Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
Title:Growing up in Mountainous Regions
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:38
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2003
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Mentalities and Behaviour
Social integration
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
Visible pages: 47-66 από: 395
Current page:

ρου, σε ιδιοκτησίες χωριανών σε αυτά τα αστικά κέντρα ή σε μετανάστες στην Αμερική32 και υποδεικνύουν ένα δίκτυο δομικών οικονομικών σχέσεων (εφόσον μεταβιβάζεται περιουσία), πέρα από τα όρια των χωριών της ορεινής Δωρίδας αλλά και της ευρύτερης περιφέρειάς τους.

Επομένως, εκ των πραγμάτων τα παιδιά στο Κροκύλειο των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα δεν μεγάλωναν σε μια απομονωμένη αγροτική κοινωνία αλλά σε μια κοινωνία η οποία σε μεγάλο βαθμό αναζητούσε την τύχη της πέρα από τα γεωγραφικά της σύνορα. Δεν είναι άσχετο με αυτά, το γεγονός ότι -όπως θα επιχειρήσουμε να δείξουμε σε αυτή την εργασία- στη σκέψη των περισσότερων χωριανών το μέλλον των παιδιών τους δεν συνδεόταν με την αγροτική οικονομία.


Τα παιδιά στο χωριό δεν μεγάλωναν όλα μέσα στις ίδιες υλικές συνθήκες. Άλλωστε, ένα από τα ερωτήματα τα οποία τέθηκαν στο εισαγωγικό κεφάλαιο αφορά στη διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικές παιδικές ηλικίες υπό το πρίσμα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης.

Σε ένα πρώτο επίπεδο οι πηγές δημιουργούν την εντύπωση ενός συγκλίνοντος, εξισωτικού κοινωνικού συνόλου:

Σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία συγκέντρωσε ο οικονομολόγος Π. Μπακαρέζος, γύρω στα 1930 σε ένα σύνολο 193 οικιακών ομάδων μόνο μία είχε στην κατοχή της (λίγο) πάνω από 30, και ελάχιστες πάνω από 15 στρέμματα γης" οι περισσότερες οικιακές ομάδες είχαν στην ιδιοκτησία τους 5-10 στρέμματα. Με βάση αυτά τα δεδομένα, σχεδόν όλοι οι κάτοικοι θα κατατάσσονταν από τη Στατιστική Υπηρεσία της εποχής στους ιδιοκτήτες «ανεπαρκών» ή «πολύ μικρών» κλήρων, οι οποίοι αποτελούσαν, άλλωστε, και τη μεγάλη πλειοψηφία των αγροτών στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.33 Επιπλέον, μόνο μία οικογένεια είχε στην κατοχή της πάνω από 15 στρέμματα ποτιστικά, δη-

32. Αρ. 2138 (Πωλητήριον ακινήτου, δρχ. 600, Πενταγιοί, 3.10.1900)' αρ. 11519 (Δωρεά αιτία θανάτου, Κροκύλειο, 1.1.1931)' αρ. 11575 (Δημοσία διαθήκη, Διχώρι ορεινής Δωρίδας, 3.9.1931)' αρ. 11649 (Δωρεά αιτία θανάτου, Κροκύλειο, 7.11.1931)' αρ. 11780 (Πωλητήριον αμπέλου δραχ. 10.000, Κροκύλειο, 10.1.1932). Για παράδειγμα στο τρίτο έγγραφο ο συντάκτης της διαθήκης είναι «κτηματίας γεννηθείς εν Διχωρίω της Δωρίδος και κάτοικος ήδη Αθηνών, οδός Μεσογείων 105», ενώ στο τελευταίο έγγραφο ο ένας από τους συμβαλλομένους ενεργεί «διά λογαριασμόν του αδελφού του Δημοσθένους Αχιλλέως Ταράτσα ξενοδόχου, κατοίκου Κουπακίου και διαμένοντος εν Σικάγω των Ηνωμένων Πολιτειών της Βορείου Αμερικής».

33. Για τις σχετικές κατηγορίες και τα αποτελέσματα της γεωργικής απογραφής του 1929, βλ. Χ. Ευελπίδης, Η Γεωργία της Ελλάδος. Οικονομική και Κοινωνική Άποψις, Αθήναι 1944, σ. 25.

p. 47

δηλαδή εκτάσεις που αρδεύονταν συστηματικά και ήταν κατά κανόνα περισσότερο αποδοτικές από τα ξηρικά χωράφια, στα οποία δε μπορούσε να διοχετευθεί νερό από τις πηγές.

Από τις προφορικές μαρτυρίες συνάγεται ότι οι πολλαπλές πηγές εισοδημάτων και η πολυαπασχόληση ορισμένων μελών χαρακτήριζαν τις οικιακές ομάδες του χωριού στη συντριπτική τους πλειοψηφία, αν όχι στο σύνολο τους, και ακόμη ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1920, «απ' τις διακόσιες και παραπάνω οικογένειες του χωριού ζήτημα είναι αν υπήρχαν είκοσι σπίτια που να μην είχαν κάποιο ξενιτεμένο».34

Από το υλικό του Μπακαρέζου μπορούμε, εξάλλου, να αποκτήσουμε μια ποσοτική εικόνα για την εποχή γύρω στα 1930, η οποία αν δεν είναι ακριβής, πάντως αποδίδει τάξεις μεγέθους και αντανακλά ως ένα βαθμό την πραγματικότητα: Σε 60 περιπτώσεις αναφέρονται εξωαγροτικά επαγγέλματα (κατά κανόνα του πατέρα), σε 66 περιπτώσεις απαντούν νοικοκυριά με μετανάστες για τα οποία δεν αναφέρονται άλλα συμπληρωματικά, εξωαγροτικά εισοδήματα" αν μάλιστα προσθέσουμε όσους παρουσιάζονται να εισπράττουν ενοίκια, τότε οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι πάνω από τα 2/3 των νοικοκυριών του χωριού δεν ζούσαν αποκλειστικά από την αγροτική οικονομία. Στην πραγματικότητα, το ποσοστό αυτών των νοικοκυριών θα ήταν σημαντικά υψηλότερο, αφού οπωσδήποτε δεν καταγράφτηκαν όλες οι πηγές εξω-αγροτικών εισοδημάτων λ.χ. απαντούν ελάχιστες αναφορές σε αγωγιάτες, ενώ κοινό τόπο στις αφηγήσεις αποτελεί η πληροφορία ότι «οι χωριανοί ζούσαν απ' τ' αγώγια». Άλλωστε, από τους επαγγελματικούς προσδιορισμούς που απαντούν σε τοπικά έγγραφα της εποχής συνάγεται ότι η έννοια του επαγγέλματος, ως συστηματικής και σχεδόν αποκλειστικής βιοποριστικής απασχόλησης, δεν είχε ακόμη παγιωθεί στην κοινωνία και επομένως και στη συνείδηση μεγάλου μέρους του αγροτικού πληθυσμού.35

Στο υλικό του Μπακαρέζου καταγράφονται επίσης 86 περιπτώσεις νοικοκυριών με μετανάστες (παλιννοστούντες ή μη), αριθμός που αφορά στο 45% περίπου των οικιακών ομάδων. Θα πρέπει όμως να θεωρήσουμε το ποσοστό

34. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 148.

35. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όσα Μαθητολόγια του Δημοτικού σχολείου εντοπίστηκε, το επάγγελμα του πατέρα, τις περισσότερες φορές προσδιορίζεται με πολύ γενικό τρόπο και δε δηλώνει τίποτε για τα υπόλοιπα οικογενειακά και τυχόν επαγγελματικά εισοδήματα. Όταν λ.χ. ο πατέρας δηλώνεται ως «ιερεύς», «δημοδιδάσκαλος» ή «καφφεπώλης» η εικόνα είναι σαφής' όταν όμως δηλώνεται ως «γεωργός» ή «εργατικός» τα πράγματα περιπλέκονται' είναι βέβαιο ότι πολλοί γεωργοί θα μπορούσαν κάλλιστα να δηλωθούν ως «εργατικοί» και αντιστρόφως (αυτό άλλωστε δείχνει και το γεγονός ότι ορισμένες φορές ο ίδιος πατέρας δηλώνεται το ένα σχολικό έτος ως γεωργός, το επόμενο ως εργατικός κ.λπ.). Το ίδιο ισχύει και για τους επαγγελματικούς προσδιορισμούς που αφορούν στους αναδόχους και απαντούν στο Βιβλίο Γεννήσεων και Βαπτίσεων από το 1929 και μετά.

p. 48

αυτό ως ελάχιστο" αυτό άλλωστε υποδεικνύουν τόσο οι αυτοβιογραφικές μαρτυρίες, όσο και το γεγονός ότι μόνο στις ΗΠΑ μετανάστευσαν με βεβαιότητα τουλάχιστον 144 Κροκυλειώτες στο διάστημα 1905-1920. Οι μετανάστες αυτοί κατά πάσα πιθανότητα -με βάση τα στοιχεία του Γενικού Μητρώου- προέρχονταν από 116 οικιακές ομάδες.36

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως οι εξαιρετικά μικροί, κερματισμένοι και από εδαφολογικής πλευράς όχι ιδιαίτερα γόνιμοι κλήροι, η πολυαπασχόληση, οι πολλαπλές, αγροτικές και εξω-αγροτικές πηγές εισοδημάτων, η υπερατλαντική μετανάστευση, αφορούν στο σύνολο της κοινωνίας του μεσοπολεμικού χωριού, υποδεικνύουν μια μικροκοινωνία δομημένη ισονομικά, με χαμηλό βαθμό κοινωνικής διαφοροποίησης και δίνουν μια εικόνα ανάλογη με εκείνη που έχουμε και για ορισμένα άλλα ορεινά χωριά του ελλαδικού μεσοπολεμικού χώρου.37 Την εικόνα αυτή ενισχύει το γεγονός ότι -όπως ανέφερα και στην Εισαγωγή— ; στο λόγο των συνομιλητών μου κυριαρχεί συνολικά η ανάμνηση μιας ζωής στερημένης από υλικά αγαθά, που αποτελούσε κοινή μοίρα των χωριανών και έρχεται σε αντίθεση με τη σημερινή κοινωνία της αφθονίας.

Στην άμεση ερώτηση, λοιπόν, «αν υπήρχαν φτωχοί και πλούσιοι στο χωριό, νοικοκυραίοι και μη», έλαβα μάλλον αρνητικές απαντήσεις. Ορισμένοι ισχυρίστηκαν ότι πρόκοψαν (και «πρόκοψαν» σήμαινε, όπως θα δούμε αργότερα, «σπούδασαν τα παιδιά τους»), όσοι είχαν μυαλό' άλλοι τόνισαν ότι όλοι οι χωριανοί ήταν νοικοκυραίοι. Οι απαντήσεις αυτές προέρχονταν, μάλιστα, από ανθρώπους τους οποίους δε θα κατέτασσα στα πιο αδύναμα οικονομικά στρώματα του χωριού. Όμως στην πορεία των συνομιλιών διέκρινα στο λόγο των ανθρώπων ίχνη των κοινωνικών διαφοροποιήσεων που είχαν βιώσει ή γνωρίσει και εσωτερικεύσει ως παιδιά στο χωριό. Φαίνεται ότι κατά βάθος οι χωριανοί είχαν συνείδηση των μεταξύ τους κοινωνικο-οικονομικών διαφορών και της κοινωνικής θέσης τους.

Συνομιλητές και συνομιλήτριες -παιδιά δασκάλων, μικρεμπόρων ή μεταναστών που είχαν «προκόψει» στην Αμερική-, είχαν έντονη την αίσθηση ότι ανατράφηκαν σε προνομιακά κοινωνικά περιβάλλοντα. Η κόρη μιας συνομιλήτριας ανακάλεσε στη μνήμη της τρία περιστατικά, στα οποία οι γιαγιάδες και ο παππούς φίλων της (από το χωριό), τόνιζαν στις εγγονές τους και στην ίδια, την καταγωγή τους από σημαντικές οικογένειες: «βρε σεις, ξέρετε από τι οικογένειες είστε σεις;».38 Στο βαθμό, επίσης, που ορισμένοι χωριανοί και χωριανές

36. Σε 17 οικιακές ομάδες απαντούν δύο, σε 4 τρεις και σε 1 τέσσερις μετανάστες' βλ. και σημ. 14.

