Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
Title:Growing up in Mountainous Regions
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:38
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2003
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Mentalities and Behaviour
Social integration
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
Visible pages: 7-26 από: 395
Current page:

Η φθινοπωρινή θλίψη κρατάει ακόμα, σε τούτο το ορεινό χωριό

Ιαπωνικό δίστιχο

p. 7 01 - 0002.htm


p. 8


Η βασική έρευνα για το βιβλίο αυτό ξεκίνησε στα τέλη της άνοιξης του 1997, μόλις εγκρίθηκε η σχετική πρόταση την οποία είχα υποβάλει στην επιτροπή του Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας (ΙΑΕΝ), προγράμματος που φιλοξενείται στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (ΚΝΕ/Ε1Ε). Το καλοκαίρι του 1998 κατέθεσα στο ΙΑΕΝ το κείμενο που αποτελεί και τη μαγιά της παρούσας μελέτης.1

Την εργασία μου αυτή δε θα μπορούσα να ολοκληρώσω χωρίς τη βοήθεια και τη συνδρομή μιας σειράς ανθρώπων.

Από την επιστημονική κοινότητα: Ο κ. Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης, Διευθυντής Ερευνών στο ΚΝΕ/ΕΙΕ στήριξε αποφασιστικά την υπόθεση εργασίας που διατύπωσα και μου συμπαραστάθηκε επιστημονικά και ηθικά. Ο κ. Σπύρος Ασδραχάς, Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών στο ίδιο Κέντρο, με τις ιδιαίτερα γόνιμες παρατηρήσεις του συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη του προβληματισμού μου. Εξάλλου, εγκρίνοντας την ερευνητική πρόταση μου, όλα τα μέλη της επιτροπής του ΙΑΕΝ, μου έδωσαν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσω την πρωτογενή και την βιβλιογραφική έρευνα για την εργασία αυτή' εγκρίνοντας, στη συνέχεια, τη δημοσίευση της, της παρέχουν τη δυνατότητα να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο κοινό. Ο κ. Λευτέρης Αλεξάκης, Διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας (ΚΕΕΛ) της Ακαδημίας Αθηνών, παρακολούθησε τις ανακοινώσεις που αφορούσαν στην εργασία και με τις υποδείξεις του βοήθησε ουσιαστικά ώστε να προσανατολιστώ στη βιβλιογραφία, ενώ συνέβαλε και στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση υλικού' επίσης μου έδωσε τη δυνατότητα να συμβουλευτώ υλικό που απόκειται στο ΚΕΕΛ. Στο πλαίσιο ανακοινώσεων που αφορούσαν στην εργασία, η ιστορικός κ. Τασούλα Βερβενιώτη, ο ιστορικός κ. Μάρκος Γκιόλιας, η ανθρωπολόγος κ. Κλειώ Γκουγκουλή, η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Όλγα Κατσιαρδή-Hering, ο ιστορικός κ. Θανάσης Μποχώτης, η εθνολόγος κ. Μάχη Οικονόμου, η εθνολόγος κ. Άννα Παναγιωτοπούλου διατύπωσαν ουσιαστικές παρατηρήσεις και βοήθησαν στη διεύρυνση του προβληματισμού της εργασίας.

1. Μ. Παπαθανασίου, Καθημερινή ζωή και κοινωνικοποίηση των παιδιών σε ίνα χωριό της ορεινής Δωρίδας, 1900-1940, Αθήνα 1998: αδημοσίευτη μελέτη, που έχει κατατεθεί στο Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας (ΚΝΕ/ΕΙΕ).

p. 9

Η κ. Όλγα Κατσιαρδή-Hering, άλλωστε, ήταν εκείνη που με έφερε σε επαφή με το ΙΑΕΝ. Η κ. Δέσποινα Καρακατσάνη, λέκτορας του Πανεπιστημίου Κρήτης, μου υπέδειξε χρήσιμα βιβλία. Η ιστορικός κ. Λήδα Παπαστεφανάκη έθεσε πρόθυμα στη διάθεσή μου αντίτυπο της διδακτορικής της διατριβής. Ο καθηγητής κ. Στέφανος Ήμελλος είχε την καλοσύνη να μου δώσει την άδεια να συμβουλευτώ τη συλλογή χειρογράφων του Λαογραφικού Σπουδαστηρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Από τη μεταπολεμική γενιά Κροκυλειωτών: Ο κ. Τριαντάφυλλος Τριαντάφυλλου, η κ. Ρήνα Βενιζέλου, η κ. Τζούλια Χαβάτζα στήριξαν ουσιαστικά το εγχείρημά μου, μεσολαβώντας για τη διεξαγωγή συνεντεύξεων, συζητώντας ερωτήματα, θέτοντας στη διάθεση μου πολύτιμο και δυσεύρετο έντυπο υλικό. Ο οικονομολόγος κ. Παρασκευάς Μπακαρέζος, επίσης από τη μεταπολεμική γενιά χωριανών, μου επέτρεψε γενναιόδωρα να χρησιμοποιήσω το πολυτιμότατο υλικό που είχε συγκεντρώσει στο πλαίσιο ερευνάς του για την οικονομία του ορεινού χώρου. Από τους παλαιότερους, ο αείμνηστος Χρήστος Τριαντάφυλλου, ο κ. Θανάσης Αθανασόπουλος, ο κ. Κώστας Χάρης (από την Κερασιά Δωρίδας), με εφοδίασαν επίσης με πολύτιμο και δυσεύρετο έντυπο υλικό. Ο κ. Παναγιώτης Παγώνης μου επέτρεψε να συμβουλευθώ ορισμένα συμβολαιογραφικά έγγραφα. Ο γεωπόνος κ. Αθανάσιος Ταλιούρης με κατατόπισε για πρακτικές πλευρές της λειτουργίας της αγροτικής οικονομίας. Η γραμματέας της κοινότητας Κροκυλείου κ. Μαρία Τσέλιου με διευκόλυνε ώστε να χρησιμοποιήσω το σωζόμενο αρχειακό υλικό. Ο διευθυντής του Λυκείου Άμφισσας κ. Βασίλης Παπαδήμας και η διευθύντρια του Λυκείου Λιδωρικίου κ. Μαίρη Χατζοπούλου μου επέτρεψαν να μελετήσω τα αρχεία των σχολείων τους.

Τους ευχαριστώ όλους θερμά.

Στους Κροκυλειώτες και τις Κροκυλειώτισσες που δέχτηκαν να μιλήσουν μαζί μου για το παρελθόν τους, και από τους οποίους αρκετοί έχουν εντωμεταξύ φύγει από τη ζωή, εκφράζω την απέραντη ευγνωμοσύνη μου. Η εργασία αυτή θα ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθεί χωρίς τη δική τους συμβολή, το δικό τους λόγο. Το προφορικό υλικό είναι δημιούργημα των πληροφορητών που απαντούν, και του ιστορικού που θέτει τα ερωτήματα ή κατευθύνει τη συζήτηση, «οι πληροφορητές είναι κατά κάποιο τρόπο ιστορικοί και ο ιστορικός αποτελεί, με ορισμένους τρόπους, μέρος των πηγών».2 Στις επιστημονικές μελέτες που εφαρμόζουν τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας, οι πληροφορητές παραμένουν κατά κανόνα ανώνυμοι: Στο πλαίσιο λοιπόν της κυρίαρχης επιστημονικής πρακτικής αλλά και για λόγους διακριτικότητας προτίμησα να μην κατονομάσω συνομιλητές και συνομιλήτριες αλλά να παραθέσω απλώς τα αρχικά των ονομάτων και των επωνύμων τους.

2. A, Portelli, «What makes oral history different», στο R. Perks, A. Thomson (επιμ.), The Oral History Reader, Λονδίνο 1998, σ. 63-74, εδώ σ. 72.

p. 10

Χωρίς τον Κώστα Ράπτη, του οποίου ο παππούς και η γιαγιά από την πλευρά του πατέρα του γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο Κροκύλειο, και την πολύτιμη πρακτική βοήθειά του, ούτε η εργασία θα ξεκινούσε, ούτε θα κατόρθωνα να συγκεντρώσω προφορικό υλικό και να πραγματοποιήσω επιτόπια έρευνα χωρίς να υπερβώ κατά πολύ τις χρονικές προθεσμίες του ΙΑΕΝ.

