτσια.

Φαίνεται όμως ότι τα παιδιά δε χόρευαν συστηματικά με τους «μεγάλους»' φαίνεται, επίσης, ότι η συστηματική, ενεργητική συμμετοχή στο χορό λειτουργούσε ως ηλικιακό και κοινωνικό ορόσημο, σηματοδοτούσε το τέλος της παιδικής και την απαρχή της νεανικής ηλικίας, όταν αγόρια και κορίτσια μπορούσαν πλέον θεωρητικά να παντρευτούν, ήταν «τς παντρειάς», σύμφωνα με την έκφραση των χωριανών:

Ιμείς στην πλατεία εδώ κάναμε χορούς. Ωρέ, χορεύαμι εδώ! Τήραγες χορούς! Όχ' χορούς τώρα! κείνα δεν είν' τίποτα, ούτε πανηγύρια καλά είναι τώρα. Τότεν εκεί κι άμα μεγάλωσα εγώ λιγάκ', άμ' ήμαν δεκαπέντε χρονών με δεκάξι, έρχεταν ο παπα-Γληγόρς ο Κρίτσας. Έρχεταν ο παπαΓληγόρς κι σήκωνε πρώτ' εμένα, ας ήμαν δεκάξι, δεκαεφτά χρονώ, έπτα σήκωνε μια π' τη λεν' Ευτυχία δω, τη μάνα τς, κι έπειτα πιάνουνταν ου χουρός και γένονταν τς κακομοίρας. Γιατ' εγώ χόρευα και τραγούδαγα, και χόρευα και τραγούδαγα.22

Η εντύπωση που έχω σχηματίσει από τις προφορικές μαρτυρίες είναι ότι πυρήνας του γλεντιού στα πανηγύρια ήταν οι νέοι αφού κυρίως αυτοί χόρευαν και τραγουδούσαν. Ο Λουκόπουλος εντάσσει το χορό που γινόταν στα πανηγύρια των χωριών της Ρούμελης, στις γαμήλιες στρατηγικές: «Στο πανηγύρι βγαίνουν τα κορίτσια στην πιάτσα και χορεύουν μπρος στα παλικάρια, κι έτσι το διάλεμα είναι εύκολο».23 Κι αν η συνομιλήτρια δεν θεωρεί «καλά» τα σημερινά πανηγύρια, ίσως αυτό οφείλεται στο ότι έχουν χάσει την οργανική θέση και λειτουργία που είχαν στη ζωή των ανθρώπων.

21. Συν. με τον Χ. T., σ. 9.

22. Συν. με την Π. Γ., σ. 11.

23. Λουκόπουλος, Γεωργικά, ό.π., σ. 59.

p. 257

Το ίδιο ισχύει και για τα «ξεφλουδίσια» ή τα νυχτέρια, εκδηλώσεις στις οποίες η εργασία συνδυαζόταν με τη διασκέδαση. Στα ξεφλουδίσια μετά τη συγκομιδή του αραβόσιτου, ομάδες χωριανών όλων των ηλικιών, ανάμεσά τους και παιδιά, μαζεύονταν σε αλώνια το βράδι με το φως του φεγγαριού, των άστρων ή της λάμπας πετρελαίου και ξεφλούδιζαν τα καλαμπόκια:

Ένας απ' τον άλλον. Έρχονταν σε μένα, πάαινες εσύ στον άλλον, στον άλλον, άμα είχες εσύ, μπορεί να είχες, νάηταν το χωράφι σ' στάρ' φέτο. Αν είχε το χουράφι μ' στάρ' φέτο, είχι άλλος καλαμπόκ' θα πάαινα σ' εκεινού τα ξεφλούδισα. Τα χρόνια που θα νείχα κι εγώ το χωράφι μ' καλαμπόκ' θα 'ρχιέταν σε μένα.

Το ξεφλούδισμα ήταν σχετικά απλή δουλειά" στη διάρκεια της προπάντων, οι χωριανοί τραγουδούσαν, αστειεύονταν μεταξύ τους, πείραζαν ο ένας τον άλλον ενώ, όταν το ξεφλούδισμα τελείωνε, «πιάνονταν» στο χορό, προπάντων οι νέοι:

