Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
Title:Growing up in Mountainous Regions
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:38
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2003
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Mentalities and Behaviour
Social integration
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
Visible pages: 86-105 από: 395
Current page:

βώς γι' αυτό, όπως σημειώσαμε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, τα χρήματα συνιστούσαν πειστήριο σχετικά υψηλής κοινωνικής και οικονομικής θέσης και διαβατήριο για την κοινωνικο-οικονομική άνοδο μιας οικογένειας. Μέσω των χρημάτων αποκτούσε κανείς πρόσβαση σε περισσότερα αγαθά. Όταν ο πατέρας κέρδιζε ορισμένα χρήματα, ως μετανάστης στο εξωτερικό, μικρέμπορος, παντοπώλης, καφετζής, μισθωτός, συνταξιούχος, οι υλικές συνθήκες διαβίωσης των παιδιών ήταν σε γενικές γραμμές καλύτερες:

Εμείς δε δυστυχέφαμε διότι ήταν ο πατέρας μ' μπακάλης, έμπορος. Δεν πεινάσαμε, ούτε πεινάσαμε, ούτε κακοπεράσαμε. - Για μας, αποκλειστικώς για τν οικογένεια μας, ήταν καλά. Είχα τον πατέρα μ', είχε το μαγαζί αυτό απούν' τώρα εκείν' το σπίτ δω πέρα ... εκεί ήταν του μαγαζί τ' πατέρα μ'... Κι από κει είχαμι ρύζ, είχαμι μακαρόνια, είχαμι μανέστρα, τόνα, τάλλο. - Είχαμ' ένα παιδί που το λέγαν Γιάνν', πλες... Πήαινε στο σχουλείο. Ο Γιάννς τώρα, η μάνα τ' ήταν Αμερικάνα, ο άντρας τς αυτής (ο πατέρας του Γιάννη ήταν μετανάστης στην Αμερική) και βρίσκενταν κάπως καλύτερα, σε καλύτερη μοίρα.39

Α' Παραγωγή: Συμβολή στην οικογενειακή οικονομία

Τα παιδιά συνέβαλλαν στην οικογενειακή οικονομία, ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, τη μυϊκή δύναμη, τη σειρά γέννησής τους. Από τη στιγμή που το επέτρεπε η σωματική τους διάπλαση, δηλαδή από τα 5 και τα 6 τους χρόνια, ή εν πάση περιπτώσει πριν ακόμη κλείσουν την πρώτη δεκαετία της ζωής τους, τα παιδιά διεκπεραίωναν απλές εργασίες: μετέφεραν λ.χ. νερό από τη βρύση στο σπίτι, «σκάριζαν» τα ζωντανά ή έσπερναν το καλαμπόκι στα χωράφια, τάιζαν τα ζώα ή έκαναν διάφορα θελήματα, προπάντων αγόραζαν από τα καταστήματα της πλατείας τα λιγοστά αγαθά που οι χωριανοί προμηθεύονταν συστηματικά από εκεί: το αλάτι, το πετρέλαιο, τα σπίρτα, μερικά κουτιά γάλα, σπανιότερα ρύζι ή ζυμαρικά.

Η παιδική εργασία ήταν αυτονόητη και η αστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η παιδική ηλικία δε συμβιβαζόταν με την εργασία, δεν είχε παρεισφρύσει στην κουλτούρα του χωριού. Την ίδια περίοδο στις κοινωνίες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, όπως η αυστριακή, η γερμανική ή η σκανδιναυική, η εργασία των παιδιών αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητά τους στην ύπαιθρο αλλά και στις εργατικές συνοικίες των πόλεων" άλλωστε

του πλήρους εκχρηματισμού και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ως βασικό πρόβλημά της τη διατροφή του αγροτικού πληθυσμού».

39. Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 3' Συν. 2 με την Π. Γ., σ. 7, 18" Συν. 2 με την Λ. Π., σ. 3.

p. 86

στε, οι νομοθετικές ρυθμίσεις αναγνώριζαν στην ουσία τις ιδιαίτερες ανάγκες της αγροτικής οικονομίας και τις νοοτροπιακές ιδιαιτερότητες της αγροτικής κοινωνίας που επέβαλλαν κατά κάποιο τρόπο την εργασιακή απασχόληση παιδιών. Φυσικά, στην Ευρώπη του πρώιμου 20ού αι. και του Μεσοπολέμου δε συναντάμε πλέον τις στρατιές των παιδιών-βιομηχανικών εργατών που έδωσαν το έναυσμα για φλογερές συζητήσεις, έντονες διαμάχες και νομοθετικά διατάγματα στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ωστόσο, πολλά παιδιά, προπάντων στην ύπαιθρο, εξακολουθούσαν να εργάζονται" ούτε το βιοτικό επίπεδο των φτωχότερων στρωμάτων στα ευρωπαϊκά αστικά κέντρα, ούτε ο βαθμός εκμηχάνισης της αγροτικής οικονομίας στο μεγαλύτερο τμήμα της ευρωπαϊκής ηπείρου, επέτρεπαν την καθολική υιοθέτηση του αστικού προτύπου μιας παιδικής ηλικίας «προστατευμένης» από τις έγνοιες των ενηλίκων.40

Στην Ελλάδα, ως το 1910 το ζήτημα της παιδικής εργασίας δεν είχε ουσιαστικά απασχολήσει την νομοθεσία.41 Η νομοθετική παρέμβαση του 1920, η οποία απαγόρευε την απασχόληση στα χωράφια εις βάρος της σχολικής παρακολούθησης, αφορούσε σε παιδιά κάτω των 14 ετών42 τα οποία, όπως δείχνουν οι προφορικές μαρτυρίες, απασχολούνταν στα χωράφια σε σχετικά μικρό βαθμό.

1. Οικιακές εργασίες

Στις οικονομίες με αυτοκαταναλωτικό χαρακτήρα, οικιακές και αγροτικές εργασίες βρίσκονται σε διαρκή σχέση αλληλεξάρτησης, αφού οι άνθρωποι συνήθως καταναλώνουν όσα παράγουν, αφού προηγουμένως τα επεξεργαστούν. Επιπλέον ορισμένες εργασίες, όπως η φροντίδα και το άρμεγμα των οικόσιτων ζώων, η καλλιέργεια των λαχανόκηπων, κ.λπ. μπορούν να ενταχθούν τόσο στη μία όσο και στην άλλη κατηγορία, ανάλογα με τα κριτήρια που εφαρμόζει κανείς. Συνομιλητές και συνομιλήτριες διακρίνουν πάντως στο λόγο τους τις

40. Για τις σχετικές με την παιδική εργασία αναζητήσεις της Ιστορίας και της Κοινωνιολογίας και για μια σφαιρική θεώρηση της βιβλιογραφίας βλ. το συλλογικό τόμο που αφορά στις Σκανδιναυικές χώρες από τα μέσα του 19ου αι. μέχρι σήμερα: Ν. de Coninck-Smith, Bengt Sandin, Ellen Schrumpf (επιμ.), industrious Children. Work and Childhood in the Nordic Countries 1850-1990, Οντένσε 1997' ιδιαίτερα την Εισαγωγή και Mats Sjöberg, «Working Rural Children. Herding, child labour and childhood in the Swedish Rural Environment 1850-1950», N. de Coninck-Smith..., ό.π., σ. 106-128' γενικότερα για τον οικονομικό ρόλο των παιδιών και τον προβληματισμό γύρω από την έννοια «παιδική εργασία» με βάση το παράδειγμα των φτωχότερων στρωμάτων της Αυστρίας κατά τον ύστερο Ι9ο και τον πρώιμο 20ό αι.: βλ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule... ό.π.

41. Α. Λιάκος, Εργασία και πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και η ανάδυση των Κοινωνικών Θεσμών, Αθήνα 1993, σ. 278.

42. Μ. Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας στη Βιομηχανία και τη Βιοτεχνία, 18701940, Αθήνα 1995, σ. 21.

p. 87

χρονοβόρες και κατά κανόνα επίπονες εργασίες που αφορούν στην πρωταρχική εξασφάλιση των βασικών ειδών διατροφής (όργωμα, σπορά, θερισμός, τρύγος, πάτημα σταφυλιών, λίχνισμα, αλώνισμα, βοσκή των ζώων) από τις υπόλοιπες ασχολίες.Με βάση αυτή τη διάκριση θα εξετάσω εδώ τη συμμετοχή των παιδιών σε εργασίες που διεκπεραιώνονταν μέσα ή γύρω ή σε άμεση σχέση με τον οικιακό χώρο, και από τις οποίες τα μέλη της οικιακής ομάδας επωφελούνταν άμεσα.43

Σύμφωνα με το κυρίαρχο διαπολιτισμικό μοντέλο διαφυλικού καταμερισμού εργασίας, οι γυναίκες φέρουν την, κατά κανόνα, αποκλειστική ευθύνη για τη διεκπεραίωση των εργασιών στο εσωτερικό και την περιφέρεια του οικιακού χώρου.44 Στο παράδειγμά μας οι οικιακές εργασίες, όπως τις ορίσαμε παραπάνω, αποτελούσαν κατ' αρχήν ευθύνη της μητέρας. Τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, αναλάμβαναν από πολύ μικρή ηλικία τη διεκπεραίωση απλών αλλά χρονοβόρων και απαραίτητων για τη λειτουργία του νοικοκυριού εργασιών. Με αυτό τον τρόπο, προπαντός η μητέρα αλλά και κατά περίπτωση η γιαγιά ή και οι άλλες γυναίκες της οικιακής ομάδας, εξοικονομούσαν πολύτιμο χρόνο για περισσότερο απαιτητικές εργασίες, οικιακές ή αγροτικές.

Κατά κανόνα τα παιδιά αναλάμβαναν να εκτελέσουν διάφορα θελήματα, να μεταφέρουν νερό από τη βρύση, φαγητό στους ενήλικες που εργάζονταν στην ύπαιθρο και να ψωνίσουν από τα μαγαζιά της πλατείας. Σχεδόν όλοι οι συνομιλητές και οι συνομιλήτριες αναφέρουν προπάντων τη μεταφορά νερού με τη μικρή βαρέλα ή με «τσκάλια» (τσουκάλια) από τη βρύση στο σπίτι ως τυπική παιδική εργασία, προφανώς λόγω του καθημερινού της χαρακτήρα:

Τότεν τα παιδιά από δυο χρονών κίναγαν πέρα, βόηθαγαν τον παππού και τη γιαγιά, και τ'μάνα και τον πατέρα. Τί τς βόηθαγαν; «Φέρε μ' τη σκούπα εκεί δα. Φέρε μ' το, τσουκάλ'», λέγαν τότε, δεν τόλεγαν κανάτ' κι αυτά, «φέρ' το τσουκάλ' να πιω νερό εκεί δα», μεγαλώναμε λίγο και κουβαλάγαμε με τς βαρέλες τς μικρές, βαρέλες τς λέγαμε τότε, βαρδάκι τς έλεγαν, βαρέλες, βαρελίτσες και κουβαλάγαμε μ' αυτές απάν' απ' τη Μότσου, π' το λένε ή πέρα απ' τσ' άλλες τσ' βρύσες. Κουβαλάγαμε να γεμίσουμε

43. Πβ. τον ορισμό των οικιακών εργασιών, ως του συνόλου των εργασιών εκείνων που εγγυώνται τη συντήρηση και αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης των μελών της οικιακής ομάδας στη διεθνή ιστοριογραφία: R. Becker-Schmidt, U. Brandes-Erlhoff, I. Lühring, Β. Schmidt, «Familienarbeit im proletarischem Lebenszusammenhang. Was es heißt Hausfrau zu sein», Gesellschaft. Beiträge zur Marxschen Theorie 14, Φρανκφούρτη 1981, σ. 7586, κυρίως σ. 79' R. Sieder, «Hausarbeit oder "die andere Seite" der Lohnarbeit», Beiträge zur historischen Sozialkunde 11 (1981), 90-97.

