Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
Title:Growing up in Mountainous Regions
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:38
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2003
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Mentalities and Behaviour
Social integration
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
Visible pages: 270-289 από: 395
Current page:

διώροφου παλιού σπιτιού, το οποίο όμως οι ιδιοκτήτες χρησιμοποιούσαν πλέον σαν αχυρώνα. Μέσα βρισκόταν ένα άγριο τσοπανόσκυλο και ακολούθησε «μάχη».59


Τα όρια μεταξύ παιχνιδιού και εορταστικών εκδηλώσεων δεν είναι σαφή. Όπως γράφει σε ένα πάλω και κλασικό έργο ο Ολλανδός ιστορικός Γιόχαν Χουιζίνγκα «η σχέση ανάμεσα στη γιορτή και στο παιχνίδι είναι πολύ στενή. Και η πρώτη και το δεύτερο κηρύσσουν μια αναστολή της καθημερινής ζωής». Επισημαίνει, όμως, ότι «το γνήσιο παιχνίδι έχει ... ένα τουλάχιστον επιπλέον ουσιώδες γνώρισμα, δηλαδή τη συνείδηση, οσοδήποτε λανθάνουσα κι αν είναι, του ότι πρόκειται για κάτι που γίνεται "μόνο στα ψέματα"».60 Σε αντίθεση με το παιχνίδι, τα γλέντια εκλαμβάνονται από όσους παίρνουν μέρος σε αυτά ως πραγματικότητες της τρέχουσας ζωής. Από κει και πέρα είναι δυνατόν στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων οι συμμετέχοντες να παίξουν, να λάβουν μέρος σε δραστηριότητες τις οποίες αντιλαμβάνονται ως μη πραγματικές σε συσχετισμό με την τρέχουσα ζωή.61

Το παιχνίδι των παιδιών έχει εδώ και καιρό σταματήσει να απασχολεί μόνο περιφερειακά τους επιστήμονες στη χώρα μας. Πέρα από πλούσιες λαογραφικές καταγραφές και μορφολογικές ταξινομήσεις παιδικών παιχνιδιών διαθέτουμε πλέον σημαντικές προσεγγίσεις κοινωνικών ανθρωπολόγων, εθνογράφων, κοινωνιολόγων, παιδαγωγών και ψυχολόγων. Στο βαθμό που οι προσεγγίσεις αυτές ασχολούνται με την ιστορία του παιχνιδιού ενδιαφέρονται προπάντων για τον κανονιστικό λόγο, την εκπαιδευτική πολιτική και τις αναπαρα-

59. Ό.π.

60. Γ. Χουιζίνγκα, Ο άνθρωπος και το παιχνίδι (Homo Ludens), μετ. Σ. Ροζάνης - Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα 1989 (α' έκδ. 1938), σ. 40, 41.

61. Σε ένα κλασικό έργο που πρόσφατα μεταφράστηκε στα ελληνικά ο γάλλος κοινωνιολόγος Roger Caillois ορίζει το παιχνίδι ως δραστηριότητα ταυτόχρονα «ελεύθερη», «διαχωρισμένη», «αβέβαιη», «μη-παραγωγική», «ρυθμισμένη από κανόνες» και «μυθοπλαστική»: Όταν οι άνθρωποι παίζουν, ενεργούν κατ' αρχήν αυτόβουλα, δηλαδή δεν υποχρεώνονται να παίξουν (παρ' όλο που αυτό δεν ισχύει για τα παιχνίδια τα οποία τα παιδιά σε τελευταία ανάλυση υποχρεώνονται να παίξουν στο πλαίσιο σύγχρονων παιδαγωγικών πρακτικών: Μαρία Παπαθανασίου). Επίσης κινούνται σε σαφώς προκαθορισμένο χώρο και χρόνο, υπακούουν σε ρυθμίσεις με προσωρινή αλλά απόλυτη ισχύ, δεν παράγουν οικονομικά αγαθά (πλούτο) με τη στενή έννοια του όρου, δεν μπορούν να γνωρίζουν εκ των προτέρων τα αποτελέσματα και έχουν συνείδηση ότι ενεργούν σε επίπεδο μη πραγματικό ή μιας πραγματικότητας δευτερεύουσας ως προς την τρέχουσα ζωή: βλ. R. Caillois, Τα Παιγνίδια και οι Άνθρωποι, μετ. Ν. Κούρκουλος, Αθήνα 2001 (α' έκδ. 1958), σ. 48.

p. 270

στάσεις του παιδικού παιχνιδιού στην τέχνη και τη λογοτεχνία.62 Θα επιχειρήσω να συμπληρώσω την οπτική μελετώντας την εμπειρία των ίδιων των ιστορικών υποκειμένων, μέσω μιας αναδρομικής και επομένως ιστορικής ανθρωπολογικής προσέγγισης, με βάση το υλικό μου και με επίγνωση των στενών ορίων του -αφού μάλιστα δεν πρόκειται για υλικό που προέκυψε από συμμετοχική παρατήρηση—, αλλά οπωσδήποτε χάρη σε αυτό.

Σύμφωνα με τον τίτλο του κεφαλαίου το παιχνίδι των παιδιών αποτελούσε κατά βάση έκφραση των παραδεδομένων, των κοινωνικών, οικονομικών, πολιτισμικών δομών του χωριού, της συστημικής και γι' αυτό δυσκίνητης -αλλά κατά κανένα τρόπο ακίνητης— διάρθρωσης της ζωής. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία η καταγωγή των παιχνιδιών που κατέγραψα χάνεται στο παρελθόν και τα παιδιά του χωριού συνεχίζουν να παίζουν τα ίδια παιχνίδια τις δεκαετίες του 1940 και του 1950. Όπως θα δούμε, τα παιχνίδια λειτουργούσαν σε μεγάλο βαθμό ως μηχανισμοί ένταξης των παιδιών στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία και τις αξίες της. Από αυτή την άποψη ο Ariès φαίνεται να έχει δίκιο όταν, αναφερόμενος στο παιδικό παιχνίδι, υποστηρίζει ότι «τα παιδιά συγκροτούν τις πλέον συντηρητικές ανθρώπινες κοινωνίες» («Les enfants costituent les sociétés humaines les plus conservatrices») ,63

Άλλωστε, σε αρκετές μελέτες έχει καταδειχθεί ότι το παιχνίδι το οποίο δεν «διδάσκεται» από τον ενήλικα αλλά μεταβιβάζεται προφορικά από παιδί σε παιδί αποτελεί φορέα συντήρησης παραδοσιακών μοτίβων, λεξιλογίου και στερεοτύπων.64 Και τα παιδιά στο χωριό έπαιζαν παιχνίδια τα οποία μάθαιναν το ένα στο άλλο, έπαιζαν επομένως «τα δικά τους παιχνίδια, όχι ...τα παιχνίδια των μεγάλων, ούτε τα παιχνίδια της παράδοσης, ούτε τα παιχνίδια της αγοράς, ούτε τα παιχνίδια της παιδαγωγικής, ούτε τα παιχνίδια της ψυχολογίας, των κοινωνικών επιστημών ή όποιου άλλου», για να δανειστώ φράσεις από ένα ποιητικό, «αιρετικό» κείμενο της ανθρωπολόγου Ε. Σκουτέρη-Διδασκάλου στο οποίο μεταξύ άλλων στηλιτεύει τη σύγχρονη παρεμβατικότητα (δασκάλων, ενηλίκων, αγοράς) στο παιχνίδι των παιδιών.65

62. Για μια σφαιρική εικόνα της πορείας της έρευνας βλ. προπάντων το συλλογικό τόμο που εκδόθηκε με επιμέλεια της Κλειώς Γκουγκουλή και της Αφροδίτης Κουρία: Παιδί και παιχνίδι, ό.π. Επίσης βλ. το αφιέρωμα της εφημερίδας Η Καθημερινή (Επτά Ημέρες, «Το Ελληνικό Παιχνίδι», ένθετο της 21ης Δεκεμβρίου 1997). Για μια κατατοπιστική επισκόπηση των θεωρητικών απόψεων της διεθνούς βιβλιογραφίας καθώς και για μια συνολική παρουσίαση και ανάλυση παιχνιδιών στον ελλαδικό χώρο που αντλεί από το υλικό λαογραφικών μελετών βλ. επίσης Ε. Αυδίκος, Το παιδί, ό.π., σ. 297-323.

63. Ariès, L'enfant et la vie familiale sous 1'Ancien Régime, σ. 98 [Αριές, Η Καθημερινή Ζωή, ό.π., σ. 115].

64. Αυδίκος, Το παιδί, ό.π., σ. 302 (σημ. 396).

65. Ε. Σκουτέρη-Διδασκάλου, «Αύριο θα παίζουμε-ελπίζω», Η Καθημερινή-Επτά Ημέρες

p. 271

Γράφοντας ότι τα παιδιά στο χωριό δεν έπαιζαν «τα παιχνίδια της παράδοσης» δεν εννοώ ότι δεν έπαιζαν παραδοσιακά παιχνίδια, αλλά ότι δεν έπαιζαν παιχνίδια επειδή ήταν παραδοσιακά' και υποστηρίζοντας ότι έπαιζαν «τα δικά τους παιχνίδια» δεν εννοώ βέβαια ότι νέες πρακτικές και νέα πρότυπα ζωής που έβρισκαν απήχηση σε τμήματα της κοινωνίας του χωριού δεν επηρέαζαν τον τρόπο με τον οποίο έπαιζαν τα παιδιά. Τεχνολογικές εξελίξεις και δυσεύρετα αγαθά του αστικού πολιτισμού λειτουργούσαν ως πηγή έμπνευσης νέων παιχνιδιών: Υπάρχει η πληροφορία ότι παιδιά έπαιζαν το «τηλέφωνο» χρησιμοποιώντας ένα κουτί από σπίρτα για ακουστικό και το νήμα μιας κουβαρίστρας για καλώδιο'66 μια συνομιλήτρια θυμάται πώς έπαιζε με μια ομπρέλα, αντικείμενο που αντίκρυζε για πρώτη φορά στη ζωή της και είχε φέρει από την Αθήνα ο άντρας τής κατά 10 χρόνια μεγαλύτερης αδελφής της.67

Το παιχνίδι «Κύρου Ανάβασις», εφεύρεση μαθητών του Σχολαρχείου στα τέλη της δεκαετίας του 1920, φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά αυτά εσωτερίκευαν εθνικές αξίες: μέσω των εκπαιδευτικών μηχανισμών αλλά πέρα από τα στενά óptà τους, μετατρέποντας το μάθημα, τη διδασκόμενη ύλη, σε πηγή έμπνευσης για παιχνίδι:

Παίζανε τα μεγαλύτερα αγόρια και κάνανε μια μάχη απ' την Κύρου Ανάβαση και πήγαιναν να καταλάβουν το νεκροταφείο. Στο Ελληνικό σχολείο. Πήγαιναν να καταλάβουν το νεκροταφείο, οι μισοί ήταν απέξω κι οι άλλ' ήταν από μέσα από τον τοίχο. Και μένα με είχανε βάλει, ήμουνα η πληγωμένη, σε δύο ξύλα είχαν βάλει ένα σεντόνι, έτσι, τόχαν τυλίξει και με ξάπλωναν, ήταν το φορείο. Κι όπως με τρέχανε, με πήρανε ένας απ' τη μια μεριά κι ένας απ' την άλλη, γύρισε αυτό και πάω κάτω εγώ. Κι έτσ' έγινα πραγματικός τραυματίας·68

Ακόμη, μαθητές γυμνασίου και φοιτητές από την Αθήνα οι οποίοι περνούσαν τα καλοκαίρια τους στο χωριό εισήγαγαν νέα ομαδικά αθλητικά παιχνίδια όπως το βόλεϊ. Έπαιζαν στην πλατεία όπου είχαν στήσει ένα δίχτυ κινώντας την περιέργεια των μικρότερων παιδιών, σύμφωνα με πληροφορίες που συνέλεξα τυχαία μιλώντας με χωριανούς. Σύμφωνα με μια μαρτυρία, σε άλλα χωριά της ορεινής Δωρίδας, όπως το Σουρούστι (Κερασιά) και το Νούτσομπρο (Ψηλό Χωριό), αγόρια έπαιζαν συστηματικά ποδόσφαιρο σε οργανωμένες μάλιστα συναντήσεις' το είχαν εισαγάγει στα χωριά παιδιά από την Αθήνα που στην πλειοψηφία τους κατάγονταν από την περιοχή και παραθέριζαν εκεί.69

ρες: ένθετο Το Ελληνικό Παιχνίδι, 21 Δεκεμβρίου 1997, σ. 8, 9.