...Μαζεύονταν, μαζεύονταν, γένονταν τς κακομοίρας. Καθόμασταν ένα γύρο. Εδώ ήταν ο σωρός το καλαμπόκ' και καθόμασταν ένα γύρο. Αρχινάγαμ' τα τραγούδια, ό,τ' τραγούδια ήξερ' ο καθένας, τραγούδαγαν, γλένταγαν, έφκιαναν πότε χαλβά, χαλβά στν κατσαρόλα, πότε τραχανόπτα και τ' μοίραζαν στο γύρου. Άμα ήταν πουλλοί έφκιαναν χαλβά για νάχνε πουλύ, να πάρουν απόνα κομάτ' ούλοι. Έπτα το σήκωναν στου χουρό. Δηλαδή εκεί π' ξεφλουδάγαμε, τραγούδαγαν... Έξω, όχ' μέσα στο σπίτι καθόλου ... Έπτα θα σκώνονταν τα μεγάλα πιδιά, τα μεγάλα κορίτσα αυτήνα στο χουρό... Από δεκαπέντε απάν'. Από δεκαπέντε, είκοσι, εικοσπέντε ... Ανύπαντρα. Μεγάλες γναίκες. Παντρεμένες. ... Ωρέ, θα χόρευαν κι οι παντρεμένες και θα τραγούδαγαν. Και γένεταν ένα γλέντ'.24

Τα νυχτέρια γίνονταν τα βράδια του χειμώνα και ήταν μια γυναικεία κοινωνική εκδήλωση στην οποία οι κοπέλες συμμετείχαν με τραγούδια, αστεία και «παιχνίδια». Οι γυναίκες μαζεύονταν στο σπίτι μιας από την παρέα παίρνοντας πάντα μαζί τα εργόχειρά τους και «νυχτερεύανε». Το εργόχειρο ήταν απαραίτητο για να τηρηθούν τα προσχήματα' η γυναίκα δεν είχε δικαίωμα στην ελεύθερη ομαδική διασκέδαση μακριά από το σπίτι της και την επίβλεψη των ενήλικων ανδρών της οικογένειας της: «Να κάνουμε και κάτ' δουλειά. Να μην πάμε να καθήσουμε και μετά παρεξηγηθεί ο κόσμος... Α, έπρεπε στην επίσκεψη νάχεις μαζί και το εργόχειρο».25

Συνομιλητές και συνομιλήτριες δηλώνουν ότι παρευρίσκονταν στα ξεφλουδίσια ή στα νυχτέρια από την ηλικία των 5-6 ετών, αλλά όταν αφηγούνται τις

24. Συν. 4 με την Π. Γ., σ. 21. Πβ. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 200209, κυρίως σ. 206.

25. Συν. με την Μ. Ν., σ. 9.

p. 258

εμπειρίες τους αναφέρονται στα νεανικά τους χρόνια, στην εποχή που ήταν τουλάχιστον 15-16 ετών (ενώ δεν ισχύει το ίδιο λ.χ. για το σκάρο, το παιχνίδι, τους αγερμούς). Υπήρχε λοιπόν το αίσθημα της νεανικής ηλικίας ως διακριτής κοινωνικής κατηγορίας, έστω ρευστά οριοθετημένης. Η κατηγορία αυτή περιλάμβανε όσα μέλη της κοινότητας βρίσκονταν σε ηλικία γάμου -με τα κριτήρια του συγκεκριμένου κοινωνικο-οικονομικού και πολιτισμικού χώρου—, και εκφραζόταν μέσα από κοινωνικές εκδηλώσεις στις οποίες πρωτοστατούσε η νεολαία του χωριού. Εξάλλου, πανηγύρια και ξεφλουδίσια αποτελούσαν μοναδικές, κοινωνικά αποδεκτές ευκαιρίες για επαφές ανάμεσα στα δύο φύλα και προετοίμαζαν το έδαφος για γάμους.26

Πάντως, από τη δεκαετία του 1920 και μετά άρχισαν να οργανώνονται στο χωριό αποκλειστικά νεανικά γλέντια, γλέντια δηλαδή στα οποία μετείχαν μόνο νέοι' οι διασκεδάσεις αυτές γνώρισαν τη μεγαλύτερη ακμή τους την περίοδο της Κατοχής, ως αντίδοτο στη σωματική και την ψυχική ταλαιπωρία των ανθρώπων. Στο Μεσοπόλεμο την πρωτοβουλία για την οργάνωση των γλεντιών αυτών είχαν οι πλέον εξαστισμένοι χωριανοί, κατά κύριο λόγο οι φοιτητές και οι σπουδαστές από την Αθήνα και άλλα αστικά κέντρα που έφεραν άλλωστε στο χωριό γύρω στα 1920 τους λεγόμενους «ευρωπαϊκούς» χορούς (το ταγκό και το βαλς). Τα γλέντια οργανώνονταν σε αποθήκες και αχυρώνες αλλά και στα καφενεία του χωριού με τη βοήθεια γραμμοφώνου' αποκαλούνταν «χοροεσπερίδες» ή απλώς «εσπερίδες», ονομασίες που παραπέμπουν στην αστική προέλευσή τους.27 Η διάδοση των νεανικών κοινωνικών εκδηλώσεων δηλώνει και τη διάκριση μιας νεανικής ηλικίας με τη σύγχρονη έννοια του όρου, μιας νεανικής ηλικίας που αναζητεί το δικό της αποκλειστικό χώρο έκφρασης και τον θεωρεί ως αυτονόητο δικαίωμά της. Μέσα από την ένταξη τους στο εκπαιδευτικό σύστημα και τη συνακόλουθη συχνή μετάβαση

26. Τον κεντρικό ρόλο που είχαν οι νέοι στα ξεφλουδίσματα αφήνει να φανεί ο Λουκόπουλος όταν επισημαίνει: «Σωστό πανηγύρι είναι τα ξεφλουδίσματα στα χωριά. Πώς τα περιμένουν! προπάντων οι νέες κι οι νέοι» (Λουκόπουλος, Γεωργικά, ό.π., σ. 267).