44. Βλ. M. Mitterauer, «Geschlechtsspezifische Arbeitsteilung in vorindustrieller Zeit», στο M. Mitterauer, Historisch - Anthropologische Familienforschung, Βιέννη-Κολωνία 1990, σ. 289-314, κυρίως σ. 290.

p. 88

μια μεγάλ' πούχε, νεροβάρελα την έλεγαν αυτή, να γιομίσουν αυτή τη βαρέλα, να τ' βρει η μάνα το βράδ' γεμάτ', να' ρθει να μαγειρέψ', να ζυμώσ' όλ' νύχτα και το πρωί να ματακινήσ', πάλ' να πάει στ' αμπέλια, στα χωράφια, στα αυτά45.

Τα παιδιά πρέπει να είχαν συναίσθηση ότι με τον τρόπο αυτό διευκολύνουν τη μητέρα τους:

Έλεγε η γιαγιά κι ο παππούς, «σήκω, πηγαίντε, φέρτε νερό να γιομίσουμε τ' βαρέλα τ μεγάλη νερό, θα' ρθει η σκλάβα». Δεν έλεγ, ' η γιαγιά μ' δεν έλεγε «θα' ρθει η μάνα σας», αλλά επειδή είχε τόσ' οικογένεια και παιδεύεταν τόσο η μάνα μ', κι έλεε «θα' ρθει η σκλάβα το βράδ' και θέλ' να μαγειρέφ', να φάτε. Πηγαίντε, φέρτε νερό να γιομίστε τη νεροβάρελα', τ' μεγάλ'»,τη βαρέλα την έλεγαν νεροβάρελα.46

(Ο πατέρας της αφηγήτριας ήταν ιερέας σε ένα χωριό της Δωρίδας, στα Τρίκορφα, την Περιθιώτισσα, και τον περισσότερο καιρό απουσίαζε από το σπίτι).

Η ανάθεση καθηκόντων υπαγορευόταν κατ' αρχήν από πρακτικές ανάγκες, αλλά και από συγκεκριμένες νοοτροπίες σχετικά με το φύλο: Έχουμε μαρτυρίες για γυναίκες οι οποίες ανέθεταν στα παιδιά, που λόγω της φοίτησης τους στο σχολείο περνούσαν συχνά από το κέντρο του χωριού, να ψωνίσουν, προκειμένου να μην εμφανιστούν οι ίδιες στην αγορά και διακινδυνεύσουν τα επιτιμητικά σχόλια των συγχωριανών. Όπως είναι γνωστό από ανθρωπολογικές έρευνες, η παρουσία στην αγορά -τα παντοπωλεία λειτουργούσαν ταυτόχρονα ως καφενεία ή ταβέρνες-, αποτελούσε μέχρι πρόσφατα και αποτελεί ίσως μέχρι σήμερα στην ελληνική ύπαιθρο ανδρικό προνόμιο47:

...όταν φεύγαμε απ' το σπίτι... αν είχαμε κάποια παραγγελία, αν περνούσαμε μέσα από την αγορά να μας πει, «Χρήστο», να μου πει η μάνα μου, «πάρε ένα κουτί σαρδέλες» ή «πάρε μια οκά ζάχαρη», κάτι τέτοιο, πηγαίναμε, παίρναμε. Περνώντας απ' την αγορά να το πάρω κι εκείνο. Η μάνα μου δεν κατέβαινε εύκολα στην αγορά... Δεν πηγαίνανε (οι γυναίκες). Δεν

45. Συν. με την Α. Π., σ. 5.

46. Ό.π., σ. 6.

47. Η νεότερη ανθρωπολογική έρευνα και σκέψη έχει, ορθά πιστεύω, θέσει υπό αμφισβήτηση τον κλασικό ανθρωπολογικό διαχωρισμό μεταξύ ιδιωτικού γυναικείου και δημόσιου ανδρικού χώρου, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, τις δημόσιες πλευρές των γυναικείων ρόλων: Με ποια λογική «οι άνδρες που συγκεντρώνονται στο καφενείο ανήκουν στο δημόσιο χώρο, ενώ οι γυναίκες που συγκεντρώνονται για ένα προσκύνημα ή στην εκκλησία δεν ανήκουν;» (J. Dubisch, «Gender, Kinship and Religion. Reconstructing the Anthropology of Greece», στο P. Loizos, E. Papataxiarchis (επιμ.), Contested Identities. Gender and Kinship in Modern Greece, Πρίνστον 1991, σ. 29-46, κυρίως σ. 44,45). Οπωσδήποτε όμως η αγορά, το καφενείο, ο μόνιμος και άμεσα αναγνωρίσιμος δημόσιος χώρος, ο χώρος στον οποίο η κοινότητα έρχεται σε επαφή με τον έξω κόσμο, αποτελεί ανδρικό προνόμιο.

p. 89

πολυπηγαίνανε. Ορισμένες φορές όμως πηγαίνανε και παραπηγαίνανε... και σχολιαζόταν, ναι, και πολλές φορές όχι άδικα. Γιατί η αγορά ήταν ένα είδος, ας πούμε, διαφθοράς για τις γυναίκες και τα κορίτσια,48

Διεκπεραιώνοντας θελήματα, τα παιδιά εσωτερίκευαν παράλληλα αυτόματα την ηλικιακή και έμφυλη ιεραρχία της μικροκοινωνίας στην οποία ζούσαν, εξοικειώνονταν με τον ευρύτερο οικιστικό και κοινοτικό χώρο, συνδέονταν συναισθηματικά με τους ενήλικες, συνειδητοποιούσαν ότι ανήκαν σε μια οικιακή ομάδα.

Στις αφηγήσεις τα παιδιά παρουσιάζονται να εξυπηρετούν μέσα στον οικιακό χώρο, σε προσωπικό επίπεδο τους ενήλικες άνδρες της οικογένειας και όχι τις γυναίκες: Έφερναν νερό στον παππού τους ή/και τον πατέρα τους για να πιουν, ενώ έφερναν νερό στο σπίτι για να το χρησιμοποιήσει η μητέρα τους για τις ανάγκες του νοικοκυριού. Η υπεροχή των ανδρών έναντι των γυναικών εγχαρασσόταν προφανώς και με αυτό τον τρόπο στη συνείδησή τους:

Παραθέτω ένα απόσπασμα από την αφήγηση της κόρης μιας πολυμελούς οικογένειας, που μεγάλωνε μαζί με τον παππού και τη γιαγιά από την πλευρά του πατέρα:

Ο παππούς μου ήταν ένας αρχοντάνθρωπος. Του πατέρα μου ο πατέρας. Πολύ τον θυμάμαι και πολύ... Ερχόταν το πρωί, μόλις ξύπναγε: «Άντε, τι θα χάνεις, ποιος θα πάει;» Θέλαμε νερό κρύο από τη βρύση. Και τρέχαμε εμείς τώρα -ήμασταν και μικρά- και τρέχαμε και φέρναμε νερό κρύο. Έπρεπε να πιει και ο πατέρας μου και ο παππούς μου νερό κρύο κι ύστερα

/ 49

να πιουν τον καφε τους.

Αρκετά εύγλωττο και το απόσπασμα από την αφήγηση του γιου ενός μετανάστη που μεγάλωνε μαζί με τον παππού, από την πλευρά του πατέρα, τη μητέρα και το μεγαλύτερο αδελφό του:

Λοιπόν, ο παππούς μου λοιπόν, ο Γιωργούλας... συνήθιζε να με στέλνει εμένα όταν ήθελε νερό κρύο και καθαρό, να με στέλνει στη μοναχή τη βρύση που βρισκόταν και βρίσκεται ακόμα στη Μεγάλη Βρύση. Λέγεται δε η περιοχή αυτή Μεγάλη Βρύση διότι υπάρχουν πέντε ακόμα βρύσες εκεί κοντά. Αυτή είναι μοναχή. Οι άλλες είναι σε μια ορισμένη απόσταση η μία απ' την άλλη... γιατί πίστευε ότι το πιο κρύο νερό είναι κείνο, σώνει και καλά. Τώρα κατά πόσον εγώ έπαιρνα νερό απ' τη μοναχή τη βρύση ή κι

48. Ό. π., σ. 12. Πβ. τις ανάλογες παρατηρήσεις της Friedl για τα Βασιλικά (ένα χωριό πεδινό) τη δεκαετία του 1960 (Ε. Friedl, «The Position of Women: Appearance and Reality», στο J. Dubisch (επιμ.), Gender and Power in Rural Greece, Princeton 1986, σ. 42-52, κυρίως σ. 43.

49. Συν. με την Β. Κ., σ. 1.

p. 90

απ' τις άλλες... Διότι την είχε φτιάξει εκείνος (ο παππούς τη μοναχή τη βρύση). Ήταν δωρεά... Μόλις τόφερνα το νερό εγώ, στο τσουκάλι, στο τσουκάλι... Τη βαρέλα τη μικρή την απέφευγα, ήτανε για μένα βαρειά, και μόλις τόφερνα το νερό το έπαιρνε με το, όχι ποτήρι, ήτανε πολυτέλεια το ποτήρι με μια κούπα τελοσπάντων κι έπινε κι έλεγε: «Α! το καημένο το νεράκι, αφίρ είναι» —αφίρ σημαίνει πολύ κρύο, πολύ κρύο και καθαρό. Και του απαντούσα εγώ: «άμ' τόφερα εγώ, «άμ' τόφερα γω το καημένο το νεράκι...». Ε, πότε, πότε: «Άχ, τσακαλάκι», μου έλεγε...50.