66. Συν. με τον Λ. Γ. και την Α. Γ., σ. 9.

67. Συν. με την Β. Σ., σ. 1.

68. Συν. με την Κ. Σ., σ. 16 (στην οποία παρευρίσκεται η Π. Λ.).

69. Συν. με τον Η. Χ. και τον Κ. Χ., σ. 5.

p. 272

Πέρα, πάντως, από τις λιγοστές αυτές μαρτυρίες, στη μνήμη συνομιλητών και συνομιλητριών κυριαρχούν παιχνίδια παραδοσιακά που απαντούν σε πανελλαδικό -ορισμένα σε πανευρωπαϊκό ή και παγκόσμιο- επίπεδο. Βέβαια τα παραδοσιακά παιχνίδια δεν αποτελούν απολιθώματα: Στην πράξη είναι πιθανό να εξέφραζαν συχνά, ταυτόχρονα με τις υφιστάμενες πολιτισμικές δομές και με τρόπο ανεπαίσθητο, την αργή διάβρωση των δομών αυτών. Κατά κανόνα όμως οι πληροφορίες για τους τρόπους με τους οποίους τα παιδιά οργάνωναν το παιχνίδι τους δεν είναι τόσο λεπτομερείς, ώστε να επιτρέπουν την ανίχνευση τέτοιου είδους παράπλευρων λειτουργιών.

Στη διάρκεια των συνεντεύξεων οι άνθρωποι μού μίλησαν για διάφορα παιχνίδια, παιχνίδια κανόνων (ή αλλιώς ανταγωνιστικά) και κοινωνικών ρόλων,70 πολλά από τα οποία συναντώνται γενικά στην περιοχή της Ρούμελης ή και σε πολλές περιοχές του ελλαδικού χώρου.71 Οπωσδήποτε δεν αναφέρθηκαν σε όλα τα παιχνίδια τα οποία έπαιζαν ως παιδιά αλλά προπάντων σε όσα ανακαλούσαν αυτόματα στη μνήμη τους. Θα αναφερθώ επομένως, κατά κύριο λόγο, σε παιχνίδια που παίζονταν συχνά, που ήταν «συνηθισμένα».

Οι μαρτυρίες αφορούν προπάντων σε παιχνίδια ομαδικά, παιχνίδια που παίζονταν από ομάδες παιδιών. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός πως οι άνθρωποι θυμούνται συχνότερα και με μεγαλύτερη σαφήνεια τη συμμετοχή τους σε τέτοιου είδους παιχνίδια, επειδή συνήθως δεν αρχίζουν να παίζουν κατά ομάδες πριν τα πέντε τους χρόνια. Ίσως όμως ο σχετικός πλούτος των αναμνήσεων σχετίζεται επίσης με την καταλυτική κοινωνικοποιητική λειτουργία του ομαδικού παιχνιδιού: Μέσα από ομαδικά παιχνίδια τα παιδιά μάθαιναν να λειτουργούν στο πλαίσιο μιας κοινότητας, ακολουθώντας ορισμένους κανόνες, εσωτερίκευαν αυτό που ο Mead αποκάλεσε «ο γενικευμένος άλλος»72, απο-

70. Υιοθετώ εδώ τη βασική διάκριση την οποία ακολουθεί στα έργα της η Hildegard Hetzer, μέλος της πρωτοπόρας σχολής Ψυχολογίας που συγκροτήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης κατά το Μεσοπόλεμο. Φυσικά όλα τα παιχνίδια ρυθμίζονται από κανόνες αλλά η ονομασία «παιχνίδια κανόνων» αναφέρεται στα ανταγωνιστικά παιχνίδια οι κανόνες των οποίων είναι πολύ συγκεκριμένοι και ιδιαίτερα περιοριστικοί. Εννοείται, ότι ανάλογα με τα κριτήρια κάθε μελετητή διαφοροποιούνται και οι ταξινομήσεις των παιχνιδιών. Βλ. κυρίως Η. Hetzer, Das volkstümliche Kinderspiel, Βερολίνο-Βιέννη-Λειψία-Νέα Υόρκη 1927.

71. Τα περισσότερα παιχνίδια κανόνων τα οποία κατέγραψα, περιγράφονται στον λεπτομερή κατάλογο παιχνιδιών (κανόνων) από τον ελληνικό χώρο του λαογράφου Δημητρίου Λουκόπουλου (Ποια παιγνίδια παίζουν τα Ελληνόπουλα. Περιγραφές ελληνικών παιγνιδιών απ' όλα τα μέρη της Ελλάδας, Αθήνα 1926). Κατάλογος παιχνιδιών κανόνων από την περιοχή της Δωρίδας περιέχεται επίσης στο βιβλίο του Γιάννη Ηλιόπουλου, Λαογραφικά Δωρίδας, ό.π., σ. 192-198.

72. G. Η. Mead, «Το ιστορικό της γένεσης του εαυτού», στο Μακρυνιώτη (επιμ.), Παιδική Ηλικία, ό.π., σ. 285-296, κυρίως σ. 288: «Η θεμελιακή διαφορά ανάμεσα στο ατομικό παιχνίδι και το ομαδικό παιχνίδι είναι ότι στο δεύτερο το παιδί πρέπει να έχει τη στάση όλων των άλλων που εμπλέκονται σε αυτό... Το κάθε του ενέργημα καθορίζεται από

p. 273

αποκτούσαν μια αίσθηση ενότητας του εαυτού τους και επομένως ταυτότητας, ξεκινούσαν ενεργά πλέον τη ζωή τους στη μικροκοινωνία στην οποία είχαν γεννηθεί και προετοιμάζονταν ταυτόχρονα να αναλάβουν αργότερα δράση στο πλαίσιο της ομάδας των ενηλίκων. Ο Sutton-Smith έχει δίκιο όταν επισημαίνει πως «η κυρίαρχη φύση του παιχνιδιού στην ιστορία είναι το παιχνίδι με άλλους [επομένως το παιχνίδι στην κοινωνική-επικοινωνιακή του διάσταση], όχι το παιχνίδι με αντικείμενα».73

Λ' Διαχωρισμός των φύλων

Στο παιχνίδι των παιδιών έβρισκε την ενεργό έκφραση του εντονότερα και πρωιμότερα από οπουδήποτε αλλού ο διαχωρισμός των φύλων. Όλοι οι συνομιλητές συμφωνούν ότι γενικά δεν έπαιζαν με παιδιά του άλλου φύλου και καθιστούν σαφές -χωρίς να το διατυπώνουν ανοιχτά- ότι το παιχνίδι αγοριών και κοριτσιών, ιδίως όταν επρόκειτο για μεγαλύτερα παιδιά, αντέβαινε στους κοινωνικο-ηθικούς κανόνες του χωριού. Αγόρια και κορίτσια έπαιζαν χωριστά, ενίοτε σε διαφορετικούς χώρους, και κατά το μεγαλύτερο μέρος διαφορετικά παιχνίδια. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Θ. Α. που έπαιζε με τον κατά 5 χρόνια μεγαλύτερο αδελφό του, ελάχιστα όμως με την κατά 3 χρόνια μικρότερη αδελφή του, αφού «τα κορίτσια συνήθως παίζανε χωριστά».74 Όσα χρόνια ο παιδικός πληθυσμός του χωριού ήταν αριθμητικά αξιόλογος, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950, αγόρια και κορίτσια έπαιζαν χωριστά. Ο γιος του Χ. T., γεννημένος το 1938, δεν έπαιζε στα παιδικά του χρόνια με κορίτσια, όπως δεν είχε παίξει με κορίτσια και ο πατέρας του ο οποίος είχε γεννηθεί το 1914, δηλαδή 24 χρόνια νωρίτερα: «Με τα κορίτσια δε θυμάμαι να παίζαμε ποτέ τίποτα. Πού να τα δούμε τα κορίτσια; Δεν τα βλέπαμε».75 Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι τα αγόρια δεν έπαιζαν ποτέ με κορίτσια. Απαντήσεις στο σχετικό ερώτημα όπως: «Χώρια τα αγόρια παίζανε, χώρια τα κορίτσια, είχαν άλλα παιχνίδια κείνα, χωριστά ο καθένας, είχε μεγάλη πει-

το τι θεωρεί δεδομένο για τις πράξεις των άλλων που συμμετέχουν στο ομαδικό παιχνίδι... Η οργανωμένη κοινότητα ή κοινωνική ομάδα που δίνει στο άτομο την ενότητα του εαυτού του, μπορεί να ονομαστεί 'ο γενικευμένος άλλος'. Η στάση του γενικευμένου άλλου είναι η στάση ολόκληρης της κοινότητας». Βέβαια τα παιχνίδια κοινωνικών ρόλων είναι ομαδικά παιχνίδια που χαρακτηρίζονται από ευελιξία, ομαδικά παιχνίδια στο πλαίσιο των οποίων οι ενέργειες των «παικτών» μπορούν να διαφοροποιηθούν, χωρίς να παραβαίνουν ορισμένους βασικούς κανόνες.

73. Sutton-Smith, Toys as culture, Νέα Υόρκη 1986, σ. 26, αναφέρεται η πληροφορία από τον Corsaro (επιμ.), The Sociology of Childhood, ό.π., σ. 110.

74. Συν. με τον Θ. Α., σ. 9.

