Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
Title:Growing up in Mountainous Regions
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:38
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2003
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Mentalities and Behaviour
Social integration
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
Visible pages: 277-296 από: 395
Current page:

ντων από μικρά παιδιά, όπως το κρυφτό και το κυνηγητό. Ίσως, όσο μικρότερης ηλικίας ήταν αγόρια και κορίτσια τόσο περισσότερες πιθανότητες να υπήρχαν για κοινό παιχνίδι. Άλλωστε ο σκάρος ήταν εργασία χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις, την οποία αναλάμβαναν πολύ συχνά παιδιά κάτω των 10 ετών.

Ακόμη, φαίνεται ότι ορισμένα κορίτσια συμμετείχαν σε παιχνίδια αγοριών. Ανέφερα παραπάνω την περίπτωση μιας συνομιλήτριας που έσμιγε με την παρέα των αγοριών και έπαιζε μαζί τους τη «γρούνα», κατ' εξοχήν αγορίστικο παιχνίδι. Υπάρχουν και άλλες μαρτυρίες για κορίτσια που κατά καιρούς έπαιζαν τη «γρούνα» με αγόρια χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς. Δημιουργείται η εντύπωση ότι ορισμένα κορίτσια εντάσσονταν (προσωρινά) σε ομάδες αγοριών" δε φαίνεται όμως να συνέβαινε και το αντίστροφο. Σε μια κοινωνία η οποία μεταξύ άλλων στηριζόταν στο αξίωμα της υπεροχής των ανδρών έναντι των γυναικών θα ήταν υποτιμητικό, ή απλώς αδιανότητο, για ένα αγόρι να ενταχθεί σε ομάδα κοριτσιών και να βρεθεί έτσι, τρόπον τινά, υπό την εξουσία τους. Αντίθετα θα ήταν τιμή για ένα κορίτσι να γίνει αποδεκτό σε μια ομάδα αγοριών αφού κάτι τέτοιο σήμαινε ότι του αναγνωρίζονταν ανδρικές (δηλαδή «ανώτερες») ικανότητες.

Β' Στην πορεία για τη συγκρότηση του κοινωνικού φύλου

Στην πράξη και τη συνείδηση παιδιών και ενηλίκων τα παιχνίδια των παιδιών χωρίζονταν σε δύο θεμελιώδεις κατηγορίες: σε παιχνίδια για αγόρια και παιχνίδια για κορίτσια. Φυσικά υπήρχαν απλά παιχνίδια, όπως το κυνηγητό, το τρέξιμο, το κρυφτό, (και άλλα στα οποία θα αναφερθώ στο πλαίσιο της ανάλυσης επιμέρους θεμάτων) που τα έπαιζαν τόσο αγόρια όσο και κορίτσια, κατά προτίμηση χωριστά, ενίοτε από κοινού. Υπήρχαν όμως και παιχνίδια με έντονα έμφυλο χαρακτήρα, όπως η «γρούνα» ή τα «τσιλίκια» που έπαιζαν τα αγόρια ή τα πεντόβολα και τα παιχνίδια με κούκλες που έπαιζαν τα κορίτσια.

Σε γενικές γραμμές τα παιχνίδια των αγοριών προϋπέθεταν μυϊκή δύναμη και σωματική αντοχή, απαιτούσαν έντονες κινήσεις σε μεγάλη ακτίνα, ενώ πολλά είχαν βίαιο, επιθετικό χαρακτήρα και ήταν επικίνδυνα. Αντίθετα, τα παιχνίδια των κοριτσιών προϋπέθεταν σωματικές δεξιότητες σχετικά ανεξάρτητες από τη μυϊκή δύναμη, απαιτούσαν περιορισμένες κινήσεις σε μικρή ακτίνα, είχαν συγκριτικά στατικό χαρακτήρα και δεν ήταν επιθετικά ή βίαια, ακόμη και όταν ήταν ανταγωνιστικά. Όπως γράφει ο Αυδίκος γενικά για την παραδοσιακή ελληνική κοινωνία: «Το στερεότυπο του άντρα επέβαλλε την καλλιέργεια της δύναμης, της βίας, της σωματικής άσκησης. Αντίθετα η γυναίκα έπρεπε να είναι συγκρατημένη».83

83. Αυδίκος, Το παιδί..., ό.π., σ. 318.

p. 277

Στις μαρτυρίες τους οι άνδρες κάνουν λόγο για «άγρια» και «σκληρά»84 παιχνίδια στα οποία τα αγόρια συχνά τραυματίζονταν. Παίζοντας, τα αγόρια δοκίμαζαν συνήθως τη μυϊκή τους δύναμη και γενικότερα τις σωματικές τους δυνατότητες (ταχύτητα, ευελιξία, αντοχή). Ορισμένα παιχνίδια αγοριών είχαν ιδιαίτερα έντονο ανταγωνιστικό χαρακτήρα, αφού η φυσική βία αποτελούσε συστατικό τους στοιχείο: Ο πετροπόλεμος ανήκε στα πλέον επικίνδυνα παιχνίδια,85 το ίδιο και τα τσιλίκια όπου τα αγόρια χωρίζονταν σε δύο ομάδες και προσπαθούσαν με μακριά ξύλα να αντικρούσουν ένα μυτερό στην άκρη του ξύλο που η μια ομάδα έριχνε προς την κατεύθυνση της άλλης. Η «τραμπάλα» αποτελούσε επίσης ένα εξαιρετικά επικίνδυνο παιχνίδι, γιατί τα παιδιά ανεβοκατέβαιναν με μεγάλη ταχύτητα, καθισμένα στις άκρες ενός ξύλου που στηριζόταν σε ένα άλλο ξύλο κάθετα μπηγμένο στο έδαφος. Το «φρούριο» παιζόταν στην πλατεία του χωριού, στο πεζούλι της εκκλησίας: Τα παιδιά χωρίζονταν σε δυο ομάδες, ανέβαιναν στη μάντρα της εκκλησίας και κάθε ομάδα τραβούσε την άλλη προς τη μεριά της, προσπαθώντας να τη ρίξει κάτω. Όταν πήγαιναν να βοσκήσουν τα ζώα τα μεγαλύτερα αγόρια καβαλούσαν τα μουλάρια, φυσικά χωρίς σαμάρι, και στη συνέχεια ανταγωνίζονταν ποιος θα φτάσει πρώτος στον προορισμό του.

Η βία στην οποία στηρίζονταν τα παιχνίδια των αγοριών δεν αφορούσε μόνο στα ίδια αλλά και σε άλλα έμβια όντα. Άμεσα ή έμμεσα τα αγόρια ασκούσαν συχνά βία στα ζώα: Έβαζαν τα βόδια και τα κριάρια να χτυπηθούν μεταξύ τους. Πήγαιναν στο δάσος για να εντοπίσουν και να καταστρέψουν φωλιές πουλιών με νεοσσούς. Σκότωναν πουλιά. Μάζευαν καβούρια από τις ρεματιές, τα βασάνιζαν και τα σκότωναν. Έτσι και στις μαρτυρίες δηλώνεται ανοιχτά ότι με αυτό τον τρόπο «έπαιζαν»:

Ένα άλλο παιχνίδι πούχαμε μεις ήταν ότι γυρίζαμε τις ρεματιές, και ψάχναμε και μαζεύαμε καβούρια. Τώρα, τι τα κάναμε τα καβούρια αυτά; Τα μεγάλα καβούρια θα μπορούσαμε να τα μαγειρέψουμε. Αλλά εμείς απλώς τα μαζεύαμε και παίζαμε μ' αυτά. Τ' αφήναμε να τρέχουν, να τα πιάνουμε, τα σκοτώναμε τελευταία για γούστο.86

84. Συν. με τον Χ. T., σ. 11' Συν. με τον Γ. Π. σ. 6.

85. Για τον πετροπόλεμο ως παραδοσιακό παιχνίδι των αγοριών στον ελλαδικό χώρο βλ. Γ. Θωμάς, «Γύρω απ' το παραδοσιακό παιχνίδι του πετροπόλεμου», στο Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Λαϊκή Παράδοση και Παιδί, σ. 103-111. Εύστοχα παρατηρεί ο Θωμάς ότι τέτοιου είδους παιχνίδια, όπως ο πετροπόλεμος, αποτελούσαν «μια πολύ καλή ευκαιρία να εκφορτίζεται το παιδί από εσωτερικές εντάσεις και συγκρούσεις» (ό.π., σ. 106). Αν και δεν έχω συγκεντρώσει σχετικές μαρτυρίες, με αφορμή μια παρατήρηση του κ. Τριαντάφυλλου Σκλαβενίτη, υποθέτω ότι πετροπόλεμο, και γενικότερα παιχνίδια με χαρακτηριστικό τη σωματική σύγκρουση, έπαιζαν, επίσης, παιδιά από διαφορετικές γειτονιές (μαχαλάδες) του οικισμού ή από διαφορετικά σόγια' τα παιδιά θα εσωτερίκευαν αντιθέσεις και αντιπαλότητες των ενηλίκων και θα τις εξέφραζαν στο παιχνίδι τους.

86. Συν. με τον Θ. Α., σ. 5.

p. 278

Σε μία περίπτωση μάλιστα μια παρέα αγοριών «συνεδρίασαν», αποφάσισαν να σκοτώσουν ένα σκυλί και το λιθοβόλησαν μέχρι θανάτου:

Αυτό το σκυλί ήτανε..., δεν ήταν από τα σκυλιά που μπορούσαν να μας κάνουνε ζημιά, να μας αρπάξουνε, να μας σκίσουν το παντελόνι, ξέρω γω τι μπορούσε να μας κάνει, ή να μας δαγκώσουν... Άγρια σκυλιά υπήρχαν. Δεν τα πλησιάζαμε. Εκείνα συνήθως τα είχαν οι τσοπάνηδες, για να προστατεύουν τα γίδια, τα πρόβατα απ' τους λύκους και άλλα αρπακτικά. Τώρα γι' αυτήν την περίπτωση συνεδριάσαμε, κατά κάποιο τρόπο, και πήραμε την απόφαση να το σκοτώσουμε το σκυλί. ...Αρχίσαμε να το χτυπάμε με πέτρες, δεν υπήρχε τίποτ' άλλο. Με πέτρες, λοιπόν, σαν αυτές τις πέτρες που είναι τώρα εκεί πέρα, και ρίχναμε πέτρες, και ρίχναμε, και ρίχναμε.81

Όπως προκύπτει σαφώς από άλλα σημεία της αφήγησης τα αγόρια αναζήτησαν ένα πρόσχημα, αιτιολόγησαν την κίνησή τους με τον ισχυρισμό ότι το σκυλί ήταν νωθρό και επομένως άχρηστο. Στην πραγματικότητα, αφού το σκυλί ανήκε σε τρίτους η συμπεριφορά του δεν αφορούσε στην παρέα" αν ήθελαν να απαλλαγούν από την παρουσία του τα αγόρια θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν άλλα μέσα, λ.χ. να το τρομάξουν. Προφανώς ο λιθοβολισμός αποτελούσε μέσον επιβεβαίωσης της ισχύος τους, της απόλυτης κυριαρχίας τους σε έναν κόσμο οργανωμένο από τα ίδια.

