Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
Title:Growing up in Mountainous Regions
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:38
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2003
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Mentalities and Behaviour
Social integration
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
Visible pages: 299-318 από: 395
Current page:

ζάρια) τάπαιρνε όλα τα λεφτά, όσα είχαν βάλ' την ώρα εκείνη κάτω... Τ' αγόρια, τα κορίτσια ποτέ. Δεν παίζαν τα κορίτσια τέτοια πράματα.140

Τα αγόρια έπαιζαν επίσης χαρτιά. Φαίνεται ότι με χρήματα έπαιζαν κυρίως τα μεγαλύτερα αγόρια" τα μικρότερα, αλλά και τα μεγαλύτερα όταν δεν είχαν χρήματα, έπαιζαν στα χαρτιά κάποιο γλυκό, ένα λουκούμι λ.χ.: «Παίζαμε και τότε χαρτιά (όταν ήμασταν παιδιά) Αλλά δεν παίζαμε με λεφτά γιατί δεν έπαρχαν λεφτά... Παίζαμε καμιά φορά κανένα γλυκό. Είχε τότε μια δεκάρα το γλυκό».141 Η χαρτοπαιξία μπορούσε να αποβεί καταστρεπτική για όσα αγόρια έφευγαν από το χωριό και πήγαιναν στο Γυμνάσιο. Το χαρτοπαίγνιο πρέπει να ήταν αγαπημένη διασκέδαση μαθητών του Γυμνασίου στην Άμφισσα ή το Λιδωρίκι. Σε μια περίπτωση, γύρω στα 1916, ο συνομιλητής «έπαιξε» και έχασε σχεδόν όλα τα χρήματα που του είχε στείλει ο πατέρας του για να περάσει το μήνα. Κάποιοι συγχωριανοί του

είχαν κάν' το σπίτι του ενός, λέσχη και παίζανε. Και με φώναξαν μια μέρα να πάω να κάνουμε παρέα. Τετάρτη απόγεμα, οπού δεν είχαμε μάθημα, πηγαίναμε στο σχολείο τότε, θέλησα να πα να ιδώ το χωριανό μου. Κι όταν πήγα στο σπίτ' αντίκρυσα μια κατάστασ', τριάντα, τριάντα πέντε μαθηταί, γύρω σ' ένα τραπέζ' και χάμω γεμάτο χρήματα το τραπέζι και ένας έπαιζε ένα παιχνίδ', το λέγανε κοφτό. Ένα δικό σου, ένα δικό μου. Λοιπόν ...Ε, έκατσα κι εγώ να δω τι θα γίν'. Με πλησιάζει ένας μαθητής ... Βάζω μια πεντάρα ... Τότες η ζωή εστοίχιζε μία δραχμή την ημέρα ενοίκιο, σχολείο, φαγητό, χρηστικά, όλα, μια δραχμή ήταν αρκετή να τα καλύφει όλα. Στην Άμφισσα. Και, είχα λάβ' απ' τον πατέρα μου τριάντα δραχμές. Είχα στην τσέπη μου εικοσιεφτά δραχμές. Όταν κάποια δόση κατάλαβα ότι δεν είχα παραπάνω από τρεις δραχμές στην τσέπη μ', τότε συνήλθα. Με είχε τόσο πολύ ρουφήξ' το παιχνίδι που δεν καταλάβαινα. Έπαιζα και δεν καταλάβαινα τι μου γινότανε. Αφού είδα ότι δεν είχα άλλα λεφτά από τρεις δραχμές, σηκώνομαι, αποσύρομαι και φεύγω. Βγήκα έξω και δεν έβλεπα το δρόμο να πάω πίσω στο σπίτι μου. Απ' τη στενοχώρια σε σημείο, μπορώ να πω ότι παραλίγο να παραφρονήσω. Διότι δεν μπορούσα να καλύψω τα λεφτά αυτά τα οποία έχασα, στον πατέρα μου. Περνούσα στο δρόμο και, το νερό στην Άμφισσα τότε δεν το είχαν στα σπίτια, είχανε βρύσες στους δρόμους. Η γειτονιά ήξερε τι γίνεται στο δωμάτιο του μαθητού. Κι όταν περνούσα εγώ λέει μια γυναίκα: «Αυτό το καημένο, χαϊμένο είναι. Δεν το βλέπεις; Τα μούτρα του είναι φούρνος», λέει κάποια άλλη. Αυτά τα άκουγα και δε μίλαγα, από ντροπή.142

140. Συν. με τον Χ. T., σ. 10.

141. Συν. με τον Μ. Μ. και την Κ. Μ., σ. 17, 18.

142. Συν. 2 με τον Γ. Π., σ. 19, 20.

p. 299

Αυτό που φαίνεται ότι διαφοροποιούσε καθοριστικά τα τυχερά παιχνίδια των αγοριών από εκείνα των ανδρών ήταν ο χώρος στον οποίο παίζονταν. Τα παιδιά, ή εν πάση περιπτώσει τα αγόρια σχολικής ηλικίας, έπαιζαν στο δρόμο, στην πλατεία, στο δωμάτιο του συμμαθητή. Οι άνδρες έπαιζαν πίνοντας ή/και καπνίζοντας στο καφενείο ή το οινομαγειρείο (που μπορούσε συγχρόνως να λειτουργεί και ως παντοπωλείο). Οι αποκλειστικοί αυτοί χώροι συνεύρεσης των ανδρών ήταν απαγορευμένοι στα νεαρά αγόρια. Σύμφωνα με τους συνομιλητές τα παιδιά δεν πήγαιναν στο καφενείο, αφού απαγορευόταν από το νόμο και «είχε αστυνομία στο χωριό μέσα».143

Αλλά και στη συνείδηση της παραδοσιακής κοινωνίας οι χώροι αυτοί συνεύρεσης των ανδρών ήταν κατ' αρχήν προορισμένοι για ενήλικες. Τα στοιχεία μας δείχνουν ότι οι άνδρες σύχναζαν στο καφενείο αφού τελείωναν το Γυμνάσιο ή τη στρατιωτική θητεία τους και συμφωνούν με τις παρατηρήσεις του βρετανού ανθρωπολόγου John Campbell και του αμερικανού Irwin Sanders για την ελλαδική ύπαιθρο κατά τη δεκαετία του 1950. Οι ερευνητές αυτοί επεσήμαναν, εξάλλου, ότι διαφορετικές γενιές ανδρών σύχναζαν σε διαφορετικά καφενεία και το απέδωσαν στην κοινωνική ιεράρχηση των ηλικιακών κατηγοριών. Σύμφωνα με τον Campbell «το πιοτό, το κάπνισμα και η χαρτοπαιξία στο καφενείο αποτελούν κοινωνικές δραστηριότητες ισότιμων, και για το λόγο αυτό δε συμβιβάζονται με το σεβασμό που ο γιος οφείλει στον πατέρα».144

Υποθέτω όμως πως στην πράξη τα αγόρια έρχονταν συχνά σε επαφή με τους κλειστούς αυτούς ανδρικούς χώρους συνεύρεσης επειδή, όπως έχουμε δει αλλού, αναλάμβαναν τη διεκπεραίωση διαφόρων θελημάτων στην αγορά του χωριού. Άλλωστε, φαίνεται ότι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, όταν λόγω ζέστης τα τραπέζια μεταφέρονταν έξω, αμβλυνόταν κατά κάποιο τρόπο ο αποκλειστικός σε φυλετικό και ηλικιακό επίπεδο χαρακτήρας των καφενείων:145

143. Συν. με το Ν. Ζ. και την Ε. Ζ., σ. 270.

144. Στην ερευνά του τη δεκαετία του 1950 σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου ο Campbell διαπίστωσε ότι το 23ο έτος που συνέπιπτε με την απόλυση από το στρατό αποτελούσε το ηλικιακό όριο μετά το οποίο οι άνδρες σύχναζαν στο καφενείο (Campbell, Honour, Family and Patronage, ό.π., σ. 160). Κατά την έρευνά του σε χωριά της Αττικής και της Βόρειας Ελλάδας ο Sanders διαπίστωσε ότι οι γιοι, κατά κανόνα, δε σύχναζαν στο ίδιο καφενείο με τον πατέρα τους κι ακόμη ότι υπήρχαν συνήθως τρία καφενεία κάθε ένα από τα οποία προοριζόταν για διαφορετική ηλικιακή κατηγορία (ηλικιωμένους, μεσήλικες και νέους): Sanders, Rainbow in the Rock, ό.π., σ. 210. Βλ. επίσης ανάλογες παρατηρήσεις του Παπαταξιάρχη για το χωριό Μουριά (Σκαμνιά) της ΒΑ Λέσβου στις αρχές της δεκαετίας του 1990 (Παπαταξιάρχης, «Ο κόσμος του καφενείου...», ό.π., σ. 225, 226).