75. Συν. με τον Χ. T., σ. 22.

p. 274

πειθαρχία», «Δεν παίζανε κορίτσια με αγόρια»76 κ.ο.κ. είναι ενδεικτικές, αλλά έχουν γενικό χαρακτήρα: Δηλώνουν το κοινωνικά θεμιτό και την τάση που υπήρχε. Αναλυτικές μαρτυρίες σχετικοποιούν τις γενικές διαπιστώσεις. Καταδεικνύουν ότι οι απαγορεύσεις των ενηλίκων είχαν σχετική ισχύ και εφαρμογή στον κόσμο των παιδιών" και επιβεβαιώνουν τις θέσεις κοινωνικών ανθρωπολόγων που υποστηρίζουν ότι τα παιδιά δεν αποτελούν παθητικούς δέκτες της βούλησης των ενηλίκων αλλά συμμετέχουν στη διαδικασία της κοινωνικοποίησης ως ενεργητικοί δρώντες.77

Πιθανότατα, τις περισσότερες φορές, η πλειοψηφία των παιδιών δεν τολμούσε, ίσως δεν διανοούνταν καν, να παραβεί τις σχετικές απαγορεύσεις των ενηλίκων. Ορισμένα παιδιά όμως αδιαφορούσαν γι' αυτές: Η Κ. Σ. λ.χ., ιδιαίτερα δυναμικό και ζωηρό παιδί, μου δήλωσε ότι έπαιζε με αγόρια και όταν τη ρώτησα κατά πόσο επιτρεπόταν κάτι τέτοιο, απάντησε αποφασιστικά: «Όχι, αλλά έπαιζα. Έπαιζα με τ' αγόρια, έπαιζα. Πολύ δυναμική». Και η Α. Σ. θυμάται: «Παίζαμε με τ' αγόρια αλλά όχι και τόσο ελεύθερα, μη μας δει η μάνα μας και μας φωνάξει, φοβόμασταν, πώς να στο πω;».78

Άλλωστε στην πράξη αγόρια και κορίτσια περνούσαν αναγκαστικά πολλές ώρες μαζί αφενός στο σχολείο, αφετέρου όταν σκάριζαν.

Αντίθετα με τις προθέσεις των νομοθετών και λόγω ελλείψεων στην υλικοτεχνική υποδομή και τον αριθμό των διδασκόντων, το σχολείο ήταν, όπως ανέφερα στο προηγούμενο κεφάλαιο, μεικτό" αποτελούσε επομένως χώρο συνεύρεσης των δύο φύλων. Ως εκ τούτου προσφέρονταν ευκαιρίες σε αγόρια και κορίτσια να παίξουν μαζί, έστω κρυφά και προσεκτικά, ώστε να μη γίνουν αντιληπτά από τους ενήλικες:

Στα θρανία ήμασταν από δω ως εκεί εμείς τα κορίτσια, από κει ως εκεί τ' αγόρια. Είχαμε απέξω μετά (συναντήσεις). Άλλοι παίζανε και με τ' αγόρια και με τη γρούνα που λέγαμε αυτό, κι αυτός ο Α., ο Βασίλς, ήταν πολύ γουστόζκος και μόλεγ': «Έλα, ρε Μαρία, καλά που σ' ηύρα. Τα κανονίσαμε. Θα παίξουμε». «Εμ τι, δε θα παίξουμε, Βασίλ', αν δε με ιδεί η μάνα μ '». Είχαμε και το φύλακα.

Όταν ρώτησα την αφηγήτρια: «Γιατί, δε σας άφηναν να παίξετε;» απάντησε: «Ε, τη γρούνα τώρα... Σ' λέει, είναι ανδρικό παιγνίδ' αυτό. Σεις πάτε με τ' αγόρια. Αλλά εμείς στο σχολειό δεν τς ρωτάγαμε. Κάναμε τς ζαβολιούλες μας».79 (Είδαμε άλλωστε προηγουμένως ένα κορίτσι να συμμετέχει στο παιχνίδι των μαθητών του Σχολαρχείου «Κύρου Ανάβαση»).

76. Συν. με τον Λ. Γ., σ. 4' Συν. με την Π. Κ., σ. 4.

77. Γκουγκουλή Κ., «Εισαγωγή», Εθνογραφικά 9 (1993) (επιμέλεια Γκουγκουλή Κ.), Το παιδικό παιχνίδι, σ. 9-15, σ. 11.

78. Συν. με την Κ. Σ., σ. 4' Συν. με την Α. Σ., σ. 3.

79. Συν. με την Μ. Ν., σ. 4.

p. 275

Όταν αναλογιστούμε πόσο αγωνίζονταν οι εκπαιδευτικοί να εμποδίσουν τις επαφές αγοριών και κοριτσιών, να εμφυσήσουν στα παιδιά το πρότυπο των δύο διαφορετικών χώρων ζωής (αναφέρθηκα σε αυτά στο προηγούμενο κεφάλαιο), το γεγονός ότι στην πραγματικότητα το σχολείο ενθάρρυνε αφ' εαυτού τη συνεύρεση των δύο φύλων φαντάζει ειρωνικό.

Στους βοσκότοπους τα παιδιά είχαν ακόμη μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων γιατί σκάριζαν μακριά από την επίβλεψη των ενηλίκων, αν και φαίνεται ότι ορισμένοι επέβαλλαν περιορισμούς υποχρεώνοντας τα κορίτσια να παίρνουν μαζί και το εργόχειρο τους (όση ώρα τα ζώα βοσκούσαν σε ένα μέρος ο σκάρος δεν απαιτούσε ιδιαίτερη προσοχή) : «Δεν παίζανε (μαζί), παίζαν όταν πήγαιναν με τις κατσίκες, σκαρίζαν που λέμε, στο σκάρο, ναι. Εκεί παίζανε και κεντούσανε, παίρναν και μαζί τους τα πλεξίματα κι αυτά».80

Θεωρώ πάντως πιθανό στην πράξη τα ίδια τα παιδιά από φόβο να απέφευγαν το πολύωρο παιχνίδι με παιδιά του άλλου φύλου' έχω κυρίως κατά νου το φόβο του θεού, στον οποίο αναφέρθηκα αλλού ως βασικό μέσο διαπαιδαγώγησης. Στο σκάρο αγόρια και κορίτσια έπαιζαν, σύμφωνα με την εύστοχη έκφραση της Α. Π., «μαζί, έπαιζαν και χώρια».81 Και η ζέση με την οποία σε μια περίπτωση τα κορίτσια ενώ θεωρητικά σκάριζαν, ουσιαστικά συγκεντρώνονταν στις δικές τους ασχολίες και στα δικά τους παιχνίδια, εκμεταλλευόμενα την υποχωρητικότητα ενός αγοριού, αποκαλύπτει το βαθμό στον οποίο είχαν εσωτερικεύσει το πρότυπο του «γυναικείου» χώρου και της «γυναικείας» λογικής της ζωής:

Κι είχαμε ένανε, το Γ. το Μπ., και πέρα δω στην Αγία Παρασκευή ήταν όλα σπαρμένα. Λοιπόν είχαμε κάτι βόιδια και ...πήγαιναν κει που ήταν τα σπαρμένα, οι κατσίκες κ.λπ. Εμείς, όταν θέλαμε, εγώ να πλέξω, τ' άλλα τα κορίτσια ξέρω γω τι, λέγαμε στο Γ.: «Γ. οι γίδες, πάν' οι κατσίκες». -«Άιντε γ... το κέρατο σας, πού θα πάτε, κοντά μ' έρχεστε, θα τον βρείτε το σουγιά με το λουρί», μας έλεγε ο Γ. —«Τρέξε Γ., πάνε από κει τα ζώα πάνε», όλο το Γ. στέλναμε τότε. Εμείς κάναμε το κορόιδο ... Ε, όχ' τ' αγόρια δεν παίζανε (με κούκλες), γι' αυτό εμείς στέλναμε το Γ. αυτόν, να γυρίσ' τα ζωντανά, για να στεφανώσουμε. Κουμπάρα η μία, εδώ να κάνουμε αυτές τις δουλειές.82

Tι είδους παιχνίδια έπαιζαν αγόρια και κορίτσια όταν έπαιζαν μαζί; Κατ' αρχήν απλά και γι' αυτό ουδέτερα ως προς το φύλο παιχνίδια, που παίζονταν προπάντων

80. Συν. με τον Χ. T., σ. 4.

81. Συν. με την Α. Π., σ. 4.

82. Συν. με την Γ. Α., σ. 7. Υποθέτω ότι παρόμοιες εξουσιαστικές σχέσεις, στο πλαίσιο των οποίων ορισμένα παιδιά επωμίζονταν τις ευθύνες που τους είχαν αναθέσει οι ενήλικες (φύλαξη των ζώων), ενώ άλλα έβρισκαν χρόνο να παίξουν, αναπτύσσονταν συχνά τις ώρες του σκάρου, όταν οι ενήλικες ήταν πολύ μακριά για να δώσουν εκείνοι τις κατευθύνσεις.

p. 276

ντων από μικρά παιδιά, όπως το κρυφτό και το κυνηγητό. Ίσως, όσο μικρότερης ηλικίας ήταν αγόρια και κορίτσια τόσο περισσότερες πιθανότητες να υπήρχαν για κοινό παιχνίδι. Άλλωστε ο σκάρος ήταν εργασία χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις, την οποία αναλάμβαναν πολύ συχνά παιδιά κάτω των 10 ετών.

Ακόμη, φαίνεται ότι ορισμένα κορίτσια συμμετείχαν σε παιχνίδια αγοριών. Ανέφερα παραπάνω την περίπτωση μιας συνομιλήτριας που έσμιγε με την παρέα των αγοριών και έπαιζε μαζί τους τη «γρούνα», κατ' εξοχήν αγορίστικο παιχνίδι. Υπάρχουν και άλλες μαρτυρίες για κορίτσια που κατά καιρούς έπαιζαν τη «γρούνα» με αγόρια χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς. Δημιουργείται η εντύπωση ότι ορισμένα κορίτσια εντάσσονταν (προσωρινά) σε ομάδες αγοριών" δε φαίνεται όμως να συνέβαινε και το αντίστροφο. Σε μια κοινωνία η οποία μεταξύ άλλων στηριζόταν στο αξίωμα της υπεροχής των ανδρών έναντι των γυναικών θα ήταν υποτιμητικό, ή απλώς αδιανότητο, για ένα αγόρι να ενταχθεί σε ομάδα κοριτσιών και να βρεθεί έτσι, τρόπον τινά, υπό την εξουσία τους. Αντίθετα θα ήταν τιμή για ένα κορίτσι να γίνει αποδεκτό σε μια ομάδα αγοριών αφού κάτι τέτοιο σήμαινε ότι του αναγνωρίζονταν ανδρικές (δηλαδή «ανώτερες») ικανότητες.

Β' Στην πορεία για τη συγκρότηση του κοινωνικού φύλου

Στην πράξη και τη συνείδηση παιδιών και ενηλίκων τα παιχνίδια των παιδιών χωρίζονταν σε δύο θεμελιώδεις κατηγορίες: σε παιχνίδια για αγόρια και παιχνίδια για κορίτσια. Φυσικά υπήρχαν απλά παιχνίδια, όπως το κυνηγητό, το τρέξιμο, το κρυφτό, (και άλλα στα οποία θα αναφερθώ στο πλαίσιο της ανάλυσης επιμέρους θεμάτων) που τα έπαιζαν τόσο αγόρια όσο και κορίτσια, κατά προτίμηση χωριστά, ενίοτε από κοινού. Υπήρχαν όμως και παιχνίδια με έντονα έμφυλο χαρακτήρα, όπως η «γρούνα» ή τα «τσιλίκια» που έπαιζαν τα αγόρια ή τα πεντόβολα και τα παιχνίδια με κούκλες που έπαιζαν τα κορίτσια.