Μεταφέροντας φαγητό στον πατέρα, τη μάνα, τον παππού, τη γιαγιά, στα χωράφια ή το μαντρί τα παιδιά εξοικειώνονταν σταδιακά με τις αγροτικές εργασίες και προετοιμάζονταν ψυχολογικά για τις ευθύνες τις οποίες θα αναλάμβαναν και τα προβλήματα τα οποία θα αντιμετώπιζαν αργότερα. Μάθαιναν επίσης να κινούνται στον ευρύτερο χώρο της κοινότητας και εξοικειώνονταν με την ιδιοκτησιακή της τοπογραφία:

Η γιαγιά μ ' ήταν αγρότισσα εκατό τα εκατό και τσοπάνα. Πήγαινε το καλοκαίρι σε ορισμένα χωράφια για να τα φυλάει απ' τις καλιακούδες τα χωράφια στο αυτό, για να μην πηγαίνουν και μας τρων' το καλαμπόκ', πήγαινε και κοιμάταν, όσο το μάκραινε το καλαμπόκ' πήγαινε και κοιμάταν στα κτήματα... Της πήγαινα και φαγητό. Πήγαινα γιατί με συνέφερε κιόλα, γιατί εκεί τράβαγα κάνα καλαμπόκ' και τόφηνα και τότρωγα. Από μικρός-μικρός ξυπόλυτος πάαινα στο κτήμα, στο ποτάμ' κάτω.51

Ορισμένες φορές η διεκπεραίωση αυτών των καθηκόντων λειτουργούσε ως αφορμή για την ανάπτυξη μιας πολύπλευρης επικοινωνίας μεταξύ παιδιών και ενηλίκων: Σε μία περίπτωση ο προπάππους μάθαινε στο παιδί, το οποίο του πήγαινε φαγητό στο χωράφι, να μετρά και χρησιμοποιούσε μεταφορές προκειμένου να του μιλήσει για την αξία της κουμπαριάς, της πνευματικής δηλαδή συγγένειας, στη ζωή του ανθρώπου.52

Η διάκριση ανάμεσα σε ανδρικές και γυναικείες ασχολίες ήταν περισσότερο ελαστική στις μικρότερες ηλικίες. Ηλικιακές και έμφυλες ταυτότητες βρίσκονταν σε μια σχέση αλληλεπίδρασης, στο πλαίσιο της οποίας οι ταυτότητες αυτές παγιώνονταν σταδιακά. Σε καμιά αφήγηση δε βλέπουμε τον παππού ή τον πατέρα ή, εν πάση περιπτώσει, έναν ενήλικα άνδρα να συμμετέχει (τουλάχιστον συστηματικά) σε οικιακές εργασίες, με την έννοια που τους δώσαμε παραπάνω: να φέρνει νερό από τη βρύση, να πηγαίνει φαγητό σε άλλους, να

50. Συν. με τον Χ. T., σ. 19.

51. Συν. με τον Γ. Λ., σ. 4' επίσης, Συν. με τον Α. Μ, σ. 3.

52. Συν. με τον Αρ. Μ., σ. 6, 7.

p. 91

ταΐζει τα οικόσιτα ζώα τους χειμερινούς μήνες, να βοηθά τη γυναίκα του όταν εκείνη φροντίζει τα «κήπια». Αντίθετα βλέπουμε αγόρια και κορίτσια να αναλαμβάνουν τέτοιου είδους καθήκοντα. Είναι πολύ δύσκολο να προσδιορίσουμε με ακρίβεια σε ποια συνήθως ηλικία τα αγόρια έπαυαν να αναλαμβάνουν τέτοια καθήκοντα. Ένα πιθανό όριο προς τα πάνω είναι χονδρικά τα 15 χρόνια, αφού σύμφωνα με ορισμένους συνομιλητές «δεκαπέντε χρονών και κάτ' δε νογάει το παιδί να πούμ'... Ε, από κει κι απάν', όσο νάναι, νογάει πιο έτσ' λιγάκ'».53

Όμως κατ' αρχήν τα αγόρια, σε αντίθεση με τα κορίτσια, δε συμμετείχαν ενεργά σε οικιακές εργασίες με τη στενή έννοια του όρου, όπως το ζύμωμα, το μαγείρεμα, το πλύσιμο ρούχων, το σιδέρωμα, το καθάρισμα του σπιτιού. Σε αυτές τις απαιτητικές εργασίες συμμετείχαν αποκλειστικά κορίτσια και μάλιστα μεγαλύτερης ηλικίας (βρίσκονταν τουλάχιστον στο στάδιο της ενήβωσης). Ένα ανάλογο μοντέλο διαφυλικού καταμερισμού εργασίας ίσχυε την ίδια περίοδο για τα παιδιά εργατικών οικογενειών σε πόλεις του γερμανόφωνου χώρου και της Αγγλίας.54 Όπως λέει σχηματικά ο Ν. Ζ., ο νεότερος γιος του θρυλικού δασκάλου του χωριού: «Στην καθημερινή ζωή τα κορίτσια κάναν δουλειές και τ' αγόρια βοηθούσαν. Εξωτερικές δουλειές. Πήγαινες στην αγορά να ψωνίσεις στο μπακάλη, να φέρεις λίγο νερό, γιατί τότε το φέρναν το νερό, δεν είχαν νερό στη βρύση».55 Με την πάροδο του χρόνου οι θυγατέρες μιας οικογένειας επιβαρύνονταν με περισσότερες «οικιακές» εργασίες, ενώ οι γιοι απαλλάσσονταν σταδιακά από οποιεσδήποτε ευθύνες αυτού του τύπου. Σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε για τα αγόρια, η ανάθεση οικιακών καθηκόντων στα κορίτσια δεν εξυπηρετούσε μόνο τις ανάγκες της καθημερινότητας, αλλά και την κοινωνικοποίηση των κοριτσιών, την εκμάθηση εργασιών για τη διεκπεραίωση των οποίων θα ήταν υπεύθυνα στο μέλλον, την οργανική ένταξή τους στη σφαίρα ζωής των γυναικών της κοινότητας.

Υπήρχαν, βέβαια, περιπτώσεις στις οποίες τα αγόρια συμμετείχαν ιδιαίτερα ενεργά στις οικιακές εργασίες και διεκπεραίωναν ακόμη και οικιακές εργασίες με τη στενή έννοια του όρου. Σε τελευταία ανάλυση πρακτικές ανάγκες που προέκυπταν από τη σύνθεση μιας οικιακής ομάδας υποχρέωναν τους αν-

53. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 5.

54. I. Bauer, «Tscikweiber haunt's g'nennt...», Frauenlehen und Frauenarbeit an der "Peripherie". Die Halleiner Zigarrenfabriksarbeiterinnen, 1869 bis 1940, Βιέννη 1987, σ. 114" Rosenbaum, Proletarische Familien, ό.π., σ. 217' E. Roberts, A Woman's Place. (An Oral History of Working Class Women, 1890-1940), Oxford 1984, σ. 23' Sieder, Zur alltäglichen Praxis der Wiener Arbeiterschaft..., σ. 222, 223. Πβ. επίσης M. Mitterauer, «Geschlechtsspezifische Arbeitsteilung und Geschlechterrollen in ländlichen Gesellschaften Mitteleuropas», στο J. Martin, R. Zoepffel (επιμ.), Aufgaben. Rollen und Räume von Frau und Mann, τ. 2, Φράιμπουργκ - Μόναχο 1989, σ. 819-914, κυρίως σ. 825-828.

55. Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 5.

p. 92

ανθρώπους να παραγνωρίζουν την κυρίαρχη νοοτροπία. Αν δεν υπήρχαν κορίτσια στην οικογένεια, αν η μάνα είχε αρρωστήσει ή γεράσει και δεν μπορούσε να εργαστεί το ίδιο εντατικά όπως πριν, αν το αγόρι ήταν το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας με σημαντική ηλικιακή διαφορά από τις αδελφές του, κι αν ήταν πρόθυμο από το χαρακτήρα του, τότε αναλάμβανε πολλές ευθύνες στο πλαίσιο της οικιακής οικονομίας.

Μια τέτοια περίπτωση ήταν αυτή του Ν. Ζ. στην οποία παρέπεμψα προηγουμένως: Η μητέρα του είχε πεθάνει νωρίς και εκείνος ήταν το «δεξί χέρι» της μεγαλύτερης αδελφής του. Βέβαια αυτό υπαγορευόταν, όπως είπαμε, αποκλειστικά από πρακτικούς λόγους και δεν εξυπηρετούσε την κοινωνικοποίηση των αγοριών στο πλαίσιο ενός έμφυλου προτύπου, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε με τα κορίτσια. Στην ενήλικη ζωή τους τα αγόρια θα απαλλάσσονταν από τέτοιου είδους «οικιακά» καθήκοντα. Εξάλλου, όπως θα δούμε στο κεφάλαιο για τη σχέση παιδιού και σχολείου, τα αγόρια, αντίθετα με τα κορίτσια, σπάνια εγκατέλειπαν, ή παραμελούσαν το σχολείο για να εξυπηρετήσουν ανάγκες της οικιακής οικονομίας.

Πάντως, παρόμοια βιώματα των αγοριών έχουν αφήσει τα ίχνη τους στις πρακτικές και τη συμπεριφορά τους ως ενηλίκων. Η μαρτυρία των αδελφών Α. είναι εξαιρετικά εύγλωττη. Οι τρεις συνομιλητές μεγάλωσαν σε μια οικογένεια με πέντε παιδιά, όλα αγόρια. Ο πατέρας απουσίαζε για μεγάλα διαστήματα στην Αμερική" η μάνα ήταν απασχολημένη με χίλιες δυο δουλειές. Από πολύ νωρίς τα αγόρια έμαθαν να αυτοεξυπηρετούνται" ο μικρότερος, μάλιστα, ήταν κατά κάποιο τρόπο το «δεξί χέρι» της μάνας του, αρκετά μεγάλης πια για να διεκπεραιώνει τόσες δουλειές μόνη. Παραθέτω όσα είπε το στερνοπαίδι της οικογένειας, που γεννήθηκε το 1924:

Εγώ θυμάμαι, πήγαινε η μητέρα μου πάνω εκεί στα χωράφια κι εγώ μόνο που δεν έφτιαχνα πίτα να ζυμώσω κι αυτό. Να ξεσκονίσω, να καθαρίσω, να φτιάξω αυτό, να πλύνω τα πιάτα, όλα δηλαδή τα έφτιαχνα και το είχαμε συνηθίσ'. Τί συνέβαινε με μας; Επειδή ήμασταν αγόρια πέντε κι ο πατέρας μας έξι, ήταν μόνη της η μάνα μας. Δεν είπαμε ποτέ στη μάνα μας, «φέρε μας ένα ποτήρι νερό». Και τώρα το ακολουθούμε.

Και ο κατά δύο χρόνια μεγαλύτερος αδελφός του σχολίασε γελώντας: «Γίναμε όλοι κορόιδα όμως, όλοι κορόιδα, και μαγειρεύουμε, κι αυτό»,56 σχόλιο που υποδεικνύει βέβαια την αντίφαση, το χάσμα ανάμεσα στο κανονιστικό πρότυπο

56. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 19. Πολύ ενδιαφέρουσα και η περίπτωση του Θ. Μ., συνταξιούχου δασκάλου, που γεννήθηκε το 1929, και για τον οποίο η 90χρονη μητέρα του είπε χαρακτηριστικά: «Ιγώ το προυί έβαζα τούτο, το δάσκαλο, τούτος τα μεγάλωσε τα πιδιά». «Θύμιο», τόλεγα -Θύμιο τον λένε-, «Θύμιο», τόλεγα, «να μάσς τα παιδιά το μεσημέρ', να τα ταΐσς το φαΐ... να τα βάλς να κοιμηθούνε...».

p. 93

και την πρακτική. Πολύ διαφορετική ήταν η εμπειρία των αγοριών που μεγάλωναν σε οικογένειες με κορίτσια.