Το βιβλίο αυτό το αφιερώνω στη μητέρα μου, Ρούλα (Ζαφειρία) Παπαθανασίου, το γένος Χρυσοστόμου που έφυγε από τη ζωή πρόωρα την άνοιξη του 2002. Οι σημερινές πνευματικές-επιστημονικές δραστηριότητές μου έχουν τις ρίζες τους στα παιδικά μου χρόνια, στη δική της ενθάρρυνση και στις δικές της παροτρύνσεις για σχολικό και εξωσχολικό διάβασμα.

p. 11 01 - 0002.htm


p. 12



Η εργασία αυτή είναι κατ' αρχήν μια ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μια κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει, νομίζω, να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται, κατ' αρχήν από γεωγραφική άποψη, το συγκεκριμένο παράδειγμα. Αφετηρία της εργασίας υπήρξαν απορίες, ερωτήματα, υποθέσεις που προέκυψαν από την προηγούμενη ενασχόληση μου με την ιστορία των παιδιών σε έναν πολύ διαφορετικό οικονομικό, κοινωνικό και γεωγραφικό χώρο, τον κεντροευρωπαϊκό.1

Επέλεξα, λοιπόν, ένα ορεινό χωριό της Ρούμελης, το Κροκύλειο (Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο ως το 1915),2 πρωτεύουσα, άλλοτε και τώρα, της επαρχίας Δωρίδας, του νομού Φωκίδας σήμερα - Φθιωτιδοφωκίδας την εποχή που εξετάζουμε. Αλλοτινό κεφαλοχώρι,3 χειμερινή πρωτεύουσα του δήμου Κροκυλείου από το 1870 ως το 1912,4 αυτόνομη κοινότητα στη συνέχεια, με

1. Μ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule. Die ökonomische Funktion der Kinder ärmerer Schichten in Österreich 1880-1939, (Sozial- und Wirtschaftshistorische Studien 24), Βιέννη, Μόναχο 1999.

2. Α.Θ. Δρακάκης, Σ. I. Κούνδουρος, Αρχεία περί της Συστάσεως και Εξελίξεως των Δήμων και Κοινοτήτων 1836-1939 και της Διοικητικής Διαιρέσεως του Κράτους, τ. Β', Αθήναι 1940, σ. 694.

3. Στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (τ. ΙΕ', Αθήνα 1931, σ. 257) το Κροκύλειο αναφέρεται το 1928 ως «κώμη» με 916 κατοίκους. Ο όρος προφανώς αποδίδει το πληθυσμιακό μέγεθος και τον χαρακτήρα του ως διοικητικού κέντρου της ευρύτερης ορεινής περιοχής, αλλά στην καθημερινή τους ζωή οι άνθρωποι όταν αναφέρονται σ' αυτό χρησιμοποιούσαν και χρησιμοποιούν τη λέξη χωριό.

4. Στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος σχηματίσθηκε με το Βασιλικό Διάταγμα του Απριλίου 1835 ο «δήμος Κροκυλείου» ως δήμος της επαρχίας Δωρίδας. Τη διοικητική αυτή μονάδα με πρωτεύουσα τους Πενταγιούς συγκροτούσαν οι οικισμοί: Πενταγιοί, Δρεστενά, Πα-

p. 13

χίλιους περίπου κατοίκους, διθέσιο δημοτικό σχολείο και σχολαρχείο, αστυνομικό σταθμό, ταχυδρομείο, τηλεγραφείο, τηλεφωνείο, ειρηνοδικείο5 και κοινοτική έκταση 23 τετρ. χλμ.6 Σήμερα το Κροκύλειο γνωρίζει τη μοίρα των περισσότερων ορεινών χωριών στην Ελλάδα: μερικές δεκάδες μόνιμοι κάτοικοι, ελάχιστοι νέοι, ουσιαστικά ανύπαρκτος παιδικός πληθυσμός, αρκετοί παραθεριστές που κατάγονται από το χωριό το καλοκαίρι.

Το χωριό επιλέχθηκε κατ' αρχήν για πρακτικούς λόγους: Δεν κατάγομαι από το Κροκύλειο και πριν ξεκινήσω την έρευνα είχα επισκεφθεί το χωριό τρεις φορές για μερικές μέρες. Όμως, η γνωριμία μου με νέους ανθρώπους, δραστήρια μέλη του Συλλόγου Κροκυλειωτών στην Αθήνα, οπωσδήποτε διευκόλυνε τη συλλογή του υλικού, τόσο των προφορικών μαρτυριών εκ μέρους των ηλικιωμένων, στις οποίες στηρίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτή η μελέτη, όσο και υλικού από το κοινοτικό αρχείο, το αρχείο του σχολείου και την εφη-

Παλιοκάτουνο, Αβορίτι, Βλαχοβούνι, Κερασιά, Κουπάκι, Ζωριάνο, Αλποχώρι (Ε. Γ. Σκιαδάς, Ιστορικό Διάγραμμα των Δήμων της Ελλάδος, 1833-1912. Σχηματισμός - σύσταση εξέλιξη - πληθυσμός - εμβλήματα, Αθήνα 1993, σ. 175). Από τα στοιχεία για τον πληθυσμό που παραθέτει ο Σκιαδάς συνάγεται ότι ο δήμος περιλάμβανε μεγαλύτερους οικισμούς που μετά το 1912 συγκρότησαν κοινότητες ή αποτέλεσαν τον πυρήνα κοινοτήτων, και συνοικισμούς μερικών δεκάδων κατοίκων, όπως το Αβορίτι (24 κάτοικοι), η Κερασιά (24 κάτοικοι), το Βλαχοβούνι (55 κάτοικοι) που βρίσκονταν στην περιφέρεια μεγαλύτερων οικισμών. Με Βασιλικό Διάταγμα του επόμενου έτους (1836) οι δήμοι Βωμέας και Οφιονείας της επαρχίας Δωρίδας συγχωνεύτηκαν με το δήμο Κροκυλείου, στον οποίο προστέθηκαν έτσι άλλοι 12 οικισμοί ή συνοικισμοί (Σκιαδάς, ό.π.). Μέχρι το 1870, περίπου, τμήματα του αρχικού δήμου Κροκυλείου προσαρτήθηκαν κατά καιρούς σε άλλους δήμους. Ο μακροβιότερος «δήμος Κροκυλείου», που προέκυψε με το Βασιλικό Διάταγμα του Δεκεμβρίου 1869 και διατηρήθηκε ως το 1912, βρισκόταν μεταξύ δύο οροσειρών, -των Βαρδουσίων στο βορρά και του Τρικόρφου στο νότο- αριθμούσε πάνω από 3000 κατοίκους και περιλάμβανε τις μετέπειτα κοινότητες Αγλαβίστας, Αλποχωρίου, Δρεστενών, Ζωριάνου, Κουπακίου, Παλαιοκάτουνου και Πενταγιών, με χειμερινή πρωτεύουσα το Παλαιοκάτουνο και θερινή τους Πενταγιούς (Σκιαδάς, ό.π.' Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφική, Διοικητική και Πληθυσμιακή Εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1871, τ. Α', Μέρος I, Αθήναι 1973, σ. 148 και Μέρος II, Αθήναι 1974, σ. 105).

5. Μια χρήσιμη επισκόπηση της ιστορίας του χωριού προσφέρει το πόνημα του κροκυλειώτη Π. Υφαντή, Το Κροκύλιο. Μια συνοπτική ιστορία του αρχαίου και του σημερινού Κροκυλίου (Πρόχειρη μελέτη για τη γνωριμία του χωριού), Αθήνα 1988.

6. ΕΣΥΕ, Λεξικόν των Δήμων, Κοινοτήτων και Οικισμών της Ελλάδος, επί τη βάσει της απογραφής του πληθυσμού του έτους 1961, περιέχον εν παραρτήματι τας επελθούσας διοικητικάς μεταβολάς και εγκριθείσας μετονομασίας μέχρι της 31. 12. 1962, Αθήνα 1963, σ. 78. Η κοινοτική έκταση του χωριού είναι αρκετά μεγαλύτερη από την αντίστοιχη γειτονικών χωριών, όπως το Κουπάκι (17 τετρ. χλμ.), το Ζοριάνο (12 τετρ. χλμ.), η Κερασιά (15 τετρ. χλμ.), αλλά και αρκετά μικρότερη από την αντίστοιχη των γειτονικών Πενταγιών (35 τετρ. χλμ.).

p. 14

μερίδα, την οποία εκδίδει ο αθηναϊκός σύλλογος. Λόγοι επιστημονικοί στάθηκαν, ωστόσο, καθοριστικοί στην επιλογή μου. Σκόρπιες ιστορίες για το «κοσμοπολίτικο» -με τα μέτρα των αγροτικών κοινωνιών- αλλοτινό κεφαλοχώρι, για τους άντρες που έφευγαν στην Αμερική αφήνοντας πίσω τους αγέννητα ή μικρά παιδιά, για Κροκυλειώτες της μεσοπολεμικής Αθήνας, οι οποίοι διατηρούσαν στενούς δεσμούς με το χωριό, δημιούργησαν το ερώτημα για τη σχέση που μπορεί να υπήρχε ανάμεσα στην παιδική ηλικία και τη διαδικασία αστικοποίησης του αγροτικού πληθυσμού, επηρεάζοντας αποφασιστικά την ερευνητική επιλογή μου. Ως απώτατο χρονικό όριο έθεσα τα τέλη της δεκαετίας του 1930, ώστε να μην εμπλακώ στην ιδιαίτερη προβληματική των περιόδων της Κατοχής και, κυρίως, του Εμφυλίου, υπερβαίνοντας έτσι τα χρονικά και εν γένει πρακτικά περιθώρια που είχα στη διάθεση μου.