Σε γενικές γραμμές τα παιχνίδια των αγοριών προϋπέθεταν μυϊκή δύναμη και σωματική αντοχή, απαιτούσαν έντονες κινήσεις σε μεγάλη ακτίνα, ενώ πολλά είχαν βίαιο, επιθετικό χαρακτήρα και ήταν επικίνδυνα. Αντίθετα, τα παιχνίδια των κοριτσιών προϋπέθεταν σωματικές δεξιότητες σχετικά ανεξάρτητες από τη μυϊκή δύναμη, απαιτούσαν περιορισμένες κινήσεις σε μικρή ακτίνα, είχαν συγκριτικά στατικό χαρακτήρα και δεν ήταν επιθετικά ή βίαια, ακόμη και όταν ήταν ανταγωνιστικά. Όπως γράφει ο Αυδίκος γενικά για την παραδοσιακή ελληνική κοινωνία: «Το στερεότυπο του άντρα επέβαλλε την καλλιέργεια της δύναμης, της βίας, της σωματικής άσκησης. Αντίθετα η γυναίκα έπρεπε να είναι συγκρατημένη».83

83. Αυδίκος, Το παιδί..., ό.π., σ. 318.

p. 277

Στις μαρτυρίες τους οι άνδρες κάνουν λόγο για «άγρια» και «σκληρά»84 παιχνίδια στα οποία τα αγόρια συχνά τραυματίζονταν. Παίζοντας, τα αγόρια δοκίμαζαν συνήθως τη μυϊκή τους δύναμη και γενικότερα τις σωματικές τους δυνατότητες (ταχύτητα, ευελιξία, αντοχή). Ορισμένα παιχνίδια αγοριών είχαν ιδιαίτερα έντονο ανταγωνιστικό χαρακτήρα, αφού η φυσική βία αποτελούσε συστατικό τους στοιχείο: Ο πετροπόλεμος ανήκε στα πλέον επικίνδυνα παιχνίδια,85 το ίδιο και τα τσιλίκια όπου τα αγόρια χωρίζονταν σε δύο ομάδες και προσπαθούσαν με μακριά ξύλα να αντικρούσουν ένα μυτερό στην άκρη του ξύλο που η μια ομάδα έριχνε προς την κατεύθυνση της άλλης. Η «τραμπάλα» αποτελούσε επίσης ένα εξαιρετικά επικίνδυνο παιχνίδι, γιατί τα παιδιά ανεβοκατέβαιναν με μεγάλη ταχύτητα, καθισμένα στις άκρες ενός ξύλου που στηριζόταν σε ένα άλλο ξύλο κάθετα μπηγμένο στο έδαφος. Το «φρούριο» παιζόταν στην πλατεία του χωριού, στο πεζούλι της εκκλησίας: Τα παιδιά χωρίζονταν σε δυο ομάδες, ανέβαιναν στη μάντρα της εκκλησίας και κάθε ομάδα τραβούσε την άλλη προς τη μεριά της, προσπαθώντας να τη ρίξει κάτω. Όταν πήγαιναν να βοσκήσουν τα ζώα τα μεγαλύτερα αγόρια καβαλούσαν τα μουλάρια, φυσικά χωρίς σαμάρι, και στη συνέχεια ανταγωνίζονταν ποιος θα φτάσει πρώτος στον προορισμό του.

Η βία στην οποία στηρίζονταν τα παιχνίδια των αγοριών δεν αφορούσε μόνο στα ίδια αλλά και σε άλλα έμβια όντα. Άμεσα ή έμμεσα τα αγόρια ασκούσαν συχνά βία στα ζώα: Έβαζαν τα βόδια και τα κριάρια να χτυπηθούν μεταξύ τους. Πήγαιναν στο δάσος για να εντοπίσουν και να καταστρέψουν φωλιές πουλιών με νεοσσούς. Σκότωναν πουλιά. Μάζευαν καβούρια από τις ρεματιές, τα βασάνιζαν και τα σκότωναν. Έτσι και στις μαρτυρίες δηλώνεται ανοιχτά ότι με αυτό τον τρόπο «έπαιζαν»:

Ένα άλλο παιχνίδι πούχαμε μεις ήταν ότι γυρίζαμε τις ρεματιές, και ψάχναμε και μαζεύαμε καβούρια. Τώρα, τι τα κάναμε τα καβούρια αυτά; Τα μεγάλα καβούρια θα μπορούσαμε να τα μαγειρέψουμε. Αλλά εμείς απλώς τα μαζεύαμε και παίζαμε μ' αυτά. Τ' αφήναμε να τρέχουν, να τα πιάνουμε, τα σκοτώναμε τελευταία για γούστο.86

84. Συν. με τον Χ. T., σ. 11' Συν. με τον Γ. Π. σ. 6.

85. Για τον πετροπόλεμο ως παραδοσιακό παιχνίδι των αγοριών στον ελλαδικό χώρο βλ. Γ. Θωμάς, «Γύρω απ' το παραδοσιακό παιχνίδι του πετροπόλεμου», στο Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Λαϊκή Παράδοση και Παιδί, σ. 103-111. Εύστοχα παρατηρεί ο Θωμάς ότι τέτοιου είδους παιχνίδια, όπως ο πετροπόλεμος, αποτελούσαν «μια πολύ καλή ευκαιρία να εκφορτίζεται το παιδί από εσωτερικές εντάσεις και συγκρούσεις» (ό.π., σ. 106). Αν και δεν έχω συγκεντρώσει σχετικές μαρτυρίες, με αφορμή μια παρατήρηση του κ. Τριαντάφυλλου Σκλαβενίτη, υποθέτω ότι πετροπόλεμο, και γενικότερα παιχνίδια με χαρακτηριστικό τη σωματική σύγκρουση, έπαιζαν, επίσης, παιδιά από διαφορετικές γειτονιές (μαχαλάδες) του οικισμού ή από διαφορετικά σόγια' τα παιδιά θα εσωτερίκευαν αντιθέσεις και αντιπαλότητες των ενηλίκων και θα τις εξέφραζαν στο παιχνίδι τους.

86. Συν. με τον Θ. Α., σ. 5.

p. 278

Σε μία περίπτωση μάλιστα μια παρέα αγοριών «συνεδρίασαν», αποφάσισαν να σκοτώσουν ένα σκυλί και το λιθοβόλησαν μέχρι θανάτου:

Αυτό το σκυλί ήτανε..., δεν ήταν από τα σκυλιά που μπορούσαν να μας κάνουνε ζημιά, να μας αρπάξουνε, να μας σκίσουν το παντελόνι, ξέρω γω τι μπορούσε να μας κάνει, ή να μας δαγκώσουν... Άγρια σκυλιά υπήρχαν. Δεν τα πλησιάζαμε. Εκείνα συνήθως τα είχαν οι τσοπάνηδες, για να προστατεύουν τα γίδια, τα πρόβατα απ' τους λύκους και άλλα αρπακτικά. Τώρα γι' αυτήν την περίπτωση συνεδριάσαμε, κατά κάποιο τρόπο, και πήραμε την απόφαση να το σκοτώσουμε το σκυλί. ...Αρχίσαμε να το χτυπάμε με πέτρες, δεν υπήρχε τίποτ' άλλο. Με πέτρες, λοιπόν, σαν αυτές τις πέτρες που είναι τώρα εκεί πέρα, και ρίχναμε πέτρες, και ρίχναμε, και ρίχναμε.81

Όπως προκύπτει σαφώς από άλλα σημεία της αφήγησης τα αγόρια αναζήτησαν ένα πρόσχημα, αιτιολόγησαν την κίνησή τους με τον ισχυρισμό ότι το σκυλί ήταν νωθρό και επομένως άχρηστο. Στην πραγματικότητα, αφού το σκυλί ανήκε σε τρίτους η συμπεριφορά του δεν αφορούσε στην παρέα" αν ήθελαν να απαλλαγούν από την παρουσία του τα αγόρια θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν άλλα μέσα, λ.χ. να το τρομάξουν. Προφανώς ο λιθοβολισμός αποτελούσε μέσον επιβεβαίωσης της ισχύος τους, της απόλυτης κυριαρχίας τους σε έναν κόσμο οργανωμένο από τα ίδια.

Και από άλλα χωριά της ορεινής Δωρίδας υπάρχουν μαρτυρίες για αγόρια που έπαιζαν λιθοβολώντας ζώα μέχρι θανάτου.88 Όπως φαίνεται, ο βασανισμός ζώων αποτελεί διαχρονικά και σε παγκόσμια κλίμακα τυπικό παιχνίδι των αγοριών. Σχετικές μαρτυρίες συνάντησα συχνά στις αυτοβιογραφίες τις οποίες μελέτησα από τον αυστριακό αλλά και τον ευρύτερο γερμανόφωνο χώρο για τον ύστερο 19ο και τον πρώιμο 20ό αι. Αλλά ήδη κατά το Μεσαίωνα στην Ευρώπη «ο βασανισμός των ζώων ήταν», σύμφωνα με την Ισραηλινή μεσαιωνολόγο Shulamith Shahar, «ένα προσφιλές, βίαιο παιχνίδι».89

Ελάχιστες πληροφορίες έχω για παιχνίδια κοινωνικών ρόλων των αγοριών και αναρωτιέμαι μήπως αυτό συνδέεται με τη μετανάστευση τόσων ανδρών στην Αμερική και την απουσία του πατρικού προτύπου για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα. Μια συνομιλήτρια αφηγήθηκε ότι τα αγόρια έπαιζαν τους γεωργούς και έζευαν γάτες ή σκύλους για να «οργώσουν» (ας μην ξεχνάμε ότι το όργωμα, τουλάχιστον θεωρητικά, επειδή απαιτεί ιδιαίτερη μυϊκή δύναμη και για λόγους συμβολικούς αποτελεί ανδρική ασχολία): «Τ' αγόρια πιάναν και γάτες και τις βάναν στο ζυγό, να τις δέσουν. Ο αδερφός μ', ο Θάνος, ένω-

87. Συν. με τον Χ. T., σ. 18, 19.

88. Λουκοπούλου-Παττίχη, Επιστροφή, ό.π., σ. 148: Σε μια περίπτωση στην Κωστάριτσα (σημ. Διχώρι) τα αγόρια σκότωσαν ένα βόδι πετώντας κοτρώνες από ψηλά.

89. Shahar, Kindheit im Mittelalter, ό.π., σ. 272.

p. 279

ένωσε πέντε σκυλιά και τάβαλε και τον φάγαν το μάτι του κι είχε σημαδάκ', κι έκανε πώς κάνουν τα χωράφια».90 Τα άτυχα ζώα έπαιζαν στην περίπτωση αυτή το ρόλο αθυρμάτων και έδιναν στα αγόρια την ευκαιρία να δοκιμάσουν και να αποδείξουν τη μυϊκή τους δύναμη προσπαθώντας να τα τιθασεύσουν, καθώς και να «εξομοιωθούν» φαντασιακά με τους «μεγάλους».