Σε καμιά ωστόσο περίπτωση δε συμμετείχαν τα αγόρια σε εργασίες που είχαν σχέση με την κατασκευή, την κατεργασία και την επιδιόρθωση υφασμάτων, σε καμιά περίπτωση δεν έγνεθαν, δεν ύφαιναν, δεν έραβαν, δεν έπλεκαν, δεν κεντούσαν,57 ίσως επειδή, μεταξύ άλλων, τέτοιου είδους ασχολίες συνδέονταν άμεσα με τη δημιουργία του «γοίκου», δηλαδή των προικιών, των απαραίτητων κινητών αγαθών που τα κορίτσια όφειλαν να φέρουν όταν άνοιγαν σπιτικό με το γάμο τους. Η διεκπεραίωση τέτοιου είδους εργασιών είχε συχνά συλλογικό και όχι οικογενειακό χαρακτήρα: τα χειμωνιάτικα βράδια, στα λεγόμενα νυχτέρια, χωριανές συγκεντρώνονταν σε σπίτια φέρνοντας μαζί και τα εργόχειρά τους. Επειδή η υφαντική απαιτεί ιδιαίτερη δεξιοτεχνία και μυϊκή δύναμη τα κορίτσια μάθαιναν να υφαίνουν από μια ηλικία και μετά, περίπου μετά τα δώδεκα χρόνια τους. Όμως ούτε όλα τα κορίτσια μάθαιναν να υφαίνουν, ούτε όσα κατείχαν την τέχνη του αργαλειού ύφαιναν τακτικά: ούτε είχαν όλες οι οικογένειες αργαλειό, ούτε διέθεταν όλες οι κοπέλες τον απαραίτητο χρόνο.

Θεωρητικά τα κορίτσια ύφαιναν τα ίδια τα προικιά τους. Ωστόσο την περίοδο που μας απασχολεί, όσες οικογένειας διέθεταν ρευστό παρήγγελλαν προικιά για τα κορίτσια τους σε υφάντρες στο χωριό ή αγόραζαν το ύφασμα και, σπανιότερα, αγόραζαν τα προικιά από πλανόδιους εμπόρους-γυρολόγους που μετέφεραν αγαθά του αστικού-βιομηχανικού κόσμου στην ύπαιθρο.58 Παράλληλα, βέβαια, τα κορίτσια συμπλήρωναν με την προσωπική τους εργασία τα προικιά τους. Έτσι μέσω της πολύχρονης αυτής προσπάθειας ο γάμος πρέπει να εγγραφόταν στη συνείδησή τους ως σκοπός ζωής:

Πότε μάθαμε να υφαίνουμε; Όταν μεγαλώσαμε... Πολλά κορίτσια δεν ήξεραν να υφαίνουν... Ο παππούς ... μόπαιρνε ... πήχες πανί, όταν έρχονταν ο Αριστείδης ο Μανίκας, έρχονταν τότε ένας γέρος απ' τη Ναύπακτο με τα μουλάρια κι εκεί ψωνίζαμε. Και σφύραγε. Κι έβγαιναν στις αυλές. Όποια είχε ψώνιζε. Με το πανί φκιάσαμε στόρια, κουρτίνες, πράματα και

57. Αντίθετα, στις αγροτικές κοινωνίες της κεντρικής Ευρώπης οι άνδρες εμπλέκονται σε υφαντουργικές εργασίες, από τη στιγμή που τα προϊόντα της υφαντουργίας δεν προορίζονται για εσωτερική κατανάλωση αλλά για την αγορά, επομένως αποφέρουν κέρδος και προσδίδουν κύρος στις σχετικές εργασίες ή και από τη στιγμή που χρησιμοποιούνται αργαλειοί, που απαιτούν ιδιαίτερη μυϊκή δύναμη (Μ. Mitterauer, «Geschlechtsspezifische Arbeitsteilung und Geschlechterrollen...», ό.π., σ. 58-148, κυρίως σ. 68, 69.)

58. Στην πρωτοποριακή μελέτη του που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1927 και αφορά στα ενδύματα των Αιτωλών και τον οικιακό εξοπλισμό τους με υφάσματα, ο Λουκόπουλος αναφέρεται στο «εμπόριο», το οποίο «έμπασε και στα πιο απόκεντρα χωριά το πανί της βιομηχανίας και τα νήματα της μηχανής» (Δ. Λουκόπουλος, Πώς υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί, Αθήνα-Γιάννινα 1985 (α' έκδ. 1927), σ. 9.

p. 94

προίκισα το σπίτ πέρα. Κάθε μία είχε τα δικά της προικιά. Εγώ έπρεπε κάθε βράδι να βάλω κάτι στο μπαούλο, ή μαξιλάρι, ή σεντονάκι... Από 12, 13 χρονών έφτιαχναν προικιά. Τα βράδια. Και δεν είχαμε και φως καθόλου. Με το λυχνάρι.59

2. Αγροτικές εργασίες: Σκάρος

Το 1930 ο λαογράφος Δ. Λουκόπουλος περιγράφοντας τη ζωή των κτηνοτρόφων στη Ρούμελη, από όπου καταγόταν, σημείωνε: «Στ' άλλα βουνίσια χωριά που δεν επικρατεί το ωραίο σύστημα της γιδοβίτσας και του γιδοβιτσιάρη [μισθωτού τσοπάνη όλου του χωριού], όσα σπίτια θρέφουν γιδερά, ένα από τα μέλη της οικογένειας το μανατιάζουν με τα μανάρια. Είναι αγόρι ή κορίτσι ο βοσκός αυτός και λέγεται βρουκολούδι. Και σμείγουν πρωί-πρωί δύο, τρία, τέσσερα και περισσότερα κάποτε παιδιά στην άκρη στο χωριό. Με τις γίδες, το φορτιάρικο, κάποτε και το βόδι...».60 Οι προφορικές μαρτυρίες επιβεβαιώνουν ότι, κατά κανόνα, τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, μέχρι δώδεκα, δεκατριών χρονών, αναλάμβαναν να «σκαρίσουν», να οδηγήσουν δηλαδή τα ζώα στη βοσκή και να τα επιτηρούν. Άλλωστε, σε πολλές ευρωπαϊκές αγροτικές κοινωνίες της ίδιας περιόδου και γενικότερα σε ευρωπαϊκές αγροτικές κοινωνίες προβιομηχανικού χαρακτήρα, η βοσκή των ζώων αποτελεί τυπική παιδική εργασία.61 Ο λεγόμενος «σκάρος» ήταν διαδικασία χρονοβόρα αλλά απλή, καθώς δεν απαιτούσε μυϊκή δύναμη, ή ιδιαίτερη επιδεξιότητα. Επιπλέον, επειδή τα οικόσιτα ζώα βοσκούσαν προπάντων τους θερινούς μήνες, -δηλαδή σε περίοδο σχολικών διακοπών-, συνήθως τα παιδιά δε σκάριζαν εις βάρος της υποχρεωτικής σχολικής εκπαίδευσης" βέβαια, όπως θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο, αυτό δεν ίσχυε για τα παιδιά των κτηνοτρόφων που είτε μόνα είτε με έναν από τους δυο γονείς τους, οδηγούσαν και επιτηρούσαν ολόκληρα κοπάδια ζώων. Τα παιδιά σκάριζαν τις γίδες (τα «μανάρια»), σπανιότερα ένα οικόσιτο αρνάκι (το «μαρτίνι»), το μουλάρι ή το γαϊδούρι (το «φορτιάρικο»), το βόδι, κατά κανόνα ελεύθερα, δηλαδή χωρίς την παρουσία ενηλίκων. Παρ' όλο που τα παιδιά των τσοπάνηδων εργάζονταν συχνά στο πλευρό των γονιών τους, ο σκάρος συγκροτούσε γενικά ένα χωρόχρονο στο πλαίσιο του οποίου διάφορα παιδιά έσμιγαν, έπαιζαν, τραγουδούσαν, συζητούσαν, μακριά από οποιαδήποτε επιτήρηση των ενηλίκων.62 Αποτελούσε χωρόχρονο της παιδικής ηλικίας, των χω-

59. Συν. με την Π. Κ., 7, σ. 11.

60. Λουκόπουλος, Ποιμενικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 169.

61. Βλ. Hardach-Pinke, Hardach, «Die Entdeckung der Geschichte der Kindheit»,

ό.π., 31' M. Mitterauer, «Lebensformen und Lebensverhältnisse ländlicher Unterschichten», στο H. Matis (Hg.), Von der Glückseligkeit des Staates, Staat, Wirtschaft und Gesellschaft in Österreich im Zeitalter des aufgeklärten Absolutismus, Βερολίνο 1981, σ. 315-338, κυρίως σ. 334' Sjöberg, «Working Rural Children», ό.π., σ. 109.

p. 95

χωριανών ηλικίας από έξι, επτά, έως δώδεκα, δεκατριών, το πολύ δεκαπέντε χρόνων.

Με εξαίρεση τη μοναχοκόρη του καθηγητή του Ελληνικού σχολείου που απλώς «κάτι βοηθούσε» 63 και τα παιδιά ενός εύπορου παντοπώλη που σταμάτησαν όταν ο πατέρας τους προσέλαβε έναν «υπηρέτη»,64 όλοι οι συνομιλητές και οι συνομιλήτριες πήγαιναν μικροί συστηματικά «να σκαρίσουν»" οι ιστορίες που αυθόρμητα αφηγήθηκαν γύρω από το θέμα υποδεικνύουν ότι αποτελούσε σημαντικό και αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητάς τους. (Στο τέταρτο κεφάλαιο θα αναφερθώ εκτενέστερα στην κοινωνικοποιητική λειτουργία του σκάρου σε συσχετισμό με το παιχνίδι).

Σε καμιά περίπτωση πάντως ο σκάρος δεν αποτελούσε χώρο απόλυτης ελευθερίας κινήσεων. Πριν θεριστεί το στάρι, πριν τρυγηθούν τα αμπέλια, όσο ήταν φυτεμένα τα «κήπια», τα παιδιά όφειλαν να προσέχουν ιδιαίτερα, ώστε να μην ξεφύγουν τα ζώα και καταστρέψουν τις καλλιέργειες. Άλλωστε, γι' αυτό και έπαιζαν κυρίως το μεσημέρι, όταν ο ήλιος έκαιγε και τα ζώα αναζητούσαν λίγη δροσιά κάτω από δέντρα. Στη συνείδησή τους ίσως εγγραφόταν με αυτόν τον τρόπο ένας σεβασμός στις «περιουσίες» των συγχωριανών τους και μια αίσθηση οικονομικής αλληλεγγύης,65 που πήγαζε από τη στενότητα των πόρων ζωής και ήταν αναγκαία για την επιβίωση των ανθρώπων. Αυτό δεν

62. Για την εμπειρία του σκάρου στο Ψηλό Χωριό (Νούτσομπρο) της ορεινής Δωρίδας βλ. Παπαϊωάννου, Τα Κλειδιά του Ψηλού Χωριού, ό.π., σ. 38, 87. Για τα παιδιά που έβοσκαν τα ζώα στην Αυστρία και την κοινωνικότητα που αναπτυσσόταν συχνά μεταξύ τους βλ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule, ό.π., σ. 75, 76. Διαφορετική είναι η εικόνα που δίνει για μια περιοχή της δυτικής Σουηδίας ο Sjoberg («Working Rural Children», ό.π., σ. 112): «Συνήθως τα παιδιά πρόσεχαν τα ζώα μόνα κι αυτό έκανε τη δουλειά τους βαρετή». Οι διαφορές προφανώς οφείλονται στις γεωγραφικές και οικιστικές ιδιαιτερότητες κάθε χώρου.