Και από άλλα χωριά της ορεινής Δωρίδας υπάρχουν μαρτυρίες για αγόρια που έπαιζαν λιθοβολώντας ζώα μέχρι θανάτου.88 Όπως φαίνεται, ο βασανισμός ζώων αποτελεί διαχρονικά και σε παγκόσμια κλίμακα τυπικό παιχνίδι των αγοριών. Σχετικές μαρτυρίες συνάντησα συχνά στις αυτοβιογραφίες τις οποίες μελέτησα από τον αυστριακό αλλά και τον ευρύτερο γερμανόφωνο χώρο για τον ύστερο 19ο και τον πρώιμο 20ό αι. Αλλά ήδη κατά το Μεσαίωνα στην Ευρώπη «ο βασανισμός των ζώων ήταν», σύμφωνα με την Ισραηλινή μεσαιωνολόγο Shulamith Shahar, «ένα προσφιλές, βίαιο παιχνίδι».89

Ελάχιστες πληροφορίες έχω για παιχνίδια κοινωνικών ρόλων των αγοριών και αναρωτιέμαι μήπως αυτό συνδέεται με τη μετανάστευση τόσων ανδρών στην Αμερική και την απουσία του πατρικού προτύπου για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα. Μια συνομιλήτρια αφηγήθηκε ότι τα αγόρια έπαιζαν τους γεωργούς και έζευαν γάτες ή σκύλους για να «οργώσουν» (ας μην ξεχνάμε ότι το όργωμα, τουλάχιστον θεωρητικά, επειδή απαιτεί ιδιαίτερη μυϊκή δύναμη και για λόγους συμβολικούς αποτελεί ανδρική ασχολία): «Τ' αγόρια πιάναν και γάτες και τις βάναν στο ζυγό, να τις δέσουν. Ο αδερφός μ', ο Θάνος, ένω-

87. Συν. με τον Χ. T., σ. 18, 19.

88. Λουκοπούλου-Παττίχη, Επιστροφή, ό.π., σ. 148: Σε μια περίπτωση στην Κωστάριτσα (σημ. Διχώρι) τα αγόρια σκότωσαν ένα βόδι πετώντας κοτρώνες από ψηλά.

89. Shahar, Kindheit im Mittelalter, ό.π., σ. 272.

p. 279

ένωσε πέντε σκυλιά και τάβαλε και τον φάγαν το μάτι του κι είχε σημαδάκ', κι έκανε πώς κάνουν τα χωράφια».90 Τα άτυχα ζώα έπαιζαν στην περίπτωση αυτή το ρόλο αθυρμάτων και έδιναν στα αγόρια την ευκαιρία να δοκιμάσουν και να αποδείξουν τη μυϊκή τους δύναμη προσπαθώντας να τα τιθασεύσουν, καθώς και να «εξομοιωθούν» φαντασιακά με τους «μεγάλους».

Τα κορίτσια έπαιζαν επίσης παιχνίδια τα οποία προϋπέθεταν και ταυτόχρονα ασκούσαν σωματικές δεξιότητες, κυρίως αυτοσυγκέντρωση, ταχεία αντίδραση, ευελιξία, και ελάχιστα ή εν πάση περιπτώσει μόνο έμμεσα, μυϊκή δύναμη: τα «πιντόβολα», το «σούτο», το «κτσό» κ.ά. (σημειώνω όμως εδώ ότι σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις και αγόρια έπαιζαν επίσης πεντόβολα και σούτο.)91 Ωστόσο ιδεοτυπικά στα κορίτσια αφορούσαν κατ' αρχήν παιχνίδια κοινωνικών ρόλων, στα αγόρια κατ' αρχήν παιχνίδια ανταγωνιστικά. Επειδή τα ανταγωνιστικά παιχνίδια -στα οποία όλοι καταβάλλουν προσπάθεια να επιτύχουν ένα συγκεκριμένο στόχο σε μεγαλύτερο βαθμό από τους συμπαίκτες- στηρίζονται στο προσωπικό χάρισμα κάθε παίκτη92, εύλογα υποθέτει κανείς ότι το παιχνίδι ευνοούσε την ανάπτυξη αισθημάτων εγωισμού (με την ευρεία έννοια του όρου) στην προσωπικότητα μάλλον των αγοριών παρά των κοριτσιών.

Όλες οι γυναίκες αναφέρονται στα παιχνίδια με κούκλες και επομένως στα παιχνίδια κοινωνικών ρόλων τα οποία έπαιζαν. Τα κορίτσια βάφτιζαν, στεφάνωναν και κήδευαν τις κούκλες τους.93 Ο θρησκευτικός χαρακτήρας αποτελούσε οπωσδήποτε ένα στοιχείο των παιχνιδιών αυτών που περιλάμβαναν αναπαραστάσεις θρησκευτικών τελετών.94 Στο σύνολο τους όμως αυτά τα παιχνίδια ήταν αναπαραστάσεις διαβατηρίων εθίμων και είχαν χαρακτήρα βαθειά κοινωνικό. Με τον τρόπο αυτόν τα κορίτσια εσωτερίκευαν το μελλοντικό τους ρόλο ως φύλακες της οικιακής εστίας, υπεύθυνοι για τη φροντίδα της οικογένειας, των βρεφών και των νεκρών στην κοινωνία στην οποία ζούσαν, υπεύθυνοι τελι-

90. Συν. με την Π. Κ., σ. 4.

91. Συν. με τον Μ. Μ. και την Κ. Μ., σ. 12' Συν. με τον Α. Μ., σ. 4.

92. Caillois, Τα Παιγνίδια, ό.π., σ. 55.

93. Ανάλογα παιχνίδια (παιχνίδια που αναπαριστούν διαβατήρια έθιμα) δεν επισήμανα σε αυτοβιογραφίες που αφορούν στην ίδια περίοδο στον κεντροευρωπαϊκό αγροτικό χώρο, πιθανόν λόγω της μικρότερης σημασίας του γάμου για τις γυναίκες, οι οποίες εντάσσονταν, όπως και οι άνδρες, σε ένα οργανωμένο, αποδοτικό σύστημα παραγωγής, με ρίζες στο φεουδαλικό παρελθόν (βλ. Papathanassiou, «Rural Childhood(s)...», ό.π., σ. 61). Ωστόσο το πάντρεμα και η κηδεία της κούκλας αποτελούσαν λ.χ. αγαπητά παιχνίδια των κοριτσιών στις αστικές τάξεις των ΗΠΑ κατά τον ύστερο 19ο αι. (Corsaro, The Sociology of Childhood, ό.π., σ. 111).

94. Η Αργυριάδη κατατάσσει τα βαφτίσια και το γάμο της κούκλας στα θρησκευτικά παιχνίδια και τονίζει ότι χρονολογούνται στον ελληνικό χώρο από τη βυζαντινή εποχή (Μ. Αργυριάδη, «Οι επιδράσεις της χριστιανικής λατρείας και παράδοσης στο παιδικό παιχνίδι: Το θρησκευτικό παιχνίδι», Εθνογραφικά 9 (1993), 83-102, κυρίως σ. 86.

p. 280

τελικά για τη συνοχή της μικροκοινωνίας αυτής. Εξάλλου, τα κορίτσια παίζοντας αυτά τα παιχνίδια διεκπεραίωναν και ασκούνταν σε πολύ συγκεκριμένες οικιακές εργασίες: Έφτιαχναν για παράδειγμα πίτες για το γάμο μέσα σε κουτιά από βερνίκια παπουτσιών αντί για ταψιά και με ένα κομμάτι ζυμάρι που τους έδινε η μάνα ή η κυρούλα.

Στα παιχνίδια κοινωνικών ρόλων των κοριτσιών εκφράζονταν μεταξύ άλλων θεμελιώδεις συνεκτικοί δεσμοί των μελών της κοινότητας και η αρχή της αλληλεγγύης μεταξύ συγχωριανών, προπάντων μεταξύ γειτόνων ή στενών συγγενών αφού οι συμπαίκτριες προέρχονταν, κατά κανόνα, από τη ίδια γειτονιά ή/και το στενό συγγενικό κύκλο. Είναι χαρακτηριστικό πως πολλές φορές τα κορίτσια για να παντρέψουν κούκλες προσκαλούσαν με κάποια επισημότητα τις φίλες τους στο σπίτι κι εκείνες πήγαιναν, φέρνοντας είτε μια κούκλα για τις ανάγκες του παιχνιδιού, είτε μια καραμέλα, ένα λουκούμι κ.λπ. για τα κεράσματα του «γάμου». Οι «γάμοι» που οργάνωναν τα κορίτσια περιλάμβαναν γλέντι και χορό.

Γενικά, φαίνεται, ότι συχνά τα κορίτσια περιλάμβαναν στο παιχνίδι τους το χορό ή έπαιζαν χορεύοντας μόνα σε αλώνια. Με αυτόν τον τρόπο διασκέδαζαν και εξασκούνταν αφού στο μέλλον οι χορευτικές τους ικανότητες θα προσμετρούνταν στα προτερήματα τους ως υποψήφιων νυφών. Χόρευαν και γλεντούσαν, ταυτόχρονα όμως έπαιζαν ότι χόρευαν και γλεντούσαν, δηλαδή είχαν συνείδηση ότι αναπαρίσταναν με το δικό τους τρόπο την τρέχουσα πραγματικότητα, την πραγματικότητα που βίωναν στα πανηγύρια, στα γαμήλια γλέντια, στα ξεφλουδίσια σε ένα επίπεδο δευτερεύουσας πραγματικότητας. Η Γ. Σ. συγκαταλέγει το χορό στα αλώνια στα παιχνίδια που έπαιζε μικρή:

Καμιά φορά άμα γυρίζαμε το βράδ' λίγο πιο νωρίς (από το σχολείο) πηγαίναμε σ' ένα αλών' με την ξαδέρφη μου, ήταν εκεί δίπλα αυτή στη θεία τς και χορεύαμε. Ωραία χορεύαμε. Ήμασταν καμιά δεκαριά χρονώ, εννιά, δέκα, οχτώ, τόσο θα ήμασταν, πιανόμασταν και χορεύαμε, ξέραμε απ' το σχολείο που χορεύαμε, χορεύαμε και κει».95

Τα παιχνίδια των κοριτσιών απαιτούσαν λιγότερες και λιγότερο βίαιες κινήσεις, επομένως σχετικά περιορισμένο χώρο. Τα παιχνίδια των αγοριών, ή τουλάχιστον τα περισσότερα από αυτά, απαιτούσαν μεγαλύτερο χώρο και προκαλούσαν αναστάτωση όταν παίζονταν γύρω από το χώρο του σπιτιού. Γι' αυτό, και επειδή γενικότερα είχαν μεγαλύτερη ελευθερία από τα κορίτσια, τα αγόρια έπαιζαν σε μεγαλύτερη ακτίνα απόστασης από το σπίτι απ' όσο τα κο-

95. Συν. με την Γ. Σ., σ. 3. Για τη σχέση του χορού με το παιχνίδι και για το χορό ως παιχνίδι στη Δωρίδα πβ. Α. Παναγιωτοπούλου, Νεοελληνικός χορός. Το χορολογικό φαινόμενο της επαρχίας Δωρίδας. Χορογένεση και χορογραφία του νεοελληνικού χορού, Αθήνα 1995, σ. 189-191.

