Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
Title:Growing up in Mountainous Regions
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:38
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2003
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Mentalities and Behaviour
Social integration
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
Visible pages: 97-116 από: 395
Current page:

σημαίνει ότι δεν συνέβαιναν «ατυχήματα», ιδίως όταν τα παιδιά αφοσιώνονταν στο παιχνίδι, λησμονώντας τα ζώα. (Μια έρευνα με βάση δικαστικά έγγραφα πιθανόν να έδειχνε πως γενικά, στην πράξη δε σπάνιζαν οι παραβιάσεις ξένων ιδιοκτησιών προκειμένου να βοσκήσουν τα ζώα). Παραθέτω τις μαρτυρίες δύο συνομιλητών" ο πρώτος γεννήθηκε το 1908, ο δεύτερος το 1914:

Τα φλάγαμε τα γίδια γιατ' ήταν όλος ο τόπος σπαρμένος. Αν ήταν ήλιος κι έβγαιναν στον ίσκιο και κάθονταν... Ήτανε μαρτύριο τότε η ζωή. Ήταν όλος ο τόπος σπαρμένος. Αν ήταν έστω ένα μέτρο να ήταν τετραγωνικό χωρίς δέντρα το καλλιεργάγαμε για να κάνουμε ψωμί να τρώμε. Και όποιος είχε το ψωμί τ' ήταν νοικοκύρς, λογίζονταν νοικοκύρς.- Εμείς τα παιδιά αισθανόμαστε ιδιαίτερη ευχαρίστηση να σκαρίζουμε..., αλλά να προσέχεις πολύ να μην πάνε σε ξένα αμπέλια, σε ξένους κήπους και κάνουνε ζημιά, διότι οι άνθρωποι που τα σπέρναν αυτά περίμεναν να ζήσουν απ' αυτά, δηλαδή, φυτεύαν φασόλια κ.λπ. Αν τρώγαν τα γίδια και τα πρόβατα τα ξένα, τα δικά τους ακόμα, πού θα βρίσκαν; Δεν υπήρχε μανάβης εκεί να βρουν ν' αγοράσουν... Αυτά τα ζώα βοσκούσαν στην περιοχή του Κροκυλείου, του χωριού, έξω... Στην περιοχή αυτή, η οποία ανήκε στο χωριό, γιατ' ήταν μοιρασμένα τα όρια των χωριών, δε μπορεί ο καθένας να βοσκήσει, ας πούμε, χωρίς την άδεια του προέδρου της κοινότητας κτλ. ... [ο λόγος του συνομιλητή απηχεί εδώ το ευκταίο και τη λογική των περιοριστικών νομοθετημάτων] . Λοιπόν, τα βγάζαμε βέβαια και η χαρά μας ήταν μεγάλη διότι ανταμώναμε όλα τα παιδιά έξω, και πολλές φορές ξεχνούσαμε, και τα γίδια πήγαιναν στα σπαρτά, προς θλίψιν των γονέων βέβαια.66

3. Αγροτικές εργασίες: Γεωργία

Το 1938, περιγράφοντας τις ασχολίες των γεωργών στη Ρούμελη, ο Λουκόπουλος επισήμαινε μια συγκεκριμένη ασχολία των παιδιών: «Εποχή της σποράς των ξηρικών καλαμποκιών είναι το έβγα του Μαρτιού, κι αρχίζει με τα οργώματα, πρώτο όργωμα, δεύτερο και τρίτο κάποτε... Και να πώς γίνεται η σπορά. Ένα παιδί ή και γυναίκα που λέγεται σπορολόος, έχει κρεμασμένο το σακούλι με το σπόρο απ' το λαιμό... Όλο μπρος πάνε τα βόδια, ποπίσω τους ο γεωργός τιμονίζει την αλετρονουρά, παραπίσω ακολουθώντας την αυλακιά π' ανοίγει το γυννί πάει σιγά-σιγά ο σπορολόος ρίχνοντας σπειρί το σπειρί μια

προστατευτούν οι καλλιέργειες στη δυτική Σουηδία την ίδια περίοδο και γενικότερα για το χαρακτήρα και τις απαιτήσεις της βοσκής των ζώων, βλ. Sjöberg, «Working Rural Children», σ. ό.π., 110-113.

66. Συν. με τον Α. Μ., σ. 4' Συν. με τον Χ. T., σ. 2, 3.

p. 97

πιθαμή μακριά το ένα απ' τ' άλλο. Στον σπορολόο κοντά έρχεται κι ο σκαλιστής χώνοντας με το τσαπί τους σπόρους».67

Προφορικές μαρτυρίες επιβεβαιώνουν τη γενική αυτή πληροφορία, τονίζοντας ότι σε γενικές γραμμές παιδιά κάτω των 15 ετών και πολύ περισσότερο παιδιά που δεν είχαν κλείσει την πρώτη δεκαετία της ζωής τους, δεν απασχολούνταν συστηματικά σε γεωργικές εργασίες, με εξαίρεση την εποχή της σποράς του καλαμποκιού: «Ε, στα χωράφια από εφτά, οχτώ χρονών κι ύστερα, όποτε ευκαιρούσαν, πήγαιναν. Πήγαιναν κοντά, να πετάξνε σπόρο, λέγαμε».68 Τα παιδιά, λοιπόν, χάρη στη σωματική τους διάπλαση, μπορούσαν να σπείρουν το καλαμπόκι με μεγαλύτερη ευκολία από ό,τι οι ενήλικες, αφού, όπως σημειώνει ο Λουκόπουλος, έπρεπε να ρίχνει κανείς «σπειρί το σπειρί, μια πιθαμή μακριά το ένα απ' τ' άλλο», ενώ οι γεωργικές εργασίες στο σύνολο τους απαιτούσαν ιδιαίτερη μυϊκή δύναμη, αφού μάλιστα οι άνθρωποι δεν είχαν στη διάθεσή τους παρά υποτυπώδη εργαλεία, καθώς ήταν περιορισμένη έως ανύπαρκτη (στα ορεινά) η εκμηχάνιση της ελληνικής υπαίθρου.69

Η μαρτυρία της Μ. Ν. εξατομικεύει την περιγραφή του Λουκόπουλου και μας βοηθά να φανταστούμε τη σκηνή:

Πάαιναν οι γονείς μας και βάναν το ζευγά ρ', τα λέμε εμείς, δυο βόιδια μετά συγχωρήσεως, και πηγαίναμε που λες και πετάγαμε σπόρο, μια τσαντούλα εγώ, και πετάγαμε έτσ'..., άιντε και γύρζε το ζευγάρ'. Πάντα μεις χοντά. Η μάνα μ ' έσκαβε, έσκαβε κοντά τ'. Εμείς δεν είχαμε πολλά σκαψίματα. Όταν μεγαλώσαμε είχαμε, αλλά τότε...10

Η εξοικείωση των περισσότερων παιδιών με τις γεωργικές εργασίες πρέπει να ξεκινούσε από τη βρεφική τους ηλικία, αφού συνήθως οι μητέρες τα έπαιρναν μαζί τους στα κτήματα για να τα θηλάζουν και να τα επιτηρούν. Υπάρχουν, εξάλλου, μαρτυρίες για παιδιά που από τα 10 τους κιόλας χρόνια ή και νωρίτερα, έσκαβαν, θέριζαν ή οδηγούσαν τα άλογα γύρω από το «στρίαλο» στο αλώνι. Όμως οι αφηγήσεις υποδηλώνουν ότι αυτή η ενεργός συμμετοχή παιδιών σε απαιτητικές γεωργικές εργασίες, υπαγορευόταν από τις αδήριτες ανάγκες ορισμένων οικογενειών για συμπληρωματικά εργατικά χέρια, δεν αποτελούσε ιδανική και αυτονόητη λύση για τους χωριανούς και εξέθετε τα παιδιά σε κινδύνους. Όπως και να έχει το πράγμα, η εργασιακή εμπειρία των παιδιών διαφοροποιούνταν έντονα ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας και επομένως τον τρόπο με τον οποίο οργάνωνε τις αγροτικές εργασίες. Παραθέτω δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από αφηγήσεις μιας γυναίκας και ενός άνδρα

67. Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 187, 189.

68. Συν. με την Α. Π., σ. 5.

69. Βλ. εδώ Πρώτο Κεφάλαιο, σημ. 6.

70. Συν. με την Μ. Ν., σ. 2.

p. 98

δρα που μεγάλωσαν σε οικογένειες οι οποίες «δεν μάζευαν το ψωμί τους»:

Ε, άμα μπορήγαμε, πηγαίναμε και τους βοηθάγαμε [τους γονείς] αλλιώς δεν πηγαίναμε. Τραβιόνταν μοναχοί τς... αλλά ύστερα, από δέκα κι ύστερα μας έβαζαν να θερίζουμε σιτάρια, να σκάψουμε. Δε μπόραγα να σκάψω πολλές φορές, μόφυγε το τσαπί, πήγε στην αδελφή μου, της ήρθε στο κεφάλ'71. - Θυμάμαι όταν κάποτε αλωνίζαμε πέρα εδώ που ήταν το πατρικό σπίτι του παππού του Χ. Από δω είν' ένα αλών'. Λοιπόν εκεί αλωνίζαμε. Είχαμε τα δεμάτια μέσα κι αλωνίζαμε και με κλωτσάει ένα άλογο και με τρώει εδώ, σπάει (δείχνει τα χείλη και τα δόντια)... Πιτσιρικάκ' ήμαν, ξέρω γω, 8, 10 χρονών, πόσο ήμουν. Λοιπόν μου δίνει μια κλωτσιά το άλογο και σπάει εδώ μέσα. Και θυμάμαι με πήραν στα χέρια, δε θυμάμαι ποιος, με πήρε στα χέρια και με πήγε στον Παπαχαράλαμπο το γιατρό. Μου τόδεσε εδώ, τελοσπάντων, στην άκρη μου τόραφε, ξέρω γω τί μου τόκανε, πάει, γιάτρεψε τελοσπάντων, τα δόντια μόφυγαν τα δυο μπροστά. Και τάβαλα στρατιώτς ... Αλώνζα τ' άλογα. Τ' άλογα έφερνα γύρω. Από πίσω θα καθήσεις στ' άλογα για να τα φέρεις γύρω ... Κοίταξε φκιάναμε μια θηλιά με σχοινί και βάναμε μέσα, 4, 5 άλογα, ξέρω γω πόσα, και τα δέναμε μ' ένα σίδερο στο στρίαλο. Ο στρίαλος ήταν ένα ξύλο στέρεο. Και βάζαμε αυτό και ήρχονταν τα άλογα γύρω...12.