63. Συν. με την Π. Λ., σ. 7.

64. Η συνομιλήτρια χρησιμοποίησε τον όρο «υπηρέτης»: «Ναι, ναι υπηρέτης, κάπου τον βρήκ' ο πατέρας μου. Όπως είν' τώρα οι Αλβανοί έτσ' ήταν και το είχαμε εκεί (...) Εμείς όμως δε σκαρίσαμε. Μας πήγε όλα -εννέα παιδιά είχ' ο πατέρας μου- όλα στο σχολείο, δεν ευκαιρούσαμε...» (Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 1, 10). Οι συστηματικές προσλήψεις αγροτικών υπηρετών κατά το δυτικοευρωπαϊκό και κεντροευρωπαϊκό πρότυπο δεν απαντούν -τουλάχιστον όχι στην ίδια έκταση και με τα ίδια χαρακτηριστικά- στον ελλαδικό και ευρύτερο νοτιοευρωπαϊκό χώρο. Στη νοτιοανατολική ευρωπαϊκή ύπαιθρο, μάλιστα, κατά κανόνα οι οικιακές ομάδες αποτελούνταν αποκλειστικά ή κατά το μεγαλύτερο μέρος από στενούς συγγενείς (Μ. Mitterauer, «Gesindedienst und Jugendphase...», ό.π., στο Μ. Mitterauer, Familie und Arbeitsteilung. Historisch-Vergleichende Studien, Βιέννη-Κολωνία-Βαϊμάρη 1992, σ. 301-332, κυρίως σ. 323-324' Μ. Mitterauer, «Komplexe Familienformen in sozialhistorischer Sicht», στο M. Mitterauer, Historisch-Anthropologische Familienforschung. Fragestellungen und Zugangsweisen, Βιέννη-Κολωνία 1990, σ. 87-130, κυρίως σ. 100, 101).

65. Για την ανάγκη ελέγχου των κινήσεων των ζώων από τα παιδιά, ώστε να προστα-

p. 96

σημαίνει ότι δεν συνέβαιναν «ατυχήματα», ιδίως όταν τα παιδιά αφοσιώνονταν στο παιχνίδι, λησμονώντας τα ζώα. (Μια έρευνα με βάση δικαστικά έγγραφα πιθανόν να έδειχνε πως γενικά, στην πράξη δε σπάνιζαν οι παραβιάσεις ξένων ιδιοκτησιών προκειμένου να βοσκήσουν τα ζώα). Παραθέτω τις μαρτυρίες δύο συνομιλητών" ο πρώτος γεννήθηκε το 1908, ο δεύτερος το 1914:

Τα φλάγαμε τα γίδια γιατ' ήταν όλος ο τόπος σπαρμένος. Αν ήταν ήλιος κι έβγαιναν στον ίσκιο και κάθονταν... Ήτανε μαρτύριο τότε η ζωή. Ήταν όλος ο τόπος σπαρμένος. Αν ήταν έστω ένα μέτρο να ήταν τετραγωνικό χωρίς δέντρα το καλλιεργάγαμε για να κάνουμε ψωμί να τρώμε. Και όποιος είχε το ψωμί τ' ήταν νοικοκύρς, λογίζονταν νοικοκύρς.- Εμείς τα παιδιά αισθανόμαστε ιδιαίτερη ευχαρίστηση να σκαρίζουμε..., αλλά να προσέχεις πολύ να μην πάνε σε ξένα αμπέλια, σε ξένους κήπους και κάνουνε ζημιά, διότι οι άνθρωποι που τα σπέρναν αυτά περίμεναν να ζήσουν απ' αυτά, δηλαδή, φυτεύαν φασόλια κ.λπ. Αν τρώγαν τα γίδια και τα πρόβατα τα ξένα, τα δικά τους ακόμα, πού θα βρίσκαν; Δεν υπήρχε μανάβης εκεί να βρουν ν' αγοράσουν... Αυτά τα ζώα βοσκούσαν στην περιοχή του Κροκυλείου, του χωριού, έξω... Στην περιοχή αυτή, η οποία ανήκε στο χωριό, γιατ' ήταν μοιρασμένα τα όρια των χωριών, δε μπορεί ο καθένας να βοσκήσει, ας πούμε, χωρίς την άδεια του προέδρου της κοινότητας κτλ. ... [ο λόγος του συνομιλητή απηχεί εδώ το ευκταίο και τη λογική των περιοριστικών νομοθετημάτων] . Λοιπόν, τα βγάζαμε βέβαια και η χαρά μας ήταν μεγάλη διότι ανταμώναμε όλα τα παιδιά έξω, και πολλές φορές ξεχνούσαμε, και τα γίδια πήγαιναν στα σπαρτά, προς θλίψιν των γονέων βέβαια.66

3. Αγροτικές εργασίες: Γεωργία

Το 1938, περιγράφοντας τις ασχολίες των γεωργών στη Ρούμελη, ο Λουκόπουλος επισήμαινε μια συγκεκριμένη ασχολία των παιδιών: «Εποχή της σποράς των ξηρικών καλαμποκιών είναι το έβγα του Μαρτιού, κι αρχίζει με τα οργώματα, πρώτο όργωμα, δεύτερο και τρίτο κάποτε... Και να πώς γίνεται η σπορά. Ένα παιδί ή και γυναίκα που λέγεται σπορολόος, έχει κρεμασμένο το σακούλι με το σπόρο απ' το λαιμό... Όλο μπρος πάνε τα βόδια, ποπίσω τους ο γεωργός τιμονίζει την αλετρονουρά, παραπίσω ακολουθώντας την αυλακιά π' ανοίγει το γυννί πάει σιγά-σιγά ο σπορολόος ρίχνοντας σπειρί το σπειρί μια

προστατευτούν οι καλλιέργειες στη δυτική Σουηδία την ίδια περίοδο και γενικότερα για το χαρακτήρα και τις απαιτήσεις της βοσκής των ζώων, βλ. Sjöberg, «Working Rural Children», σ. ό.π., 110-113.

66. Συν. με τον Α. Μ., σ. 4' Συν. με τον Χ. T., σ. 2, 3.

p. 97

πιθαμή μακριά το ένα απ' τ' άλλο. Στον σπορολόο κοντά έρχεται κι ο σκαλιστής χώνοντας με το τσαπί τους σπόρους».67

Προφορικές μαρτυρίες επιβεβαιώνουν τη γενική αυτή πληροφορία, τονίζοντας ότι σε γενικές γραμμές παιδιά κάτω των 15 ετών και πολύ περισσότερο παιδιά που δεν είχαν κλείσει την πρώτη δεκαετία της ζωής τους, δεν απασχολούνταν συστηματικά σε γεωργικές εργασίες, με εξαίρεση την εποχή της σποράς του καλαμποκιού: «Ε, στα χωράφια από εφτά, οχτώ χρονών κι ύστερα, όποτε ευκαιρούσαν, πήγαιναν. Πήγαιναν κοντά, να πετάξνε σπόρο, λέγαμε».68 Τα παιδιά, λοιπόν, χάρη στη σωματική τους διάπλαση, μπορούσαν να σπείρουν το καλαμπόκι με μεγαλύτερη ευκολία από ό,τι οι ενήλικες, αφού, όπως σημειώνει ο Λουκόπουλος, έπρεπε να ρίχνει κανείς «σπειρί το σπειρί, μια πιθαμή μακριά το ένα απ' τ' άλλο», ενώ οι γεωργικές εργασίες στο σύνολο τους απαιτούσαν ιδιαίτερη μυϊκή δύναμη, αφού μάλιστα οι άνθρωποι δεν είχαν στη διάθεσή τους παρά υποτυπώδη εργαλεία, καθώς ήταν περιορισμένη έως ανύπαρκτη (στα ορεινά) η εκμηχάνιση της ελληνικής υπαίθρου.69

Η μαρτυρία της Μ. Ν. εξατομικεύει την περιγραφή του Λουκόπουλου και μας βοηθά να φανταστούμε τη σκηνή:

Πάαιναν οι γονείς μας και βάναν το ζευγά ρ', τα λέμε εμείς, δυο βόιδια μετά συγχωρήσεως, και πηγαίναμε που λες και πετάγαμε σπόρο, μια τσαντούλα εγώ, και πετάγαμε έτσ'..., άιντε και γύρζε το ζευγάρ'. Πάντα μεις χοντά. Η μάνα μ ' έσκαβε, έσκαβε κοντά τ'. Εμείς δεν είχαμε πολλά σκαψίματα. Όταν μεγαλώσαμε είχαμε, αλλά τότε...10

Η εξοικείωση των περισσότερων παιδιών με τις γεωργικές εργασίες πρέπει να ξεκινούσε από τη βρεφική τους ηλικία, αφού συνήθως οι μητέρες τα έπαιρναν μαζί τους στα κτήματα για να τα θηλάζουν και να τα επιτηρούν. Υπάρχουν, εξάλλου, μαρτυρίες για παιδιά που από τα 10 τους κιόλας χρόνια ή και νωρίτερα, έσκαβαν, θέριζαν ή οδηγούσαν τα άλογα γύρω από το «στρίαλο» στο αλώνι. Όμως οι αφηγήσεις υποδηλώνουν ότι αυτή η ενεργός συμμετοχή παιδιών σε απαιτητικές γεωργικές εργασίες, υπαγορευόταν από τις αδήριτες ανάγκες ορισμένων οικογενειών για συμπληρωματικά εργατικά χέρια, δεν αποτελούσε ιδανική και αυτονόητη λύση για τους χωριανούς και εξέθετε τα παιδιά σε κινδύνους. Όπως και να έχει το πράγμα, η εργασιακή εμπειρία των παιδιών διαφοροποιούνταν έντονα ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας και επομένως τον τρόπο με τον οποίο οργάνωνε τις αγροτικές εργασίες. Παραθέτω δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από αφηγήσεις μιας γυναίκας και ενός άνδρα

67. Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 187, 189.

68. Συν. με την Α. Π., σ. 5.

69. Βλ. εδώ Πρώτο Κεφάλαιο, σημ. 6.