p. 281

κορίτσια (για παράδειγμα σε απομακρυσμένα αλώνια). Στις βρύσες -κεντρικό σημείο του χωριού στο οποίο βρίσκονται πέντε πέτρινες βρύσες- έπαιζαν κατά κανόνα αγόρια" τα κορίτσια προτιμούσαν τα αλώνια -ιδίως όταν βρίσκονταν κοντά στο σπίτι ή στην αυλή- και ορισμένες φορές και το εσωτερικό του σπιτιού. Αγόρια και κορίτσια έπαιζαν στην αυλή του σχολείου και στην πλατεία του χωριού στο διάλειμμα" τα αγόρια κινούνταν, ωστόσο, σε όλο το διαθέσιμο χώρο ενώ τα κορίτσια έπαιζαν περισσότερο συγκεντρωμένα στο χώρο, όπως υποδηλώνουν περιγραφές παιχνιδιών. Μέσα από το παιχνίδι τα κορίτσια εσωτερίκευαν το χώρο μέσα στο σπίτι και γύρω από αυτό ως χώρο γυναικείο, ενώ τα αγόρια βίωναν το χώρο έξω και πέρα από το σπίτι ως χώρο ανδρικό. Έξω και μακριά από το σπίτι τα αγόρια έπαιζαν φωνάζοντας, όπως συνήθως συμβαίνει όταν ένα παιχνίδι απαιτεί έντονη κινητικότητα του σώματος. Τα αγόρια και όχι τα κορίτσια ήταν τα παιδιά εκείνα που όταν έπαιζαν ακούγονταν σε ολόκληρο το χωριό: στη συνείδησή τους η εξωστρέφεια εγχαρασσόταν και με αυτόν τον τρόπο ως ανδρικό προνόμιο.

Γ' Υλικά του παιχνιδιού και κοινωνικές διαστάσεις ·

Αγόρια και κορίτσια έπρεπε κατά κανόνα να εξασφαλίσουν μόνα τα παιχνίδια με τα οποία έπαιζαν. Για να βρουν, να συλλέξουν ή να κατασκευάσουν παιχνίδια-αντικείμενα χρειαζόταν επιμονή, υπομονή, επιδεξιότητα, φαντασία και πονηριά. Τα παντοπωλεία του χωριού δεν πουλούσαν φυσικά παιχνίδια και σπάνια μπορούσαν τα παιδιά να ελπίζουν σε δώρα από την Αθήνα, την Πάτρα, τη Ναύπακτο ή εν πάση περιπτώσει ένα αστικό/ημιαστικό κέντρο. Οι ιστορίες αναζήτησης των υλικών, μεταμόρφωσής τους σε παιχνίδια-αντικείμενα, φύλαξης και συντήρησής τους αναδεικνύουν με σαφήνεια το βαθμό στον οποίο τα παιδιά έπαιρναν «στα σοβαρά» το παιχνίδι τους: Ήταν έκφραση του πολιτισμού τους, «αγαθό του λαϊκού τους πολιτισμού», σύμφωνα με τη Βιεννέζα ψυχολόγο του Μεσοπολέμου Hildegard Hetzer.96

Αγόρια και κορίτσια χρειάζονταν καρύδια για να παίξουν ένα παιχνίδι παρόμοιο με τους βώλους που ονομαζόταν «κοκόσιες», δηλαδή καρύδια. Υπήρχαν αρκετές καρυδιές στο χωριό αλλά έπρεπε κανείς να φροντίσει να συγκεντρώσει τα καρύδια του την εποχή που οι ιδιοκτήτες των δέντρων τα «τίναζαν», χτυπούσαν δηλαδή τα κλαριά τους με ραβδιά για να πέσουν οι καρποί στο έδαφος και να τους μαζέψουν. Τα παιδιά εξασφάλιζαν καρύδια επιστρατεύοντας την πονηριά τους και τα μάζευαν στα λεγόμενα «κοκολόγια» που ουσιαστικά συγκροτούσαν έναν χωρόχρονο των παιδιών:

96. Hetzer, Das volkstümliche Kinderspiel, ό.π., σ. 5, 6.

p. 282

Τα κοκολόγια είναι -εμείς χρησιμοποιούσαμε τη λέξη αυτή- όταν πηγαίναμε μετά απ' το μάζεμα των καρυδιών, πηγαίναμε και ψάχναμε και βρίσκαμε μερικά τα οποία δε βρίσκανε. Γιατί τα καρύδια δεν τα πιάνουν με το χέρι, τα χτυπάνε απάνου με μια βέργα μεγάλη, λούρο τη λέγαν, και πέφταν και τα μαζεύαν κάτω. Λοιπόν πηγαίναμε μεις και φάχναμε και βρίσκαμε, το κοκολόι. Μάλιστα προθυμοποιούμασταν να πάμε να τους βοηθήσουμε να μαζέψουν τα καρύδια και πηγαίναμε και μαζεύοντας τρυπώναμε κι από κάτω από καμιά πέτρα, από κάτω απ' τα φύλλα πουθενά, κρύβαμε δηλαδή καρύδια, για να περάσουμε ύστερα στο κοκολόι να τα μαζέψουμε. Καθένας είχε από μας... Όλο το καλοκαίρι, τα καρύδια ήτανε μεγάλη υπόθεση. Μαζεύαμε και καθένας είχε την κρύφτρα του, δηλαδή ένα μέρος που έκρυβε τα καρύδια για να μην τα βρει κανένας. Παίζαμε, ήταν όπως με τους βώλους, και παίζαμε μεις τα καρύδια».91

Αγόρια και κορίτσια κατασκεύαζαν παιχνίδια από τις πέτρες που φυσικά αφθονούσαν γύρω τους: τις έσπαγαν και τις πελεκούσαν ώσπου να τους δώσουν ένα σχήμα και να τις μετατρέψουν σε αληθινά, δηλαδή αναγνωρίσιμα παιχνίδια. Για παράδειγμα, τα «κοκορέλια» (παιχνίδι κατ' αρχήν για αγόρια) παίζονταν με κομμάτια από σχιστόλιθο τα οποία τοποθετούνταν το ένα επάνω στο άλλο' τα παιδιά προσπαθούσαν να γκρεμίσουν τα κοκορέλια ρίχνοντας μια πέτρα και αν το κατόρθωναν κέρδιζαν όσες πετρούλες έπεφταν" νικητής ανακηρυσσόταν όποιος στο τέλος του παιχνιδιού είχε κερδίσει τις περισσότερες:

Ξέρτε τι ήταν τα κοκορέλια; Σχιστόλιθος, φλίδες από πέτρα, τις χτυπάγαμε γύρω-γύρω και τις κάναμε υποτίθεται στρογγυλές ... Ε, αυτά πηγαίναμε και τα κρύβαμε. Πολλές φορές άμα γκρέμιζες καμιά μάντρα, κάνα αυτό, καμιά ξερολιθιά, μέσα σε τρύπες είχαμε βάλει τέτοια πράματα εμείς και τα βρίσκαμε αυτά και γελάγαμε.98

Ανάλογα παιχνίδια έπαιζαν τα παιδιά (κυρίως τα αγόρια) με κουμπιά που ξήλωναν από τα ρούχα τους και σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις με δεκάρες. «Απ' το παντελόνι το αποπάνω κουμπί αφήναμε, για να μη χάσουμε το παντελόνι. Αφήστε που πολλές φορές, μερικά παιδιά είχαν ζώνη».99

Αγόρια και κορίτσια (προπάντων όμως αγόρια) κατασκεύαζαν από πανιά, κατά κανόνα κουρέλια, τόπι, τη λεγόμενη «ζόπα» και τα μπαλάκια με τα οποία έπαιζαν τη «γρούνα», παιχνίδι που θυμίζει το γκολφ. Η «γρούνα» παιζόταν επίσης με άδεια κονσερβοκούτια. Τα παιδιά χτυπούσαν το κονσερβοκούτι ή το μπαλάκι με ένα ξύλο προσπαθώντας να το κατευθύνουν σε μία τρύπα στο έδαφος. Τα αγόρια μετέτρεπαν σε μπάλα την ουροδόχο κύστη του χοίρου

97. Συν. με τον Θ. Α., σ. 14.

98. Ό.π.

99. Ό.π.

p. 283

που οι περισσότερες οικογένειες έσφαζαν τα Χριστούγεννα, φυσώντας μέσα της δυνατά ώστε να φουσκώσει. Όταν έσφαζαν τα ζώα τα παιδιά έτρεχαν να εξασφαλίσουν τη «φούσκα» όπως έλεγαν:

Εμείς τ' αγόρια τρέχαμε όταν σφάζαν τα γουρούνια για να πάρουμε τη φούσκα, την ουροδόχο κύστη και την χάναμε τόπι, μπάλα... Ήταν ισχυρό πολύ αυτό. Τόχαμε και κλωτσάγαμε. Παίζαμε μπάλα. Τρέχαμε ποιος θα σφάξ', ό,τ πετάγανε τ' αρπάζαμε μεις και τ' φουσκώναμε και την χάναμε μπάλα... Το γουρμάζαμε που λεν'.100

Οι πιο πολύπλοκες κατασκευές ήταν οι κούκλες με τις οποίες έπαιζαν τα κορίτσια. Την ώρα που σκάριζαν τα κορίτσια έπλαθαν κουκλάκια από πηλό. Συνήθως όμως κατασκεύαζαν μόνα ή με τη βοήθεια των μανάδων τους κούκλες από ξύλο και ύφασμα, από «πανί», όπως λένε οι συνομιλήτριες (τις περισσότερες φορές κουρέλια). Με τα πανιά αυτά τα κορίτσια έραβαν, εξάλλου, ρουχαλάκια για τις κούκλες τους, ιδίως όταν επρόκειτο για κούκλα-νύφη ή κούκλα-γαμπρό.

Η Γ. Α. που γεννήθηκε το 1913, θυμάται:

Πήγαινα, σκάρζα, κι ήταν ένα χώμα, το λέγανε γλίνα101, ένα χώμα έτσ' ένα γκρι, κι όταν το μαζεύς, μαζεύεται κείνο κει και το ζυμώνς, πώς είν' η πλαστελίν'. Κι έφκιανα 'γω κουκλάκια διάφορα, τς τρύπαγα τα ματάκια κι έφκιανα τέτοια πράματα ...Με κουρέλια κάναμε κούκλες. Μαζεύαμε τα κουρελάκια, τς κάναμε πρώτα ένα κεφαλάκ' εδώ. Το ζωγραφίζαμε με καμιά μελάνη, με κάνα κάρβουνο, ό,τι βρίσκαμε, και μετά το δέναμε με άλλα πανιά γύρω-γύρω και το κάναμε κούκλα, κούκλα να ειπεί ο Θεός, ό,τ' ήταν, και παίζαμε.102.

Παρόμοια είναι και η μαρτυρία της Α. Σ. η οποία γεννήθηκε μια δεκαετία αργότερα:

Κούκλες φτιάχναμε από πανιά. Μαζεύαμε έτσι πανί, το βάζαμε μέσα (χειρονομεί σα να δένει κόμπο) και φτιάχναμε τα κεφαλάκια. Μετά μ' ένα μολύβι, μ' ένα κάρβουνο κάναμε μάτια, μύτη, σε άσπρο πανί όμως για να φαίνεται το πρόσωπο, και μετά ράβαμε πόδια με λίγο πανί σκληρό και μέσα βάζαμε ξύλα για να στερεώσουμε τα πόδια.103

100. Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 9, 10.