37. Βλ. την ανάλυση της Μπούσχοτεν για τις κοινωνικές δομές στο χωριό Ζιάκα Γρεβενών (Μπούσχοτεν, Ανάποδα Χρόνια..., ό.π., σ. 52-54). Στο Ζιάκα πάντως ορισμένοι είχαν στην κατοχή τους έως και 100 στρέμματα γης.

38. Συν. 2 με την Π. Κ., συνομιλία και με την κόρη της, σ. 7.

p. 49

νές απασχολούνταν στα κτήματα σχετικά εύπορων συγχωριανών τους ή διεκπεραίωναν εργασίες για λογαριασμό τους έναντι αμοιβής -κατά την έκφραση συνομιλητών και συνομιλητριών «υπήρχαν μεροκάματα εδώ στο χωριό»-, είχαν αναπτυχθεί ορισμένες σχέσεις εξάρτησης, ευκαιριακού, μη συστηματικού χαρακτήρα, μεταξύ διαφορετικών κοινωνικο-οικονομικών ομάδων. Η κατοχή, επίσης, περισσότερων ποτιστικών χωραφιών έναντι των ξηρικών, έχει καταγραφεί στη μνήμη των ανθρώπων ως σημαντικό πλεονέκτημα στον αγώνα για την επιβίωση.39

Άλλωστε, ακόμη και θεωρητικά αμελητέες κοινωνικο-οικονομικές διαφορές μπορούν να καθορίσουν αποφασιστικά την κοινωνική κινητικότητα ατόμων και οικογενειών' και στη συνείδηση των χωριανών τα παιδιά (κυρίως τα αγόρια) αποτελούσαν, όπως θα δούμε, το όχημα για την προσδοκώμενη απαγκίστρωση από την αγροτική ζωή και την κοινωνική άνοδο.40 Το σχετικά σταθερό χρη-

39. Πβ. για τη Βοστινίτσα (Δάφνο), ορεινό χωριό επίσης της επαρχίας Δωρίδος: «Και τα μεν άνυδρα (χωράφια) μετά το σκάλισμα αφήνονταν στις καιρικές συνθήκες. Εάν έβρεχε κάνα νερό ο Ιούνιος-Ιούλιος κάτι γινόταν, αν μάλιστα είχαν κοπριστή, αλλιώς η απόδοση ήταν μηδαμινή» (Θάνος, Ο Δάφνος Δωρίδος, ό.π., σ. 88).

40. Μια ιδέα για την κοινωνική διαστρωμάτωση στον ορεινό αγροτικό χώρο δίνει η μοναδική -απ' όσο γνωρίζω- στο είδος της,' μελέτη του Αλέξανδρου Κρίκου, πολιτικού επιστήμονα και οδοντιάτρου από την Κερασιά (παλιό Σουρούστι), της ορεινής Δωρίδας: Αλέξ. Κρίκος, «Τα Οικονομικά των αγροτών. Στατιστική μελέτη επί των οικονομικών των κατοίκων του χωρίου Σουρουστίου της Δωρίδος διά το έτος 1914», Αθήνα 1932(= Α. Κρίκος, Μελέτες Β", Αθήνα 1991, σ. 7-32, εκδεδομένες από τους απογόνους του Α. Κρίκου). Ο Κρίκος παραθέτει πίνακα αναλυτικών εσόδων σε είδος και δραχμές όλων των οικογενειών (113) του χωριού, τόσο εκείνων που διέμεναν στην Κερασιά καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, όσο και εκείνων που περνούσαν τους χειμερινούς μήνες σε πεδινά μέρη. Μετατρέπει σε δραχμές τα έσοδα εις είδος και συνάγει ένα μέσο ετήσιο εισόδημα ανά οικογένεια 596 δρχ. Στη συνέχεια υπολογίζει τα έξοδα, όχι όμως αναλυτικά, κατά οικογένεια. Ουσιαστικά, δε μπορούμε να συγκρίνουμε έσοδα και έξοδα της ίδιας οικογένειας. Ο ετήσιος μέσος όρος εξόδων κατά οικογένεια υπολογίζεται από το συγγραφέα σε 948 δρχ. Το αριθμητικό συμπέρασμα είναι ένα ετήσιο έλλειμμα 353 δρχ. ανά οικογένεια και ακόμη, μέσω άλλων υπολογισμών, ένα ημερήσιο έλλειμμα 0,21 δρχ. κατ' άτομο. Το γενικότερο συμπέρασμα είναι η ανέχεια του ορεινού πληθυσμού. Σε μελέτη του («Εισοδηματικές δομές...», ό.π.) που στηρίζεται στα στοιχεία του Κρίκου ο Κ. Κωστής επιχειρεί να διαφωτίσει την κοινωνική διαστρωμάτωση της Κερασιάς και χρησιμοποιεί τον, ταιριαστό πιστεύω, όρο «εισοδηματικές τάξεις». Εδώ, ωστόσο, θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σε δύο σημεία: 1) Ο Κρίκος δεν παραθέτει στοιχεία για τα μεταναστευτικά εμβάσματα, αν και αναγνωρίζει το ζωτικό ρόλο τους στην οικογενειακή οικονομία της εποχής και 2) Ο Κ. Κωστής διαπιστώνει ότι τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα του χωριού έχουν και μεγαλύτερα έσοδα από την κτηνοτροφία, αλλά και ότι τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα περνούν λιγότερους μήνες στο χωριό (ό.π., σ. 198, 200). Στο δικό μας παράδειγμα, όπως θα αναφέρουμε συχνά στην εργασία αυτή, οι κτηνοτρόφοι συγκροτούν μάλλον την ασθενέστερη οικονομικά και κοινωνικά πληθυσμική ομάδα. Στην Κερασιά έχουμε κτηνοτροφία μεγαλύτερης διακίνησης από το Κροκύλειο, αφού τα κοπάδια δεν ξεχείμαζαν μόνο στην πεδιάδα του Μόρνου αλλά και γύρω από το Μεσολόγγι (Συν. με τους αδελφούς Η. και Κ. Χ., σ. 111-113). Επομένως οι κτηνοτρόφοι

p. 50

χρηματικό εισόδημα φαίνεται ότι αποτελούσε αποφασιστικό κριτήριο οικονομικής και κοινωνικής ισχύος.41 Παρ' όλο που λογικά, χάρη στα εμβάσματα και xtς διοικητικές υπηρεσίες που έδρευαν στο χωριό, ο εκχρηματισμός της οικονομίας βρισκόταν, συνολικά, πάνω από τα όρια του «υποχρεωτικού εκχρηματισμού», του εκχρηματισμού που επιβάλλουν οι κρατικές φορολογικές απαιτήσεις σε μια (ιδεοτυπική) οικονομία ζωάρκειας,42 ισχύει προφανώς και στο παράδειγμα μας αυτό που διαπιστώνει ο Κ. Κωστής για το χωριό Κερασιά (Σουρούστι) της ορεινής Δωρίδας: «Τα χρηματικά ... εισοδήματα παίζουν σημαντικό ρόλο στις πλουσιότερες ομάδες ενώ εκμηδενίζονται στις φτωχότερες».43 Αυτό ίσως σχετίζεται και με το γεγονός ότι τόσο στις προφορικές αφηγήσεις, όσο και σε πηγές, όπως τα σωζόμενα Μαθητολόγια όπου καταγράφεται το επάγγελμα του πατέρα κάθε παιδιού, δάσκαλοι, ιερείς, μικρέμποροι δεν αναφέρονται ως γεωργοί παρ' όλο που, ταυτόχρονα, ζούσαν καλλιεργώντας τη γη και εκτρέφοντας ζώα.44 Από τις διαθέσιμες πηγές, κυρίως από προφορικές μαρτυρίες και τα στοιχεία που συγκέντρωσε ο Παρασκευάς Μπακαρέζος για την εποχή γύρω στα 1930 (στη βάση επίσης προφορικών μαρτυριών), μπορούμε να σχηματίσουμε μια γενική εικόνα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης στο χωριό:

Πολύ σχηματικά μπορούμε να διακρίνουμε στο μεσοπολεμικό χωριό μια

φοι πρέπει να περνούσαν στο σύνολο τους λιγότερο χρόνο στο χωριό απόσο οι άλλες ομάδες πληθυσμού. Το γεγονός αυτό όμως κατ' αρχήν δεν εναρμονίζεται με τη θέση ότι όσοι είχαν μεγαλύτερα έσοδα από την κτηνοτροφία και συγκροτούσαν τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα της Κερασιάς, περνούσαν μεγαλύτερο διάστημα στο χωριό. Γεγονός είναι, όπως τονίζει ο Κ. Κωστής, ότι η απουσία εθνογραφικών στοιχείων δεν επιτρέπει παρά μια περιορισμένη ερμηνεία των αριθμών. Μήπως οι κατ' επάγγελμα κτηνοτρόφοι αναλάμβαναν κατόπιν συμφωνίας τα ζώα άλλων, εύπορων χωριανών; ή, μήπως στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα στα οποία αναφέρεται ο Κωστής, συγκαταλέγονται στην πραγματικότητα οικογένειες που κατάγονταν από το Σουρούστι και περνούσαν το καλοκαίρι στο χωριό, αλλά κατοικούσαν μόνιμα σε αστικά κέντρα και δεν αντλούσαν το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων τους από το χωριό, οπότε με βάση τα στοιχεία της επιτόπιας έρευνας του Κρίκου εμφανίζονται οικονομικά ασθενέστερες χωρίς να είναι;

41. Η αξία του χρηματικού εισοδήματος προβάλλει με γλαφυρότητα και σαφήνεια στην αφήγηση μιας χωριανής, η οποία παντρεύτηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Το βασικό επιχείρημα του αδελφού της για την πείσει να παντρευτεί τον συγκεκριμένο άντρα ήταν ότι ο τελευταίος εισέπραττε μια αναπηρική σύνταξη: «Κάτσε καταή, μωρ' αδερφή! ... λέει, να σ' κουβεντιάσω... Έλα να πάρουμε τα παιδιά από χει κάτ', λέει, απ' τον πάτ' απ' το χωριό και να διούμε ένα γύρο στο χωριό, κείνα τα παιδιά, τούτα τα παιδιά, κείνα, αν έχνε, λέει, μια δραχμή, όχ' κατοστάρικο, μια δραχμή, λέει. -Κέρμα δεν έχ' κανένα, τ' λέω, το ξέρω που δεν έχ' κανένα. -Αυτός, λέει, μόλις θα πας στο σπίτ' κει πέρα, θα πας να πάρς λάδ', λέει, να φκιάσεις λάχανο, γιατ' ήταν και φτώχειες τότε...» (Συν. με την Π. Γ., σ. 7).

42. Σ. Ασδραχάς, «Ο εκχρηματισμός στις αγροτικές οικονομίες: Το ελληνικό παράδειγμα», στο Σ. Ασδραχάς, Οικονομία και νοοτροπίες (Νεοελληνικά Μελετήματα, 10), Αθήνα 1988, σ. 43-55, κυρίως σ. 46.

43. Κωστής, «Εισοδηματικές δομές», ό.π., σ. 201' πβ. εδώ και σημ. 28.