Χρησιμοποιώ γενικά τον όρο «παιδιά» για τους χωριανούς κάτω των δεκαπέντε ετών και τον όρο «ενήλικες» για τους υπόλοιπους. Η διάκριση αυτή εξυπηρετεί τις ανάγκες της συγγραφής αλλά δεν είναι αυθαίρετη. Όταν ρωτούσα συνομιλητές και συνομιλήτριες μέχρι ποια ηλικία «δε νόγαγε» κανείς (όπως έλεγαν συχνά οι ίδιοι όταν αναφέρονταν στη συμπεριφορά τους ως παιδιών), έθεταν ως όριο τα δεκαπέντε χρόνια. Ο «στρογγυλεμένος» αυτός αριθμός δείχνει βέβαια ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένη, κοινωνικά θεσμοθετημένη διάρκεια της παιδικής ηλικίας' άλλωστε την τυπικά πλήρη κοινωνική ενηλικίωση των χωριανών σηματοδοτούσαν διάφορα ορόσημα, όπως η υπηρεσία στο στρατό, οι σπουδές, η μετανάστευση για τους άνδρες και προπάντων ο γάμος για γυναίκες και άνδρες. Εξάλλου, επειδή ούτε τα «ορόσημα» αυτά συνέπιπταν μεταξύ τους χρονικά, ούτε η ηλικία στην οποία κάποιος «πήγαινε στρατιώτης», «έφευγε για την Αμερική» ή παντρευόταν ήταν σταθερή, αναγκαστικά δεν ενηλικιώνονταν κοινωνικά πλήρως όλοι στην ίδια ή σχεδόν στην ίδια ηλικία. Πάντως, από τις πηγές συνάγεται ότι κανείς δεν παντρευόταν σε ηλικία κάτω των δεκαπέντε χρόνων7 και μπορούμε τουλάχιστον να είμαστε βέβαιοι ότι σε γενικές γραμμές άνδρες και γυναίκες δε θεωρούνταν κοινωνικά ανήλικοι μετά την ηλικία των δεκαπέντε χρόνων.

Τούτο δεν σημαίνει πως θεωρώ εξαρχής δεδομένη την κοινωνικο-πολιτισμική διάρκεια της παιδικής ηλικίας στο παράδειγμά μου και δεν με απασχολούν ερωτήματα συγγενή προς τα κλασικά ερωτήματα που τέθηκαν τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 με τις μελέτες του πρωτοπόρου ιστορικού της παιδικής ηλικίας Φιλίπ Αριές και των «διαδόχων του», ή απέρρευσαν από αυτές:8 Ποια

7. Βλ. εδώ Κεφάλαιο Δεύτερο, σημ. 190.

8. Ανεξάρτητα από τις έντονες και δικαιολογημένες αντιρρήσεις που εκφράστηκαν αργότερα για ορισμένες απόψεις τους, όπως λ.χ. την περίφημη θεωρία του Αριές ότι οι άνθρωποι του Μεσαίωνα δεν αναγνώριζαν την παιδική ηλικία ως κοινωνική κατηγορία και ότι η παιδική ηλικία ουσιαστικά ανακαλύφθηκε μετά το 16ο αι., ή το μάλλον απλουστευτικό, εξελικτικό

p. 15

κοινωνικο-πολιτισμικά όρια εντοπίζονται μεταξύ ενηλίκων και παιδιών στο επίπεδο της πρακτικής και της εμπειρίας, πώς συγκροτείται και πώς ορίζεται η παιδική ηλικία ως ιδιαίτερο χρονικό διάστημα στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων της συγκεκριμένης κοινωνίας;

Άλλωστε, στη μελέτη η παιδική ηλικία δεν αντιμετωπίζεται ως εμπειρία ενιαία για το σύνολο της μικροκοινωνίας η οποία μας απασχολεί. Ιστορικοί, κοινωνιολόγοι, ανθρωπολόγοι δέχονται σήμερα ότι υπήρχαν και υπάρχουν πολλές, διαφορετικές παιδικές ηλικίες και όχι μία, προϊόν της ντετερμινιστικής δυτικής αντίληψης για το παιδί ως πλάσμα βιολογικά απολύτως προσδιορισμένο, με δεδομένα σωματικά, ψυχικά, πνευματικά χαρακτηριστικά, δεδομένες ανάγκες και δεδομένη εξελικτική πορεία. Οι ίδιοι, εξάλλου, διακηρύσσουν ότι τα παιδιά θα πρέπει να μελετώνται ως ενεργά υποκείμενα και όχι ως παθητικοί δέκτες των επιθυμιών και απόψεων των ενηλίκων'9 ορισμένοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι είναι πιο σωστό να κάνουμε λόγο για «ιστορία των παιδιών» παρά για ιστορία της παιδικής ηλικίας, καθώς η «παιδική ηλικία» δεν αποτελεί παρά ιδεολογική κατασκευή.10

κτικό σχήμα του ντε Μωζ, σύμφωνα με το οποίο στο πέρασμα των αιώνων οι ανθρώπινες κοινωνίες κινούνται προοδευτικά και σταθερά προς την αναγνώριση του παιδιού ως αυταξίας και προς το σεβασμό στο πρόσωπο του: βλ. Ph. Ariès, L' enfant et la vie familiale sous /' Ancien Régime, Παρίσι 1973, [στα ελληνικά: Φ. Αριές, Αιώνες παιδικής ηλικίας, (μετάφραση: Γ. Αναστοπούλου), Αθήνα 1990]' Λ. ντε Μωζ, «Η εξέλιξη της παιδικής ηλικίας», στο Λ. ντε Μωζ (επιμ.), Η Ιστορία της Παιδικής Ηλικίας, μετ. Δ. Κωστελένος, Αθήνα 1977, σ. 11-101, κυρίως σ. 95-100. Αναμφισβήτητα οι θεωρίες των πρωτοπόρων της ιστορίας της παιδικής ηλικίας έδωσαν εναύσματα και άνοιξαν δρόμους στην έρευνα. Για μια αναλυτική επισκόπηση της επιστημονικής συζήτησης στην ελληνική γλώσσα, βλ. Ε. Αυδίκος, Το παιδί στην παραδοσιακή και τη σύγχρονη κοινωνία, Αθήνα 1996, σ. 15-33 και Κ. Μπάδα-Τσομώκου, Ενδυματολογικοί κώδικες της παιδικής νεανικής ηλικίας. Το κοινωνικο-ιστορικό τους ισοδύναμο, Ιωάννινα 1993, σ. 3-9' βλ. επίσης την επισκόπηση του αμερικανού κοινωνιολόγου W. Corsaro, The Sociology of Childhood, Θάουζαντ Οκς, Λονδίνο, Νέο Δελχί 1997, σ. 49-67. Για την κριτική των θέσεων και της μεθοδολογίας του Αριές και των μεταγενέστερων μελετητών της ιστορίας της οικογένειας, όπως ο ιστορικός Ε. Σόρτερ και η Ε. Μπαντεντέ, βλ. D. Alexandre-Bidon, D. Lett, Η καθημερινή ζωή των παιδιών στο Μεσαίωνα, μετ. Σ. Βλοντάκης, Αθήνα 1999, σ. 15-19.

9. Α. Prout, Α. James, «Α New Paradigm for the Sociology of Childhood? Provenance, Promise and Problems», στο A. Prout, A. James, (επιμ.), Constructing and Reconstructing Childhood. Contemporary Issues in the Sociological Study of Childhood, Λονδίνο, Ουάσινγκτον 1999, σ. 7-33, κυρίως σ. 8 και -για την κριτική στη θεωρία περί «κοινωνικοποίησης»- σ. 14 κ.εξ.