70. Συν. με την Μ. Ν., σ. 2.

p. 98

δρα που μεγάλωσαν σε οικογένειες οι οποίες «δεν μάζευαν το ψωμί τους»:

Ε, άμα μπορήγαμε, πηγαίναμε και τους βοηθάγαμε [τους γονείς] αλλιώς δεν πηγαίναμε. Τραβιόνταν μοναχοί τς... αλλά ύστερα, από δέκα κι ύστερα μας έβαζαν να θερίζουμε σιτάρια, να σκάψουμε. Δε μπόραγα να σκάψω πολλές φορές, μόφυγε το τσαπί, πήγε στην αδελφή μου, της ήρθε στο κεφάλ'71. - Θυμάμαι όταν κάποτε αλωνίζαμε πέρα εδώ που ήταν το πατρικό σπίτι του παππού του Χ. Από δω είν' ένα αλών'. Λοιπόν εκεί αλωνίζαμε. Είχαμε τα δεμάτια μέσα κι αλωνίζαμε και με κλωτσάει ένα άλογο και με τρώει εδώ, σπάει (δείχνει τα χείλη και τα δόντια)... Πιτσιρικάκ' ήμαν, ξέρω γω, 8, 10 χρονών, πόσο ήμουν. Λοιπόν μου δίνει μια κλωτσιά το άλογο και σπάει εδώ μέσα. Και θυμάμαι με πήραν στα χέρια, δε θυμάμαι ποιος, με πήρε στα χέρια και με πήγε στον Παπαχαράλαμπο το γιατρό. Μου τόδεσε εδώ, τελοσπάντων, στην άκρη μου τόραφε, ξέρω γω τί μου τόκανε, πάει, γιάτρεψε τελοσπάντων, τα δόντια μόφυγαν τα δυο μπροστά. Και τάβαλα στρατιώτς ... Αλώνζα τ' άλογα. Τ' άλογα έφερνα γύρω. Από πίσω θα καθήσεις στ' άλογα για να τα φέρεις γύρω ... Κοίταξε φκιάναμε μια θηλιά με σχοινί και βάναμε μέσα, 4, 5 άλογα, ξέρω γω πόσα, και τα δέναμε μ' ένα σίδερο στο στρίαλο. Ο στρίαλος ήταν ένα ξύλο στέρεο. Και βάζαμε αυτό και ήρχονταν τα άλογα γύρω...12.

Για έναν άλλον συνομιλητή, από σχετικά εύπορη οικογένεια του χωριού -ο πατέρας του μάλιστα ήταν δάσκαλος-, το αλώνισμα στα παιδικά του χρόνια είναι συνυφασμένο με παιχνίδι, με διασκέδαση:

Τα παιδιά, να σου πω εγώ τί ήταν. Το γλέντι τους ήταν τ' αλώνι... ξεραίνονταν περσότερο τα στάρια και μετά τα ανοίγαν και τα απλώναν. Χαράς Ευαγγέλια για τα παιδιά. Εμείς όλο κει μέσα να κάνουμε τούμπες, να πηδάμε, να γίνεται χαμός... Μετά όταν έρχονταν τ' άλογα εμείς πηδάγαμε μέσα. Αν ήταν καμιά μάντρα, ας πούμε, δίπλα, ανεβαίναμε από πάνω, μπαμ, πηδάγαμε μέσα. Πολλές φορές υπήρξαν περιπτώσεις που παρολίγο να μας πατήσουν τ' άλογα, γιατί προλάβαιναν τα άλογα να κάνουν τη βόλτα, όσο να φύγουμε εμείς, γιατί πηδάγαμε μέσα, έπρεπε να φύγουμε,13

71. Συν. με την Γ. Σ., σ. 12.

72. Ο στρίαλος ήταν πάσσαλος στο κέντρο του αλωνιού (Συν. με τον Γ. P., σ. 9).

73. Συν. με τον Θ. Α., σ. 20. Ελάχιστοι στο χωριό είχαν άλογα για το αλώνισμα του σιταριού' υπήρχε άνθρωπος που ερχόταν την εποχή του αλωνίσματος με τα άλογά του και τα εκμίσθωνε στους χωριανούς: «Άλλοι δεν είχαν άλογα, δεν είχαν να πληρώσουν, και μπορεί να χρησιμοποιούσανε και τα γαϊδούρια τους και τ' αυτά τους. Συνήθως όμως ερχόντουσαν από τα Πεντεόρεια, ένα χωριό της Παρνασσίδας, ήταν ένας Λουκάς από τα Πεντεόρεια, ο οποίος είχε άλογα και τα χρησιμοποιούσε το καλοκαίρι ν' αλωνίζει. Κι αλώνιζε κι έπαιρνε ένα ποσοστό, δεν ξέρω πόσα αλωνιάτικα, σε είδος, σε σιτάρι» (ό. π., σ. 19).

p. 99

Υπάρχουν επίσης αξιόπιστες μαρτυρίες για συμμετοχή δεκάχρονων ή και ακόμη νεότερων παιδιών στον τρύγο. Ο τρύγος ήταν οπωσδήποτε εργασία απλούστερη και λιγότερο επικίνδυνη από το όργωμα, το σκάψιμο ή το θερισμό και επίσης συνυφασμένη στη μνήμη των χωριανών με τη διασκέδαση, λόγω του συλλογικού του χαρακτήρα αλλά και του διασκεδαστικού πατήματος των σταφυλιών που ακολουθούσε. Συγχρόνως, βέβαια, η συλλογή των σταφυλιών απαιτούσε πολλά εργατικά χέρια. Στον τρύγο, για τον οποίο όλοι συμφωνούν πως ήταν «πανηγύρι», τα μεγαλύτερα παιδιά έκοβαν τσαμπιά με τους «τρυγολόους», δηλαδή με τα κλαδευτήρια που χρησιμοποιούνταν για τη συλλογή των σταφυλιών και που λόγω του μικρού μεγέθους τους ήταν κατάλληλα για τη σωματική διάπλαση των νεαρών ηλικιών:

Ας ήμασταν μικρά, κι εμείς ό,τι μπορήγαμε... Ο τρύγος ήταν πανηγύρ', χαιρόμασταν να πάμε, γιατ' ήταν τρύγος αυτός, τραγούδαγαν, μίλαγαν, ήταν αλαφρή δουλειά αυτή, κι ήταν, ο τρύγος ήταν πανηγύρ'... Τρυγάγανε σταφύλια κι αυτά (τα παιδιά) μ' ένα καλαθάκ' μικρό, βέβαια, με κάτ, τρυγολόγια τα λέγαμε, κάτ' κλαδευτράκια μικρούλια-μικρούλια, τάχαν επίτηδες για να τρυγάνε. - Έπρεπε να νογάς, να το κόψεις ... Τώρα δε θυμάμαι, ήμαν εννιά, δέκα χρονώ..., μικρή πάντως, όχ' πολύ μεγάλη... Τα 'κοβα και καμιά φορά έκοβα και το χέρι μου. Τα μικρά δε μπορούνε να τρυγήσουν, θα κόψουν τα χέρια τς.. ,74.

Η συμμετοχή των παιδιών σε συλλογικές εργασίες, όπως ο τρύγος, πρέπει να ενίσχυε το αίσθημα του ανήκειν σε μια κοινότητα η οποία χρειαζόταν να επιδείξει αλληλεγγύη για να επιβιώσει: η αλληλεγγύη αυτή εκφραζόταν προπάντων στην αλληλοβοήθεια την εποχή του θερισμου ή τον αλληλοδανεισμό αροτριώντων ζώων, εργαλείων κ.λπ.75

Πάντως χωριανοί και χωριανές άρχιζαν να απασχολούνται εντατικά σε γεωργικές εργασίες, αφού συμπλήρωναν τα 14-15 χρόνια τους, ορισμένες φορές και νωρίτερα. Θεωρητικά, οι γεωργικές εργασίες, στο σύνολο τους, αποτελούσαν κοινό τομέα απασχόλησης ανδρών και γυναικών. Φαίνεται όμως ότι στην πράξη τα κορίτσια και γενικότερα οι γυναίκες επωμίζονταν το μεγαλύτερο βάρος.76 Ως ένα βαθμό αυτό πρέπει να οφείλεται στο πλεόνασμα νεαρών γυναικών και στο έλλειμμα νεαρών ανδρών, λόγω μετανάστευσης, στρατιωτικής

74. Συν. με την Α. Π., σ. 5' Συν. με την Γ. Σ., σ. 5.

75. Για τη συνεργασία (σεμπριά ή κολληγιά) στην καλλιέργεια των χωραφιών στη Ρούμελη βλ. Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 154, 155.

76. Πβ. όσα γράφει η Τ. Βερβενιώτη για τη ζωή της αγρότισσας στον ελλαδικό χώρο κατά το Μεσοπόλεμο (Τ. Βερβενιώτη, Η γυναίκα της Αντίστασης. Η είσοδος των γυναικών στην πολιτική, Αθήνα 1994, σ. 24-28). Συγκεκριμένα στη σ. 24 γράφει: «...οι γυναίκες δουλεύουν σκληρότερα απ' όλους και απολαμβάνουν τα λιγότερα».

p. 100

θητείας ή και σπουδών. Όμως οι λόγοι επιβάρυνσης των γυναικών ήταν επίσης σε μεγάλο βαθμό πολιτισμικοί. Προφορικές μαρτυρίες υποδεικνύουν ότι, όσο το επέτρεπαν οι συνθήκες, οι γυναίκες, ως κατώτερες από τους άνδρες, επιβαρύνονταν κατά πρώτο λόγο με σωματικές εργασίες. Στην πρακτική αυτή ίσως συνέτεινε και το γεγονός ότι η αγροτική οικονομία στο χωριό ήταν οικονομία αυτοκατανάλωσης, δεν συνδεόταν δηλαδή με την αγορά και τη διακίνηση χρήματος.

Όπως λέει ο Θ. Α, εκφράζοντας αποφθεγματικά και αυθόρμητα την καθημερινότητα του παρελθόντος: «Μα οι περισσότερες δουλειές ήταν γυναικείες».77 Για ένα άλλο ορεινό χωριό στα αντερείσματα των Βαρδουσίων, το Ψηλό Χωριό (πρώην Νούτσομπρο), διαβάζουμε χαρακτηριστικά: «Τις περισσότερες δουλειές τις έκαναν οι γυναίκες ... Οι άντρες ούτε φορτώνονταν με την τριχιά, ούτε οι περισσότεροι έσκαβαν συστηματικά...».78 Θα ήταν ενδιαφέρον αν μπορούσαμε να ανιχνεύσουμε κατά πόσον, στην πράξη, και ανεξάρτητα από το κανονιστικό πρότυπο καταμερισμού εργασίας, οι άνδρες απέφευγαν να αναλάβουν γεωργικές εργασίες τις οποίες θα εκτελούσαν σκυμμένοι, επομένως σε μια στάση που υποδηλώνει αφ' εαυτής υποταγή.79 Ιδεοτυπικά οι άντρες όργωναν και έδεναν τα θερισμένα στάχια σε «δεμάτια» και έπειτα σε «φορτώματα»,80 διεκπεραίωναν δηλαδή εργασίες που απαιτούσαν ιδιαίτερη μυϊκή δύναμη ή/και εργασίες με σημασίες συνδηλωτικές της γενετήσιας πράξης (στην περίπτωση του οργώματος) . Στην πράξη όμως πολλές φορές οι εργασίες αυτές

Στο πρωτοποριακό για την εποχή του και πλούσιο σε οξυδερκείς παρατηρήσεις, λαογραφικό έργο του Λουκόπουλου (Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης..., ό.π.), δημιουργείται η εντύπωση ότι σχεδόν αποκλειστικά οι άνδρες, ή, εν πάση περιπτώσει, κατά δεύτερο λόγο οι γυναίκες απασχολούνταν στη γεωργία. Ο συγγραφέας αναφέρεται λ.χ. συνεχώς στο «γεωργό», απηχώντας έτσι το αξίωμα της ανδρικής υπεροχής, το γεγονός του ελέγχου της ακίνητης περιουσίας από τους άνδρες, και το κανονιστικό πρότυπο διαφυλικού καταμερισμού εργασίας, σύμφωνα με το οποίο οι άνδρες συμμετείχαν υποχρεωτικά στις γεωργικές εργασίες, καθώς μάλιστα έφεραν την ευθύνη διεκπεραίωσης τους. Ωστόσο σε ένα άλλο έργο του ο Λουκόπουλος γράφοντας για τη γυναικεία ενδυμασία στην περιοχή της Ναυπακτίας επισημαίνει: «Απ' τη ζώνη της ποδιάς κρεμάει και τη σουγιά της αν τύχη εργατικιά. Και μήπως ποια γυναίκα δεν έχει σχέση με την εργασία σε τούτα τα μέρη, όπου ο άντρας από συνήθειο περνάει τη μέρα του στο καφενείο, ενώ το αδύνατο πλάσμα βρίσκεται απάνω-κατεπάνω στις εξωτερικές δουλειές, απ' το πρωί ως το βράδι σούρουπα;» (Λουκόπουλος, Πώς υφαίνουν και ντύνονται..., ό.π., σ. 112).

