Creator/Author:Αγγελοπούλου, Άννα
 
Καπλάνογλου, Μαριάνθη
 
Κατρινάκη, Εμμανουέλα
 
Title:Processing of tale Types and Variations AT 560-599
 
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
 
Nr. within series:44
 
Place of Publication:Athens
 
Publisher:General Secretariat for Youth
 
Date of Publication:2007
 
Pagination:519
 
Nr. of vol.:1 τόμος
 
Language:Greek
 
Subject:Greek fairytales-Catalogue
 
Spatial coverage:Greece
 
Description:Anna Angélopoulou, Marianthi Kaplanoglou, Emmanouella Katrinaki Catalogue raisonné des contes grecs Types et versions A Τ 560-699 RÉSUMÉ Dans ce cinquième tome du Catalogue raisonné du conte grec nous achevons notre étude des types et versions du Conte merveilleux (AT 300-749) en présentant les numéros AT 560-649 (Objets magiques) et AT 650-699 (Force ou savoir surnaturel). Rappelons ici que les types 700-749 avaient été présentés dans un volume précédent. La plupart de ces contes, et notamment la série AT 560-569, mettent en scène l'acquisition par le héros d'un objet magique qui l'aide à résoudre ses problèmes et réaliser ses souhaits. Tant qu'il est en possession de cet objet merveilleux, le héros parvient à ses fins, alors que, dès qu'il le perd, il est conduit à l'échec et se retrouve privé de tous ses acquis. Il s'agit d'objets de la vie quotidienne dotés de pouvoirs magiques, tels que la lampe d'Aladin, le moulin magique qui moud du sel et rend salée l'eau de la mer, le tapis volant et ainsi de suite. Ces objets sont parfois perdus et récupérés par l'intermédiaire de fruits merveilleux [AT 563, (Figues noires, figues blanches)], qui servent d'antidote magique au héros quand il est destitué de sa puissance et abandonné de tous. Dans un autre groupe de récits, des objets magiques confèrent au héros des pouvoirs qui changent le comportement des personnes de son entourage et lui permettent de triompher de ses épreuves. Par exemple, en jouant de la flûte enchantée, il fait danser jusqu'à épuisement ses persécuteurs et échappe ainsi à la justice. On peut notamment citer pour ce groupe les contes-types AT 570 (Le troupeau de lapins), AT 571 (Tous collés ensemble) et AT 592 (La danse dans les épines). Enfin, un troisième groupe comprend des récits d'aventures où le héros acquiert, par des moyens divers (y compris des objets magiques), une force ou un savoir surnaturel qui le rend tout puissant et lui permet de réaliser ses désirs inavoués de réussite sociale ou amoureuse. Ce sont des histoires telles que Les cadeaux du Saint (AT 611), Les feuilles qui ressuscitent (AT 612), Les deux voyageurs (AT 613), Les frères ingénieux (AT 653), Les trois frères savants (AT 655), Le fils adoptif de l'Ogre et la Belle du monde (AT*667), Le langage des animaux (AT 670), Jean des cendres (AT 675). Cet ouvrage s'appuie largement sur le catalogue manuscrit de Georges Mégas. Nous avons généralement suivi sa classification, en jugeant cependant nécessaire de renommer et reclasser certains contes qui, à notre avis, soit appartenaient à des groupes différents de récits, soit constituaient des contestypes différents. Ces nouveaux classements sont basés sur nos propres recherches, ainsi que sur d'autres études récentes. Enfin, nous avons parfois suivi la troisième révision du Catalogue Aarne-Thompson, établie par HansJörg Uther. Notre souhait est que ce nouveau volume ne soit qu'une simple étape vers la publication intégrale du Catalogue du Conte grec.
 
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
 
The book in PDF:Download PDF 10.44 Mb
 
Visible pages: 440-459 από: 522
-20
Current page:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/440.gif&w=600&h=915

31. ΛΦ 1006, 6-8, περιοχή Φθιώτιδας, «Ο Σταχτομάρης». Ι: α, α5, α6, γ1 (να ζητιανέψει), γ2, γ3, δ, δ1, στ, στ1 (βέργα), στ2. II: α, α1, α2, α5, β3 (επειδή ο βασιλιάς αρνήθηκε να του τη δώσει για γυναίκα), γ, δ, δ2, δ4 (ρόδι). III: α, β4, β9 (στρώνει το δρόμο με χρυσάφι), δ, δ1, δ4, δ5, δ9, δ10.

32. ΣΠ 1, 177-191, Αθήνα, «Ο Γιάννης ή τα τρία χρυσά ψαράκια». Ι: α5, δ, στ, στ2. II: β3. III: β4, β6, δ, δ4, δ5, δ10.