Για έναν άλλον συνομιλητή, από σχετικά εύπορη οικογένεια του χωριού -ο πατέρας του μάλιστα ήταν δάσκαλος-, το αλώνισμα στα παιδικά του χρόνια είναι συνυφασμένο με παιχνίδι, με διασκέδαση:

Τα παιδιά, να σου πω εγώ τί ήταν. Το γλέντι τους ήταν τ' αλώνι... ξεραίνονταν περσότερο τα στάρια και μετά τα ανοίγαν και τα απλώναν. Χαράς Ευαγγέλια για τα παιδιά. Εμείς όλο κει μέσα να κάνουμε τούμπες, να πηδάμε, να γίνεται χαμός... Μετά όταν έρχονταν τ' άλογα εμείς πηδάγαμε μέσα. Αν ήταν καμιά μάντρα, ας πούμε, δίπλα, ανεβαίναμε από πάνω, μπαμ, πηδάγαμε μέσα. Πολλές φορές υπήρξαν περιπτώσεις που παρολίγο να μας πατήσουν τ' άλογα, γιατί προλάβαιναν τα άλογα να κάνουν τη βόλτα, όσο να φύγουμε εμείς, γιατί πηδάγαμε μέσα, έπρεπε να φύγουμε,13

71. Συν. με την Γ. Σ., σ. 12.

72. Ο στρίαλος ήταν πάσσαλος στο κέντρο του αλωνιού (Συν. με τον Γ. P., σ. 9).

73. Συν. με τον Θ. Α., σ. 20. Ελάχιστοι στο χωριό είχαν άλογα για το αλώνισμα του σιταριού' υπήρχε άνθρωπος που ερχόταν την εποχή του αλωνίσματος με τα άλογά του και τα εκμίσθωνε στους χωριανούς: «Άλλοι δεν είχαν άλογα, δεν είχαν να πληρώσουν, και μπορεί να χρησιμοποιούσανε και τα γαϊδούρια τους και τ' αυτά τους. Συνήθως όμως ερχόντουσαν από τα Πεντεόρεια, ένα χωριό της Παρνασσίδας, ήταν ένας Λουκάς από τα Πεντεόρεια, ο οποίος είχε άλογα και τα χρησιμοποιούσε το καλοκαίρι ν' αλωνίζει. Κι αλώνιζε κι έπαιρνε ένα ποσοστό, δεν ξέρω πόσα αλωνιάτικα, σε είδος, σε σιτάρι» (ό. π., σ. 19).

p. 99

Υπάρχουν επίσης αξιόπιστες μαρτυρίες για συμμετοχή δεκάχρονων ή και ακόμη νεότερων παιδιών στον τρύγο. Ο τρύγος ήταν οπωσδήποτε εργασία απλούστερη και λιγότερο επικίνδυνη από το όργωμα, το σκάψιμο ή το θερισμό και επίσης συνυφασμένη στη μνήμη των χωριανών με τη διασκέδαση, λόγω του συλλογικού του χαρακτήρα αλλά και του διασκεδαστικού πατήματος των σταφυλιών που ακολουθούσε. Συγχρόνως, βέβαια, η συλλογή των σταφυλιών απαιτούσε πολλά εργατικά χέρια. Στον τρύγο, για τον οποίο όλοι συμφωνούν πως ήταν «πανηγύρι», τα μεγαλύτερα παιδιά έκοβαν τσαμπιά με τους «τρυγολόους», δηλαδή με τα κλαδευτήρια που χρησιμοποιούνταν για τη συλλογή των σταφυλιών και που λόγω του μικρού μεγέθους τους ήταν κατάλληλα για τη σωματική διάπλαση των νεαρών ηλικιών:

Ας ήμασταν μικρά, κι εμείς ό,τι μπορήγαμε... Ο τρύγος ήταν πανηγύρ', χαιρόμασταν να πάμε, γιατ' ήταν τρύγος αυτός, τραγούδαγαν, μίλαγαν, ήταν αλαφρή δουλειά αυτή, κι ήταν, ο τρύγος ήταν πανηγύρ'... Τρυγάγανε σταφύλια κι αυτά (τα παιδιά) μ' ένα καλαθάκ' μικρό, βέβαια, με κάτ, τρυγολόγια τα λέγαμε, κάτ' κλαδευτράκια μικρούλια-μικρούλια, τάχαν επίτηδες για να τρυγάνε. - Έπρεπε να νογάς, να το κόψεις ... Τώρα δε θυμάμαι, ήμαν εννιά, δέκα χρονώ..., μικρή πάντως, όχ' πολύ μεγάλη... Τα 'κοβα και καμιά φορά έκοβα και το χέρι μου. Τα μικρά δε μπορούνε να τρυγήσουν, θα κόψουν τα χέρια τς.. ,74.

Η συμμετοχή των παιδιών σε συλλογικές εργασίες, όπως ο τρύγος, πρέπει να ενίσχυε το αίσθημα του ανήκειν σε μια κοινότητα η οποία χρειαζόταν να επιδείξει αλληλεγγύη για να επιβιώσει: η αλληλεγγύη αυτή εκφραζόταν προπάντων στην αλληλοβοήθεια την εποχή του θερισμου ή τον αλληλοδανεισμό αροτριώντων ζώων, εργαλείων κ.λπ.75

Πάντως χωριανοί και χωριανές άρχιζαν να απασχολούνται εντατικά σε γεωργικές εργασίες, αφού συμπλήρωναν τα 14-15 χρόνια τους, ορισμένες φορές και νωρίτερα. Θεωρητικά, οι γεωργικές εργασίες, στο σύνολο τους, αποτελούσαν κοινό τομέα απασχόλησης ανδρών και γυναικών. Φαίνεται όμως ότι στην πράξη τα κορίτσια και γενικότερα οι γυναίκες επωμίζονταν το μεγαλύτερο βάρος.76 Ως ένα βαθμό αυτό πρέπει να οφείλεται στο πλεόνασμα νεαρών γυναικών και στο έλλειμμα νεαρών ανδρών, λόγω μετανάστευσης, στρατιωτικής

74. Συν. με την Α. Π., σ. 5' Συν. με την Γ. Σ., σ. 5.

75. Για τη συνεργασία (σεμπριά ή κολληγιά) στην καλλιέργεια των χωραφιών στη Ρούμελη βλ. Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 154, 155.

76. Πβ. όσα γράφει η Τ. Βερβενιώτη για τη ζωή της αγρότισσας στον ελλαδικό χώρο κατά το Μεσοπόλεμο (Τ. Βερβενιώτη, Η γυναίκα της Αντίστασης. Η είσοδος των γυναικών στην πολιτική, Αθήνα 1994, σ. 24-28). Συγκεκριμένα στη σ. 24 γράφει: «...οι γυναίκες δουλεύουν σκληρότερα απ' όλους και απολαμβάνουν τα λιγότερα».

p. 100

θητείας ή και σπουδών. Όμως οι λόγοι επιβάρυνσης των γυναικών ήταν επίσης σε μεγάλο βαθμό πολιτισμικοί. Προφορικές μαρτυρίες υποδεικνύουν ότι, όσο το επέτρεπαν οι συνθήκες, οι γυναίκες, ως κατώτερες από τους άνδρες, επιβαρύνονταν κατά πρώτο λόγο με σωματικές εργασίες. Στην πρακτική αυτή ίσως συνέτεινε και το γεγονός ότι η αγροτική οικονομία στο χωριό ήταν οικονομία αυτοκατανάλωσης, δεν συνδεόταν δηλαδή με την αγορά και τη διακίνηση χρήματος.

Όπως λέει ο Θ. Α, εκφράζοντας αποφθεγματικά και αυθόρμητα την καθημερινότητα του παρελθόντος: «Μα οι περισσότερες δουλειές ήταν γυναικείες».77 Για ένα άλλο ορεινό χωριό στα αντερείσματα των Βαρδουσίων, το Ψηλό Χωριό (πρώην Νούτσομπρο), διαβάζουμε χαρακτηριστικά: «Τις περισσότερες δουλειές τις έκαναν οι γυναίκες ... Οι άντρες ούτε φορτώνονταν με την τριχιά, ούτε οι περισσότεροι έσκαβαν συστηματικά...».78 Θα ήταν ενδιαφέρον αν μπορούσαμε να ανιχνεύσουμε κατά πόσον, στην πράξη, και ανεξάρτητα από το κανονιστικό πρότυπο καταμερισμού εργασίας, οι άνδρες απέφευγαν να αναλάβουν γεωργικές εργασίες τις οποίες θα εκτελούσαν σκυμμένοι, επομένως σε μια στάση που υποδηλώνει αφ' εαυτής υποταγή.79 Ιδεοτυπικά οι άντρες όργωναν και έδεναν τα θερισμένα στάχια σε «δεμάτια» και έπειτα σε «φορτώματα»,80 διεκπεραίωναν δηλαδή εργασίες που απαιτούσαν ιδιαίτερη μυϊκή δύναμη ή/και εργασίες με σημασίες συνδηλωτικές της γενετήσιας πράξης (στην περίπτωση του οργώματος) . Στην πράξη όμως πολλές φορές οι εργασίες αυτές

Στο πρωτοποριακό για την εποχή του και πλούσιο σε οξυδερκείς παρατηρήσεις, λαογραφικό έργο του Λουκόπουλου (Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης..., ό.π.), δημιουργείται η εντύπωση ότι σχεδόν αποκλειστικά οι άνδρες, ή, εν πάση περιπτώσει, κατά δεύτερο λόγο οι γυναίκες απασχολούνταν στη γεωργία. Ο συγγραφέας αναφέρεται λ.χ. συνεχώς στο «γεωργό», απηχώντας έτσι το αξίωμα της ανδρικής υπεροχής, το γεγονός του ελέγχου της ακίνητης περιουσίας από τους άνδρες, και το κανονιστικό πρότυπο διαφυλικού καταμερισμού εργασίας, σύμφωνα με το οποίο οι άνδρες συμμετείχαν υποχρεωτικά στις γεωργικές εργασίες, καθώς μάλιστα έφεραν την ευθύνη διεκπεραίωσης τους. Ωστόσο σε ένα άλλο έργο του ο Λουκόπουλος γράφοντας για τη γυναικεία ενδυμασία στην περιοχή της Ναυπακτίας επισημαίνει: «Απ' τη ζώνη της ποδιάς κρεμάει και τη σουγιά της αν τύχη εργατικιά. Και μήπως ποια γυναίκα δεν έχει σχέση με την εργασία σε τούτα τα μέρη, όπου ο άντρας από συνήθειο περνάει τη μέρα του στο καφενείο, ενώ το αδύνατο πλάσμα βρίσκεται απάνω-κατεπάνω στις εξωτερικές δουλειές, απ' το πρωί ως το βράδι σούρουπα;» (Λουκόπουλος, Πώς υφαίνουν και ντύνονται..., ό.π., σ. 112).

77. Συν. με τον Θ. Α., σ. 19.

78. Παπαϊωάννου, Τα Κλειδιά του Ψηλού Χωριού, ό.π., σ. 87.

79. Πβ. για τις αγροτικές κοινωνίες της κεντρικής Ευρώπης: Mitterauer, «Geschlechtsspezifische Arbeitsteilung...», ό.π., σ. 100.

80. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 23' Συν. με τον Γ. Σ. και την Φ. Σ., σ. 14.