145. Ο Παπαταξιάρχης τονίζει ότι «το κέρασμα συνιστά το ουσιαστικό δικαίωμα ενεργής συμμετοχής στη ζωή του καφενείου, αφού αποτελεί το αποκλειστικό ιδίωμα της δράσης και της δημιουργίας σχέσεων στο χώρο αυτό. Το δικαίωμα αυτό στερούνται οι ανήλικοι, οι γυναίκες και οι ξένοι» (Παπαταξιάρχης, «Ο κόσμος του καφενείου», ό.π., σ. 219.) Στο παράδειγμα μας θα μπορούσε κανείς να πει το ίδιο για το χαρτοπαίγνιο ή τα ζάρια.

p. 300

Υπάρχουν μαρτυρίες πως το καλοκαίρι τα παιδιά μπορούσαν να καθήσουν σε ένα τραπέζι του καφενείου (εκτός του κλειστού χώρου) και να πιουν μια πορτοκαλάδα ή πως ορισμένες μεικτές από πλευράς φύλου παρέες νέων του χωριού συναντιόταν το καλοκαίρι στα τραπέζια του καφενείου και έπιναν ούζα. Αλλά ως προς το δεύτερο προσδιορίζεται ότι οι νεαροί ήταν «φοιτητές» και έχω την αίσθηση ότι τέτοιου είδους συναντήσεις αφενός ήταν σπάνιες, αφετέρου αφορούσαν σε μια μειοψηφία που ανήκε στη στραμμένη προς δυτικά-αστικά πρότυπα «ελίτ» του χωριού.146

Τα αγόρια κάπνιζαν, εξάλλου, από 8 και 10 χρόνων" «τσοπανούδια» και «παιδιά του χωριού» (και μάλιστα παιδιά σχετικά εύπορων οικογενειών, όπως οι γιοι του περίφημου δασκάλου Θ. Ζ.) «έστριβαν» τσιγάρα όταν σκάριζαν. Δεν κάπνιζαν απαραίτητα αληθινό καπνό που ήταν, όπως είπαμε, σπάνιος αλλά «έστριβαν» συχνά τσιγάρα τυλίγοντας ρίγανη σε φλούδες από καλαμπόκι:

Του χωριού τα παιδιά έφκιαναν κάνα τσγάρο αλλά το τσγάρο τότε δεν ήταν με καπνό, ήτανε ρίγανη, βάναν ρίγαν' και το στρίβανε, επειδή έβλεπαν τους μεγάλους πώς καπνίζνε ... Ξεφλουδάγαν τα καλαμπόκια και το φλουδ' το στρίβανε σε τσιγάρο. Και βάναν και ρίγανη μέσα. Η ρίγαν' δεν καπνίζεται, καίγεται. Αλλά εμείς, παιδιά τότε, φκιάναμε με ρίγανη, στρίβαμε τσιγάρο, να λέμε ότι κάτι κάναμε,147

Συχνά τα αγόρια έκλεβαν καπνό από τους ενήλικες για να καπνίσουν:

Είχαν τις μανάρες τους τότε (τα παιδιά του χωριού) και σκαρίζαμε μαζί, διηγείται ένας τσοπάνης, και καπνίζαμε κιόλα από οχτώ χρονών. Ένας Μ. Ηλίας, ξάδερφος του Θ. του δάσκαλου και αδελφός τ' αλλουνού του Μ. του Θ., πρέπει να τον ξέρς, τς Ε. ο πατέρας. Αυτόν τον λέγαν Πατσαλίκα, τον είχαμε βγάλει, να πούμε. Αλλά αυτός μας πρόδωσε στους γονείς. Τον έβανε τον καπνό εδώ μέσα... Λαθραίο, μωρέ, λαθραίο που φέρναν απ' τη Λαμία και καπνίζαν, τον κλέβαμε εμείς, και τον βάναμε εδώ στο ποντίκι, εδώ το βάναμε, αλλά από πάνω ήταν φανέλα, και μας ψάχναν, μας ξεβρακώναν κιόλα οι γονείς. Αλλά δεν το βρίσκαν πουθενά γιατί δεν πονηρεύονταν οι φουκαράδες. Και κάποτε ήταν ο Ηλίας, λέει ο πατέρας μου: «δω μου ένα τσιγάρο». Κάνει έτσι ο Ηλίας, τον βγάνει τον καπνό, κατάλαβε ο πατέρας μου, και...148.

Και ένας άλλος συνομιλητής, γιος σχετικά εύπορης οικογένειας του χωριού —ο

146. Συν. με το Ν. Ζ. και την Ε. Ζ. σ. 264, 270. Στη μνήμη της Ε. Ζ. η συνάντηση της με την παρέα ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι στο καφενείο και η «ουζοποσία» είναι χαραγμένα ως εξαιρετικά γεγονότα.

147. Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 4.

148. Συν. με τον Μ. Μ. και την Κ. Μ., σ. 11.

p. 301

πατέρας εργαζόταν ως μαραγκός και είχε «προκόψει» στην Αμερική- θυμάται: «Κάπνιζε ο πατέρας μας κι εγώ κάπνιζα από μικρό παιδί... Δε θυμάμαι ποτέ ότι δεν κάπνιζα δηλαδή. Λοιπόν, έπαιρνε καπνό ο πατέρας μας από τον λαθραίο, άκοπο και κομμένο βέβαια, πήγαινα και τόβρισκα, βάζαμε εδώ στις τσέπες και πηγαίναμε πέρα και καπνίζαμε».149

Τα αγόρια αποκτούσαν κοινωνικά το δικαίωμα να καπνίσουν με αληθινό καπνό, αργότερα, όταν κέρδιζαν τα δικά τους χρήματα. Το κάπνισμα με αληθινό καπνό οριοθετούσε κατά κάποιο τρόπο, τη μετάβαση από την παιδική-νεανική ηλικία στην ενήλικη ζωή.150

Οι περισσότεροι ενήλικες χωριανοί δε θεωρούσαν κατ' αρχήν ότι τα τυχερά παιχνίδια ή το κάπνισμα βλάπτουν τα παιδιά επιδρώντας αρνητικά στο χαρακτήρα τους, δε θεωρούσαν αδιανόητη τη συμμετοχή των παιδιών σε τέτοιες δραστηριότητες. Τουλάχιστον, κανείς συνομιλητής δεν αναφέρει αντιδράσεις ή ενέργειες που να υποδηλώνουν κάτι τέτοιο, παρά τις επίσημες, κυρίαρχες αντιλήψεις περί ασύμβατου παιδικής ηλικίας και τυχερών παιχνιδιών ή καπνίσματος. Αν η τοπική και γενικότερα η παραδοσιακή αγροτική κοινωνία αρνιόταν στα παιδιά την είσοδο στο καφενείο, το κάπνισμα ενός τσιγάρου κ.λπ., αυτό το έκανε κυρίως όχι με σκοπό να προστατεύσει την υποτιθέμενη «παιδικότητά τους», αλλά προκειμένου να τηρηθούν οι κανόνες ηλικιακής ιεραρχίας, βάσει των οποίων -σε μια κοινωνία με περιορισμένους υλικούς πόρους- τα δικαιώματα των παιδιών σε ό,τι αφορά στην κατανάλωση και γενικότερη διαχείριση των υλικών αγαθών ήταν περιορισμένα και εξαρτιόνταν από τη βούληση των μεγαλύτερων. Αυτό όμως υποδεικνύει, για μια ακόμη φορά, ότι υπήρχαν όρια ανάμεσα στη ζωή των παιδιών και των υπόλοιπων μελών μιας κοινωνίας, ρευστά έστω, σε σύγκριση με τα όρια της σύγχρονης δυτικής-αστικής κοινωνίας. Επειδή οι όροι υπό τους οποίους παιδιά και ενήλικες έπαιζαν τα ίδια τυχερά παιχνίδια ή κάπνιζαν δεν ήταν ίδιοι και για τις δύο αυτές γενικές ηλικιακές κατηγορίες, μπορούμε, παραφράζοντας τη γαλλίδα ψυχολόγο και κοινωνιολόγο Mauriras-Bousquet, να υποστηρίξουμε ότι από μια άποψη παίζοντας τυχερά παιχνίδια ή καπνίζοντας τα αγόρια «βίωναν γεγονότα του πραγματικού κόσμου πριν τα συναντήσουν».151

149. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 3.

150. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του αδελφού μιας συνομιλήτριας: Στα δεκαοχτώ του διορίστηκε δάσκαλος σε γειτονικό χωριό. «Πάρε ένα πακέτο, του είπ' ο πατέρας μου, να κεράσς και συ τσιγάρο, να δουν ότ' είσαι δάσκαλος, γιατ' είπαν ότι, αχ, μας στείλαν ένα γυμνασιόπαιδο εδώ, τι δάσκαλος, κοροϊδίες είν' αυτές. Δεν τον λέγαν για δάσκαλο, φαίνονταν μικρός» (Συν. με την Α. Σ., σ. 6).

151. Μ. Mauriras-Bousquet, «Συμβολή της ηθολογίας στην κατανόηση των σχέσεων μεταξύ παιχνιδιού και παιχνιδιών», Εθνογραφικά 9 (1993), 29-33 (μετάφραση Α. Κλώνη).

p. 302

Ζ' Ηλικιακοί διαχωρισμοί

Από τις μαρτυρίες για τα τυχερά παιχνίδια συμπεραίνουμε ότι σε επίπεδο λόγου και πράξης υφίστατο μια γενική, αλλά ουσιαστική ως προς τα δικαιώματα συμμετοχής στο παιχνίδι, διάκριση ανάμεσα σε «μικρά» και «μεγάλα» παιδιά. Τα τυχερά παιχνίδια, με την ευρύτερη έννοια -δηλαδή και όσα δεν παίζονταν με χρήματα- αποτελούσαν κατ' αρχήν προνόμιο των μεγαλύτερων παιδιών (αγοριών). Οι μικροί κατά κανόνα «χάζευαν» τους μεγάλους.152

Ανάμεσα στις σχηματικές αυτές ηλικιακές ομάδες, των «μικρών» και των «μεγάλων», με τα ρευστά μεταξύ τους όρια, αναπτύσσονταν σχέσεις εξουσίας και ιεραρχίας.153 Οι «μεγάλοι» λειτουργούσαν ως πρότυπα για τους «μικρούς». Στο χρονογράφημα ενός ιδιαίτερα αξιόπιστου συνομιλητή, διαβάζουμε πως οι γυμνασιόπαιδες που έπαιζαν βόλεϊ στην πλατεία εκτόπιζαν τα μικρότερα παιδιά από εκεί' μόνο το καταμεσήμερο, όταν οι «μεγάλοι» πήγαιναν να φάνε και να ξεκουραστούν, έβρισκαν οι «μικροί» ευκαιρία να παίξουν στην πλατεία. Απέναντι στα μεγάλα παιδιά οι μικροί ένιωθαν φόβο και σεβασμό, και κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια να τους αποδείξουν τη χρησιμότητά τους (μαζεύοντας λ.χ. τη μπάλα του βόλεϊ όταν ξέφευγε).154

Τα όρια μεταξύ «μικρών» και «μεγάλων» ήταν οπωσδήποτε ρευστά. Στις αφηγήσεις οι άνθρωποι υιοθετούν τις (θεσμικές) οριοθετήσεις του εκπαιδευτικού συστήματος για να προσδιορίσουν «μικρούς» και «μεγάλους». Οι γυμνα-

152. Και όταν οι «μεγάλοι» οργίζονταν πλήρωναν το τίμημα, όπως μας δείχνει πολύ γλαφυρά ένα μεταγενέστερο παράδειγμα από τη δεκαετία του 1940:

«Σας είπε κανείς ότι παίζαμε και τριάντα, το παιχνίδι αυτό; Αυτό ήταν ένα παιχνίδι, όπως είναι η ντάμα, το οποίο ζωγραφίζαμε πάνω σε πλάκα... Σα ντάμα ακριβώς. Πετραδάκια, οι δύο αντίπαλοι, κανονικά. Οι πιο μεγάλοι βέβαια -εμείς παρακολουθούσαμε τους πιο μεγάλους με δέος- και στην πλατεία, πριν ρίξουν το τσιμέντο στη μαντρούλα πούχε, γύρωγύρω είχε πλάκες ωραίες. Κι ήταν ό, τι έπρεπε για να ζωγραφίσεις. Και θυμάμαι ότι παρακολουθούσαμε κάτι πιο μεγάλους από μας και παίζαν και πηγαίναμε σα μελίσσι εμείς από πάνω και κοιτάζαμε έτσι. Τους εκνευρίζαμε τους παίχτες. Σε κάποια φάση, λοιπόν, έπαιζε ένας αείμνηστος Α. Π., και με κάποιον άλλον, αλλά τον Α. τον θυμάμαι γιατί συνέβη το εξής: Εμείς ήμασταν δέκα; Κοιτάζαμε όλοι να δούμε ποιος κερδίζει, ποιος χάνει κ.λπ. Οπότε ο Α. έχασε, θεώρησε ότι ήμασταν εμείς η αιτία, του αποσπάγαμε την προσοχή, και μας έδειρε όλους, ε; Δηλαδή μας έφερε γύρω-γύρω στην πλατεία, μας έδειρε όλους, όσους ήμασταν εκεί. Μιλάμε για ξύλο, ε;» (Συν. με τον T. T., σ. 22 - πρόκειται στην πραγματικότητα για μικρής διάρκειας συνομιλία με τον Χ. Τ. και το γιο του Τ. Τ. στο χωριό, που μαγνητοφώνησα στην ίδια κασέτα με την κύρια συνέντευξη του Χ. Τ.)

153. Όπως σημειώσαμε όταν μιλήσαμε για σχέσεις παιδιών-ενηλίκων, σύμφωνα με τον Eisenstadt: «Οι σχέσεις ανάμεσα στις διαφορετικές ηλικιακές βαθμίδες είναι αναπότρεπτα ασύμμετρες, από την άποψη της εξουσίας, του σεβασμού και της πρωτοβουλίας» (Eisenstadt, «Ηλικιακές ομάδες», ό.π., σ. 183).

154. Θανάσης Αθανασόπουλος, «Λαογραφικός Θησαυρός: Η Γρούνα κι τα Κουκουρέλια», εφ. Το Κροκύλειο, αρ. φ. 47 (1992), σ. 1.

p. 303

γυμνασιόπαιδες ανήκαν σαφώς στους «μεγάλους» και οι μαθητές του Δημοτικού (στη συντριπτική τους πλειοψηφία) ανήκαν σαφώς στους «μικρούς». Αυτό δε σημαίνει πως ο συγκεκριμένος ηλικιακός διαχωρισμός αποτελεί εκούσια ή ακούσια κατασκευή του εκπαιδευτικού συστήματος. Από τη στιγμή που απαντά στα τυχερά παιχνίδια, τα οποία νομοθέτες και παιδαγωγοί θεωρούσαν εντελώς ασύμβατα με την παιδική ηλικία ή εν πάση περιπτώσει με ό,τι οι ίδιοι αντιλαμβάνονταν ως παιδική ηλικία, πρέπει να αντανακλά επίσης κατηγορίες της παραδοσιακής κοινωνίας.

Φαίνεται πως τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, έπαιζαν κατά κύριο λόγο με συνομήλικους, κινούνταν προπάντων στο πλαίσιο μιας μικρότερης ή μεγαλύτερης σε μέγεθος ομάδας ομηλίκων (του λεγόμενου στα αγγλικά «peer group»). Τη σημασία της ομάδας των ομηλίκων για τα παιδιά αναδεικνύει εξάλλου και η έκφραση: «ήμασταν όντα (στν ηλικία)», δηλαδή «ήμασταν μαζί», «είχαμε την ίδια ηλικία», φράση την οποία χρησιμοποίησαν αυθόρμητα ορισμένες συνομιλήτριες όταν μου μιλούσαν για τα παιχνίδια τους:

Εγώ παραδέ (προπάντων), παντρεύαμε κούκλες με μία που είναι καταπάν' στο σπίτ' τς Α. της θυγατέρας μου ...Και τν έλεγαν Κωνσταντούλα, ήμασταν όντα στν ηλικία. Και μόλεε: «θα παντρέψουμε τς κούκλες, θάρθεις;» -«Θάρθω». Και πάαινα κει και γω. - Αμέ! (στεφανώναμε κούκλες με την Πηνελόπη Κ.) Αφού με τν Πηνελόπ' ήμασταν όντα, με τν Ασπασία όντα, με τν Οντούλα. Ναι, ναι. Παίζαμε. Παίζαμε λέει! Στεφανώναμε, φκιάναμε κούκλες, συ ο κουμπάρος, εγώ η συμπεθέρα και γλεντάγαμε μετά, και γλυκά...155

Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι παιδιά διαφορετικών ηλικιών δεν έπαιζαν μαζί. Υποδεικνύει όμως πως, κατ' αρχήν, έπαιζαν μαζί παιδιά τα οποία βρίσκονταν περίπου στην ίδια ηλικία.

Διερωτώμαι μήπως μπορούμε να υποστηρίξουμε, παραφράζοντας τα λόγια του Campbell για τις δραστηριότητες των ανδρών στο καφενείο, ότι «τα παιχνίδια αποτελούν κοινωνικές δραστηριότητες ισότιμων και για το λόγο αυτό δε συμβιβάζονται με τη συμμετοχή (ή τουλάχιστον την ισότιμη συμμετοχή) διαφορετικών ηλικιακών κατηγοριών στο ίδιο παιχνίδι».

Στο σημείο αυτό ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα κεντρικό πρόβλημα της ιστορίας της παιδικής ηλικίας: Κατά πόσο δηλαδή αποτελούσε το παιχνίδι στην παραδοσιακή κοινωνία δραστηριότητα κατ' εξοχήν συνυφασμένη με την παιδική ηλικία, όπως συμβαίνει σήμερα; Οι περισσότεροι ερευνητές δέχονται ότι στις προκαπιταλιστικές, παραδοσιακές κοινωνίες γενικότερα και τις (προκαπιταλιστικού χαρακτήρα) αγροτικές κοινωνίες μέχρι τα μέσα περίπου του 20ού αι. ειδικότερα, «απουσιάζει η αίσθηση αναγνώρισης του δικαιώματος του παιχνιδιού ως αναπόφευκτα συνδεδεμένου με την παιδική ηλι-

155. Συν. με την Π. Γ., σ. 30' Συν. με την Μ. Ν. σ. 6.

p. 304

ηλικία».156 Είναι γεγονός ότι στο παράδειγμα μας το παιχνίδι των παιδιών δεν είχε αυστηρά καθορισμένο εκπαιδευτικό-παιδαγωγικό χαρακτήρα κι ακόμη ότι παιχνίδια δεν έπαιζαν μόνο τα παιδιά αλλά χωριανοί διαφορετικών γενιών (και δεν αναφέρομαι στα τυχερά παιχνίδια). Όμως οι προφορικές μαρτυρίες δείχνουν επίσης: α) ότι οι ενήλικες αναγνώριζαν ειδικά στο παιχνίδι των παιδιών κοινωνικοποιητικό ρόλο και β) ότι το παιχνίδι των παιδιών διαφοροποιούνταν σημαντικά από το παιχνίδι όσων δεν θεωρούνταν πλέον παιδιά (ας πούμε λοιπόν γενικευτικά και καταχρηστικά «των ενηλίκων»).

Η μικροκοινωνία την οποία εξετάζουμε αναγνώριζε τον κοινωνικοποιητικό ρόλο του παιχνιδιού για το παιδί, χωρίς να διανοείται να επέμβει καθοριστικά και να «παιδαγωγικοποιήσει» το παιχνίδι, που παρέμενε «ένας ιδιαίτερος χωρόχρονος για τα παιδιά ... ένα αυτόνομο μέρος του πολιτισμικού συστήματος με ιδιαίτερη δομή».157 Μελετητές που δίνουν έμφαση στη «συμπόρευση των ηλικιών» της παραδοσιακής κοινωνίας, επισημαίνουν ότι η κοινωνία αυτή αναγνώριζε ότι μέσα από το παιχνίδι τα παιδιά κοινωνικοποιούνταν.158 Είδαμε ότι πολλές φορές οι μητέρες κατασκεύαζαν κούκλες για τις κόρες ή τις βοηθούσαν να κατασκευάσουν κούκλες (παρ' όλο που ορισμένες συνομιλήτριες δηλώνουν ότι η μητέρα τους «δεν ευκαιρούσε» για κάτι τέτοιο), κι ακόμη ότι τους προμήθευαν άδεια κουτιά από βερνίκι παπουτσιών, και λίγο ζυμάρι για να πλάσουν πίτες. Είδαμε, ακόμη, ότι ενήλικες εμπόδιζαν το συγχρωτισμό παιδιών και των δύο φύλων στο παιχνίδι.

Άλλωστε, όσο μικρότερα ήταν τα παιδιά -προπάντων τα κορίτσια, τα οποία, όπως αναφέραμε και στο σχετικό κεφάλαιο, απασχολούνταν στις αγροτικές εργασίες σε μεγαλύτερο βαθμό από τα αγόρια-, όσο λιγότερο ανεπτυγμένες ήταν οι σωματικές δυνάμεις και δεξιότητες τους, τόσο περισσότερο χρόνο για παιχνίδι είχαν στη διάθεσή τους. Το παιχνίδι τα απασχολούσε και επέτρεπε στους ενήλικες να ολοκληρώνουν απερίσπαστοι τις εργασίες τους. Μια συνομιλήτρια η οποία από μια ηλικία και μετά είχε γίνει «το δεξί χέρι της μάνας της» στις «δλειεές» αφηγήθηκε χαρακτηριστικά:

Ε, παίζαμε. Ερχόμασταν απ' το σχολείο πίσω, διαβάζαμε, δε διαβάζαμε, κι έπειτα αρχινάγαμε και παίζαμε. Δε μας απαγόρευαν όμως να παίξουμε. Να μας φωνάξνε, να πούνε, μην πας στη γειτόνσα ή να μη 'ρθει το γειτονόπαιδο δω, όχι. Μαζευόμασταν εκεί, παίζαμε, παίζαμε τις κούκλες, παίζαμε αυτήνα και μας άφναν και παίζαμε. Τι να κάνουμε τότε; Δεν ήμασταν και πολύ μεγάλες να πάμε στο χωράφ'.159

156. Μπάδα, «Το παιχνίδι στην παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», ό.π., σ. 73.