44. Ό.π., σημ. 34.

p. 51

ολιγάριθμη «ελίτ», την οποία συγκροτούσαν οι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού οικογένειες του καθηγητή του Σχολαρχείου, του συμβολαιογράφου, του ειρηνοδίκη, ορισμένες οικογένειες προυχόντων, όπως οι Κανταίοι και οι Σακκαρελλαίοι, και γενικότερα οικογένειες για τις οποίες γνωρίζουμε ότι είχαν σταματήσει ή σχεδόν σταματήσει να καλλιεργούν οι ίδιες τα χωράφια. Στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας βρίσκονταν οι λιγοστές, όπως φαίνεται, οικογένειες «φτωχών ξωμάχων» που κατοικούσαν μόνιμα σε πρόχειρα αγροτικά οικήματα (καλύβια) εκτός του κεντρικού οικισμού45 και οι σχετικά λίγες οικογένειες των ποιμένων, οι οποίες συντηρούσαν αιγοπρόβατα, αντλώντας το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος τους από αυτή την απασχόληση, περνώντας το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μακριά από τον κεντρικό οικισμό και παραμένοντας προσκολλημένοι σε αρχέγονα πρότυπα ζωής. Ανάμεσα σ' αυτούς και την «ελίτ» του χωριού κινούνταν οι άλλοι χωριανοί, μια οικονομικά και κοινωνικά ανομοιογενής στην πραγματικότητα πλειοψηφία, που εξασφάλιζε τα προς το ζην από διαφορετικές πηγές εισοδημάτων και από την πολυαπασχόληση. Οι άνθρωποι αυτοί ζούσαν -κατά ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσοστό ανάλογα με την περιουσία τους- καλλιεργώντας τη γη τους και συντηρώντας έναν μικρό αριθμό ζώων. Σε καλύτερη μοίρα από τους υπόλοιπους βρίσκονταν γενικά οι μικροί καταστηματάρχες (παντοπώλες, καφεπώλες) του χωριού46 και όσοι διέθεταν ένα σταθερό εισόδημα ή μια σύνταξη (οι δάσκαλοι ή οι ιερείς λ.χ.). Όσοι δεν είχαν άλλα εισοδήματα αλλά και ορισμένοι μετανάστες που είχαν επιστρέψει στο χωριό, έκαναν αγώγια με τα μουλάρια, εργάζονταν ως κτίστες ή ξυλουργοί, εκτελούσαν χρέη ταχυδρόμου. Όσοι κατόρθωσαν να επιστρέψουν από την Αμερική έχοντας συγκεντρώσει ένα σεβαστό ποσό αλλά και όσες οικογένειες λάμβαναν τακτικά μεταναστευτικά εμβάσματα από το σύζυγο, το γιο ή τους γιους, τον αδελφό ή τους αδελφούς που είχαν ξενιτευτεί, αποτέλεσαν, όπως φαίνεται, τη νέα εύπορη «τάξη» του χωριού.

45. Στο αυτοβιογραφικό του αφήγημα ο Δημήτρης Υφαντής τους χαρακτηρίζει με συμπάθεια «φτωχούς ξωμάχους» και επισημαίνει ότι «ζούσαν μακριά απ' το χωριό και γι' αυτό κάμποσους απ' αυτούς δεν τους γνωρίζαμε καθόλου». Παραθέτει τα ονόματα 7 ατόμων ή οικογενειών που κατοικούσαν μόνιμα στις νοτιοδυτικές περιοχές του χωριού (συγκεκριμένα στις περιοχές: Aï-Παντελεήμονας, Αλαφομούσκι, Στριφλιά, Βαμπακιά, Μπεσιά, Τρομπέτα) και σημειώνει ότι υπήρχαν επίσης «και διάφοροι άλλοι», στοιχείο που (εξαιτίας και της μεγάλης αξιοπιστίας του συγγραφέα), υποδεικνύει ότι δεν επρόκειτο για πάνω από 20, ίσως ούτε καν πάνω από 10 νοικοκυριά, κάτι που θα συμφωνούσε και με προφορικές μαρτυρίες (Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 88, 89).

46. Πβ. τα όσα υποστηρίζει η Α. Collard για την προνομιούχο θέση των καταστηματαρχών στον ορεινό χώρο της Ευρυτανίας και γενικότερα για τη συγκρότηση μιας ισχυρής τοπικής ελίτ σε μια κοινωνία με αρκετές, όπως φαίνεται, αναλογίες προς το παράδειγμά μας: Α. Collard, «The inequalities of change in a Greek mountain village (Sterea Hellas. Evritania)», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Numéro Spécial (1981): Aspects du changement social dans la campagne grecque, σ. 216.

p. 52

Αυτή η εικόνα αφορά στα χρόνια μετά το 1915, στη δεκαετία του 1920 και, προπάντων, στη δεκαετία του 1930. Με τα στοιχεία τα οποία έχουμε στα χέρια μας δεν μπορούμε να την ποσοτικοποιήσουμε, παρά σε πολύ αδρές γραμμές:

- Πόσες ήταν, λ.χ., αυτές οι σχετικά λίγες οικογένειες των ποιμένων που ζούσαν μακριά από τον κεντρικό οικισμό; Φαίνεται ότι γύρω στα 1930 ο αριθμός τους δεν υπερέβαινε τις 35 σε σύνολο 200 περίπου νοικοκυριών. Αν θεωρήσουμε ότι το Δημοτικό σχολείο (όπως συνάγεται από τα σωζόμενα αρχεία και τις προφορικές μαρτυρίες), αριθμούσε κατά μέσο όρο 100 παιδιά στις αρχές της δεκαετίας του 1930, τότε από τα επαγγέλματα με τα οποία απαντούν οι πατέρες μαθητών και μαθητριών στα Μαθητολόγια, προκύπτει ότι μόνο το ένα δέκατο των παιδιών ανήκαν σε οικογένειες ποιμένων. Αυτό το χαμηλό ποσοστό υποδεικνύει ότι οι κατ' εξοχήν κτηνοτρόφοι δεν κυριαρχούσαν πληθυσμιακά στο χωριό, προφανώς όμως συνδέεται και με το γεγονός ότι -όπως θα δούμε αργότερα- δεν έστελναν όλοι οι κτηνοτρόφοι, όλα τα παιδιά τους τακτικά στο σχολείο.

- Πόσοι από τους μετανάστες είχαν κατορθώσει να συγκεντρώσουν ένα χρηματικό ποσό, ικανό να βελτιώσει αισθητά το βιοτικό επίπεδο της οικογένειάς τους; Οπωσδήποτε, πάντως, όχι όλοι. Στις μισές περίπου περιπτώσεις από όσες κατέγραψε ο Μπακαρέζος, αναφέρεται ότι οι μετανάστες έστελναν στους δικούς τους στο χωριό, ή επέστρεψαν με «λίγα» ή «καθόλου» χρήματα, σε αντίθεση με όσους είχαν συγκεντρώσει «αρκετά» ή «πολλά». Το μοτίβο του μετανάστη που προκόβει ή δεν προκόβει στην Αμερική, που στέλνει εμβάσματα στην οικογένεια του στο χωριό ή (σπάνια) χάνονται τα ίχνη του, απαντά συχνά στις προφορικές αφηγήσεις.

- Πόσοι ήταν οι μικρέμποροι και μισθωτοί ή συνταξιούχοι του χωριού; Σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία συγκέντρωσε ο Μπακαρέζος περίπου 30 άνθρωποι, γύρω στα 1930, αριθμός που ως τάξη μεγέθους εναρμονίζεται με τις προφορικές μαρτυρίες. Μπορούμε να θεωρήσουμε όλους αυτούς τους ανθρώπους προνομιούχους; Όλοι είχαν βέβαια ένα, περισσότερο ή λιγότερο, σταθερό εισόδημα, το οποίο, μάλιστα, ήταν στο σύνολο του ή εν μέρει χρηματικό: Οι πέντε παντοπώλες, οι τέσσερις καφεπώλες, οι τρεις δάσκαλοι (με καταγωγή από το χωριό), ο καθηγητής του Σχολαρχείου, οι τρεις μυλωνάδες, οι τρεις κρεοπώλες, ο δικαστικός κλητήρας, ο ιερέας (παρ' όλο που τουλάχιστον μέχρι το νόμο του 1932, επισήμως οι ιερείς δεν μισθοδοτούνταν τακτικά)47, όποιος

47. Το 1931/32 ψηφίστηκε νόμος που ανέθετε τη διοίκηση των ενοριακών ναών στο μητροπολιτικό συμβούλιο και προνοούσε για την τακτική μισθοδοσία του κλήρου και την ασφάλιση του -ο μισθός ενός ιερέα κυμαινόταν από 1000-2000 δρχ. το μήνα. Στην πράξη οι ιερείς αμείβονταν, όπως και πριν, από τα έσοδα του ναού, λόγω έλλειψης άλλων διαθέσιμων πόρων [Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Κ' (Ελλάς - Ελληνική Εκκλησία), σ. 681]. Από τις μαρτυρίες προκύπτει ότι σε μεγάλο βαθμό αμείβονταν σε είδος -τα πρόσφορα

p. 53

είχε το μονοπώλιο της διακίνησης πετρελαίου, σπίρτων και αλατιού και οι 12 συνταξιούχοι. Αλλά, ανάμεσα στους τελευταίους, συναντάμε και 5 αναπήρους πολέμου, οι οποίοι δεν μπορούν να εξισωθούν ως προς την κοινωνικο-οικονομική τους θέση με τους 3 συνταξιούχους στρατιωτικούς, τους άλλους 3 συνταξιούχους συμβολαιογράφους ή τον συνταξιούχο της Χωροφυλακής. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Μπακαρέζου γύρω στα 1930 η αναπηρική σύνταξη δεν υπερέβαινε τις 250 δρχ. το μήνα ενώ οι υπόλοιπες συντάξεις και μισθοί ξεκινούσαν από τις 1000 περίπου δρχ. το μήνα (μισθός δικαστικού κλητήρα) και ανέρχονταν στις 2500 δρχ. περίπου (σύνταξη απόστρατου αξιωματικού).

Στα στοιχεία του Μπακαρέζου αναφέρονται τρεις χτίστες, επτά μαραγκοί, τρεις μοδίστρες, τρεις αγωγιάτες, τέσσερις τσαγκάρηδες, ένας κουρέας, δύο υλοτόμοι, ένας εργάτης εργοστασίου (εσωτερικός μετανάστης στο Αίγιο), ένας σιδεράς («γύφτος»), ένας κλαριτζής και τρεις συμβασιούχοι υπάλληλοι του Ταχυδρομείου. Τα επαγγέλματα αυτά απαντούν και στις προφορικές αφηγήσεις, χωρίς όμως να δίνεται η εντύπωση ότι αποτελούσαν αποφασιστικό κριτήριο κοινωνικο-οικονομικής διαφοροποίησης.48

Πριν κλείσω αυτή την ενότητα θα ήθελα να αναφερθώ, κάπως πιο αναλυτικά, σε όσους είχαν ως κύρια ενασχόληση την κτηνοτροφία, επειδή τα παιδιά τους ακολουθούσαν, όπως θα δούμε, μια σαφώς διαφορετική πορεία από εκείνη των υπόλοιπων παιδιών. Η κοινωνική αποστασιοποίηση από τους κτηνοτρόφους που ζούσαν, όπως λέγεται, «έξω απ' το χωριό», είναι εμφανής στο λόγο των υπόλοιπων χωριανών, κάθε ηλικίας. Φαίνεται, ότι γενικότερα στον ορεινό χώρο οι εδραίοι κάτοικοι συγκροτούσαν την ιθύνουσα τάξη μιας κοινότητας, έναντι των μετακινούμενων κτηνοτρόφων.49 Οι κτηνοτρόφοι αποτελούσαν τη

αποτελούσαν μέρος της αμοιβής και, ορισμένες φορές, σύμφωνα με μαρτυρίες, γίνονταν αντικείμενο έριδας μεταξύ των ιερέων. Στα αυτοβιογραφικά του κείμενα ο Κροκυλειώτης Δημήτρης Υφαντής σημειώνει ότι οι ιερείς πληρώνονταν σε είδος (από την καινούρια, κάθε φορά, σοδειά) από τους ενορίτες (Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 153, 154). Τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920 λειτουργούσαν στο χωριό δύο ιερείς, λόγω του σχετικά σημαντικού πληθυσμού (ό.π., σ. 63).