10. J. M. Hawes, Ν. R. Hinter, «Looking for Waldo: Reflections on the History of Children and Childhood in the Postmodern Era», Ανακοίνωση στο συνέδριο με θέμα: Ιστορία της Παιδικής Ηλικίας στην Αμερική, Ουάσινγκτον, 5-6 Αυγούστου 2000 (στο Διαδίκτυο, http:/, σ. 2).

p. 16

Στο πλαίσιο αυτό αμφισβητείται ακόμη και ο όρος κοινωνικοποίηση επειδή παραπέμπει στην αντίληψη ότι τα παιδιά δεν αποτελούν αυταξίες αλλά είναι ατελή όντα τα οποία πλάθονται από τους ενήλικες κατ' εικόνα και ομοίωση των τελευταίων. Νομίζω, ωστόσο, ότι εφόσον έχουμε αποσαφηνίσει το περιεχόμενο των όρων «παιδική ηλικία» και «κοινωνικοποίηση», εφόσον έχουμε δεχτεί ότι δεν υπάρχει μία ενιαία παιδική ηλικία, και ότι η κοινωνικοποίηση δηλώνει την ένταξη των παιδιών στο εκάστοτε πολιτισμικό περιβάλλον και ακόμα ότι τα παιδιά συμμετέχουν, ως ένα βαθμό, ενεργά σε αυτήν, νομιμοποιούμαστε να χρησιμοποιούμε τους όρους, αποφεύγοντας τεχνικές και, σε τελική ανάλυση, τεχνητές δυσκολίες. Άλλωστε, κοινωνικοί επιστήμονες, κυρίως κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν ευρέως τον όρο κοινωνικοποίηση για να δηλώσουν τη «συγκρότηση και εξέλιξη της προσωπικότητας και κοινωνικής ένταξης του ατόμου»," δέχονται πως «...δεν υπάρχει μια κοινωνικοποίηση για την ίδια κοινωνία σε μια συγκεκριμένη εποχή», ούτε «...μπορεί να υπάρχει ένα πρότυπο κοινωνικοποίησης για όλες τις εποχές και όλους τους πολιτισμούς».12

Σε ένα πρώτο επίπεδο η μελέτη αυτή θέτει, επομένως, τα ακόλουθα ερωτήματα: Για πόσες και ποιες παιδικές ηλικίες μπορεί να γίνει λόγος στη συγκεκριμένη αλλά και γενικότερα στην ορεινή αγροτική κοινωνία; Σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο διαφοροποιείται η καθημερινή ζωή των παιδιών και η εμπειρία τους ανάλογα με το φύλο, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση και θέση της οικογένειας, τη σειρά γέννησης των παιδιών μέσα σ' αυτήν;

Σε ένα δεύτερο επίπεδο η εργασία επιχειρεί να φωτίσει τη σχέση ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας του πρώιμου 20ού αιώνα και να αναδείξει τους δεσμούς μεταξύ της ιστορίας της παιδικής ηλικίας —ή των παιδιών— και της κοινωνικής μακρο-ιστορίας, η οποία επικεντρώνεται στη μελέτη κοινωνικών δομών ή γενικών κοινωνικών εξελίξεων και δεν χρησιμοποιεί την ηλικία ως αναλυτική κατηγορία. Η προσέγγιση αυτή συνοψίζεται στο ερώτημα: Συνδέεται η εμπειρία της παιδικής ηλικίας στον ορεινό ελλαδικό χώρο με την αστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας και με ποιους τρόπους; Το ερώτημα παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον γιατί εκφράζει από διαφορετική πλευρά θεμελιώδεις προβληματισμούς και απόψεις της αγροτικής κοινωνιολογίας, της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της κοινωνικής ιστορίας.

Η αγροτική κοινωνιολογία δέχεται ότι η αγροτικότητα και η αστικότητα διαπλέκονται, ότι «δεν είναι δυνατό να εξετάζεται ο αγροτικός τομέας ανεξάρτητα

11. Χ. Νόβα-Καλτσούνη, Κοινωνικοποίηση: Η γένεση του κοινωνικού υποκειμένου, Αθήνα 1995, σ. 13. Η κοινωνικοποίηση αποτελεί μία «διά βίου διαδικασία» (ό.π., σ. 20). Το βιβλίο της Νόβα-Καλτσούνη αποτελεί μια εμπεριστατωμένη επισκόπηση της διεθνούς, -παλαιότερης και σύγχρονης- κοινωνιολογικής συζήτησης για την κοινωνικοποίηση.

12. Ό.π., σ. 16.

p. 17

τητα από την ευρύτερη κοινωνία στην οποία ανήκει», ότι «μορφές αστικής ζωής ... εμφανίζονται στον αγροτικό χώρο και το αντίστροφο».13 Αυτό σημαίνει ότι οι αγροτικές κοινωνίες δεν αποτελούν αναγκαστικά, ή και κατά κανόνα, κλειστές, απομονωμένες κοινωνίες. Η άποψη ότι οι ορεινές αγροτικές κοινωνίες, λόγω της γεωγραφικής απομόνωσής τους, αποτελούσαν ερμητικά κλειστά προς τον έξω κόσμο σύνολα, ήταν παλαιότερα αρκετά διαδεδομένη' σήμερα ανθρωπολόγοι και ιστορικοί έχουν καταρρίψει ή τουλάχιστον κλονίσει, τις στερεοτυπικές αυτές απόψεις.14 Στη χώρα μας οι νεότεροι μελετητές, με αναφορά στο παράδειγμα της Ηπείρου, μιλούν για τις πόλεις που «διεισδύουν ως τις πιο μακρινές γωνιές της υπαίθρου» και για την ύπαιθρο που «είναι παρούσα ως την καρδιά του άστεως», για τη «μακρά μεταναστευτική παράδοση του έλληνα χωρικού», σε αντιδιαστολή προς τον δυτικό, για την ισχυρή εξωστρέφεια της ελληνικής υπαίθρου και μάλιστα της ορεινής.15 Εξάλλου, μια πολύ γνωστή και σημαντική μελέτη για την ελληνική κοινωνία του 19ου και του πρώιμου 20ού αι. υποστηρίζει, αξιοποιώντας συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία, ότι η κοινωνική κινητικότητα, η μετάβαση από την αγροτική στη μικροαστική τάξη, προπάντων διά μέσου εκπαιδευτικών μηχανισμών, αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των μικρών αγροτών στον ελλαδικό χώρο ήδη από το 19ο αι.16

13. Β. Νιτσιάκος, Οι ορεινές κοινότητες της Βόρειας Πίνδου. Στον απόηχο της μακράς διάρκειας (Λαϊκός πολιτισμός/τοπικές κοινωνίες), Αθήνα χ.χ., σ. 30-31: Ο συγγραφέας στηρίζεται κυρίως στο σημαντικό άρθρο του R. Pähl, «The rural-urban continuum», Sociologia Ruralis 6 (1966), 299-327, που άσκησε κριτική στο διχοτομικό μοντέλο του «αγροτο-αστικού συνεχούς», όπου οι κοινωνίες κατατάσσονται σε ένα γραμμικό συνεχές, στα άκρα του οποίου τοποθετούνται ένας ιδεατός τύπος αγροτικής και ένας ιδεατός τύπος αστικής κοινωνίας (βλ. Νιτσιάκος, ό.π., σ. 24).

14. Για μια κριτική επισκόπηση της ιστορικής και ανθρωπολογικής βιβλιογραφίας του ορεινού ευρωπαϊκού, κυρίως αλπικού, χώρου, βλ. την εισαγωγή στο P.P. Viazzo, Upland Communities. Environment, population and social structure in the Alps since the sixteenth century, Κέμπριτζ 1989, σ. 1-15: Ο συγγραφέας αναφέρεται χαρακτηριστικά στο «θεμελιώδες πρόβλημα του κατά πόσο νομιμοποιούμαστε να προσλαμβάνουμε τις αλπικές κοινότητες ως κλειστά (οικο)συστήματα» (Viazzo, ό.π., σ. 15, μετάφραση δική μου). Οι ανθρωπολογικές θεωρίες οικολογικού ντετερμινισμού έχουν «εδώ και καιρό αμφισβητηθεί, ενώ έχει πειστικά υποστηριχτεί η άποψη ότι το φυσικό περιβάλλον μπορεί να υπαγορεύει χρήσεις και να επιδρά στη διαμόρφωση και εξέλιξη των κοινωνιών αλλά δεν είναι αυτό που καθορίζει μονόπλευρα τα συστήματα κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης» (Β. Νιτσιάκος, Χ. Κασίμης (επιμ.), Ο ορεινός χώρος της Βαλκανικής. Συγκρότηση και μετασχηματισμοί, Κόνιτσα 2000, σ. 16, 17).

15. Σ. Δαμιανάκος, Ε. Ζακοπούλου, Χ. Κασίμης, Β. Νιτσιάκος, Εξουσία, εργασία και μνήμη σε τρία χωριά της Ηπείρου. Η τοπική δυναμική της επιβίωσης, Αθήνα 1997, σ. 19-22.