157. Λυδίκος, Το παιδί στην παραδοσιακή και τη σύγχρονη κοινωνία, ό.π., σ. 304.

158. Μπάδα, «Το παιχνίδι στην παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», ό.π., σ. 78.

159. Συν. με την Π. Γ., σ. 41.

p. 305

Οπωσδήποτε τα παιδιά είχαν λόγω ηλικίας το χρόνο να παίξουν συστηματικότερα από τους ενήλικες, στο βαθμό μάλιστα που οι επιδόσεις τους στο σχολείο απασχολούσαν τους γονείς περιφερειακά ή καθόλου πράγμα που ίσχυε κατεξοχήν για τα κορίτσια.

Στο Κροκύλειο, χωριανοί τουλάχιστον πάνω από 15 ετών, έπαιζαν παιχνίδια τα οποία σήμερα, σε επίπεδο κανονιστικού λόγου, είναι συνυφασμένα με την παιδική ηλικία. Πότε όμως; Στις κοινωνικές εκδηλώσεις, στα πανηγύρια, τις Απόκριες. Και ποιοι; Οι πληροφορίες που έχω αφορούν κυρίως στα νέα και ανύπαντρα ακόμη μέλη της κοινότητας, τα μεταξύ 15 και 25 χρόνων περίπου. Τις Απόκριες μεταμφιέζονταν και γυρνούσαν τα σπίτια του χωριού για να τρομάξουν τους ενοίκους" οι κοπέλες έπαιζαν «τυφλόμυγα».160 Στα «ξεφλουδίσια» έπαιζαν διάφορα παιχνίδια, μεταξύ άλλων και το «λτσο» (το σημερινό «μπουγέλωμα») ,161

Οι φάρσες αποτελούσαν αγαπητό παιχνίδι των ενήλικων χωριανών κάθε ηλικίας, κατά κανόνα όμως των ανδρών. Οι ενήλικες προκαλούσαν και ανέτρεπαν την καθημερινή τάξη πραγμάτων, όπως τα αγόρια που έκλεβαν κεράσια και σταφύλια ή κρεμούσαν ζωντανά καβούρια σαν αψίδα πάνω από το δρόμο για να φοβίσουν περαστικούς ανθρώπους και ζώα: Πλήθος ανεκδοτολογικών μαρτυριών το πιστοποιούν" ίσως οι σκληρές συνθήκες διαβίωσης και η έλλειψη άλλων ψυχαγωγικών διεξόδων καθιστούσαν επιτακτική την ανάγκη των ανθρώπων να διασκεδάσουν διακωμωδώντας ανθρώπους, πράγματα και καταστάσεις. Ενδεικτικά αναφέρω μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση στην οποία ευυπόληπτοι χωριανοί (ανάμεσά τους ο ειρηνοδίκης και ο γραμματέας της κοινότητας) φόρεσαν ράσα και παρίσταναν τα στοιχειά για να τρομάξουν ένα συγχωριανό και να κόψουν σταφύλια από τ' αμπέλι του.162 (Οι μεταμφιέσεις σε στοιχειά ήταν αρκετά συνηθισμένες).

Οι ενήλικες όμως δεν έπαιζαν, ή τουλάχιστον δεν επεδίωκαν να παίζουν, σε καθημερινή βάση" επιπλέον δεν έπαιζαν τα περισσότερα από τα παιχνίδια που έπαιζαν τα παιδιά, όπως τη «γρούνα» ή τα πεντόβολα, και δεν έπαιζαν με αθύρματα όπως τα παιδιά.163 Φυσικά δε μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο οι ενήλικες να έπαιζαν παλαιότερα και τέτοιου είδους παιχνίδια τα οποία σταδιακά, λόγω της θεσμοθετημένης και αυξανόμενης αναγνώρισης της παιδικής ηλικίας ως ιδιαίτερης κοινωνικής κατηγορίας, «περιθωριοποιήθηκαν

160. Συν. με την Μ. Ν., σ. 5" Συν. με την Γ. Α., σ. 2.

161. Συν. με τον Χ. T., σ. 21.

162. Συν. με την Α. Σ., σ. 10.

163. Πβ. τις παρατηρήσεις της ψυχολόγου Μαριέλλας Χρηστέα-Δουμάνη στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν πραγματοποίησε έρευνα σε χωριά της ημιορεινής Ηπείρου: «Σχεδόν ποτέ δεν είδα ενήλικους να παίζουν παιδικά παιχνίδια με τα μικρά παιδιά» (Μ. Χρηστέα-Δουμάνη, Η Ελληνίδα Μητέρα άλλοτε και σήμερα, Αθήνα 1989, σ. 115).

p. 306

και απέμειναν ως παιχνίδια των παιδιών», όπως υποθέτει η Κ. Μπάδα.164

Τα παιδιά συμμετείχαν στα παιχνίδια των ενηλίκων; Έπαιζαν μαζί τους; Δεν έχω στοιχεία που να υποδεικνύουν κάτι τέτοιο. Βέβαια σε μια φωτογραφία που «τραβήχτηκε» Απόκριες, γύρω στα 1920, ανάμεσα στους μεταμφιεσμένους οι οποίοι φορώντας μάσκες και φουστανέλες συμμετείχαν σε «γάμο», απαντούν και παιδιά μεταμφιεσμένα σε «συμπεθερόπουλα»" οι περισσότεροι όμως είναι νέοι πάνω από 15 ετών (βλ. εικόνα 10). Οι ενήλικες συμμετείχαν στα παιχνίδια των παιδιών; Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι μαρτυρίες κάνουν λόγο, όπως ανέφερα παραπάνω, για ομάδες ομηλίκων. Σε μια περίπτωση δυο νεαροί χωριανοί συμμετείχαν στα παιχνίδια των κοριτσιών αλλά επικουρικά και εξαιτίας των επαγγελματικών γνώσεών τους: Ο ένας φοιτούσε σε ιερατική σχολή (γι' αυτό και «τον έλεγαν ξερόπαπα, ο ξερόπαπας, αλλά έγινε και χλωρός μιτά») και ερχόταν το καλοκαίρι στο χωριό' δέχθηκε να βοηθήσει τις γειτονοπούλες να παίξουν, παριστάνοντας τον παπά στα στεφανώματα. Δύο άλλοι, μαθητευόμενοι οργανοπαίχτες, έπαιξαν μουσική στο φανταστικό γλέντι του γάμου το οποίο οργάνωσαν τα κορίτσια.165

Συμπερασματικά, φαίνεται ότι κατ' αρχήν παιδιά και ενήλικες δεν έπαιζαν μαζί. Πρέπει άραγε να υποθέσουμε ότι αυτό οφειλόταν στην επιρροή αστικών προτύπων στο χωριό και ότι «κάποτε», οπωσδήποτε πριν από το 1900, όταν ακόμη δεν είχε αρχίσει η μετανάστευση προς την Αμερική και η κτηνοτροφία αποτελούσε μάλλον την κύρια πηγή εισοδήματος του πληθυσμού, ίσχυε το αντίθετο; Νομίζω πάντως ότι οι ανάγκες της αγροτικής οικονομίας, η εξάρτηση της από τη σωματική εργασία, επομένως και από τη βιολογική διαδρομή του ανθρώπινου σώματος, περιόριζαν τη συνύπαρξη των ηλικιών στο παιχνίδι.

164. Μπάδα, «Το παιχνίδι στην παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», ό.π., σ. 79. Πβ. τις ενδιαφέρουσες πληροφορίες για παρόμοιες εξελίξεις στον ελλαδικό (αγροτικό και αστικό) χώρο που καταγράφει η συγγραφέας (ό.π., σ. 78). Η Γκουγκουλή εκφράζει ορισμένες επιφυλάξεις για την εξελικτική αυτή αντίληψη περί παιχνιδιού, επισημαίνοντας ότι τα περισσότερα παραδείγματα της Μπάδα αφορούν σε παιχνίδια εθιμικού/τελετουργικού χαρακτήρα ή αγωνίσματα που επιβάλλουν τη συμμετοχή διαφορετικών γενεών, και φαίνεται να θεωρεί πιθανότερο με βάση τα διαθέσιμα τεκμήρια (τα οποία πάντως παραμένουν ανεπαρκή) ότι και στην παραδοσιακή κοινωνία τα παιδιά έπαιζαν τα δικά τους παιχνίδια, μακριά από τα βλέμματα των ενηλίκων (Κ. Γκουγκουλή, «Ανθρωπολογικές και λαογραφικές προσεγγίσεις του παιδικού παιχνιδιού», στο Χατζητάκη-Καψωμένου (επιμ.), Ελληνικός παραδοσιακός πολιτισμός, ό.π., σ. 57-72, κυρίως σ. 65. Με τον όρο «παραδοσιακή κοινωνία», η Γκουγκουλή εννοεί προφανώς την κοινωνία των οθωμανικών χρόνων στην οποία αναφέρεται σε μεγάλο βαθμό στο άρθρο της η Μπάδα).

