Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
Title:Growing up in Mountainous Regions
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:38
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2003
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Mentalities and Behaviour
Social integration
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
Visible pages: 39-58 από: 395
Current page:

Μέσα σε ποιες γενικές οικονομικές, κοινωνικές και δημογραφικές συνθήκες μεγάλωναν τα παιδιά στο Κροκύλειο; Θα επιχειρήσω να τις σκιαγραφήσω εντάσσοντας το τοπικό παράδειγμα στο ευρύτερο ελλαδικό πλαίσιο, στο βαθμό που επιτρέπει η βιβλιογραφία και μου υπαγορεύει η ανάγκη να μην υπερβώ τα όρια του κεντρικού προβληματισμού της εργασίας.


Οι κάτοικοι του Κροκυλείου ανήκαν σε ένα, αριθμητικά, πολύ σημαντικό τμήμα του ελλαδικού πληθυσμού, αφού το 1907 πάνω από το 70%, το 1920 πάνω από το 60 % και στις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου πάνω από το 50% των Ελλήνων ζούσαν στην ύπαιθρο.1 Όμως, ταυτόχρονα, οι κάτοικοι του χωριού αποτελούσαν τμήμα μιας πληθυσμιακής μειονότητας, τουλάχιστον στα μεσοπολεμικά χρόνια: Ανήκαν στο 17,7% του συνολικού πληθυσμού και στο 11% περίπου του αγροτικού πληθυσμού (1.150.929 άτομα) που σύμφωνα με την απογραφή του 1928 ζούσε στις ορεινές περιοχές της χώρας, δηλαδή σε υψόμετρο άνω των 500 μ.2 (Το Κροκύλειο βρίσκεται σε υψόμετρο 850 μ. περίπου).

Στις συζητήσεις για την αγροτική πολιτική του ύστερου 19ου και του πρώιμου 20ού αιώνα και συνακόλουθα στη σχετική ιστοριογραφία, κυριαρχούν μάλλον τα γνωστά κεντρικά προβλήματα της πεδινής αγροτικής οικονομίας, δηλαδή το ζήτημα των τσιφλικιών και το σταφιδικό ζήτημα, παρά η πορεία της ορεινής αγροτικής οικονομίας. Το πρώτο αφορούσε στη διανομή μεγάλων και εύφορων εκτάσεων γης (προπάντων στη θεσσαλική πεδιάδα), ιδιοκτησιών βαθύπλουτων Ελλήνων της Διασποράς, στους καλλιεργητές τους' το σταφιδικό ζήτημα αφορούσε εξάλλου τους πολυάριθμους μικροϊδιοκτήτες χωρικούς στις περιορισμένες πεδιάδες της βόρειας και δυτικής Πελοποννήσου, οι οποίοι καλλιεργούσαν σχεδόν αποκλειστικά ένα εμπορευματικό-εξαγωγικό προϊόν, τη σταφίδα, και βρίσκονταν στο έλεος κάθε κρίσης στη διεθνή αγορά. Το σταφιδικό ζήτημα κυριάρχησε ως το 1910 περίπου' στο Μεσοπόλεμο ο καπνός, που

1. Κ. Κωστής, Αγροτική Οικονομία και Γεωργική Τράπεζα. Όψεις της ελληνικής οικονομίας στο Μεσοπόλεμο (1919-1928), Αθήνα 1987, σ. 78.

2. Στο ίδιο, σ. 75.

p. 39

καλλιεργούνταν προπάντων στο βόρειο τμήμα της χώρας, αντικατέστησε τη σταφίδα ως κύριο αγροτικό-εξαγωγικό προϊόν. Το ζήτημα της διανομής των τσιφλικιών ταλάνισε την αγροτική οικονομία και κοινωνία μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1930: Από το 1919 έως το 1932 το ελληνικό κράτος έθεσε σε εφαρμογή την πολυσυζητημένη αγροτική μεταρρύθμιση.3

Ωστόσο, η ορεινή αγροτική οικονομία δεν πορευόταν ανεξάρτητα από την υπόλοιπη αγροτική οικονομία της χώρας. Τα προβλήματα επιβίωσης των κατοίκων του ορεινού χώρου δεν οφείλονταν αποκλειστικά στις δυσμενείς κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες. Είναι χαρακτηριστικό ότι η διανομή των τσιφλικιών και οι σταφιδικές κρίσεις αφαίρεσαν από ορεινούς πληθυσμούς τη δυνατότητα να συμπληρώνουν το πενιχρό εισόδημά τους από την εποχική απασχόληση τους στα τσιφλίκια ή στη συγκομιδή της σταφίδας4.

Οι αγροτικοί πληθυσμοί της χώρας στο σύνολο τους αντιμετώπιζαν προβλήματα τα οποία οφείλονταν σε δομικά χαρακτηριστικά της ελλαδικής αγροτικής οικονομίας:

Η έκταση των γεωργικών κλήρων ήταν περιορισμένη, η αγροτική τεχνολογία υποτυπώδης, η απόδοση χαμηλή. Υπολογίζεται ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1920 πάνω από τα δύο τρίτα των ελλήνων αγροτών καλλιεργούσαν εκτάσεις οι οποίες, στην καλύτερη περίπτωση, δεν ξεπερνούσαν τα 30 στρέμματα.5 Στις αρχές του 20ού αιώνα οι περισσότεροι αγρότες καλλιεργούσαν τη γη με τα αρχέγονα ξύλινα άροτρα και χρησιμοποιούσαν ελάχιστα σιδερένια εργαλεία, επιλεγμένους σπόρους, οργανικά ή χημικά λιπάσματα.6 Αλλά και στα τέλη της δεκαετίας του 1920 χρησιμοποιούνταν ακόμα στον ελλαδικό χώρο σχεδόν αποκλειστικά ξύλινα και σιδερένια άροτρα αλλά ελάχιστα βενζινάροτρα.7

Η κτηνοτροφία ήταν υπαίθρια και είχε συνεπώς εκτατικό χαρακτήρα, στηριζόταν

3. Για μια σφαιρική ανάλυση της ελληνικής αγροτικής οικονομίας κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα βλ.: Σ. Πετμεζάς, «Αγροτική Οικονομία», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ. ), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, 1900-1922. Οι απαρχές, τ. ΑΙ, Αθήνα 1999, σ. 53-85 και Σ. Πετμεζάς, «Αγροτική Οικονομία», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, 1922-1940. Ο Μεσοπόλεμος, τ. Β1, Αθήνα 2002, όπου και η σχετική βασική βιβλιογραφία. Για μια συστηματική ανάλυση των αγροτικών ζητημάτων στην Ελλάδα από την εποχή της συγκρότησης του ελληνικού κράτους βλ. το κλασικό έργο: Κ. Βεργόπουλος, Το Αγροτικό Ζήτημα στην Ελλάδα. Η Κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας, Αθήνα 1975.

4. Πετμεζάς, «Αγροτική Οικονομία»... (1999), ό.π., σ. 66' Κ. Κωστής, «Ο Καραβίδας και η 'ανακάλυψη' των χωρικών στη μεσοπολεμική Ελλάδα», στο Μ. Κομνηνού, Ε. Παπαταξιάρχης (επιμ.), Κοινότητα και Ιδεολογία. Ο Κωνσταντίνος Καραβίδας και η προβληματική των Κοινωνικών Επιστημών, Αθήνα 1990, σ. 69-72, 81.

5. Β. Χατζήολος, Το Πρόβλημα της Κτηνοτροφίας στην Ελλάδα, Αθήναι 1941, σ. 290.

6. Πετμεζάς, «Αγροτική Οικονομία»... (1999), ό.π., σ. 56, 57.

7. Πετμεζάς, «Αγροτική Οικονομία»... (2002), ό.π., σ. 242, 243.

p. 40

ταν σε αιγοπρόβατα -δηλαδή σε μικρόσωμα και λιγότερο αποδοτικά ζώα-, τα οποία τρέφονταν κατά βάση σε βοσκοτόπια. Οι κτηνοτρόφοι ήταν υποχρεωμένοι να μετακινούνται προκειμένου να βρουν τροφή τα ζώα τους. Από αυτούς άλλοι διένυαν μεγάλες αποστάσεις μεταναστεύοντας από τα ορεινά στα πεδινά τους χειμερινούς μήνες και από τα πεδινά στα ορεινά τους θερινούς. Άλλοι, όπως οι κτηνοτρόφοι στο Κροκύλειο, κατέφευγαν σε χαμηλότερο υψόμετρο κατά τους χειμερινούς μήνες, διανύοντας μικρότερες αποστάσεις και παραμένοντας εντός του κοινοτικού χώρου.8 Βέβαια η μετακινούμενη κτηνοτροφία μεγάλων αποστάσεων παρήκμασε σταδιακά στη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα: Από τη στιγμή που τα σύνορα στο χώρο της Βαλκανικής χερσονήσου μετατοπίστηκαν δραματικά μετά τους πολέμους του 1912-13, από τη στιγμή που οι μεγάλες γαιοκτησίες άρχισαν να διανέμονται στους καλλιεργητές τους και να κατακερματίζονται, διασπάστηκε και η ενότητα νομής των βοσκών και κλονίστηκε ανεπανόρθωτα η βάση της νομαδικής κτηνοτροφίας. Επιπλέον, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα οι νομάδες κτηνοτρόφοι βρίσκονταν στο στόχαστρο του ελληνικού κράτους, που επιχειρούσε να τους μετατρέψει σε εδραίους ή τουλάχιστον σε ημινομάδες και να τους θέσει έτσι υπό τον έλεγχο του.9 Όμως αυτές οι εξελίξεις δεν οδήγησαν, άμεσα τουλάχιστον, στην παρακμή κτηνοτροφικών πρακτικών όπως η εξώσταβλη, εκτατική κτηνοτροφία.

Ενδεικτικό των εγγενών αδυναμιών της αγροτικής οικονομίας είναι το γεγονός ότι σε όλη τη μεσοπολεμική περίοδο η αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα δεν επαρκούσε για να καλυφθούν βασικές ανάγκες του πληθυσμού σε αγροτικά προϊόντα.10 Σε αυτό το κάθε άλλο παρά ευνοϊκό πλαίσιο οι ορεινοί πληθυσμοί αντιμετώπιζαν ιδιαίτερα εγγενή προβλήματα. Στην καλύτερη περίπτωση η καλλιέργεια της γης και η εκτροφή ζώων τους επέτρεπαν να επιβιώσουν καταναλώνοντας όσα παρήγαν. Στον ορεινό χώρο τα εδάφη ήταν άγονα και οι εκτάσεις των αγροτεμαχίων εξαιρετικά περιορισμένες. Το 1864 στις ορεινές περιοχές δεν υπήρχαν αγροτεμάχια μεγαλύτερα από 10 στρέμματα, ενώ η έκταση των περισσότερων δεν ξεπερνούσε τα 5 στρέμματα-11 έτσι δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι πενήντα, εξήντα, εβδομήντα χρόνια αργότερα τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά. Πράγματι μελετώντας ενδεικτικά ορισμένα συμβολαιογραφικά έγγραφα από το Κροκύλειο, διαπιστώνουμε

8. Χατζήολος, Το Πρόβλημα..., ό.π., σ. 291-298.

9. Στο ίδιο, σ. 302' Κωστής, Αγροτική Οικονομία..., ό.π., σ. 125,127' Κ. Κωστής, «Αγροτική Μεταρρύθμιση και οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα, 1917-1940», στο Γ. Μαυρογορδάτος, Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Βενιζελισμός και Αστικός Εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο 1988, σ. 151-157, κυρίως σ. 151' Γ. Κολιόπουλος, Ληστές. Η κεντρική Ελλάδα στα μέσα του 19ου αιώνα, Αθήνα 21988, σ. 168.

10. Κωστής, «Αγροτική Μεταρρύθμιση...», ό.π., σ. 155.