Τα κορίτσια έπαιζαν επίσης παιχνίδια τα οποία προϋπέθεταν και ταυτόχρονα ασκούσαν σωματικές δεξιότητες, κυρίως αυτοσυγκέντρωση, ταχεία αντίδραση, ευελιξία, και ελάχιστα ή εν πάση περιπτώσει μόνο έμμεσα, μυϊκή δύναμη: τα «πιντόβολα», το «σούτο», το «κτσό» κ.ά. (σημειώνω όμως εδώ ότι σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις και αγόρια έπαιζαν επίσης πεντόβολα και σούτο.)91 Ωστόσο ιδεοτυπικά στα κορίτσια αφορούσαν κατ' αρχήν παιχνίδια κοινωνικών ρόλων, στα αγόρια κατ' αρχήν παιχνίδια ανταγωνιστικά. Επειδή τα ανταγωνιστικά παιχνίδια -στα οποία όλοι καταβάλλουν προσπάθεια να επιτύχουν ένα συγκεκριμένο στόχο σε μεγαλύτερο βαθμό από τους συμπαίκτες- στηρίζονται στο προσωπικό χάρισμα κάθε παίκτη92, εύλογα υποθέτει κανείς ότι το παιχνίδι ευνοούσε την ανάπτυξη αισθημάτων εγωισμού (με την ευρεία έννοια του όρου) στην προσωπικότητα μάλλον των αγοριών παρά των κοριτσιών.

Όλες οι γυναίκες αναφέρονται στα παιχνίδια με κούκλες και επομένως στα παιχνίδια κοινωνικών ρόλων τα οποία έπαιζαν. Τα κορίτσια βάφτιζαν, στεφάνωναν και κήδευαν τις κούκλες τους.93 Ο θρησκευτικός χαρακτήρας αποτελούσε οπωσδήποτε ένα στοιχείο των παιχνιδιών αυτών που περιλάμβαναν αναπαραστάσεις θρησκευτικών τελετών.94 Στο σύνολο τους όμως αυτά τα παιχνίδια ήταν αναπαραστάσεις διαβατηρίων εθίμων και είχαν χαρακτήρα βαθειά κοινωνικό. Με τον τρόπο αυτόν τα κορίτσια εσωτερίκευαν το μελλοντικό τους ρόλο ως φύλακες της οικιακής εστίας, υπεύθυνοι για τη φροντίδα της οικογένειας, των βρεφών και των νεκρών στην κοινωνία στην οποία ζούσαν, υπεύθυνοι τελι-

90. Συν. με την Π. Κ., σ. 4.

91. Συν. με τον Μ. Μ. και την Κ. Μ., σ. 12' Συν. με τον Α. Μ., σ. 4.

92. Caillois, Τα Παιγνίδια, ό.π., σ. 55.

93. Ανάλογα παιχνίδια (παιχνίδια που αναπαριστούν διαβατήρια έθιμα) δεν επισήμανα σε αυτοβιογραφίες που αφορούν στην ίδια περίοδο στον κεντροευρωπαϊκό αγροτικό χώρο, πιθανόν λόγω της μικρότερης σημασίας του γάμου για τις γυναίκες, οι οποίες εντάσσονταν, όπως και οι άνδρες, σε ένα οργανωμένο, αποδοτικό σύστημα παραγωγής, με ρίζες στο φεουδαλικό παρελθόν (βλ. Papathanassiou, «Rural Childhood(s)...», ό.π., σ. 61). Ωστόσο το πάντρεμα και η κηδεία της κούκλας αποτελούσαν λ.χ. αγαπητά παιχνίδια των κοριτσιών στις αστικές τάξεις των ΗΠΑ κατά τον ύστερο 19ο αι. (Corsaro, The Sociology of Childhood, ό.π., σ. 111).

94. Η Αργυριάδη κατατάσσει τα βαφτίσια και το γάμο της κούκλας στα θρησκευτικά παιχνίδια και τονίζει ότι χρονολογούνται στον ελληνικό χώρο από τη βυζαντινή εποχή (Μ. Αργυριάδη, «Οι επιδράσεις της χριστιανικής λατρείας και παράδοσης στο παιδικό παιχνίδι: Το θρησκευτικό παιχνίδι», Εθνογραφικά 9 (1993), 83-102, κυρίως σ. 86.

p. 280

τελικά για τη συνοχή της μικροκοινωνίας αυτής. Εξάλλου, τα κορίτσια παίζοντας αυτά τα παιχνίδια διεκπεραίωναν και ασκούνταν σε πολύ συγκεκριμένες οικιακές εργασίες: Έφτιαχναν για παράδειγμα πίτες για το γάμο μέσα σε κουτιά από βερνίκια παπουτσιών αντί για ταψιά και με ένα κομμάτι ζυμάρι που τους έδινε η μάνα ή η κυρούλα.

Στα παιχνίδια κοινωνικών ρόλων των κοριτσιών εκφράζονταν μεταξύ άλλων θεμελιώδεις συνεκτικοί δεσμοί των μελών της κοινότητας και η αρχή της αλληλεγγύης μεταξύ συγχωριανών, προπάντων μεταξύ γειτόνων ή στενών συγγενών αφού οι συμπαίκτριες προέρχονταν, κατά κανόνα, από τη ίδια γειτονιά ή/και το στενό συγγενικό κύκλο. Είναι χαρακτηριστικό πως πολλές φορές τα κορίτσια για να παντρέψουν κούκλες προσκαλούσαν με κάποια επισημότητα τις φίλες τους στο σπίτι κι εκείνες πήγαιναν, φέρνοντας είτε μια κούκλα για τις ανάγκες του παιχνιδιού, είτε μια καραμέλα, ένα λουκούμι κ.λπ. για τα κεράσματα του «γάμου». Οι «γάμοι» που οργάνωναν τα κορίτσια περιλάμβαναν γλέντι και χορό.

Γενικά, φαίνεται, ότι συχνά τα κορίτσια περιλάμβαναν στο παιχνίδι τους το χορό ή έπαιζαν χορεύοντας μόνα σε αλώνια. Με αυτόν τον τρόπο διασκέδαζαν και εξασκούνταν αφού στο μέλλον οι χορευτικές τους ικανότητες θα προσμετρούνταν στα προτερήματα τους ως υποψήφιων νυφών. Χόρευαν και γλεντούσαν, ταυτόχρονα όμως έπαιζαν ότι χόρευαν και γλεντούσαν, δηλαδή είχαν συνείδηση ότι αναπαρίσταναν με το δικό τους τρόπο την τρέχουσα πραγματικότητα, την πραγματικότητα που βίωναν στα πανηγύρια, στα γαμήλια γλέντια, στα ξεφλουδίσια σε ένα επίπεδο δευτερεύουσας πραγματικότητας. Η Γ. Σ. συγκαταλέγει το χορό στα αλώνια στα παιχνίδια που έπαιζε μικρή:

Καμιά φορά άμα γυρίζαμε το βράδ' λίγο πιο νωρίς (από το σχολείο) πηγαίναμε σ' ένα αλών' με την ξαδέρφη μου, ήταν εκεί δίπλα αυτή στη θεία τς και χορεύαμε. Ωραία χορεύαμε. Ήμασταν καμιά δεκαριά χρονώ, εννιά, δέκα, οχτώ, τόσο θα ήμασταν, πιανόμασταν και χορεύαμε, ξέραμε απ' το σχολείο που χορεύαμε, χορεύαμε και κει».95

Τα παιχνίδια των κοριτσιών απαιτούσαν λιγότερες και λιγότερο βίαιες κινήσεις, επομένως σχετικά περιορισμένο χώρο. Τα παιχνίδια των αγοριών, ή τουλάχιστον τα περισσότερα από αυτά, απαιτούσαν μεγαλύτερο χώρο και προκαλούσαν αναστάτωση όταν παίζονταν γύρω από το χώρο του σπιτιού. Γι' αυτό, και επειδή γενικότερα είχαν μεγαλύτερη ελευθερία από τα κορίτσια, τα αγόρια έπαιζαν σε μεγαλύτερη ακτίνα απόστασης από το σπίτι απ' όσο τα κο-

95. Συν. με την Γ. Σ., σ. 3. Για τη σχέση του χορού με το παιχνίδι και για το χορό ως παιχνίδι στη Δωρίδα πβ. Α. Παναγιωτοπούλου, Νεοελληνικός χορός. Το χορολογικό φαινόμενο της επαρχίας Δωρίδας. Χορογένεση και χορογραφία του νεοελληνικού χορού, Αθήνα 1995, σ. 189-191.

p. 281

κορίτσια (για παράδειγμα σε απομακρυσμένα αλώνια). Στις βρύσες -κεντρικό σημείο του χωριού στο οποίο βρίσκονται πέντε πέτρινες βρύσες- έπαιζαν κατά κανόνα αγόρια" τα κορίτσια προτιμούσαν τα αλώνια -ιδίως όταν βρίσκονταν κοντά στο σπίτι ή στην αυλή- και ορισμένες φορές και το εσωτερικό του σπιτιού. Αγόρια και κορίτσια έπαιζαν στην αυλή του σχολείου και στην πλατεία του χωριού στο διάλειμμα" τα αγόρια κινούνταν, ωστόσο, σε όλο το διαθέσιμο χώρο ενώ τα κορίτσια έπαιζαν περισσότερο συγκεντρωμένα στο χώρο, όπως υποδηλώνουν περιγραφές παιχνιδιών. Μέσα από το παιχνίδι τα κορίτσια εσωτερίκευαν το χώρο μέσα στο σπίτι και γύρω από αυτό ως χώρο γυναικείο, ενώ τα αγόρια βίωναν το χώρο έξω και πέρα από το σπίτι ως χώρο ανδρικό. Έξω και μακριά από το σπίτι τα αγόρια έπαιζαν φωνάζοντας, όπως συνήθως συμβαίνει όταν ένα παιχνίδι απαιτεί έντονη κινητικότητα του σώματος. Τα αγόρια και όχι τα κορίτσια ήταν τα παιδιά εκείνα που όταν έπαιζαν ακούγονταν σε ολόκληρο το χωριό: στη συνείδησή τους η εξωστρέφεια εγχαρασσόταν και με αυτόν τον τρόπο ως ανδρικό προνόμιο.