16. Βλ. Κ. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα, 1830-1922, Αθήνα 1992, κυρίως σ. 124-159 και 391 κ.εξ.

p. 18

Η παρούσα εργασία μελετά τις πολλαπλές εμπειρίες των παιδιών και επιχειρεί να τις εντάξει στη συνολική πορεία της μικροκοινωνίας που επιλέχθηκε ως παράδειγμα αλλά και της ελληνικής κοινωνίας γενικότερα, μέσα από πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα. Καθημερινή ζωή των παιδιών, υλικές συνθήκες διαβίωσης τους, θέση και ρόλος τους στην οικογενειακή και τοπική οικονομία, διαπροσωπικές σχέσεις στο εσωτερικό των οικογενειακών σχηματισμών, διαπαιδαγώγηση, σχέση παιδιών και αγροτικών οικογενειών με τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς, συμμετοχή των παιδιών σε κοινωνικές και θρησκευτικές εκδηλώσεις, αυτόνομοι τρόποι έκφρασης, όπως το παιχνίδι, συγκροτούν τους πραγματολογικούς άξονες γύρω από τους οποίους εκφράζονται απόψεις και διατυπώνονται υποθέσεις.

Με την καθημερινή ζωή των παιδιών στον ελληνικό χώρο έχει ασχοληθεί κυρίως η Λαογραφία, τόσο η παραδοσιακή,17 όσο και η σύγχρονη, η αποκαλούμενη Κοινωνική Λαογραφία, εκείνη δηλαδή που αξιοποιώντας τον πλούτο της παραδοσιακής Λαογραφίας, προσεγγίζει στις μεθόδους και στον προβληματισμό της την Κοινωνική Ανθρωπολογία και, σε μικρότερο βαθμό, την Ιστορία.18 Η λαογραφική έρευνα έχει συγκεντρώσει, μελετήσει και συγκρίνει μνημεία του λόγου που αφορούν άμεσα στην παιδική ηλικία (νανουρίσματα, ταχταρίσματα, λαχνίσματα)' έχει ασχοληθεί προπάντων εκτεταμένα με την καθημερινότητα του νεογέννητου και του βρέφους, με τα έθιμα, τις πρακτικές και τις αντιλήψεις γύρω από τη γέννηση και το παιδί στα πρώτα χρόνια της ζωής του, με μια φάση δηλαδή της παιδικής ηλικίας, η οποία δεν είναι δυνατόν να ανακληθεί στη μνήμη, και συνεπώς ελάχιστα θα απασχολήσει αυτή τη μελέτη.

Όμως η λαογραφική έρευνα έχει ασχοληθεί και με το παιδικό παιχνίδι. Τα τελευταία χρόνια έχει συγκεντρωθεί πλούσιο σχετικό υλικό και οι ερευνητές δεν αρκούνται στο να περιγράψουν παιδικά παιχνίδια αλλά προχωρούν σε ανθρωπολογικές ερμηνείες του παιδικού παιχνιδιού αναζητώντας τις ιστορικές του διαστάσεις. Η βιβλιογραφία είναι πλούσια και σημαντική. Δύο έργα συμπυκνώνουν, κατά τη γνώμη μου, τη λαογραφική-εθνογραφική-ανθρωπολογική

17. Για την προσφορά της παραδοσιακής Λαογραφίας στη μελέτη της παιδικής ηλικίας βλ. Μ.Γ. Μερακλής, «Το παιδί και η λαογραφία», στο Β. Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Λαϊκή παράδοση και παιδί, Αθήνα 1999, σ. 11-21, κυρίως σ. 13, 14' επίσης Ε. Αυδίκος, «Λαογραφία και παιδική ηλικία. Οπτικές και προοπτικές», στο Λαϊκή παράδοση..., ό.π., σ. 23-42, κυρίως σ. 23-29.

18. Όπως επισημαίνει η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι παρενέβησαν στην περιοχή της Λαογραφίας με επαναστατικά αποτελέσματα, υποχρεώνοντας τους λαογράφους να απαρνηθούν την αντίληψη του «παραδοσιακού πολιτισμού» ως συνονθυλεύματος επιβιωμάτων, ενώ η νεότερη κοινωνική και οικονομική Ιστορία συνέβαλε καθοριστικά στην ιστορικοποίηση της Λαογραφίας (Α. Κυριακίδου Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, Αθήνα 1993, σ. 230.

p. 19

κή έρευνα γύρω από την καθημερινή ζωή και την κοινωνικοποίηση του παιδιού στον ελληνικό χώρο: Το έργο του Ε. Αυδίκου, μια γενική σύνθεση για το παιδί στην Ελλάδα, βασισμένη σε πλούσια βιβλιογραφία, και το ένατο τεύχος του περιοδικού Εθνογραφικά αφιερωμένο στο παιδικό παιχνίδι, κυρίως -αλλά όχι αποκλειστικά- στον ελληνικό χώρο (βλ. εδώ Βιβλιογραφία).

Η καθημερινή ζωή και η κοινωνικοποίηση των παιδιών έχει απασχολήσει κοινωνιολόγους και κοινωνικούς ανθρωπολόγους, όπως τον Sanders, τον Mendras, τον Campbell, την Friedl, την Du Boulay, την Handman οι οποίοι από τη δεκαετία του 1950 και εξής έχουν μελετήσει αγροτικές μικροκοινωνίες στον ελληνικό ορεινό, ημι-ορεινό και πεδινό χώρο της Ηπείρου, της Εύβοιας, της Θεσσαλίας και έχουν αφιερώσει λιγότερες ή περισσότερες σελίδες των βιβλίων τους στο ζήτημα της ανατροφής των παιδιών.19 Βέβαια, οι σημαντικές αυτές μελέτες επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στην κοινωνία των ενηλίκων, παρ' όλο που εξετάζουν κοινωνίες με αριθμητικά σημαντικό παιδικό πληθυσμό, ενώ στο σύνολο τους χρησιμοποιούν ελάχιστα την ηλικία ως αναλυτική κατηγορία. Όπως είναι γνωστό, η ιστορική έρευνα, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, άρχισε να ασχολείται με την καθημερινή ζωή των παιδιών πολύ αργότερα από την Κοινωνική Ανθρωπολογία και την Κοινωνιολογία. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχουν κυκλοφορήσει στη χώρα μας αρκετές και σημαντικές μελέτες για την ιστορία της παιδικής ηλικίας που στην πλειοψηφία τους επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στις κυρίαρχες αντιλήψεις για τα παιδιά, στην εκπαιδευτική πολιτική και τις παιδαγωγικές απόψεις.20

19. I. Sanders, Rainbow in the Rock. The People of Rural Greece, Κέμπριτζ 1962, σ. 241-257' Ε. Μεντράς, «Κοινωνιολογική διερεύνησις τριών πεδινών και τριών ορεινών κοινοτήτων της περ. Κονίτσης», Ηπειρωτική Εστία Θ' (1960), σ. 52-59, 228-236, 317-324, 404-413, 493-591, 601-604, κυρίως σ. 323, 324' J. Campbell, Honour. Family and Patronage, Οξφόρδη 1964, σ. 154-172' E. Friedl, Vasilika: A village in Modern Greece, Νέα Υόρκη 1962, σ. 78-86' J. du Boulay, Portrait of a Greek Mountain Village, Οξφόρδη 1979, σ. 100, 106, 107, 123' M. Ε. Αντμάν, Βία και πονηριά. Άντρες και γυναίκες σ' ίνα ελληνικό χωριό, Αθήνα 1987, σ. 187-211. Στο ξενόγλωσσο ειδικό τεύχος-αφιέρωμα στην ελλαδική ύπαιθρο της Επιθεώρησης Κοινωνικών Ερευνών 18 (1981) το ενδιαφέρον των ανθρωπολογικών-κοινωνιολογικών μελετών στρέφεται κυρίως στις οικονομικές και κοινωνικές δομές' ορισμένα άρθρα ασχολούνται εκτενέστερα με την οικογένεια στο επίπεδο του συστήματος συγγένειας (βλ. κυρίως, M. Couroucli, «Changement et immobilité dans la montagne de Corfou», σ. 225), ενώ μια σύντομη αλλά ουσιαστική αναφορά στα παιδιά απαντά στη μελέτη: I. Beopoulou, «Trikeri: Mobilité et rapports d'appartenance», ό.π., σ. 191-199, κυρίως σ. 193. Οι παραπάνω μελέτες, καθώς και οι περισσότερες μελέτες του ειδικού τεύχους, έχουν δημοσιευθεί μεταφρασμένες στα ελληνικά στον τόμο: Σ. Δαμιανάκος (επιμ.), Διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού στην αγροτική Ελλάδα, Αθήνα 1987.