81. Και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης το όργωμα αποτελεί κατ' εξοχήν ανδρική εργασία. Τις συνδηλωτικές σημασίες της συγκεκριμένης εργασιακής διαδικασίας, που παραπέμπει στη γενετήσια πράξη, έχει επισημάνει ο Μπουρντιέ (πβ.

p. 101

εκτελούνταν από γυναίκες.82 Δεν είναι επομένως παράδοξο το γεγονός ότι στις συνεντεύξεις με γυναίκες -όχι όμως και με άνδρες- κυριαρχεί ή προβάλλει με ιδιαίτερη ένταση η ανάμνηση της σωματικής κόπωσης που συνόδευε την εργασία στην ύπαιθρο, ήδη από τα πρώτα νεανικά τους χρόνια, κόπωσης μεγεθυσμένης ίσως στη μνήμη μέσα από τη σύγκριση με τις σημερινές συνθήκες ζωής. Παραθέτω ενδεικτικά ένα απόσπασμα από την αφήγηση της Π. Μ. που γεννήθηκε το 1914:

Το φθινόπωρο σκάβαμε, σπέρναμε τα σιτάρια, τ' αμπέλια, τα κήπια, τα καλαμπόκια, κάναμε γυμναστική τότε! Να κόβς ξύλα! Θέλαμε 30, 40 φορτώματα ξύλα, τα κόβαμε με το τσεκούρ' τότε και τα κουβαλάγαμε, θερίζαμε με το δρεπάν', αλωνίζαμε. Η χειρότερη δουλειά ήταν το λίχνισμα. Να κάθεσαι μέσα στ' αλών' με το δικράν' στα χέρια και όποτε φυσήξ' να λιχνίζεις. Δε φύσαγε όλες τις ώρες. Κάθεσαν κι όποτε φυσήξ'. Το στάρ' το βάζαμε στ' αλών', θερισμένο που ήταν και το αλωνίζαμε με τ' άλογα, με τ' άλογα γύρω-γύρω, μισή μέρα, ως τ' απόγευμα να κάθεσαι και να σε τρώει ο ήλιος ... Κινάγαμε τότε στο ποτάμι στ' αμπέλια και τάσκαβαν τότε ο κόσμος τ' αμπέλια και παίρναν μεροκάματο. ...Τυραγνιέταν ο κόσμος πολύ τότε. Τώρα!s3

Οι γεωργικές εργασίες δεν αποτελούσαν αποκλειστικά υπόθεση της οικιακής ομάδας. Όταν υπήρχε ανάγκη για εργατικά χέρια άνδρες, κυρίως όμως, όπως φαίνεται, γυναίκες, εργάζονταν στα κτήματα εύπορων συγχωριανών τους για ένα μεροκάματο.84 Πολύ συχνά οι «εργάτες» αυτοί ήταν νεαρές κοπέλες (συνομιλήτριές μου έκαναν λόγο για «εργάτες» και «αργατιά» σε αντιδιαστολή με όσες χωριανές δεν «πήγαιναν για μεροκάματα»85). Ταυτόχρονα οι ανάγκες για εργατικά χέρια -κυρίως στην περίοδο της συγκομιδής που απαιτεί εντατική εργασία—, καλύπτονταν χάρη στη λειτουργία δικτύων αλληλοβοήθειας βασισμένων στην αρχή της αμοιβαιότητας.86 Οι πληροφορίες που έχουμε για συνεργασία νοικοκυριών προκειμένου να ολοκληρωθεί έγκαιρα μια εργασία ή για

Αντμάν, Βία και πονηριά..., ό.π., σ. 150-151, απ' όπου και η παραπομπή στον Μπουρντιέ).

82. Συν. με τον Θ. Α., σ. 19.

83. Συν. με την Π. Μ., σ. 2.

84. Συν. με την Β. Κ., σ. 5' Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 22.

85. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 4, 17' Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 2.

86. Συν. 2 με την Π. Κ. σ. 2: «Ημείς οι γυναίκες, οι φιλενάδες μ' τώρα δω απέναντι, σήμερα πάμε στς Λέτας το χωράφι να βοηθήσουμε, ναι βοηθιόμασταν, χάναμε εταιρεία». Η Π. Γ. αναφέρει στην αφήγησή της την περίπτωση μιας μοδίστρας του χωριού που αντί για χρήματα ζητούσε από εκείνους στους οποίους έραβε ένα ρούχο, να βοηθήσουν την αδελφή της στα χωράφια (Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 15). Σε μια άλλη οικογένεια ο πατέρας, που ήταν ξυλουργός, «έκανε μερεμέτια» σε ένα σπίτι, και οι θυγατέρες του σπιτιού έρχονταν στα χωράφια του να βοηθήσουν «στο θέρο» (Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 22).

p. 102

εργασία σε κτήματα εύπορων συγχωριανών επ' αμοιβή προέρχονται από γυναίκες και αφορούσαν κατά κύριο λόγο γυναίκες.

Ορισμένες συνομιλήτριες αναφέρθηκαν σαφώς σε μια «εποχή» που άρχισε μετά τα 14-15 τους χρόνια, και στη διάρκεια της οποίας αφενός εργάζονταν στα χωράφια και τα αμπέλια της οικογένειας τους, αφετέρου «πήγαιναν για μεροκάματο» σε ξένα χωράφια. Η Π. Γ., κόρη ενός παντοπώλη και ταβερνιάρη του χωριού, γεννημένη το 1908 θυμάται:

Κι έπειτα, όταν μεγάλωσα, από 15 χρονών που πηγαίναμε μεροκάματο, παίρναμε και το μεροκάματο... Πού; Μέσα στο χωριό εδώ είχε μεροκάματα. Δε μπόραγες εσύ να κάνς τη δουλειά σ' όλ' μοναχή σ', έπαιρνες και γυναίκες, να σκαλίσνε το καλαμπόκ', να το μάσνε το καλαμπόκ', να ξεφλουδίσνε... Μεροκάματο. Τς άντρες που θμήθκα 'γω που ήμαν μικρό κορίτσ' έπαιρναν δυο δραχμές και μιάμιση δραχμή οι γυναίκες.61

Από μικρή, εκείνη συνήθως συνόδευε τη μάνα της στα χωράφια για να τη βοηθήσει:

Από μικρό παιδάκ' πααίναμε με τη μάνα μ' απάν' στο χουράφ', είχαμε χουράφ', είχε κλήματα, σταφύλια, απ' όλα κι είχαμε και κήπου εκεί ... Τ' αγόρια δεν τα βάνανε στη σειρά να πάνε να σκάβουνε. Μάλλον το κορίτσ' πάαινε... Τ' αγόρια ήταν κάτ' στου μαγαζί και στο καφενείου, νά εκεί ήταν τ' αγόρια, δεν παρα..., κι αν σκάρζαν καμιά γίδα, ο μικρός ο γιος ο Χαράλαμπος, απ' σ' λέω, τς γίδες σκάρζε κι έρχεταν το βράδ'.88

Αν και στη συγκεκριμένη οικογένεια τα αγόρια δε φοίτησαν στο Γυμνάσιο, υποθέτω ότι τα κορίτσια επιβαρύνονταν ιδιαίτερα με αγροτικές εργασίες προπάντων σε οικογένειες, στις οποίες τα αγόρια ολοκλήρωναν ή τουλάχιστον προσπαθούσαν να ολοκληρώσουν, τη σχολική τους εκπαίδευση. Βέβαια οι μαθητές του Γυμνασίου και οι σπουδαστές γενικότερα περνούσαν συχνά τα καλοκαίρια τους στο χωριό. Γιατί στις αφηγήσεις τους οι αλλοτινοί σπουδαστές δεν ανακαλούν έντονα τη συμμετοχή τους στο θέρο ή τον τρύγο; Μήπως οι χειρωνακτικές εργασίες αποτελούσαν στην κυρίαρχη νοοτροπία πλήγμα για το κύρος των νεαρών αυτών χωριανών, μέσα από τη μόρφωση και την επαγγελματική

87. Συν. με την Π. Γ., σ. 29' επίσης Συν. με την Γ. Α., σ. 1. Σύμφωνα με το υλικό του Μπακαρέζου γύρω στο 1930 το μεροκάματο των γυναικών ανερχόταν στις 20 δρχ., ενώ των ανδρών ήταν τριπλάσιο (60 δρχ.). Η διαφορά αντανακλά τη διάκριση εις βάρος των γυναικών αλλά είναι υπερβολική, μεγενθυμένη από κάποιον πληροφορητή (το 1940 στην πεδιάδα του Μόρνου η αμοιβή των γυναικών ανερχόταν στο 70% της αμοιβής των ανδρών: (Διαμαντόπουλος, Η πεδιάς του Μόρνου..., ό.π., σ. 26). Ο Διαμαντόπουλος δεν προσδιορίζει σε ποιες γεωργικές εργασίες αφορούσαν οι αμοιβές" σύμφωνα με τα στοιχεία του το ημερομίσθιο των γυναικών ανερχόταν σε 35 δρχ. ενώ των ανδρών σε 50 «μετά φαγητού»).

88. Συν. με την Π. Γ., σ. 21.

p. 103

αποκατάσταση των οποίων μια οικογένεια επεδίωκε την κοινωνική της άνοδο — στην ουσία την αστικοποίησή της ή μάλλον την μικρο-αστικοποίησή της;

4. Μακριά από το χωριό

Στη μελέτη που εξέδωσε το 1931 για την ελληνική αγροτική οικονομία και κοινωνία του Μεσοπολέμου ο Κ. Καραβίδας στηλιτεύει τη «συστηματική υπερπαραγωγή εργατικών χεριών... ιδίως εις τα ορεινά», όπου οι χωρικοί «πιεζόμενοι από αμέσους και σκληράς ανάγκας» αφού «έκαμαν ληστρικήν εκμετάλλευσιν του εδάφους για μερικά καντάρια στάρι... εξαπέλυσαν» τα παιδιά τους «έξω της οικογενείας ή του χωρίου προς ανεύρεσιν εργασίας, εξ ης επέτυχαν εις βραχύ ή μακρόν διάστημα σημαντικούς προσθέτους πόρους».89 Ο Καραβίδας δε μας δίνει όμως συγκεκριμένες πληροφορίες για τη γεωγραφική και κοινωνική προέλευση των παιδιών αυτών, ούτε παραθέτει συγκεκριμένα παραδείγματα.

Απ' όσο γνωρίζω δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των παιδιών που μετανάστευσαν από ορεινά χωριά της Δωρίδας σε αστικά κέντρα στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Σύμφωνα με μια αξιόπιστη προφορική μαρτυρία το φαινόμενο ήταν συχνό στο Σουρούστι (σημ. Κερασιά), που βρίσκεται σχετικά κοντά στο Κροκύλειο.90 Η Μ. Λουκοπούλου-Παττίχη γράφει ότι στην Κωστάριτσα (σημ. Διχώρι), ένα άλλο χωριό της ορεινής Δωρίδας γειτονικό με το Σουρούστι, μικρά αγόρια 7-10 ετών μετανάστευαν στα αστικά κέντρα, κυρίως στην Αθήνα, για να εργαστούν ως μπακαλόπαιδα, σερβιτόροι, γαλατάδες κ.λπ.91 Από το υλικό μου δεν προκύπτει όμως ότι παιδιά από το Κροκύλειο μετανάστευαν συστηματικά σε αστικά κέντρα για να εργαστούν και να βοηθήσουν οικονομικά την οικογένεια στο χωριό. Διερωτώμαι μήπως, σε περίπτωση που όντως είχαν έτσι τα πράγματα, αυτό οφειλόταν στο χαμηλότερο υψόμετρο (περίπου 850 μ.), το συγκριτικά ήπιο κλίμα και τη λειτουργία του χωριού ως διοικητικού κέντρου στην ευρύτερη περιοχή, οπότε οι οικονομικές ανάγκες των οικογενειών ήταν συγκριτικά λιγότερο επιτακτικές; Ας σημειωθεί ότι τόσο η Κερασιά όσο και το Διχώρι βρίσκονται σε πολύ μεγάλο υψόμετρο -1340 και 1150 μ. αντίστοιχα.