48. Πβ. τα επαγγέλματα που καταγράφει και παρουσιάζει για το χωριό Διχώρι της ορεινής Δωρίδας η Μ. Λουκοπούλου-Παττίχη, (Επιστροφή..., ό.π., σ. 151 κ.εξ.). Σύμφωνα με τη συγγραφέα: «Το χωριό ... δεν γνώριζε διαφοροποιήσεις που οδηγούσαν στη διαμόρφωση επαγγελματικών τάξεων. Οι χωριανοί ζούσαν σαν σε μια πρωτόγονη κοινωνία που τα έκαναν όλοι όλα». Πβ. επίσης τα επαγγέλματα που αναφέρονται για το χωριό Βοστινίτσα (Δάφνο) της ορεινής Δωρίδας: Χ. Θάνος, Ο Δάφνος Δωρίδος, ό.π., σ. 77-84. Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1910 στη Βοστινίτσα.

49. Τουλάχιστον αυτό υποδεικνύουν οι παρατηρήσεις ανθρωπολόγων για μεταπολεμικές κοινωνίες ορεινών κοινοτήτων της Ηπείρου, όπου, όμως, απαντά μετακινούμενη κτηνοτροφία μεγάλων αποστάσεων, σε αντίθεση με το Κροκύλειο: αναφέρεται με τις απαραίτητες παραπομπές στο Μπούσχοτεν, Ανάποδα Χρόνια, ό.π., σ. 54. Οι παρατηρήσεις αφορούν στα χωριά Συρράκο, Φούρκα και Ζαγόρι.

p. 54

λιγότερο «αστικοποιημένη» κοινωνική ομάδα του χωριού και ζούσαν, ως ένα βαθμό, αποκομμένοι από τους άλλους χωριανούς.

Οι συνομιλητές και συνομιλήτριες τους αποκαλούν «τσοπάνηδες»' στα Μαθητολόγια της εποχής, συναντάμε τους όρους «ποιμήν», «γεωργοποιμήν» και, σπάνια, «κτηνοτρόφος», στη στήλη όπου δηλώνεται το επάγγελμα του πατέρα. Στα τσελιγγάτα, τους άτυπους συνεταιρισμούς νομάδων κτηνοτρόφων του ορεινού χώρου, «τσοπάνοι» αποκαλούνταν τα φτωχότερα μέλη τους, όσοι δηλαδή διέθεταν, στην καλύτερη περίπτωση, 100 ζώα.50 Στα χωριά της ορεινής Δωρίδας το μέγεθος των κοπαδιών και η δομή των οιωνδήποτε συνεταιρισμών, δε φαίνεται να δικαιολογεί την επωνυμία «τσελιγγάτο»' οπωσδήποτε δε μπορούμε να μιλήσουμε για τσελιγγάτα στο Κροκύλειο, όπου, προφανώς λόγω σχετικά ευνοϊκής θέσης και σχετικά «ήπιου» κλίματος το χωριό βρίσκεται σε υψόμετρο 850 μ.), έχουμε κτηνοτροφία μικρής διακίνησης, δε συναντάμε δηλαδή πραγματικούς ημι-νομάδες κτηνοτρόφους.51 Οι κτηνοτρόφοι του Κροκυλείου ήταν άλλωστε μικρής ή μεσαίας εμβέλειας, σε αντίθεση με εκείνους άλλων κοινοτήτων της ορεινής Δωρίδας, οι οποίες βρίσκονταν σε μεγαλύτερο υψόμετρο, όπως η Αρτοτίνα, η Βοστινίτσα (σημ. Δάφνος) ή η Κωστάριτσα (σημ. Διχώρι). Φαίνεται ότι σε αυτά τα χωριά οι τσοπάνηδες αποτελούσαν σημαντικότερο τμήμα του πληθυσμού κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και διέθεταν μεγαλύτερα κοπάδια, τα οποία κατά μεγάλο μέρος ξεχείμαζαν στην Αττική.52

Δυστυχώς δε διαθέτουμε αρκετά ή συστηματικά στοιχεία για να προσδιορίσουμε την οικονομική τους κατάσταση και να μιλήσουμε με μεγαλύτερη βεβαιότητα για την οικονομική τους θέση. Από τις αφηγήσεις προκύπτει ότι το μέγεθος ενός κοπαδιού σπάνια υπερέβαινε τα 200 ζώα. Αυτό συμφωνεί και με τις εκτιμήσεις του γεωπόνου της περιοχής, κατά τη δεκαετία του 1950, ο οποίος κατατάσσει τους κτηνοτρόφους του χωριού στους σχετικά μικρής εμβέλειας κτηνοτρόφους. Φαίνεται, μάλιστα, ότι συχνά μίσθωναν ζώα, δίνοντας στους ιδιοκτήτες τους ένα μέρος της παραγωγής ανά ζώο (κεφαλιακό σύστημα) ή με τη λήξη του συμβολαίου, τα μισά από τα ζώα που είχαν εν τω μεταξύ αυξηθεί (μεσιακό σύστημα).53 Σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που μας απα-

50. Λ. Αρσενίου, Τα Τσελιγγάτα, β' έκδ. Αθήνα 1972, σ. 16.

51. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, με τις εδαφικές ανακατατάξεις τους, συνετέλεσαν στη σταδιακή εξάλειψη της μετακινούμενης κτηνοτροφίας των μεγάλων αποστάσεων, ενώ η μετακινούμενη κτηνοτροφία μικρών αποστάσεων πέτυχε να επιβιώσει (Κωστής, Αγροτική Οικονομία, ό.π., σ. 125, 127).

52. Βλ. τις πληροφορίες που καταγράφει η Μ. Λουκοπούλου-Παττίχη για τους τσοπάνηδες στο Διχώρι (Λουκοπούλου-Παττίχη, Επιστροφή..., ό.π., σ. 164-175, και ο Χ. Θάνος, Ο Δάφνος Δωρίδος..., ό.π., σ. 91-94).

53. Όπως μου είπε ένας συνομιλητής (Συν. 2 με τον Μ.Μ., σ. 3) «αυτός που τάδνε μισακά ήταν σε πιο καλή μοίρα απ' αυτόν πόκαμε τον τσοπάν'». Σύμφωνα με το λαογράφο

p. 55

απασχολεί οι κτηνοτρόφοι συντηρούσαν κοπάδια αιγοπροβάτων, οπότε επωφελούνταν από τα προτερήματα και των δύο ειδών για την οικονομία.54 Μόνο με την απαγόρευση της βοσκής αιγών σε δάση ελάτης, οξυάς, δρυός και μαύρης πεύκης το 1937,55 αφότου δηλαδή, σύμφωνα με την έκφραση των ντόπιων, «ο Μεταξάς τα χάλασε τα γίδια», στράφηκαν, σχεδόν αποκλειστικά, στα πρόβατα. Οι τσοπάνηδες περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου εκτός του κεντρικού οικισμού, σε πρόχειρα οικήματα (τις «ταράτσες»)' ήταν όμως, σύμφωνα με την έκφραση της εποχής, «χωριάτες τσοπάνηδες», είχαν δηλαδή και σπίτι στον κεντρικό οικισμό, στο χωριό.56 Δε διέθεταν πολύ ρευστό χρήμα. Πιστοί στις παραδόσεις του παρελθόντος, οι περισσότεροι ήταν συγχρόνως και μικρής εμβέλειας ζωοκλέφτες. Η ζωοκλοπή -όπως μαρτυρούν τα διάφορα νομοθετικά διατάγματα που στόχευαν στην εξάλειψη της και εκδίδονταν συνεχώς από το 184857- ήταν πολύ συνηθισμένη στην ελληνική ύπαιθρο, όχι μόνο στη διάρκεια του 19ου αι. αλλά και σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που μας απασχολεί. Όπως θα πούμε αργότερα, δεν προσπόριζε απλώς κρέας, αλλά αποτελούσε και δείγμα ανδρισμού, μέσο σύναψης στενών κοινωνικών σχέσεων, μέρος του συμβολικού κεφαλαίου των ανθρώπων.

Από τις αφηγήσεις προκύπτει, επίσης, ότι οι κτηνοτρόφοι, χάρη ακριβώς στα ζώα που εξέτρεφαν, σε μια εποχή όπου η εξασφάλιση της τροφής δεν ήταν ακόμη δεδομένη ή αυτονόητη, «δεν πεινούσαν», όπως μου είπαν ορισμένοι συνομιλητές. Ενώ όμως είχαν εξασφαλισμένη την τροφή τους, φαίνεται, όπως θα δούμε παρακάτω, ότι υστερούσαν στους άλλους τομείς της ζωής (ένδυση, κατοικία, συμμετοχή στις κοινωνικές εκδηλώσεις, αλφαβητισμός). Οι μικρής εμ-

του Μεσοπολέμου Δ. Λουκόπουλο, Ρουμελιώτη από το χωριό Αρτοτίνα της ορεινής Δωρίδας, «Πολλοί χωριάτες αγοράζουν και διατηρούνε πράματα [ζώα], είτε για εμπόριο, είτε για να παίρνουν το σόδημα» (Δ. Λουκόπουλος, Ποιμενικά της Ρούμελης (Ιστορική και Λαογραφική Βιβλιοθήκη, 8), Αθήνα 1930, σ. 159)' για το κεφαλιακό και το μεσιακό σύστημα εκμίσθωσης αιγοπροβάτων βλ., Στο ίδιο, σ. 159-162. Βλ. επίσης από τα συμβόλαια το έγγραφο αρ. 11577 (Εταιρικόν δραχ. 20000, της 6.9.1931), όπου ο Σπ. Σαΐτης συμφωνεί να δώσει 60 πρόβατα σε δυο συγχωριανούς του να τα φροντίσουν για τέσσερα χρόνια με αντίτιμο το ήμισυ της ετήσιας παραγωγής' μετά από τέσσερα χρόνια οι βοσκοί θα κρατήσουν τα μισά από τα ζώα που θα υπάρχουν τότε.

54. Τουλάχιστον στην Ελλάδα του πρώτου μισού του 20ού αι., οι κατσίκες παρήγαν, κατά κανόνα, μεγαλύτερη ποσότητα γάλακτος κατά κεφαλή από τα πρόβατα' το γάλα τους ήταν καλύτερο για την παρασκευή βουτύρου, ενώ το γάλα των προβάτων για την παρασκευή τυριού (Χ. Ευελπίδης, Η Γεωργία της Ελλάδος, ό.π., σ. 99, 125).

55. Ό.π., σ. 88.

56. Για το διαχωρισμό ανάμεσα σε σκηνίτες (ή βλάχους) και χωριάτες τσοπάνηδες, καθώς και για τους μη νομάδες κτηνοτρόφους που ξεχείμαζαν στην ευρύτερη περιοχή του χωριού τους, βλ. Λουκόπουλος, Ποιμενικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 17, 113.

57. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. IB', Αθήνα 1930, σ. 142: λήμμα «ζωοκλοπή».

p. 56

εμβέλειας αυτοί κτηνοτρόφοι διέθεταν ένα μέρος των προϊόντων τους στην περιορισμένη αγορά του χωριού και ορισμένες φορές των γύρω χωριών: «Κάνα βούτυρο πούλαγαν, μωρέ, τυρί λίγο... Κάτ' λίγα πράματα (κέρδιζαν από χρήματα) Ψευτοζήγανε ... Στα μαγαζά 'δω πέρα πούλαγαν. Ήταν πολύς κόσμος ... Τόπηζαν τυράκ' το γάλα. Και δίναν κάνα, αν χρωστάγαν, κεφαλιακό, μισακό, να κρατήσνε για το σπίτ'. Αφού, σκέψ', κάναν 150 οκάδες τραχανά».58 Η συντήρηση των περιορισμένων σχετικά κοπαδιών δεν άφηνε περιθώρια για συσσώρευση ενός μικρού κεφαλαίου, απαραίτητου για τη σταδιακή υιοθέτηση ενός άλλου τρόπου και προτύπου ζωής. Άλλωστε η φροντίδα των ζώων απαιτούσε συνεχή ετοιμότητα: «Ήταν νοικοκυραίοι, αλλά σε κατώτερ' κατάσταση. Μην κοιτάς 'μεις, ο πατέρας μ' είχε μαγαζί ... Η τσοπανούρα είχε άλλο έτσι, είχε λέρωμα, πρέπ' να ξενυχτήσεις, να καθήσεις, να αρμέξεις, να κουρέψεις, να κάνς, να ράνς...».59


Από πού και πώς προέκυψε η κοινωνία την οποία περιγράψαμε; Τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεση μας είναι ελάχιστα και διάσπαρτα. Αλλά καμιά κοινωνία δεν είναι απόλυτα απαλλαγμένη από το παρελθόν της, ούτε βέβαια τα βιώματα και οι εμπειρίες των ανθρώπων είναι στοιχεία απαλλαγμένα από το παρελθόν της κοινωνίας στην οποία έζησαν.