27. Η διάδοση αυτών των εκφράσεων του αστικού τρόπου ζωής φαίνεται και από το γεγονός ότι ορισμένοι συνομιλητές κάνουν λόγο για «χοροεσπερίδες» ενώ αναφέρονται σε παραδοσιακά γλέντια, στο χορό που γινόταν λ.χ. μετά τα μεσάνυχτα όταν τελείωναν τα καθεαυτό ξεφλουδίσια (Συν. με τον Μ. Μ., σ. 12). Πβ. επίσης την ανθρωπολογική ανάλυση της Cowan για τις χοροεσπερίδες σε μια κοινότητα της Μακεδονίας, το Σοχό, στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Η συγγραφέας επισημαίνει ότι: «Οι χοροεσπερίδες που χρηματοδοτούνται από τοπικούς, αστικού χαρακτήρα συλλόγους, υιοθετούν ένα συνειδητά «ευρωπαϊκό» ιδίωμα. Σε αυτές οι Σοχινοί δεν εορτάζουν τις συλλογικές κατηγορίες της συγγένειας, της εκκλησίας και της κοινότητας, αλλά κάποιες κοσμικού χαρακτήρα συμμαχίες μέσα στο Σοχό που βασίζονται στην ηλικία, στην τάξη και στις πολιτικές ταυτότητες και συμφέροντα». Στο Σοχό οι χοροεσπερίδες έκαναν την εμφάνιση τους τη δεκαετία του 1940, πολύ αργότερα από ότι στο παράδειγμα μας (J. Cowan, Η πολιτική του σώματος. Χορός και κοινωνικότητα στη βόρεια Ελλάδα, Αθήνα 1998, σ. 141-143).

p. 259

τους σε αστικά κέντρα τα αγόρια -κατά κανόνα γιοι των λιγοστών σχετικά εύπορων οικογενειών του χωριού— υιοθετούσαν τις νέες αντιλήψεις και πρακτικές και γίνονταν φορείς τους: αποστασιοποιούνταν από παραδοσιακές νοοτροπίες και αξίες.

Ορισμένα κορίτσια μυούνταν στις νέες νοοτροπίες χάρη στους αδελφούς τους. Ο Θ. Α. που γεννήθηκε το 1920 και μεγάλωσε σε μια σχετικά εύπορη οικογένεια -ο πατέρας του ήταν δάσκαλος- αφηγείται:

Εμείς πρώτα αρχίσαμε απ' τις αδελφές μας. «Μέσα στο σπίτι, άντε πάτε παρέα εσείς, τι θέλει η Κωνσταντούλα» (η αδελφή του), μόλεγε η μάνα μου. -«Α, τη θέλω μαζί μου». Την έπαιρνα 'γω σε γλέντια, σε τούτο, σε κείνο ...Τη μικρή αδερφή. Λοιπόν. Κοπέλες που δεν είχανε κανένα καβαλιέρο πηγαίναμε μεις και τις ζητάγαμε απ' τους γονείς. Τους λέγαμε: «θα πάμε μια βόλτα ή θα κάνουμε ένα χορό. Νάρθουμε να πάρουμε την Παναγιώτα, ας πούμε;...» Στο καφενείο γινόταν ο χορός. Βεβαίως, μας τις εμπιστεύονταν τις κοπέλες... Και γίνονταν κάτι γλέντια, γλέντια, όχι αστεία. Γλέντια τέτοια απ' το γυμνάσιο. Δεκαεφτά, δεκαοχτώ χρονώ.