165. Συν. με την Λ. Π., σ. 7.

p. 307 01 - 0002.htm


p. 308



Παρ' όλο που οι χωριανοί αγνοούσαν τον όρο «παιδική ηλικία», αυτό που ο Ariès αποκάλεσε «αίσθημα» (sentiment) της παιδικής ηλικίας υπήρχε και εκφραζόταν με πολύ συγκεκριμένους τρόπους, μέσω μιας σειράς αποκλειστικών υποχρεώσεων και δικαιωμάτων στο πλαίσιο της οικογενειακής και κοινωνικής εθιμικής ζωής, που αφορούσαν σε γενικές γραμμές, όσους δεν ήταν πάνω από 15 ετών. Ταυτόχρονα υπήρχε και εκφραζόταν επίσης με πολύ συγκεκριμένους τρόπους, το αίσθημα ύπαρξης μιας νεανικής ηλικίας που χονδρικά συνέπιπτε με το διάστημα το οποίο ακολουθούσε την απαρχή της γόνιμης περιόδου στη ζωή των ανθρώπων και τουλάχιστον προηγούνταν του γάμου τους. Οπωσδήποτε, οι μηχανισμοί του σχολείου προώθησαν στη συνείδηση της μικροκοινωνίας την ιδέα περί διακριτών, αυστηρά οριοθετημένων ηλικιακών φάσεων στη ζωή των ανθρώπων και πρόσφεραν στους χωριανούς τις εκφράσεις που αποτύπωσαν τις φάσεις αυτές («τα παιδιά του σχολείου», «τα παιδιά του Δημοτικού, του Ελληνικού (του Σχολαρχείου), του Γυμνασίου»). Αλλά φαίνεται πως ένα πρώτο διάστημα της βιολογικής διαδρομής του ανθρώπου ήταν οριοθετημένο στην πράξη, ανεξάρτητα από τους σχολικούς μηχανισμούς, σε επίπεδο οικογενειακό, εθιμικό, κοινωνικό. Φυσικά η οριοθέτηση αυτή δεν ήταν θεσμοθετημένη και για το λόγο αυτό σε μια πρώτη ματιά ωχριά μπροστά στον σαφή, επίσημο διαχωρισμό των νέων γενεών σε συγκεκριμένες ηλικιακές κατηγορίες που εξυπηρετούσαν τη λειτουργία του σχολείου.

Στην πραγματικότητα βέβαια δεν υπήρχε μια ενιαία, παιδική ηλικία για όλους όσοι μεγάλωσαν στο χωριό τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., αλλά πολλές: η παιδική ηλικία των αγοριών και των κοριτσιών, των παιδιών των μεταναστών και όσων ζούσαν στο χωριό, των παιδιών των κτηνοτρόφων και όσων κατοικούσαν μόνιμα στο καθεαυτό χωριό, δηλαδή στον κεντρικό οικισμό, των παιδιών όσων οικογενειών διέθεταν μια τακτική πηγή χρηματικού εισοδήματος και των υπόλοιπων, των παιδιών των οποίων ο πατέρας ήταν λιγότερο ή περισσότερο «γραμματισμένος» και όσων ο πατέρας γνώριζε ελάχιστα ή καθόλου γράμματα, των παιδιών των λιγοστών παλαιών, «αρχοντικών» οικογενειών

p. 309

και των υπόλοιπων, των παιδιών των οποίων ο πατέρας ήταν λιγότερο ή περισσότερο «γραμματισμένος» και όσων ο πατέρας γνώριζε ελάχιστα ή καθόλου γράμματα, των παιδιών των λιγοστών παλαιών, «αρχοντικών» οικογενειών (προυχόντων) που φαίνεται ότι είχαν συγκεντρώσει μια σχετικά σημαντική περιουσία αρκετά νωρίς, ήδη στις αρχές του 20ού αι., και των παιδιών των υπόλοιπων χωριανών. Αυτές οι κατηγορίες δεν ήταν κατά κανένα τρόπο απόλυτα διακριτές η μια από την άλλη, αλληλοεπικαλύπτονταν και συγκροτούσαν διαφορετικές, πολυπρισματικές περιπτώσεις.

Οπωσδήποτε το πόνημα αυτό δεν κάλυψε κάθε περίπτωση, κάθε εμπειρία ή βιογραφική διαδρομή. Ακόμη και στην περίπτωση που τα χρονικά και γενικότερα τα πρακτικά όρια διεξαγωγής της μελέτης ήταν περισσότερο ελαστικά, κάτι τέτοιο δε θα ήταν δυνατό: «Κάθε ιστορική δουλειά που χρησιμοποιεί προφορικές πηγές είναι ημιτελής εξαιτίας της φύσης των πηγών» που είναι κατ' αρχήν «ανεξάντλητες».1 Όντας όμως εντοπισμένο γεωγραφικά και αντλώντας υλικό από διαφορετικού τύπου πηγές (παρά την αναγκαία έμφαση στο προφορικό υλικό), νομίζω πως κατόρθωσε να ανιχνεύσει τα βασικά, τουλάχιστον, νήματα της ζωής του συνόλου των παιδιών στο χωριό.

Σε γενικές γραμμές αγόρια και κορίτσια που, -όταν επιβίωναν κατά τα δύο πρώτα έτη της ζωής τους- μεγάλωναν στο Κροκύλειο τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. (με βάση το υλικό, προπάντων στις δεκαετίες του 1920 και του 1930): Συνήθως περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος των παιδικών τους χρόνων με τους γονείς (προπάντων με τη μάνα, αφού συχνά ο πατέρας είχε μεταναστεύσει στην Αμερική) και τα αδέλφια τους' στο πλαίσιο του κυρίαρχου ανδροπατροτοπικού συστήματος συγκρότησης οικιακών ομάδων, κατά κανόνα συγκατοικούσαν για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα της παιδικής τους ηλικίας (ανάλογα με τη σειρά γέννησής τους), με ένα γονέα ή και τους δυο γονείς του πατέρα. Διαβίωναν γενικά σε στενόχωρα υλικά περιβάλλοντα. Στο πλαίσιο τους αναλάμβαναν από πολύ νωρίς (ήδη από την προσχολική ηλικία) ενεργό ρόλο. Οι ενήλικες τους ανέθεταν συγκεκριμένα καθήκοντα και καθόριζαν τα δικαιώματά τους στην κατανάλωση και τους τρόπους με τους οποίους θα χρησιμοποιούσαν τα υλικά αγαθά.

Αλλά ήδη στο πεδίο της συμμετοχής στην οικογενειακή οικονομία η εμπειρία των αγοριών διαφοροποιούνταν από την εμπειρία των κοριτσιών. Με το πέρασμα του χρόνου, προπάντων τα κορίτσια, επιβαρύνονταν με οικιακές και αγροτικές εργασίες, με τον ίδιο τρόπο που μάλλον οι γυναίκες παρά οι άνδρες επωμίζονταν τις μεγαλύτερες εργασιακές ευθύνες σε καθημερινό επίπεδο.

Η εμπειρία αγοριών και κοριτσιών διαφοροποιούνταν, άλλωστε, ουσιαστικά στο πεδίο της συμμετοχής στην εθιμική ζωή και προπάντων στο πεδίο του

1. Portelli, «What makes Oral History different», ό.π., σ. 71.

p. 310

παιχνιδιού, που την εποχή εκείνη και στο χώρο εκείνο αποτελούσε κατ' εξοχήν αυτόνομη, πολιτισμική έκφρασης των παιδιών.

Σε σύγκριση με τα κορίτσια, τα αγόρια έπαιζαν κατ' αρχήν μεγαλύτερο, πιο συγκεκριμένο και γι' αυτό προνομιακό ρόλο στην εθιμική και κοινωνική ζωή της κοινότητας. Αγόρια και κορίτσια έπαιζαν εξάλλου κατά πρώτο λόγο με συνομήλικα παιδιά του ίδιου φύλου.

Τα αγόρια προτιμούσαν ανταγωνιστικά παιχνίδια τα οποία στηρίζονταν στο χάρισμα του κάθε παίκτη και ανέπτυσσαν το αίσθημα του εγωισμού και παιχνίδια στα οποία δοκιμαζόταν η φυσική δύναμη και η σωματική αντοχή, βασικές συνιστώσες του κυρίαρχου ανδρικού προτύπου και στερεοτύπου" συχνά προκαλούσαν με το παιχνίδι τους την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων και έπαιζαν συνήθως σε αρκετή απόσταση από τον οικιακό χώρο, σε μακρινά αλώνια, βρύσες ή και εκτός του κεντρικού οικισμού. Κάπνιζαν και αναμιγνύονταν σε τυχερά παιχνίδια από πολύ μικρά, μυούνταν δηλαδή σε απολαύσεις που αποτελούσαν ουσιαστικά ανδρικά προνόμια, συνυφασμένα με το βασικό ανδρικό προνόμιο του ελεύθερου χρόνου στο πλαίσιο της καθημερινής ζωής της κοινότητας.

Από την πλευρά τους τα κορίτσια έπαιζαν προπάντων παιχνίδια που δεν απαιτούσαν έντονες κινήσεις ή κινήσεις σε μεγάλη ακτίνα και, πολύ συχνά, παιχνίδια κοινωνικών ρόλων μέσω των οποίων εσωτερίκευαν το γυναικείο συλλογικό πρότυπο. Με εξαίρεση το σκάρο, δεν είχαν δικαίωμα να παίζουν παρά στο εσωτερικό του οικιακού χώρου ή σε μικρή απόσταση από αυτόν.

Στη συνείδηση αγοριών και κοριτσιών εγχαρασσόταν η πεποίθηση ότι ανήκαν σε κόσμους χωριστούς και ιεραρχημένους: στον κόσμο των ανδρών, έναν κόσμο στο πλαίσιο του οποίου κυριαρχούσε μια σχετική ελευθερία κινήσεων και όπου οι αποκλίνοντες από τους συλλογικούς κανόνες συμπεριφοράς αντιμετωπίζονταν με επιείκεια' και στον κόσμο των γυναικών, έναν κόσμο στον οποίο αυτονόητα οι υποχρεώσεις ήταν πολλές, τα δικαιώματα ελάχιστα και η απόκλιση από συλλογικά πρότυπα συμπεριφοράς αδιανόητη.