Γ' Υλικά του παιχνιδιού και κοινωνικές διαστάσεις ·

Αγόρια και κορίτσια έπρεπε κατά κανόνα να εξασφαλίσουν μόνα τα παιχνίδια με τα οποία έπαιζαν. Για να βρουν, να συλλέξουν ή να κατασκευάσουν παιχνίδια-αντικείμενα χρειαζόταν επιμονή, υπομονή, επιδεξιότητα, φαντασία και πονηριά. Τα παντοπωλεία του χωριού δεν πουλούσαν φυσικά παιχνίδια και σπάνια μπορούσαν τα παιδιά να ελπίζουν σε δώρα από την Αθήνα, την Πάτρα, τη Ναύπακτο ή εν πάση περιπτώσει ένα αστικό/ημιαστικό κέντρο. Οι ιστορίες αναζήτησης των υλικών, μεταμόρφωσής τους σε παιχνίδια-αντικείμενα, φύλαξης και συντήρησής τους αναδεικνύουν με σαφήνεια το βαθμό στον οποίο τα παιδιά έπαιρναν «στα σοβαρά» το παιχνίδι τους: Ήταν έκφραση του πολιτισμού τους, «αγαθό του λαϊκού τους πολιτισμού», σύμφωνα με τη Βιεννέζα ψυχολόγο του Μεσοπολέμου Hildegard Hetzer.96

Αγόρια και κορίτσια χρειάζονταν καρύδια για να παίξουν ένα παιχνίδι παρόμοιο με τους βώλους που ονομαζόταν «κοκόσιες», δηλαδή καρύδια. Υπήρχαν αρκετές καρυδιές στο χωριό αλλά έπρεπε κανείς να φροντίσει να συγκεντρώσει τα καρύδια του την εποχή που οι ιδιοκτήτες των δέντρων τα «τίναζαν», χτυπούσαν δηλαδή τα κλαριά τους με ραβδιά για να πέσουν οι καρποί στο έδαφος και να τους μαζέψουν. Τα παιδιά εξασφάλιζαν καρύδια επιστρατεύοντας την πονηριά τους και τα μάζευαν στα λεγόμενα «κοκολόγια» που ουσιαστικά συγκροτούσαν έναν χωρόχρονο των παιδιών:

96. Hetzer, Das volkstümliche Kinderspiel, ό.π., σ. 5, 6.

p. 282

Τα κοκολόγια είναι -εμείς χρησιμοποιούσαμε τη λέξη αυτή- όταν πηγαίναμε μετά απ' το μάζεμα των καρυδιών, πηγαίναμε και ψάχναμε και βρίσκαμε μερικά τα οποία δε βρίσκανε. Γιατί τα καρύδια δεν τα πιάνουν με το χέρι, τα χτυπάνε απάνου με μια βέργα μεγάλη, λούρο τη λέγαν, και πέφταν και τα μαζεύαν κάτω. Λοιπόν πηγαίναμε μεις και φάχναμε και βρίσκαμε, το κοκολόι. Μάλιστα προθυμοποιούμασταν να πάμε να τους βοηθήσουμε να μαζέψουν τα καρύδια και πηγαίναμε και μαζεύοντας τρυπώναμε κι από κάτω από καμιά πέτρα, από κάτω απ' τα φύλλα πουθενά, κρύβαμε δηλαδή καρύδια, για να περάσουμε ύστερα στο κοκολόι να τα μαζέψουμε. Καθένας είχε από μας... Όλο το καλοκαίρι, τα καρύδια ήτανε μεγάλη υπόθεση. Μαζεύαμε και καθένας είχε την κρύφτρα του, δηλαδή ένα μέρος που έκρυβε τα καρύδια για να μην τα βρει κανένας. Παίζαμε, ήταν όπως με τους βώλους, και παίζαμε μεις τα καρύδια».91

Αγόρια και κορίτσια κατασκεύαζαν παιχνίδια από τις πέτρες που φυσικά αφθονούσαν γύρω τους: τις έσπαγαν και τις πελεκούσαν ώσπου να τους δώσουν ένα σχήμα και να τις μετατρέψουν σε αληθινά, δηλαδή αναγνωρίσιμα παιχνίδια. Για παράδειγμα, τα «κοκορέλια» (παιχνίδι κατ' αρχήν για αγόρια) παίζονταν με κομμάτια από σχιστόλιθο τα οποία τοποθετούνταν το ένα επάνω στο άλλο' τα παιδιά προσπαθούσαν να γκρεμίσουν τα κοκορέλια ρίχνοντας μια πέτρα και αν το κατόρθωναν κέρδιζαν όσες πετρούλες έπεφταν" νικητής ανακηρυσσόταν όποιος στο τέλος του παιχνιδιού είχε κερδίσει τις περισσότερες:

Ξέρτε τι ήταν τα κοκορέλια; Σχιστόλιθος, φλίδες από πέτρα, τις χτυπάγαμε γύρω-γύρω και τις κάναμε υποτίθεται στρογγυλές ... Ε, αυτά πηγαίναμε και τα κρύβαμε. Πολλές φορές άμα γκρέμιζες καμιά μάντρα, κάνα αυτό, καμιά ξερολιθιά, μέσα σε τρύπες είχαμε βάλει τέτοια πράματα εμείς και τα βρίσκαμε αυτά και γελάγαμε.98

Ανάλογα παιχνίδια έπαιζαν τα παιδιά (κυρίως τα αγόρια) με κουμπιά που ξήλωναν από τα ρούχα τους και σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις με δεκάρες. «Απ' το παντελόνι το αποπάνω κουμπί αφήναμε, για να μη χάσουμε το παντελόνι. Αφήστε που πολλές φορές, μερικά παιδιά είχαν ζώνη».99

Αγόρια και κορίτσια (προπάντων όμως αγόρια) κατασκεύαζαν από πανιά, κατά κανόνα κουρέλια, τόπι, τη λεγόμενη «ζόπα» και τα μπαλάκια με τα οποία έπαιζαν τη «γρούνα», παιχνίδι που θυμίζει το γκολφ. Η «γρούνα» παιζόταν επίσης με άδεια κονσερβοκούτια. Τα παιδιά χτυπούσαν το κονσερβοκούτι ή το μπαλάκι με ένα ξύλο προσπαθώντας να το κατευθύνουν σε μία τρύπα στο έδαφος. Τα αγόρια μετέτρεπαν σε μπάλα την ουροδόχο κύστη του χοίρου

97. Συν. με τον Θ. Α., σ. 14.

98. Ό.π.

99. Ό.π.

p. 283

που οι περισσότερες οικογένειες έσφαζαν τα Χριστούγεννα, φυσώντας μέσα της δυνατά ώστε να φουσκώσει. Όταν έσφαζαν τα ζώα τα παιδιά έτρεχαν να εξασφαλίσουν τη «φούσκα» όπως έλεγαν:

Εμείς τ' αγόρια τρέχαμε όταν σφάζαν τα γουρούνια για να πάρουμε τη φούσκα, την ουροδόχο κύστη και την χάναμε τόπι, μπάλα... Ήταν ισχυρό πολύ αυτό. Τόχαμε και κλωτσάγαμε. Παίζαμε μπάλα. Τρέχαμε ποιος θα σφάξ', ό,τ πετάγανε τ' αρπάζαμε μεις και τ' φουσκώναμε και την χάναμε μπάλα... Το γουρμάζαμε που λεν'.100

Οι πιο πολύπλοκες κατασκευές ήταν οι κούκλες με τις οποίες έπαιζαν τα κορίτσια. Την ώρα που σκάριζαν τα κορίτσια έπλαθαν κουκλάκια από πηλό. Συνήθως όμως κατασκεύαζαν μόνα ή με τη βοήθεια των μανάδων τους κούκλες από ξύλο και ύφασμα, από «πανί», όπως λένε οι συνομιλήτριες (τις περισσότερες φορές κουρέλια). Με τα πανιά αυτά τα κορίτσια έραβαν, εξάλλου, ρουχαλάκια για τις κούκλες τους, ιδίως όταν επρόκειτο για κούκλα-νύφη ή κούκλα-γαμπρό.

Η Γ. Α. που γεννήθηκε το 1913, θυμάται:

Πήγαινα, σκάρζα, κι ήταν ένα χώμα, το λέγανε γλίνα101, ένα χώμα έτσ' ένα γκρι, κι όταν το μαζεύς, μαζεύεται κείνο κει και το ζυμώνς, πώς είν' η πλαστελίν'. Κι έφκιανα 'γω κουκλάκια διάφορα, τς τρύπαγα τα ματάκια κι έφκιανα τέτοια πράματα ...Με κουρέλια κάναμε κούκλες. Μαζεύαμε τα κουρελάκια, τς κάναμε πρώτα ένα κεφαλάκ' εδώ. Το ζωγραφίζαμε με καμιά μελάνη, με κάνα κάρβουνο, ό,τι βρίσκαμε, και μετά το δέναμε με άλλα πανιά γύρω-γύρω και το κάναμε κούκλα, κούκλα να ειπεί ο Θεός, ό,τ' ήταν, και παίζαμε.102.

Παρόμοια είναι και η μαρτυρία της Α. Σ. η οποία γεννήθηκε μια δεκαετία αργότερα:

Κούκλες φτιάχναμε από πανιά. Μαζεύαμε έτσι πανί, το βάζαμε μέσα (χειρονομεί σα να δένει κόμπο) και φτιάχναμε τα κεφαλάκια. Μετά μ' ένα μολύβι, μ' ένα κάρβουνο κάναμε μάτια, μύτη, σε άσπρο πανί όμως για να φαίνεται το πρόσωπο, και μετά ράβαμε πόδια με λίγο πανί σκληρό και μέσα βάζαμε ξύλα για να στερεώσουμε τα πόδια.103

100. Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 9, 10.

101. Η «γλύνα» είναι άγονο χώμα που όταν βραχεί γίνεται εύπλαστο σαν κερί" χρησίμευε πολύ και ως λάσπη στο χτίσιμο τοίχων (Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 115, 116).

102. Συν. με την Γ. Α., σ. 7.

103. Συν. με την Α. Σ., σ. 3.

p. 284

Κατασκεύαζοντας κούκλες ή ράβοντάς τους ρουχαλάκια τα κορίτσια εξασκούνταν οπωσδήποτε για τα μελλοντικά οικιακά καθήκοντά τους:

Γω μάθαινα! Γω στην πράξ' εκεί, θα τόφκιανα για τς κούκλες, μάθαινα! Γιατί έφκιανα το φουρεματάκ' τς κούκλας, το σούρωνα εδώ το φουρεματάκ', εδώ έβανα μια σουρούλα, έφκιανα και το μπλουζάκ' από πάν' με μανκάκια, άπους ήξερα, κι τν ήβλεπες τν κούκλα ντυμέν'. Ένα φουρεματάκ πίσω κάτ' και μια μπλουζούλα πίσ' απάν με τα μανίκια, καλά, άσχημα...104

Κατασκευάζοντας τα παιχνίδια τους, τα παιδιά ανέπτυσσαν τη φαντασία και τη δημιουργικότητα τους, εξασκούσαν σωματικές δεξιότητες και μάθαιναν να αξιοποιούν το διαθέσιμο φυσικό πλούτο και τα περιορισμένα υλικά αγαθά μιας ουσιαστικά προβιομηχανικής μικρο-οικονομίας για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους. Σε τελευταία ανάλυση, τα ίδια τα παιδιά παρήγαν υλικά αγαθά, αφού τα παιχνίδια τα οποία κατασκεύαζαν διακινούνταν ανάμεσά τους: αποτελούσαν αντικείμενα ανταλλαγών, δανεισμού, κερδών ή απώλειας, προσδίδοντας αξία και κύρος στους κατόχους στο πλαίσιο της ομάδας των ομηλίκων. Κατασκευάζοντας παιχνίδια ή παρακολουθώντας την κατασκευή τους και συμμετέχοντας σε αυτήν, τα παιδιά είχαν τη δυνατότητα να αναπτύξουν πρωτοβουλίες, ακόμη και να διαφοροποιηθούν από πρότυπα των ενηλίκων (σήμερα που τα παιδιά αγοράζουν έτοιμα παιχνίδια οπωσδήποτε δεν έχουν, τουλάχιστον κατ' αρχήν, αυτή τη δυνατότητα στον ίδιο βαθμό). Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία της Π. Γ. που γεννήθηκε το 1908. Οι κούκλες που της έφτιαχνε η μητέρα της και τα ρούχα που τους έραβε δεν την ικανοποιούσαν" αντέδρασε, λοιπόν, και ανέλαβε η ίδια να βελτιώσει μια κούκλα. Βέβαια λίγα κορίτσια θα είχαν την επιμονή, την υπομονή και τη φιλοπονία της αλλά το παράδειγμά της δείχνει ότι η ίδια η κατασκευή της κούκλας και γενικότερα του παιχνιδιού όχι μόνο δεν αποτελούσε τυπική διαδικασία αλλά λειτουργούσε ως «χώρος» εφαρμογής προσωπικών επιλογών και ενίοτε αμφισβήτησης -έστω, περιορισμένηςτης αυθεντίας των ενηλίκων:

Είπα τς μάνας μ': «Μάνα, εγώ θέλω κι άλλ' μια κούκλα». -«Να σ' φκιάσω», μ' λέει. Τι κούκλα να φκιάσ'; Θμάμαι όμως, κρυμέν' είχ' ένα ξύλο και το πέρασε εκεί στο κεφάλ ' ίσαμ' απάν' για να βάλει πέπλου στου..., τούτο μ' έφκιασε δω και πέρασε κι ένα ξυλάκ' η μάνα μ' απάν', λέει: «Ξέρς γιατί τόχω τούτο», μου είπε, «τόχου να το βάλς πέπλο», λέει, «τς κούκλας». Ναι πέπλο, παντρεύονταν οι γυναίκες, ναι. Και τσ' όβαλαν εκεί ένα πατσαβούρ' εδώ και τσ' έβαλε και δυο στήθια και έβαλε και εκειά, όπως ήταν το πανί, σάματ ήξερε να το κόψ', να το φκιάσ' ένα πανί εκεί, μ' έδκε τν κούκλα εμένα. Δε μ' άρεθε όμως, δε μ' άρεθε. -«Εγώ τα είδα πώς τάκοβαν τα πκάμσα,

104. Συν. 4 με την Π. Γ., σ. 26.

p. 285

πώς τάκοβαν τα ρούχα, να φέρω τώρα ψαλίδ'...» Λέει: «γιατί, παιδάκι μ', καλά είναι, μωρέ, καλά είναι». -«Όχ', δεν το θέλω εγώ έτσ'», λέω, «κάπως είδα», λέω, «που το φκιάναν αλλιώς». -«Πώς το φκιάναν;» -«Εμ, το κόβνε, ρε μάνα, σου είπα, ετσιά κάπως το κόβνε, για να ιδούμε, μωρέ μάνα, κάπως το κόβνε'», τς λέω. -«Πώς το κόβνε, παιδάκι μ';» -«Ετσιά να το κόβς, μωρέ μάνα», τς λέω, «εγώ είδα κάπως το καν' ετσιά», λέω, «η Φρουσύν', πήγα στ' Φρουσύν' (μια μοδίστρα στο χωριό) και τόκαν' ετσιά», λέω, «και το λουξόκοβε», λέω, «εδώ το πανί και το λουξόκοβε», λέω, «και τόκανε φουστούλα». -«Εγώ δεν ξέρω καλύτερα» λέει, «καλό είναι». Εγώ όμως έκοψα το πανί. Ήθελα να το λοξοκόψω έτσ' και να λοξοκόψω κι άλλο από κείνο, άμα το λοξόκοβα το ένα από δω, έπειτα λουξόκοβα από κει... Όπως κάποτε πήγα και στ' Φρουσύν' μικρή και τν είδα. Για τήρα να ιδείς (η Π. Γ. μου δείχνει τη διαδικασία διπλώνοντας μια χαρτοπετσέτα) : Κι έπειτα τούτο του γύρζε πίσω κάτ' αυτή κι έβγανε κι άλλο ρούχο κι έπτα τάραψε. Κι ύστερα το πήρα κι εγώ του ψαλίδ' και το λοξόκοφα το πανάκ', το μπάλωσα, τόβαλα και μια ζωνούλα από πάν' κι έφκιασα φούστα της κούκλας μου.105

Παρ' όλα αυτά δε θα ήθελα να εξιδανικεύσω το γεγονός ότι τα παιδιά κατασκεύαζαν τα παιχνίδια τους. Κι αυτό γιατί είναι πολύ πιθανό τα ίδια να αισθάνονταν ορισμένες στιγμές μειονεκτικά, γνωρίζοντας ότι υπήρχαν παιδιά που έπαιζαν με πιο περίτεχνα, ανθεκτικά, αληθοφανή παιχνίδια, παιδιά που προμηθεύονταν τα παιχνίδια τους χωρίς να κοπιάζουν. Ορισμένες συνομιλήτριες απαξιώνουν υπαινικτικά στο λόγο τους τα παιχνίδια-αντικείμενα του παρελθόντος: «Κούκλα να ειπεί ο Θεός», ή «Κούκλα τ' όνομά τς! Έτσ' πούταν η κούκλα εκείν'! ...Κούκλα τν έλεγα και την είχα» ή ακόμη (για τα «κοκορέλια») «Και να κερδίσς τι να πάρς, έπαιρνες και τ' αλλνού τα κοκορέλια, θα νέπαιρνες τα λιπτά; Ζωή χαρισάμεν'».106 Προφανώς προσεγγίζουν την πραγματικότητα του παρελθόντος από την οπτική γωνία της σημερινής πραγματικότητας. Δεν αποκλείεται όμως ο λόγος τους να απηχεί επίσης αρνητικά συναισθήματα του τότε.

Η υπόθεση αυτή ενισχύεται από μαρτυρίες που υποδεικνύουν πως ορισμένες φορές παιδιά σχετικά εύπορων οικογενειών ή οικογενειών που ανήκαν στην «ελίτ» του χωριού, είχαν πρόσβαση σε παιχνίδια-αντικείμενα του εμπορίου ή είχαν μεγαλύτερη δυνατότητα να εξασφαλίσουν υλικά χρήσιμα για το παιχνίδι, όπως επίσης και από μαρτυρίες που υποδηλώνουν πως παιδιά κτηνοτρόφων είχαν λιγότερες ευκαιρίες για παιχνίδι από άλλα παιδιά, επειδή έπρεπε να ασχοληθούν από νωρίς με τα ζώα: «Μπα δε θμάμαι να στεφάνωνα τίποτα κούκλες... Γιατί με σκάρζε ο πατέρας μ' με τς γίδες. Και δεν ευκαιρούσα να παίξω με κούκλες. Ούτε είχα κούκλες».107

105. Συν. με την Π. Γ., σ. 18, 19.

106. Συν. με την Γ. Α., σ. 7' Συν. 3 και 4 με την Π. Γ., σ. 14 και 26.

107. Συν. 2 με την Γ. Σ., σ. 4.

p. 286

Δεν υποστηρίζω ότι στα παιχνίδια των παιδιών του χωριού εκφράζονταν ταξικές διαφοροποιήσεις. Αναμφισβήτητα η κοινωνία του χωριού ήταν μια κοινωνία χωρίς έντονες διαφοροποιήσεις. Για το λόγο αυτό καθώς επίσης, και επειδή, κατά κανόνα, τα παιδιά κατασκεύαζαν μόνα τα παιχνίδια τους, πιστεύω ότι σπάνια ή ελάχιστα αναπτυσσόταν ζήλεια μεταξύ τους εξαιτίας των παιχνιδιών αντίθετα, ίσως, με ό,τι συνέβαινε στον αστικό χώρο όπου λειτουργούσε μια αγορά παιχνιδιών στην οποία χαμηλά κοινωνικά στρώματα είχαν μειωμένη ή δεν είχαν καθόλου πρόσβαση.

Όμως οι πορσελάνινες κούκλες του εμπορίου που ορισμένες φορές έκαναν την εμφάνισή τους στο χωριό προκαλούσαν αίσθηση στα κορίτσια και ενίοτε εντάσεις στις μεταξύ τους σχέσεις. «Όλο το χωριό παρέλασε» για να δει την πορσελάνινη κούκλα που δώρισε στη μοναχοκόρη του καθηγητή του Ελληνικού σχολείου η νονά της, δασκάλα από την Αθήνα (τη δεκαετία του 1920).108 Η πορσελάνινη κούκλα που είχε αγοράσει σε μια άλλη συνομιλήτρια η μητέρα της έγινε κάρφος στο μάτι άλλων κοριτσιών:

Η μανούλα μου ήτανε ζηλιάρα, όχ' η μανούλα μου έβλεπε και κάνα καλό πράγμα και πήγαινε στη Βιτρινίτσα, πήγαινε στο Λιδωρίκ', πήγαινε στ' άλλα χωριά και ό,τι έβλεπε καλό το φώνιζε... Τώρα είν' ακριβές οι κούκλες, που γέμσε ο τόπος και τς πετάνε; Αμ' τότε, εκείνα τα χρόνια ήταν περιζήτητη, περιζήτητη, γι' αυτό μου την πήρε.109

Οι γειτονοπούλες με τις οποίες έπαιζε «φαγωθήκαν» να στεφανώσουν την πορσελάνινη κούκλα με το «γαμπρό» που είχαν κατασκευάσει από ξερό χόρτο και κουρέλια' αλλά μετά το παιχνίδι του γάμου κράτησαν την κούκλα με τη δικαιολογία ότι η νύφη μένει στο σπίτι του γαμπρού -σύμφωνα με το ισχύον ανδροπατροτοπικό σύστημα- και δεν την επέστρεψαν ποτέ.

Φαίνεται ότι δεν υπήρχαν περιθώρια αμφισβήτησης της πραγματικότητας την οποία αναπαριστούσε το παιχνίδι. Η μητέρα της συνομιλήτριας θεώρησε μάλιστα την ίδια υπεύθυνη γιατί δέχτηκε να παίξει με αυτή την κούκλα. Το γεγονός παρέμεινε βαθιά χαραγμένο στη μνήμη της και ήταν επίσης σαφές από το λόγο και τις εκφράσεις ότι αυτές οι αναμνήσεις της προκαλούσαν αγανάκτηση και πικρία:

Και τη θυμάμαι την κούκλα, είχα μια κούκλα, μα τόση ακριβώς, τόσην εδά κούκλα (μεγάλη) και ήταν κοκάλινη, όμορφ', όμορφ' που λες, και ύστερα φκιάσαμε έναν γαμπρό, έναν γάιδαρο εκεί, και μ' την πήραν την κούκλα εδώ τς Β. τα κορίτσα. Ήξεραν αυτές τι αξία έχει... Μου την πήραν εκείνοι και κλαίω ακόμα γιατί, γιατί το θυμάμαι απ' τη μάνα μου ακόμα,

108. Συν. με την Π. Α., σ. 3.

109. Συν. με την Λ. Π., σ. 5.

p. 287

κι έλεγε: «Δε σ' άξιζε εσένα να τν έχς στο σπίτι σ'. Τώρα να πας στη Β. εκεί κάτ, να στη δώσει... Εσύ έξυπνη», μόλεγε η μάνα μ', «εσύ, εσύ, στραβώθκες και σου πήραν την κούκλα...». Και δεν το δώσαν, της Β. τα κορίτσα αυτήνα δεν τη δώσαν πίσω. -«Ε, αφού τ παντρέψατε, τ παντρέψατε. Εμείς δεν τη δίνουμε τη νύφ' πίσω».110

Ακόμη και η δυνατότητα να αποκτήσει κανείς τη δική του «φούσκα» πρέπει να αντανακλούσε ως ένα βαθμό κοινωνικο-οικονομικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των οικογενειών του χωριού, παρ' όλο που κατ' αρχήν εξαρτιόταν από τις σωματικές ικανότητες των αγοριών που έτρεχαν να αρπάξουν την ουροδόχο κύστη του χοίρου, όταν μάθαιναν ότι σε κάποιο σπίτι έσφαζαν το γουρούνι. Δεν ήταν όμως κάθε χρόνο όλες οι οικογένειες σε θέση να εκθρέψουν ένα τόσο αδηφάγο ζώο προκειμένου να εξασφαλίσουν το κρέας μερικών μηνών.