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ - ΠΟΝΤΟΣ - ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ Μικρά Ασία

33. ΚΜΣ, Γκιουλ-Μπαξέ 10, 1-12, «Ο Σταχτοπούτης». Ι: α, α5, α6, γ, ε1, ε2 (αράπης), το υπερφυσικό ον εκτελεί κάθε επιθυμία. II: α, α2, α4. Η συνέχεια όπως AT/ATU 314 (Ο κασίδης) και AT 532 (Μπιλμέμ). Το όνομα του ήρωα Μπιλμέμ. Πηγαίνει στη μάχη με κουτσό άλογο, αλλά κάθε φορά που καίει μια τρίχα έρχονται το μαύρο, το κόκκινο και το άσπρο άλογο. Νικά στη μάχη και παίρνει δώρα από το βασιλιά (ρολόι, δαχτυλίδι, μαντίλι για να δέσει το πληγωμένο χέρι του). Αναγνώριση. Γάμος.

ΚΥΠΡΟΣ

34. ΛΦ 1227, 38-43, περιοχή Πάφου, «Ο πελλός που την πόρταν». Αρχή όπως AT/ATU 1009 (Guarding the Store-room Door) και AT 1653 Β (The Robbers under the Tree). Από τα λάφυρα που άφησε φεύγοντας το στράτευμα του βασιλιά τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια παίρνουν τα πλούτη ενώ ο τρελός το λιβάνι. I: ε, στ. II: α, α1, α4, β, β2, β3, δ, δ5. III: α, ο ήρωας νικά τους εχθρούς του πεθερού του αλλά αυτός προσπαθεί να τον δηλητηριάσει, αποτυχαίνει, τον βάζει σε σεντούκι και τον ρίχνει στη θάλασσα αλλά αυτός βγαίνει έξω, α2, β1, β2 (καρύδια), β3, β4, β5, β7, δ, δ1, δ4, δ5, δ8, δ10, ο τρελός γίνεται βασιλιάς και κάνει το βασιλιά σύμβουλο του.

35. ΛΦ 1280, 5-7, «Ο Τοσούλλης». Ι: β, β2, β6, δ, δ1, στ, στ1. II: β1, β3, δ, δ4 (το παιδί τον δείχνει). III: Ο βασιλιάς τους βάζει φυλακή, β3 (νησί), γ1, ε.

36. Σακελλάριος Β', 335-337, «Ο Μιλόσκης». I: Μια γριά είχε ένα γιο που όλη μέρα καθόταν μέσα στις νηστιές και τον έλεγαν Μιλόσκη, γ1 (θρουμπιά), γ2, δ, δ1, στ, στ2, στ3. II: α, α1, β, β2, β3, γ, γ2, γ3. III: α1,

p. 440
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/441.gif&w=600&h=915

α3, β1, β2, β3, ζητά και φαγιά, β4, β5, δ, δ1, με τις μαγικές δυνάμεις του μεταμορφώνει το βασιλιά σε γάτο, με την παράκληση της βασιλοπούλας τον ξεμαγεύει.

ΑΔΗΛΟΥ ΤΟΠΟΥ

37. ΛΦ 614, 11-14, «Το δώρο ενός χρυσόψαρου». I: α3, δ (ψαράκι που σπαρταράει), στ. II: α, α1, ο νέος εύχεται να τον αγαπήσει η βασιλοπούλα κι αυτή ρίχνοντάς του το μήλο τον επιλέγει για σύζυγο. III: Ο βασιλιάς τους βάζει μέσα σε δέμα και τους εγκαταλείπει στο δάσος, ελευθερώνονται με το λόγο του, β4, β5, ε1.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ AT/ATU 675

Παραμυθιακός ήρωας είναι πάντοτε αυτός που έχει τα περισσότερα μειονεκτήματα: είναι το μικρότερο ή μικροσκοπικό παιδί, ορφανός, φτωχός, χαζός ή κασίδης, άσχημος ή ημιτελής, αδύναμος, περιφρονημένος ή κυνηγημένος από τους μεγαλύτερούς του, με κάποια σωματική ή πνευματική ατέλεια. Χαρακτηριστική περίπτωση ενός τέτοιου υποτιμημένου παραμυθιακού προσώπου που όμως στο τέλος καταφέρνει να θριαμβεύσει αποτελεί ο ήρωας του παραμυθιακού τύπου AT/ATU 675 που είναι ένας ανάπηρος ή μισός άνθρωπος ή, όπως δείχνει και ο τίτλος του παραμυθιού στη διεθνή κατάταξη, ένα τεμπέλικο παιδί.

Η πολυσημία του μοτίβου του μισού ανθρώπου που αποτελεί μια μορφή προσαρμόσιμη σε πολλαπλές χρήσεις στους μύθους των λαών οδήγησε και στις διαφορετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις του είτε ως μιας σταθεράς του συλλογικού ασυνειδήτου είτε ως μέρος της κοινωνικής και κοσμολογικής διαδικασίας που περιγράφουν οι μύθοι όπου η κατάκτηση της τελικής ολοκλήρωσης προϋποθέτει ένα σώμα ατελές ή ανολοκλήρωτο. Η μορφή του μισού ανθρώπου, μια μορφή ατελής και ασύμμετρη οδηγεί ακριβώς στα ερωτήματα της συμπληρωματικότητας και της συμμετρίας, της διαφοροποίησης των φύλων και της ερμηνείας των κανόνων που καθορίζουν τις κοινωνικές σχέσεις. Η Françoise Héritier μελετώντας την πολυσημία της μονόπλευρης μορφής στην αρχαία κλασική και αλεξανδρινή εποχή δείχνει ότι στη μισή ανδρική φιγούρα η ιδέα της διαχώρισης δημιουργεί μια συγκέντρωση και όχι μια απώλεια της γενετήσιας δύναμης1.