Ποια ίχνη έχει αφήσει το μακρινό παρελθόν του χωριού στις προφορικές αφηγήσεις; Σε ένα πρώτο επίπεδο οι άνθρωποι μιλούν για το παρελθόν του χωριού γενικά, χωρίς να το προσδιορίζουν χρονικά, και αναφέρονται σε δύο πράγματα: α) Στο στρατηγό Μακρυγιάννη που γεννήθηκε το 1797 στην τοποθεσία Κρύα Βρύση, στο συνοικισμό Αβορίτι, μόλις 3 χλμ. έξω από τον κεντρικό οικισμό60, και β) στην οικοδόμηση της Μεγάλης Βρύσης (1899) πέντε πέτρινων κρηνών, από πέντε προύχοντες, των οποίων οι κεφαλές έχουν σκαλιστεί πάνω από κάθε κρήνη. Η σταθερή αυτή αναφορά στη βρύση, που δεσπόζει, ακόμη, άθικτη σε ένα χώρο όπου τα σπίτια ανακατασκευάζονται και αποκτούν συνεχώς νέα μορφή, σχετίζεται προφανώς με την καίρια οικονομική και κοινωνική λειτουργία της, τότε και τώρα.61 Η αναφορά στο Μακρυγιάννη φανερώνει

58. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 3. Ο Μ. Μ. είναι ο ίδιος κτηνοτρόφος. Η αφήγηση του διακρίνεται για την αμεροληψία με την οποία επιχειρεί να αντιμετωπίσει το παρελθόν του χωριού, χωρίς διάθεση εξωραϊσμού του.

59. Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 9.

60. Υφαντής, Το Κροκύλιο..., ό.π., σ. 27.

61. «Η βρύση αποτελεί ένα κεντρικό στοιχείο της οργάνωσης του δομημένου χώρου με σημαντικές κοινωνικές λειτουργίες (συνάξεις, συνευρέσεις, τέλεση εθίμων κ.λπ.) αλλά και με έντονη τη συμβολική διάσταση, κάτι που την καθιστά βασικό σύμβολο ταυτότητος» (Β.

p. 57

περισσότερα για τη σύγχρονη διαδικασία συγκρότησης της ταυτότητας στο πλαίσιο μιας συμβολικής, φαντασιακής,62 κατ' ουσίαν κοινότητας -αφού η συντριπτική πλειοψηφία των μελών της δε ζει στο χωριό— και λιγότερα για το βιωμένο παρελθόν του χωριού. Άλλωστε, μόλις τα τελευταία είκοσι χρόνια προβλήθηκε η καταγωγή του στρατηγού από την περιοχή, σε μια προσπάθεια -κυρίως του αθηναϊκού συλλόγου Κροκυλειωτών- να αναβαθμιστεί το χωριό, μέσω της οργάνωσης πολιτιστικών εκδηλώσεων.63

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ορισμένοι συνομιλητές ανακαλούν στη μνήμη τους ιστορίες για την ίδρυση και τη συγκρότηση του χωριού, ιστορίες οι οποίες έχουν το χαρακτήρα μυθικών-παραμυθιακών αφηγήσεων αλλά εκφράζουν μια πραγματικότητα.

Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, να σκιαγραφήσουμε την ιστορία του χωριού στη διάρκεια κυρίως του 19ου αιώνα: Το Παλιοκάτουνο (όπως ονομαζόταν πριν από το 1915) δεν πρέπει να ακολούθησε πολύ διαφορετική πορεία από εκείνη άλλων ορεινών χωριών της περιοχής. Κατά την Τουρκοκρατία τα χωριά της ορεινής Δωρίδας ανήκαν διοικητικά στον καζά του Λιδωρικίου.64 Στην αρχή το Παλιοκάτουνο (όπως δηλώνει και η λέξη65) πρέπει να ήταν, τουλάχιστον κατ' ουσία, ένας από τους πολλούς συνοικισμούς τσοπάνηδων66 που είχαν σχέση με

Νιτσιάκος, Λαογραφικά ετερόκλητα, Αθήνα 1997, σ. 62).

62. Μπ. Άντερσον, Φαντασιακές Κοινότητες. Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, μετ. Π. Χαντζαρούλα, Αθήνα 1997.

63. Σήμερα ο μαρμάρινος αδριάντας του Μακρυγιάννη δεσπόζει στην είσοδο του χωριού' ο Σύλλογος Κροκυλειωτών της Αθήνας φέρει την επωνυμία «Ο Μακρυγιάννης», και κάθε τέσσερα χρόνια οργανώνονται το καλοκαίρι στο χωριό πολιτιστικές εκδηλώσεις που ονομάζονται «Μακρυγιάννεια».

64. I. Γιαννόπουλος, Η Διοικητική Οργάνωσις της Στερεάς Ελλάδος κατά την Τουρκοκρατίαν (1393-1821). Συμβολή εις την Μελέτην της Επαρχιακής Διοικήσεως του κυριάρχου Οθωμανικού κράτους, Διατριβή επί Διδακτορία (Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου, 18), Εν Αθήναις 1971, σ. 107.

65. Η λέξη «κατούνα» (δεύτερο συνθετικό της ονομασίας «Παλαιοκάτουνο») είναι πιθανόν (μεσαιωνικής) λατινικής προέλευσης και σήμαινε, τουλάχιστον αρχικά, «στρατιωτική ή κτηνοτροφική εγκατάσταση σε ορεινό χώρο» [Ε. Π. Αλεξάκης, Τα παιδιά της σιωπής. Οικογένεια, συγγένεια και γάμος στους Αρβανίτες της Ν.Α. Αττικής-Λαυρεωτικής (18501940), Αθήνα 1996, σ. 150]. Σύμφωνα με τον Käser (Hirtern, Kämpfer, Stammeshelden, Βιέννη-Κολωνία-Βαϊμάρη 1992, σ. 401) η λέξη katun απαντά στα βλάχικα, τα σερβοκροάτικα και τα αλβανικά και σημαίνει: α) ποιμενική εργασιακή οργάνωση, β) ομάδα ποιμένων που συνεργάζονται και συνδέονται μεταξύ τους με σχέσεις συγγενειακές ή αδελφοποιτών, γ) (στα αλβανικά) χωριό, δ) μέρος μιας φατρίας.

66. Πβ. τα όσα γράφει η Λουκοπούλου-Παττίχη για ένα άλλο χωριό της ορεινής Δωρίδας, την Κωστάριτσα (σημ. Διχώρι): «Όσο δύσκολο είναι να καθοριστεί ο χρόνος του σχηματισμού του οικισμού Κωστάριτσα, τόσο εύκολο είναι να καθοριστεί το πώς σχηματίστηκε ... μικροί ποιμενικοί οικισμοί με πυρήνα τους τις οικογένειες (σόγια) εξελίχθηκαν σε χωριάκοινότητες...» (Μ. Λουκοπούλου-Παττίχη, Επιστροφή..., ό.π., σ. 113, 114).

p. 58

τους ληστές67 της εποχής και, ενίοτε, προσχωρούσαν στις τάξεις τους. Ας μη φανταστούμε βέβαια μια σχεδόν ακίνητη, μια «ψυχρή» (για να θυμηθούμε τον Lévi-Strauss), κοινωνία. Την εποχή της κυριαρχίας του Αλή πασά στη Στερεά Ελλάδα ο καζάς Λιδωρικίου «ανήκεν ουσιαστικώς εις το κράτος του».68 Ο Γ. Π., γεννημένος στα 1898, μου αφηγήθηκε πως ένας πρόγονος του ξεκίνησε από το Σούλι την εποχή του Αλή πασά, εγκαταστάθηκε στη Ναύπακτο, στην κοινωνία της οποίας όμως δε μπόρεσε να ενταχθεί, με αποτέλεσμα οι γιοί του να εγκαταλείψουν την πόλη' ένας από αυτούς, ο προπάππος του συνομιλητή, «ήρθε εδώ και πέρασε σ' αυτά τα μέρη εδώ, κάθησε να καλλιεργήσει κι έφτιαξε και τη στάνη του, το μαντρί του δηλαδή εδώ από κάτ'».69

Τη δεκαετία του 1820 ο διάσημος γάλλος περιηγητής Pouqueville καταγράφοντας τον αριθμό των οικογενειών στις κώμες και τα χωριά της Δωρίδας, μέτρησε 60 οικογένειες στην «Palaea-Catouna»" το χωριό αποτελούσε, επομένως, τον τρίτο μεγαλύτερο σε πληθυσμό οικισμό μετά το Λιδωρίκι (180 οικογένειες) και την Αρτοτίνα (80 οικογένειες) .70 Ο σχετικά μεγάλος πληθυσμός δηλώνει ότι η συγκρότηση μόνιμου και οργανωμένου οικισμού είχε ήδη αρχίσει.

Στα χρόνια της Επανάστασης ο πληθυσμός του χωριού πρέπει να αυξήθηκε από τους πρόσφυγες που έρχονταν από την πεδιάδα και ίσως ήταν φορείς παραδόσεων αστικών ή, εν πάση περιπτώσει, ημι-αστικών, κέντρων. Σύμφωνα με τον Γ. Π. νέες οικογένειες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μετά την πτώση του Μεσολογγίου το 1826:

... εδώ ήρθανε οι φυγόδικοι των Τούρκων και κατοίκησαν το χωριό μας. Αποτελεί μια μεγάλη πανσπερμία. Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού μας ήσαν πέντε, εξ οικογένειες και μετά από τους κατοίκους αυτούς παρεισέφρησαν δύο, τρεις οικογένειες μετά την άλωση του Μεσολογγίου, από δω διήλθε η ομάδα η οποία εξεφυγε, και έμειναν εξ αυτών εδώ τρεις οικογένειες, Περλίγκας, Καντάς, Χαλιμούρδας.

Φαίνεται ότι το χωριό αναπτύχθηκε οικοδομικά κατά το δεύτερο μισό του

67. Για τη ληστεία και την κοινωνική της λειτουργία στον ελληνικό χώρο βλ. Ρ. Βαν Μπούσχοτεν, «Κλεφταρματολοί, ληστές και κοινωνική ληστεία», Μνήμων 13 (1991), 924' βλ. επίσης τα σχετικά άρθρα του Στ. Δαμιανάκου, Παράδοση Ανταρσίας και Λαϊκός Πολιτισμός, Αθήνα, χ.χ. (μετάφραση από τα γαλλικά), σ. 41-69 και σ. 71-107' «Ληστρική κοινωνία και ληστρικός πολιτισμός στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου (με αφορμή ένα λησμονημένο κείμενο του Στρατή Δούκα)», στο Χ. Χατζητάκη-Καψωμένου (επιμ.), Ελληνικός Παραδοσιακός Πολιτισμός. Λαογραφία και Ιστορία, Συνέδριο στη μνήμη της Άλκης Κυριακίδου-Νεστορος, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 183-200.

68. Γιαννόπουλος, Η Διοικητική Οργάνωσις, ό.π., σ. 107.