20. Βλ. προπάντων τους τόμους με τα πρακτικά των δύο συνεδρίων τα οποία οργάνωσε το Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας για την ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεό-

p. 20

Αντίθετα, απ' όσο γνωρίζω, υπάρχει έλλειμμα ιστορικών εργασιών για την καθημερινή ζωή και για τα βιώματα των παιδιών, με βάση τις οποίες άλλωστε μπορούμε να αποτιμήσουμε τη θέση και το ρόλο απόψεων και αποφάσεων στην κοινωνική πρακτική. Ορισμένες ιστορικές μελέτες -τα έργα των Χ. Κωνσταντινόπουλου και Γ. Παπαγεωργίου για τη μαθητεία στα επαγγέλματα, το βιβλίο της Κ. Μπάδα-Τσομώκου για την ιστορία και την ιστορικότητα του παιδικού ενδύματος — κινούνται ήδη προς αυτήν την κατεύθυνση, εξετάζοντας, ανάμεσα στα άλλα, την παιδική ηλικία ως εμπειρία και χρησιμοποιώντας για τον σκοπό αυτό προσωπικές μαρτυρίες. Με την προσέγγιση, λοιπόν, που υιοθετεί η εργασία αυτή επιχειρεί και επιδιώκει να συμβάλει στην κατεύθυνση μιας μικροϊστορίας, ιστορικής (μικρο)κοινωνιολογίας, μιας αναδρομικής,21 και

νεότητας: Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Ιστορικότητα της Παιδικής Ηλικίας και της Νεότητας, (Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, I), Αθήνα 1986' Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Οι Χρόνοι της Ιστορίας για μια Ιστορία της Παιδικής Ηλικίας και της Νεότητας, (Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 33), Αθήνα 1998. Στη συστηματική επισκόπηση της ευρωπαϊκής βιβλιογραφίας για την ιστορία της παιδικής ηλικίας στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο γάλλος ιστορικός José Gentil da Silva παρατηρεί ότι: «Η ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας ήταν μέχρι στιγμής στην υπηρεσία κυρίως των ψυχολόγων και των κοινωνιολόγων παρά των ιστορικών και, ανάμεσα στους τελευταίους, περισσότερο των ιστορικών δημογράφων, παρά γενικά των ιστορικών»: J. G. da Silva, «Η Ιστορικότητα της Παιδικής Ηλικίας και της Νεότητας στην πρόσφατη ιστορική παραγωγή», (μετ. Ν. Μαυροκορδόπουλος, Β. Πάτσιου, Ρ. Μπενβενίστε, Π. Πολέμη), Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου,, Ιστορικότητα της Παιδικής Ηλικίας και της Νεότητας, Αθήνα, 1-5 Οκτωβρίου 1984, τ. Α', (Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 1), Αθήνα 1986, σ. 37-78, κυρίως σ. 75.

Το κείμενο της Ε. Μπουρνόβα στα Πρακτικά του πρώτου συνεδρίου (ό.π.) επικεντρώνεται στην καθημερινότητα της παιδικής και νεανικής ηλικίας (προπάντων στη δημογραφική), όπως προκύπτει μέσα από πλούσιο αρχειακό στη Ραψάνη, θεσσαλική κοινότητα σε υψόμετρο 500 μ., κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα (Ε. Μπουρνόβα, «Η Νεολαία της Ραψάνης. Έρευνα στην Ιστορική Δημογραφία και Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία», Πρακτικά..., ό.π., σ. 441-445). Η μεταγενέστερη μονογραφία της ίδιας ανασυνθέτει συνολικά τον ιστορικο-δημογραφικό χαρακτήρα της κοινότητας και παρουσιάζει πτυχές της καθημερινής ζωής μέσα από δύο σωζόμενα ημερολόγια (υλικό σπάνιο και ανεκτίμητο): Ε. Μπουρνόβα, Ιστορική Δημογραφία και Ιστορία της καθημερινότητας στη Ραψάνη από το 1900 έως το 1950, Αθήνα, εκδ. Πλέθρον, 1995.

21. Δανείζομαι τον όρο «αναδρομική ανθρωπολογία» από το έργο της Ρ. Βαν Μπούσχοτεν, Ανάποδα Χρόνια. Συλλογική μνήμη και Ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (19001950), (Λαϊκός Πολιτισμός/Τοπικές Κοινωνίες), Αθήνα 1997, σ. 52, η οποία αναφέρεται συγκεκριμένα στη μέθοδο ανασύστασης οικονομικών και κοινωνικών δομών του παρελθόντος μέσω προφορικών μαρτυριών ελλείψει αρχειακών πηγών. Εδώ χρησιμοποιώ τον όρο για να δηλώσω ευρύτερα τη μελέτη του παρελθόντος μέσω προφορικών μαρτυριών σε αντιδιαστολή προς τη μέθοδο της συμμετοχικής παρατήρησης που χρησιμοποιεί προπάντων η Κοινωνική Ανθρωπολογία.

p. 21

ευρύτερα ιστορικής ανθρωπολογίας22 ή μάλλον ανθρωπολογικής ιστορίας23 της παιδικής ηλικίας, μιας ιστορίας των παιδιών, «στο επίκεντρο» της οποίας «βρί-

22. Σε μεγάλο βαθμό οι ιστορικοί αποδίδουν την ίδια σημασία στον όρο «μικροϊστορία» (προσφιλή στην ιταλική επιστημονική κοινότητα) και στον όρο «ιστορική ανθρωπολογία» (προσφιλή στη γερμανόφωνη και τη γαλλική επιστημονική κοινότητα). Το περιεχόμενο του σχετικά νέου όρου «Ιστορική Ανθρωπολογία» συζητείται ευρύτατα και παραμένει αρκετά ρευστό' προς το παρόν δε μπορούμε να πούμε ότι η ιστορική ανθρωπολογία έχει θεσμικά καθιερωθεί ως διακριτός κλάδος της Ιστορίας ή της Ανθρωπολογίας, παρά τα σημαντικά εγχειρήματα προς αυτή την κατεύθυνση προπάντων στο γερμανόφωνο χώρο. Παραφράζοντας τον γερμανό ιστορικό Richard van Dülmen θα έλεγε, πάντως, κανείς πως η ουσία του όρου έγκειται στην επανανακάλυψη του μεμονωμένου ανθρώπου πίσω από το πλήθος των πληροφοριών της ιστορίας των θεσμών ή των δομών και στην κατανόηση του τρόπου σκέψης και των χειρισμών των ανθρώπων (R. van Dülmen, Historische Anthropologie. Entwicklung. Probleme. Aufgaben, Κολωνία-Βαϊμάρη-Βιέννη 2000, σ. 107).

Για μια εμπεριστατωμένη επισκόπηση της διεθνούς ιστορίας του όρου και για έναν σφαιρικό (αν και μάλλον από τη σκοπιά των ανθρωπολόγων) προβληματισμό γύρω από τις προοπτικές του βλ. P.P. Viazzo, «Mapping the territory of historical anthropology», στο V. Buzek, D. Stefanova (επιμ. ), Historisch- Anthropologische Zugangsweisen in den Geschichtswissenschaften, (Opera Historica 9), Τσέσκε Μπουντεζοβίτσε 2001, σ. 7-25.

Για τον Ε. Παπαταξιάρχη η σχέση Ιστορίας και Ανθρωπολογίας συνίσταται προπάντων σε μια «διαλεκτική ανταλλαγή εμπνεύσεων και επιχειρημάτων πάνω στη μέθοδο, τη θεωρία και το αντικείμενο»: (Ε. Παπαταξιάρχης, «Το παρελθόν στο παρόν. Ανθρωπολογία, ιστορία και η μελέτη της νεοελληνικής κοινωνίας», στο Ε. Παπαταξιάρχης, Θ. Παραδέλλης (επιμ.), Ανθρωπολογία και Παρελθόν. Συμβολές στην Κοινωνική Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας, Αθήνα 1993, σ. 13-74, κυρίως σ. 16).

Για μια εμπεριστατωμένη συζήτηση γύρω από την ενσωμάτωση ανθρωπολογικών μεθόδων στη μελέτη της ιστορίας της οικογένειας στον ελλαδικό αλλά και τον ευρύτερο νοτιοανατολικό ευρωπαϊκό χώρο βλ. Ο. Katsiardi-Hering, «Historische Familienforschung in Südosteuropa. Pluralität der Forschungstendenzen im internationalen Kontext», Historische Anthropologie, Kultur, Gesellschaft. Alltag 5 (1997), 139-155, όπου και πλουσιότατη σχετική βιβλιογραφία.