Στο υλικό μου απαντούν πάντως δύο περιπτώσεις παιδιών τα οποία οι γονείς τους έστειλαν στην Αθήνα για να εργαστούν: O A. Μ., ορφανός από πατέρα, έφυγε σε ηλικία περίπου 12 ετών για την Αθήνα, όπου μπήκε στη δούλεψη των θείων του που είχαν ταβέρνα' δε φαίνεται να έστελνε χρήματα στην οικογένειά του στο χωριό. Η Γ. Σ. εργάστηκε ως υπηρέτρια στην Αθήνα από τα 10 της χρόνια. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί ενός πολύτεκνου κτηνοτρόφου και

89. Καραβίδας, Αγροτικά, ό.π., σ. 462, 463.

90. Συν. με τον Η. Χ. και τον Κ. Χ., σ. 6.

91. Λουκοπούλου-Παττίχη, Επιστροφή, ό.π., σ. 148, 276.

p. 104

ορφανή από μητέρα. Φαίνεται ότι με την εργασία της εξασφάλιζε απλώς την επιβίωση της. Παρόμοια μοίρα είχαν τρία αδέλφια της: Δυο αδελφές της, στα 11-12 χρόνια τους άρχισαν να εργάζονται στο Αίγιο και στην Άμφισσα ως υπηρέτριες, ένας αδελφός της στο Ευπάλιο. Στη μνήμη των δύο συνομιλητών τα γεγονότα έχουν εγγραφεί ως μια απόκλιση από το συνηθισμένο. Λένε ανοιχτά ότι εκείνοι, σε αντίθεση με άλλους, έπρεπε να φύγουν επειδή η οικογένειά τους αντιμετώπιζε έντονα οικονομικά προβλήματα. Η συνείδηση ότι η πορεία τους διαφέρει από εκείνη άλλων, πιο ευνοημένων, χωριανών διέπει τις αφηγήσεις, μια συνείδηση που άρχισε να συγκροτείται από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής τους .

Η Γ. Σ. δε θυμόταν «να στέλναν άλλα παιδιά (μακριά από το χωριό για να εργαστούν). Αλλά ο πατέρας μ' ήταν φτωχός και μας έστελνε...».92 Προφανώς τα παιδιά που μετανάστευαν προέρχονταν, κατά κανόνα, από φτωχές οικογένειες του χωριού, οι οποίες βρίσκονταν αντιμέτωπες με αρνητικές συγκυρίες.

Οι απαντήσεις στο ερώτημα, κατά πόσον οι χωριανοί έστελναν τα παιδιά τους σε μικρή ηλικία (περίπου πριν από τα 15 τους χρόνια) στις πόλεις και ειδικότερα στην Αθήνα για να εργαστούν, έχουν αόριστο, συνοπτικό χαρακτήρα και δημιουργούν την εντύπωση ότι σε ελάχιστες περιπτώσεις επιλέγονταν τέτοιες πρακτικές. Σύμφωνα με την Α. Σ., που γεννήθηκε το 1922: «Όταν είχαν πολλά κορίτσια... Τα κορίτσια τα στέλναν υπηρέτριες... Σε κάνα γαλατάδικο τα στέλναν, σε κάνα αυτό να πλένε πιάτα...». Η Π. Κ., από εύπορη οικογένεια του χωριού, θυμάται πως η μητέρα της συμβούλευε την ίδια και τα αδέλφια της, να μην στείλουν σε καμιά περίπτωση «υπηρέτριες» τα παιδιά τους.93 Και μια άλλη συνομιλήτρια, της οποίας η αφήγηση διακρίνεται για την ειλικρίνεια, τον αυθορμητισμό και τη στοχαστικότητα, υποστήριξε σταθερά, παρά τις αλλεπάλληλες επίμονες ερωτήσεις μου, ότι παιδιά κάτω από δεκαπέντε χρονών σπάνια μετανάστευαν μόνα στις πόλεις:

Σπάνια να πάνι μκρά παιδιά ... Όχ' για να πάνι μκρά παιδιά για δουλειές, σπάνια. Δεν ήταν βγαλμένα έξω απ' τη ζωή, να ειπείς είνι κάπως... Μπουρεί, απ' τάλλα χουριά, μπορεί. Ενώ τα δκά μας τα πιδιά ήταν ανέβγαλτα πιδιά... Έπτα μεγάλωσαν τα πιδιά και φύγαν... δεκαπέντε, είκουσι χρουνών... είκουσι χρουνών, εικουσιπέντε χρουνών. Ήταν τρία αδέρφια... και πήγαν υπηρέτες. Ου Τ. σκούπζε σκάλες... Μκρά παιδιά δεν πάαιναν. Και πού τώρα, εσύ τώρα έπαιρνες ένα παιδάκ' μικρό, τι θα τόκανες; ... Ήταν στν Αθήνα και χουριανοί μας από δω... Ναι, παραδέ στο Παγκράτ'.94

92. Συν. 2 με την Γ. Σ., σ. 1.

93. Συν. 2 με την Α. Σ., σ. 2' Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 7.

94. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 12.

p. 105

Πάντως στη μελέτη του για την παιδική εργασία ο Μιχ. Ρηγίνος δεν αναφέρεται σε παιδιά που μετανάστευαν στα αστικά κέντρα από ορεινά χωριά της Ρούμελης' συγκεκριμένα γράφει ότι «ο βασικός τροφοδότης των πόλεων σε παιδιά ήταν κυρίως τα νησιά και οι ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου» και η ανάλυση του υλικού του υποδεικνύει το ίδιο.95 Μάλιστα, σε μια γενικού χαρακτήρα μελέτη για τα φτωχά στρώματα των πόλεων στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, απαντούν δύο περιπτώσεις παιδιών (αγοριών) που σε ηλικία 9 και 12 ετών μετανάστευσαν στην Αθήνα, το ένα από την Αμοργό και το άλλο από ένα χωριό της Πελοποννήσου.96

5. Αγώγια

Τα αγώγια δεν αποτελούσαν παιδική εργασία με την κλασική έννοια του όρου, αλλά ήταν μια εργασία που χωριανοί και χωριανές αναλάμβαναν από πολύ νεαρή ηλικία, από τα 14-15 χρόνια τους: «Έκαναν αγώγια» με τα μουλάρια, μεταφέροντας προϊόντα από την Άμφισσα ή το Λιδωρίκι στο Κροκύλιο. Κατά κανόνα μετέφεραν προμήθειες για τα παντοπωλεία και τα καφενεία του χωριού, για ορισμένες οικογένειες ή την ίδια την οικογένειά τους" ακόμη μετέφεραν από το χωριό τρόφιμα για τα παιδιά -άλλων ή τα δικά τους- που φοιτούσαν στο γυμνάσιο, στην Άμφισσα ή στο Λιδωρίκι. Το αγώγι δεν ήταν απλή υπόθεση' έκρυβε κινδύνους και απαιτούσε ψυχραιμία και ετοιμότητα, ιδιαίτερα όταν ξεχείλιζαν τα ρέματα ή το ποτάμι του Μόρνου" τότε άνθρωποι και μουλάρια διάβαιναν τον ποταμό με μεγάλη δυσκολία διακινδυνεύοντας τη ζωή τους.97

Φαίνεται ότι, με εξαίρεση ορισμένους άνδρες που ήταν κατ' επάγγελμα αγωγιάτες (στην πραγματικότητα αγωγιάτες ήταν και οι ταχυδρομικοί διανομείς)98, αναλάμβαναν δηλαδή συστηματικά τις μεταφορές προϊόντων στο χωριό, κατά προτίμηση γυναίκες επιβαρύνονταν με αγώγια.99

95. Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας, ό.π., σ. 27-30.

96. Π. Πιζάνιας, Οι φτωχοί των πόλεων. Η τεχνογνωσία της επιβίωσης στην Ελλάδα το μεσοπόλεμο, Αθήνα 1993, σ. 73, 115 (αυτοβιογραφικά κείμενα).

97. Συν. με την Γ. Α., σ. 4.

98. Τη διανομή αναλάμβανε για ορισμένο χρονικό διάστημα -ο πληροφορητής μου έκανε λόγο για ένα έως τρία χρόνια- μια ομάδα από 3-4 άτομα μετά από δημοπρασία: «Μια παρέα εμείς οι τρεις, άλλ' παρέα εμείς οι τρεις. Και το χτυπάγαν, ας πούμε, τζάμπα το ταχυδρομείο για να παίρνουνε τ' αγώι... Μια μέρα εσύ, μια εγώ, μια εγώ, και είχαν πάντα αγώι... Εβδομήντα δραχμές το αγώι...» (Συν. με τον Γ. P., σ. 7).

99. «Κι άρπαξα το μλάρ και πάαινα στο Λιδωρίχ' αγώια... Και γυναίκες κι άντρες πάαιναν με τα μλάρια και πάαιναν να φέρουν τα εμπορεύματα τα δκά σ' ...Ωρέ, οι γυναίκες πάαιναν! Ποιοι άντρες; Ήταν τεμπέλδες, μωρέ, μερικοί άντρες, ήταν τεμπέλδες, ποιοι άντρες;» (Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 3).

p. 106

Β' Κατανάλωση: Διατροφή

Η διατροφή των ανθρώπων εξαρτάται από διάφορους παράγοντες: από το χώρο στον οποίο ζουν, από τις οικονομικές τους δυνατότητες, από θρησκευτικούς κανόνες και, ενδεχομένως, από βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες που σχετίζονται με το φύλο, την ηλικία, τη θέση στο εσωτερικό της οικιακής ομάδας και ευρύτερα της κοινότητας. Και βέβαια το είδος, η ποσότητα, η ποιότητα του φαγητού, αλλά και ο χώρος, ο χρόνος, ο τρόπος κατανάλωσής του, προσδιορίζουν και επηρεάζουν ως ένα βαθμό τις σχέσεις των μελών της οικογένειας, ενισχύουν ή διαβρώνουν νοοτροπίες και κοινωνικές δομές.

Τον πρώτο χρόνο της ζωής τους, πολλές φορές και για μεγαλύτερο διάστημα, τα παιδιά θήλαζαν' αποκαλούνταν μάλιστα «βζασταρούδια», επωνυμία που δείχνει ότι η διακοπή του θηλασμού δήλωνε, για την κοινωνία που εξετάζουμε, την εισαγωγή σε μια νέα φάση της παιδικής ηλικίας. Στο Κροκύλειο, όπως γενικότερα στον ελλαδικό και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο, οι μητέρες θήλαζαν τα παιδιά'100 μέσω της στενής, οργανικής σωματικής επαφής η διαδικασία του θηλασμού πρέπει να ενίσχυε την ανάπτυξη συναισθηματικών δεσμών ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί,101 δεσμών οι οποίοι θα ευνοούνταν λιγότερο σε άλλες εποχές, κοινωνίες και κοινωνικά στρώματα (λ.χ. στους ευρωπαίους ευγενείς του Μεσαίωνα ή στους γάλλους τεχνίτες των πόλεων κατά τους πρώιμους Νέους Χρόνους), όπου, για διάφορους κοινωνικο-οικονομικούς λόγους, τα παιδιά δεν τα θήλαζε η βιολογική μητέρα.102

100. Για τη σημασία του θηλασμού στο πλαίσιο της βαλκανικής λαϊκής κουλτούρας βλ. Ε. Αλεξάκης, «Γυναίκες, Γάλα, Συγγένεια: Κοινά παλαιοβαλκανικά στοιχεία στο λαϊκό πολιτισμό των Βαλκανικών Λαών», Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας 28 (1997-1998), 43-67.