69. Συν. με τον Γ. Π., σ. 1.

70. F.-C.-H.L. Pouqueville, Voyage de lu Grèce, Παρίσι 1826-27, σ. 45.

p. 59

19ου αι. και ίσως η οικοδομική αυτή ανάπτυξη εκφράζει μια πληθυσμιακή αύξηση και μια προϊούσα οικονομική και κοινωνική διαφοροποίηση στους κόλπους της τοπικής κοινωνίας. Η ενοριακή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, στην πλατεία του χωριού, κτίστηκε το 1857, η εκκλησία του νεκροταφείου (Άγιος Κωνσταντίνος) κτίστηκε -οπότε οργανώθηκε και το νεκροταφείο- το 1896, σε οικόπεδο που δωρήθηκε στην κοινότητα από δύο μέλη της οικογένειας Σακκαρέλλου,71 ενός «αρχοντόσογου» του χωριού. Ο ένας από τους δύο δωρητές είχε διατελέσει δήμαρχος του δήμου Κροκυλείου -στα τέλη του 1869 περιλάμβανε 17 οικισμούς ή συνοικισμούς, στη συνέχεια 11 και το 1912 καταργήθηκε, οπότε και δημιουργήθηκε η κοινότητα Παλαιοκατούνου)72— ενώ το 1851 δύο Σακκαρελλαίοι είναι οι πλουσιότεροι στο χωριό (η αξία των περιουσιών τους είχε υπολογιστεί στις 8 και τις 6 χιλιάδες δραχμές) και διακρίνονται μαζί με 8 άλλους συγχωριανούς τους για τη νομιμοφροσύνη τους73, διάκριση που υποδεικνύει την σχετικά αδύναμη παρουσία του νεαρού ελληνικού κράτους στην ορεινή ύπαιθρο.

Πάντως, γενικά υποθέτω, ότι μέχρι το δεύτερο μισό του 19ου αι. η πλειονότητα των χωριανών ήταν κτηνοτρόφοι, τσοπάνηδες, οι οποίοι σταδιακά -ίσως από τις αρχές του 20ού αι.-, εγκατέλειψαν την κτηνοτροφία, είτε επειδή τους προσφέρθηκαν άλλες επαγγελματικές δυνατότητες (λ.χ. η δυνατότητα να εργαστούν στα μεταλλεία του Λαυρίου, τα οποία απασχολούσαν αρκετούς εργάτες στα τέλη του 19ου αι.), είτε επειδή είχαν συγκεντρώσει ένα κεφάλαιο ικανό να τους επιτρέψει να εκμισθώνουν σε άλλους τα ζώα τους, να μεταναστεύσουν (οι ίδιοι ή τα παιδιά τους) στην Αμερική, να δανείζουν τους συγχωριανούς τους και να εισπράττουν τόκους,74 είτε ακόμη εξαιτίας της φυσικής

71. Υφαντής, Το Κροκύλιο..., ό.π., σ. 40, 41.

72. Δρακάκης, Κούνδουρος, Αρχεία περί της Συστάσεως..., ό.π., τ. Λ', σ. 43, 96, 155, 226. Αν δεν συνυπολογίσουμε τους συνοικισμούς μερικών δεκάδων κατοίκων που αναφέρουν οι συγγραφείς, [το Αβορίτι, την Κερασιά και το Βλαχοβούνι πριν από το 1869, το Αβορίτι, τον Άγιο Παντελεήμονα, τα Διάσελα, την Παναγιώτα (Χάνι Καρά) μετά το 1869], θεωρώντας τους τμήματα των βασικών οικισμών, τότε μπορούμε να πούμε χονδρικά ότι ο δήμος Κροκυλείου αποτελούνταν από 14 και 7 χωριά αντίστοιχα.

73. Γ. Καψάλης, Στη Φωκίδα του 1851. Άνθρωποι, λίμνες, μετάξια, μπαμπάκια, Αθήνα 1974, σ. 51.

74. Μεταξύ των συμβολαιογραφικών εγγράφων τα οποία μελέτησα υπάρχει ένα που αναφέρεται σε έντοκο δανεισμό από ιδιώτη και υποδεικνύει μια οικονομική διαφοροποίηση του πληθυσμού που στηριζόταν ακόμη -και παρά τις κρατικές προσπάθειες- στη δυνατότητα ή μη, παροχής χρηματικού δανείου (Αρ. 11596, Δάνειον δραχμών 1995, της 28. 9. 1931: αφορά σε κατοίκους του Ζοριάνου και εκχωρείται με τόκο 2%). Άλλωστε, στο «Βιβλίο Γεννήσεων και Βαπτίσεων του ενοριακού Ναού Αγίου Γεωργίου Δωρίδος» που αρχίζει από το έτος 1929, ανάμεσα στους αναδόχους απαντούν και δύο με τον επαγγελματικό προσδιορισμό «τοκιστής»: ο ένας ζει στο Κροκύλειο και ο άλλος στο γειτονικό Κουπάκι. Το κυρίαρχο δίκτυο πιστώσεων πρέπει να λειτουργούσε σε επίπεδο τοπικό. Προφανώς όμως το φαινόμενο της τοκογλυφίας μειώθηκε μετά την πρώτη δεκαετία του 20ού αι. Σύμφωνα με τον σύγχρονο και πρωτοποριακό για την εποχή αγροτικό κοινωνιολόγο Κ. Καραβίδα, στην ελληνική

p. 60

πληθυσμιακής αύξησης, που δεν επέτρεπε σε όλους να συντηρούν κοπάδια αιγοπροβάτων στα διαθέσιμα βοσκοτόπια. Φαίνεται, ότι κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. στις κοινωνίες του ευρύτερου χώρου της ορεινής Δωρίδας οι κάτοικοι εγκατέλειψαν σταδιακά την κτηνοτροφία.75 Πάντως από τα στοιχεία του Μπακαρέζου προκύπτει ότι το 1930 εκτρέφονταν στο Κροκύλειο 3.5004.000 αιγοπρόβατα. Προφορικές μαρτυρίες κάνουν λόγο, με αρκετή δόση υπερβολής, για 17.000 γιδοπρόβατα «παλιά» στο χωριό76 (άραγε «παλιά» σημαίνει στα τέλη του 19ου αι. και πριν αρχίσει η υπερατλαντική μετανάστευση;)

Ο Α. Μ., γεννημένος το 1903 και ιδιαίτερα αξιόπιστος πληροφορητής μου αφηγήθηκε τη βιογραφική διαδρομή του παππού του. Η αφήγηση του έχει τη δομή και το ύφος λαϊκού αφηγήματος και επομένως εμπεριέχει στοιχεία φανταστικού-παραμυθιακού χαρακτήρα' ζωντανεύει όμως, με μοναδικό πιστεύω τρόπο, την ανοδική πορεία χωριανών, που ξεκίνησαν το 19ο αι. ως κτηνοτρόφοι, συγκέντρωσαν χρηματικό κεφάλαιο και το εκμεταλλεύτηκαν ώστε να ενισχύσουν την κοινωνική τους θέση - «η πίστωση και το χρέος», όπως γενικά στις αγροτικές κοινωνίες προκαπιταλιστικού τύπου, αποτελούσαν «ένα θεμελιώδη κοινωνικό δεσμό και μια κεντρική οικονομική σχέση»77:

Ο παππούς μου ήταν... Είχαν κατέβει απ' τη Λάρισα πάνω, από κείνα τα

μέρη, μια οικογένεια, δυο-τρία παιδιά και ήταν ορφανά. Ο παππούς μου

ύπαιθρο χάρη στα μεταναστευτικά εμβάσματα «εξεχρεώθησαν αι μικραί ιδιοκτησίαι των χωρικών από τους τοκογλύφους» (Κ. Καραβίδας, Αγροτικά. Μελέτη Συγκριτική, Αθήνα 1991 (α' έκδοση 1931)).

75. Βλ. για το Ψηλό Χωριό (πρώην Νούτσομπρο), Παπαϊωάννου, Τα Κλειδιά του Ψηλού Χωριού, ό.π., σ. 84, 85 όπου παρατίθενται 17 ονόματα τσοπάνηδων για τη δεκαετία του 1930 και 9 ονόματα χωριανών που διατηρούσαν αιγοπρόβατα «παλιότερα». Όπως αναφέρει ο συγγραφέας που γεννήθηκε στο Ψηλό Χωριό το 1915, «Μέχρι το 1900 όλοι σχεδόν οι κάτοικοι ήταν γεωργοκτηνοτρόφοι. Μα σαν πλήθυνε το χωριό, ο τόπος όλος καλλιεργήθηκε και δε σήκωνε πολύ πράμα (ζώα). Έτσι ο κόσμος άρχισε να ξενιτεύεται».

76. ΚΕΕΛ, Χειρόγραφο 4221 (1984), σ. 173. Στη μελέτη του για το ορεινό χωριό Καστάνιανη της Ηπείρου ο Ε. Αλεξάκης υποστηρίζει ότι σε βοσκότοπο έκτασης 17.000 στρεμμάτων δε μπορούν να διατηρηθούν πάνω από 1500 ζώα. Η κοινοτική έκταση του Κροκυλείου, η οποία βέβαια δεν ταυτίζεται με την έκταση των βοσκοτόπων, ανέρχεται, όπως έγραψα στην Εισαγωγή, σε 23 τετρ. χλμ. (Ε. Αλεξάκης, «Ο κύκλος ανάπτυξης...», ό.π., σ. 119-148, κυρίως σ. 139).

77. L. Fontaine, «La montagne et la ville: le crédit enchaîné», στο G.B. Dertilis (επιμ.), Banquiers, Usuriers et Paysans. Réseaux de crédit et stratégies du capital en Grèce, 17801930, Παρίσι 1988, σ. 95-104, κυρίως σ. 95. Το άρθρο αναφέρεται σε ποικίλες μορφές έντοκου δανεισμού που λειτουργούσαν στον ελληνικό ορεινό χώρο, με ιδιαίτερη αναφορά στην περίπτωση των Σαρακατσάνων, μετακινούμενων κτηνοτρόφων της Ηπείρου που μελέτησε ο βρετανός ανθρωπολόγος John Campbell τη δεκαετία του 1950, και στις γαλλικές Άλπεις, και συνδέουν τόσο τη μία αγροτική κοινότητα με την άλλη, όσο και τις αγροτικές κοινότητες με τις πόλεις.

p. 61

ήταν ορφανό παιδάχ' και το πήρε ο νονός του, είχε ένα νονό εδώ, το πήρε μικρούτσκο παιδάκ'... μεγάλωσε το παιδάκ' και σκάρζε γίδια και πρόβατα, το παιδάκ' το έστειλε στο κοπάδ' και φύλαε τα πρόβατα. Αυτό όμως ήταν πρόθυμο, τα περιποιείταν πολύ τα γιδοπρόβατα κι αφού είδ' ο νονός τ' ότ' είχε τέτοια όρεξη, τ' δίν' ένα κατσικάκ' και το λέει, όσα γεννήσ' αυτό θα είναι δικά σ' και έφκιασε 15 γίδες, έφκιασε 15 γίδες, ε, μεγάλωσε το παιδί, έφυγε κι ήρθε στ' αδέρφια τ', είχε δυο αδέρφια, κάθησε λίγον καιρό, είπαν να μοιράσουν κει ότ' είχαν, δεν είχαν τίποτα, αφού ήταν έρμα, παιδιά έτσ'... Παίρνει τς 15 γίδες, τς μέρασαν και τ' άφσαν 5. Αυτός όμως τς πέντε τς έφκιασε κοπάδ', οι άλλ'τς έφαγαν, τς ξόδεφαν ... και πλούτισε ... ο παππούς μου είχε λεφτά, είχε γραμμάτια και τόκιζε. Από μηδέν περιουσία έφτασε στο σημείο να είναι ο πρώτος του Κροκυλείου. Είχαμε ένα συμβολαιογράφο και μόλεγε, όπου να γυρίσω χαρτί, βρίσκω του παππούλη σ' τ' όνομα μέσα γιατί δάνειζε...78.