Και η Α. Σ. που γεννήθηκε το 1922 θυμάται: «Αργότερα κι εγώ απέκτησα ελευθερία με τον αδερφό μου (ο οποίος σημειωτέον ήταν μόνο ένα χρόνο μεγαλύτερος της), όταν πήγαινε, όταν γύρισε απ' το γυμνάσιο και γίνονταν πάρτι. Κάναμε χορούς, πάρτι, εσπερίδες τα λέγαν τότε, χοροεσπερίδες».29

Όπως άφησα να εννοηθεί παραπάνω, φαίνεται ότι τα παιδιά αποκλείονταν από τις «χοροεσπερίδες». Στις προφορικές μαρτυρίες οι «χοροεσπερίδες» παρουσιάζονται ως αποκλειστικά νεανικές εκδηλώσεις, ως εκδηλώσεις που απευθύνονταν σε συγκεκριμένες ηλικίες, στους νέους ή έστω στα μεγαλύτερα παιδιά και τους νέους. Σύμφωνα με τη Β. Σ. που γεννήθηκε γύρω στα 1915, τα παιδιά χόρευαν κρυμμένα, υπό τους ήχους όμως του ραδιόφωνου του καφενείου όπου γινόταν το γλέντι: «Εδώ μέσα στο καφενείο χόρευαν πάρα πολύ. Πολλά ζευγάρια... Αλλά εμείς ήμασταν εδώ κοντά και τραγουδούσαν, είχαν το ραδιόφωνο, εκείνα τα κλαπατσίμπαλα που είχαν και μεις από πάνω στην αυλή, δε μας έβλεπαν και χορεύαμε εκεί, ήμασταν πέντε, έξι».30 Η εκμάθηση του χορού μέσα από την παρατήρηση και τη μίμηση, στους γάμους και τα πανηγύρια ήταν πολύ σημαντικό στοιχείο κοινωνικοποίησης των παιδιών, αφού οι χορευτικές ικανότητες προσμετρούνταν στα προσόντα των νέων και των δύο φύλων ώστε να παντρευτούν: «τότε δώδεκα χρονών και πέρα χόρευαν τα παιδιά όλα... Κράταγες, και τα μικρά έρχονταν γυροβολιά».31 Στην ενότητα για το

28. Συν. με τον Θ. Α., σ. 17.

29. Συν. με την Α. Σ., σ. 3.

30. Συν. με την Β. Σ., σ. 1, 2.

31. Συν. 2 με την Π. Γ., σ. 28.

p. 260

παιχνίδι θα αναφερθούμε στη σημασία του χορού στη ζωή των παιδιών και στο χορό ως παιγνιώδη, κοινωνικοποιητική δραστηριότητα. Χορεύοντας οι άνθρωποι είχαν την ευκαιρία να εκφραστούν -πάντοτε στη βάση ορισμένων κανόνωνμε το σώμα τους, στο πλαίσιο μιας κοινωνίας η οποία ασκούσε αυστηρό έλεγχο στη σεξουαλικότητα των μελών της και φυσικά περιόριζε αυστηρά τη σωματική έκφραση.32

Τα παιδιά των τσοπάνηδων, αλλά και όσων κατοικούσαν σε αγροτικούς συνοικισμούς γύρω από τον κεντρικό οικισμό, πρέπει να μετείχαν σε περιορισμένο βαθμό στην κοινωνική ζωή του χωριού, επειδή έμεναν σε αρκετή απόσταση από το κυρίως χωριό και μάλιστα επειδή συχνά δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθούν στις υλικές, και συγχρόνως συμβολικές, επιταγές της μικροκοινωνίας.

Ο Δημήτρης Υφαντής που γεννήθηκε το 1912, σημειώνει στα αυτοβιογραφικά του αφηγήματα ότι όσοι κατοικούσαν μόνιμα εκτός του κεντρικού οικισμού «πολύ σπάνια πήγαιναν στο χωριό και μονάχα στις μεγάλες γιορτές, Χριστούγεννα και Λαμπρή, ή στο παγγύρι του χωριού ή τ' Αη-Γιωργιού που γιόρταζε η εκκλησία του χωριού ή για κάτι άλλο έκτακτο, χαρούμενο ή λυπητερό».33 Παρ' όλο που τους παρουσιάζει να συμμετέχουν στις κοινωνικές εκδηλώσεις δε διευκρινίζεται πόσο συχνά ή τακτικά συμμετείχαν ή αν συμμετείχαν όλοι. Οι εκφράσεις «πολύ σπάνια», «και μονάχα» δημιουργούν την εντύπωση ότι η συμμετοχή στην εθμική-κοινωνική ζωή του καθεαυτό χωριού ήταν περιορισμένη.

Γεγονός είναι ότι όταν ρώτησα ανθρώπους που γεννήθηκαν και ανατράφηκαν σε οικογένειες κτηνοτρόφων αν συμμετείχαν στα πανηγύρια και τα γλέντια γενικότερα του χωριού απάντησαν πως προϋπόθεση ήταν να υπάρχουν τα κατάλληλα ρούχα:

Με τι να πάμε; Δεν είχαμε τι ρούχα να βάλουμε. Νάχς παπούτσια, φουστάνι..., άμα δεν είχες, που θα πας; ... Τώρα μεγάλ' πήγαινα, μκρή δε θυμάμαι αν πήγα καμιά φορά. - Τα πανηγύρια, άμα είχαμε ρούχα κατεβαίναμε, άμα δεν είχαμε ρούχα κρυβόμασταν. Σε γάμους, σε τέτοια, άμα είχαμε ρούχα πηγαίναμε.34