23. Αφού, όπως έχει επισημάνει ο γάλλος ανθρωπολόγος Jean-Claude Schmitt, «κατά παράδοξο τρόπο, παρ' όλο που ο όρος "ανθρωπολογία" είναι το ουσιαστικό και το "ιστορική" ο επιθετικός προσδιορισμός, μάλλον οι ιστορικοί και όχι τόσο οι εθνολόγοι ή οι ανθρωπολόγοι συγκεντρώνονται κάτω από το λάβαρο της "ιστορικής ανθρωπολογίας"»: (Viazzo, «Mapping the territory...», ό.π., σ. 9-10). Πάντως ο βρετανός ιστορικός Peter Burke, σημαντικός εκπρόσωπος της «πολιτισμικής ιστορίας» (cultural history) στον αγγλοσαξονικό χώρο χρησιμοποιεί τον όρο «ανθρωπολογική ιστορία» (anthropological history) προκειμένου να προσδιορίσει το χαρακτήρα της «νέας πολιτισμικής ιστορίας» (new cultural history), στους κόλπους της οποίας οι ιστορικοί «όπως οι ανθρωπολόγοι θεωρούν καθήκον τους να ερμηνεύουν τη γλώσσα των πολιτισμών που μελετούν, με την κυριολεκτική και τη μεταφορική της έννοια» (P. Burke, Varieties of Cultural History, Κέμπριτζ 1997, σ. 191-198, το παράθεμα στη σ. 193). Ο Παπαταξιάρχης διακρίνει τον όρο «ανθρωπολογική ιστορία» από τον όρο «ιστορική ανθρωπολογία»: Ο πρώτος δηλώνει «την ιστορία που διαμορφώνεται υπό την

p. 22

βρίσκεται ο άνθρωπος στην ιστορία - οι χειρισμοί του, τα πάθη του, οι προσλήψεις του, οι συμπεριφορές του, οι θεμελιώδεις καταστάσεις της ζωής του».24


Α' Πηγές25

Οι προσωπικές μαρτυρίες αποτελούν τις βασικές πηγές της μελέτης.26 Κατά το μεγαλύτερο μέρος στηρίζεται σε 40 συνεντεύξεις ή καλύτερα συνομιλίες, στο πλαίσιο των οποίων συζήτησα με 40 άτομα, 22 άνδρες και 18 γυναίκες, που πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της παιδικής τους ηλικίας στο Κροκύλειο. Σε ορισμένες περιπτώσεις συνομίλησα ταυτόχρονα με δύο -σε μία περίπτωση, μάλιστα, με τρία άτομα. Με επτά άτομα συζήτησα εκτενώς πάνω από μία φορά- με μια γυναίκα μάλιστα τέσσερις φορές. Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι ο όρος «συνέντευξη», με την έννοια της προσχεδιασμένης και αυστηρά οργανωμένης συνομιλίας, δεν αποδίδει τη ρευστή πραγματικότητα της έρευνας. Σε δύο περιπτώσεις λ.χ. επρόκειτο για απλή συνομιλία, μιας και οι συνομιλητές άρχισαν να αφηγούνται απρόσμενα (ενώ καθόμουν σε ένα από τα καφενεία του χωριού) ενώ στη συνέχεια έδειξαν απροθυμία να προχωρήσουν σε «κανονική» συνέντευξη. Σε μια περίπτωση η δεύτερη συνέντευξη εξελίχθηκε σε σύντομη, απλή, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα και γόνιμη συζήτηση αφού η συνομιλήτρια δεν ήταν πλέον βιολογικά σε θέση να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας σχετικά εξαντλητικής συζήτησης. Ακόμη πρέπει να πω ότι δεν επιδίωξα να μιλήσω με δύο ή τρία άτομα ταυτόχρονα, όπως έγινε στο ένα τρίτο των συνομιλιών: Όμως δεν ήταν ούτε δυνατό ούτε μεθοδολογικά σωστό να αγνοήσω την παρουσία του/της συζύγου, των αδελφών, ενός γιου, μιας κόρης ή ενός συνομήλικου ξαφνικού επισκέπτη. Πιθανότατα, σε μία πρό-

κυρίως μεθοδολογική επίδραση της ανθρωπολογίας», ο δεύτερος «την ανθρωπολογία που μελετά τους πολιτισμούς στο χρόνο»: (Παπαταξιάρχης, Ανθρωπολογία..., ό.π., όπου και παραπομπές στη διεθνή βιβλιογραφία).

24. G. Dressel, Historische Anthropologie. Eine Einführung, Βιέννη-Κολωνία-Βαϊμάρη 1996, σ. 25.

25. Πβ. Κατάλογο πηγών στο τέλος.

26. Πρεσβεύοντας τη δημιουργία μιας «καινούριας ιστορικής πειθαρχίας, που να είναι στενά συνδεδεμένη με την ανθρωπολογία: της ιστορικής ανθρωπολογίας», ο γάλλος ιστορικός του μεσαίωνα Jacques le Goff επισημαίνει την προνομιακή θέση της προφορικής ιστορίας στο σημείο συνάντησης ιστορίας και ανθρωπολογίας (Ζ. λε Γκοφ, Ιστορία και Μνήμη, μετάφραση: Γ. Κουμπουρλής, Αθήνα 1998, σ. 271-272).

p. 23

πρόσωπο με πρόσωπο συνέντευξη θα αντλούσα πλουσιότερες πληροφορίες για ευαίσθητα θέματα, όπως οι διαπροσωπικές σχέσεις ή και άλλου τύπου πληροφορίες (εκμυστηρεύσεις) που θα με έκαναν λιγότερο επιφυλακτική κατά την αξιολόγηση και χρησιμοποίηση του συγκεκριμένου υλικού. Από την άλλη πλευρά όμως οι παρεμβάσεις του ενός συνομιλητή στο λόγο του άλλου συμπλήρωναν συχνά τις μαρτυρίες και ενεργοποιούσαν τη μνήμη.27

Η επιλογή των ατόμων με τα οποία συνομίλησα έγινε κατ' αρχήν μέσω διαπροσωπικών σχέσεων και επαφών. Ξεκίνησα στην Αθήνα παίρνοντας την πρώτη συνέντευξη από ένα συνταξιούχο δάσκαλο, τον πατέρα του τότε επίτιμου προέδρου του Συλλόγου Κροκυλειωτών στην Αθήνα. Στη συνέχεια πήρα συνέντευξη από τη μητέρα ενός άλλου δραστήριου μέλους του συλλόγου, που με τη σειρά του με έφερε σε επικοινωνία με άλλους ηλικιωμένους. Στο χωριό πλέον, όπου έγιναν 30 από τις 40 συνεντεύξεις, ήρθα σε επαφή με τους συνομιλητές μου στο καφενείο, στο δρόμο, μέσω συστάσεων, αυτοσυστηνόμενη κ.λπ. Οι περισσότεροι ζουν μόνιμα στην Αθήνα αλλά παραθερίζουν στο χωριό. Το μεγαλύτερο μέρος του προφορικού υλικού συγκεντρώθηκε συστηματικά στο Κροκύλειο και στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1997 (όταν είχα τη δυνατότητα να παραμείνω μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο Κροκύλειο) καθώς και το καλοκαίρι του 2001. Ωστόσο, στο μεσοδιάστημα επισκεπτόμουν μερικές φορές το χρόνο το χωριό, συζητούσα με μόνιμους κατοίκους και εκδρομείς, περιδιάβαινα τον οικισμό και την ευρύτερη περιοχή και κατέγραφα παρατηρήσεις.

Οι άνθρωποι με τους οποίους συζήτησα προέρχονταν από διάφορα κοινωνικά περιβάλλοντα του χωριού' από αυτήν την άποψη το δείγμα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα της κοινωνικής πραγματικότητας, παρά μια αριθμητική υπερ-αντιπροσώπευση όσων ανδρών είχαν διέλθει όλες τις βαθμίδες της σχολικής εκπαίδευσης (οι μισοί περίπου), αναπόφευκτη λόγω της ενεργού παρουσίας τους σήμερα στα κοινά. Οι περισσότεροι συνομιλητές μου έχουν γεννηθεί ανάμεσα στο 1915 και το 1920, ελάχιστοι αργότερα ή νωρίτερα. Αυτό σημαίνει ότι διαθέτω περισσότερα στοιχεία για την παιδική ηλικία μεταξύ 1920 και 1935. Από την άλλη πλευρά, οι αφηγήσεις ορισμένων από την προηγούμενη ή και την επόμενη γενιά ανήκουν στις πιο πλούσιες, αναλυτικές, στοχαστικές, «ανοιχτές» μαρτυρίες, τις οποίες έχω στη διάθεσή μου, γεγονός το οποίο τις καθιστά, για να το πω έτσι, ποιοτικά αντιπροσωπευτικές.