77. Συν. με τον Θ. Α., σ. 19.

78. Παπαϊωάννου, Τα Κλειδιά του Ψηλού Χωριού, ό.π., σ. 87.

79. Πβ. για τις αγροτικές κοινωνίες της κεντρικής Ευρώπης: Mitterauer, «Geschlechtsspezifische Arbeitsteilung...», ό.π., σ. 100.

80. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 23' Συν. με τον Γ. Σ. και την Φ. Σ., σ. 14.

81. Και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης το όργωμα αποτελεί κατ' εξοχήν ανδρική εργασία. Τις συνδηλωτικές σημασίες της συγκεκριμένης εργασιακής διαδικασίας, που παραπέμπει στη γενετήσια πράξη, έχει επισημάνει ο Μπουρντιέ (πβ.

p. 101

εκτελούνταν από γυναίκες.82 Δεν είναι επομένως παράδοξο το γεγονός ότι στις συνεντεύξεις με γυναίκες -όχι όμως και με άνδρες- κυριαρχεί ή προβάλλει με ιδιαίτερη ένταση η ανάμνηση της σωματικής κόπωσης που συνόδευε την εργασία στην ύπαιθρο, ήδη από τα πρώτα νεανικά τους χρόνια, κόπωσης μεγεθυσμένης ίσως στη μνήμη μέσα από τη σύγκριση με τις σημερινές συνθήκες ζωής. Παραθέτω ενδεικτικά ένα απόσπασμα από την αφήγηση της Π. Μ. που γεννήθηκε το 1914:

Το φθινόπωρο σκάβαμε, σπέρναμε τα σιτάρια, τ' αμπέλια, τα κήπια, τα καλαμπόκια, κάναμε γυμναστική τότε! Να κόβς ξύλα! Θέλαμε 30, 40 φορτώματα ξύλα, τα κόβαμε με το τσεκούρ' τότε και τα κουβαλάγαμε, θερίζαμε με το δρεπάν', αλωνίζαμε. Η χειρότερη δουλειά ήταν το λίχνισμα. Να κάθεσαι μέσα στ' αλών' με το δικράν' στα χέρια και όποτε φυσήξ' να λιχνίζεις. Δε φύσαγε όλες τις ώρες. Κάθεσαν κι όποτε φυσήξ'. Το στάρ' το βάζαμε στ' αλών', θερισμένο που ήταν και το αλωνίζαμε με τ' άλογα, με τ' άλογα γύρω-γύρω, μισή μέρα, ως τ' απόγευμα να κάθεσαι και να σε τρώει ο ήλιος ... Κινάγαμε τότε στο ποτάμι στ' αμπέλια και τάσκαβαν τότε ο κόσμος τ' αμπέλια και παίρναν μεροκάματο. ...Τυραγνιέταν ο κόσμος πολύ τότε. Τώρα!s3

Οι γεωργικές εργασίες δεν αποτελούσαν αποκλειστικά υπόθεση της οικιακής ομάδας. Όταν υπήρχε ανάγκη για εργατικά χέρια άνδρες, κυρίως όμως, όπως φαίνεται, γυναίκες, εργάζονταν στα κτήματα εύπορων συγχωριανών τους για ένα μεροκάματο.84 Πολύ συχνά οι «εργάτες» αυτοί ήταν νεαρές κοπέλες (συνομιλήτριές μου έκαναν λόγο για «εργάτες» και «αργατιά» σε αντιδιαστολή με όσες χωριανές δεν «πήγαιναν για μεροκάματα»85). Ταυτόχρονα οι ανάγκες για εργατικά χέρια -κυρίως στην περίοδο της συγκομιδής που απαιτεί εντατική εργασία—, καλύπτονταν χάρη στη λειτουργία δικτύων αλληλοβοήθειας βασισμένων στην αρχή της αμοιβαιότητας.86 Οι πληροφορίες που έχουμε για συνεργασία νοικοκυριών προκειμένου να ολοκληρωθεί έγκαιρα μια εργασία ή για

Αντμάν, Βία και πονηριά..., ό.π., σ. 150-151, απ' όπου και η παραπομπή στον Μπουρντιέ).

82. Συν. με τον Θ. Α., σ. 19.

83. Συν. με την Π. Μ., σ. 2.

84. Συν. με την Β. Κ., σ. 5' Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 22.

85. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 4, 17' Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 2.

86. Συν. 2 με την Π. Κ. σ. 2: «Ημείς οι γυναίκες, οι φιλενάδες μ' τώρα δω απέναντι, σήμερα πάμε στς Λέτας το χωράφι να βοηθήσουμε, ναι βοηθιόμασταν, χάναμε εταιρεία». Η Π. Γ. αναφέρει στην αφήγησή της την περίπτωση μιας μοδίστρας του χωριού που αντί για χρήματα ζητούσε από εκείνους στους οποίους έραβε ένα ρούχο, να βοηθήσουν την αδελφή της στα χωράφια (Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 15). Σε μια άλλη οικογένεια ο πατέρας, που ήταν ξυλουργός, «έκανε μερεμέτια» σε ένα σπίτι, και οι θυγατέρες του σπιτιού έρχονταν στα χωράφια του να βοηθήσουν «στο θέρο» (Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 22).

p. 102

εργασία σε κτήματα εύπορων συγχωριανών επ' αμοιβή προέρχονται από γυναίκες και αφορούσαν κατά κύριο λόγο γυναίκες.

Ορισμένες συνομιλήτριες αναφέρθηκαν σαφώς σε μια «εποχή» που άρχισε μετά τα 14-15 τους χρόνια, και στη διάρκεια της οποίας αφενός εργάζονταν στα χωράφια και τα αμπέλια της οικογένειας τους, αφετέρου «πήγαιναν για μεροκάματο» σε ξένα χωράφια. Η Π. Γ., κόρη ενός παντοπώλη και ταβερνιάρη του χωριού, γεννημένη το 1908 θυμάται:

Κι έπειτα, όταν μεγάλωσα, από 15 χρονών που πηγαίναμε μεροκάματο, παίρναμε και το μεροκάματο... Πού; Μέσα στο χωριό εδώ είχε μεροκάματα. Δε μπόραγες εσύ να κάνς τη δουλειά σ' όλ' μοναχή σ', έπαιρνες και γυναίκες, να σκαλίσνε το καλαμπόκ', να το μάσνε το καλαμπόκ', να ξεφλουδίσνε... Μεροκάματο. Τς άντρες που θμήθκα 'γω που ήμαν μικρό κορίτσ' έπαιρναν δυο δραχμές και μιάμιση δραχμή οι γυναίκες.61

Από μικρή, εκείνη συνήθως συνόδευε τη μάνα της στα χωράφια για να τη βοηθήσει:

Από μικρό παιδάκ' πααίναμε με τη μάνα μ' απάν' στο χουράφ', είχαμε χουράφ', είχε κλήματα, σταφύλια, απ' όλα κι είχαμε και κήπου εκεί ... Τ' αγόρια δεν τα βάνανε στη σειρά να πάνε να σκάβουνε. Μάλλον το κορίτσ' πάαινε... Τ' αγόρια ήταν κάτ' στου μαγαζί και στο καφενείου, νά εκεί ήταν τ' αγόρια, δεν παρα..., κι αν σκάρζαν καμιά γίδα, ο μικρός ο γιος ο Χαράλαμπος, απ' σ' λέω, τς γίδες σκάρζε κι έρχεταν το βράδ'.88

Αν και στη συγκεκριμένη οικογένεια τα αγόρια δε φοίτησαν στο Γυμνάσιο, υποθέτω ότι τα κορίτσια επιβαρύνονταν ιδιαίτερα με αγροτικές εργασίες προπάντων σε οικογένειες, στις οποίες τα αγόρια ολοκλήρωναν ή τουλάχιστον προσπαθούσαν να ολοκληρώσουν, τη σχολική τους εκπαίδευση. Βέβαια οι μαθητές του Γυμνασίου και οι σπουδαστές γενικότερα περνούσαν συχνά τα καλοκαίρια τους στο χωριό. Γιατί στις αφηγήσεις τους οι αλλοτινοί σπουδαστές δεν ανακαλούν έντονα τη συμμετοχή τους στο θέρο ή τον τρύγο; Μήπως οι χειρωνακτικές εργασίες αποτελούσαν στην κυρίαρχη νοοτροπία πλήγμα για το κύρος των νεαρών αυτών χωριανών, μέσα από τη μόρφωση και την επαγγελματική

87. Συν. με την Π. Γ., σ. 29' επίσης Συν. με την Γ. Α., σ. 1. Σύμφωνα με το υλικό του Μπακαρέζου γύρω στο 1930 το μεροκάματο των γυναικών ανερχόταν στις 20 δρχ., ενώ των ανδρών ήταν τριπλάσιο (60 δρχ.). Η διαφορά αντανακλά τη διάκριση εις βάρος των γυναικών αλλά είναι υπερβολική, μεγενθυμένη από κάποιον πληροφορητή (το 1940 στην πεδιάδα του Μόρνου η αμοιβή των γυναικών ανερχόταν στο 70% της αμοιβής των ανδρών: (Διαμαντόπουλος, Η πεδιάς του Μόρνου..., ό.π., σ. 26). Ο Διαμαντόπουλος δεν προσδιορίζει σε ποιες γεωργικές εργασίες αφορούσαν οι αμοιβές" σύμφωνα με τα στοιχεία του το ημερομίσθιο των γυναικών ανερχόταν σε 35 δρχ. ενώ των ανδρών σε 50 «μετά φαγητού»).