Οπωσδήποτε, όπως επισημαίνει ο Νιτσιάκος, η πολιτισμική έκφραση μιας μι-

32. Η συμμετοχική παρατήρηση θα αποκάλυπτε προφανώς κοινωνικές, ηλικιακές, έμφυλες και, τελικά με την ευρεία έννοια του όρου, πολιτικές διαστάσεις της χορευτικής πρακτικής και θα φώτιζε σε βάθος την κοινωνικοποιητική λειτουργία του χορού: Βλ. την υποδειγματική μελέτη της Cowan, Η πολιτική του σώματος, ό.π., και την εισαγωγή της Παπαγαρουφάλη στην ελληνική έκδοση (Ε. Παπαγαρουφάλη, «Ο χορός ως κοινωνική πράξη», στο Cowan, ό.π., σ. ix-ixx).

33. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 88, 89.

34. Συν. με την Γ. Σ., σ. 10' Συν. με τον Μ. Μ., σ. 5.

p. 261

μικρής κοινότητας έχει ομοιογενή χαρακτήρα και δεν διαφοροποιείται έντονα ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα και την κοινωνική θέση των ανθρώπων.35 Ίσως όμως οικονομικές και κοινωνικές διαφοροποιήσεις περιορίζουν ή διευρύνουν καθοριστικά τις δυνατότητες συμμετοχής των ανθρώπων στη συλλογική κοινωνική ζωή, με αποτέλεσμα η εμπειρία, τα βιώματα των μελών μιας μικροκοινωνίας να διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ τους, ενισχύοντας με τη σειρά τους προϋπάρχουσες κοινωνικές διαφοροποιήσεις.

Β' Στον κόσμο των ομηλίκων

Πέρα από τη συμμετοχή τους σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στην κοινωνική ζωή στο πλευρό των ενηλίκων, τα παιδιά -προπάντων τα αγόρια αλλά και τα κορίτσια- έπαιζαν ουσιαστικό, αυτόνομο ρόλο στο πλαίσιο της εθιμικής ζωής, αυτής της οικείας, αυτονόητης, σχετικά σταθερής πλευράς στη ζωή της κοινότητας. Αναφέρομαι εδώ στους αγερμούς στο πλαίσιο θρησκευτικών εορτών (Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Θεοφάνεια, Πάσχα) αλλά και ονομαστικών εορτών. Διεξάγονταν ως επί το πλείστον από ομάδες παιδιών, με δική τους πρωτοβουλία και γενικά χωρίς -ουσιαστική τουλάχιστον— παρέμβαση των ενηλίκων.

Εξαίρεση αποτελούσαν οι αγερμοί κοριτσιών το Σάββατο του Λαζάρου επειδή σε αυτούς πρέπει να μετείχαν μόνο κορίτσια μεγαλύτερης ηλικίας, 1520 χρόνων περίπου. Στο «Λαζαρή»36, όπως ονομαζόταν το έθιμο, τετράδες κοριτσιών επισκέπτονταν τα σπίτια του χωριού και γειτονικών χωριών, τραγουδώντας στίχους που ποίκιλλαν ανάλογα με την περίσταση και αμείβονταν κατά κανόνα με αυγά. Στη διαδρομή, την κάθε τετράδα συνόδευε ένα άνδρας, ο «φυλαχτής», ο οποίος και συγκέντρωνε τα αυγά. Βέβαια, αρκετές συνομιλήτριες δήλωσαν ότι δεν είχαν ποτέ μετάσχει στο έθιμο" προφανώς μόνο ένας λογικός, σε σχέση με τον πληθυσμό και την οικονομική κατάσταση της περιοχής, αριθμός τετράδων από όλα τα χωριά μπορούσε να λειτουργήσει απρόσκοπτα και αποτελεσματικά. Όμως είναι αξιοσημείωτο ότι προφορικές μαρτυρίες και λαογραφικές καταγραφές συμφωνούν πως στο «Λαζαρή» είχαν δικαίωμα συμμετοχής μόνο κορίτσια μεγαλύτερης ηλικίας -από 14, 15 χρονών και πάνω. Κατά συνέπεια το δικαίωμα συμμετοχής σε αυτούς τους αγερμούς, που ήταν διαδεδομένοι στην ορεινή Δωρίδα και μαρτυρούνται στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων,37 σηματοδοτούσε ουσιαστικά την είσοδο των κοριτσιών σε μια

35. Νιτσιάκος, Παραδοσιακές κοινωνικές δομές, ό.π., σ. 61, 62.

36. Πβ. Ηλιόπουλος, Λαογραφικά Δωρίδας, ό.π., σ. 313 κ.ε.