11.Λ. Καλλιβρετάκης, Η δυναμική του αγροτικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα, Αθήνα 1990, σ. 318.

p. 41

με ότι το μεγαλύτερο αγροτεμάχιο κάλυπτε έκταση ίση με 8 στρέμματα.12 Στο πλαίσιο αυτό πολλοί εγκατέλειπαν την ύπαιθρο αναζητώντας την τύχη τους στα αστικά κέντρα του εσωτερικού ή, προπάντων, στο εξωτερικό, πέρα από τα όρια της ευρωπαϊκής ηπείρου, στο λεγόμενο «Νέο Κόσμο», η βιομηχανία του οποίου είχε ανάγκη από εργατικά χέρια. Η υπερατλαντική μετανάστευση δεν αφορούσε μόνο τις ορεινές περιοχές. Στην Ελλάδα η μαζική υπερατλαντική μετανάστευση ξεκίνησε από την Πελοπόννησο πυροδοτούμενη από τη σταφιδική κρίση που ξέσπασε προς τα τέλη του 19ου αιώνα.13 Οι τουλάχιστον 144 άνδρες που υπολογίζω ότι μετανάστευσαν από το Κροκύλειο στις Ηνωμένες Πολιτείες στο διάστημα 1905-1920 περίπου,14 συγκαταλέγονται στο μισό περίπου εκατομμύριο Έλληνες (στη συντριπτική πλειοψηφία τους άνδρες) που υπολογίζεται ότι μετανάστευσαν ανάμεσα στα 1890 και 1920. Όπως οι περισσότεροι μετανάστες από τον ελλαδικό χώρο, έτσι και στο παράδειγμά μας, οι περισσότεροι μετανάστες ήταν νέοι άνθρωποι, ηλικίας 18-40 περίπου ετών. Ένας, συγκριτικά, μικρός αριθμός χωριανών, 10-20, εγκατα-

12. Στα σχετικά έγγραφα αναφέρονται: η έκταση, η θέση, η ποιότητα, και η χρηματική αξία των μεταβιβαζόμενων αγροτεμαχίων. Το μεγαλύτερο αγροτεμάχιο αναφέρεται σε έγγραφο του 1900, όπου ο I. Δ. Μπαρμπούτης μεταβιβάζει στη γυναίκα του αγρό έκτασης 8 στρεμμάτων «ως έγγιστα... εν μέρει ποτιστικόν» σε αναπλήρωση της προίκας της (500 δρχ. σε μετρητά) την οποία είχε ξοδέψει (αρ. 496, Κροκύλειο, Αντικατάστασις προικός δρχ. 500).

13. Α. Κιτροέφ, «Υπερατλαντική μετανάστευση», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας..., τ. Α', Μέρος πρώτο, σ. 123-171, κυρίως σ. 124, 133, 144.

14. Οι υπολογισμοί μου βασίζονται σε στοιχεία τα οποία κατέγραψα από το Αρχείο της νήσου Έλλις, που έχει εγγραφεί και συνεχίζει να εγγράφεται στο Διαδίκτυο. Σ' αυτόν τον ηλεκτρονικό αρχειακό κατάλογο αναγράφονται το επώνυμο, το όνομα, η χρονολογία άφιξης, η ηλικία κατά την άφιξη και ο τόπος καταγωγής των μεταναστών. Αναζήτησα τους Κροκυλειώτες μετανάστες με βάση τα επίθετα τα οποία είναι καταγεγραμμένα στο Γενικό Μητρώο και στο Μητρώο Αρρένων του χωριού και κατέγραψα όσους έφεραν τα επίθετα αυτά και κατάγονταν με απόλυτη βεβαιότητα ή κατά πάσα πιθανότητα από το Κροκύλειο Δωρίδας. Για όσους έφτασαν στις ΗΠΑ πριν από τη μετονομασία του χωριού σε Κροκύλειο το 1915, αναφερόταν ως τόπος προέλευσης το «Παλαιοκάτουνο». Όπου δεν κατόρθωσα να ταυτίσω τον μετανάστη με τόπο προέλευσης «Παλαιοκάτουνο» στο Μητρώο Αρρένων, δεν τον συμπεριέλαβα στις τελικές καταμετρήσεις μου, επειδή χωριό με την ονομασία «Παλαιοκάτουνο» υπήρχε και στην Ευρυτανία. Το ίδιο ισχύει και για τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες αναφερόταν γενικά η «Δωρίδα» ως τόπος καταγωγής. Θα ήθελα να σημειώσω εδώ ότι ονοματεπώνυμα και τόποι καταγωγής έχουν καταγραφεί από τους τότε Αμερικανούς υπαλλήλους με διάφορες ορθογραφίες και ο ερευνητής είναι υποχρεωμένος να πειραματίζεται με διαφορετικούς συνδυασμούς των λατινικών αλφαβητικών χαρακτήρων ώστε να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν πληρέστερα στοιχεία. Θα ήθελα, επίσης, να επισημάνω ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι χρονολογίες γέννησης που προέκυπταν από τα στοιχεία του ηλεκτρονικού αρχειακού καταλόγου και οι χρονολογίες γέννησης του Μητρώου Αρρένων παρουσίαζαν απόκλιση ενός έως δύο ετών. Νομίζω όμως ότι ανακρίβειες και στρογγυλοποιήσεις αριθμών είναι αναμενόμενες για την εποχή, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ελληνική ύπαιθρο (Βλ. Διαδίκτυο, (Passenger Search) - Στοιχεία Δεκεμβρίου 2001).

p. 42

εγκαταστάθηκαν, όπως προκύπτει από προφορικές μαρτυρίες, σε χώρες της Λατινικής Αμερικής (κυρίως στη Χιλή), όπως συγκριτικά λίγοι (όχι πάνω από 27.000) ήταν και οι Έλληνες που μετανάστευσαν στη Νότια Αμερική και γενικότερα σε χώρες εκτός των ΗΠΑ από το 1871-1925.15 Το ποσοστό του πληθυσμού που μετανάστευε πρέπει να ανερχόταν στο 14% με 15% γύρω στα 1920, ποσοστό που ίσως δεν απείχε πολύ από το μέσο όρο άλλων χωριών της ορεινής Δωρίδας.16

Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες πολλοί Κροκυλειώτες μετανάστες επέστρεψαν οριστικά στην Ελλάδα και μάλιστα στο χωριό' με βάση τα στοιχεία τα οποία συγκέντρωσε ο Π. Μπακαρέζος υπολογίζω ότι γύρω στα 1930 τουλάχιστον ένα 40% των μεταναστών στην Αμερική είχε επιστρέψει στο χωριό.17 Η μεταναστευτική συμπεριφορά των χωριανών δεν διέφερε από εκείνη του συνόλου των Ελλήνων μεταναστών: Υπολογίζεται ότι κατά το πρώτο τέταρτο του 20ού αι. 40% περίπου των Ελλήνων μεταναστών στις Ηνωμένες Πολιτείες επέστρεψε στην Ελλάδα.18 Σύμφωνα με έναν από τους πρώτους μελετητές του φαινομένου της ελληνικής μετανάστευσης: «Ο Έλληνας ... φεύγει με σκοπό να μαζέψει ένα κομπόδεμα και να επιστρέψει σπίτι του, εκτός αν αργότερα ξαναφύγει, στην περίπτωση που το κρίνει αναγκαίο». Όμως στα μέσα της δεκαετίας του 1920 το πρώτο ρεύμα μαζικής εξόδου από τον ελλαδικό χώρο προς την Αμερική είχε ανακοπεί, προπάντων λόγω των περιοριστικών νόμων οι οποίοι θεσπίστηκαν στις ΗΠΑ. Επίσης, πολλοί μετανάστες επέστρεψαν στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και της Μικρασιατικής εκστρατείας για να καταταγούν στον ελληνικό στρατό και να πολεμήσουν.19

Τα μεταναστευτικά εμβάσματα λειτουργούσαν ως σανίδες σωτηρίας για τις τοπικές και τις οικογενειακές οικονομίες της υπαίθρου. Τη ζωτική σημασία των εμβασμάτων αυτών αντιλαμβανόμαστε από το γεγονός ότι σχεδόν οι μι-

15. Βλ. Κιτροέφ, «Υπερατλαντική μετανάστευση»..., ό.π., σ. 129, 130.

16. Υπολογίζω τον πληθυσμό του χωριού γύρω στα 1000 άτομα, με βάση τα στοιχεία των απογραφών, όπου καταγράφονται 1031 άτομα το 1907 και 916 το 1928 (βλ. εδώ σημ. 53), αλλά και σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες. Το 1914 σε ένα άλλο ορεινό χωριό της περιοχής, το Σουρούστι (μετέπειτα Κερασιά), το ποσοστό του πληθυσμού που μετανάστευε ανερχόταν σε 13,7% [Κ. Κωστής, «Εισοδηματικές δομές στην ορεινή οικονομία. Η μελέτη μιας περίπτωσης: Κερασιές Δωρίδας, 1914», Τα Ιστορικά 4 (1987), 179-204, εδώ σ. 186, σημ. 12].

17. Σε 86 περιπτώσεις (σε σύνολο 209 νοικοκυριών) ο Μπακαρέζος αναφέρεται σε μετανάστες στην Αμερική. Στις 34 από αυτές (40% περίπου) επισημαίνεται ότι ο μετανάστης ή οι μετανάστες είχαν επιστρέψει στο χωριό.

18. Κιτροέφ, «Υπερατλαντική μετανάστευση»..., ό.π., σ. 131.

19. Βλ. Ν. J. Polyzos, Essai sur l'émigration grecque. Étude Démographique, Économique et Sociale, Paris 1947, σ. 54, 55, 77, 78 (Το παράθεμα από τη σ. 53' στην ίδια σελίδα ο Πολύζος αναφέρει ότι οι μισοί από τους παλιννοστήσαντες στο διάστημα 1908-1921 επέστρεψαν για να καταταγούν στο στρατό).

p. 43

μισές από τις ετήσιες δαπάνες των κατοίκων ενός ορεινού χωριού στις αρχές του αιώνα, καλύφθηκαν με εμβάσματα από την Αμερική.20 Σύμφωνα με μελέτη της εποχής, στις αρχές της δεκαετίας του 1910 το μεροκάματο ενός αγρεργάτη στην Ελλάδα δεν υπερέβαινε τις 5 δρχ. στην καλύτερη περίπτωση, τη στιγμή που ένας μετανάστης στις ΗΠΑ κέρδιζε, ως εργάτης, κατά μέσο όρο τα διπλά χρήματα.21 Βέβαια γνωρίζουμε ότι η σημασία των υπερπόντιων εμβασμάτων για το σύνολο της ελληνικής υπαίθρου μειώθηκε ή εξανεμίστηκε για ένα διάστημα ως αποτέλεσμα της αντανάκλασης της διεθνούς οικονομικής κρίσης του Μεσοπολέμου στην Ελλάδα.22 Πάντως η, ούτως ή άλλως, βραχύβια κρίση δεν έχει εγγραφεί άμεσα στη μνήμη των χωριανών κι αυτό, νομίζω, υποδηλώνει, όπως υπαινίχθηκα και στην Εισαγωγή, ότι η οικονομική κρίση δεν επηρέασε δραματικά και για μακρό χρονικό διάστημα την καθημερινότητά τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν οξύνθηκαν τα προβλήματα επιβίωσης. Εν πάση περιπτώσει, από τις αρχές του 1933 η ροή των μεταναστευτικών εμβασμάτων είχε αναζωογονηθεί χάρη και στην υποτίμηση του δολαρίου.23