1. Françoise Héritier, «Une figure multivalante. La 'moitié d' homme'», L' Homme 174, 2005, a. 7-10.

p. 441
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/442.gif&w=600&h=915

Ο παραμυθιακός τύπος AT/ATU 675 είναι διαδεδομένος στην Ευρώπη, την Ασία και την Αμερική και ο St. Thompson υποδεικνύει ότι πιθανώς διαμορφώθηκε στη Νότια Ευρώπη. Παρουσιάζεται από νωρίς στην έντυπη λογοτεχνία, καθώς η πρώτη καταγραμμένη παραλλαγή περιλαμβάνεται στο έργο του Στραπαρόλα Le Piacevoli Notti (Βενετία, 1551) και περίπου ογδόντα χρόνια αργότερα στη συλλογή Pentamerone του Giambattista Basile.

Με βάση τη λαογραφική θεωρία των ειδών της λαϊκής λογοτεχνίας, ο AT/ATU 675 εμφανίζει μια μεικτή κληρονομιά. Στο μαγικό παραμύθι ο ήρωας πρέπει να πραγματοποιήσει αδύνατα ζητήματα με τη βοήθεια μαγικών ζώων ή άλλων όντων. Στον AT/ATU 675 όμως η δύσκολη φύση της εργασίας που πρέπει να γίνει συνδυάζεται με το κωμικό στοιχείο της αυτόματης εκτέλεσής της (το τεμπέλικο παιδί διατάζει τα ξύλα να κοπούν, να φορτωθούν και να μεταφερθούν μόνα τους στο σπίτι). Το θέαμα του ήρωα που αντί να φορτωθεί ένα μεγάλο δεμάτι ξύλα, μεταφέρεται καβάλα πάνω σε αυτό (μοτίβο ήδη παρόν στην παραλλαγή του Basile), προκαλεί το γέλιο της βασιλοπούλας. Η εικόνα αυτή παραπέμπει σε ένα ασυνήθιστα μεγάλο ανδρικό μόριο, μοτίβο ιδιαίτερα συνηθισμένο στις άσεμνες διηγήσεις του Υστερου Μεσαίωνα2. Η ευχή της εγκυμοσύνης από απόσταση αποτελεί μια βλάσφημη ανατροπή της εικόνας της άμωμου σύλληψης, καθώς μάλιστα συνοδεύεται συχνά από την επίκληση της θεϊκής βοήθειας" με κοινωνικοπολιτισμικούς όμως όρους ερμηνείας, υποδεικνύει ενδεχομένως μια προσπάθεια απαλλαγής από τον άμεσο ερωτισμό των μεσαιωνικών διηγήσεων, που ξεκίνησε από το 16ο αιώνα και ορίζει τη διαδικασία της λογοτεχνικής επεξεργασίας τους3.

Συνδυάζοντας επομένως κωμικά και άσεμνα στοιχεία στο πρόσωπο ενός παραμυθιακού ήρωα που, παρά τις αδυναμίες του, πραγματοποιεί αδύνατα ζητήματα και παντρεύεται τη βασιλοπούλα, οι αφηγητές του Τεμπέλικου αγοριού δημιουργούν μια υβριδική μορφή που βρίσκεται μεταξύ του μαγικού παραμυθιού και της ευτράπελης διήγησης.

Η Nicole Belmont, ερμηνεύοντας το παραμύθι με φροϋδικούς όρους (σύμφωνα με τον Φρόυντ «το εγώ είναι πρώτα απ' όλα ένα εγώ σωματικό»), το βλέπει ως μία αφηγηματοποίηση των σταδίων ανάπτυξης του ανθρώπου στην αναζήτηση της ταυτότητάς του: η ατέλεια του σώματος παραπέμπει στην κατάσταση απόγνωσης του βρέφους, οι αδυναμίες του ήρωα στην περίοδο προσκόλλησης κατά τη διάρκεια του θηλασμού και η ολοκλήρωσή του στην ικανότητά του να αντιμετωπίσει την εικόνα του πατέρα και στην κατάκτηση του υπερεγώ4.

2. Ruth Β. Bottigheimer, «Luckless, Witless, and Filthy-footed. A Sociocultural Study and Publishing History Analysis of 'The Lazy Boy», Journal of American Folklore 106, 1993, a. 263.