Πέρα όμως από το κοινό, ανά φύλο, βιωματικό αυτό υπόστρωμα, οι εμπειρίες των παιδιών διαφοροποιούνταν ανάλογα με την κοινωνικο-οικονομική θέση της οικογένειας. Τα αδιέξοδα της ορεινής αγροτικής οικονομίας συγκροτούσαν ένα αυστηρά περιοριστικό υλικό πλαίσιο ζωής για το σύνολο των χωριανών. Αλλά στο εσωτερικό αυτού του πλαισίου οι υλικές συνθήκες διαβίωσης δεν ήταν το ίδιο στενόχωρες για όλους. Οι αφηγήσεις υποδεικνύουν πως τα παιδιά είχαν συνείδηση αυτών των διαφορών και επομένως πως οι διαφορές αν και δεν ήταν κραυγαλέες, ήταν ουσιαστικές: Επικύρωναν τη σημαντική θέση της οικογένειας στην άτυπη και ρευστή μικρο-κοινωνική ιεραρχία. Στην κορυφή μιας κατ' αρχήν δυσδιάκριτης αλλά υπαρκτής κοινωνικής πυραμίδας θα τοποθετούσαμε, με διαβαθμίσεις, όσες οικογένειες διέθεταν ένα σχετικά σταθερό χρηματικό εισόδημα (σε μια οικονομία με χαμηλό βαθμό εκχρηματισμού και έντονα αυτοκαταναλωτικό χαρακτήρα) και στη βάση τις οικογένειες των τσο-

p. 311

τσοπάνηδων, δέσμιων των χρονοβόρων και αδιάλειπτων απαιτήσεων της εκτατικής κτηνοτροφίας αλλά και των αδιεξόδων μιας τοπικής κτηνοτροφίας μικρής εμβέλειας.

Η κοινωνική διαφοροποίηση εκφραζόταν με τον πλέον εμφατικό τρόπο στο ζήτημα της σχολικής εκπαίδευσης των παιδιών. Όλα, ή σχεδόν όλα, τα παιδιά του χωριού εγγράφονταν στο Δημοτικό σχολείο και φοιτούσαν σ' αυτό, άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο τακτικά. Εξαιτίας των απαιτητικών συνθηκών ζωής και εργασίας των κτηνοτρόφων τα παιδιά τους, συνήθως, δεν παρακολουθούσαν τακτικά τα μαθήματα και συχνά εγκατέλειπαν το σχολείο, πριν ακόμη ολοκληρώσουν την -πάντως όχι αυστηρά οριοθετημένη— υποχρεωτική εκπαίδευση. Το ίδιο ίσχυε και για τη συντριπτική πλειοψηφία των κοριτσιών. Τα περισσότερα αγόρια, άλλωστε, δεν συνέχιζαν τη φοίτηση από την πρωτοβάθμια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ωστόσο ο αριθμός όσων φοιτούσαν στο Ελληνικό σχολείο (μέχρι την κατάργηση του, το 1929) δεν ήταν ευκαταφρόνητος και δεν αφορούσε αποκλειστικά στην «ελίτ» του χωριού. Ελάχιστα αγόρια όμως συνέχιζαν στο Γυμνάσιο της Άμφισσας ή του Λιδωρικίου: προπάντων οι γιοι των σχετικά εύπορων οικογενειών και κατά προτίμηση οι προικισμένοι μαθητές. Ελάχιστα κορίτσια φοιτούσαν στο Ελληνικό σχολείο (μέχρι το 1929) αλλά ο αριθμός των κοριτσιών που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο δεν ήταν κατά κανένα τρόπο εντυπωσιακά μικρότερος από τον αριθμό των αγοριών. Η «ελίτ» του χωριού, ο συμβολαιογράφος, ο γόνος μιας οικογένειας προυχόντων, ο δραστήριος και θρυλικός δάσκαλος, ο απόστρατος αξιωματικός, ο μικρέμπορος, ο καθηγητής του Σχολαρχείου θα φρόντιζε να σπουδάσει και τις θυγατέρες, ή τουλάχιστον, όσες είχαν ιδιαίτερη έφεση για μάθηση.

Με τη σειρά του το σχολείο αντιμετωπιζόταν ως όχημα μιας πιο κατηγορηματικής κοινωνικής διαφοροποίησης, όχημα απομάκρυνσης από τη ζωή της υπαίθρου και εξαστισμού. Η ορεινή μικρο-κοινωνία δεν έβλεπε το μέλλον της -και σε τελευταία ανάλυση τα παιδιά είναι το μέλλον μιας κοινωνίας, όσο τετριμμένο και αν ακούγεται— στην αγροτική οικονομία αλλά στην οικονομία των πόλεων ή, εν πάση περιπτώσει, την οικονομία που σχετίζεται με την αστική συγκρότηση.

Τα παιδιά ζούσαν μεταξύ παραδοσιακών και αστικών προτύπων ζωής, σε έναν κόσμο ταυτόχρονα κλειστό και ανοιχτό. Κλειστό, επειδή διατηρούσε παραδοσιακές οικονομικές και κοινωνικές δομές και νοοτροπίες (αρκεί να φέρουμε στο νου την κυρίαρχη ενδογαμική σε επίπεδο γεωγραφίας συμπεριφορά), που έβρισκαν έκφραση και ζωογονούνταν από τις κοινωνικές εκδηλώσεις της κοινότητας και το παιχνίδι των παιδιών. Ανοιχτό, εξαιτίας της φτώχειας, του άγονου εδάφους, των περιορισμένων και όχι ιδιαίτερα παραγωγικών κοπαδιών, στοιχεία που εξωθούσαν τους ανθρώπους στην υπερατλαντική και (σε πολύ μικρότερο βαθμό) στην εσωτερική μετανάστευση και έφερναν τους χωριανούς σε

p. 312

επαφή με πρότυπα ζωής που διαμορφώνονταν κατά πρώτο λόγο στα αστικά κέντρα. Παρ' όλο που πιθανόν οι περισσότεροι χωριανοί θα προτιμούσαν να εγκαταλείψουν την αγροτική ζωή, οι συγκυριακές αλλά και οι δομικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της μεσοπολεμικής περιόδου δεν επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Οι οικογένειες του μεσοπολεμικού χωριού μοιάζουν παγιδευμένες σε ένα παράδοξο παρόν, μεταξύ ενός παρελθόντος δίχως μέλλον και ενός μέλλοντος χωρίς επαρκή ευρύτητα ώστε να επιτρέψει δομικές μεταβολές στη ζωή τους. Στα μάτια της ορεινής αγροτικής κοινωνίας η εκπαίδευση των παιδιών, προπάντων των γιων, και η συνυφασμένη με τις σπουδές επαγγελματική αποκατάσταση τους από ένα κράτος που, μέσω και των πελατειακών πολιτικών δικτύων, έπαιζε από την εποχή της σύστασής του το ρόλο του εργοδότη σε συγκριτικά υπερθετικό βαθμό, αποτελούσε τη μόνη διέξοδο. Αλλά αυτό ήταν το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο και όχι η κυρίαρχη κοινωνική πραγματικότητα. Παρ' όλο που οι θέσεις του Κ. Τσουκαλά για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως εφαλτηρίου κοινωνικής κινητικότητας (βλ. αναλυτικά στο Τρίτο Κεφάλαιο) ελάχιστα ανταποκρίνονται στην κοινωνική πρακτική, νομίζω πως αποτυπώνουν τελικά το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο, το «κοινωνικό όνειρο» (που συνυπήρχε και ζωοδοτούνταν από το «αμερικανικό όνειρο») — αναφέρομαι βέβαια πάντοτε στην περίπτωση που πραγματεύτηκα.


Όπως συμβαίνει με κάθε μελέτη που εντοπίζει το ενδιαφέρον της σε ένα περιορισμένο στο χώρο παράδειγμα, προβάλλει και εδώ το ερώτημα για το αν και σε ποιο βαθμό οι παρατηρήσεις, τα συμπεράσματα, οι εύλογες υποθέσεις, ισχύουν πέρα από τα στενά γεωγραφικά όρια του χωριού. Συνυφασμένο με το παραπάνω είναι και το ερώτημα: κατά πόσο οι εκδοχές αυτές της παιδικής ηλικίας με το κοινό υπόστρωμα αφορούν ειδικά στον ορεινό ελλαδικό ή στον ορεινό στερεοελλαδικό χώρο, κατά πόσο δηλαδή μπορούμε να αναγνωρίσουμε έναν πολυπρισματικό «οικότυπο»2 - για να χρησιμοποιήσω, με άξονα αναφοράς την

2. Ο αυστριακός ιστορικός Michael Mitterauer χρησιμοποιεί τον όρο για να καταδείξει την πολλαπλότητα των οικογενειακών σχηματισμών στο χώρο της υπαίθρου, υπερβαίνοντας την απλουστευτική σχηματική αντίληψη περί της αγροτικής οικογένειας ως ενιαίου τύπου. Δανείζεται τον όρο από τη σκανδιναβική πολιτισμική ανθρωπολογία και τον Orvar Löfgren που ορίζει τον οικότυπο ως «ένα σχήμα εκμετάλλευσης οικονομικών πόρων εντός ενός δεδομένου μακρο-οικονομικού πλαισίου» [Μ. Mitterauer, «Οικογενειακοί σχηματισμοί της υπαίθρου στη σχέση τους με το φυσικό περιβάλλον και την τοπική οικονομία», μετάφραση Μ. Παπαθανασίου, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού - περ. Μνήμων, Αναζητήσεις της νεότερης γερμανόφωνης ιστοριογραφίας, (Θεωρία και Μελέτες Ιστορίας, 18), Αθήνα 2000, σ.

p. 313

παιδική ηλικία και υπό μια ευρύτερη έννοια, έναν ανθρωπολογικό όρο που έχουν καθιερώσει ιστορικοί της οικογένειας στην κεντρική Ευρώπη.

Τέτοιου τύπου ερωτήματα δεν είναι δυνατό να απαντηθούν εδώ γιατί, όπως ανέφερα και στην Εισαγωγή, η καθημερινότητα, οι εμπειρίες, τα βιώματα των παιδιών αλλά και των οικογενειών στον ελλαδικό χώρο ελάχιστα έχουν ερευνηθεί. Βέβαια επιχείρησα να ενσωματώσω στην εργασία υλικό λαογραφικών μελετών που αφορά σε κοινότητες της ευρύτερης ορεινής περιφέρειας της επαρχίας Δωρίδας. Ωστόσο, δεν διαθέτουμε ακόμη μονογραφίες που θα επέτρεπαν την συστηματική σύγκριση περιπτώσεων και την εξαγωγή, έστω και πρόχειρων, συμπερασμάτων.