Μόνο «αν δεν είχι γάλα η μάνα, 'ρχόταν άλλ' γναίκα και το βζόπιανι» (Αρχείο Λαογραφικού Σπουδαστηρίου, Χειρόγραφο 2227: Μαρτυρία Ελένης Αρμάου του Πτολεμαίου, 95 ετών, από το Κροκύλειο, 1974/75, σ. 66).

101. Η σύγχρονη Ψυχολογία δέχεται γενικά ότι ο θηλασμός του παιδιού από τη μητέρα ενισχύει τους μεταξύ τους συναισθηματικούς δεσμούς: Κ.Α. Alt, «Die Übersterblichkeit der Säuglinge und Kleinkinder in der frühen Neuzeit-Unberechenbares Schicksal oder menschliches Versagen?», στο K.W. Alt, A. Kemkes-Grottenthaler (επιμ.), Kinderwelten. Anthropologie-Geschichte-Kulturvergleich, Κολωνία-Βαϊμάρη-Βιέννη 2002, σ. 223245, κυρίως σ. 226, 227.

102. Βλ. Sh. Shahar, Kindheit im Mittelalter (μτφ. από τα εβραϊκά Barbara Brumm), Αμβούργο 1993, σ. 67-91' E. Le Roy Ladurie, «Ένα φαινόμενο βιο-κοινωνικό και πολιτισμικό: Ο θηλασμός επί πληρωμή στη Γαλλία τον 18ο αιώνα», μετάφραση Μ. Σπηλιωτοπούλου, στο Α. Ματθαίου (επιμ.), Ιστορία της Διατροφής. Προσεγγίσεις της σύγχρονης ιστοριογραφίας, (Θεωρία και Μελέτες Ιστορίας, 17 / Ε.Μ.Ν.Ε. - περ. Μνήμων), Αθήνα 1998, σ. 63-74.

p. 107

Φαίνεται, πάντως, πως οι συνθήκες ζωής υποχρέωναν συχνά τις μητέρες να θηλάζουν τα παιδιά τους χωρίς να τηρούν βασικούς κανόνες υγιεινής. Μια συνομιλήτρια αφηγήθηκε πως, γύρω στα 1935, θήλασε την άρρωστη βαφηστήρα της, προσπαθώντας να της σώσει τη ζωή: «Και παίρνω ένα πατσαβούρ', πού σφουγγάρ; ένα πατσαβούρ', καθαρό όμως, και φκιάνω μια σαπουνάδα και ξεθηλυκώνομαι, να με συγχωρείς, και πλένομαι όλ' μέχρ εδώ κάτ'. Πλύθκα δω, σκουπίσκα, έκαμα τα στήθια μ' καθρέφτ', να μην πάθ' το παιδί». Όταν όμως στη συνέχεια τη ρώτησα αν οι γυναίκες λάμβαναν τακτικά τέτοια μέτρα πριν θηλάσουν, απάντησε: «Ωρέ, πού να πλυθείς στο χωράφ' πέρα, πού να πλυθείς; Απ' το ίδιο το στήθος, όπως ήσαν, ιδρωμέν', κουρασμέν', αυτήνο, τάιζες κι το πιδί. Ναι. Πλένεσαν στο χωράφ'; Πού να πλυθείς;».103

Από την άλλη πλευρά η επαφή με αστικά ή ημι-αστικά κέντρα καθώς και με αστικοποιημένους πλέον χωριανούς πρέπει να είχε εισαγάγει νέες, σύγχρονες πρακτικές στη διατροφή των βρεφών, τουλάχιστον μετά το 1930. Από την πλούσια αφήγηση της ίδιας χωριανής γνωρίζουμε ότι τη δεκαετία του 1930 τα βρέφη τρέφονταν ή είχαν αρχίσει να τρέφονται συμπληρωματικά με εισαγόμενο συμπυκνωμένο γάλα ή γάλα σε σκόνη, τροφές που, σε αντίθεση με το νωπό γάλα, μπορούσαν να συντηρηθούν χωρίς να υποστούν αλλοιώσεις για μεγάλα χρονικά διαστήματα:

«Εγώ τα παιδιά μ'», λέω, «τα ταΐζω Νεστλέ». — «Τί Νεστλέ είν' αυτό», λέει; - «Κι εγώ δεν το ξέρω κουμπάρε», λέω, να... Γιατ' άμα έφκιασα το δάσκαλο (όταν γέννησε το γιο της που αργότερα έγινε δάσκαλος) ο άντρας μ' τάειχε καλά με το γιατρό το Καντά, και τούειπε: «τι το ταΐζς το πιδί άμα δεν έχει γάλα πολύ η γυναίκα σ'»; Λέει: «γάλα». - «Τί γάλα»; «Γάλα Νουνού», λέει. - «Όχ'», λέει, «τα παιδιά τα μκρά να μην τα ταΐζτε» λέει, «να τα ταΐζτε, γάλα Νεστλέ», λέει, «εκείνο κάν' για τα παιδιά. Το γάλα Νεστλέ σκόν' είναι».10*

Γνωρίζουμε ότι το γαλακτούχο άλευρο της ελβετικής εταιρείας «Νεστλέ» στόχευε και συντέλεσε στην καταπολέμηση της βρεφικής θνησιμότητας στην Ευρώπη, συμπληρώνοντας ή υποκαθιστώντας με επιτυχία το μητρικό γάλα.105 Από τους 29 θανάτους βρεφών που καταγράφονται στο σχετικό βιβλίο της κοι-

103. Συν. με την Π. Γ., σ. 37.

104. Ό.π. Το 1899 είχε κάνει για πρώτη φορά την εμφάνιση του στην πρωτεύουσα το πρωτοποριακό «γαλακτούχο άλευρο» για βρέφη της ελβετικής εταιρείας Νεστλέ (Α. Αγγελοπούλου, Σ. Λουμίδη, Nestlé 100 χρόνια στην Ελλάδα. Εντελής τροφή διά τα μικράν ηλικίαν έχοντα παιδία..., Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 2001, σ. 35). Πριν από το 1940 γενικοί αντιπρόσωποι της εταιρείας αλλά και έμποροι, οι οποίοι βάσει ειδικών συμφωνιών μπορούσαν να διακινούν τα προϊόντα της Νεστλέ, έδρευαν σε κοντινές στο Κροκύλειο επαρχιακές πόλεις, όπως η Ιτέα και η Άμφισσα (Ό.π., σ. 49, 63).

105. Ό.π., σ. 18-21, σ. 38, 39.

p. 108

κοινότητας Κροκυλείου μεταξύ 1932 και 1937, 4 αποδίδονται σε «εντερίτιδα» ή «εντεροκολίτιδα»,106 που πιθανόν οφειλόταν στην αναγκαστική συμπλήρωση ή υποκατάσταση του μητρικού γάλακτος με γάλα ακατάλληλο για το πεπτικό σύστημα των βρεφών, όπως το γάλα της γίδας ή του προβάτου.

Αμέσως μετά τη διακοπή του θηλασμού, ή και παράλληλα προς το θηλασμό, αν διαρκούσε πάνω από ένα χρόνο, τα παιδιά τρέφονταν με σχετικά εύπεπτες τροφές, με ζωικό γάλα, γιαούρτι, ζωμούς' σταδιακά η διατροφή τους εντασσόταν στο πλαίσιο της διατροφής των ενηλίκων. Το διαιτολόγιο των χωριανών περιλάμβανε κυρίως ή αποκλειστικά (ανάλογα με την οικονομική τους δυνατότητα) καλαμποκίσιο ψωμί (μπομπότα), γάλα, αυγά, τραχανά, όσπρια, πράσα, καμπρολάχανα και πίτες διαφόρων ειδών. Σπανιότερα, και προπάντων οι σχετικά εύπορες οικογένειες, έτρωγαν τυρί, κρέας (από κότα, χοιρινό, αιγοπρόβατα), πατάτες (τις οποίες προμηθεύονταν κατά κανόνα από την Κερασιά, το «πατατοχώρι» της περιοχής), ζυμαρικά, ρύζι, ξηρό μπακαλιάρο. Ζυμαρικά, ρύζι, ξηρό μπακαλιάρο αγόραζαν από τα παντοπωλεία, με τυρί και κρέας προμήθευαν το χωριό οι κτηνοτρόφοι. Έπιναν επίσης κρασί και έναν υποτυπώδη «καφέ» (στην πραγματικότητα ρόφημα καφέ χρώματος από αλεσμένα και καβουρδισμένα δημητριακά), ενώ χρησιμοποιούσαν ως γλυκαντική ουσία το πετιμέζι" ελάχιστοι είχαν τη δυνατότητα να προμηθεύονται ορισμένες φορές ζάχαρη. Εκτός από τον ξηρό μπακαλιάρο που θεωρείτο ούτως ή άλλως «το ψάρι του φτωχού», ορισμένες -ελάχιστες- φορές κατανάλωναν ψάρια τα οποία ψάρευαν στο ποτάμι ή αγόραζαν από τα παράλια. Φαίνεται ότι τα παιδιά αποκλείονταν (τουλάχιστον θεωρητικά) από την κατανάλωση καφέ ή κρασιού, προφανώς γιατί θεωρούνταν είδη πολυτελείας, που δεν ικανοποιούσαν το αίσθημα της πείνας: Ο καφές ήταν σπάνιος και ακριβός' το κρασί, ποτό οινοπνευματώδες που απελευθέρωνε τα συναισθήματα, κάτι το οποίο ίσως ήταν αντίθετο με την εκμάθηση της πειθαρχίας εκ μέρους των παιδιών.107

Οι νηστείες τηρούνταν ευλαβικά από τους χωριανούς, καθώς αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος και εκδήλωση της θρησκευτικής πίστης τους.108 Τα παιδιά νήστευαν επίσης, προπάντων την περίοδο της Σαρακοστής (τουλάχιστον την

106. Βιβλίον Ληξιαρχικών Πράξεων Κοινότητος Κροκυλείου, Θανάτων, τ. Α', 1.1.1932 έως 31.12.1939 (οι σχετικές περιπτώσεις απαντούν στα έτη 1932, 1936, 1937, 1939).

107. Πβ. όσα γράφει ο Παπαταξιάρχης για την έκφραση των συναισθημάτων και την επίτευξη του κεφιού μέσω της ρακοποσίας και γενικότερα του ανδρικού συμποσιασμού: Ε. Παπαταξιάρχης, «Ο κόσμος του καφενείου. Ταυτότητα και ανταλλαγή στον ανδρικό συμποσιασμό», στο Ε. Παπαταξιάρχης-Θ. Παραδέλλης (επιμ.), Ταυτότητες και Φύλο στη Σύγχρονη Ελλάδα. Ανθρωπολογικές Προσεγγίσεις, Αθήνα 1992, σ. 209-242, κυρίως σ. 236, 237.