101. Η «γλύνα» είναι άγονο χώμα που όταν βραχεί γίνεται εύπλαστο σαν κερί" χρησίμευε πολύ και ως λάσπη στο χτίσιμο τοίχων (Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 115, 116).

102. Συν. με την Γ. Α., σ. 7.

103. Συν. με την Α. Σ., σ. 3.

p. 284

Κατασκεύαζοντας κούκλες ή ράβοντάς τους ρουχαλάκια τα κορίτσια εξασκούνταν οπωσδήποτε για τα μελλοντικά οικιακά καθήκοντά τους:

Γω μάθαινα! Γω στην πράξ' εκεί, θα τόφκιανα για τς κούκλες, μάθαινα! Γιατί έφκιανα το φουρεματάκ' τς κούκλας, το σούρωνα εδώ το φουρεματάκ', εδώ έβανα μια σουρούλα, έφκιανα και το μπλουζάκ' από πάν' με μανκάκια, άπους ήξερα, κι τν ήβλεπες τν κούκλα ντυμέν'. Ένα φουρεματάκ πίσω κάτ' και μια μπλουζούλα πίσ' απάν με τα μανίκια, καλά, άσχημα...104

Κατασκευάζοντας τα παιχνίδια τους, τα παιδιά ανέπτυσσαν τη φαντασία και τη δημιουργικότητα τους, εξασκούσαν σωματικές δεξιότητες και μάθαιναν να αξιοποιούν το διαθέσιμο φυσικό πλούτο και τα περιορισμένα υλικά αγαθά μιας ουσιαστικά προβιομηχανικής μικρο-οικονομίας για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους. Σε τελευταία ανάλυση, τα ίδια τα παιδιά παρήγαν υλικά αγαθά, αφού τα παιχνίδια τα οποία κατασκεύαζαν διακινούνταν ανάμεσά τους: αποτελούσαν αντικείμενα ανταλλαγών, δανεισμού, κερδών ή απώλειας, προσδίδοντας αξία και κύρος στους κατόχους στο πλαίσιο της ομάδας των ομηλίκων. Κατασκευάζοντας παιχνίδια ή παρακολουθώντας την κατασκευή τους και συμμετέχοντας σε αυτήν, τα παιδιά είχαν τη δυνατότητα να αναπτύξουν πρωτοβουλίες, ακόμη και να διαφοροποιηθούν από πρότυπα των ενηλίκων (σήμερα που τα παιδιά αγοράζουν έτοιμα παιχνίδια οπωσδήποτε δεν έχουν, τουλάχιστον κατ' αρχήν, αυτή τη δυνατότητα στον ίδιο βαθμό). Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία της Π. Γ. που γεννήθηκε το 1908. Οι κούκλες που της έφτιαχνε η μητέρα της και τα ρούχα που τους έραβε δεν την ικανοποιούσαν" αντέδρασε, λοιπόν, και ανέλαβε η ίδια να βελτιώσει μια κούκλα. Βέβαια λίγα κορίτσια θα είχαν την επιμονή, την υπομονή και τη φιλοπονία της αλλά το παράδειγμά της δείχνει ότι η ίδια η κατασκευή της κούκλας και γενικότερα του παιχνιδιού όχι μόνο δεν αποτελούσε τυπική διαδικασία αλλά λειτουργούσε ως «χώρος» εφαρμογής προσωπικών επιλογών και ενίοτε αμφισβήτησης -έστω, περιορισμένηςτης αυθεντίας των ενηλίκων:

Είπα τς μάνας μ': «Μάνα, εγώ θέλω κι άλλ' μια κούκλα». -«Να σ' φκιάσω», μ' λέει. Τι κούκλα να φκιάσ'; Θμάμαι όμως, κρυμέν' είχ' ένα ξύλο και το πέρασε εκεί στο κεφάλ ' ίσαμ' απάν' για να βάλει πέπλου στου..., τούτο μ' έφκιασε δω και πέρασε κι ένα ξυλάκ' η μάνα μ' απάν', λέει: «Ξέρς γιατί τόχω τούτο», μου είπε, «τόχου να το βάλς πέπλο», λέει, «τς κούκλας». Ναι πέπλο, παντρεύονταν οι γυναίκες, ναι. Και τσ' όβαλαν εκεί ένα πατσαβούρ' εδώ και τσ' έβαλε και δυο στήθια και έβαλε και εκειά, όπως ήταν το πανί, σάματ ήξερε να το κόψ', να το φκιάσ' ένα πανί εκεί, μ' έδκε τν κούκλα εμένα. Δε μ' άρεθε όμως, δε μ' άρεθε. -«Εγώ τα είδα πώς τάκοβαν τα πκάμσα,

104. Συν. 4 με την Π. Γ., σ. 26.

p. 285

πώς τάκοβαν τα ρούχα, να φέρω τώρα ψαλίδ'...» Λέει: «γιατί, παιδάκι μ', καλά είναι, μωρέ, καλά είναι». -«Όχ', δεν το θέλω εγώ έτσ'», λέω, «κάπως είδα», λέω, «που το φκιάναν αλλιώς». -«Πώς το φκιάναν;» -«Εμ, το κόβνε, ρε μάνα, σου είπα, ετσιά κάπως το κόβνε, για να ιδούμε, μωρέ μάνα, κάπως το κόβνε'», τς λέω. -«Πώς το κόβνε, παιδάκι μ';» -«Ετσιά να το κόβς, μωρέ μάνα», τς λέω, «εγώ είδα κάπως το καν' ετσιά», λέω, «η Φρουσύν', πήγα στ' Φρουσύν' (μια μοδίστρα στο χωριό) και τόκαν' ετσιά», λέω, «και το λουξόκοβε», λέω, «εδώ το πανί και το λουξόκοβε», λέω, «και τόκανε φουστούλα». -«Εγώ δεν ξέρω καλύτερα» λέει, «καλό είναι». Εγώ όμως έκοψα το πανί. Ήθελα να το λοξοκόψω έτσ' και να λοξοκόψω κι άλλο από κείνο, άμα το λοξόκοβα το ένα από δω, έπειτα λουξόκοβα από κει... Όπως κάποτε πήγα και στ' Φρουσύν' μικρή και τν είδα. Για τήρα να ιδείς (η Π. Γ. μου δείχνει τη διαδικασία διπλώνοντας μια χαρτοπετσέτα) : Κι έπειτα τούτο του γύρζε πίσω κάτ' αυτή κι έβγανε κι άλλο ρούχο κι έπτα τάραψε. Κι ύστερα το πήρα κι εγώ του ψαλίδ' και το λοξόκοφα το πανάκ', το μπάλωσα, τόβαλα και μια ζωνούλα από πάν' κι έφκιασα φούστα της κούκλας μου.105

Παρ' όλα αυτά δε θα ήθελα να εξιδανικεύσω το γεγονός ότι τα παιδιά κατασκεύαζαν τα παιχνίδια τους. Κι αυτό γιατί είναι πολύ πιθανό τα ίδια να αισθάνονταν ορισμένες στιγμές μειονεκτικά, γνωρίζοντας ότι υπήρχαν παιδιά που έπαιζαν με πιο περίτεχνα, ανθεκτικά, αληθοφανή παιχνίδια, παιδιά που προμηθεύονταν τα παιχνίδια τους χωρίς να κοπιάζουν. Ορισμένες συνομιλήτριες απαξιώνουν υπαινικτικά στο λόγο τους τα παιχνίδια-αντικείμενα του παρελθόντος: «Κούκλα να ειπεί ο Θεός», ή «Κούκλα τ' όνομά τς! Έτσ' πούταν η κούκλα εκείν'! ...Κούκλα τν έλεγα και την είχα» ή ακόμη (για τα «κοκορέλια») «Και να κερδίσς τι να πάρς, έπαιρνες και τ' αλλνού τα κοκορέλια, θα νέπαιρνες τα λιπτά; Ζωή χαρισάμεν'».106 Προφανώς προσεγγίζουν την πραγματικότητα του παρελθόντος από την οπτική γωνία της σημερινής πραγματικότητας. Δεν αποκλείεται όμως ο λόγος τους να απηχεί επίσης αρνητικά συναισθήματα του τότε.

Η υπόθεση αυτή ενισχύεται από μαρτυρίες που υποδεικνύουν πως ορισμένες φορές παιδιά σχετικά εύπορων οικογενειών ή οικογενειών που ανήκαν στην «ελίτ» του χωριού, είχαν πρόσβαση σε παιχνίδια-αντικείμενα του εμπορίου ή είχαν μεγαλύτερη δυνατότητα να εξασφαλίσουν υλικά χρήσιμα για το παιχνίδι, όπως επίσης και από μαρτυρίες που υποδηλώνουν πως παιδιά κτηνοτρόφων είχαν λιγότερες ευκαιρίες για παιχνίδι από άλλα παιδιά, επειδή έπρεπε να ασχοληθούν από νωρίς με τα ζώα: «Μπα δε θμάμαι να στεφάνωνα τίποτα κούκλες... Γιατί με σκάρζε ο πατέρας μ' με τς γίδες. Και δεν ευκαιρούσα να παίξω με κούκλες. Ούτε είχα κούκλες».107

105. Συν. με την Π. Γ., σ. 18, 19.

106. Συν. με την Γ. Α., σ. 7' Συν. 3 και 4 με την Π. Γ., σ. 14 και 26.

107. Συν. 2 με την Γ. Σ., σ. 4.

p. 286

Δεν υποστηρίζω ότι στα παιχνίδια των παιδιών του χωριού εκφράζονταν ταξικές διαφοροποιήσεις. Αναμφισβήτητα η κοινωνία του χωριού ήταν μια κοινωνία χωρίς έντονες διαφοροποιήσεις. Για το λόγο αυτό καθώς επίσης, και επειδή, κατά κανόνα, τα παιδιά κατασκεύαζαν μόνα τα παιχνίδια τους, πιστεύω ότι σπάνια ή ελάχιστα αναπτυσσόταν ζήλεια μεταξύ τους εξαιτίας των παιχνιδιών αντίθετα, ίσως, με ό,τι συνέβαινε στον αστικό χώρο όπου λειτουργούσε μια αγορά παιχνιδιών στην οποία χαμηλά κοινωνικά στρώματα είχαν μειωμένη ή δεν είχαν καθόλου πρόσβαση.