Στο βαθμό που και σε άλλες ορεινές κοινότητες επικρατούσαν οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες παρόμοιες με αυτές του Κροκύλειου, δικαιούμαστε να υποθέτουμε ότι τα βιώματα, οι εμπειρίες, οι βιογραφικές διαδρομές των παιδιών δε διέφεραν ριζικά.

Μελετώντας την ορεινή Ήπειρο μετά τη λήξη του Εμφυλίου ο γάλλος κοινωνιολόγος Henri Mendras -στις απόψεις του οποίου αναφέρθηκα συνοπτικά στο τρίτο κεφάλαιο, σε σχέση με το σχολείο- εντυπωσιάζεται από την αμφιταλάντευση της ζωής μεταξύ εσωστρέφειας και κοσμοπολιτισμού και τα όσα γράφει φέρνουν αναπόφευκτα στο νου το Κροκύλειο του Μεσοπολέμου με τους «Αμερικάνους» του:

«Εις την Ήπειρον δυσκόλως φθάνει ο έξω κόσμος, αλλά συγχρόνως ούτος είναι καταπληκτικά πλησίον. Είναι κατά κάποιον τρόπον παρών εις την ζωήν των χωρίων ... Είναι εκπληκτικόν να ευρίσκωνται εις το χωρίον εφημερίδες, άνθρωποι οι οποίοι επανήλθον εκ της Νέας Υόρκης ή του Σίδνεϋ, άλλοι οι οποίοι επέρασαν όλην των την ζωήν εις το Βουκουρέστιον ή την Κωνσταντινούπολη, και τέλος άλλοι οι οποίοι ετοιμάζονται να αναχωρήσουν εις το Βέλγιον ή την Αργεντινήν. Αι συζητήσεις δε περιστρέφονται αμέσως εις τα διεθνή πολιτικά προβλήματα...».

Ο Mendras συνδέει την αμφιταλάντευση αυτή με τα παιδιά, τον τρόπο σκέψης και τις προσδοκίες τους από τη ζωή και οι παρατηρήσεις του θυμίζουν έντονα το όνειρο του χωρικού της Ρούμελης να απαγκιστρώσει το παιδί του από την αγροτική ζωή, όπως το περιέγραψε ο Λουκόπουλος (έχοντας άραγε στο νου του τα ορεινά και ίσως τον τόπο καταγωγής του, την Αρτοτίνα;):

- «Διά τα παιδία, τα οποία ουδέποτε εγκατέλειψαν το χωρίον των και τα οποία ακούουν να γίνεται συζήτησις διά τον έξω κόσμον η αμφιταλάντευσις αύ-

279-305, κυρίως σ. 282, 283]. Οι οικότυποι των ιστορικών της οικογένειας θυμίζουν τα «οικολογικά σύνολα» για τα οποία έκανε λόγο η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, αναφερόμενη στην εγγραφή στο χώρο του συνεκτικού συνόλου των κάθε είδους ανθρώπινων δραστηριοτήτων και σχέσεων (βλ. Χ. Χατζητάκη-Καψωμένου, «Άξονες του επιστημονικού έργου της Άλκης Κυριακίδου-Νέστορος» στο Χατζητάκη-Καψωμένου (επιμ.), Ελληνικός παραδοσιακός πολιτισμός, ό.π., σ. 9-15, κυρίως σ. 13).

p. 314

τη είναι ιδιαιτέρως αισθητή. Παρασύρονται πολλάκις εις τον σχηματισμόν μιας φανταστικής εικόνος και σχεδόν πάντοτε τρέφουν την επιθυμίαν να εκπατρισθούν. Τα όρη καλύπτουν τον ορίζοντα, ο κόσμος αρχίζει από την άλλην πλευράν των ορέων τα οποία τους φαίνονται ως είδος παραπετάσματος απομονωτικού, το οποίον πρέπει απαραιτήτως να διασχίσουν». Με βάση εκθέσεις που συνέγραψαν τα παιδιά ο ερευνητής διαπιστώνει «την υπάρχουσαν γενικώς μεγάλην διαφοράν μεταξύ των παιδιών της πεδιάδος και των ορέων».3

Στο βαθμό που ο περιορισμένος πεδινός ελλαδικός χώρος διαφοροποιούνταν -κατ' αρχήν χάρη στις διαφορετικές εδαφολογικές και κλιματολογικές προϋποθέσεις-, ριζικά από τον ορεινό, εύλογα υποθέτει κανείς ότι απαντούν σε αυτόν διαφορετικά πρότυπα ζωής και συνακόλουθα, διαφορετικά παιδικά βιώματα. Αυτό υποδεικνύουν λ.χ. ορισμένα αποσπάσματα από μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του 1940 για τη γειτονική με το Κροκύλειο πεδιάδα του Μόρνου. Ο συγγραφέας της δέχεται ότι «το μορφωτικόν επίπεδον των χωρικών της πεδιάδος είναι αρκούντως ανεπτυγμένον», υπό την έννοια ότι «οι νεώτεροι γνωρίζουσι άπαντες γραφήν και ανάγνωσιν», αλλά αισθάνεται την ανάγκη να διευκρινίσει ότι τα 20 περίπου παιδιά από τα χωριά της πεδιάδας που φοιτούσαν τότε στα Γυμνάσια της Ναυπάκτου και της Πάτρας «δεν δεικνύουσιν πνευματικήν ιδιοφυίαν, αξίαν λόγου εν αντιθέσει με εκείνα των γειτονικών ορεινών διαμερισμάτων. Κατά το πλείστον αποπερατώνοντα ή όχι τα γυμνασιακά μαθήματα, επανέρχονται εις τας γεωργικάς εργασίας... Επιστήμονας ή ανωτέρους υπαλλήλους ουδένα έχει να επίδειξη η πεδιάς...». Και παρακάτω σημειώνει ότι «ολόκληρος ο πληθυσμός της πεδιάδος είναι εκ καταγωγής γεωργικός, έχει δημιουργήσει κατόπιν μακράς σειράς ετών ισχυράν και αναμφισβήτητον γεωργικήν συνείδησιν. ...Η κατάστασις αύτη δεν είναι άσχετος με την γονιμότητα του εδάφους... Το μεγαλύτερον ποσοστόν του πληθυσμού της πεδιάδος προέρχεται εξ ορεινών διαμερισμάτων... Με την ακατανίκητον έλξιν των ορεινών προς τας πεδιάδας και την διαρκή επιθυμίαν να αποκτήσωσιν εν τμήμα εξ αυτής, επωλούσαν μέρος της περιουσίας των ή εξενητεύοντο ... Ούτω εδημιουργήθη υλικόν με στερεάν γεωργικήν συνείδησιν. ...Ουδείς εγκατέλειψεν οριστικώς την γην του ίνα εγκατασταθή εις πόλεις».4 Είναι αλήθεια πως οι προτάσεις αυτές, δεν τεκμηριώνονται επαρκώς, επειδή ίσως η σύγκριση του πεδινού με τον ορεινό χώρο κατέχει περιφερειακή θέση στο κείμενο. Νομίζω όμως πως ο τεχνοκρατικός και εμπειρικός χαρακτήρας της μελέτης -ο συγγραφέας είναι γεωπόνος που στο πλαίσιο μιας σειράς ανάλογων μελετών καταγράφει παρατηρήσεις προκειμένου να αξιοποιηθούν για την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής-, καθώς και το νηφάλιο ύφος της υποδεικνύουν τουλάχιστον ότι τα παραπάνω στηρίζονται σε συγκεκριμένα στοιχεία. Πόσο διαφορετικά ήταν παι-

3. Μεντράς, «Κοινωνιολογική Διερεύνησις», ό.π., σ. 323.

4. Διαμαντόπουλος, Η πεδιάς του Μόρνου, ό.π., σ. 21-23, 30, 31.

p. 315

παιδικά χρόνια και βιογραφικές διαδρομές ανθρώπων που μεγάλωναν σε κοινωνίες της ελλαδικής υπαίθρου οι οποίες θεωρούσαν την αγροτική οικονομία άρρηκτα συνδεδεμένη με το παρόν και το μέλλον τους;

Προφανώς όμως θα πρέπει να αναζητήσουμε διαφορετικούς τύπους παιδικών ηλικιών και βιογραφικών διαδρομών ακόμη και στον εδαφικά περιορισμένο και μορφολογικά ομοιογενή ορεινό ελλαδικό χώρο. Αυτό τουλάχιστον υποδεικνύει ένα απόσπασμα από τη μελέτη του γάλλου ανθρωπογεωγράφου Bernard Kayser για τη μεταπολεμική Ελλάδα, όπου η περίπτωση μιας κατ' εξοχήν ορεινής, αραιοκατοικημένης περιοχής σε δημογραφική παρακμή, της Φωκίδας (στην οποία ανήκει και το Κροκύλειο), αντιπαρατίθεται προς την περίπτωση μιας επίσης κατ' εξοχήν ορεινής, αραιοκατοικημένης, σε δημογραφική παρακμή και μάλιστα γειτονικής περιοχής, της Ευρυτανίας:

«Παρ' όλα αυτά η συμπεριφορά των ευρίσκεται εις ακραίαν διάστασιν" η Ευρυτανία κατέχει το υψηλότερον ποσοστόν αγροτικής γεννητικότητος (28,6%ο) μετά το ποσοστόν της Ξάνθης, η δε Φωκίς το κατώτερον (15,6%ο) μετά το ποσοστόν της Λέσβου. ...η Φωκίς έχει πολύ υψηλόν ποσοστόν ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών, η Ευρυτανία υψηλόν ποσοστόν παιδίων κάτω των 14 ετών». Ο συγγραφέας συσχετίζει την αυξημένη γεννητικότητα στην Ευρυτανία με τα αισθητά υψηλότερα ποσοστά αναλφαβητισμού και χαμηλότερα ποσοστά φοίτησης στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση: «Το 32 % των κατοίκων της Ευρυτανίας είναι αναλφάβητοι και 65 % (ηλικίας άνω των 10 ετών) δεν έχουν αποφοιτήσει εκ του δημοτικού σχολείου" τα ποσοστά αυτά εις την Φωκίδα είναι αντιστοίχως 20% και 44%. Η Ευρυτανία επιπλέον ευρίσκεται κατά το ποσοστόν φοιτήσεως εις την Μέσην Εκπαίδευσιν εις την τελευταίαν σειράν (18,7% των μαθητών ενεγράφησαν εις την Μέσην Εκπαίδευσιν κατά το 1961), ενώ εις την Φωκίδα το ποσοστόν τούτο υπερβαίνει τον μέσον όρον (42,7%)».5