108. Πβ. Λουκόπουλος, Ποιμενικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 9, 10' για τη σημασία που απέδιδαν στη νηστεία οι τσοπάνηδες της Ρούμελης.

p. 109

Καθαρή Δευτέρα και στη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας) και το Δεκαπενταύγουστο, κι αυτό σημαίνει ότι το λιγότερο ένα μήνα το χρόνο το διαιτολόγιο τους ήταν πολύ λιτό, τουλάχιστον για τα σημερινά δεδομένα. Συνειδητά ή ασυνείδητα η τροφή πρέπει να αποκτούσε μια συμβολική, θρησκευτική διάσταση για τα παιδιά: η διατροφή τους υποτασσόταν σε κανόνες που δεν επιδέχονταν αμφισβήτηση αφού εξέφραζαν τη βούληση του παντοδύναμου Θεού.

Αυτή είναι μια πολύ γενική εικόνα της διατροφής και των διατροφικών πρακτικών. Όλοι οι συνομιλητές βιώνουν το χάσμα ανάμεσα στη σημερινή εποχή της αφθονίας και στο παρελθόν, όταν οι χωριανοί εξασφάλιζαν κατά μεγάλο μέρος την τροφή τους με την προσωπική τους εργασία και όταν οι γυναίκες ανάλωναν πολύ χρόνο στο ζύμωμα του ψωμιού και στην παρασκευή απλών φαγητών/Ολοι οι συνομιλητές βιώνουν το χάσμα ανάμεσα στα σημερινά παιδιά της αφθονίας και τους εαυτούς τους ως παιδιά, σε μια κοινωνία όπου η ποικιλία και η ποσότητα των τροφίμων ήταν περιορισμένες. Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι καθόλα αντιπροσωπευτικά και προέρχονται από ανθρώπους που μεγάλωσαν σε πολύ διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα του χωριού:

Δεκαπέντε χρονώ τα παιδιά, τι ήταν, μωρέ, τότε; Σα φυματικά ήταν. Σπάνια νάταν κάνα γερό. Όλα τ' άλλα ήταν χαντακωμένα, δηλαδή νηστικά παιδιά, κακοζωισμένα... Τώρα καλοπερνάνε. Δεν τρώει, λέν', το παιδί τώρα. Έμ, τί να φάει; Απ' το πρωί που ξυπνάει μέχρι τώρα (το βράδι) μασουλάει... - Καμιά φορά λέμε με την αδερφή μου την Πηνελόπη, τώρα εδώ: Τόσα άτομα, λέει, τι μας τάιζε η μάνα μας; Γιατί εδώ φκιάνουν φαγητό και το βράδι δεν έχουν να φάνε. Τόσα πιάτα που έβγαζε. Ήταν δεκαπέντε πιάτα!109

Παρ' όλο πάντως που «έβρεχε φτώχεια» και οι χωριανοί «με τα χέρια τς πολέμαγαν να βγάλουν τι θα βγάλουν»110 από τη γη τους, η οικονομία της αυτοκατανάλωσης αποτελούσε ως ένα βαθμό δικλείδα ασφαλείας για τους ορεινούς πληθυσμούς. Αυτή τη λειτουργία της οικονομίας αυτοκατανάλωσης ως δικλείδας ασφαλείας απηχούν και οι απόψεις της Π. Λ.: «Κοίταξε να δεις. Η φτώχεια ήταν στα ρούχα, στα παπούτσια, σταυτό' τώρα στο ζήτημα του φαγητού, επειδή είν' αγροτική περιοχή και είχανε γίδες, κότες, ξέρω 'γω, ένα γουρούν' το χρόνο θρέφανε, μεγάλη πείνα δεν υπήρχε».111

Όμως, όπως έχουμε δει, η παραγωγή δεν κάλυπτε πλήρως τις διατροφικές ανάγκες του πληθυσμού, ο οποίος κατά συνέπεια εξαρτιόταν, ως ένα βαθμό, από την τοπική και περιφερειακή αγορά. Αναπόφευκτα, το 1917, όταν, λόγω του συμμαχικού αποκλεισμού και της επακόλουθης αισχροκέρδειας, τα ποσο-

109. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 5' Συν. με την Β. Κ., σ. 3.

110. Συν. με την Α. Π., σ. 6.

111. Συν. με την Π. Λ., σ. 5.

p. 110

ποσοστά θνησιμότητας στην Αθήνα διπλασιάστηκαν και σε ορισμένες περιοχές της Πελοποννήσου οι χωρικοί επιβίωναν τρώγοντας σταφίδα,112 ο λιμός έκανε την εμφάνισή του και στο χωριό. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία συνομιλητές θυμούνται τον αγώνα για επιβίωση, την αγωνία των γονιών να σώσουν τα παιδιά τους που λιμοκτονούσαν και το πώς λειτούργησαν τότε τα δίκτυα αλληλεγγυότητας στο χωριό:

Το '17. Πείνα, πείνα στο χωριό. Άμα έσωσε τα εισοδήματα ο πόλεμος πάντως ήρθε πείνα, και θμώμαι ο πατέρας μ' πήε στ Αλεποχώρ' και στα άλλα τα χωριά, σ' όποια χωριά με μλάρ', φόρτωσε τα ντεπόζτα λάδ' και άλλαξε και πήε κι έδωκε λάδ' και πήρε καλαμπόκ'. Πόσο λάδ' έδωκε και πόσο καλαμπόκ' πήρε και στάρ' δεν ξέρω... Εμείς δεν πεινάσαμε, γιατί ο πατέρας μ', σ' λέω, άλλαξε λάδ' με καλαμπόκ' και με σιτάρ'. Πείναγαν ο κόσμος δω απάν'. Tv έλεγαν μία Μάχου ...Η μάνα τς ήρθε στο δκό μας το σπίτ και τς είπε τς μάνας μ': «βρε Κώσταινα», Κώσταινα τν έλεγαν, «βάλε μ', μωρέ Κώσταινα», λέει, «μπα κι έχς λιγάκ' ψωμί να μας δώσεις, θα πεθάνουν τα παιδιά μ'». Και τράβξε η μάνα μ', είχε τέσσερα καρβέλια στη γάστρα, όχ' στο φούρνο, στη γάστρα, ξέρς ποια λένε γάστρα; Και τράβξε και τς δίνει ένα ψημένο καρβέλ'. «Κάτσε, μωρέ», λέει, «δεν ψήθκαν», λέει, «να σ' δώκω ένα καρβέλ'». «Μωρέ, δώσε με», λέει, «θα πεθάνουν τα παιδιά μ'», και τσόδωκε ένα καρβέλ' θμάμαι η μάνα μ' και καμιά βολά τσόδωνε από κάνα καρβέλ' ψωμί.'113

Οπωσδήποτε το διαιτολόγιο των παιδιών διαφοροποιούνταν ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες κάθε οικογένειας: Στις οικογένειες των τσοπάνηδων τα παιδιά τρέφονταν με περισσότερα γαλακτοκομικά προϊόντα από ό,τι σε άλλες" όσοι διέθεταν ρευστό και μπορούσαν να αγοράσουν κρέας από το χασάπη, κατανάλωναν κρέας πιο τακτικά από άλλους' όταν οι οικογένειες μπορούσαν να διαθέσουν ορισμένα χρήματα αγόραζαν από τα μπακάλικα του χωριού για τα παιδιά τους συμπυκνωμένο γάλα σε κουτιά, τους μήνες κατά τους οποίους οι οικόσιτες γίδες δεν είχαν γάλα.114

Όσοι προέρχονται από λιγότερο ή περισσότερο προνομιούχες οικογένειες διαχωρίζουν στις αφηγήσεις τους τα βιώματά τους από τα βιώματα των άλλων — των περισσότερων χωριανών. Ίσως λοιπόν οι μικρές αλλά ουσιαστικές διαφορές στις συνθήκες διαβίωσης δημιουργούσαν ήδη από τα παιδικά χρόνια, τα ψήγματα μιας ρευστής κοινωνικής συνείδησης που διαπιστώνει κανείς και στις νεότερες γενιές των «Αθηναίων», της συνείδησης ότι ανήκε κανείς σε ανώ-

112. Mazower, Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση, ό.π., σ. 70.

113. Συν. με την Π. Γ., σ. 34' επίσης, Συν. με τον Α. Μ., σ. 6' Συν. με τον Λ. Γ. και την Α. Γ., σ. 5, 6.

114. Συν. με τον Μ. Μ., σ. 6' Συν. με την Κ. Σ., σ. 11' Συν. με τον Χ. T., σ. 6.

p. 111

ανώτερο ή κατώτερο κοινωνικό περιβάλλον του χωριού. Ας δούμε δύο παραδείγματα που αφορούν σε μια σχετικά προνομιούχο και μια σαφώς εύπορη οικογένεια του χωριού:

Η Π. Γ. ήταν κόρη ενός παντοπώλη, ο οποίος διατηρούσε συγχρόνως οινομαγειρείο στο χώρο του παντοπωλείου. Σε σύγκριση με άλλους, η ίδια και τα αδέλφια της, την εποχή που πήγαιναν σχολείο, γευμάτιζαν στην ταβέρνα του πατέρα τους στο κέντρο του χωριού (περίπου ανάμεσα στο 1914 και το 1918) :

Και πολλές φορές εμείς τα παιδιά απ' το σχουλείο ερχόμασταν κατευθείαν στουν πατέρα μ'. Βρίσκαμι φαΐ, είχε μια τραπεζαρία μπροστά, κει που είναι του παράθυρου τ' επάν' κι είχε κι έναν καναπέ ου πατέρας μου, μας έβαζε και τρώγαμε και διαβάζαμε... είχαν φτώχεια ο κόσμος. Άμα έρχονταν απ' το χωράφ' θα πάαιναν στον κήπο να κόψουν πράσα και λάχνα να βράσνε ή τραχανά ή τριφτάδια. Πίτες, τραχανόπιτες. Έφκιαναν και πίτα. Με κολοκύθια έφκιαναν, με λάχανα έφκιαναν. ... Ημείς οι παρεδραίοι (παρατσούκλι λόγω του παππού της, που διετέλεσε «πάρεδρος», δηλαδή πρόεδρος του χωριού) ερχόμασταν χορτάτ' απ' το μαγαζί, αλλά έφκιανε κι η μάνα μου, φασόλια έφκιανε, καμιά πίτα έφκιανε, κάτ' έφκιανε... Ο πατέρας μ' έφκιαν' κρέας κουκκινιστό με μακαρόνια ή με ρύζ, κουκκινιστό... Ή έφκιανε και πατάτες. Τηγάνζε πατάτες... Δεν πεινάγαμε. Ρύζ' θέλαμε, θα το είχαμε, λάδ' θέλαμε το είχαμε, ζάχαρ' θέλαμε, την είχαμε ... Ο κόσμος δεν είχαν να φκιάσουν έναν καφέ. Έφκιαναν πετιμέζ, απ' τα σταφύλια πετιμέζ' θα φκιάσουν το πρωί ένα τσάι και θα βάλουν πετιμέζ', ίσα να πιούν ένα τσάι. Εμείς είχαμε ζάχαρ', δεν είδαμε πετιμέζ'·115