Άλλωστε, ακόμη και σε μια κοινωνία χωρίς οξείες κοινωνικές διαφοροποιήσεις, όπως στην περίπτωση που πραγματεύομαι, η συμμετοχή ενός παιδιού σε ομαδικό παιχνίδι, η αποδοχή του από τους ομηλίκους, εξαρτιόταν από το τι μπορούσε να προσφέρει το παιδί αυτό στο παιχνίδι και συνακόλουθα, ορισμένες φορές, από την οικονομική κατάσταση της οικογένειας του.111 Μια συνομιλήτρια ήταν, για παράδειγμα, περιζήτητη στις παρέες των κοριτσιών της γειτονιάς της που πάντρευαν κούκλες, επειδή έφερνε μερικές καραμέλες, λουκούμια ή κουφέτα από το παντοπωλείο του πατέρα της για τα «κεράσματα» τού «γάμου», ή για να «σπείρουν» με αυτά το «ζευγάρι». Φαίνεται ότι η ίδια το γνώριζε πολύ καλά: «Παίζαμε, τς παντρεύαμε (τις κούκλες). Ιδίως εγώ με χάλαγαν γιατί έπαιρνα κάνα λουκούμ', κάνα κουφέτο, και πάαινα στο γάμο». Πολύ αργότερα στη διάρκεια της ίδιας συνέντευξης επιβεβαιώνει και επεξηγεί: «Ου, εμένα με καλήγαν γιατί πάαινα λουκούμια και καραμέλες κι αυτήνα και κουφέτα, και πάαινα και κουφέτα να σπείρουμε το γαμπρό και τη νύφ', γι' αυτό με καλούσαν (γέλια). Γιατ' τ' άλλα τα κορίτσια δεν είχαν και με καλούσαν εμένα τακτικά».112

Από την άλλη πλευρά, το ίδιο κορίτσι δεν είχε τη δυνατότητα να ντύνει τις κούκλες του τόσο ωραία όσο μια γειτονοπούλα που «πάντρευε τακτικά» τις δικές της και το προσκαλούσε να παίξουν: «Εκείν' είχε φορέματα ωραία στην κούκλα της, με πανί ωραίο, μ' αυτήνο, κι εγώ τόφκιανα με παλιότερο πανί. Και τς έφκιανα και καλύτερες».113

110. Συν. με την Λ. Π., σ. 7' Συν. 2 με την Λ. Π., σ. 1.

111. Παρ' όλο που αναμφισβήτητα, σε επίπεδο κανόνων, στα ανταγωνιστικά και στα τυχερά τουλάχιστον παιχνίδια κυριαρχούν τεχνητές συνθήκες καθαρής ισότητας μεταξύ των παιχτών, ισότητας την οποία η πραγματικότητα αρνείται στους ανθρώπους (Βλ. Caillois, Tα Παιγνίδια και οι Άνθρωποι, ό.π., σ. 61).

112. Συν. με την Π. Γ., σ. 30, 49.

113. Συν. με την Π. Γ., σ. 30.

p. 288

Το παραπάνω παράδειγμα, όπως επίσης και το παράδειγμα με την πορσελάνινη κούκλα την οποία κράτησαν οι συμπαίκτριες, υποδεικνύουν ότι αναπτυσσόταν μια ανταγωνιστικότητα μεταξύ των παιδιών στο πλαίσιο παιχνιδιών τα οποία τυπικά δεν είχαν ανταγωνιστικό χαρακτήρα. Τέτοια παιχνίδια ήταν κατεξοχήν τα παιχνίδια με κούκλες που έπαιζαν τα κορίτσια. Γενικά οι συνομιλήτριες με διαβεβαιώνουν ότι έπαιζαν με τα άλλα κορίτσια χωρίς να μαλώνουν, ενώ οι συνομιλητές δηλώνουν ανοιχτά ότι τα αγόρια μάλωναν όταν έπαιζαν. Πιθανόν όμως τα κορίτσια ανέπτυσσαν, μέσα από τα «ήσυχα» παιχνίδια κοινωνικών ρόλων, μια ανταγωνιστικότητα που δε μπορούσε να εκφραστεί ανοιχτά και να εκτονωθεί, που είχε δηλαδή εσωστρεφή, υπόγειο χαρακτήρα, ενώ τα αγόρια μια εξωστρεφή και γι' αυτό άμεσα αναγνωρίσιμη ανταγωνιστικότητα.

Δ' Προκλήσεις στην κοινωνία των ενηλίκων

Οι παιγνιώδεις δραστηριότητες των αγοριών κινούνταν συχνά στις παρυφές της νομιμότητας. Στα λεγόμενα «κοκολόγια» τα αγόρια έκλεβαν καρύδια για να τα κρύψουν και να παίξουν αργότερα με αυτά. Με τα καβούρια που συνέλεγαν προκαλούσαν τον κόσμο των ενηλίκων:

Μια φορά μάλιστα στο χωριό, τα δέσαμε απ' το πόδι σ' ένα σπάγγο, πολλά καβούρια και τα βάλαμε απ' το ένα παράθυρο στο άλλο, από κάτω περνούσε ο δρόμος και ήταν σαν αψίδα. Από κάτω πήγαιναν να περάσουν τα ζώα κι αφού βλέπαν τα καβούρια που κουνιόνταν απάνω, δεν περνάγανε. Μέχρι που ήρθε κάποιος εκεί πέρα κι αφού μας έλουσε με βρισιές κλπ., πήρε μια μαγγούρα και τόκοψε κείνο κει εντέλει·114

Παιχνίδια αυτού του είδους συνιστούσαν μια ανατροπή της καθημερινής τάξης πραγμάτων.

Δεν κατατάσσω τις αταξίες στα παιχνίδια, απλώς για να διευκολυνθώ στην ανάλυση του υλικού αλλά και επειδή τα αγόρια ουσιαστικά έπαιζαν με την καθημερινή τάξη πραγμάτων από τη στιγμή που την προκαλούσαν και την ανέτρεπαν, συγκροτώντας προσωρινά έναν αυτόνομο, δικό τους χωρόχρονο. Παράλληλα, δοκίμαζαν και εξασκούσαν πνευματικές και σωματικές δεξιότητες: την πονηριά, την ευστροφία, την ευελιξία, την ταχύτητα. Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες για τις αταξίες, τις «ζημιές», όπως τις έλεγαν, των αγοριών, οι οποίες αποτελούσαν ένα είδος παιχνιδιού, παραβατικού βέβαια αλλά αναμενόμενου και κοινωνικά αποδεκτού υπό την έννοια ότι οι αταξίες θεωρούνταν φυσι-

114. Συν. με τον Θ. Α., σ. 9.

p. 289
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 270

    διώροφου παλιού σπιτιού, το οποίο όμως οι ιδιοκτήτες χρησιμοποιούσαν πλέον σαν αχυρώνα. Μέσα βρισκόταν ένα άγριο τσοπανόσκυλο και ακολούθησε «μάχη».59


    Τα όρια μεταξύ παιχνιδιού και εορταστικών εκδηλώσεων δεν είναι σαφή. Όπως γράφει σε ένα πάλω και κλασικό έργο ο Ολλανδός ιστορικός Γιόχαν Χουιζίνγκα «η σχέση ανάμεσα στη γιορτή και στο παιχνίδι είναι πολύ στενή. Και η πρώτη και το δεύτερο κηρύσσουν μια αναστολή της καθημερινής ζωής». Επισημαίνει, όμως, ότι «το γνήσιο παιχνίδι έχει ... ένα τουλάχιστον επιπλέον ουσιώδες γνώρισμα, δηλαδή τη συνείδηση, οσοδήποτε λανθάνουσα κι αν είναι, του ότι πρόκειται για κάτι που γίνεται "μόνο στα ψέματα"».60 Σε αντίθεση με το παιχνίδι, τα γλέντια εκλαμβάνονται από όσους παίρνουν μέρος σε αυτά ως πραγματικότητες της τρέχουσας ζωής. Από κει και πέρα είναι δυνατόν στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων οι συμμετέχοντες να παίξουν, να λάβουν μέρος σε δραστηριότητες τις οποίες αντιλαμβάνονται ως μη πραγματικές σε συσχετισμό με την τρέχουσα ζωή.61

    Το παιχνίδι των παιδιών έχει εδώ και καιρό σταματήσει να απασχολεί μόνο περιφερειακά τους επιστήμονες στη χώρα μας. Πέρα από πλούσιες λαογραφικές καταγραφές και μορφολογικές ταξινομήσεις παιδικών παιχνιδιών διαθέτουμε πλέον σημαντικές προσεγγίσεις κοινωνικών ανθρωπολόγων, εθνογράφων, κοινωνιολόγων, παιδαγωγών και ψυχολόγων. Στο βαθμό που οι προσεγγίσεις αυτές ασχολούνται με την ιστορία του παιχνιδιού ενδιαφέρονται προπάντων για τον κανονιστικό λόγο, την εκπαιδευτική πολιτική και τις αναπαρα-

    59. Ό.π.

    60. Γ. Χουιζίνγκα, Ο άνθρωπος και το παιχνίδι (Homo Ludens), μετ. Σ. Ροζάνης - Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα 1989 (α' έκδ. 1938), σ. 40, 41.

    61. Σε ένα κλασικό έργο που πρόσφατα μεταφράστηκε στα ελληνικά ο γάλλος κοινωνιολόγος Roger Caillois ορίζει το παιχνίδι ως δραστηριότητα ταυτόχρονα «ελεύθερη», «διαχωρισμένη», «αβέβαιη», «μη-παραγωγική», «ρυθμισμένη από κανόνες» και «μυθοπλαστική»: Όταν οι άνθρωποι παίζουν, ενεργούν κατ' αρχήν αυτόβουλα, δηλαδή δεν υποχρεώνονται να παίξουν (παρ' όλο που αυτό δεν ισχύει για τα παιχνίδια τα οποία τα παιδιά σε τελευταία ανάλυση υποχρεώνονται να παίξουν στο πλαίσιο σύγχρονων παιδαγωγικών πρακτικών: Μαρία Παπαθανασίου). Επίσης κινούνται σε σαφώς προκαθορισμένο χώρο και χρόνο, υπακούουν σε ρυθμίσεις με προσωρινή αλλά απόλυτη ισχύ, δεν παράγουν οικονομικά αγαθά (πλούτο) με τη στενή έννοια του όρου, δεν μπορούν να γνωρίζουν εκ των προτέρων τα αποτελέσματα και έχουν συνείδηση ότι ενεργούν σε επίπεδο μη πραγματικό ή μιας πραγματικότητας δευτερεύουσας ως προς την τρέχουσα ζωή: βλ. R. Caillois, Τα Παιγνίδια και οι Άνθρωποι, μετ. Ν. Κούρκουλος, Αθήνα 2001 (α' έκδ. 1958), σ. 48.