3. R. Bottigheimer, ό.π., σ. 269.

4. Belmont Nicole, Poétique du conte. Essai sur le conte de tradition orale, Gallimard,

p. 442
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/443.gif&w=600&h=915

Οι ελληνικές παραλλαγές του παραμυθιού - που είναι αρκετά δημοφιλές όπως δείχνουν και νεότερες καταγραφές - φαίνεται να συγκεντρώνουν στοιχεία από τα διαφορετικά σημεία ιστορικής εξέλιξης του παραμυθιού: το πιθανότατα παλαιό μοτίβο του ευγνώμονος ψαριού που ο ήρωας ξαναπετά στη θάλασσα (που απαντάται και στην παραλλαγή του Στραπαρόλα) απαντάται επίσης σε ορισμένες ελληνικές παραλλαγές παράλληλα με την παρουσία σε άλλες παραλλαγές του μοτίβου της συνάντησης με χριστιανικά ή άλλα υπερφυσικά όντα (που παραπέμπει στην παραλλαγή του Basile). Η αρχική πιο δυναμική παρουσία της βασιλοπούλας, υπονοείται στις παραλλαγές όπου εκείνη καθοδηγεί τον ήρωα στο να κάνει ευχές.

Στις ελληνικές παραλλαγές του παραμυθιού μας ξαναβρίσκουμε ένα αγαπητό στην ελληνική παράδοση μοτίβο, αυτό του Σταχτιάρη ή Σταχτοπούτη που κάθεται μέσα στη στάχτη5. Ίσως όχι τόσο γνωστός, όσο το θηλυκό παράλληλο του (η Σταχτοπούτα) το αγόρι που κάθεται μέσα στη στάχτη (που λέγεται αλλιώς και Αχιλοπουτούρης, Σταχτομπήτης ή Σταχτοπιταράς) αποδεικνύεται ένα εξίσου διαδεδομένο αφηγηματικό πρόσωπο καθώς εισάγεται σε διαφορετικές παραμυθιακές υποθέσεις6. Πίσω από την ταπεινή του εμφάνιση, ο παραμυθιακός αυτός ήρωας μπορεί να κρύβει ένα θαυμαστό εαυτό. Σε αντίθεση με άλλα παραμυθιακά πρόσωπα που αναχωρούν σε μια περιπετειώδη αναζήτηση, ο Σταχτιάρης αρνείται να εγκαταλείψει το σπίτι του και ό,τι κυρίως το συμβολίζει, την εστία του σπιτιού και τη στάχτη, γι' αυτό και σε ορισμένες παραλλαγές τον παρουσιάζουν να αναχωρεί πάνω στο γάιδαρο του με τα πόδια του μέσα σε δυο σακούλες με στάχτη για να τα κρατά ζεστά. Με αυτόν τον τρόπο, ακόμα και αν φεύγει από την εστία του, κατά κάποιο τρόπο την παίρνει μαζί του.

Paris 1999, σ. 176-186. Belmont Nicole, « 'Moitié d'homme' dans les contes de tradition orale: Lieux, usages et signification d'un motif singulier», L' Homme 174, 2005, σ. 11-22.

5. M. Γ. Μερακλής, «Σχόλια», στο βιβλίο της Καλλιόπης Μουσαίου-Μπουγιουκου, Παραμύθια του Λιβισιού και της Μάκρης, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1976, σ. 263.

6. Μαριάνθη Καπλάνογλου, Παραμύθι και αφήγηση στην Ελλάδα: μια παλιά τέχνη σε μια νέα εποχή, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2002, σ. 208-209.

p. 443
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/444.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

p. 444
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/445.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 676 / ATU 954

p. 445
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/446.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

p. 446
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/447.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ AT 676 / ATU 954

Άνοιξε Κουδουμουντού

AT/ATU 676: Open Sesame AT/ATU 954: The Forty Thieves

ATU 954 (περιλαμβάνει τον AT/ATU 676): The Forty Thieves (Ali Baba)

Delarue-Tenèze: Sésame, ouvre-toi Grimm no 142: Simeliberg

Eberhard - Boratav no 153 III, no 179 III, no 369 III_

Άτιτλο

Μια φορά ήτον ένας γέρος πολύ πλούσιος και είχε δύο παιδιά, ο μέγας ήτον διαβολεμένος, άδικος και φιλάργυρος και ο μικρός ήτον πολύ καλός, γλυκόλαλος και καλόγνωμος, κανένα δεν ήθελε να βλάψ'. Πέθανεν ο γέρος και άφκεν όλο το βιο τ' στα δύο τ' τα παιδιά. Ο φιλάργυρος με τις αδικίες του δεν έδωκε τίποτε στον καλόγνωμο, τον κατακόλσεν κι ας του παπά τ' το σπίτ', κι εκείνος πήρεν την γνέκα τ' και τα παιδιά τ' και πήγεν κάτζεν με το νοίκι σ' ένα σπίτι, δούλευεν και ζούσεν.