Μια άλλη διέξοδο από τον ασφυκτικό κλοιό της ορεινής αγροτικής οικονομίας και ζωής αποτελούσε η εσωτερική μετανάστευση προς τα βιομηχανικά ή αστικά κέντρα. Όπως προκύπτει από τις προφορικές μαρτυρίες, πριν αρχίσει η μαζική έξοδος των χωριανών προς την Αμερική, δηλαδή πριν από το 1905 περίπου, άνδρες του χωριού εργάζονταν στα μεταλλεία του Λαυρίου, που προσέλκυαν εργάτες από πολλά χωριά της Ρούμελης24. Όμως ο συνολικός βαθμός εκβιομηχάνισης της χώρας ήταν χαμηλός και οι δυνατότητες μόνιμης απασχόλησης που πρόσφεραν τα αστικά κέντρα περιορισμένες. Τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. οι πόλεις, και προπάντων η πρωτεύουσα με τον Πειραιά, λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι σταθμοί για όσους έρχονταν από την ύπαιθρο και μετανάστευαν στην αμερικανική ήπειρο. Η αναχώρηση των ανθρώπων αυτών σημαίνει ότι δεν ήταν δυνατό «να ενσωματωθούν στην οικονομία των αστικών κέντρων».25 Με την έλευση των προσφύγων το 1922, τα αστικά κέντρα της χώρας ενισχύθηκαν πληθυσμιακά και αναπτύχθηκαν οικονομικά, αλλά, παράλληλα, ο προσφυγικός πληθυσμός προμήθευσε τις πόλεις με εργατική δύναμη

20. Α. Κρίκος, «Περί βελτιώσεως των όρων ζωής των ορεσιβίων», Αθήναι 1939( = Α. Κρίκος, Μελέτες Β', Αθήνα 1991, σ. 35-53, εκδεδομένες από τους απογόνους του Α. Κρίκου). Ο Κρίκος δεν αναφέρει την επωνυμία του χωριού και τη χρονολογία' πρόκειται, άραγε, για την ιδιαίτερη πατρίδα του, το Σουρούστι (Κερασιά) της ορεινής Δωρίδας όπου διεξήγε επιτόπια έρευνα το 1914;

21. P.F. Martin, Greece of the 20th century, Λονδίνο, Λειψία 1913, σ. 162.

22. Mazower, Η Ελλάδα και η οικονομική χρίση, ό.π., σ. 17.

23. Ό.π., σ. 248.

24. Πβ. Δ. Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, Αθήνα-Γιάννενα 1983 (α' έκδ. 1938), σ. 138.

25. Λ. Λεοντίδου, Πόλεις της Σιωπής. Εργατικός εποικισμός της Αθήνας και του Πειραιά, 1909-1940, Αθήνα 1989 (Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ), σ. 116-118.

p. 44

μη, προκαλώντας εμπλοκή στη μετακίνηση των αγροτών προς τα αστικά κέντρα.26 Οι σχετικά περιορισμένες δυνατότητες εσωτερικής μετανάστευσης ίσως εξηγούν και την παραμονή ενός σημαντικού αριθμού χωριανών στον τόπο τους όλο το διάστημα, μεταξύ 1920 και 1930, παρά τη συνεχή μείωση του πληθυσμού. Μάλιστα, οι περισσότεροι χωριανοί παρουσίαζαν έντονα ενδογαμική, σε επίπεδο κοινότητας, συμπεριφορά, σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που μας ενδιαφέρει: Κατά κανόνα, όπως θα δούμε και στο επόμενο κεφάλαιο, οι νύφες πήγαιναν να ζήσουν με την οικογένεια του άνδρα τους' στο πλαίσιο αυτό, περίπου 7 στις 10 νύφες που καταγράφονται στο Γενικό Μητρώο από τα τέλη του 19ου αι. μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1940 προέρχονταν από οικογένειες του χωριού.27

Βέβαια, όπως ανέφερα και στην Εισαγωγή, το γεγονός ότι μια οικιακή ομάδα απαντά στο Γενικό Μητρώο δε σημαίνει απαραίτητα ότι κατοικεί μόνιμα στο χωριό όλο το διάστημα κατά το οποίο καταγράφονται τα μέλη της' μπορεί, από ένα χρονικό σημείο και μετά οι άνθρωποι να έχουν εγκατασταθεί αλλού (συνήθως στην περιοχή της πρωτεύουσας) αλλά να μην έχουν μεταφέρει στον τόπο μόνιμης κατοικίας τα πολιτικά τους δικαιώματα. Για ορισμένα άτομα ή οικιακές ομάδες -δεν είναι πάντοτε σαφές- έχει σημειωθεί με πρόχειρο τρόπο στο πλάι, ότι μετέφεραν τα εκλογικά τους δικαιώματα ή γράφτηκαν στο μητρώο μιας άλλης κοινότητας ή ενός δήμου, κατά κανόνα της Αττικής, τις περισσότερες φορές από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 και μετά.28

Τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν είναι επαρκή ώστε να παρακολουθήσουμε συστηματικά τη μετανάστευση των χωριανών προς τα αστικά κέντρα, τουλάχιστον

26. Κ. Φουντανόπουλος, «Μισθωτή Εργασία», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας..., τ. Α', Μέρος πρώτο, ό.π., σ. 87-121, κυρίως σ. 88-94.

27. Στο Γενικό Μητρώο απαντούν 302 περιπτώσεις στις οποίες το πατρικό επώνυμο (συνήθως και το πατρώνυμο) της γυναίκας απαντά σε άλλη μερίδα, έναντι 99 στις οποίες το πατρικό επώνυμο της γυναίκας (γένος) δεν απαντά στο Μητρώο και 49 όπου αυτό δεν αναγράφεται. Μεταξύ των γυναικών που δεν κατάγονταν από το χωριό απαντούν νύφες, για τις οποίες γνωρίζω από προφορικές μαρτυρίες ότι κατάγονταν από το Κουπάκι, το Ζοριάνο ή το Αλποχώρι, δηλαδή από γειτονικά χωριά, στοιχείο που παραπέμπει πάλι σε ενδογαμική συμπεριφορά σε επίπεδο περιφέρειας.

28. Απαντούν 25 περιπτώσεις, στις 20 εκ των οποίων πρόκειται για εγγραφή σε δήμο ή κοινότητα της Αττικής. Σε 18 περιπτώσεις οι μετεγγραφές έγιναν από το 1936 και μετά' σε δύο περιπτώσεις δεν γνωρίζουμε πότε. Στις υπόλοιπες 5 περιπτώσεις οι μετεγγραφές έγιναν μεταξύ 1918 και 1933. Παραθέτω τα σχετικά παραδείγματα για να δώσω μια ανάγλυφη εικόνα αυτών των δυσανάγνωστων αποτυπωμάτων πληθυσμιακής κίνησης που συναντάμε στο Μητρώο: Το 1918, σε ηλικία περίπου 30 ετών, ο Χαράλαμπος Κατσίμπας του Κωνσταντίνου έγινε δημότης Αθηναίων. Το 1920, σε ηλικία 20 ετών, ο Δημήτριος Σακκαρέλλος του Γεωργίου έγινε δημότης Θεσσαλονίκης και το 1930, σε ηλικία 47 ετών, ο Αθανάσιος Σταυρόπουλος του Αριστείδη γράφτηκε στο Μητρώο της κοινότητας Κηφισιάς. Το 1933 μάλλον, οι οικογένειες των Γεωργίου Γραββάνη του Βασιλείου και Δημητρίου Παπαχαραλάμπους του Χαραλάμπους γράφτηκαν στο Μητρώο του δήμου Πειραιώς.

p. 45

στον χωρίς να συγγράψουμε μια μελέτη ιστορικής δημογραφίας, υπερβαίνοντας τα όρια και τους στόχους της εργασίας αυτής. Με βάση τα αποσπασματικά στοιχεία για τους αριθμούς γεννήσεων και θανάτων που αφορούν, κατά το μεγαλύτερο μέρος, στη δεκαετία του 1930 εκτιμώ ότι στη διάρκεια της δεκαετίας αυτής γεννιούνται στο χωριό 225 άνθρωποι και πεθαίνουν περίπου 150: άρα η φυσική αύξηση του πληθυσμού μέχρι το 1940 ανέρχεται σε 75 άτομα. Θεωρητικά, λοιπόν, αν δεν υπήρχε μετανάστευση, οι 916 κάτοικοι της απογραφής του 1928 θα έπρεπε να ανέρχονται σε περίπου 1000 στην απογραφή του 1940. Σύμφωνα όμως με τα απογραφικά στοιχεία, το 1940 ζουν στο Κροκύλειο 800 άνθρωποι, δηλαδή 200 λιγότεροι από όσους θα ανέμενε κανείς, αν οι πληθυσμιακές μεταβολές οφείλονταν αποκλειστικά σε φυσικούς λόγους.29 Επειδή η «κλασική εποχή» της υπερατλαντικής μετανάστευσης έχει παρέλθει, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι πρόκειται για εσωτερικούς μετανάστες. Να αποτολμήσουμε, λοιπόν, την υπόθεση ότι στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 κάθε χρόνο, κατά μέσο όρο, 20 χωριανοί εγκαταλείπουν το χωριό με προορισμό μια πόλη του εσωτερικού, κατά βάση την Αθήνα;30

Από διάσπαρτες προφορικές μαρτυρίες συνάγεται ότι τουλάχιστον μετά το 1910 ορισμένοι Κροκυλειώτες είχαν συγγενείς, εγκατεστημένους σε αστικά ή ημι-αστικά κέντρα. Σύμφωνα επίσης με τα στοιχεία του Π. Μπακαρέζου γύρω στα 1930 ορισμένες οικογένειες που διέμεναν στο χωριό (αναφέρονται 12 περιπτώσεις από ένα σύνολο 193 νοικοκυριών) είχαν ιδιόκτητο σπίτι στην Αθήνα, ή ενήλικα παιδιά μόνιμα εγκατεστημένα στην πρωτεύουσα.31 Ορισμένα από τα ελάχιστα ενδεικτικά συμβολαιογραφικά έγγραφα που αφορούν στο Κροκύλειο και άλλα χωριά της ορεινής Δωρίδας και τα οποία στάθηκε δυνατόν να εξετάσω, αναφέρονται σε ανθρώπους που ζουν σε αστικά κέντρα του ελλαδικού χώρου

29. Βλ. εδώ σημ. 83 και 84 του παρόντος κεφαλαίου και «Πηγές» σελ. 333-334.

30. Για την αύξηση της εσωτερικής μετανάστευσης μεταξύ 1928 και 1940 με την Αθήνα ως βασικό πόλο έλξης, βλ. Γ. Πολύζος, «Μεταναστευτική κίνηση και αστικοποίηση. Προσδιορισμός της έκτασης και των κατευθύνσεων της εσωτερικής μετανάστευσης στο Μεσοπόλεμο», Πρακτικά του Ελληνογαλλικού Συνεδρίου, Ο Αγροτικός Κόσμος στον Μεσογειακό Χώρο, Αθήνα 4-7 Δεκ. 1984, Αθήνα 1988, σ. 223-237, κυρίως σ. 227, 233-236.

31. Στοιχεία Παρασκευά Μπακαρέζου. Από τη δεκαετία του 1930 και εξής φαίνεται ότι όλο και περισσότεροι χωριανοί άρχισαν να εγκαθίστανται στο Παγκράτι που για το λόγο αυτό το αποκαλούσαν «μικρό Κροκύλειο». Αλλά Κροκυλειώτες εγκαταστάθηκαν και στο Βύρωνα, την Αργυρούπολη, την Κοκκινιά. «Ήταν στν Αθήνα και χουριανοί μας από δω... παραδέ στο Παγκράτ'», μου είπε η Π. Γ. Και όταν τη ρώτησα για ποιο λόγο προτίμησαν το Παγκράτι, έδωσε μια απάντηση που αποκαλύπτει το ρόλο που έπαιζε η εντοπιότητα στη συγκέντρωση των εσωτερικών μεταναστών σε συγκεκριμένες περιοχές της πρωτεύουσας: «Ξέρω γω, στο Παγκράτ' πάαιναν, είχαν αυτό το ελάττωμα, 'πού είσ' εσύ, στο Παγκράτ'; 'Κι εγώ εκεί θα μείνω'. Πού είνι κι ο άλλος. Κι εγώ εκεί. ...-Εκεί απούναι στν Αγία Μαρίνα, πουν' ο γιος τς Α., εκεί είνι χωριανοί μας. Είναι πουλλοί. Στο Βύρωνα» (Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 12).

p. 46

ρου, σε ιδιοκτησίες χωριανών σε αυτά τα αστικά κέντρα ή σε μετανάστες στην Αμερική32 και υποδεικνύουν ένα δίκτυο δομικών οικονομικών σχέσεων (εφόσον μεταβιβάζεται περιουσία), πέρα από τα όρια των χωριών της ορεινής Δωρίδας αλλά και της ευρύτερης περιφέρειάς τους.