Στην ορεινή Ελλάδα του 19ου αι. εκτός από την κτηνοτροφία οι επιδρομές ληστρικών ομάδων σε πεδινά, πλούσια μέρη, εντός και εκτός των ορίων του ελληνικού κράτους, αποτελούσαν ακόμη βασικές πηγές συσσώρευσης κεφαλαίου - και μάλιστα χρηματικού.79 Η οικονομική εξαθλίωση της υπαίθρου, οι λειτουργικές αδυναμίες του ελληνικού κράτους, η σύγκρουση παραδοσιακών προτύπων αυτονομίας με τα συγκεντρωτικά ιδεώδη του έθνους-κράτους ευνοούν τη ληστεία, ενθαρρύνουν τους νέους άνδρες να συγκροτήσουν ληστρικές ομάδες ή να ενταχθούν σε αυτές. Σύμφωνα με ορισμένα στοιχεία, το 1872-73 δρουν 105 ληστές στη Φθιωτιδοφωκίδα, 28 από τους οποίους είναι ντόπιοι.80 Στην περίοδο και στο χώρο που μας απασχολεί, ίσως υπήρχαν ακόμη ορισμένοι ληστές81 αλλά η ληστεία είχε πλέον περάσει στη συλλογική μνήμη, ως πα-

78. Συν. με τον Α. Μ., σ. 1, 3, 4.

79. Για τον πλουτισμό ληστών στη μετεπαναστατική Ελλάδα βλ. στο Χ. Χαλατσάς, «Εισαγωγή», Χ. Χαλατσάς (επιμ.), Ληστρικά Τραγούδια, Αθήνα 2000, σ. 19-131, κυρίως σ. 41.

80. Κολιόπουλος, Ληστές, ό.π., σ. 149, 186, 193.

81. Φαίνεται ότι το ληστρικό φαινόμενο έτεινε να εκλείψει στην κεντρική και νότια Ελλάδα κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, ενώ εξακολουθούσε να παίζει καίριο ρόλο στις αγροτικές κοινωνίες και οικονομίες του βορειοελλαδικού χώρου. Οπωσδήποτε, το ληστρικό φαινόμενο στην Ελλάδα των πρώτων δεκαετιών του 20ού αι. δεν έχει μελετηθεί εκτεταμένα και σε βάθος (Δαμιανάκος, «Ληστρική Κοινωνία», ό.π., σ. 187, σημ. 2). Είναι όμως ενδεικτικό για τη γεωγραφία του ότι το άρθρο του Δαμιανάκου που αναφέρεται στο Μεσοπόλεμο αφορά στη Μακεδονία. Ωστόσο ο Άγγελος Ελεφάντης στο, βασισμένο σε προφορικές μαρτυρίες και προσωπικές αναμνήσεις, ποιητικό αφήγημά του για τον παππού του και τη ζωή σε ένα ορεινό χωριό της Ευρυτανίας, αναφέρεται σε έξαρση του ληστρικού φαινομένου μετά το 1922, που εκδηλώθηκε, προπάντων, με απαγωγές, οι οποίες είχαν ως στόχο την είσπραξη λύτρων από τους ευκατάστατους παλιννοστούντες «Αμερικάνους» και παρουσιάζει

p. 62

παρελθόν αμαρτωλό και ηρωικό συνάμα. Οι γέροντες αισθάνονταν ένοχοι για το παρελθόν τους, ιδίως για τους φόνους που μπορεί να είχαν διαπράξει" αγωνίζονταν για τη σωτηρία της ψυχής τους απευθύνοντας προσευχές στο θεό και χρηματοδοτώντας την κατασκευή μικρών έργων (λ.χ. μιας βρύσης) στην κοινότητα. Συγχρόνως όμως αισθάνονταν περήφανοι για το παρελθόν τους, για την εποχή της «κλεφτουριάς», για τη σωματική τους ρώμη, την τόλμη και τα κατορθώματά τους.

Για τα παιδιά τα οποία μεγάλωναν στο χωριό των πρώτων δεκαετιών του 20ού αι. το κτηνοτροφικό και ληστρικό παρελθόν του δεν ήταν πολύ μακρινό. Η διαδικασία αποδιάρθρωσης της τοπικής κοινωνίας είχε αρχίσει, αλλά η απόσταση από τη σημερινή φαντασιακή, συμβολική κοινότητα82 ήταν ακόμη πολύ μεγάλη. Πολλά παιδιά ανατρέφονταν σε οικογένειες κτηνοτρόφων, ενώ η ληστεία ήταν, όπως θα δούμε και παρακάτω, αγαπημένο θέμα στις αφηγήσεις των γερόντων του χωριού, με ακροατήριο, πολύ συχνά, τα παιδιά.


Σε αυτή την εργασία αναφερόμαστε συχνά σε ένα μέσο όρο 1.000 κατοίκων στο χωριό κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Το 1907 εμφανίζονται να κατοικούν στο χωριό 1031 άτομα - 474 άνδρες και 557 γυναίκες. Περίπου είκοat χρόνια αργότερα, το 1928, τόσο ο ανδρικός όσο και ο γυναικείος πληθυσμός έχει μειωθεί: 916 άνθρωποι -399 άνδρες και 517 γυναίκες- δηλαδή 40 γυναίκες και 75 άνδρες λιγότεροι ζουν στο Κροκύλειο.83 Στις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου οι απογραφείς καταμετρούν 800 κατοίκους' ο πληθυσμός έχει μειωθεί αλλά κινείται στα ίδια επίπεδα με τον πληθυσμό που παρουσιάζεται

αναλυτικά μια περίπτωση στην οποία κινδύνευσαν η μητέρα του και η αδελφή της (Α. Ελεφάντης, Minima Memorialia. Η ιστορία του παππού μου, Αθήνα 2001, σ. 61, 62, 67-69). Για τη φθίνουσα πορεία της ληστείας, λόγω και των συστηματικών κρατικών διώξεων των ληστοσυμμοριών από τα τέλη του 19ου και μετά, μέχρι τη δεκαετία του 1930 βλ. Χαλατσάς, Ληστρικά τραγούδια, ό.π., σ. 47-48. Ο Δαμιανάκος κάνει λόγο για «εντυπωσιακή έξαρση των κρουσμάτων» ληστείας στην καμπή από τη δεκαετία του 1920 προς τη δεκαετία του 1930 (ό.π., σ. 187)

82. Για την ιδεολογική ανασυγκρότηση των ορεινών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο μακριά από το χωριό, κυρίως μέσω αδελφοτήτων και συλλόγων βλ. Νιτσιάκος, Οι ορεινές κοινότητες..., ό.π., σ. 37 και 110-116.

83. Βασίλειον της Ελλάδος, Υπουργείον των Εσωτερικών, Γραφείον Απογραφής, Στατιστικά Αποτελέσματα της Απογραφής του Πληθυσμού. Κατά την 27 Οκτωβρίου 1907, Μέρος Δεύτερον - Πίνακες Αριθμητικοί, Εν Αθήναις 1908, σ. 59 και Ελληνική Δημοκρατία, Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Στατιστικά Αποτελέσματα της Απογραφής του Πληθυσμού της Ελλάδος της 15-16 Μαΐου 1928, Πραγματικός και Νόμιμος Πληθυσμός - Πρόσφυγες, Εν Αθήναις 1933, σ. 59.

p. 63

ται στην απογραφή του 187984 και παραμένει σημαντικός, αν λάβουμε μάλιστα υπόψη τα στενά όρια της αγροτικής οικονομίας στα οποία αναφερθήκαμε παραπάνω. Πόσοι από τους ανθρώπους αυτούς είχαν ηλικία κάτω των 15 ετών; Πόσα ήταν τα παιδιά στα οποία αναφέρεται αυτή η μελέτη;

Τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. τα παιδιά αποτελούσαν ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού της ελληνικής υπαίθρου. Αυτό τουλάχιστον συνάγεται από τα στατιστικά στοιχεία τα οποία διαθέτουμε για τον αριθμό των γεννήσεων ζώντων επί 1000 κατοίκων για τις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Μεταξύ του 1921 και του 1939 σε 1000 κατοίκους της ελληνικής υπαίθρου ανιστοιχούσαν από 21 έως 34 παιδιά περίπου, ενώ στα αστικά κέντρα, χονδρικά, από 16 έως 29. Οι αριθμοί αυτοί ήταν σαφώς υψηλότεροι από τους αντίστοιχους των χωρών της δυτικής και βόρειας Ευρώπης και, λιγότερο ή περισσότερο, αισθητά χαμηλότεροι από τους αντίστοιχους των Βαλκανικών χωρών, όπως λ.χ. η Βουλγαρία και η Ρουμανία.85

Αριθμητικά αξιόλογος ήταν κατ' αναλογία ο παιδικός πληθυσμός της μικροκοινωνίας που εξετάζουμε. Τα λιγοστά και σκόρπια στοιχεία τα οποία έχουμε στα χέρια μας και αφορούν μόνο τη δεκαετία του 1930 επιβεβαιώνουν τις προφορικές μαρτυρίες που κάνουν λόγο για υψηλό αριθμό παιδιών, όπου με τον όρο «παιδιά» εννοούμε σε γενικές γραμμές άτομα κάτω των 15 ετών. Με βάση λοιπόν τα Μαθητολόγια, και τα Βιβλία βαπτίσεων, γεννήσεων, θανάτων υπολογίζω ότι τη δεκαετία του 1930 κατοικούσαν μόνιμα στο χωριό τουλάχιστον 250 παιδιά και επομένως αυτά αποτελούσαν τουλάχιστον το 1/4 του πληθυσμού του χωριού.86 Ακόμη μεγαλύτερος πρέπει να ήταν ο αριθμός των

84. Το 1879 οι απογραφείς καταμετρούν 848 κατοίκους. Το 1961 ο πληθυσμός του 1940 έχει μειωθεί περίπου στο μισό (απογράφονται 444 κάτοικοι): Χουλιαράκης, Γεωγραφική, Διοικητική..., ό.π., τ. Λ', Μέρος II, σ. 105 και Μ. Χουλιαράκης, Εξελίξεις του πληθυσμού των αγροτικών περιοχών της Ελλάδος, 1920-1981, Αθήνα 1988, σ. 214 (Το 1981 απογράφονται στο χωριό 225 άτομα: ό.π., σ. 560).

85. Βλ. τους πίνακες στο έργο του Β. Βαλαώρα: Στοιχεία Βιομετρίας και Στατιστικής. Δημογραφική μελέτη του πληθυσμού της Ελλάδος, Αθήναι 1943, σ. 80, 84.

86. Από τα σωζόμενα αρχεία του Δημοτικού και του Ημιγυμνασίου (το οποίο το 1929 αντικατέστησε το Ελληνικό σχολείο) συνάγεται ότι τη δεκαετία του 1930 ζούσαν στο χωριό περίπου 150 παιδιά ηλικίας μεταξύ 6 και 15 ετών. Με βάση τα στοιχεία των βιβλίων γεννήσεων και θανάτων, κατά τη δεκαετία του '30 γεννιόνταν στο χωριό κάθε χρόνο, κατά μέσο όρο, 22-23 και πέθαιναν, κατά μέσο όρο, 4 παιδιά (σχεδόν όλα μέχρι 2 ετών) αντίστοιχα. Αν αφαιρέσουμε τα 4 παιδιά που πέθαιναν, από τα 22-23 που γεννιόνταν, μπορούμε να πούμε ότι 18-19 παιδιά κατορθώνουν να υπερβούν το δεύτερο έτος ηλικίας και οδηγούμαστε έτσι στο συμπέρασμα ότι ζούσαν στο χωριό πάνω από 100 παιδιά προσχολικής ηλικίας. Αν προσθέσουμε αυτά τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας στα 150 παιδιά των Μαθητολογίων, τότε μπορούμε να καταλήξουμε, με επιφύλαξη, σε έναν αριθμό 250 και παραπάνω παιδιών για τη δεκαετία του 1930. Σημειώνω βέβαια εδώ ότι το Βιβλίο θανάτων ξεκινά από το 1932' θεώρησα λοιπόν ότι ο μέσος όρος που συνάγεται για την περίοδο 1932-1939 ίσχυε και τα δύο προηγούμενα χρόνια (Βλ. εδώ Πηγές).

p. 64

παιδιών που κατοικούσαν στο Κροκύλειο πριν από το 1929, όταν ακόμη λειτουργούσε το τριετές Ελληνικό σχολείο στο οποίο φοιτούσε υψηλός αριθμός παιδιών από τα γειτονικά χωριά, που συνήθως διέμεναν έναντι ενοικίου σε σπίτια του χωριού κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους.