37. Αυτοί οι αγερμοί συναντώνται και στους Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας (Γ. Β. Καββαδίας, Καραγκούνηδες: Συμβολή στην Κοινωνιολογία των Δοξασιών, Αθήνα 1980,

p. 262

νέα ηλικιακή φάση, τη μετάβασή τους από την παιδική στη νεανική ηλικία (όπως άλλωστε και το δικαίωμα συμμετοχής στα λεγόμενα «ριζικάρια», έθιμο στη γιορτή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου)38. Στο «Λαζαρή» μετείχαν προφανώς κορίτσια σε γόνιμη ηλικία' αυτό πρέπει να υποδηλώνει και η αμοιβή τους με αυγά αφού το αυγό συμβολίζει τη γονιμότητα. Παραπέμποντας σε λαογραφικές μελέτες για την Ήπειρο και το βορειοελλαδικό χώρο, η Κ. Μπάδα επισημαίνει ότι τέτοιου είδους εθιμικές εκδηλώσεις σηματοδοτούσαν τη συμμετοχή των κοριτσιών στη «γαμήλια αγορά» και νομιμοποιούσαν την υποψηφιότητά τους για γάμο.39

Επιβεβαιώνεται, επομένως, ότι στην κοινωνική συνείδηση υπήρχε τόσο το αίσθημα της παιδικής όσο και το αίσθημα της νεανικής ηλικίας (στην προκειμένη περίπτωση σε σχέση με τα κορίτσια), παρ' όλο που και για τις δυο ηλικίες οι χωριανοί χρησιμοποιούσαν αδιακρίτως τον όρο «κορίτσι» ο οποίος, σε αντίθεση με τον όρο «γυναίκα», συνδηλώνει σεξουαλική αθωότητα. Γεγονός είναι ότι τα κορίτσια που τραγουδούσαν το «Λάζαρο» δεν είχαν ουσιαστικά κανένα δικαίωμα διαχείρισης των αγαθών που κέρδιζαν. Ο «φυλαχτής» που τα συνόδευε διαφύλαττε, υποθέτω, την αγνότητα και την αμοιβή τους. Γνωρίζουμε ότι συγκέντρωνε και μοίραζε τα αυγά (ενίοτε και χρήματα) κρατώντας δικαιωματικά ένα μέρος για τον εαυτό του. Τουλάχιστον ιδεοτυπικά η γυναίκα αποκτούσε δικαίωμα στη διαχείριση υλικών αγαθών μόνο μέσω του γάμου.

Με εξαίρεση το «Λαζαρή» στους αγερμούς μετείχαν χωριανοί ηλικίας, που μολονότι δεν ήταν αυστηρά προσδιορισμένη, δεν υπερέβαινε το όριο των 15 ετών. Υπήρχε οπωσδήποτε ένα ανώτατο όριο ηλικίας αφού οι περισσότεροι συνομιλητές δηλώνουν ότι ένα συγκεκριμένο διάστημα, επί δυο, τρία, τέσσερα ή

σ. 60-64) αλλά και στον βορειοελλαδικό χώρο (Μπάδα, «Παιδικοί-νεανικοί ενδυματολογικοί κώδικες», ό.π., σ. 191). Ο Mitterauer στη μελέτη του για την κοινωνική ιστορία της νεανικής ηλικίας περιγράφει ανάλογο έθιμο με την ίδια επωνυμία που απαντά σε αγροτικές περιοχές της Βουλγαρίας' αναφέρεται σε συγκεκριμένες τελετές προετοιμασίας των κοριτσιών ώστε να συμμετάσχουν στους αγερμούς και σημειώνει ότι οι τελετές αυτές το Σάββατο του Λαζάρου παρέχουν το δικαίωμα στα σεξουαλικά ώριμα κορίτσια να μετέχουν από κει και πέρα σε χορούς, σε βραδινές συναντήσεις των νέων και σε εορταστικές εκδηλώσεις (Mitterauer, Sozialgeschichte der Jugend, σ. 71, 72).

38. Στ' «Αϊ-Γιαννιού του Ριγανά», όπως έλεγαν, καθώς ήταν η εποχή που μάζευαν τη ρίγανη, τα ανύπαντρα κορίτσια συμμετείχαν στα «ριζικάρια», έθιμο στο πλαίσιο του οποίου οι κοπέλες «έβλεπαν» το «ριζικό» τους: Ένα μικρό αγόρι «τραβούσε» στην τύχη από μια κανάτα με νερό στην οποία η κάθε κοπέλα είχε ρίξει ένα προσωπικό της αντικείμενο, τα αντικείμενα αυτά - με τη σειρά που τα «τραβούσε» θα παντρεύονταν και οι κοπέλες (βλ. ΚΕΕΛ, χειρόγραφο 1682, σ. 10). Στο έθιμο συμμετείχαν, σύμφωνα με μαρτυρίες, μόνο κορίτσια πάνω από 15 ετών, επομένως μόνο κορίτσια σε γόνιμη ηλικία και σε ηλικία γάμου. Άρα το δικαίωμα συμμετοχής συνδεόταν με την ένταξη σε μια σχετικά οριοθετημένη ηλικιακή-κοινωνική κατηγορία, στη νεανική, θα λέγαμε, ηλικία.