Επομένως, εκ των πραγμάτων τα παιδιά στο Κροκύλειο των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα δεν μεγάλωναν σε μια απομονωμένη αγροτική κοινωνία αλλά σε μια κοινωνία η οποία σε μεγάλο βαθμό αναζητούσε την τύχη της πέρα από τα γεωγραφικά της σύνορα. Δεν είναι άσχετο με αυτά, το γεγονός ότι -όπως θα επιχειρήσουμε να δείξουμε σε αυτή την εργασία- στη σκέψη των περισσότερων χωριανών το μέλλον των παιδιών τους δεν συνδεόταν με την αγροτική οικονομία.


Τα παιδιά στο χωριό δεν μεγάλωναν όλα μέσα στις ίδιες υλικές συνθήκες. Άλλωστε, ένα από τα ερωτήματα τα οποία τέθηκαν στο εισαγωγικό κεφάλαιο αφορά στη διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικές παιδικές ηλικίες υπό το πρίσμα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης.

Σε ένα πρώτο επίπεδο οι πηγές δημιουργούν την εντύπωση ενός συγκλίνοντος, εξισωτικού κοινωνικού συνόλου:

Σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία συγκέντρωσε ο οικονομολόγος Π. Μπακαρέζος, γύρω στα 1930 σε ένα σύνολο 193 οικιακών ομάδων μόνο μία είχε στην κατοχή της (λίγο) πάνω από 30, και ελάχιστες πάνω από 15 στρέμματα γης" οι περισσότερες οικιακές ομάδες είχαν στην ιδιοκτησία τους 5-10 στρέμματα. Με βάση αυτά τα δεδομένα, σχεδόν όλοι οι κάτοικοι θα κατατάσσονταν από τη Στατιστική Υπηρεσία της εποχής στους ιδιοκτήτες «ανεπαρκών» ή «πολύ μικρών» κλήρων, οι οποίοι αποτελούσαν, άλλωστε, και τη μεγάλη πλειοψηφία των αγροτών στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.33 Επιπλέον, μόνο μία οικογένεια είχε στην κατοχή της πάνω από 15 στρέμματα ποτιστικά, δη-

32. Αρ. 2138 (Πωλητήριον ακινήτου, δρχ. 600, Πενταγιοί, 3.10.1900)' αρ. 11519 (Δωρεά αιτία θανάτου, Κροκύλειο, 1.1.1931)' αρ. 11575 (Δημοσία διαθήκη, Διχώρι ορεινής Δωρίδας, 3.9.1931)' αρ. 11649 (Δωρεά αιτία θανάτου, Κροκύλειο, 7.11.1931)' αρ. 11780 (Πωλητήριον αμπέλου δραχ. 10.000, Κροκύλειο, 10.1.1932). Για παράδειγμα στο τρίτο έγγραφο ο συντάκτης της διαθήκης είναι «κτηματίας γεννηθείς εν Διχωρίω της Δωρίδος και κάτοικος ήδη Αθηνών, οδός Μεσογείων 105», ενώ στο τελευταίο έγγραφο ο ένας από τους συμβαλλομένους ενεργεί «διά λογαριασμόν του αδελφού του Δημοσθένους Αχιλλέως Ταράτσα ξενοδόχου, κατοίκου Κουπακίου και διαμένοντος εν Σικάγω των Ηνωμένων Πολιτειών της Βορείου Αμερικής».

33. Για τις σχετικές κατηγορίες και τα αποτελέσματα της γεωργικής απογραφής του 1929, βλ. Χ. Ευελπίδης, Η Γεωργία της Ελλάδος. Οικονομική και Κοινωνική Άποψις, Αθήναι 1944, σ. 25.

p. 47

δηλαδή εκτάσεις που αρδεύονταν συστηματικά και ήταν κατά κανόνα περισσότερο αποδοτικές από τα ξηρικά χωράφια, στα οποία δε μπορούσε να διοχετευθεί νερό από τις πηγές.

Από τις προφορικές μαρτυρίες συνάγεται ότι οι πολλαπλές πηγές εισοδημάτων και η πολυαπασχόληση ορισμένων μελών χαρακτήριζαν τις οικιακές ομάδες του χωριού στη συντριπτική τους πλειοψηφία, αν όχι στο σύνολο τους, και ακόμη ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1920, «απ' τις διακόσιες και παραπάνω οικογένειες του χωριού ζήτημα είναι αν υπήρχαν είκοσι σπίτια που να μην είχαν κάποιο ξενιτεμένο».34

Από το υλικό του Μπακαρέζου μπορούμε, εξάλλου, να αποκτήσουμε μια ποσοτική εικόνα για την εποχή γύρω στα 1930, η οποία αν δεν είναι ακριβής, πάντως αποδίδει τάξεις μεγέθους και αντανακλά ως ένα βαθμό την πραγματικότητα: Σε 60 περιπτώσεις αναφέρονται εξωαγροτικά επαγγέλματα (κατά κανόνα του πατέρα), σε 66 περιπτώσεις απαντούν νοικοκυριά με μετανάστες για τα οποία δεν αναφέρονται άλλα συμπληρωματικά, εξωαγροτικά εισοδήματα" αν μάλιστα προσθέσουμε όσους παρουσιάζονται να εισπράττουν ενοίκια, τότε οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι πάνω από τα 2/3 των νοικοκυριών του χωριού δεν ζούσαν αποκλειστικά από την αγροτική οικονομία. Στην πραγματικότητα, το ποσοστό αυτών των νοικοκυριών θα ήταν σημαντικά υψηλότερο, αφού οπωσδήποτε δεν καταγράφτηκαν όλες οι πηγές εξω-αγροτικών εισοδημάτων λ.χ. απαντούν ελάχιστες αναφορές σε αγωγιάτες, ενώ κοινό τόπο στις αφηγήσεις αποτελεί η πληροφορία ότι «οι χωριανοί ζούσαν απ' τ' αγώγια». Άλλωστε, από τους επαγγελματικούς προσδιορισμούς που απαντούν σε τοπικά έγγραφα της εποχής συνάγεται ότι η έννοια του επαγγέλματος, ως συστηματικής και σχεδόν αποκλειστικής βιοποριστικής απασχόλησης, δεν είχε ακόμη παγιωθεί στην κοινωνία και επομένως και στη συνείδηση μεγάλου μέρους του αγροτικού πληθυσμού.35

Στο υλικό του Μπακαρέζου καταγράφονται επίσης 86 περιπτώσεις νοικοκυριών με μετανάστες (παλιννοστούντες ή μη), αριθμός που αφορά στο 45% περίπου των οικιακών ομάδων. Θα πρέπει όμως να θεωρήσουμε το ποσοστό

34. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 148.

35. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όσα Μαθητολόγια του Δημοτικού σχολείου εντοπίστηκε, το επάγγελμα του πατέρα, τις περισσότερες φορές προσδιορίζεται με πολύ γενικό τρόπο και δε δηλώνει τίποτε για τα υπόλοιπα οικογενειακά και τυχόν επαγγελματικά εισοδήματα. Όταν λ.χ. ο πατέρας δηλώνεται ως «ιερεύς», «δημοδιδάσκαλος» ή «καφφεπώλης» η εικόνα είναι σαφής' όταν όμως δηλώνεται ως «γεωργός» ή «εργατικός» τα πράγματα περιπλέκονται' είναι βέβαιο ότι πολλοί γεωργοί θα μπορούσαν κάλλιστα να δηλωθούν ως «εργατικοί» και αντιστρόφως (αυτό άλλωστε δείχνει και το γεγονός ότι ορισμένες φορές ο ίδιος πατέρας δηλώνεται το ένα σχολικό έτος ως γεωργός, το επόμενο ως εργατικός κ.λπ.). Το ίδιο ισχύει και για τους επαγγελματικούς προσδιορισμούς που αφορούν στους αναδόχους και απαντούν στο Βιβλίο Γεννήσεων και Βαπτίσεων από το 1929 και μετά.

p. 48

αυτό ως ελάχιστο" αυτό άλλωστε υποδεικνύουν τόσο οι αυτοβιογραφικές μαρτυρίες, όσο και το γεγονός ότι μόνο στις ΗΠΑ μετανάστευσαν με βεβαιότητα τουλάχιστον 144 Κροκυλειώτες στο διάστημα 1905-1920. Οι μετανάστες αυτοί κατά πάσα πιθανότητα -με βάση τα στοιχεία του Γενικού Μητρώου- προέρχονταν από 116 οικιακές ομάδες.36

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως οι εξαιρετικά μικροί, κερματισμένοι και από εδαφολογικής πλευράς όχι ιδιαίτερα γόνιμοι κλήροι, η πολυαπασχόληση, οι πολλαπλές, αγροτικές και εξω-αγροτικές πηγές εισοδημάτων, η υπερατλαντική μετανάστευση, αφορούν στο σύνολο της κοινωνίας του μεσοπολεμικού χωριού, υποδεικνύουν μια μικροκοινωνία δομημένη ισονομικά, με χαμηλό βαθμό κοινωνικής διαφοροποίησης και δίνουν μια εικόνα ανάλογη με εκείνη που έχουμε και για ορισμένα άλλα ορεινά χωριά του ελλαδικού μεσοπολεμικού χώρου.37 Την εικόνα αυτή ενισχύει το γεγονός ότι -όπως ανέφερα και στην Εισαγωγή— ; στο λόγο των συνομιλητών μου κυριαρχεί συνολικά η ανάμνηση μιας ζωής στερημένης από υλικά αγαθά, που αποτελούσε κοινή μοίρα των χωριανών και έρχεται σε αντίθεση με τη σημερινή κοινωνία της αφθονίας.

Στην άμεση ερώτηση, λοιπόν, «αν υπήρχαν φτωχοί και πλούσιοι στο χωριό, νοικοκυραίοι και μη», έλαβα μάλλον αρνητικές απαντήσεις. Ορισμένοι ισχυρίστηκαν ότι πρόκοψαν (και «πρόκοψαν» σήμαινε, όπως θα δούμε αργότερα, «σπούδασαν τα παιδιά τους»), όσοι είχαν μυαλό' άλλοι τόνισαν ότι όλοι οι χωριανοί ήταν νοικοκυραίοι. Οι απαντήσεις αυτές προέρχονταν, μάλιστα, από ανθρώπους τους οποίους δε θα κατέτασσα στα πιο αδύναμα οικονομικά στρώματα του χωριού. Όμως στην πορεία των συνομιλιών διέκρινα στο λόγο των ανθρώπων ίχνη των κοινωνικών διαφοροποιήσεων που είχαν βιώσει ή γνωρίσει και εσωτερικεύσει ως παιδιά στο χωριό. Φαίνεται ότι κατά βάθος οι χωριανοί είχαν συνείδηση των μεταξύ τους κοινωνικο-οικονομικών διαφορών και της κοινωνικής θέσης τους.