Η Π. Λ. ήταν μοναχοπαίδι ενός καθηγητή του Σχολαρχείου, σώγαμπρου σε μια οικογένεια που δεν είχε παρά μία μόνο κόρη. Σε αντίθεση με όλους σχεδόν τους άλλους χωριανούς (και με την προηγούμενη αφηγήτρια) έτρωγε τακτικά σταρένιο ψωμί και τυρί:

Πάντως ανάμνηση δική μου είναι ότι παίρναμε τ' απόγευμα με τη φίλη ένα ψωμί και τυρί να βγούμε έξω να παίξουμε, κι εγώ μαθημένη εδώ έπαιρνα ένα κομμάτι ψωμί καθάριο, σιταρένιο, κι έπαιρνα κι ένα μεγάλο κομμάτι τυρί, έτρωγα. Αυτή έπαιρνε μπομπότα κι ένα κομματάκι τόσο. Και μούλεγε: «Πώς το τρως, καλέ, το τυρί;» — «Πώς το τρώω;» — «Δεν το τρώνε έτσι το τυρί». ... Ήταν πέντε κορίτσια κι ένα αγόρι έξι. ... Και πάρα πολλές φορές μούλεγε: «τ' αλλάζουμε;», Και το λαχταρούσε. «Τ' αλλάζουμε», λέω, δεν είχα τέτοιο πρόβλημα. Και καμιά φορά που δεν την ήθελα τη μπομπότα να τη φάω, την έριχνα στις κότες, δε με πείραζε.116

115. Συν. με την Π. Γ., σ. 11, 20, 32.

116. Συν. με την Π. Λ., σ. 5.

p. 112

Παρ' όλο που τα οικογενειακά γεύματα αποτελούσαν έκφραση του συλλογικού τρόπου ζωής, η εικόνα της πολυμελούς αγροτικής οικογένειας που τρώει συγκεντρωμένη δεν αποδίδει τη ρευστή πραγματικότητα. Συνήθως τα μέλη μιας οικογένειας έτρωγαν μαζί το βράδυ, επειδή τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας ήταν απασχολημένα σε διαφορετικούς τομείς. Μάλιστα συχνά, κατά τις περιόδους αιχμής των αγροτικών εργασιών, οι γονείς ή η μητέρα περνούσαν μερικές εβδομάδες στις ταράτσες μαζί με τα μεγαλύτερα παιδιά, αφήνοντας στο σπίτι τον παππού, τη γιαγιά και τα μικρότερα παιδιά. Οι τσοπάνηδες, εξάλλου, διανυκτέρευαν στα μαντριά τους και, στις περιπτώσεις που τα άλλα μέλη της οικογένειας ζούσαν στο χωριό, δεν έτρωγαν μαζί τους. Ο Α. Μ. που γεννήθηκε το 1904, θυμάται:

Έρχουμαν εγώ απ' το σχολείο και πήγαινα στον κήπο, τότε είχαμε πράσα, κι έπαιρνα ένα κομάτ' ψωμί, κι έκοβα πράσα, κάθουμαν στα πράσα εκεί, έκοβα από ένα πράσο και ψωμάκ' κι έτρωγα... Βρισκόταν ο ένας στα γίδια, ο ένας στο χωράφ', ο άλλος στ' άλλο χωράφ' ... Ε, το βράδ' μαζευόμασταν εκεί... Ο πατέρας ήταν στα γίδια, στο μαντρί τ'... Άμα δεν κοιμόταν στο μαντρί θα τάπαιρναν τα πρόβατα όλα.117. (Και ο κατά πολύ νεότερος Γ. P., γεννημένος το 1917, αφηγείται)... τις περισσότερες φορές δε συγκεντρωνόμασταν. Από βράδ' σε βράδ' βλεπόμασταν η οικογένεια. Το βράδ' τρώγαμε όλ' μαζί. Την ημέρα, άλλ' πηγαίνανε, σκάρζαν τις γίδες, άλλ' πήγαιναν στο χωράφ', άλλ' πήγαιναν να ποτίσουν. Οπότε δε συγκεντρωνόμασταν."8

Στο υλικό μου απαντούν και περιπτώσεις παιδιών τα οποία έμεναν όλη την ημέρα ή και επί μέρες μόνα στο σπίτι, ενώ οι γονείς βρίσκονταν στα χωράφια. Ορισμένες φορές τελείωνε το φαγητό που είχε αφήσει η μάνα και τα τάιζαν οι γείτονες' μάλιστα στα τέλη της δεκαετίας του '20 και κατά τη δεκαετία του '30, ο θρυλικός δάσκαλος του χωριού οργάνωνε ένα είδος συσσιτίου στο σπίτι του για παιδιά των οποίων οι γονείς απουσίαζαν σε γεωργικές εργασίες και τα είχαν αφήσει μόνα.119

Παιδιά και ενήλικες έτρωγαν καθισμένοι σταυροπόδι ή πάνω σε σκαμνάκια είτε γύρω από την εστία, την «παραστιά», ή «γωνιά», όπως την έλεγαν, είτε γύρω από τον χαμηλό «τραπέζι» της εποχής, το σοφρά που συνήθως ήταν ξύλινος. Για τις οικογένειες των τσοπάνηδων, που δε διέθεταν πολλά χρήματα και περνούσαν τον περισσότερο χρόνο σε μονόχωρα οικήματα έξω από το χωριό, ακόμη και ο σοφράς ήταν καμιά φορά πολυτέλεια: «Μωρέ, κατάχαμα τρώγαμε... Ήτανε πολυτέλεια ο σοφράς. Πολύ πολυτέλεια, όχ' πολυτέ-

117. Συν. με τον Α. Μ., σ. 6.

118. Συν. με τον Γ. P., σ. 5.

119. Συν. με τον Γ. Π., σ. 8' Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 7.

p. 113

λεια».120 Οι ευπορότερες οικογένειες, όσες είχαν αρκετό χώρο στο σπίτι, διέθεταν εκτός από το σοφρά και «κανονικό» τραπέζι. Αλλά για τον σχεδόν ενενηντάχρονο τσοπάνη Χ. Μ. το τραπέζι ήταν συνώνυμο της αλλαγής των ανθρώπων και του κόσμου: «Δεν είχανε τραπέζια, βάζαν το χαμηλό τα χρόνια εκείνα. Καθόμασταν στα σκαμνιά, που λένε. Ήμασταν μικροί τότε. Τώρα μεγαλώσαμε, έχουμε τραπέζια ψηλά. Ψηλώσαν οι ανθρώπ'. Έγινε άλλος ο κόσμος».121 Ορισμένες φορές στο τραπέζι έτρωγαν οι ενήλικες και στο σοφρά, ή κατάχαμα, έτρωγαν τα παιδιά, γιατί το ύψος του τραπεζιού τα δυσκόλευε, ή ακόμη οι γέροντες που ήταν σκυφτοί και ήθελαν ν' απολαμβάνουν τη ζεστασιά της «γωνιάς»: «Εδώ έρχεταν, είχαμε μουσαφιραίους πολλούς, κι ήταν κι ο αδερφός μ' απ' την Αθήνα... μι πέντε άτομα... Μκρό το σπίτ' και τούτην εδά ήταν η κουζίνα ... και (στα παιδιά) τάστρωνα καταή ένα φύλλο κουρελού και τσόβανα τα πιατάκια τς κι έτρωγαν».122

Το φαγητό μαγειρευόταν στη «γωνιά». Στις περισσότερες οικογένειες πρέπει να έτρωγαν όλοι από το ίδιο «ταψί» (όταν είχαν πίτα), «κακάβι» (κατσαρόλα) ή την πήλινη γαβάθα, ορισμένες φορές, μάλιστα, όλοι με το ίδιο κουτάλι (χλιάρι) ή πηρούνι (συχνά από ξύλο) ή (όσον αφορά στις πίτες) με τα χέρια: «Τότε τρώγαμ' όλ' μέσα στο ίδιο κατσαρόλ', το κακάβ'. Δέκα, δώδεκα ήμασταν στο σπίτ'. Αν ήταν τραχανάς, τρίβαμε μέσα και ψωμί, ζεματούρα που λένε».123 Περιμένοντας τη σειρά τους για να «βουτήξουν» το «χλιάρι» τους τα παιδιά διδάσκονταν να μοιράζονται αγαθά με τα άλλα μέλη της οικογένειας, συγχρόνως όμως μπορεί να ανέπτυσσαν μια ανταγωνιστικότητα μεταξύ τους με αντικείμενο το φαγητό, το οποίο οπωσδήποτε «δεν περίσσευε».

Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις οικογενειών -και μάλιστα όχι μόνο εύπορων αλλά και φτωχών—, στις οποίες ο καθένας έτρωγε στο δικό του πιάτο, τσίγκινο ή πήλινο. Αυτό ήταν πολύ πρακτικό για τις πολυμελείς οικογένειες, επειδή δεν ανέκυπταν οι αναπόφευκτες εκείνες μικροδιαμάχες, που έκαναν την εμφάνισή τους όταν όλοι έπαιρναν το φαγητό τους απευθείας από το «κακάβι»:

Γύρω στη γωνιά, κάτ' στη γωνιά, γύρω στη φωτιά τρώγαμε. Είχαμε και σοφρά αλλά δε μας βόλευε ο σοφράς και τρώγαμε στη γωνιά κάτω, χάμω. Παίρναμε και στην ποδιά μας και τρώγαμε... Είχαμε πιάτα. Κάτι πιάτα σα τσίγκε νια, τέτοια πιάτα. Καθένας το πιάτο του. Γιατ' ήμασταν οικογένεια ... δεν τρώγαμε (από το ίδιο σκεύος) γιατ' ήμασταν πολλοί κι έπρεπε να το βάλουμε στα πιάτα.'24

120. Συν. με τον Μ. Μ., σ. 14. Επίσης Συν. με τον Γ. Π., σ. 7.

121. Συν. με τον Χ. Μ., σ. 1.

122. Συν. με την Π. Κ., σ. 10' Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 6' Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 5.

123. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 5.

124. Συν. με την Γ. Σ., σ. 6.

p. 114

Ο τρόπος διανομής του φαγητού σε μια οικογένεια (ποιος τρώει τι, σε ποιες ποσότητες και με ποια σειρά) είναι ενδεικτικός για την ιεραρχική της οργάνωση. Από τη βιβλιογραφία γνωρίζουμε σήμερα ότι στις εργατικές οικογένειες της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Αγγλίας, κατά τον ύστερο 19ο και τον πρώιμο 20ό αι., το ακριβό και πλούσιο σε θερμίδες φαγητό (το κρέας κυρίως, αλλά και το βούτυρο) αποτελούσε ορισμένες φορές προνόμιο του πατέρα,125 χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραμελούνταν η διατροφή των παιδιών. Δε διαθέτω μαρτυρίες που να υποδεικνύουν ότι γινόταν ουσιαστική διάκριση εις βάρος των παιδιών σε ζητήματα διατροφής, παρ' όλο που τα παιδιά αποκλείονταν από ορισμένα σπάνια, ακριβά είδη διατροφής. Το αναφέραμε στην αρχή της ενότητας, θα το εξετάσουμε και παρακάτω σε σχέση με τους αγερμούς' πάντως μια τέτοια διάκριση αντανακλά την εξαρτημένη, κατώτερη θέση των παιδιών στην οικογενειακή ιεραρχία.