Όμως οι πορσελάνινες κούκλες του εμπορίου που ορισμένες φορές έκαναν την εμφάνισή τους στο χωριό προκαλούσαν αίσθηση στα κορίτσια και ενίοτε εντάσεις στις μεταξύ τους σχέσεις. «Όλο το χωριό παρέλασε» για να δει την πορσελάνινη κούκλα που δώρισε στη μοναχοκόρη του καθηγητή του Ελληνικού σχολείου η νονά της, δασκάλα από την Αθήνα (τη δεκαετία του 1920).108 Η πορσελάνινη κούκλα που είχε αγοράσει σε μια άλλη συνομιλήτρια η μητέρα της έγινε κάρφος στο μάτι άλλων κοριτσιών:

Η μανούλα μου ήτανε ζηλιάρα, όχ' η μανούλα μου έβλεπε και κάνα καλό πράγμα και πήγαινε στη Βιτρινίτσα, πήγαινε στο Λιδωρίκ', πήγαινε στ' άλλα χωριά και ό,τι έβλεπε καλό το φώνιζε... Τώρα είν' ακριβές οι κούκλες, που γέμσε ο τόπος και τς πετάνε; Αμ' τότε, εκείνα τα χρόνια ήταν περιζήτητη, περιζήτητη, γι' αυτό μου την πήρε.109

Οι γειτονοπούλες με τις οποίες έπαιζε «φαγωθήκαν» να στεφανώσουν την πορσελάνινη κούκλα με το «γαμπρό» που είχαν κατασκευάσει από ξερό χόρτο και κουρέλια' αλλά μετά το παιχνίδι του γάμου κράτησαν την κούκλα με τη δικαιολογία ότι η νύφη μένει στο σπίτι του γαμπρού -σύμφωνα με το ισχύον ανδροπατροτοπικό σύστημα- και δεν την επέστρεψαν ποτέ.

Φαίνεται ότι δεν υπήρχαν περιθώρια αμφισβήτησης της πραγματικότητας την οποία αναπαριστούσε το παιχνίδι. Η μητέρα της συνομιλήτριας θεώρησε μάλιστα την ίδια υπεύθυνη γιατί δέχτηκε να παίξει με αυτή την κούκλα. Το γεγονός παρέμεινε βαθιά χαραγμένο στη μνήμη της και ήταν επίσης σαφές από το λόγο και τις εκφράσεις ότι αυτές οι αναμνήσεις της προκαλούσαν αγανάκτηση και πικρία:

Και τη θυμάμαι την κούκλα, είχα μια κούκλα, μα τόση ακριβώς, τόσην εδά κούκλα (μεγάλη) και ήταν κοκάλινη, όμορφ', όμορφ' που λες, και ύστερα φκιάσαμε έναν γαμπρό, έναν γάιδαρο εκεί, και μ' την πήραν την κούκλα εδώ τς Β. τα κορίτσα. Ήξεραν αυτές τι αξία έχει... Μου την πήραν εκείνοι και κλαίω ακόμα γιατί, γιατί το θυμάμαι απ' τη μάνα μου ακόμα,

108. Συν. με την Π. Α., σ. 3.

109. Συν. με την Λ. Π., σ. 5.

p. 287

κι έλεγε: «Δε σ' άξιζε εσένα να τν έχς στο σπίτι σ'. Τώρα να πας στη Β. εκεί κάτ, να στη δώσει... Εσύ έξυπνη», μόλεγε η μάνα μ', «εσύ, εσύ, στραβώθκες και σου πήραν την κούκλα...». Και δεν το δώσαν, της Β. τα κορίτσα αυτήνα δεν τη δώσαν πίσω. -«Ε, αφού τ παντρέψατε, τ παντρέψατε. Εμείς δεν τη δίνουμε τη νύφ' πίσω».110

Ακόμη και η δυνατότητα να αποκτήσει κανείς τη δική του «φούσκα» πρέπει να αντανακλούσε ως ένα βαθμό κοινωνικο-οικονομικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των οικογενειών του χωριού, παρ' όλο που κατ' αρχήν εξαρτιόταν από τις σωματικές ικανότητες των αγοριών που έτρεχαν να αρπάξουν την ουροδόχο κύστη του χοίρου, όταν μάθαιναν ότι σε κάποιο σπίτι έσφαζαν το γουρούνι. Δεν ήταν όμως κάθε χρόνο όλες οι οικογένειες σε θέση να εκθρέψουν ένα τόσο αδηφάγο ζώο προκειμένου να εξασφαλίσουν το κρέας μερικών μηνών.

Άλλωστε, ακόμη και σε μια κοινωνία χωρίς οξείες κοινωνικές διαφοροποιήσεις, όπως στην περίπτωση που πραγματεύομαι, η συμμετοχή ενός παιδιού σε ομαδικό παιχνίδι, η αποδοχή του από τους ομηλίκους, εξαρτιόταν από το τι μπορούσε να προσφέρει το παιδί αυτό στο παιχνίδι και συνακόλουθα, ορισμένες φορές, από την οικονομική κατάσταση της οικογένειας του.111 Μια συνομιλήτρια ήταν, για παράδειγμα, περιζήτητη στις παρέες των κοριτσιών της γειτονιάς της που πάντρευαν κούκλες, επειδή έφερνε μερικές καραμέλες, λουκούμια ή κουφέτα από το παντοπωλείο του πατέρα της για τα «κεράσματα» τού «γάμου», ή για να «σπείρουν» με αυτά το «ζευγάρι». Φαίνεται ότι η ίδια το γνώριζε πολύ καλά: «Παίζαμε, τς παντρεύαμε (τις κούκλες). Ιδίως εγώ με χάλαγαν γιατί έπαιρνα κάνα λουκούμ', κάνα κουφέτο, και πάαινα στο γάμο». Πολύ αργότερα στη διάρκεια της ίδιας συνέντευξης επιβεβαιώνει και επεξηγεί: «Ου, εμένα με καλήγαν γιατί πάαινα λουκούμια και καραμέλες κι αυτήνα και κουφέτα, και πάαινα και κουφέτα να σπείρουμε το γαμπρό και τη νύφ', γι' αυτό με καλούσαν (γέλια). Γιατ' τ' άλλα τα κορίτσια δεν είχαν και με καλούσαν εμένα τακτικά».112

Από την άλλη πλευρά, το ίδιο κορίτσι δεν είχε τη δυνατότητα να ντύνει τις κούκλες του τόσο ωραία όσο μια γειτονοπούλα που «πάντρευε τακτικά» τις δικές της και το προσκαλούσε να παίξουν: «Εκείν' είχε φορέματα ωραία στην κούκλα της, με πανί ωραίο, μ' αυτήνο, κι εγώ τόφκιανα με παλιότερο πανί. Και τς έφκιανα και καλύτερες».113

110. Συν. με την Λ. Π., σ. 7' Συν. 2 με την Λ. Π., σ. 1.

111. Παρ' όλο που αναμφισβήτητα, σε επίπεδο κανόνων, στα ανταγωνιστικά και στα τυχερά τουλάχιστον παιχνίδια κυριαρχούν τεχνητές συνθήκες καθαρής ισότητας μεταξύ των παιχτών, ισότητας την οποία η πραγματικότητα αρνείται στους ανθρώπους (Βλ. Caillois, Tα Παιγνίδια και οι Άνθρωποι, ό.π., σ. 61).

112. Συν. με την Π. Γ., σ. 30, 49.

113. Συν. με την Π. Γ., σ. 30.

p. 288

Το παραπάνω παράδειγμα, όπως επίσης και το παράδειγμα με την πορσελάνινη κούκλα την οποία κράτησαν οι συμπαίκτριες, υποδεικνύουν ότι αναπτυσσόταν μια ανταγωνιστικότητα μεταξύ των παιδιών στο πλαίσιο παιχνιδιών τα οποία τυπικά δεν είχαν ανταγωνιστικό χαρακτήρα. Τέτοια παιχνίδια ήταν κατεξοχήν τα παιχνίδια με κούκλες που έπαιζαν τα κορίτσια. Γενικά οι συνομιλήτριες με διαβεβαιώνουν ότι έπαιζαν με τα άλλα κορίτσια χωρίς να μαλώνουν, ενώ οι συνομιλητές δηλώνουν ανοιχτά ότι τα αγόρια μάλωναν όταν έπαιζαν. Πιθανόν όμως τα κορίτσια ανέπτυσσαν, μέσα από τα «ήσυχα» παιχνίδια κοινωνικών ρόλων, μια ανταγωνιστικότητα που δε μπορούσε να εκφραστεί ανοιχτά και να εκτονωθεί, που είχε δηλαδή εσωστρεφή, υπόγειο χαρακτήρα, ενώ τα αγόρια μια εξωστρεφή και γι' αυτό άμεσα αναγνωρίσιμη ανταγωνιστικότητα.

Δ' Προκλήσεις στην κοινωνία των ενηλίκων

Οι παιγνιώδεις δραστηριότητες των αγοριών κινούνταν συχνά στις παρυφές της νομιμότητας. Στα λεγόμενα «κοκολόγια» τα αγόρια έκλεβαν καρύδια για να τα κρύψουν και να παίξουν αργότερα με αυτά. Με τα καβούρια που συνέλεγαν προκαλούσαν τον κόσμο των ενηλίκων:

Μια φορά μάλιστα στο χωριό, τα δέσαμε απ' το πόδι σ' ένα σπάγγο, πολλά καβούρια και τα βάλαμε απ' το ένα παράθυρο στο άλλο, από κάτω περνούσε ο δρόμος και ήταν σαν αψίδα. Από κάτω πήγαιναν να περάσουν τα ζώα κι αφού βλέπαν τα καβούρια που κουνιόνταν απάνω, δεν περνάγανε. Μέχρι που ήρθε κάποιος εκεί πέρα κι αφού μας έλουσε με βρισιές κλπ., πήρε μια μαγγούρα και τόκοψε κείνο κει εντέλει·114

Παιχνίδια αυτού του είδους συνιστούσαν μια ανατροπή της καθημερινής τάξης πραγμάτων.

Δεν κατατάσσω τις αταξίες στα παιχνίδια, απλώς για να διευκολυνθώ στην ανάλυση του υλικού αλλά και επειδή τα αγόρια ουσιαστικά έπαιζαν με την καθημερινή τάξη πραγμάτων από τη στιγμή που την προκαλούσαν και την ανέτρεπαν, συγκροτώντας προσωρινά έναν αυτόνομο, δικό τους χωρόχρονο. Παράλληλα, δοκίμαζαν και εξασκούσαν πνευματικές και σωματικές δεξιότητες: την πονηριά, την ευστροφία, την ευελιξία, την ταχύτητα. Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες για τις αταξίες, τις «ζημιές», όπως τις έλεγαν, των αγοριών, οι οποίες αποτελούσαν ένα είδος παιχνιδιού, παραβατικού βέβαια αλλά αναμενόμενου και κοινωνικά αποδεκτού υπό την έννοια ότι οι αταξίες θεωρούνταν φυσι-

114. Συν. με τον Θ. Α., σ. 9.

p. 289

φυσικές για τα αγόρια. Αυτό αποτυπώνεται στον τρόπο με τον οποίο συνομιλητές ανακαλούσαν στη μνήμη τους τέτοιου είδους «παραβατικές» συμπεριφορές: Ολοφάνερα διασκέδαζαν με τις αναμνήσεις τους. Όταν όμως ρωτούσα άνδρες και γυναίκες για τη συμμετοχή κοριτσιών σε τέτοιου είδους παιχνίδια η απάντηση ήταν κατηγορηματικά αρνητική" ολοφάνερα απορούσαν με την ερώτηση: Οι αταξίες θεωρούνταν κάτι το αφύσικο για τα κορίτσια -όχι όμως, όπως θα δούμε, και οι φάρσες για τις μεγαλύτερες κοπέλες, τις κοπέλες «της παντρειάς». Σε αυτό το αφύσικο παραπέμπει, άλλωστε, και η γνωστή σε όλους μας έκφραση «αγοροκόριτσο», την οποία χρησιμοποίησαν συνομιλήτριες για να τονίσουν πόσο ζωηρές υπήρξαν, και σε ποιο βαθμό μια τέτοια συμπεριφορά αποτελούσε παρέκκλιση από το πρότυπο συμπεριφοράς ενός κοριτσιού.