Ένα χρόνο νοτον μεγάλη πείνα, δεν μπορούσε να θρέψ' τα παιδιά τ' και την γναίκα τ', ήρταν τα Χριστούγεννα και τα μεγάλα μέρες, τα παιδιά ήθελαν τζόλια να φορέσουν, κουντούρες, ψωμί, κριάς και τι δεν χρειάζονται στ' γιέρμο το σπίτι. Παγαίν' στον αδελφό τ', πέφτ' στα πουδάρια τ', τον παρακαλεί να τον δώκ' τίποτε για να περάσ' τις μεγάλες μέρες, ο φιλάργυρος τον κατακόλσεν. Εκεί τότες ο καλόγνωμος πήρε στο χέρι τ' και πήγε στ' άγρια στα βουϊνά για να τον φάν' οι λύκοι και να μη διούν τίποτε τα μάτια τ'. Κι ο χειμός ήτον πολύ βαρύς, πήγε νηστικός και γανωμένος, παγούρωσε, νύχτωσεν, ήλτεν τζαλίγο στον εαυτό τ' και είπε με τον νου τ': «Πού παγαίνω 'γώ; τι θιάνω; τα παιδιά μ', αν χαθώ, Tt να γενούν;» Κι έκλαψε, δεν ήξευρεν πού βρίσκεται, στην ξαστεριά είδεν ένα χαλασμένο χάν', ήβρεν ένα τυρπί που ήτο τοιχογυρισμένο, μούλωσεν εκεί μέσα, σωρεύτην' στη γνιά και παρακάλσεν τον Θεγό να τον βογηθήσ' και πολεμούσε να κουμπώσ' τα μάτια τ' να κοιμηθεί, άμα πού ύπνος; ας την πείνα κι ας το κρύο μπορούσε να πάγ' στον ύπνο; Ποτέ ήτον σ' ετό τη θέση κι έτρεμεν, ακούει ένα χαριλτού, ύστερα λαλέματα. Φοβήθην', ας το φόβο τ' ίδρωσεν, τυχτίθην' (χώθηκε) κι άλλ' απέσω, τα λαλέματα όσον

p. 447
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/448.gif&w=600&h=915

παγαίνισκαν, ήρχοντο εκεί κοντά τ'. Υστερα ήρταν στάθαν' στο τρυπί τ' απέρα. Τρανά σαράντα αγρίους δράκους, φορτωμένους απ' ένα δισάκι, στάθην' ο μέγας των και είπε: «Σαν να με φαίνεται να ήρτε κανείς εδώ πέρα», οι άλλοι είπαν: «Αβούτζα σε φαίνεται, ποιος μπορεί να πατήσ' το πουδάρι τ' εδώ», ύστερα ο μέγας είπεν: «Άνοιξε, θύρα μ', άνοιξε κι ύστερα πάλε σφάλιξε».

Σε μιας άνοιξεν ένα σιδεριώνας θύρα κι ούλοι σέμαν' απ' έσω κι η θύρα μαναχή της πάλε σφάλησε, πρίχουμ να σφαλίσ' είδιεν λάμψη σαν να 'ταν απ' έσω όλιος. Είπεν να σηκωθεί να φύγει, αμά φοβούταν να μη τον νιώσουν, ως το γλυκοχάραγμα έτρεμεν ας το φόβο τ' κι ας τον κρύο. Άμα άρχεψε να γλυκοχαράζει, ακούει από πέσο πάλι το άγριο λάλεμα του πρώτου κι έλεγε: «Θύρα μ', θύρα μ', σιδεριώνας όπως σφάλιξες ν' ανοίξεις, κι ύστερα να καλοκλείσεις».

Άνοιξε πάλι η θύρα, ξέβαν' ούλοι απ' όξω και πάλε μαναχή της σφάλιξεν, ύστερα ούλοι έφυγαν, κανείς δεν ακούετο. Ξέβην όλιος, ξέβην ο καημένος ας το τυρπί τ' κι όλο το κορμί τ' ήτον μουδιασμένο, στάθην' τζαλίγο στην ευλεμή, έζεσεν το κορμί τ', ήρτεν στον εαυτό τ', είπε με τον νου τ': «Αβούτζα κι αβούτζα θα πεθάνω, ας έμω απ' έσω να διούμ' τι είν' και είπε: «Άνοιξε, θύρα μ', άνοιξε κι ύστερα πάλε σφάλιξε».

Άνοιξεν η θύρα, σέμην' απ' έσω, κι τρανά εδώ μάλαγμα, εκεί ασήμι, εδώ λίρες, εκεί φλωριά, θόλωσαν τα μάτια τ', παγαίν' κι άλλ' απέσω, τρανά ένα στρωμένο χοντζά, όπως πεινούσε, κάτζεν, έφαγεν, χόρτασεν παίρ' κι ένα κομάτ' κριάς μαζί τ' και ψωμί, ύστερα γιόμωσε τον κόλφο τ' λίρες και πήγε στην θύρα κι είπε: «Θύρα μ', θύρα μ', σιδεριώνας, όπως σφάλιξες ν' ανοίξεις κι ύστερα να καλοκλείσεις».