Συνομιλητές και συνομιλήτριες -παιδιά δασκάλων, μικρεμπόρων ή μεταναστών που είχαν «προκόψει» στην Αμερική-, είχαν έντονη την αίσθηση ότι ανατράφηκαν σε προνομιακά κοινωνικά περιβάλλοντα. Η κόρη μιας συνομιλήτριας ανακάλεσε στη μνήμη της τρία περιστατικά, στα οποία οι γιαγιάδες και ο παππούς φίλων της (από το χωριό), τόνιζαν στις εγγονές τους και στην ίδια, την καταγωγή τους από σημαντικές οικογένειες: «βρε σεις, ξέρετε από τι οικογένειες είστε σεις;».38 Στο βαθμό, επίσης, που ορισμένοι χωριανοί και χωριανές

36. Σε 17 οικιακές ομάδες απαντούν δύο, σε 4 τρεις και σε 1 τέσσερις μετανάστες' βλ. και σημ. 14.

37. Βλ. την ανάλυση της Μπούσχοτεν για τις κοινωνικές δομές στο χωριό Ζιάκα Γρεβενών (Μπούσχοτεν, Ανάποδα Χρόνια..., ό.π., σ. 52-54). Στο Ζιάκα πάντως ορισμένοι είχαν στην κατοχή τους έως και 100 στρέμματα γης.

38. Συν. 2 με την Π. Κ., συνομιλία και με την κόρη της, σ. 7.

p. 49

νές απασχολούνταν στα κτήματα σχετικά εύπορων συγχωριανών τους ή διεκπεραίωναν εργασίες για λογαριασμό τους έναντι αμοιβής -κατά την έκφραση συνομιλητών και συνομιλητριών «υπήρχαν μεροκάματα εδώ στο χωριό»-, είχαν αναπτυχθεί ορισμένες σχέσεις εξάρτησης, ευκαιριακού, μη συστηματικού χαρακτήρα, μεταξύ διαφορετικών κοινωνικο-οικονομικών ομάδων. Η κατοχή, επίσης, περισσότερων ποτιστικών χωραφιών έναντι των ξηρικών, έχει καταγραφεί στη μνήμη των ανθρώπων ως σημαντικό πλεονέκτημα στον αγώνα για την επιβίωση.39

Άλλωστε, ακόμη και θεωρητικά αμελητέες κοινωνικο-οικονομικές διαφορές μπορούν να καθορίσουν αποφασιστικά την κοινωνική κινητικότητα ατόμων και οικογενειών' και στη συνείδηση των χωριανών τα παιδιά (κυρίως τα αγόρια) αποτελούσαν, όπως θα δούμε, το όχημα για την προσδοκώμενη απαγκίστρωση από την αγροτική ζωή και την κοινωνική άνοδο.40 Το σχετικά σταθερό χρη-

39. Πβ. για τη Βοστινίτσα (Δάφνο), ορεινό χωριό επίσης της επαρχίας Δωρίδος: «Και τα μεν άνυδρα (χωράφια) μετά το σκάλισμα αφήνονταν στις καιρικές συνθήκες. Εάν έβρεχε κάνα νερό ο Ιούνιος-Ιούλιος κάτι γινόταν, αν μάλιστα είχαν κοπριστή, αλλιώς η απόδοση ήταν μηδαμινή» (Θάνος, Ο Δάφνος Δωρίδος, ό.π., σ. 88).

40. Μια ιδέα για την κοινωνική διαστρωμάτωση στον ορεινό αγροτικό χώρο δίνει η μοναδική -απ' όσο γνωρίζω- στο είδος της,' μελέτη του Αλέξανδρου Κρίκου, πολιτικού επιστήμονα και οδοντιάτρου από την Κερασιά (παλιό Σουρούστι), της ορεινής Δωρίδας: Αλέξ. Κρίκος, «Τα Οικονομικά των αγροτών. Στατιστική μελέτη επί των οικονομικών των κατοίκων του χωρίου Σουρουστίου της Δωρίδος διά το έτος 1914», Αθήνα 1932(= Α. Κρίκος, Μελέτες Β", Αθήνα 1991, σ. 7-32, εκδεδομένες από τους απογόνους του Α. Κρίκου). Ο Κρίκος παραθέτει πίνακα αναλυτικών εσόδων σε είδος και δραχμές όλων των οικογενειών (113) του χωριού, τόσο εκείνων που διέμεναν στην Κερασιά καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, όσο και εκείνων που περνούσαν τους χειμερινούς μήνες σε πεδινά μέρη. Μετατρέπει σε δραχμές τα έσοδα εις είδος και συνάγει ένα μέσο ετήσιο εισόδημα ανά οικογένεια 596 δρχ. Στη συνέχεια υπολογίζει τα έξοδα, όχι όμως αναλυτικά, κατά οικογένεια. Ουσιαστικά, δε μπορούμε να συγκρίνουμε έσοδα και έξοδα της ίδιας οικογένειας. Ο ετήσιος μέσος όρος εξόδων κατά οικογένεια υπολογίζεται από το συγγραφέα σε 948 δρχ. Το αριθμητικό συμπέρασμα είναι ένα ετήσιο έλλειμμα 353 δρχ. ανά οικογένεια και ακόμη, μέσω άλλων υπολογισμών, ένα ημερήσιο έλλειμμα 0,21 δρχ. κατ' άτομο. Το γενικότερο συμπέρασμα είναι η ανέχεια του ορεινού πληθυσμού. Σε μελέτη του («Εισοδηματικές δομές...», ό.π.) που στηρίζεται στα στοιχεία του Κρίκου ο Κ. Κωστής επιχειρεί να διαφωτίσει την κοινωνική διαστρωμάτωση της Κερασιάς και χρησιμοποιεί τον, ταιριαστό πιστεύω, όρο «εισοδηματικές τάξεις». Εδώ, ωστόσο, θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σε δύο σημεία: 1) Ο Κρίκος δεν παραθέτει στοιχεία για τα μεταναστευτικά εμβάσματα, αν και αναγνωρίζει το ζωτικό ρόλο τους στην οικογενειακή οικονομία της εποχής και 2) Ο Κ. Κωστής διαπιστώνει ότι τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα του χωριού έχουν και μεγαλύτερα έσοδα από την κτηνοτροφία, αλλά και ότι τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα περνούν λιγότερους μήνες στο χωριό (ό.π., σ. 198, 200). Στο δικό μας παράδειγμα, όπως θα αναφέρουμε συχνά στην εργασία αυτή, οι κτηνοτρόφοι συγκροτούν μάλλον την ασθενέστερη οικονομικά και κοινωνικά πληθυσμική ομάδα. Στην Κερασιά έχουμε κτηνοτροφία μεγαλύτερης διακίνησης από το Κροκύλειο, αφού τα κοπάδια δεν ξεχείμαζαν μόνο στην πεδιάδα του Μόρνου αλλά και γύρω από το Μεσολόγγι (Συν. με τους αδελφούς Η. και Κ. Χ., σ. 111-113). Επομένως οι κτηνοτρόφοι

p. 50

χρηματικό εισόδημα φαίνεται ότι αποτελούσε αποφασιστικό κριτήριο οικονομικής και κοινωνικής ισχύος.41 Παρ' όλο που λογικά, χάρη στα εμβάσματα και xtς διοικητικές υπηρεσίες που έδρευαν στο χωριό, ο εκχρηματισμός της οικονομίας βρισκόταν, συνολικά, πάνω από τα όρια του «υποχρεωτικού εκχρηματισμού», του εκχρηματισμού που επιβάλλουν οι κρατικές φορολογικές απαιτήσεις σε μια (ιδεοτυπική) οικονομία ζωάρκειας,42 ισχύει προφανώς και στο παράδειγμα μας αυτό που διαπιστώνει ο Κ. Κωστής για το χωριό Κερασιά (Σουρούστι) της ορεινής Δωρίδας: «Τα χρηματικά ... εισοδήματα παίζουν σημαντικό ρόλο στις πλουσιότερες ομάδες ενώ εκμηδενίζονται στις φτωχότερες».43 Αυτό ίσως σχετίζεται και με το γεγονός ότι τόσο στις προφορικές αφηγήσεις, όσο και σε πηγές, όπως τα σωζόμενα Μαθητολόγια όπου καταγράφεται το επάγγελμα του πατέρα κάθε παιδιού, δάσκαλοι, ιερείς, μικρέμποροι δεν αναφέρονται ως γεωργοί παρ' όλο που, ταυτόχρονα, ζούσαν καλλιεργώντας τη γη και εκτρέφοντας ζώα.44 Από τις διαθέσιμες πηγές, κυρίως από προφορικές μαρτυρίες και τα στοιχεία που συγκέντρωσε ο Παρασκευάς Μπακαρέζος για την εποχή γύρω στα 1930 (στη βάση επίσης προφορικών μαρτυριών), μπορούμε να σχηματίσουμε μια γενική εικόνα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης στο χωριό:

Πολύ σχηματικά μπορούμε να διακρίνουμε στο μεσοπολεμικό χωριό μια

φοι πρέπει να περνούσαν στο σύνολο τους λιγότερο χρόνο στο χωριό απόσο οι άλλες ομάδες πληθυσμού. Το γεγονός αυτό όμως κατ' αρχήν δεν εναρμονίζεται με τη θέση ότι όσοι είχαν μεγαλύτερα έσοδα από την κτηνοτροφία και συγκροτούσαν τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα της Κερασιάς, περνούσαν μεγαλύτερο διάστημα στο χωριό. Γεγονός είναι, όπως τονίζει ο Κ. Κωστής, ότι η απουσία εθνογραφικών στοιχείων δεν επιτρέπει παρά μια περιορισμένη ερμηνεία των αριθμών. Μήπως οι κατ' επάγγελμα κτηνοτρόφοι αναλάμβαναν κατόπιν συμφωνίας τα ζώα άλλων, εύπορων χωριανών; ή, μήπως στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα στα οποία αναφέρεται ο Κωστής, συγκαταλέγονται στην πραγματικότητα οικογένειες που κατάγονταν από το Σουρούστι και περνούσαν το καλοκαίρι στο χωριό, αλλά κατοικούσαν μόνιμα σε αστικά κέντρα και δεν αντλούσαν το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων τους από το χωριό, οπότε με βάση τα στοιχεία της επιτόπιας έρευνας του Κρίκου εμφανίζονται οικονομικά ασθενέστερες χωρίς να είναι;

41. Η αξία του χρηματικού εισοδήματος προβάλλει με γλαφυρότητα και σαφήνεια στην αφήγηση μιας χωριανής, η οποία παντρεύτηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Το βασικό επιχείρημα του αδελφού της για την πείσει να παντρευτεί τον συγκεκριμένο άντρα ήταν ότι ο τελευταίος εισέπραττε μια αναπηρική σύνταξη: «Κάτσε καταή, μωρ' αδερφή! ... λέει, να σ' κουβεντιάσω... Έλα να πάρουμε τα παιδιά από χει κάτ', λέει, απ' τον πάτ' απ' το χωριό και να διούμε ένα γύρο στο χωριό, κείνα τα παιδιά, τούτα τα παιδιά, κείνα, αν έχνε, λέει, μια δραχμή, όχ' κατοστάρικο, μια δραχμή, λέει. -Κέρμα δεν έχ' κανένα, τ' λέω, το ξέρω που δεν έχ' κανένα. -Αυτός, λέει, μόλις θα πας στο σπίτ' κει πέρα, θα πας να πάρς λάδ', λέει, να φκιάσεις λάχανο, γιατ' ήταν και φτώχειες τότε...» (Συν. με την Π. Γ., σ. 7).

42. Σ. Ασδραχάς, «Ο εκχρηματισμός στις αγροτικές οικονομίες: Το ελληνικό παράδειγμα», στο Σ. Ασδραχάς, Οικονομία και νοοτροπίες (Νεοελληνικά Μελετήματα, 10), Αθήνα 1988, σ. 43-55, κυρίως σ. 46.