39. Κ. Μπάδα, «Παιδικοί-νεανικοί ενδυματολογικοί κώδικες», ό.π., σ. 191.

p. 263

πέντε χρόνια στη συνέχεια, πήγαιναν να ευχηθούν, να τραγουδήσουν κ.λπ. Πιθανόν, μάλιστα, τα περισσότερα παιδιά να μην ήταν πάνω από 12 χρονών. «Πηγαίνανε, πηγαίνανε (τα παιδιά για κάλαντα, για να ευχηθούν κ.λπ.) αλλά όταν περνάγαμε τα δώδεκα και μετά ντρεπόμασταν, δεν κάναμε. Μικρά παιδιά, μικρά παιδιά (πήγαιναν)».40

Παρ' όλα αυτά, ορισμένοι συνομιλητές δήλωσαν ρητά ότι δε μετείχαν σε αγερμούς. Οι ερμηνείες που έδωσαν οι ίδιοι («δεν έτυχε», «δεν ευκαιρούσα», «δεν ήθελα») έχουν πολύ γενικό χαρακτήρα για να μας διαφωτίσουν ως προς τους πραγματικούς λόγους. Δύο συνομιλήτριες δήλωσαν ωστόσο ότι οι γονείς τους δεν τους επέτρεπαν να συμμετέχουν. Και οι δύο προέρχονται από σχετικά εύπορες, και πάντως ολιγομελείς, οικογένειες του χωριού. Η μία είναι, όπως ίσως ήδη φαντάζεται ο αναγνώστης, η μοναχοκόρη του καθηγητή του Ελληνικού σχολείου:

Μένα δε μ' άφηνε η μάνα μου να πάω. Δεν ξέρω γιατί. Δεν είχα και θάρρος έτσι, δεν ήμουνα απ' τα παιδιά..., αλλά πήγαιναν τα παιδιά στα κάλαντα και πηγαίνανε -μια συνήθεια που υπήρχε στις γιορτές (αν γιόρταζε ο Κώστας λ. χ. του Αγίου Κωνσταντίνου)- όλα τα παιδιά του χωριού πηγαίνανε, χτυπούσανε την πόρτα και λέγαν " Χρόνια Πολλά" και τους έδιναν ένα χαλβά, μια τηγανίτα... Πήγαινα σε κάνα συγγενικό σπίτι και μου δίνανε, ναι, αλλά... υπήρχαν παιδιά που πήγαιναν απ' την κορφή του χωριού ως κάτω σ' όλους τους Κωστάδες.*1

Η άλλη συνομιλήτρια είχε έναν αδελφό κι ο πατέρας της ήταν ταχυδρομικός διανομέας στο χωριό: «Δε μ' άφηνε ο πατέρας μου να 1τάω στο Λάζαρο... Δεν το 'θελε. Σα ζητιανιά το περνούσε. Λέει: 'πόσα αυγά θέλεις να σ' αγοράσω; Θα πας, λέει, να μαζέψεις αυγά εσύ, τι να μας κάνεις, να μας σώσεις; Να γυρνάς δω στα σπίτια, να τραγουδάς, να βραχνιάζεις, όχι, όχι, καθόλου δε μ' άφηνε'».42 Στα μάτια λοιπόν ορισμένων γονιών οι αγερμοί αποτελούσαν ένα είδος υποτιμητικής επαιτείας, πολύ περισσότερο όταν αφορούσαν κορίτσια, οπότε εμπλεκόταν και το ζήτημα της τιμής τους. Πρόκειται άραγε για επιρροές αστικών αντιλήψεων, σύμφωνα με τις οποίες τα παιδιά όφειλαν να βρίσκονται υπό την αδιάλειπτη επίβλεψη των ενηλίκων;43

Εν πάση περιπτώσει οι αγερμοί, όπως και ορισμένα άλλα έθιμα στα οποία ο ρόλος των παιδιών, και ειδικότερα των αγοριών, είναι συγκεκριμένος, απο-

40. Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 10.

41. Συν. με την Π. Λ., σ. 8.

42. Συν. με την Α. Σ., σ. 11.