Άμα άνοιξεν η θύρα και ξέβην όξω σε μιας κατόψα τ' πάλε σφάλσεν μαναχή της, χωρίς να τρανήσει ομπρό τ' οπίσω τ' έφυγε απ' εκείνο το άγριο το μέρος, και ξέβην σ' ένα στράτα, άμα ακόμα δεν ξεύρισκεν πού βρίσκεται, ύστερα ανέβην' σ' ένα ψελό βουινί και απ' εκεί διάλεξε την στράτα και κατέβην' ας το βουινί και τράβσεν ίσα στο χωριό τ', όπου έφταξε τα μεσάνυχτα. Ας το σπίτι τ' ήσαν σταναχωρημέν' που δυο γ' μέρες ήταν χαμένος, πεινασμέν', νηστιοί, χωρίς νηστιά χειμώνα καιρό, χωρίς ψωμί, τα παιδιά έκλαιγαν, ήθελαν ψωμί, οι άλλ' έκλαιγαν, όσον έβλεπαν που νύκτωνε και ο νοικοκύρης δεν ήρχετο. Ποτέ ήσαν σε τούτη την σταναχωριά, κτυπά η θύρα, ευτύς ούλοι σηκώθαν' στο πουδάρ, τα παιδιά φώναζαν: «Ήρτεν ο παπάς».

Παγαίν' απ' έσω στον οτά, βγάζ1 τις λίρες, η γναίκα τ' όταν είδιεν τόσα πολλά παράδια κόντευε να τα χάσ'. Εκείνο το βράδ' χτύψαν τα σήμαντρα, πήγαν στην εκκλησιά και ήρταν έφαγαν το κριάς που έφερεν τάμα τ', δόξασαν το Θεγό. Σεπεδιού την ημέρα πήγε ψώμισεν ό,τι ηύρεν, έφερεν γιόμωσεν το σπίτι τ' και σαν πέρασαν οι γιορτές 'γόρασε και ρουχικά σ' όλο το σπιτικό τ', όλοι όσοι έβλεπαν τα έξοδα τ' θάγμαζαν πού ηύρεν τόσο παρά. Ο φιλάργυρος ας το κακό τ' μούτε μέρα μούτε νύχτα κοιμώτονε, άρχεψε να πιάν' από κοντά τον καλόγνωμο και να τον χαιρετά, λίγο - λίγο τον ζήτηξε και παράδια. Ο καλό-

p. 448
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/449.gif&w=600&h=915

καλόγνωμος πάλε τον λυπήθην, έβγαλε τον έδωκε πέντε λίρες, όταν είδιε πού έχ' ο αδελφό τ' παράδια ήθελε να μάθ' πού τα ηύρεν, μια μέρα ήρτε και τον παρακάλσε να τον πει το μέρος και να πάγ' κι ετός να πάρ' λίρες. Ο καλόγνωμος τον είπεν: «Άμα τελειώσουν τα παράδια μ' θα πάμ 'ντάμα. Τέλειωσαν τα παράδια τ', τον λάλησε και πήγαν στους δράκους, σέμαν' απέσω, γιόμωσαν τις τζόπες των, ο μέγας πήρε διπλά ας τον άλλον, βγήκαν όξω και ήρταν στο σπίτι των. Άμα ο μέγας κρυφά την άλλην μέρα παίρ' ένα δισάκι και παγαίν' πάλε, σέμην απέσω, γιόμωσεν το δισάκι τ', ύστερα όταν ήθελε να φύγει αντίς να πει: «Θύρα μ', θύρα μ', σιδηριώνας, όπως σφάλιξες ν' ανοίξεις κι ύστερα να καλοκλείσεις», είπε: «Θύρα μ', θύρα, μ' σιδηριώνας, όπως άνοιξες να κλείσεις κι ύστερα να καλοκλείσεις».