Όταν εξέτασα τις σχέσεις παιδιών-γονέων αλλά και όταν αναφέρθηκα στη συμβολή ανδρών και γυναικών στην οικογενειακή οικονομία έθιξα το ζήτημα των διαφορετικών, ως προς το χαρακτήρα, ιδεοτυπικών κοινωνικών ρόλων των δύο φύλων: Όταν ενηλικιώνονταν, τα αγόρια θα αναλάμβαναν ένα σημαντικό, αλλά γενικού χαρακτήρα κοινωνικό ρόλο ως αρχηγοί οικογενειών, θα απολάμβαναν σχετική κοινωνική ελευθερία και θα είχαν κατ' αρχήν το δικαίωμα να παραγνωρίζουν ορισμένους κοινωνικούς κανόνες, χωρίς να διακινδυνεύουν την αποπομπή τους από τη μικροκοινωνία του χωριού. Αντίθετα, τα κορίτσια θα ανάλαμβαναν έναν προκαθορισμένο και πολύ συγκεκριμένο ρόλο μέσα στην κοινωνία, το ρόλο του στηρίγματος της οικογένειας στην καθημερινότητα της. Στο πλαίσιο αυτό ήταν προφανώς απαράδεκτο τα κορίτσια να παίζουν προκαλώντας με τις ενέργειές τους -ίσως όμως όχι και με τα λόγια τους- τη δεδομένη καθημερινή τάξη πραγμάτων.

Μια συνηθισμένη αταξία των αγοριών ήταν, για παράδειγμα, να αναζητούν το σκεύος με το γλυκό ή τα γλυκά και να τα τρώνε κρυφά (σιγά-σιγά) ενώ όλοι συμφωνούν ότι «τα κορίτσια δεν έκαναν τέτοια πράγματα». Στην αξία του γλυκού, οικονομική και κοινωνική, έχω ήδη αναφερθεί: Το γλυκό ήταν πολύτιμο αφού τα συστατικά του ήταν σπάνια ή/και ακριβά και η παρασκευή του απαιτούσε ιδιαίτερο χρόνο και κόπο' προοριζόταν κυρίως για τους ενήλικες και κατ' αρχήν για τους επισκέπτες, τους «μουσαφίρηδες». Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι οι γυναίκες φύλαγαν τα γλυκά σε χώρους που μπορούσαν να κλειδωθούν και στη συνέχεια έκρυβαν τα κλειδιά, πράξη που δήλωνε την αξία τους αλλά και ότι οι απόπειρες των παιδιών να τα εντοπίσουν ήταν αναμενόμενες. Τα παιδιά έπρεπε κατ' αρχήν να κατορθώσουν να βρουν και να πάρουν το κλειδί' έπειτα έπρεπε να καταναλώνουν τα γλυκά με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιες ποσότητες ώστε να μην κινούν υποψίες για μεγάλα χρονικά διαστήματα —μέχρι να χρειαστεί η μάνα να κεράσει ένα μουσαφίρη σε μια ιδιαίτερη περίσταση. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Αρ. Μ. που γεννήθηκε

p. 290

κε το 1915, «ο μικρός τότε δούλευε όπως το ποντίκι».115

Δεν ήταν πάντοτε εύκολο να πάρει κανείς το κλειδί για να ανοίξει το χώρο όπου φυλάσσονταν τα γλυκά και γι' αυτό ορισμένα αγόρια αναγκάζονταν να παραβιάζουν την κλειδαριά. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Π. Α. που γεννήθηκε το 1922, τέταρτος κατά σειρά σε μια οικογένεια με πέντε παιδιά, όλα αγόρια:

Η γριά είχε ένα μεγάλο μπαούλο από την Αμερική και τάχωνε μέσα τα γλυκά. Είχε πάρει λοιπόν ο συχωρεμένος ο πατέρας μου ένα σίδερο τέτοιο, το 'χε στρίψει, κι ένα από κάτ' για λουκέτο. Άνοιγε το λουκέτο η γριά, έπαιρνε τα γλυκά να κεράσει Πολεμούσαμε να της πάρουμε το κλειδί, πού να της πάρεις το κλειδί της γριάς! Ήταν κι αδύνατη, βλέπεις, δεν ήτανε καμιά χοντρή να την πασπατέψεις. Ούτε ήτανε και χαδιάρα. Κόψαμε τ' αποπάνω, το βγάλαμε έξω το σύρμα, και βάλαμε ένα και ήταν έτσι, πήγαινε κι ερχόταν το σύρμα. Και παίρναμε μεις τα γλυκά αλλά δε... Τα μέτραγε!.116

Το γλυκό του κουταλιού δε μπορούσε να μετρηθεί και ήταν ευκολότερο να τρώει κανείς απαρατήρητος για ένα διάστημα, αλλά ο «δράστης» αποκαλυπτόταν όταν ερχόταν η ώρα να κεράσουν έναν επισκέπτη:

Άκου, μια φορά κάναμε εδώ γλυκό από καρύδια. Και ήταν ωραιότατο γλυκό, μάλιστα το σιρόπι δεν ήταν διαφανές, ήταν σκούρο. Λοιπόν είχε η γριά ένα βάζο τέτοιο μέσ' το μπαούλο. Ανοίγαμε μεις, φάε, γλούκου-γλούκου, κάποτε έρχεται εδώ μια επίσκεψη, βάζ' την κουτάλα μέσα η γριά και δε βρήκε τίποτα. Δεν είπε τίποτα. Μόν' έκανε έτσι (κούνησε απειλητικά το χέρι). Και σηκώνεται, είχε μια αδερφή εδώ παρακάτ', πάει και παίρν' ένα βάζο και κέρασε. Ε, όταν φύγανε! Όταν φύγανε, άντε να πα' να την πιάσεις τη γριά.117

Ανάλογη είναι και η μαρτυρία του Θ. Α. που γεννήθηκε το 1922:

Κάποτε κονόμησα δυο πολύ μεγάλα μήλα και για να μη μου τα φάνε, πήγα και τάβαλα μέσα σ ένα αμπάρι χαμηλό ... μέσα βαθιά έχωσα το χέρι κι εκεί κάτι αντιλαμβανόμαν. Το πιάνω, ήταν ένα βάζο, θάχε κάνα δυο οκάδες γλυκό. Τώρα, γλυκό σταφύλι; Σταφύλι θάταν... Λοιπόν πήρα μια κουταλιά, το ξανάβαζα στη θέση του, μετά όποτε θυμόμουνα έτρωγα και μια κουταλιά. Θα πέρασε κάνας μήνας. Κουταλιά στην κουταλιά, πάει κι έμειναν κάτι ζουμιά κάτω. Έρχεται μια Κυριακή μια αδερφή του πατέρα

115. Συν. με τον Αρ. Μ., σ. 10.

116. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 4.

117. Ό.π.

p. 291

μου, Ελένη... Την Κυριακή έρχονταν στη νύφη, να πιούνε καφέ. Ήρθε λοιπόν Κυριακή πρωί, έκατσε: «Αα, στάσου, λέει, Ελένη μου, να σε τρατάρω ένα γλυκό που έφκιασα». Μόλις ακούω γω μ' έκαψαν τα κρεμμύδια που λέγαμε. Αλλά δεν είπα τίποτα. Πάει πάνω η μάνα μου κι ακούω μια φωνή. Στον απάνω όροφο ήτανε, στο χειμωνιάτκο τώρα μέναμε μεις. «Το παλιογάιδαρο, το παλιογάιδαρο!»118

Η θεία αντέδρασε με γέλια και η αυθόρμητη εξήγηση που δίνει ο Θ. Α. δηλώνει ότι τέτοιου είδους δραστηριότητες θεωρούνταν σύμφυτες με το χαρακτήρα των αγοριών: «Αυτή είχε πέντε αγόρια και είχε μεγάλη πείρα από κάτι τέτοια». Σκέπτομαι μήπως ένας από τους λόγους για τους οποίους ήταν αδιανόητο κορίτσια να καταναλώνουν κρυμμένα γλυκά μπορεί να εντοπιστεί στο μελλοντικό ρόλο τους ως υπεύθυνων για το κέρασμα στο χώρο του σπιτιού, συστατικό στοιχείο του (σύμφωνα με τον Bourdieu) συμβολικού κεφαλαίου κάθε οικογένειας στο χωριό. Οπωσδήποτε, τα γλυκά αποτελούσαν τεκμήριασύμβολα της αξίας της νοικοκυράς" η φύλαξη και η διανομή τους υπόκεινταν αποκλειστικά στη δική της εξουσία, την οποία τα αγόρια παρέκαμπταν/αμφισβητούσαν με τις ενέργειές τους. Σε μια κοινωνία στην οποία τα παιδιά ανατρέφονταν βάσει προκαθορισμένων, έμφυλων προτύπων, τα κορίτσια κλέβοντας γλυκά θα αμφισβητούσαν ουσιαστικά τη μελλοντική τους εξουσία στο χώρο του σπιτιού και επομένως τον εαυτό τους.

Υπάρχουν, εξάλλου, μαρτυρίες για αγόρια που έκλεβαν κορόμηλα, δαμάσκηνα, μήλα, κεράσια, καρύδια από ξένα δέντρα, σταφύλια από τα αμπέλια που τα φύλαγε ο δραγάτης, κουκιά από χωράφια, ακόμη και τριαντάφυλλα από τον κήπο ενός δασκάλου. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις, τέτοιου είδους μικροκλοπές εκτός των πλαισίων του οικιακού χώρου διεξάγονταν από ομάδες παιδιών, και όχι μεμονωμένα. Ίσως, στην κοινωνική συνείδηση οι «δραστηριότητες» αυτού του τύπου ήταν αποδεκτές όταν την ευθύνη έφερε μια ομάδα παιδιών ενώ αντίθετα η μοναχική ενέργεια καταδικαζόταν ως ενέργεια αντικοινωνική.119 Υποθέτω ότι σε κοινωνίες οι οποίες προβάλλουν συλλογικά πρότυπα κοινωνικοποίησης η ένταξη στην ομάδα είναι περισσότερο από οπουδήποτε αλλού απαραίτητη για την κοινωνική νομιμοποίηση των πράξεων. Στο πρακτικό επίπεδο η παρέα πρόσφερε ένα αίσθημα ασφάλειας" οι πιθανότητες να επιτύχει η «επιχείρηση» αυξάνονταν, ενώ η συλλογική ενοχή ήταν εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να αποδειχθεί. Ορισμένες φορές βέβαια ένας -συνήθως εκείνος που διακινδύνευε πρώτος- πλήρωνε το τίμημα" η αλληλεγγύη είχε τα όριά της:

118. Συν. με τον Θ. Α., σ. 11.