Κατά τη διεξαγωγή των συνεντεύξεων ακολούθησα τη μέθοδο της ημικα-

27. Τέτοιου είδους πραγματικά και θεωρητικά προβλήματα αντιμετωπίζουν συχνά όσοι ιστορικοί χρησιμοποιούν τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας. Ούτως ή άλλως, η πρόσωπο με πρόσωπο συνέντευξη αποτελεί τον πλέον συνηθισμένο, όχι όμως τον μόνο ούτε πάντα τον καταλληλότερο τύπο συνέντευξης: βλ. Η. Slim, P. Thompson, με τους Ο. Bennett, Ν. Cross, «Ways of listening», στο R. Perks, A. Thomson (επιμ.), The Oral History Reader, Λονδίνο, Νέα Υόρκη 2000, σ. 114-125.

p. 24

ημικατευθυνόμενης συνέντευξης' κατηύθυνα, δηλαδή, το συνομιλητή στα θέματα τα οποία με ενδιέφεραν, αποφεύγοντας ωστόσο να θέτω εξαρχής πολύ συγκεκριμένες ερωτήσεις.28 Συγχρόνως άφηνα τη αφήγηση να κυλά ελεύθερα, ιδιαίτερα όταν έβλεπα ότι ο συνομιλητής μου το επιθυμούσε. Οι περισσότερες μαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις διήρκεσαν τουλάχιστον δύο ώρες, χωρίς να υπολογίσουμε τις γενικότερες συζητήσεις γνωριμίας ή φιλικές συζητήσεις που προηγούνταν ή ακολουθούσαν. Για λόγους οικονομίας χρόνου οι καταγραμμένες συζητήσεις απομαγνητοφωνήθηκαν εν μέρει: Απομαγνητοφώνησα μόνο την αφήγηση, όχι τα ερωτήματα, και κατέγραψα περιληπτικά ορισμένα τμήματά της, τα οποία δεν αφορούσαν -άμεσα τουλάχιστον- στο θέμα μου. Όμως, κατά την επεξεργασία του υλικού έλαβα υπόψη τις συνομιλίες στο σύνολο τους, αφού «το τελικό αποτέλεσμα της συνέντευξης αποτελεί προϊόν τόσο του αφηγητή όσο και του ερευνητή», με αποτέλεσμα «όταν απαλείφεται η φωνή του ερευνητή, (να) διαστρεβλώνεται η φωνή του αφηγητή».29 Οι απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις καταγράφηκαν σε 525 εξαιρετικά πυκνογραμμένες σελίδες' στο κείμενο της μελέτης παραπέμπω στον αριθμό σελίδας κάθε συνέντευξης.30 Επίσης, στη διάρκεια της παραμονής μου στο χωριό κατέγραφα, όπως ανέφερα παραπάνω, πληροφορίες τις οποίες συγκέντρωνα μαζί με δικές μου παρατηρήσεις σε ένα τετράδιο σημειώσεων.

Εκτός από το προφορικό υλικό χρησιμοποίησα και μια σειρά αρχειακών πηγών που εντοπίστηκαν στο χωριό ή στην ευρύτερη περιοχή της Φωκίδας (βλ. εδώ Πηγές). Συγκεκριμένα:

α. Τα Βιβλία ληξιαρχικών πράξεων της Κοινότητας: Θεωρητικά το Βιβλίο Γεννήσεων καλύπτει την περίοδο από το 1914 ως το 1935, αλλά οι καταγραφές μέχρι και το 1931 -με εξαίρεση το 1930- δεν μπορούν να αξιοποιηθούν γιατί είναι ελάχιστες (1-4 για κάθε χρονιά) και οπωσδήποτε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Υπάρχει επίσης ένα Βιβλίο Θανάτων για το μεγα-

28. Για τα προβλήματα τα οποία προκύπτουν όταν οι συνομιλητές καλούνται να απαντήσουν σε ένα άκαμπτο ερωτηματολόγιο (οπότε κατά κάποιο τρόπο εξαναγκάζονται να δώσουν μια οποιαδήποτε απάντηση) ή όταν αφήνονται να μιλήσουν εντελώς ελεύθερα (οπότε το υλικό που συγκεντρώνεται καταλήγει να αφορά ελάχιστα ή καθόλου τα ερωτήματα της έρευνας) βλ. P. Thompson, Φωνές από το παρελθόν. Προφορική Ιστορία, (μετ. Ρ. Β. Μπούσχοτεν - Ν. Ποταμιάνος' επιμ. Κ. Μπάδα - Ρ. Β. Μπούσχοτεν), Αθήνα 2002, σ. 277282. Για τη λειτουργικότητα της ημι-κατευθυνόμενης συνέντευξης βλ. επίσης Α. Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 235.

29. Portelli, «What makes oral history different?», στο R. Pérks, A. Thomson (επιμ.), The Oral..., ό.π., σ. 71.

30. Χάριν ανωνυμίας, παραθέτω απλώς τα αρχικά του πληροφορητή-συνομιλητή και στη συνέχεια τον αριθμό σελίδας, ενώ η ένδειξη «Συν», σημαίνει φυσικά «συνέντευξη». Όταν πρόκειται για τη δεύτερη, τρίτη κ.ο.κ. συνέντευξη με το ίδιο πρόσωπο, η ένδειξη «Συν» συνοδεύεται από τον αντίστοιχο αριθμό.

p. 25

μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1930, ενώ σώζεται και μια ελλιπέστατη καταγραφή των αποβιώσεων για την περίοδο 1922-1925.

β. Το Γενικό Μητρώο Αρρένων και Θηλέων καθώς και το Μητρώο Αρρένων της Κοινότητας. Στο εξώφυλλο του Γενικού Μητρώου αναγράφεται ως έτος σύνταξής του το 1890, αλλά από το περιεχόμενο προκύπτει ότι αντιγράφηκε και επανασυντάχθηκε το 1915, ενώ συμπληρωνόταν διαρκώς μέχρι και τη δεκαετία του 1940. Σε αυτό αναγράφονται οι οικογενειακές μερίδες με τα ονοματεπώνυμα, τα πατρώνυμα και τις χρονολογίες γέννησης των μελών τους, καθώς και —κατά κανόνα— το πατρικό επώνυμο των παντρεμένων γυναικών. Στο Γενικό Μητρώο αναγράφονταν όλοι όσοι γεννήθηκαν στο χωριό και διατηρούσαν εκεί τα πολιτικά τους δικαιώματα, επομένως και όσοι είχαν εγκατασταθεί μόνιμα αλλού, κυρίως στην πρωτεύουσα' δίπλα σε 23 ονόματα σημειώνεται ότι τα άτομα αυτά μετέφεραν τα πολιτικά τους δικαιώματα σε άλλο δήμο, κυρίως τη δεκαετία του 1930, αν και δεν προσδιορίζεται πάντοτε η χρονολογία μεταφοράς. Γενικότερα το Μητρώο είναι διάσπαρτο από χειρόγραφες, πρόχειρες σημειώσεις μεταγενεστέρων, οι οποίοι φαίνεται, ότι καθώς το συμβουλεύονταν, κατέγραφαν και κάποιο στοιχείο που γνώριζαν για τον ένα ή τον άλλο εγγεγραμμένο, δίπλα στα επίσημα στοιχεία (χρονολογία θανάτου, ονοματεπώνυμο συζύγου, τόπο εγκατάστασης). Το Μητρώο Αρρένων που εξυπηρετούσε τις στρατολογικές ανάγκες των ανδρών, αφορά στην περίοδο 1830-1915, και, όπως προκύπτει από τους γραφικούς χαρακτήρες και τις μεταγενέστερες παρατηρήσεις που απαντούν, μάλλον αντιγράφηκε και συμπληρώθηκε γύρω στα 1915.

γ. Το Βιβλίο Γεννήσεων και Βαπτίσεων καθώς και το Βιβλίο Γάμων του ενοριακού ναού, τα οποία αναφέρονται στο έτος 1929 και εξής.

4. Όσα Μαθητολόγια και Γενικούς Ελέγχους του Δημοτικού σχολείου μπόρεσα να εντοπίσω στα υπόγεια του ξενώνα του χωριού, όπου βρίσκονταν φυλαγμένα -αφορούν κατά κύριο λόγο στην περίοδο μετά το 1930.

δ. Τον Γενικό Έλεγχο του Ελληνικού σχολείου (Σχολαρχείου) στο Κροκύλειο που καλύπτει την περίοδο λειτουργίας(1903-1929) και συνεχίζει μέχρι το 1933, οπότε αφορά πλέον στο Ημιγυμνάσιο που λειτούργησε στο χωριό, καθώς και το αντίστοιχο Μαθητολόγιο του Γυμνασίου Λιδωρικίου το οποίο καλύπτει την περίοδο από το 1924 —έτος ίδρυσης του Γυμνασίου στο Λιδωρίκι— μέχρι το 1944. Το υλικό αυτό εντοπίστηκε στο σημερινό Λύκειο στο Λιδωρίκι και μπόρεσα να το συμβουλευτώ και να το αξιοποιήσω χάρη στη συναίνεση της διευθύντριας του σχολείου στο γραφείο της οποίας φυλάσσεται.

ε. Τον Γενικό Έλεγχο του Γυμνασίου Αμφίσσης που καλύπτει την περίοδο από το σχολικό έτος 1921/22 έως το σχολικό έτος 1936/37 και εντοπίστηκε στο σημερινό Λύκειο της Άμφισσας. Και αυτό το υλικό μπόρεσα να το συμβουλευτώ και να το αξιοποιήσω χάρη στη συναίνεση του λυκειάρχη στο γραφείο του οποίου φυλάσσεται.

p. 26
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 7

    Η φθινοπωρινή θλίψη κρατάει ακόμα, σε τούτο το ορεινό χωριό

    Ιαπωνικό δίστιχο