Όταν αναρωτήθηκα κατά πόσο ο πατέρας ή, εν πάση περιπτώσει, οι άνδρες έτρωγαν καλύτερης ποιότητας φαγητό από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, υπήρξαν συνομιλητές που τόνισαν ότι οι γονείς τους ενδιαφέρονταν πρώτα για τη διατροφή των παιδιών και μετά για τον εαυτό τους. Παρ' όλο που η τάση εξιδανίκευσης των γονιών ενδέχεται να συσκοτίζει την πραγματικότητα ή τουλάχιστον την πολλαπλότητά της, θεωρώ τις μαρτυρίες αυτές αξιόπιστες επειδή στην πλειοψηφία τους προέρχονται από ανθρώπους που στην αφήγησή τους ασκούν έμμεσα έντονη κριτική στον πατέρα τους. Όπως αφηγείται ο τσοπάνης Μ. Μ.: «Ο πατέρας κι η μάνα, τα παιδιά τήραγαν να φάνε πρώτα και μετά αν έμενε έτρωγαν κι αυτοί».126

Βέβαιο, πάντως, είναι ότι ο πατέρας —στο βαθμό φυσικά που συμβίωνε με την υπόλοιπη οικογένεια, υπενθυμίζω τους πατέρες-μετανάστες— τρεφόταν καλύτερα από τη μητέρα, η οποία έφερε και την ουσιαστική ευθύνη για τη διατροφή της οικογένειας και για την οποία συχνά οι συνομιλητές δηλώνουν ότι έτρωγε τελευταία από όλους κρατώντας για τον εαυτό της το χειρότερο κομμάτι.127 Τα παιδιά, εξάλλου, δεν άρχιζαν να τρώνε πριν αρχίσει ο πατέρας ή ο παππούς: «Άμα ήταν τα πεθερκά έβαζες στα πεθερκά πρώτα, τον πεθερό τν πεθερά και μετά στον άντρα θα έβανες».128 Επιπλέον, πιθανόν οι ενήλικες κα-

125. Η. Rosenbaum, Formen der Familie. Untersuchungen zum Zusammenhang von Familienverhältnissen, Sozialstruktur und sozialem Wandel in der deutschen Gesellschaft des 19. Jahrhunderts, Φρανκφούρτη στο Μάιν 1982, σ. 413 και υποσ. 141' Rosenbaum, Proletarische Familien, ό.π., σ. 159 κ.εξ.' Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule, ό.π., σ. 151, 215.

126. Συν. με τον Μ. Μ., σ. 6. Επίσης, Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 3' Συν. με τον Π, Π., σ. 5' Συν. με τον Γ. Ρ. (συνομιλία με τον Π. Β.), σ. 3.

127. Συν. με την Μ. Ν., σ. 14' Συν. με τον Χ. T., σ. 14' Συν. με τον Θ. Α., σ. 23, 24' Συν. με την Λ. Π., σ. 18.

128. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 5.

p. 115

κατανάλωναν μεγαλύτερες ποσότητες τροφής απ' όσο τα παιδιά, αφού χρειάζονταν περισσότερες θερμίδες. Δε μπόρεσα να διαπιστώσω διακρίσεις ως προς τη διατροφή ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια αλλά δεν αποκλείω κάτι τέτοιο' άλλωστε το καθημερινό είναι συχνά τόσο αυτονόητο, ώστε η μνήμη δυσκολεύεται να το ανακαλέσει. Εν πάση περιπτώσει, μέσω της οργάνωσης και διανομής του φαγητού τα παιδιά εσωτερίκευαν το κοινωνικό αξίωμα της ανωτερότητας των ανδρών έναντι των γυναικών.

Γ' Κατανάλωση: Ένδυση

Όταν σε μια κοινωνία η εμφάνιση των παιδιών διαφοροποιείται από την εμφάνιση των ενηλίκων, σημαίνει ότι η κοινωνία αυτή αναγνωρίζει και σηματοδοτεί την ύπαρξη μιας παιδικής ηλικίας με τους δικούς της ενδυματολογικούς και γενικότερα εμφανισιακούς και άλλους κανόνες. Γι' αυτό, όπως είναι γνωστό, και οι «κλασικοί» ιστορικοί της παιδικής ηλικίας (με πρωτοπόρο τον Ariès), αλλά και όσοι τους αμφισβήτησαν, χρησιμοποίησαν την παιδική ενδυμασία ως τεκμήριο αναγνώρισης ή κατασκευής μιας παιδικής ηλικίας.129

Το 1927 ο Δημήτρης Λουκόπουλος παρατηρούσε: «Η εποχή που ζούμε είναι μια μεταβατική κατάσταση σ' όλο το φανέρωμα της ζωής μας. Περνούμε απ' τον ανατολισμό στον ευρωπαϊσμό... και στη ντυμασιά μας λοιπόν ήταν επόμενο νά' ρθει μεγάλη ταραχή και σύγχυση. Στα πιο απόκεντρα αιτωλικά χωριά βλέπεις τώρα να φοριέται το ευρωπαϊκό ένδυμα γενικά σχεδόν από τους άνδρες».130 Οι άνδρες είχαν υιοθετήσει τις γενικές επιταγές της «ευρωπαϊκής» ένδυσης από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα (αναφέρομαι πρώτα απ' όλα στο παντελόνι). Αυτό οφειλόταν κατ' αρχήν στην έντονη κινητικότητά τους λόγω της μετανάστευσης, της στρατιωτικής θητείας και της επιστράτευσης. Αρκεί να αναφέρουμε ότι 50 περίπου άνδρες από το Κροκύλειο είχαν επιστρατευθεί στους πολέμους που άρχισε να διεξάγει το ελληνικό κράτος καθώς ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος βάδιζε προς τη λήξη του, με αποκορύφωμα τη Μικρασιατική εκστρατεία, και υπήρξαν χωριανοί που επιστρατεύθηκαν στους Βαλκανικούς και αποστρατεύθηκαν μετά τη λήξη τη Μικρασιατικής εκστρατείας.131 Την περίοδο του Μεσοπολέμου υπήρχαν ακόμη φουστανελάδες στο χωριό' οι γέροντες, εκείνοι που είχαν γεννηθεί μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα ή το πολύ-πολύ μέχρι το 1870, φορούσαν φουστανέλες και βοϊδοτσάρουχα με φούντες. Οι συνομιλητές μου τους θυμούνται ντυμένους έτσι στο σπίτι -όταν επρόκειτο για τον παππού τους-, την αγορά και την εκκλησία.

129. Βλ. Μπάδα-Τσομώκου, Ενδυματολογικοί κώδικες, ό.π., σ. 8.

130. Λουκόπουλος, Πώς υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί, ό.π., σ. 51.

131. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 91.

p. 116
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 97

    σημαίνει ότι δεν συνέβαιναν «ατυχήματα», ιδίως όταν τα παιδιά αφοσιώνονταν στο παιχνίδι, λησμονώντας τα ζώα. (Μια έρευνα με βάση δικαστικά έγγραφα πιθανόν να έδειχνε πως γενικά, στην πράξη δε σπάνιζαν οι παραβιάσεις ξένων ιδιοκτησιών προκειμένου να βοσκήσουν τα ζώα). Παραθέτω τις μαρτυρίες δύο συνομιλητών" ο πρώτος γεννήθηκε το 1908, ο δεύτερος το 1914:

    Τα φλάγαμε τα γίδια γιατ' ήταν όλος ο τόπος σπαρμένος. Αν ήταν ήλιος κι έβγαιναν στον ίσκιο και κάθονταν... Ήτανε μαρτύριο τότε η ζωή. Ήταν όλος ο τόπος σπαρμένος. Αν ήταν έστω ένα μέτρο να ήταν τετραγωνικό χωρίς δέντρα το καλλιεργάγαμε για να κάνουμε ψωμί να τρώμε. Και όποιος είχε το ψωμί τ' ήταν νοικοκύρς, λογίζονταν νοικοκύρς.- Εμείς τα παιδιά αισθανόμαστε ιδιαίτερη ευχαρίστηση να σκαρίζουμε..., αλλά να προσέχεις πολύ να μην πάνε σε ξένα αμπέλια, σε ξένους κήπους και κάνουνε ζημιά, διότι οι άνθρωποι που τα σπέρναν αυτά περίμεναν να ζήσουν απ' αυτά, δηλαδή, φυτεύαν φασόλια κ.λπ. Αν τρώγαν τα γίδια και τα πρόβατα τα ξένα, τα δικά τους ακόμα, πού θα βρίσκαν; Δεν υπήρχε μανάβης εκεί να βρουν ν' αγοράσουν... Αυτά τα ζώα βοσκούσαν στην περιοχή του Κροκυλείου, του χωριού, έξω... Στην περιοχή αυτή, η οποία ανήκε στο χωριό, γιατ' ήταν μοιρασμένα τα όρια των χωριών, δε μπορεί ο καθένας να βοσκήσει, ας πούμε, χωρίς την άδεια του προέδρου της κοινότητας κτλ. ... [ο λόγος του συνομιλητή απηχεί εδώ το ευκταίο και τη λογική των περιοριστικών νομοθετημάτων] . Λοιπόν, τα βγάζαμε βέβαια και η χαρά μας ήταν μεγάλη διότι ανταμώναμε όλα τα παιδιά έξω, και πολλές φορές ξεχνούσαμε, και τα γίδια πήγαιναν στα σπαρτά, προς θλίψιν των γονέων βέβαια.66

    3. Αγροτικές εργασίες: Γεωργία

    Το 1938, περιγράφοντας τις ασχολίες των γεωργών στη Ρούμελη, ο Λουκόπουλος επισήμαινε μια συγκεκριμένη ασχολία των παιδιών: «Εποχή της σποράς των ξηρικών καλαμποκιών είναι το έβγα του Μαρτιού, κι αρχίζει με τα οργώματα, πρώτο όργωμα, δεύτερο και τρίτο κάποτε... Και να πώς γίνεται η σπορά. Ένα παιδί ή και γυναίκα που λέγεται σπορολόος, έχει κρεμασμένο το σακούλι με το σπόρο απ' το λαιμό... Όλο μπρος πάνε τα βόδια, ποπίσω τους ο γεωργός τιμονίζει την αλετρονουρά, παραπίσω ακολουθώντας την αυλακιά π' ανοίγει το γυννί πάει σιγά-σιγά ο σπορολόος ρίχνοντας σπειρί το σπειρί μια

    προστατευτούν οι καλλιέργειες στη δυτική Σουηδία την ίδια περίοδο και γενικότερα για το χαρακτήρα και τις απαιτήσεις της βοσκής των ζώων, βλ. Sjöberg, «Working Rural Children», σ. ό.π., 110-113.

    66. Συν. με τον Α. Μ., σ. 4' Συν. με τον Χ. T., σ. 2, 3.