Ποια εικόνα προκύπτει από τα Βιβλία γεννήσεων, γάμων, θανάτων; Ότι μεταξύ 1929 και 1939 τελούνται κάθε χρόνο στο χωριό 4-12 γάμοι, ότι μεταξύ 1929 και 1940 γεννιούνται και βαφτίζονται κάθε χρόνο στο χωριό κατά κανόνα πάνω από 20 παιδιά' το 1933 και το 1934, μάλιστα, γεννιούνται και βαφτίζονται στο χωριό 27 παιδιά κάθε χρονιά, ενώ ο μεγαλύτερος αριθμός καταγράφεται το 1930: 29 παιδιά. (Το 1940 βρίσκουμε 17, το 1950 μόλις 7, το 1960 μόλις 4 παιδιά γεννιούνται και βαφτίζονται στο χωριό). Υπολογίζοντας τον πληθυσμό σε 1000 περίπου άτομα η γεννητικότητα ανταποκρίνεται στη μέση γεννητικότητα των ετών 1935-1939 στο νομό Φθιωτιδοφωκίδος, όπου σε 1000 κατοίκους αντιστοιχούσαν 24-25 γεννήσεις ζώντων και ανέρχεται σε ποσοστό λίγο μεγαλύτερο από το μέσο όρο όλης της χώρας (αλλά όχι εξαιρετικά υψηλό σε σχέση με τις βόρειες περιοχές της) .8?

Στο Γενικό Μητρώο καταγράφονται 550 άτομα που έχουν γεννηθεί από το 1900 ως το 1915. Επειδή το Μητρώο, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, τηρήθηκε -τουλάχιστον με συστηματικό τρόπο- μετά το 1915, ίσως μπορούμε να πούμε ότι το 1915 ζούσαν στο χωριό 550 παιδιά (ηλικίας μέχρι 15 ετών), αν και είναι μάλλον απίθανο όλες οι καταγεγραμμένες οικογένειες να κατοικούσαν μόνιμα στο χωριό, όπου όμως διατηρούσαν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Σε αυτή την περίπτωση τα παιδιά αποτελούσαν πάνω από το μισό πληθυσμό. Ίσως, λοιπόν, το ποσοστό των παιδιών στο σύνολο του πληθυσμού μειώθηκε σταδιακά στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Η μετανάστευση έγγαμων ανδρών, ιδίως κατά την πρώτη εικοσαετία του αιώνα, μάλλον λειτούργησε ανασχετικά ως προς το ρυθμό και επομένως τον αριθμό των γεννήσεων' άλλωστε η μείωση της γεννητικότητας λόγω της μετανάστευσης των ανδρών αποτελεί φαινόμενο το οποίο έχει παρατηρηθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές αγροτικές (και μάλιστα ορεινές) κοινωνίες.88

Γενικά, ο παιδικός πληθυσμός του χωριού ήταν σημαντικός, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο αριθμός των παιδιών ανά οικογένεια ήταν ιδιαίτερα υψηλός. Συνειδητά ή αναγκαστικά, οι άνθρωποι στην πλειοψηφία τους δεν αποκτούσαν πάνω από 4 και σπάνια πάνω από 5 παιδιά. Όπως φαίνεται και από τον Πίνακα, μετρώντας τον αριθμό των παιδιών ανά πυρηνική οικογένεια -υπό την έννοια του ζευγαριού ή ενός γονέα με παιδιά- στο Γενικό Μητρώο, διαπιστώνουμε ότι μια (πυρηνική) οικογένεια είχε κατά κανόνα (σχεδόν στα 3/4 των περιπτώσεων)

87. Βαλαώρας, Στοιχεία Βιομετρίας και Στατιστικής..., ό.π., σ. 60.

88. Για τις κοινωνίες των δυτικών Άλπεων βλ. Viazzo, Upland communities, ό.π., σ. 245.

p. 65

από 2-5 παιδιά σε ποσοστά που κυμαίνονται χονδρικά από το 13%-14% των περιπτώσεων για οικογένειες με 5 παιδιά, έως 23%-24% για οικογένειες με 3 παιδιά. Πάνω από 10% των οικογενειών εμφανίζονται να έχουν 1 μόνο παιδί. Αρκετές οικογένειες (σε ποσοστό της τάξης του 8% -9%) αριθμούσαν 6, λιγοστές όμως 7, 8 ή 9 παιδιά (σε ποσοστό το οποίο δεν υπερέβαινε το 5% περίπου).89

πινακασ 1

Κατανομή αριθμού παιδιών στις πυρηνικές οικογένειες (1915-1939 περίπου)

Αριθμός παιδιών









1 παιδί





2 παιδιά





3 παιδιά





4 παιδιά





5 παιδιά





6 παιδιά





7 παιδιά





8 και πάνω παιδιά










Πηγή: Γενικό Μητρώο Αρρένων και Θηλέων Κοινότητος Κροκυλείου. Οι στήλες Β αφορούν στο σύνολο των 403 πυρηνικών οικογενειών, είτε αυτές ανήκαν σε ευρύτερους οικιακούς σχηματισμούς, είτε όχι. Στις στήλες Α. δεν συνυπολόγισα 103 πυρηνικές οικογένειες στις οποίες, σύμφωνα με το Μητρώο, οι γονείς ανήκαν στην πρώτη γενιά σύνθετων οικιακών ομάδων. Αυτό έγινε επειδή, όπως φαίνεται στις στήλες Β, όταν λαμβάνουμε υπόψη τις πυρηνικές οικογένειες της πρώτης γενιάς μιας οικιακής ομάδας, προκύπτει ένα σημαντικό ποσοστό πυρηνικών οικογενειών με 1 παιδί, ποσοστό που υπερβαίνει το 16% και πρέπει να είναι τεχνητό, να οφείλεται δηλαδή στο γεγονός ότι συχνά οι γονείς συγκατοικούσαν με την οικογένεια ενός μόνο παιδιού τους. Στους υπολογισμούς μου δεν συμπεριλαμβάνονται, εξάλλου, όσες οικογένειες (48) απέκτησαν παιδιά μετά την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, προκειμένου οι διαπιστώσεις να κινηθούν στα χρονικά όρια της εργασίας.

Δεν έχω πληροφορίες σχετικά με αντισυλληπτικές μεθόδους: αν και δεν απο-

89. Αυτό συνάγεται από το Γενικό Μητρώο Αρρένων και Θηλέων που τηρήθηκε, όπως προαναφέραμε, μάλλον μετά το 1915. Τα στοιχεία συμφωνούν με την αριθμητική εικόνα την οποία κατέγραψε από το παλιό Δημοτολόγιο ο Ε. Αλεξάκης [ΚΕΕΛ, Χειρόγραφο 4221 (1984), σ. 178-183] και εναρμονίζονται με τις προφορικές μαρτυρίες. Πάντως, οι αριθμοί αυτοί θα πρέπει να εκληφθούν ως τάξεις μεγέθους, καθώς μάλιστα, δεν αποτελούν καταγραφή η οποία έγινε σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή αλλά προκύπτουν από τη συνεχή καταγραφή χωριανών που γεννήθηκαν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από τα τέλη του 19ου αιώνα και εξής.

p. 66
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 47

    ρου, σε ιδιοκτησίες χωριανών σε αυτά τα αστικά κέντρα ή σε μετανάστες στην Αμερική32 και υποδεικνύουν ένα δίκτυο δομικών οικονομικών σχέσεων (εφόσον μεταβιβάζεται περιουσία), πέρα από τα όρια των χωριών της ορεινής Δωρίδας αλλά και της ευρύτερης περιφέρειάς τους.

    Επομένως, εκ των πραγμάτων τα παιδιά στο Κροκύλειο των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα δεν μεγάλωναν σε μια απομονωμένη αγροτική κοινωνία αλλά σε μια κοινωνία η οποία σε μεγάλο βαθμό αναζητούσε την τύχη της πέρα από τα γεωγραφικά της σύνορα. Δεν είναι άσχετο με αυτά, το γεγονός ότι -όπως θα επιχειρήσουμε να δείξουμε σε αυτή την εργασία- στη σκέψη των περισσότερων χωριανών το μέλλον των παιδιών τους δεν συνδεόταν με την αγροτική οικονομία.


    Τα παιδιά στο χωριό δεν μεγάλωναν όλα μέσα στις ίδιες υλικές συνθήκες. Άλλωστε, ένα από τα ερωτήματα τα οποία τέθηκαν στο εισαγωγικό κεφάλαιο αφορά στη διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικές παιδικές ηλικίες υπό το πρίσμα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης.

    Σε ένα πρώτο επίπεδο οι πηγές δημιουργούν την εντύπωση ενός συγκλίνοντος, εξισωτικού κοινωνικού συνόλου:

    Σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία συγκέντρωσε ο οικονομολόγος Π. Μπακαρέζος, γύρω στα 1930 σε ένα σύνολο 193 οικιακών ομάδων μόνο μία είχε στην κατοχή της (λίγο) πάνω από 30, και ελάχιστες πάνω από 15 στρέμματα γης" οι περισσότερες οικιακές ομάδες είχαν στην ιδιοκτησία τους 5-10 στρέμματα. Με βάση αυτά τα δεδομένα, σχεδόν όλοι οι κάτοικοι θα κατατάσσονταν από τη Στατιστική Υπηρεσία της εποχής στους ιδιοκτήτες «ανεπαρκών» ή «πολύ μικρών» κλήρων, οι οποίοι αποτελούσαν, άλλωστε, και τη μεγάλη πλειοψηφία των αγροτών στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.33 Επιπλέον, μόνο μία οικογένεια είχε στην κατοχή της πάνω από 15 στρέμματα ποτιστικά, δη-

    32. Αρ. 2138 (Πωλητήριον ακινήτου, δρχ. 600, Πενταγιοί, 3.10.1900)' αρ. 11519 (Δωρεά αιτία θανάτου, Κροκύλειο, 1.1.1931)' αρ. 11575 (Δημοσία διαθήκη, Διχώρι ορεινής Δωρίδας, 3.9.1931)' αρ. 11649 (Δωρεά αιτία θανάτου, Κροκύλειο, 7.11.1931)' αρ. 11780 (Πωλητήριον αμπέλου δραχ. 10.000, Κροκύλειο, 10.1.1932). Για παράδειγμα στο τρίτο έγγραφο ο συντάκτης της διαθήκης είναι «κτηματίας γεννηθείς εν Διχωρίω της Δωρίδος και κάτοικος ήδη Αθηνών, οδός Μεσογείων 105», ενώ στο τελευταίο έγγραφο ο ένας από τους συμβαλλομένους ενεργεί «διά λογαριασμόν του αδελφού του Δημοσθένους Αχιλλέως Ταράτσα ξενοδόχου, κατοίκου Κουπακίου και διαμένοντος εν Σικάγω των Ηνωμένων Πολιτειών της Βορείου Αμερικής».

    33. Για τις σχετικές κατηγορίες και τα αποτελέσματα της γεωργικής απογραφής του 1929, βλ. Χ. Ευελπίδης, Η Γεωργία της Ελλάδος. Οικονομική και Κοινωνική Άποψις, Αθήναι 1944, σ. 25.