Η θύρα, αντί να 'νοίξει, μανταλούτον κι άλλο πολύ πόμνεν. Απ' έσω τα 'χασεν, όσω έλεγεν: «Όπως άνοιξες να κλείσεις κι ύστερα να καλοκλείσεις», η θύρα μανταλούτον, που κι αν λέσκεν σωστά πάλε δεν θ' ανοίγωτον. Να μη τα πολυλογούμεν βράδυνε. Ακούει απ' όξω που 'ρταν οι δράκοι, φορτωμέν' φλωρί, ύστερα ο πρώτος δράκος είπε: «Άνοιξε, θύρα μ', άνοιξε κι ύστερα πάλε σφάλιξε». Αμά πού ν' ανοίξ' η θύρα, ήταν χίλια φοράς κλειδωμέν', γιατί ο φιλάργυρος αδελφός είπε: «Χίλια φοράς όπως άνοιξες να κλείσεις κι ύστερα να καλοκλείσεις». Ο πρώτος εκεί τότες είπεν: «Εγώ δεν σας είπα εδώ έρχεται κλέφτης και σεις με λέσκετε ποιος μπορεί νά 'ρτ' εδώ, το είδιετε αδαρά τίχαλα έρχουνται. Οι άνθρωπ' είν' πιο διαβολεμέν' ας τους δράκους, αμά πιάνουνται κι εύκολα, να ζιούμ' τίχαλα να γλυτώσ' αδαρά» και σε μιας ούλοι οι σαράντα βρέχυσταν τάμα είκοσι πέντε φοράς και η θύρα άνοιξε, γιατί είκοσι πέντε γρόσια θειάνουν χίλια παράδια και γρόσι έχ' σαράντα παράδια, και σαράντα δράκοι είκοσι πέντε φοράς νίσκεται χίλια φοράς. Να μην τα πολυλογούμε, σαν άνοιξεν η θύραμ παγίντζεν (λιποθύμησε) ο φιλάργυρος, τον ξύψαν', τον ρώτσαν' πόσα φοράς ήρτεν κι εκείνος είπε: «Εγώ δεν φταίβω, ο αδελφό μ' φταίβ', εκείνος μ' έφερεν», τον ρώτζαν πού έν' ο αδελφό τ' και κείνος είπε το χωριό τ' και το σπίτι κι οι δράκοι ύστερα τον έπιασαν, τον έσκισαν' ας τη μέσ' και τον ποίκαν δύο κομμάτια κι ύστερα τον κρέμασαν στην θύρα απάνω, το 'να το μέρος ας τα δεξιά και τ' άλλο ας τα ζερβιά. Υστερα είπεν ο μέγας: «Και τον άλλον τ'άλλο σήμερα διανταρό σαν τελειώσωμεν πο 'χομεν το 'ργο πρέπ' να πάμ' στο χωριό τ' να τον σκοτώσοωμε, γιατί αν το μάθουν κι άλλοι ύστερα, γλυτωμό δεν έχομ'».

Ας το σπίτι του φιλαργύρ' φύλαξαν πεντέξι μέρες, σαν είδιαν που δεν ήρτεν, παγαίνουν στον αδελφό τ' και τον ρωτούν, εκείνος ρώτζεν: «Πού πήγε;» «Εκεί που πήγετε μια φορά 'ντάμα», τον λένε, σευτύς χτύπεν' το κεφάλι τ' κι είπε: «Ποιος τον είπεν να πάγει' μοναχό τ, να πάγω να διώ πού πήγε. Γιατί θέλεσεν να ποίκ' ας εμέν' κρυφάς πράγματα». Τον παρακάλσαν να πάγ' να διεί τι νότον', κι ετός σηκώθην' την άλλη μέρα, πήγεν εκεί και είδιεν τον αδελφό τ' απάνω στην θύρα. «Αχ αδελφέ», είπε, «η φιλαργυρία σ' σ' έφαγε». Μούλωσεν

p. 449
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/450.gif&w=600&h=915

μέσα στο τυρπί, ήλθαν το βράδ' οι δράκοι, πρίχουμ' να μουν (μπουν) απέσω, ο μέγας σήκωσεν το κεφάλι τ', είδιε τον φιλάργυρο κι είπε: «Ε! πώς τα πας μετά δύο μέρες, κι ο αδελφός σου νά' ρτ' να σ' εύρει, να τον δείξομεν τι χαλάέρχονται εδώ πέρα». Υστερα γύρσεν στους άλλους δράκους και τους είπε: «Πήρετε τα τουλούμια;» κι εκείνοι είπαν: «Ο πράσινος δράκος τα πήρε».

Υστερα τους είπεν: «Ταχύ τελειώνουν όλα μας τα 'ργατα, τ' άλλ' ταχύ (μεθαύριο) να μήτε όλοι σας στα τουλούμια μέσα κι εγώ να σας φορτώσω σε σαράντα βορτόνια για τυρί και να πάμε στο χωριό του κρεμασμέν', να κατεβούμ' στο σπίτι του αδελφού τ', να τον πούμ' πως τον τα στέλλ' ο αδελφός του τα τουλούμια και τη νύχτα να τον πνίξομ' κι εκείνον και τα παιδιά τ' κι αβούτζα να γλυτώσομε ας ένα μέγα οχτρό».

Ο καημένος ο καλόγνωμος αδελφός από πέσω ας το τυρπί, όταν ήξεν ετούτα, η καρδιά τ' κτυπούσε σαν ωρολόγι. Να μη τα πολυλογούμε, την άλλη μέρα, άμα έφυγαν οι δράκοι, σηκώνεται και φέγν' χωρίς να τρανήσει δεξιά κι ζερβιά, έρχεται στο σπίτι τ', συλλογιέται τι να ποίκ', είχε ένα μέγα φούρνο και τον άναψε δύο μέρες κατά σειράν. Ήρτεν ο δράκος με σαράντα βορτόνια φορτωμένα με τυρί, σαν Αβανεσίτης κυρατζής (αγωγιάτης), γιανές πως τον πίταξεν ο αδελφό τ' και την άλλη μέρα να ζυγιάσει και να τον δώκ' τα τυριά. Ο καλόγνωμος τον πήρε στο σπίτι τ' και τα τουλούμια τα 'βαλε σ' ένα μέρος. Τη νύχτα, σαφού έφαγε ο δράκος, μέθυσε και κοιμήθη. Ποτέ κοιμάται, παγαίν' ο καλόγνωμος, τον κτυπά μ' ένα μαχαίρ' στην καρδιά και τον αφήν' στον τόπο τ', ύστερα πήρεν κι όλα τα τουλούμια, τα' πιασεν και τα 'ριψεν στον φούρνο, σαφού τα 'δινε ένα μαχαιριά και όλους τους έκαψεν.