43. Κωστής, «Εισοδηματικές δομές», ό.π., σ. 201' πβ. εδώ και σημ. 28.

44. Ό.π., σημ. 34.

p. 51

ολιγάριθμη «ελίτ», την οποία συγκροτούσαν οι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού οικογένειες του καθηγητή του Σχολαρχείου, του συμβολαιογράφου, του ειρηνοδίκη, ορισμένες οικογένειες προυχόντων, όπως οι Κανταίοι και οι Σακκαρελλαίοι, και γενικότερα οικογένειες για τις οποίες γνωρίζουμε ότι είχαν σταματήσει ή σχεδόν σταματήσει να καλλιεργούν οι ίδιες τα χωράφια. Στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας βρίσκονταν οι λιγοστές, όπως φαίνεται, οικογένειες «φτωχών ξωμάχων» που κατοικούσαν μόνιμα σε πρόχειρα αγροτικά οικήματα (καλύβια) εκτός του κεντρικού οικισμού45 και οι σχετικά λίγες οικογένειες των ποιμένων, οι οποίες συντηρούσαν αιγοπρόβατα, αντλώντας το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος τους από αυτή την απασχόληση, περνώντας το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μακριά από τον κεντρικό οικισμό και παραμένοντας προσκολλημένοι σε αρχέγονα πρότυπα ζωής. Ανάμεσα σ' αυτούς και την «ελίτ» του χωριού κινούνταν οι άλλοι χωριανοί, μια οικονομικά και κοινωνικά ανομοιογενής στην πραγματικότητα πλειοψηφία, που εξασφάλιζε τα προς το ζην από διαφορετικές πηγές εισοδημάτων και από την πολυαπασχόληση. Οι άνθρωποι αυτοί ζούσαν -κατά ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσοστό ανάλογα με την περιουσία τους- καλλιεργώντας τη γη τους και συντηρώντας έναν μικρό αριθμό ζώων. Σε καλύτερη μοίρα από τους υπόλοιπους βρίσκονταν γενικά οι μικροί καταστηματάρχες (παντοπώλες, καφεπώλες) του χωριού46 και όσοι διέθεταν ένα σταθερό εισόδημα ή μια σύνταξη (οι δάσκαλοι ή οι ιερείς λ.χ.). Όσοι δεν είχαν άλλα εισοδήματα αλλά και ορισμένοι μετανάστες που είχαν επιστρέψει στο χωριό, έκαναν αγώγια με τα μουλάρια, εργάζονταν ως κτίστες ή ξυλουργοί, εκτελούσαν χρέη ταχυδρόμου. Όσοι κατόρθωσαν να επιστρέψουν από την Αμερική έχοντας συγκεντρώσει ένα σεβαστό ποσό αλλά και όσες οικογένειες λάμβαναν τακτικά μεταναστευτικά εμβάσματα από το σύζυγο, το γιο ή τους γιους, τον αδελφό ή τους αδελφούς που είχαν ξενιτευτεί, αποτέλεσαν, όπως φαίνεται, τη νέα εύπορη «τάξη» του χωριού.

45. Στο αυτοβιογραφικό του αφήγημα ο Δημήτρης Υφαντής τους χαρακτηρίζει με συμπάθεια «φτωχούς ξωμάχους» και επισημαίνει ότι «ζούσαν μακριά απ' το χωριό και γι' αυτό κάμποσους απ' αυτούς δεν τους γνωρίζαμε καθόλου». Παραθέτει τα ονόματα 7 ατόμων ή οικογενειών που κατοικούσαν μόνιμα στις νοτιοδυτικές περιοχές του χωριού (συγκεκριμένα στις περιοχές: Aï-Παντελεήμονας, Αλαφομούσκι, Στριφλιά, Βαμπακιά, Μπεσιά, Τρομπέτα) και σημειώνει ότι υπήρχαν επίσης «και διάφοροι άλλοι», στοιχείο που (εξαιτίας και της μεγάλης αξιοπιστίας του συγγραφέα), υποδεικνύει ότι δεν επρόκειτο για πάνω από 20, ίσως ούτε καν πάνω από 10 νοικοκυριά, κάτι που θα συμφωνούσε και με προφορικές μαρτυρίες (Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 88, 89).

46. Πβ. τα όσα υποστηρίζει η Α. Collard για την προνομιούχο θέση των καταστηματαρχών στον ορεινό χώρο της Ευρυτανίας και γενικότερα για τη συγκρότηση μιας ισχυρής τοπικής ελίτ σε μια κοινωνία με αρκετές, όπως φαίνεται, αναλογίες προς το παράδειγμά μας: Α. Collard, «The inequalities of change in a Greek mountain village (Sterea Hellas. Evritania)», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Numéro Spécial (1981): Aspects du changement social dans la campagne grecque, σ. 216.

p. 52

Αυτή η εικόνα αφορά στα χρόνια μετά το 1915, στη δεκαετία του 1920 και, προπάντων, στη δεκαετία του 1930. Με τα στοιχεία τα οποία έχουμε στα χέρια μας δεν μπορούμε να την ποσοτικοποιήσουμε, παρά σε πολύ αδρές γραμμές:

- Πόσες ήταν, λ.χ., αυτές οι σχετικά λίγες οικογένειες των ποιμένων που ζούσαν μακριά από τον κεντρικό οικισμό; Φαίνεται ότι γύρω στα 1930 ο αριθμός τους δεν υπερέβαινε τις 35 σε σύνολο 200 περίπου νοικοκυριών. Αν θεωρήσουμε ότι το Δημοτικό σχολείο (όπως συνάγεται από τα σωζόμενα αρχεία και τις προφορικές μαρτυρίες), αριθμούσε κατά μέσο όρο 100 παιδιά στις αρχές της δεκαετίας του 1930, τότε από τα επαγγέλματα με τα οποία απαντούν οι πατέρες μαθητών και μαθητριών στα Μαθητολόγια, προκύπτει ότι μόνο το ένα δέκατο των παιδιών ανήκαν σε οικογένειες ποιμένων. Αυτό το χαμηλό ποσοστό υποδεικνύει ότι οι κατ' εξοχήν κτηνοτρόφοι δεν κυριαρχούσαν πληθυσμιακά στο χωριό, προφανώς όμως συνδέεται και με το γεγονός ότι -όπως θα δούμε αργότερα- δεν έστελναν όλοι οι κτηνοτρόφοι, όλα τα παιδιά τους τακτικά στο σχολείο.

- Πόσοι από τους μετανάστες είχαν κατορθώσει να συγκεντρώσουν ένα χρηματικό ποσό, ικανό να βελτιώσει αισθητά το βιοτικό επίπεδο της οικογένειάς τους; Οπωσδήποτε, πάντως, όχι όλοι. Στις μισές περίπου περιπτώσεις από όσες κατέγραψε ο Μπακαρέζος, αναφέρεται ότι οι μετανάστες έστελναν στους δικούς τους στο χωριό, ή επέστρεψαν με «λίγα» ή «καθόλου» χρήματα, σε αντίθεση με όσους είχαν συγκεντρώσει «αρκετά» ή «πολλά». Το μοτίβο του μετανάστη που προκόβει ή δεν προκόβει στην Αμερική, που στέλνει εμβάσματα στην οικογένεια του στο χωριό ή (σπάνια) χάνονται τα ίχνη του, απαντά συχνά στις προφορικές αφηγήσεις.

- Πόσοι ήταν οι μικρέμποροι και μισθωτοί ή συνταξιούχοι του χωριού; Σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία συγκέντρωσε ο Μπακαρέζος περίπου 30 άνθρωποι, γύρω στα 1930, αριθμός που ως τάξη μεγέθους εναρμονίζεται με τις προφορικές μαρτυρίες. Μπορούμε να θεωρήσουμε όλους αυτούς τους ανθρώπους προνομιούχους; Όλοι είχαν βέβαια ένα, περισσότερο ή λιγότερο, σταθερό εισόδημα, το οποίο, μάλιστα, ήταν στο σύνολο του ή εν μέρει χρηματικό: Οι πέντε παντοπώλες, οι τέσσερις καφεπώλες, οι τρεις δάσκαλοι (με καταγωγή από το χωριό), ο καθηγητής του Σχολαρχείου, οι τρεις μυλωνάδες, οι τρεις κρεοπώλες, ο δικαστικός κλητήρας, ο ιερέας (παρ' όλο που τουλάχιστον μέχρι το νόμο του 1932, επισήμως οι ιερείς δεν μισθοδοτούνταν τακτικά)47, όποιος

47. Το 1931/32 ψηφίστηκε νόμος που ανέθετε τη διοίκηση των ενοριακών ναών στο μητροπολιτικό συμβούλιο και προνοούσε για την τακτική μισθοδοσία του κλήρου και την ασφάλιση του -ο μισθός ενός ιερέα κυμαινόταν από 1000-2000 δρχ. το μήνα. Στην πράξη οι ιερείς αμείβονταν, όπως και πριν, από τα έσοδα του ναού, λόγω έλλειψης άλλων διαθέσιμων πόρων [Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Κ' (Ελλάς - Ελληνική Εκκλησία), σ. 681]. Από τις μαρτυρίες προκύπτει ότι σε μεγάλο βαθμό αμείβονταν σε είδος -τα πρόσφορα

p. 53

είχε το μονοπώλιο της διακίνησης πετρελαίου, σπίρτων και αλατιού και οι 12 συνταξιούχοι. Αλλά, ανάμεσα στους τελευταίους, συναντάμε και 5 αναπήρους πολέμου, οι οποίοι δεν μπορούν να εξισωθούν ως προς την κοινωνικο-οικονομική τους θέση με τους 3 συνταξιούχους στρατιωτικούς, τους άλλους 3 συνταξιούχους συμβολαιογράφους ή τον συνταξιούχο της Χωροφυλακής. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Μπακαρέζου γύρω στα 1930 η αναπηρική σύνταξη δεν υπερέβαινε τις 250 δρχ. το μήνα ενώ οι υπόλοιπες συντάξεις και μισθοί ξεκινούσαν από τις 1000 περίπου δρχ. το μήνα (μισθός δικαστικού κλητήρα) και ανέρχονταν στις 2500 δρχ. περίπου (σύνταξη απόστρατου αξιωματικού).

Στα στοιχεία του Μπακαρέζου αναφέρονται τρεις χτίστες, επτά μαραγκοί, τρεις μοδίστρες, τρεις αγωγιάτες, τέσσερις τσαγκάρηδες, ένας κουρέας, δύο υλοτόμοι, ένας εργάτης εργοστασίου (εσωτερικός μετανάστης στο Αίγιο), ένας σιδεράς («γύφτος»), ένας κλαριτζής και τρεις συμβασιούχοι υπάλληλοι του Ταχυδρομείου. Τα επαγγέλματα αυτά απαντούν και στις προφορικές αφηγήσεις, χωρίς όμως να δίνεται η εντύπωση ότι αποτελούσαν αποφασιστικό κριτήριο κοινωνικο-οικονομικής διαφοροποίησης.48

Πριν κλείσω αυτή την ενότητα θα ήθελα να αναφερθώ, κάπως πιο αναλυτικά, σε όσους είχαν ως κύρια ενασχόληση την κτηνοτροφία, επειδή τα παιδιά τους ακολουθούσαν, όπως θα δούμε, μια σαφώς διαφορετική πορεία από εκείνη των υπόλοιπων παιδιών. Η κοινωνική αποστασιοποίηση από τους κτηνοτρόφους που ζούσαν, όπως λέγεται, «έξω απ' το χωριό», είναι εμφανής στο λόγο των υπόλοιπων χωριανών, κάθε ηλικίας. Φαίνεται, ότι γενικότερα στον ορεινό χώρο οι εδραίοι κάτοικοι συγκροτούσαν την ιθύνουσα τάξη μιας κοινότητας, έναντι των μετακινούμενων κτηνοτρόφων.49 Οι κτηνοτρόφοι αποτελούσαν τη

αποτελούσαν μέρος της αμοιβής και, ορισμένες φορές, σύμφωνα με μαρτυρίες, γίνονταν αντικείμενο έριδας μεταξύ των ιερέων. Στα αυτοβιογραφικά του κείμενα ο Κροκυλειώτης Δημήτρης Υφαντής σημειώνει ότι οι ιερείς πληρώνονταν σε είδος (από την καινούρια, κάθε φορά, σοδειά) από τους ενορίτες (Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 153, 154). Τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920 λειτουργούσαν στο χωριό δύο ιερείς, λόγω του σχετικά σημαντικού πληθυσμού (ό.π., σ. 63).