Μελέτες εθνογραφικού, ανθρωπολογικού ή/και ιστορικού-δημογραφικού χαρακτήρα για ορεινές ή ημι-ορεινές κοινότητες προπάντων στην Ήπειρο, αλλά και στη Θεσσαλία, στην Πελοπόννησο, στο νησιωτικό ελλαδικό χώρο, αποκαλύπτουν ορεινές κοινωνίες και οικονομίες με διαφορετικές δομές και εξέλιξη από το παράδειγμά μας.6 Μια συγκριτική ιστορία των βιογραφικών δια-

5. Bernard Kayser, Ανθρωπογεωγραφία της Ελλάδος, μετ. Τ. Τσαβέας, Μ. Μερακλής, Αθήναι 1968, σ. 50.

6. Μια εικόνα για μελέτες ορεινών (ή ημι-ορεινών) κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο κατά την τελευταία εικοσαετία δίνουν οι σχετικές συμβολές στους τόμους: α) Πρακτικά του Ελληνογαλλικού Συνεδρίου. Ο Αγροτικός Κόσμος στον Μεσογειακό Χώρο, Αθήνα 4-7 Δεκ. 1984, Αθήνα 1988 (κείμενα των Καπετανάκη, Καυταντζόγλου-Ναούμη, Tsili, Bournova), β) Νιτσιάκος, Κασίμης, Ο ορεινός χώρος της Βαλκανικής..., ό.π. (κείμενα

p. 316

διαδρομών και των εμπειριών των παιδιών στον ορεινό χώρο θα συνέβαλε ώστε να εμβαθύνουμε στη διαδικασία εξαστισμού της ελλαδικής κοινωνίας και ίσως να οριοθετήσουμε τις εκδοχές της στο χρόνο και το χώρο, συγκρίνοντας λ.χ. παραδείγματα από τη Στερεά με παραδείγματα από την Ήπειρο, όπου οι διαδικασίες εξαστισμού αγροτικών πληθυσμών ανάγονται στο 17ο αιώνα και συνδέθηκαν άρρηκτα με τη συγκρότηση εμπορικών αστικών στρωμάτων.7

Με δυο λόγια: Οι διαδικασίες αστικοποίησης δεν συντελούνται αποκομένες από το πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας'8 μικρο-ιστορία της παιδικής ηλικίας (και της οικογένειας) και μακρο-ιστορία της εξέλιξης της κοινωνίας στον ελλαδικό χώρο σχετίζονται λειτουργικά μεταξύ τους. Όπως σημειώνει ένας γερμανός παιδαγωγός στο πλαίσιο μιας εργασίας θεωρητικού χαρακτήρα «ιστορική θεώρηση της παιδικής ηλικίας και της κοινωνικοποίησης δε σημαίνει μόνο ότι αντιμετωπίζουμε την παιδική ηλικία ως προϊόν της ιστορίας ή ως κατηγορία που μεταβάλλεται, αλλά σημαίνει επίσης ότι την αντιλαμβανόμαστε ως συστατικό στοιχείο των περίπλοκων μηχανισμών μεταβολής της ίδιας της κοινωνίας».9

Στο επίπεδο αυτό, όπως και στο επίπεδο της μελέτης της ανθρώπινης εμπειρίας και της καθημερινότητας, η ιστορία των παιδιών, των παιδικών ηλικιών, της παιδικής ηλικίας, αποτελεί πρόκληση για την ιστοριογραφία γενικότερα και την ελληνική ιστοριογραφία ειδικότερα.

των Αλεξάκη, Οικονόμου, Ψυχογιού, Αράπογλου), και. γ) Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Numéro Spécial: Aspects du changement social dans la campagne grecque. 18 (1981) (κείμενα των Collard, Couroucli, Piault, Saulnier, Capetanakis) ' βλ. επίσης Σ. Δαμιανάκος (επιμ.), Διαδικασίες Κοινωνικού μετασχηματισμού στην αγροτική Ελλάδα, Αθήνα 1987 (κείμενα των Collard, Κουρούκλη, Piault, Saulnier μεταφρασμένα στα ελληνικά από το ειδικό τεύχος της Επιθεώρησης Κοινωνικών Ερευνών).

7. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή, ό.π., σ. 428' πβ. και Γ. Παπαγεωργίου, Οικονομικοί και Κοινωνικοί Μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Ζαγόρι (μέσα 18ου-αρχές 20ού αιώνα), Ιωάννινα 1995, σ. 182' Β. Ρόκου, «Μεταναστεύσεις στον ορεινό χώρο», Πρακτικά του Ελληνογαλλικού Συνεδρίου, ό.π., σ. 251, 252.

8. Πβ. τη μελέτη της κοινωνιολόγου Γεωργίας Πετράκη για τη διαδικασία προλεταριοποίησης των χωρικών μέσω της απασχόλησης στη βιομηχανία. Η μελέτη της Πετράκη εξετάζει την περίπτωση των Θεσσαλών χωρικών που μετά το 1960 περίπου εργάστηκαν στην κλωστοϋφαντουργία ΑΙΓΑΙΟΝ στο Λαύριο. Η εργασία της στηρίζεται κατά μεγάλο μέρος σε προφορικές συνεντεύξεις: Γ. Πετράκη, Από το χωράφι στο εργοστάσιο. Η διαμόρφωση του βιομηχανικού προλεταριάτου στο σύγχρονο Λαύριο, (μετ. Δ. Τσιφλικά, Γ. Πετράκη), Αθήνα 2002.

9. M. S. Honig, Entwurf einer Theorie der Kindheit, Φρανκφούρτη στο Μάιν 1999, σ.

p. 317 01 - 0002.htm


p. 318
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 299

    ζάρια) τάπαιρνε όλα τα λεφτά, όσα είχαν βάλ' την ώρα εκείνη κάτω... Τ' αγόρια, τα κορίτσια ποτέ. Δεν παίζαν τα κορίτσια τέτοια πράματα.140

    Τα αγόρια έπαιζαν επίσης χαρτιά. Φαίνεται ότι με χρήματα έπαιζαν κυρίως τα μεγαλύτερα αγόρια" τα μικρότερα, αλλά και τα μεγαλύτερα όταν δεν είχαν χρήματα, έπαιζαν στα χαρτιά κάποιο γλυκό, ένα λουκούμι λ.χ.: «Παίζαμε και τότε χαρτιά (όταν ήμασταν παιδιά) Αλλά δεν παίζαμε με λεφτά γιατί δεν έπαρχαν λεφτά... Παίζαμε καμιά φορά κανένα γλυκό. Είχε τότε μια δεκάρα το γλυκό».141 Η χαρτοπαιξία μπορούσε να αποβεί καταστρεπτική για όσα αγόρια έφευγαν από το χωριό και πήγαιναν στο Γυμνάσιο. Το χαρτοπαίγνιο πρέπει να ήταν αγαπημένη διασκέδαση μαθητών του Γυμνασίου στην Άμφισσα ή το Λιδωρίκι. Σε μια περίπτωση, γύρω στα 1916, ο συνομιλητής «έπαιξε» και έχασε σχεδόν όλα τα χρήματα που του είχε στείλει ο πατέρας του για να περάσει το μήνα. Κάποιοι συγχωριανοί του

    είχαν κάν' το σπίτι του ενός, λέσχη και παίζανε. Και με φώναξαν μια μέρα να πάω να κάνουμε παρέα. Τετάρτη απόγεμα, οπού δεν είχαμε μάθημα, πηγαίναμε στο σχολείο τότε, θέλησα να πα να ιδώ το χωριανό μου. Κι όταν πήγα στο σπίτ' αντίκρυσα μια κατάστασ', τριάντα, τριάντα πέντε μαθηταί, γύρω σ' ένα τραπέζ' και χάμω γεμάτο χρήματα το τραπέζι και ένας έπαιζε ένα παιχνίδ', το λέγανε κοφτό. Ένα δικό σου, ένα δικό μου. Λοιπόν ...Ε, έκατσα κι εγώ να δω τι θα γίν'. Με πλησιάζει ένας μαθητής ... Βάζω μια πεντάρα ... Τότες η ζωή εστοίχιζε μία δραχμή την ημέρα ενοίκιο, σχολείο, φαγητό, χρηστικά, όλα, μια δραχμή ήταν αρκετή να τα καλύφει όλα. Στην Άμφισσα. Και, είχα λάβ' απ' τον πατέρα μου τριάντα δραχμές. Είχα στην τσέπη μου εικοσιεφτά δραχμές. Όταν κάποια δόση κατάλαβα ότι δεν είχα παραπάνω από τρεις δραχμές στην τσέπη μ', τότε συνήλθα. Με είχε τόσο πολύ ρουφήξ' το παιχνίδι που δεν καταλάβαινα. Έπαιζα και δεν καταλάβαινα τι μου γινότανε. Αφού είδα ότι δεν είχα άλλα λεφτά από τρεις δραχμές, σηκώνομαι, αποσύρομαι και φεύγω. Βγήκα έξω και δεν έβλεπα το δρόμο να πάω πίσω στο σπίτι μου. Απ' τη στενοχώρια σε σημείο, μπορώ να πω ότι παραλίγο να παραφρονήσω. Διότι δεν μπορούσα να καλύψω τα λεφτά αυτά τα οποία έχασα, στον πατέρα μου. Περνούσα στο δρόμο και, το νερό στην Άμφισσα τότε δεν το είχαν στα σπίτια, είχανε βρύσες στους δρόμους. Η γειτονιά ήξερε τι γίνεται στο δωμάτιο του μαθητού. Κι όταν περνούσα εγώ λέει μια γυναίκα: «Αυτό το καημένο, χαϊμένο είναι. Δεν το βλέπεις; Τα μούτρα του είναι φούρνος», λέει κάποια άλλη. Αυτά τα άκουγα και δε μίλαγα, από ντροπή.142

    140. Συν. με τον Χ. T., σ. 10.

    141. Συν. με τον Μ. Μ. και την Κ. Μ., σ. 17, 18.

    142. Συν. 2 με τον Γ. Π., σ. 19, 20.