119. Παρατήρηση του κ. Μ. Γκιόλια κατά τη διάρκεια ανακοίνωσης πάνω στη μελέτη αυτή που έγινε στο EIE (18.3.98).

p. 292

Κάποτε, θυμάμαι, σκαρίσαμε. ...Κι ήταν, θυμάμαι, δραγάτς ο Σ.' ο Σ. λοιπόν. ... «Πάμε», λέει, «για σταφύλια;» —«Πάμε». Ο δραγάτς τώρα -δραγάτες τους λέγαμε αυτούς που φυλάγαν τ' αμπέλια- ήταν τρυπωμένος από πάν', ήτανε μέσα. Λοιπόν φτάσαμε κει πέρα στα συρματοπλέγματα στ' αμπέλια, έμπα συ, έμπα γω, έμπα συ... εντέλει με κατάφεραν και μπαίνω μέσα. Μόλις μπαίνω μέσα, ακούω από πάνω, ντι, ντι, κάτω κατέβαινε ο δραγάτης. Απάν εγώ, από πίσω, έφευγα κάτω εγώ, μπροστά, γύρναγα πίσω εγώ μπροστά, εντέλει με κόλλησε...120

Αυτές οι μικροκλοπές είχαν φυσικά και οικονομικό χαρακτήρα αφού τα αγόρια, προπάντων όσα προέρχονταν από φτωχότερες οικογένειες, εξασφάλιζαν με αυτό τον τρόπο φρούτα και καρύδια, τροφή πολύτιμη στο, ποσοτικά και από πλευράς ποικιλίας, στενόχωρο πλαίσιο της διατροφικής καθημερινότητας του χωριού. Ο Γ. Ψ. που γεννήθηκε το 1924 και μεγάλωσε σε μια φτωχή οικογένεια τσοπάνηδων δίνει χαρακτηριστικά στην αφήγησή του έμφαση στην οικονομική διάσταση αυτών των «επιδρομών» και όχι στην αδιαμφισβήτητη παιγνιώδη πλευρά τους: «...κάναν και ζημιές τα παιδιά τότε, γιατί ύπαρχε πείνα. Βρήκες εσύ κεράσια ή κάτι; Μαζευόμασταν τα παιδιά εμείς, άμα ήταν μια κερασιά, άλλο να τραβάει, άλλο να κουνάει, άλλο... Να φάμε δηλαδή, όχι ότι θέλαμε να καταστρέψουμε το νοικοκύρη. Αφού πεινάγαμε...».121 Επομένως οι μικροκλοπές αυτές συνιστούσαν επίσης και την όψη μιας «ηθικής οικονομίας», με έννοια παρόμοια με εκείνη που έδωσε στον όρο ο Ε. P. Thompson αλλά ευρύτερη: Ο βρετανός ιστορικός έπλασε τον όρο για να ερμηνεύσει τις εξεγέρσεις των φτωχότερων στρωμάτων εναντίον της ανατίμησης των τροφίμων στην Αγγλία του 18ου αι. και έκανε λόγο για «μια κλειστή, προσδιορισμένη από την παράδοση, αντίληψη κοινωνικών κανόνων και υποχρεώσεων και των αντίστοιχων οικονομικών λειτουργιών διαφόρων μελών της κοινότητας»'122 νομίζω ότι τα αγόρια που έκλεβαν καρπούς από δέντρα ή αμπέλια άλλων στο χωριό ενεργούσαν επίσης βάσει μιας κατ' αρχήν αποδεκτής παράδοσης που τους αναγνώριζε το δικαίωμα να ικανοποιήσουν την πείνα τους στο πλαίσιο μιας «οικονομίας πενιχρών μέσων».123

Επειδή, κατ' αρχήν, δεν αναγνωριζόταν στα κορίτσια το δικαίωμα να συμμετέχουν σε τέτοια παιχνίδια, το διαιτολόγιο τους από πλευράς ποικιλίας, πο-

120. Συν. με τον Γ. P., σ. 6.

121. Συν. με τον Γ. T., σ. 2.

122. Ε. P.Thompson, «Die "moralische Ökonomie" der englischen Unterschichten im 18. Jahrhundert», στο Ε. P. Thompson, Plebeische Kultur und moralische Ökonomie. Aufsätze zur englischen Sozialgeschichte des 18. und 19. Jahrhunderts, Φρανκφούρτη-Βερολίvo- Βιέννη 1980, (μετ. G. Lottes), σ. 67-130, κυρίως σ. 67 κ.εξ., 118, 124.

123. Η έκφραση ανήκει στον αυστριακό ιστορικό Reinhard Sieder («"Vata derf i aufstehn?"...», ό.π., σ. 47).

p. 293

ποσότητας και ποιότητας πρέπει να ήταν σε γενικές γραμμές φτωχότερο από το διαιτολόγιο των περισσότερων αγοριών. Παράλληλα, τα αγόρια εξασκούνταν στο να διεκδικούν επιπλέον αγαθά ενώ τα κορίτσια μάθαιναν να αρκούνται στα υπάρχοντα: άραγε ως μελλοντικοί διαχειριστές της οικονομικής καθημερινότητας και της στενότητάς της;

Ε' Παρέκβαση: Ζωοκλοπή

Ορισμένες μαρτυρίες υποδεικνύουν ότι μεγαλύτερα αγόρια -τουλάχιστον πάνω από δεκατεσσάρων-δεκαπέντε ετών— που προέρχονταν από οικογένειες κτηνοτρόφων έκλεβαν κατά καιρούς ζώα άλλων κτηνοτρόφων. Όταν ρωτήθηκε, αν υπήρχαν ζωοκλέφτες στα χρόνια του, ο γιος ενός κτηνοτρόφου (τσοπάνης και ο ίδιος), γεννημένος το 1924, απάντησε: «Αφού εμείς οι ίδιοι ήμασταν κλέφτες. Απ' τα δεκατέσσερα αυτή τη δουλειά κάναμε» (αναφερόταν βεβαίως στα τέλη της δεκαετίας του 1930, επομένως σε μια όχι και τόσο πρώιμη περίοδο στη ζωή του ελληνικού κράτους). Τόνισε επίσης ότι με αυτό τον τρόπο η οικογένεια εξασφάλιζε κρέας χωρίς να έχει απώλειες από το δικό της κοπάδι.124

Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου η ζωοκλοπή στην ηπειρωτική Ελλάδα, τουλάχιστον στη Στερεά και τη Μακεδονία125, εξακολουθούσε να αποτελεί κοινή πρακτική («έθιμο» την αποκαλεί ο Λουκόπουλος το 1930) των τσοπάνηδων και να θεωρείται από τους κτηνοτρόφους ως ένδειξη παλικαριάς (πιθανόν να την προσμετρούσαν ακόμη στα προσόντα των υποψήφιων γαμπρών, όπως συνέβαινε σε ένα χωριό της Φθιώτιδας μέχρι την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και σε ένα χωριό της Κοζάνης στα τέλη της δεκαετία του 1920).126 Υποθέτω ότι σηματοδοτούσε για τους γιους των κτηνοτρόφων τη μετάβαση από την ηλικία που σήμερα θα αποκαλούσαμε παιδική σε μια άλλη που σήμερα θα αποκαλούσαμε νεανική. Η κλοπή μιας γίδας ή ενός προβάτου απαιτεί σωματικές δυνάμεις που αναπτύσσονταν σταδιακά κατά την περίοδο

124. Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 6' Επίσης Συν. με τον Χ. Μ., σ. 6.

125. Για τη Μακεδονία βλ. Δαμιανάκος, «Ληστρική Κοινωνία», ό.π., σ. 185, 186.

126. Βλ. Λουκόπουλος, Ποιμενικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 208-210. Βλ. επίσης τα όσα γράφει για τη ζωοκλοπή στον Πύργο της Υπάτης ο Αναγνωστόπουλος (Λαογραφικά Ρούμελης, Αθήνα 1955, σ. 63): «Μέχρι του 1914 η ζωοκλοπή εις το χωριό ήκμαζε μέχρι τοιούτου σημείου, ώστε ο νέος, ο οποίος δε θα είχε εις βάρος του πέντε τουλάχιστον καταδίκες για ζωοκλοπή, να κινδυνεύει να μείνει ανύπαντρος (...) ενθυμούμαι ότι από του 1900 έως το 1913 οι περισσότεροι ζωοκλέπται έκλεβαν όχι από ανάγκη αλλά από κακή συνήθεια κι έκλεβαν συχνά είκοσι και τριάντα ζώα μαζί». Σύμφωνα με τη δημοσιογραφική έρευνα του λογοτέχνη Στρατή Δούκα, στον Μεταξά Κοζάνης στα τέλη της δεκαετίας του 1920 προϋπόθεση για να παντρευτεί ένας νέος ήταν να έχει κλέψει τουλάχιστον 500 γίδες (Δαμιανάκος, «Ληστρική κοινωνία», ό.π., σ. 186). Για μαρτυρίες γύρω από τη διάδοση της ζωοκλοπής το 19ο αι. στο Πήλιο βλ. Αντμάν, Βία και Πονηριά, ό.π., σ. 45.

p. 294

της ενήβωσης. Και αν όντως τέτοιου είδους δραστηριότητες καθιστούσαν τους νεαρούς κτηνοτρόφους περιζήτητους γαμπρούς στον κύκλο τους, μήπως θα πρέπει να θεωρήσουμε τη ζωοκλοπή ως δραστηριότητα συνυφασμένη κατ' αρχήν με τη νεανική ηλικία και τους ανύπαντρους νέους άνδρες;

Πάντως στις αφηγήσεις τους οι γιοι κτηνοτρόφων (κατά κανόνα και οι ίδιοι τσοπάνηδες) δεν παρουσιάζουν τη ζωοκλοπή ως διασκέδαση παρ' όλο που οι ζωοκλέφτες πρέπει να βίωναν μια διασκεδαστικά αγωνιώδη εμπειρία δοκιμάζοντας το μυαλό και τις σωματικές δυνάμεις τους. Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι η πρακτική της ζωοκλοπής είναι σήμερα απαξιωμένη στην κοινωνική συνείδηση. Άλλωστε ούτε άλλοι συνομιλητές σκιαγραφούν τη ζωοκλοπή ως παιχνίδι (παιδιών ή ενηλίκων) και φαίνεται ότι για τους υπόλοιπους χωριανούς, εκτός από τους τσοπάνηδες, ανήκε ήδη τότε στα ενεργά κατάλοιπα του παρελθόντος" ιδεοτυπικά η θέση της ανήκει στις αφηγήσεις των γερόντων και όχι στην καθημερινή πρακτική.

ς' Τυχερά παιχνίδια και κάπνισμα

Σε αυτές τις παραβατικές-παιγνιώδεις δραστηριότητες των αγοριών μπορούμε να εντάξουμε τη συμμετοχή τους σε τυχερά παιχνίδια και το κάπνισμα. Η αναφορά στο κάπνισμα ως παιχνίδι ίσως ξενίζει τον αναγνώστη. Όμως, όπως θα φανεί και από την ανάλυση του υλικού στη συνέχεια, τα παιδιά, εκτός του ότι δεν κάπνιζαν υπό τους ίδιους όρους με τους ενήλικες, συνήθως δε χρησιμοποιούσαν πραγματικό καπνό, επομένως αναπαριστούσαν το κάπνισμα, «έπαιζαν ότι κάπνιζαν».