43. Ανάλογα στοιχεία για υποτιμητική αντιμετώπιση των αγερμών, ιδίως όταν αυτοί αφορούσαν σε μη συγγενικά σπίτια ή σε σπίτια εκτός των πλαισίων της κοινότητας απαντούν σε αυτοβιογραφικές μαρτυρίες της Κεντρικής Ευρώπης (βλ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit. Spiel..., ό.π., σ. 185, 186).

p. 264

αποκλειστικός και καθοριστικός αναδεικνύουν την πίστη στη μαγική δύναμη του παιδιού και συνακόλουθα την αξία και σημασία του σε μια κοινωνία, η οποία τιμά και επιζητεί τη γονιμότητα των μελών της και ιδιαίτερα την αρρενογονία. Η αιτία που οι αγερμοί ή τα έθιμα τα οποία συνδέονται με αυτούς ανήκουν στη δικαιοδοσία των παιδιών, ή έστω νεαρών μελών της κοινότητας, είναι ένα σημαντικό ερώτημα που αφορά γενικότερα τις αγροτικές, τουλάχιστον, κοινωνίες στον ελληνικό και τον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι θεωρούνταν κατά κάποιο τρόπο υποτιμητικοί για τον ενήλικα, σαν ένα είδος εθιμικά και θρησκευτικά νομιμοποιημένης επαιτείας και ότι το αίσθημα αυτό συνυπήρχε με την πίστη στη μαγική δύναμη του παιδιού.44 Οπωσδήποτε οι αγερμοί λειτουργούσαν ως μηχανισμοί θεμελιώδους κοινωνικοποίησης και ίσως αυτή η λειτουργία τους ενθάρρυνε την αποκλειστική διεξαγωγή τους από παιδιά τα οποία με αυτό τον τρόπο εξασφάλιζαν υλικά αγαθά, εξοικειώνονταν με τον περιβάλλοντα χώρο και τους ανθρώπους του, λειτουργούσαν και αισθάνονταν ως μέλη μιας ομάδας, κατ' αρχήν της ομάδας των ομηλίκων, σε ένα δεύτερο επίπεδο όμως του συνόλου της κοινότητας.

Τα έθιμα αυτά είχαν και την οικονομική τους διάσταση: «Είχα πάει κι εγώ πολλές φορές», αφηγείται ο Γ. Π. που γεννήθηκε περίπου στην καμπή από το 19ο προς τον 20ό αι., «ήταν κάτι ήθη, έθιμα, όπου τρέχαν τα παιδάκια, προπαντός για να 'κονομήσουν κάτι...».45 Ομάδες αγοριών ή κοριτσιών γυρνούσαν τα σπίτια του χωριού για να ευχηθούν στις ονομαστικές εορτές των ανδρών46 ή να τραγουδήσουν τα κάλαντα στις παραμονές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς, των Φώτων και να εισπράξουν ένα κομμάτι γλυκό ή μερι-

44. Στη μελέτη του για την εθιμική ζωή στον ελληνικό χώρο ο Γεώργιος Μέγας παρουσιάζει τους αγερμούς ως κατ' αρχήν αλλά όχι αποκλειστικά προνόμιο/καθήκον των παιδιών (Γ.Α. Μέγας, Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας, Αθήνα 2001 (α' έκδ. 1956), σ. 73: «Όπως την παραμονή των Χριστουγέννων, έτσι και το βράδι της παραμονής του Νέου έτους, τα παιδιά, ή και ενήλικες, γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και λέγουν τα κάλαντα»: οι πλάγιοι χαρακτήρες είναι δικοί μου). Αλλά στα παραδείγματα που παραθέτει στη συνέχεια εμφανίζονται μόνο παιδιά (ό.π., σ. 73 κ.εξ.).

45. Συν. με τον Γ. Π., σ. 10.

46. Μόνο οι ενήλικες άνδρες μιας οικογένειας δέχονταν ευχές με αυτό τον πανηγυρικό, δημόσιο τρόπο στην ονομαστική τους εορτή. Στην ανδροκρατούμενη κοινωνία η ονομαστική εορτή αφορούσε τους άνδρες και οι γυναίκες δέχονταν τις ευχές των παιδιών ως διαμεσολαβήτριες για τους άνδρες τους. Άλλωστε οι γυναίκες αποκαλούνταν συχνά με το όνομα του άντρα τους (Παναγιώταινα, Βασίλαινα κ.λπ.). Πβ. τις παρατηρήσεις της Α. Κλωνή σχετικά με τις ονομαστικές εορτές και το προσωπικό εορταστικό βίωμα ως προνόμιο των ανδρών στην κοινότητα Λυγαριά Θεσπρωτίας στα τέλη της δεκαετίας του 1970 (Α. Κλωνή, «Εργασία, παιδί και παιχνίδι στην ελληνική ύπαιθρο: Η περίπτωση της Λυγαριάς. Ανθρωπολογική Προσέγγιση», στο Κ. Γκουγκουλή, Α. Κούρια (επιμ.), Παιδί και παιχνίδι στη νεοελληνική κοινωνία (19ος και 20ός αιώνας), Αθήνα 2000, σ. 417-473, κυρίως σ. 425, 426).

p. 265
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 246
    01 - 0002.htm