88. Συν. με την Π. Γ., σ. 21.

p. 103

αποκατάσταση των οποίων μια οικογένεια επεδίωκε την κοινωνική της άνοδο — στην ουσία την αστικοποίησή της ή μάλλον την μικρο-αστικοποίησή της;

4. Μακριά από το χωριό

Στη μελέτη που εξέδωσε το 1931 για την ελληνική αγροτική οικονομία και κοινωνία του Μεσοπολέμου ο Κ. Καραβίδας στηλιτεύει τη «συστηματική υπερπαραγωγή εργατικών χεριών... ιδίως εις τα ορεινά», όπου οι χωρικοί «πιεζόμενοι από αμέσους και σκληράς ανάγκας» αφού «έκαμαν ληστρικήν εκμετάλλευσιν του εδάφους για μερικά καντάρια στάρι... εξαπέλυσαν» τα παιδιά τους «έξω της οικογενείας ή του χωρίου προς ανεύρεσιν εργασίας, εξ ης επέτυχαν εις βραχύ ή μακρόν διάστημα σημαντικούς προσθέτους πόρους».89 Ο Καραβίδας δε μας δίνει όμως συγκεκριμένες πληροφορίες για τη γεωγραφική και κοινωνική προέλευση των παιδιών αυτών, ούτε παραθέτει συγκεκριμένα παραδείγματα.

Απ' όσο γνωρίζω δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των παιδιών που μετανάστευσαν από ορεινά χωριά της Δωρίδας σε αστικά κέντρα στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Σύμφωνα με μια αξιόπιστη προφορική μαρτυρία το φαινόμενο ήταν συχνό στο Σουρούστι (σημ. Κερασιά), που βρίσκεται σχετικά κοντά στο Κροκύλειο.90 Η Μ. Λουκοπούλου-Παττίχη γράφει ότι στην Κωστάριτσα (σημ. Διχώρι), ένα άλλο χωριό της ορεινής Δωρίδας γειτονικό με το Σουρούστι, μικρά αγόρια 7-10 ετών μετανάστευαν στα αστικά κέντρα, κυρίως στην Αθήνα, για να εργαστούν ως μπακαλόπαιδα, σερβιτόροι, γαλατάδες κ.λπ.91 Από το υλικό μου δεν προκύπτει όμως ότι παιδιά από το Κροκύλειο μετανάστευαν συστηματικά σε αστικά κέντρα για να εργαστούν και να βοηθήσουν οικονομικά την οικογένεια στο χωριό. Διερωτώμαι μήπως, σε περίπτωση που όντως είχαν έτσι τα πράγματα, αυτό οφειλόταν στο χαμηλότερο υψόμετρο (περίπου 850 μ.), το συγκριτικά ήπιο κλίμα και τη λειτουργία του χωριού ως διοικητικού κέντρου στην ευρύτερη περιοχή, οπότε οι οικονομικές ανάγκες των οικογενειών ήταν συγκριτικά λιγότερο επιτακτικές; Ας σημειωθεί ότι τόσο η Κερασιά όσο και το Διχώρι βρίσκονται σε πολύ μεγάλο υψόμετρο -1340 και 1150 μ. αντίστοιχα.

Στο υλικό μου απαντούν πάντως δύο περιπτώσεις παιδιών τα οποία οι γονείς τους έστειλαν στην Αθήνα για να εργαστούν: O A. Μ., ορφανός από πατέρα, έφυγε σε ηλικία περίπου 12 ετών για την Αθήνα, όπου μπήκε στη δούλεψη των θείων του που είχαν ταβέρνα' δε φαίνεται να έστελνε χρήματα στην οικογένειά του στο χωριό. Η Γ. Σ. εργάστηκε ως υπηρέτρια στην Αθήνα από τα 10 της χρόνια. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί ενός πολύτεκνου κτηνοτρόφου και

89. Καραβίδας, Αγροτικά, ό.π., σ. 462, 463.

90. Συν. με τον Η. Χ. και τον Κ. Χ., σ. 6.

91. Λουκοπούλου-Παττίχη, Επιστροφή, ό.π., σ. 148, 276.

p. 104

ορφανή από μητέρα. Φαίνεται ότι με την εργασία της εξασφάλιζε απλώς την επιβίωση της. Παρόμοια μοίρα είχαν τρία αδέλφια της: Δυο αδελφές της, στα 11-12 χρόνια τους άρχισαν να εργάζονται στο Αίγιο και στην Άμφισσα ως υπηρέτριες, ένας αδελφός της στο Ευπάλιο. Στη μνήμη των δύο συνομιλητών τα γεγονότα έχουν εγγραφεί ως μια απόκλιση από το συνηθισμένο. Λένε ανοιχτά ότι εκείνοι, σε αντίθεση με άλλους, έπρεπε να φύγουν επειδή η οικογένειά τους αντιμετώπιζε έντονα οικονομικά προβλήματα. Η συνείδηση ότι η πορεία τους διαφέρει από εκείνη άλλων, πιο ευνοημένων, χωριανών διέπει τις αφηγήσεις, μια συνείδηση που άρχισε να συγκροτείται από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής τους .

Η Γ. Σ. δε θυμόταν «να στέλναν άλλα παιδιά (μακριά από το χωριό για να εργαστούν). Αλλά ο πατέρας μ' ήταν φτωχός και μας έστελνε...».92 Προφανώς τα παιδιά που μετανάστευαν προέρχονταν, κατά κανόνα, από φτωχές οικογένειες του χωριού, οι οποίες βρίσκονταν αντιμέτωπες με αρνητικές συγκυρίες.

Οι απαντήσεις στο ερώτημα, κατά πόσον οι χωριανοί έστελναν τα παιδιά τους σε μικρή ηλικία (περίπου πριν από τα 15 τους χρόνια) στις πόλεις και ειδικότερα στην Αθήνα για να εργαστούν, έχουν αόριστο, συνοπτικό χαρακτήρα και δημιουργούν την εντύπωση ότι σε ελάχιστες περιπτώσεις επιλέγονταν τέτοιες πρακτικές. Σύμφωνα με την Α. Σ., που γεννήθηκε το 1922: «Όταν είχαν πολλά κορίτσια... Τα κορίτσια τα στέλναν υπηρέτριες... Σε κάνα γαλατάδικο τα στέλναν, σε κάνα αυτό να πλένε πιάτα...». Η Π. Κ., από εύπορη οικογένεια του χωριού, θυμάται πως η μητέρα της συμβούλευε την ίδια και τα αδέλφια της, να μην στείλουν σε καμιά περίπτωση «υπηρέτριες» τα παιδιά τους.93 Και μια άλλη συνομιλήτρια, της οποίας η αφήγηση διακρίνεται για την ειλικρίνεια, τον αυθορμητισμό και τη στοχαστικότητα, υποστήριξε σταθερά, παρά τις αλλεπάλληλες επίμονες ερωτήσεις μου, ότι παιδιά κάτω από δεκαπέντε χρονών σπάνια μετανάστευαν μόνα στις πόλεις:

Σπάνια να πάνι μκρά παιδιά ... Όχ' για να πάνι μκρά παιδιά για δουλειές, σπάνια. Δεν ήταν βγαλμένα έξω απ' τη ζωή, να ειπείς είνι κάπως... Μπουρεί, απ' τάλλα χουριά, μπορεί. Ενώ τα δκά μας τα πιδιά ήταν ανέβγαλτα πιδιά... Έπτα μεγάλωσαν τα πιδιά και φύγαν... δεκαπέντε, είκουσι χρουνών... είκουσι χρουνών, εικουσιπέντε χρουνών. Ήταν τρία αδέρφια... και πήγαν υπηρέτες. Ου Τ. σκούπζε σκάλες... Μκρά παιδιά δεν πάαιναν. Και πού τώρα, εσύ τώρα έπαιρνες ένα παιδάκ' μικρό, τι θα τόκανες; ... Ήταν στν Αθήνα και χουριανοί μας από δω... Ναι, παραδέ στο Παγκράτ'.94

92. Συν. 2 με την Γ. Σ., σ. 1.

93. Συν. 2 με την Α. Σ., σ. 2' Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 7.

94. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 12.

p. 105
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 86

    βώς γι' αυτό, όπως σημειώσαμε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, τα χρήματα συνιστούσαν πειστήριο σχετικά υψηλής κοινωνικής και οικονομικής θέσης και διαβατήριο για την κοινωνικο-οικονομική άνοδο μιας οικογένειας. Μέσω των χρημάτων αποκτούσε κανείς πρόσβαση σε περισσότερα αγαθά. Όταν ο πατέρας κέρδιζε ορισμένα χρήματα, ως μετανάστης στο εξωτερικό, μικρέμπορος, παντοπώλης, καφετζής, μισθωτός, συνταξιούχος, οι υλικές συνθήκες διαβίωσης των παιδιών ήταν σε γενικές γραμμές καλύτερες:

    Εμείς δε δυστυχέφαμε διότι ήταν ο πατέρας μ' μπακάλης, έμπορος. Δεν πεινάσαμε, ούτε πεινάσαμε, ούτε κακοπεράσαμε. - Για μας, αποκλειστικώς για τν οικογένεια μας, ήταν καλά. Είχα τον πατέρα μ', είχε το μαγαζί αυτό απούν' τώρα εκείν' το σπίτ δω πέρα ... εκεί ήταν του μαγαζί τ' πατέρα μ'... Κι από κει είχαμι ρύζ, είχαμι μακαρόνια, είχαμι μανέστρα, τόνα, τάλλο. - Είχαμ' ένα παιδί που το λέγαν Γιάνν', πλες... Πήαινε στο σχουλείο. Ο Γιάννς τώρα, η μάνα τ' ήταν Αμερικάνα, ο άντρας τς αυτής (ο πατέρας του Γιάννη ήταν μετανάστης στην Αμερική) και βρίσκενταν κάπως καλύτερα, σε καλύτερη μοίρα.39

    Α' Παραγωγή: Συμβολή στην οικογενειακή οικονομία

    Τα παιδιά συνέβαλλαν στην οικογενειακή οικονομία, ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, τη μυϊκή δύναμη, τη σειρά γέννησής τους. Από τη στιγμή που το επέτρεπε η σωματική τους διάπλαση, δηλαδή από τα 5 και τα 6 τους χρόνια, ή εν πάση περιπτώσει πριν ακόμη κλείσουν την πρώτη δεκαετία της ζωής τους, τα παιδιά διεκπεραίωναν απλές εργασίες: μετέφεραν λ.χ. νερό από τη βρύση στο σπίτι, «σκάριζαν» τα ζωντανά ή έσπερναν το καλαμπόκι στα χωράφια, τάιζαν τα ζώα ή έκαναν διάφορα θελήματα, προπάντων αγόραζαν από τα καταστήματα της πλατείας τα λιγοστά αγαθά που οι χωριανοί προμηθεύονταν συστηματικά από εκεί: το αλάτι, το πετρέλαιο, τα σπίρτα, μερικά κουτιά γάλα, σπανιότερα ρύζι ή ζυμαρικά.

    Η παιδική εργασία ήταν αυτονόητη και η αστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η παιδική ηλικία δε συμβιβαζόταν με την εργασία, δεν είχε παρεισφρύσει στην κουλτούρα του χωριού. Την ίδια περίοδο στις κοινωνίες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, όπως η αυστριακή, η γερμανική ή η σκανδιναυική, η εργασία των παιδιών αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητά τους στην ύπαιθρο αλλά και στις εργατικές συνοικίες των πόλεων" άλλωστε

    του πλήρους εκχρηματισμού και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ως βασικό πρόβλημά της τη διατροφή του αγροτικού πληθυσμού».

    39. Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 3' Συν. 2 με την Π. Γ., σ. 7, 18" Συν. 2 με την Λ. Π., σ. 3.