48. Πβ. τα επαγγέλματα που καταγράφει και παρουσιάζει για το χωριό Διχώρι της ορεινής Δωρίδας η Μ. Λουκοπούλου-Παττίχη, (Επιστροφή..., ό.π., σ. 151 κ.εξ.). Σύμφωνα με τη συγγραφέα: «Το χωριό ... δεν γνώριζε διαφοροποιήσεις που οδηγούσαν στη διαμόρφωση επαγγελματικών τάξεων. Οι χωριανοί ζούσαν σαν σε μια πρωτόγονη κοινωνία που τα έκαναν όλοι όλα». Πβ. επίσης τα επαγγέλματα που αναφέρονται για το χωριό Βοστινίτσα (Δάφνο) της ορεινής Δωρίδας: Χ. Θάνος, Ο Δάφνος Δωρίδος, ό.π., σ. 77-84. Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1910 στη Βοστινίτσα.

49. Τουλάχιστον αυτό υποδεικνύουν οι παρατηρήσεις ανθρωπολόγων για μεταπολεμικές κοινωνίες ορεινών κοινοτήτων της Ηπείρου, όπου, όμως, απαντά μετακινούμενη κτηνοτροφία μεγάλων αποστάσεων, σε αντίθεση με το Κροκύλειο: αναφέρεται με τις απαραίτητες παραπομπές στο Μπούσχοτεν, Ανάποδα Χρόνια, ό.π., σ. 54. Οι παρατηρήσεις αφορούν στα χωριά Συρράκο, Φούρκα και Ζαγόρι.

p. 54

λιγότερο «αστικοποιημένη» κοινωνική ομάδα του χωριού και ζούσαν, ως ένα βαθμό, αποκομμένοι από τους άλλους χωριανούς.

Οι συνομιλητές και συνομιλήτριες τους αποκαλούν «τσοπάνηδες»' στα Μαθητολόγια της εποχής, συναντάμε τους όρους «ποιμήν», «γεωργοποιμήν» και, σπάνια, «κτηνοτρόφος», στη στήλη όπου δηλώνεται το επάγγελμα του πατέρα. Στα τσελιγγάτα, τους άτυπους συνεταιρισμούς νομάδων κτηνοτρόφων του ορεινού χώρου, «τσοπάνοι» αποκαλούνταν τα φτωχότερα μέλη τους, όσοι δηλαδή διέθεταν, στην καλύτερη περίπτωση, 100 ζώα.50 Στα χωριά της ορεινής Δωρίδας το μέγεθος των κοπαδιών και η δομή των οιωνδήποτε συνεταιρισμών, δε φαίνεται να δικαιολογεί την επωνυμία «τσελιγγάτο»' οπωσδήποτε δε μπορούμε να μιλήσουμε για τσελιγγάτα στο Κροκύλειο, όπου, προφανώς λόγω σχετικά ευνοϊκής θέσης και σχετικά «ήπιου» κλίματος το χωριό βρίσκεται σε υψόμετρο 850 μ.), έχουμε κτηνοτροφία μικρής διακίνησης, δε συναντάμε δηλαδή πραγματικούς ημι-νομάδες κτηνοτρόφους.51 Οι κτηνοτρόφοι του Κροκυλείου ήταν άλλωστε μικρής ή μεσαίας εμβέλειας, σε αντίθεση με εκείνους άλλων κοινοτήτων της ορεινής Δωρίδας, οι οποίες βρίσκονταν σε μεγαλύτερο υψόμετρο, όπως η Αρτοτίνα, η Βοστινίτσα (σημ. Δάφνος) ή η Κωστάριτσα (σημ. Διχώρι). Φαίνεται ότι σε αυτά τα χωριά οι τσοπάνηδες αποτελούσαν σημαντικότερο τμήμα του πληθυσμού κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και διέθεταν μεγαλύτερα κοπάδια, τα οποία κατά μεγάλο μέρος ξεχείμαζαν στην Αττική.52

Δυστυχώς δε διαθέτουμε αρκετά ή συστηματικά στοιχεία για να προσδιορίσουμε την οικονομική τους κατάσταση και να μιλήσουμε με μεγαλύτερη βεβαιότητα για την οικονομική τους θέση. Από τις αφηγήσεις προκύπτει ότι το μέγεθος ενός κοπαδιού σπάνια υπερέβαινε τα 200 ζώα. Αυτό συμφωνεί και με τις εκτιμήσεις του γεωπόνου της περιοχής, κατά τη δεκαετία του 1950, ο οποίος κατατάσσει τους κτηνοτρόφους του χωριού στους σχετικά μικρής εμβέλειας κτηνοτρόφους. Φαίνεται, μάλιστα, ότι συχνά μίσθωναν ζώα, δίνοντας στους ιδιοκτήτες τους ένα μέρος της παραγωγής ανά ζώο (κεφαλιακό σύστημα) ή με τη λήξη του συμβολαίου, τα μισά από τα ζώα που είχαν εν τω μεταξύ αυξηθεί (μεσιακό σύστημα).53 Σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που μας απα-

50. Λ. Αρσενίου, Τα Τσελιγγάτα, β' έκδ. Αθήνα 1972, σ. 16.

51. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, με τις εδαφικές ανακατατάξεις τους, συνετέλεσαν στη σταδιακή εξάλειψη της μετακινούμενης κτηνοτροφίας των μεγάλων αποστάσεων, ενώ η μετακινούμενη κτηνοτροφία μικρών αποστάσεων πέτυχε να επιβιώσει (Κωστής, Αγροτική Οικονομία, ό.π., σ. 125, 127).

52. Βλ. τις πληροφορίες που καταγράφει η Μ. Λουκοπούλου-Παττίχη για τους τσοπάνηδες στο Διχώρι (Λουκοπούλου-Παττίχη, Επιστροφή..., ό.π., σ. 164-175, και ο Χ. Θάνος, Ο Δάφνος Δωρίδος..., ό.π., σ. 91-94).

53. Όπως μου είπε ένας συνομιλητής (Συν. 2 με τον Μ.Μ., σ. 3) «αυτός που τάδνε μισακά ήταν σε πιο καλή μοίρα απ' αυτόν πόκαμε τον τσοπάν'». Σύμφωνα με το λαογράφο

p. 55

απασχολεί οι κτηνοτρόφοι συντηρούσαν κοπάδια αιγοπροβάτων, οπότε επωφελούνταν από τα προτερήματα και των δύο ειδών για την οικονομία.54 Μόνο με την απαγόρευση της βοσκής αιγών σε δάση ελάτης, οξυάς, δρυός και μαύρης πεύκης το 1937,55 αφότου δηλαδή, σύμφωνα με την έκφραση των ντόπιων, «ο Μεταξάς τα χάλασε τα γίδια», στράφηκαν, σχεδόν αποκλειστικά, στα πρόβατα. Οι τσοπάνηδες περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου εκτός του κεντρικού οικισμού, σε πρόχειρα οικήματα (τις «ταράτσες»)' ήταν όμως, σύμφωνα με την έκφραση της εποχής, «χωριάτες τσοπάνηδες», είχαν δηλαδή και σπίτι στον κεντρικό οικισμό, στο χωριό.56 Δε διέθεταν πολύ ρευστό χρήμα. Πιστοί στις παραδόσεις του παρελθόντος, οι περισσότεροι ήταν συγχρόνως και μικρής εμβέλειας ζωοκλέφτες. Η ζωοκλοπή -όπως μαρτυρούν τα διάφορα νομοθετικά διατάγματα που στόχευαν στην εξάλειψη της και εκδίδονταν συνεχώς από το 184857- ήταν πολύ συνηθισμένη στην ελληνική ύπαιθρο, όχι μόνο στη διάρκεια του 19ου αι. αλλά και σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που μας απασχολεί. Όπως θα πούμε αργότερα, δεν προσπόριζε απλώς κρέας, αλλά αποτελούσε και δείγμα ανδρισμού, μέσο σύναψης στενών κοινωνικών σχέσεων, μέρος του συμβολικού κεφαλαίου των ανθρώπων.

Από τις αφηγήσεις προκύπτει, επίσης, ότι οι κτηνοτρόφοι, χάρη ακριβώς στα ζώα που εξέτρεφαν, σε μια εποχή όπου η εξασφάλιση της τροφής δεν ήταν ακόμη δεδομένη ή αυτονόητη, «δεν πεινούσαν», όπως μου είπαν ορισμένοι συνομιλητές. Ενώ όμως είχαν εξασφαλισμένη την τροφή τους, φαίνεται, όπως θα δούμε παρακάτω, ότι υστερούσαν στους άλλους τομείς της ζωής (ένδυση, κατοικία, συμμετοχή στις κοινωνικές εκδηλώσεις, αλφαβητισμός). Οι μικρής εμ-

του Μεσοπολέμου Δ. Λουκόπουλο, Ρουμελιώτη από το χωριό Αρτοτίνα της ορεινής Δωρίδας, «Πολλοί χωριάτες αγοράζουν και διατηρούνε πράματα [ζώα], είτε για εμπόριο, είτε για να παίρνουν το σόδημα» (Δ. Λουκόπουλος, Ποιμενικά της Ρούμελης (Ιστορική και Λαογραφική Βιβλιοθήκη, 8), Αθήνα 1930, σ. 159)' για το κεφαλιακό και το μεσιακό σύστημα εκμίσθωσης αιγοπροβάτων βλ., Στο ίδιο, σ. 159-162. Βλ. επίσης από τα συμβόλαια το έγγραφο αρ. 11577 (Εταιρικόν δραχ. 20000, της 6.9.1931), όπου ο Σπ. Σαΐτης συμφωνεί να δώσει 60 πρόβατα σε δυο συγχωριανούς του να τα φροντίσουν για τέσσερα χρόνια με αντίτιμο το ήμισυ της ετήσιας παραγωγής' μετά από τέσσερα χρόνια οι βοσκοί θα κρατήσουν τα μισά από τα ζώα που θα υπάρχουν τότε.

54. Τουλάχιστον στην Ελλάδα του πρώτου μισού του 20ού αι., οι κατσίκες παρήγαν, κατά κανόνα, μεγαλύτερη ποσότητα γάλακτος κατά κεφαλή από τα πρόβατα' το γάλα τους ήταν καλύτερο για την παρασκευή βουτύρου, ενώ το γάλα των προβάτων για την παρασκευή τυριού (Χ. Ευελπίδης, Η Γεωργία της Ελλάδος, ό.π., σ. 99, 125).

55. Ό.π., σ. 88.

56. Για το διαχωρισμό ανάμεσα σε σκηνίτες (ή βλάχους) και χωριάτες τσοπάνηδες, καθώς και για τους μη νομάδες κτηνοτρόφους που ξεχείμαζαν στην ευρύτερη περιοχή του χωριού τους, βλ. Λουκόπουλος, Ποιμενικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 17, 113.

57. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. IB', Αθήνα 1930, σ. 142: λήμμα «ζωοκλοπή».

p. 56

εμβέλειας αυτοί κτηνοτρόφοι διέθεταν ένα μέρος των προϊόντων τους στην περιορισμένη αγορά του χωριού και ορισμένες φορές των γύρω χωριών: «Κάνα βούτυρο πούλαγαν, μωρέ, τυρί λίγο... Κάτ' λίγα πράματα (κέρδιζαν από χρήματα) Ψευτοζήγανε ... Στα μαγαζά 'δω πέρα πούλαγαν. Ήταν πολύς κόσμος ... Τόπηζαν τυράκ' το γάλα. Και δίναν κάνα, αν χρωστάγαν, κεφαλιακό, μισακό, να κρατήσνε για το σπίτ'. Αφού, σκέψ', κάναν 150 οκάδες τραχανά».58 Η συντήρηση των περιορισμένων σχετικά κοπαδιών δεν άφηνε περιθώρια για συσσώρευση ενός μικρού κεφαλαίου, απαραίτητου για τη σταδιακή υιοθέτηση ενός άλλου τρόπου και προτύπου ζωής. Άλλωστε η φροντίδα των ζώων απαιτούσε συνεχή ετοιμότητα: «Ήταν νοικοκυραίοι, αλλά σε κατώτερ' κατάσταση. Μην κοιτάς 'μεις, ο πατέρας μ' είχε μαγαζί ... Η τσοπανούρα είχε άλλο έτσι, είχε λέρωμα, πρέπ' να ξενυχτήσεις, να καθήσεις, να αρμέξεις, να κουρέψεις, να κάνς, να ράνς...».59


Από πού και πώς προέκυψε η κοινωνία την οποία περιγράψαμε; Τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεση μας είναι ελάχιστα και διάσπαρτα. Αλλά καμιά κοινωνία δεν είναι απόλυτα απαλλαγμένη από το παρελθόν της, ούτε βέβαια τα βιώματα και οι εμπειρίες των ανθρώπων είναι στοιχεία απαλλαγμένα από το παρελθόν της κοινωνίας στην οποία έζησαν.

Ποια ίχνη έχει αφήσει το μακρινό παρελθόν του χωριού στις προφορικές αφηγήσεις; Σε ένα πρώτο επίπεδο οι άνθρωποι μιλούν για το παρελθόν του χωριού γενικά, χωρίς να το προσδιορίζουν χρονικά, και αναφέρονται σε δύο πράγματα: α) Στο στρατηγό Μακρυγιάννη που γεννήθηκε το 1797 στην τοποθεσία Κρύα Βρύση, στο συνοικισμό Αβορίτι, μόλις 3 χλμ. έξω από τον κεντρικό οικισμό60, και β) στην οικοδόμηση της Μεγάλης Βρύσης (1899) πέντε πέτρινων κρηνών, από πέντε προύχοντες, των οποίων οι κεφαλές έχουν σκαλιστεί πάνω από κάθε κρήνη. Η σταθερή αυτή αναφορά στη βρύση, που δεσπόζει, ακόμη, άθικτη σε ένα χώρο όπου τα σπίτια ανακατασκευάζονται και αποκτούν συνεχώς νέα μορφή, σχετίζεται προφανώς με την καίρια οικονομική και κοινωνική λειτουργία της, τότε και τώρα.61 Η αναφορά στο Μακρυγιάννη φανερώνει

58. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 3. Ο Μ. Μ. είναι ο ίδιος κτηνοτρόφος. Η αφήγηση του διακρίνεται για την αμεροληψία με την οποία επιχειρεί να αντιμετωπίσει το παρελθόν του χωριού, χωρίς διάθεση εξωραϊσμού του.

59. Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 9.

60. Υφαντής, Το Κροκύλιο..., ό.π., σ. 27.

61. «Η βρύση αποτελεί ένα κεντρικό στοιχείο της οργάνωσης του δομημένου χώρου με σημαντικές κοινωνικές λειτουργίες (συνάξεις, συνευρέσεις, τέλεση εθίμων κ.λπ.) αλλά και με έντονη τη συμβολική διάσταση, κάτι που την καθιστά βασικό σύμβολο ταυτότητος» (Β.

p. 57

περισσότερα για τη σύγχρονη διαδικασία συγκρότησης της ταυτότητας στο πλαίσιο μιας συμβολικής, φαντασιακής,62 κατ' ουσίαν κοινότητας -αφού η συντριπτική πλειοψηφία των μελών της δε ζει στο χωριό— και λιγότερα για το βιωμένο παρελθόν του χωριού. Άλλωστε, μόλις τα τελευταία είκοσι χρόνια προβλήθηκε η καταγωγή του στρατηγού από την περιοχή, σε μια προσπάθεια -κυρίως του αθηναϊκού συλλόγου Κροκυλειωτών- να αναβαθμιστεί το χωριό, μέσω της οργάνωσης πολιτιστικών εκδηλώσεων.63

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ορισμένοι συνομιλητές ανακαλούν στη μνήμη τους ιστορίες για την ίδρυση και τη συγκρότηση του χωριού, ιστορίες οι οποίες έχουν το χαρακτήρα μυθικών-παραμυθιακών αφηγήσεων αλλά εκφράζουν μια πραγματικότητα.

Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, να σκιαγραφήσουμε την ιστορία του χωριού στη διάρκεια κυρίως του 19ου αιώνα: Το Παλιοκάτουνο (όπως ονομαζόταν πριν από το 1915) δεν πρέπει να ακολούθησε πολύ διαφορετική πορεία από εκείνη άλλων ορεινών χωριών της περιοχής. Κατά την Τουρκοκρατία τα χωριά της ορεινής Δωρίδας ανήκαν διοικητικά στον καζά του Λιδωρικίου.64 Στην αρχή το Παλιοκάτουνο (όπως δηλώνει και η λέξη65) πρέπει να ήταν, τουλάχιστον κατ' ουσία, ένας από τους πολλούς συνοικισμούς τσοπάνηδων66 που είχαν σχέση με

Νιτσιάκος, Λαογραφικά ετερόκλητα, Αθήνα 1997, σ. 62).

62. Μπ. Άντερσον, Φαντασιακές Κοινότητες. Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, μετ. Π. Χαντζαρούλα, Αθήνα 1997.

63. Σήμερα ο μαρμάρινος αδριάντας του Μακρυγιάννη δεσπόζει στην είσοδο του χωριού' ο Σύλλογος Κροκυλειωτών της Αθήνας φέρει την επωνυμία «Ο Μακρυγιάννης», και κάθε τέσσερα χρόνια οργανώνονται το καλοκαίρι στο χωριό πολιτιστικές εκδηλώσεις που ονομάζονται «Μακρυγιάννεια».

64. I. Γιαννόπουλος, Η Διοικητική Οργάνωσις της Στερεάς Ελλάδος κατά την Τουρκοκρατίαν (1393-1821). Συμβολή εις την Μελέτην της Επαρχιακής Διοικήσεως του κυριάρχου Οθωμανικού κράτους, Διατριβή επί Διδακτορία (Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου, 18), Εν Αθήναις 1971, σ. 107.

65. Η λέξη «κατούνα» (δεύτερο συνθετικό της ονομασίας «Παλαιοκάτουνο») είναι πιθανόν (μεσαιωνικής) λατινικής προέλευσης και σήμαινε, τουλάχιστον αρχικά, «στρατιωτική ή κτηνοτροφική εγκατάσταση σε ορεινό χώρο» [Ε. Π. Αλεξάκης, Τα παιδιά της σιωπής. Οικογένεια, συγγένεια και γάμος στους Αρβανίτες της Ν.Α. Αττικής-Λαυρεωτικής (18501940), Αθήνα 1996, σ. 150]. Σύμφωνα με τον Käser (Hirtern, Kämpfer, Stammeshelden, Βιέννη-Κολωνία-Βαϊμάρη 1992, σ. 401) η λέξη katun απαντά στα βλάχικα, τα σερβοκροάτικα και τα αλβανικά και σημαίνει: α) ποιμενική εργασιακή οργάνωση, β) ομάδα ποιμένων που συνεργάζονται και συνδέονται μεταξύ τους με σχέσεις συγγενειακές ή αδελφοποιτών, γ) (στα αλβανικά) χωριό, δ) μέρος μιας φατρίας.

66. Πβ. τα όσα γράφει η Λουκοπούλου-Παττίχη για ένα άλλο χωριό της ορεινής Δωρίδας, την Κωστάριτσα (σημ. Διχώρι): «Όσο δύσκολο είναι να καθοριστεί ο χρόνος του σχηματισμού του οικισμού Κωστάριτσα, τόσο εύκολο είναι να καθοριστεί το πώς σχηματίστηκε ... μικροί ποιμενικοί οικισμοί με πυρήνα τους τις οικογένειες (σόγια) εξελίχθηκαν σε χωριάκοινότητες...» (Μ. Λουκοπούλου-Παττίχη, Επιστροφή..., ό.π., σ. 113, 114).

p. 58
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 39

    Μέσα σε ποιες γενικές οικονομικές, κοινωνικές και δημογραφικές συνθήκες μεγάλωναν τα παιδιά στο Κροκύλειο; Θα επιχειρήσω να τις σκιαγραφήσω εντάσσοντας το τοπικό παράδειγμα στο ευρύτερο ελλαδικό πλαίσιο, στο βαθμό που επιτρέπει η βιβλιογραφία και μου υπαγορεύει η ανάγκη να μην υπερβώ τα όρια του κεντρικού προβληματισμού της εργασίας.


    Οι κάτοικοι του Κροκυλείου ανήκαν σε ένα, αριθμητικά, πολύ σημαντικό τμήμα του ελλαδικού πληθυσμού, αφού το 1907 πάνω από το 70%, το 1920 πάνω από το 60 % και στις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου πάνω από το 50% των Ελλήνων ζούσαν στην ύπαιθρο.1 Όμως, ταυτόχρονα, οι κάτοικοι του χωριού αποτελούσαν τμήμα μιας πληθυσμιακής μειονότητας, τουλάχιστον στα μεσοπολεμικά χρόνια: Ανήκαν στο 17,7% του συνολικού πληθυσμού και στο 11% περίπου του αγροτικού πληθυσμού (1.150.929 άτομα) που σύμφωνα με την απογραφή του 1928 ζούσε στις ορεινές περιοχές της χώρας, δηλαδή σε υψόμετρο άνω των 500 μ.2 (Το Κροκύλειο βρίσκεται σε υψόμετρο 850 μ. περίπου).

    Στις συζητήσεις για την αγροτική πολιτική του ύστερου 19ου και του πρώιμου 20ού αιώνα και συνακόλουθα στη σχετική ιστοριογραφία, κυριαρχούν μάλλον τα γνωστά κεντρικά προβλήματα της πεδινής αγροτικής οικονομίας, δηλαδή το ζήτημα των τσιφλικιών και το σταφιδικό ζήτημα, παρά η πορεία της ορεινής αγροτικής οικονομίας. Το πρώτο αφορούσε στη διανομή μεγάλων και εύφορων εκτάσεων γης (προπάντων στη θεσσαλική πεδιάδα), ιδιοκτησιών βαθύπλουτων Ελλήνων της Διασποράς, στους καλλιεργητές τους' το σταφιδικό ζήτημα αφορούσε εξάλλου τους πολυάριθμους μικροϊδιοκτήτες χωρικούς στις περιορισμένες πεδιάδες της βόρειας και δυτικής Πελοποννήσου, οι οποίοι καλλιεργούσαν σχεδόν αποκλειστικά ένα εμπορευματικό-εξαγωγικό προϊόν, τη σταφίδα, και βρίσκονταν στο έλεος κάθε κρίσης στη διεθνή αγορά. Το σταφιδικό ζήτημα κυριάρχησε ως το 1910 περίπου' στο Μεσοπόλεμο ο καπνός, που

    1. Κ. Κωστής, Αγροτική Οικονομία και Γεωργική Τράπεζα. Όψεις της ελληνικής οικονομίας στο Μεσοπόλεμο (1919-1928), Αθήνα 1987, σ. 78.

    2. Στο ίδιο, σ. 75.