Τυχερά παιχνίδια και κάπνισμα αποτελούσαν αποκλειστικά, ή σχεδόν αποκλειστικά127, προνόμια των ανδρών. Στα τυχερά παιχνίδια διακυβεύονταν κατ' αρχήν χρήματα και σε μια ανδροκρατική κοινωνία, όπως αυτή στο παράδειγμα μας, η διαχείριση του χρήματος-διαβατήριου για την επικοινωνία με τον έξω κόσμο, αποτελούσε κατ' αρχήν και σε τελευταία ανάλυση υπόθεση των ανδρών.128 Ο καπνός δεν ήταν αγαθό που εξασφαλιζόταν εύκολα και ακίνδυνα σε

127. Στα σχόλια που συνοδεύουν τη δημοσίευση στην εφημερίδα Το Κροκύλιο μιας φωτογραφίας του 1912 περίπου, αναφέρεται ότι μια εικονιζόμενη που είχε γεννηθεί λίγο μετά τα μέσα του 19ου αι., «ήταν η μόνη γυναίκα που κάπνιζε στο χωριό μας και ίσως σ' όλη την επαρχία μας, φαινόμενο για κείνη την εποχή» (Εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 50 (1992): Η Παλιά μας Φωτογραφία, σ. 3).

128. Για παράδειγμα οι μαρτυρίες συμφωνούν ότι οι μετανάστες έστελναν εμβάσματα στο όνομα του πατέρα τους -εφόσον ζούσε- και όχι της μητέρας ή της γυναίκας τους, στην περίπτωση που ήταν παντρεμένοι. Ο Mitterauer τονίζει ότι στις αγροτικές κοινωνίες της κεντρικής Ευρώπης η μετατροπή μιας οικονομικής ασχολίας σε επάγγελμα και η ένταξη της σε μια εμπορευματική οικονομία την καθιστούσε ανδρική ασχολία (Mitterauer, «Geschlechtsspezifische Arbeitsteilung...», ό.π., σ. 899).

p. 295

προσιτή τιμή' στο μεγαλύτερο μάλιστα μέρος της περιόδου που εξετάζουμε (πιθανόν από το 1910 και μετά, περίπου) στο χωριό χρησιμοποιούσαν καπνό που εισαγόταν λαθραία.129 Προφανώς τυχερά παιχνίδια και κάπνισμα αποτελούσαν ανδρικά προνόμια και για έναν άλλο λόγο: επειδή οι άνδρες είχαν περισσότερο χρόνο στη διάθεση τους (είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο ότι το βάρος των περισσότερων εργασιών, οικιακών και αγροτικών, έπεφτε στους ώμους των γυναικών).

Παιχνίδια όπως οι «κοκόσιες» ή τα «κοκορέλια», στα οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, παίζονταν από παιδιά και των δύο φύλων και έχουν, όπως και οι βόλοι, χαρακτήρα τυχερών παιχνιδιών, αφού οι παίκτες βρίσκονται «ενώπιον της τυφλής ετυμηγορίας της τύχης»130. Όμως τυχερά παιχνίδια στα οποία διακυβεύονταν κατ' αρχήν χρήματα, όπως τα χαρτιά, τα ζάρια ή το λεγόμενο στριφτό,131 είχαν σαφώς έμφυλο χαρακτήρα και παίζονταν αποκλειστικά από αγόρια.

Στο χωριό όλοι οι άνδρες, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση,132

129. Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου ο καπνός ήταν το σημαντικότερο εξαγωγικό προϊόν της Ελλάδας (βλ. Mazower, Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση, ό.π., σ. 121-124). Το λαθρεμπόριο καπνού ήταν άλλωστε ευρέως διαδεδομένο' συνίστατο, προπάντων, σε λαθραίες εισαγωγές καπνού ή τσιγάρων που είχαν προηγουμένως εξαχθεί, επειδή τα τσιγάρα εξάγονταν χωρίς φορολογικές ταινίες (βλ. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. ΙΓ', Αθήνα 1930, σ. 752-760, λήμμα «καπνός», σ. 758: Λαθρεμπόριον του καπνού).

Σύμφωνα με τον εκατοντάχρονο Γ. Π. μέχρι το 1910 περίπου, στο χωριό καλλιεργούσαν καπνό' υπήρχαν μικρά, υποτυπώδη καπνοχώραφα για την κάλυψη των αναγκών των κατοίκων (Συν. με τον Γ. Π., σ. 20, 21). Στη συνέχεια η καπνοκαλλιέργεια απαγορεύτηκε. Στα 1938 ο Ρουμελιώτης λαογράφος Δ. Λουκόπουλος έγραφε τα εξής: «η Κυβέρνηση απαγόρεψε να φυτεύουν καπνά σ' όποιο κι όποιο χωράφι. Γιατί, όπως το πολύ καπνό δεν ξοδεύεται εύκολα, έτσι δεν ξοδεύεται και το άσχημο που βγάζουν τα βαρκοχώραφα» (Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 349). Υποθέτω ότι προστατεύονταν έτσι και τα συμφέροντα των μεγάλων καπνεμπορικών οίκων στη Δυτική Ρούμελη, που είχαν τις αποθήκες τους στο Αγρίνιο (ό.π., σ. 350). Αρκετοί χωριανοί έφερναν και πουλούσαν στο Κροκύλειο λαθραίο καπνό (Συν. με τον Γ. Π., σ. 21' Συν. με τον Χ. Μ., σ..5).

130. Caillois, Τα Παιγνίδια και οι Άνθρωποι, ό.π., σ. 59.

131. Σύμφωνα με μαρτυρίες που συγκέντρωσε η Μ. Αργυριάδη το «στριφτό», όπως και ένα άλλο τυχερό παιχνίδι με κέρματα, ο «ντόκος», παίζονταν στην Αμαλιάδα την περίοδο της Κατοχής (Μ. Αργυριάδη, «Στην Κατοχή και την Απελευθέρωση. Τα αυτοσχέδια και ομαδικά παιχνίδια που έπαιζαν παιδιά μέσα από προσωπικές μαρτυρίες», Η Καθημερινή, ένθετο Επτά Ημέρες..., ό.π., σ. 27-30, κυρίως σ. 28.) Υποθέτω ότι τα παιχνίδια αυτά ήταν ευρύτατα διαδεδομένα μεταξύ των αγοριών σε όλη τη χώρα, τουλάχιστον κατά το πρώτο μισό του 20ού αι.

132. Στη μελέτη του για τον ανδρικό συμποσιασμό στο χωριό Μουριά (Σκαμιά) της ΒΑ Λέσβου στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο Ε. Παπαταξιάρχης επισημαίνει ότι το βασικό κοινωνικό μόρφωμα του συμποσιασμου, η «παρέα», «αρχικά συγκροτείται ανεξάρτητα και συχνά αντιθετικά προς τη συγγένεια ή άλλες όψεις της κοινωνικής θέσης» (οι πλάγιοι χαρακτήρες δικοί μου): Παπαταξιάρχης, «Ο κόσμος του καφενείου...», ό.π., σ. 216.

p. 296
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 277

    ντων από μικρά παιδιά, όπως το κρυφτό και το κυνηγητό. Ίσως, όσο μικρότερης ηλικίας ήταν αγόρια και κορίτσια τόσο περισσότερες πιθανότητες να υπήρχαν για κοινό παιχνίδι. Άλλωστε ο σκάρος ήταν εργασία χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις, την οποία αναλάμβαναν πολύ συχνά παιδιά κάτω των 10 ετών.

    Ακόμη, φαίνεται ότι ορισμένα κορίτσια συμμετείχαν σε παιχνίδια αγοριών. Ανέφερα παραπάνω την περίπτωση μιας συνομιλήτριας που έσμιγε με την παρέα των αγοριών και έπαιζε μαζί τους τη «γρούνα», κατ' εξοχήν αγορίστικο παιχνίδι. Υπάρχουν και άλλες μαρτυρίες για κορίτσια που κατά καιρούς έπαιζαν τη «γρούνα» με αγόρια χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς. Δημιουργείται η εντύπωση ότι ορισμένα κορίτσια εντάσσονταν (προσωρινά) σε ομάδες αγοριών" δε φαίνεται όμως να συνέβαινε και το αντίστροφο. Σε μια κοινωνία η οποία μεταξύ άλλων στηριζόταν στο αξίωμα της υπεροχής των ανδρών έναντι των γυναικών θα ήταν υποτιμητικό, ή απλώς αδιανότητο, για ένα αγόρι να ενταχθεί σε ομάδα κοριτσιών και να βρεθεί έτσι, τρόπον τινά, υπό την εξουσία τους. Αντίθετα θα ήταν τιμή για ένα κορίτσι να γίνει αποδεκτό σε μια ομάδα αγοριών αφού κάτι τέτοιο σήμαινε ότι του αναγνωρίζονταν ανδρικές (δηλαδή «ανώτερες») ικανότητες.

    Β' Στην πορεία για τη συγκρότηση του κοινωνικού φύλου

    Στην πράξη και τη συνείδηση παιδιών και ενηλίκων τα παιχνίδια των παιδιών χωρίζονταν σε δύο θεμελιώδεις κατηγορίες: σε παιχνίδια για αγόρια και παιχνίδια για κορίτσια. Φυσικά υπήρχαν απλά παιχνίδια, όπως το κυνηγητό, το τρέξιμο, το κρυφτό, (και άλλα στα οποία θα αναφερθώ στο πλαίσιο της ανάλυσης επιμέρους θεμάτων) που τα έπαιζαν τόσο αγόρια όσο και κορίτσια, κατά προτίμηση χωριστά, ενίοτε από κοινού. Υπήρχαν όμως και παιχνίδια με έντονα έμφυλο χαρακτήρα, όπως η «γρούνα» ή τα «τσιλίκια» που έπαιζαν τα αγόρια ή τα πεντόβολα και τα παιχνίδια με κούκλες που έπαιζαν τα κορίτσια.

    Σε γενικές γραμμές τα παιχνίδια των αγοριών προϋπέθεταν μυϊκή δύναμη και σωματική αντοχή, απαιτούσαν έντονες κινήσεις σε μεγάλη ακτίνα, ενώ πολλά είχαν βίαιο, επιθετικό χαρακτήρα και ήταν επικίνδυνα. Αντίθετα, τα παιχνίδια των κοριτσιών προϋπέθεταν σωματικές δεξιότητες σχετικά ανεξάρτητες από τη μυϊκή δύναμη, απαιτούσαν περιορισμένες κινήσεις σε μικρή ακτίνα, είχαν συγκριτικά στατικό χαρακτήρα και δεν ήταν επιθετικά ή βίαια, ακόμη και όταν ήταν ανταγωνιστικά. Όπως γράφει ο Αυδίκος γενικά για την παραδοσιακή ελληνική κοινωνία: «Το στερεότυπο του άντρα επέβαλλε την καλλιέργεια της δύναμης, της βίας, της σωματικής άσκησης. Αντίθετα η γυναίκα έπρεπε να είναι συγκρατημένη».83

    83. Αυδίκος, Το παιδί..., ό.π., σ. 318.