Την άλλη μέρα πήρε τα μουλάρια και πήγε και εκατό μέρες και εκατό νύχτες κουβαλούσε το βιο των δράκων και δεν τελείωνε. Υστερα νότον πλούσιος και καθημέρα είχε στο σπίτι τ' για τους φτωχούς τραπέζια και βοηθούσε όλους. Κι έφκιασε σ' ούλο τον κόσμον πολλές καλοσύνες και ήτον πολύ ευχαριστημένος κι ημείς καλύτερα. Ας ετό το παραμύθι μαθαίνομ' να μη γκυρεύομε τα πολλά, γιατί όποιος ζητά τα πολλά χάνει και τα λίγα, σαν τον φιλάργυρο, κι όποιος έν' ευχαριστημένος ας τα λίγα, βρίσκ' τα πολλά σαν τον καλόγνωμο.

Α. Σαραντίδης, Η Σινασός, Εν Αθήναις 1899, 211-216. Παραλλαγή από τη Σινασό της Καππαδοκίας.

p. 450
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/451.gif&w=600&h=915

ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

I: Οι ήρωες

α: Δύο αδέρφια" α1: δύο γείτονες' α2: άλλο' α3: ο ένας φτωχός και ο άλλος πλούσιος' α4: ο φτωχός έχει πολλά παιδιά που δεν μπορεί να θρέψει' α5: ο πλούσιος είναι άκληρος' α6: τη Λαμπρή (τα Χριστούγεννα ή άλλη γιορτή) ο φτωχός δεν έχει φαΐ (ένα αρνί, κρέας) ' α7: η φτωχή γυναίκα ζυμώνει στο σπίτι της πλούσιας και με τα ζυμάρια που μένουν στα χέρια της φτιάχνει φαγητό στα παιδιά της, τα παιδιά της φτωχής είναι πάντοτε υγιή, ενώ τα παιδιά της πλούσιας καχεκτικά, αλλά δεν της επιτρέπουν να φύγει με τα ζυμάρια στα χέρια [πβ. AT/ATU 750* (The Old Man's Blessing)].

β: Ο φτωχός (ή η γυναίκα του) ζητά από τον πλούσιο (ή τη γυναίκα του) ελεημοσύνη' β1: αυτός αρχικά του δίνει' β2: (κατόπιν) τον διώχνει' β3: τον στέλνει στο διάβολο και ο φτωχός φεύγει να τον βρει' β4: ο φτωχός αναζητά' β5: την τύχη του' β6: ξύλα στο δάσος' β7: δουλειά' β8: φαΐ για τα παιδιά του' β9: άλλο.

II: Ο φτωχός στο λημέρι των δράκων

α: Ο ήρωας ανεβαίνει σε (κάθεται κάτω από) ένα δέντρο' α1: πλάτανο' α2: βρίσκει άλλο καταφύγιο' α3: παραφυλάει' α4: ακολουθώντας τη συμβουλή ενός προσώπου' α5: μιας γριάς' α6: ακούει μια μεγάλη φασαρία.

β: Βλέπει' β1 σαράντα' β2 άλλος αριθμός' β3 δράκους' β4 ληστές (κλέφτες)' β5 άλλο' β6: φορτωμένους ή με φορτωμένα ζώα (καμήλες, μουλάρια)' β7: να μπαινοβγαίνουν με τη χρήση μιας μαγικής φράσης στο λημέρι με τους θησαυρούς τους' β8: με τα φαγητά (τις προμήθειές τους).

γ: Το λημέρι είναι μέσα σε μια σπηλιά' γ1: βράχο' γ2: βουνό' γ3: δέντρο' γ4: όπου ο ήρωας είναι κρυμμένος' γ5: πλάκα στη γη' γ6: παλάτι' γ7: πύργο' γ8: άλλο.

δ: Η μαγική φράση είναι: «Άνοιξε κουδουμουντού» (ή άλλη παρεμφερής)' δ1: «ατς καπί, καπά καπί» (ή άλλη παρεμφερής)' δ2: «άνοιξε πόρτα, κλείσε πόρτα»" δ3: άλλο.

ε: Κατά την απουσία τους, ο φτωχός, επαναλαμβάνοντας τη μαγική φράση, μπαίνει στο λημέρι τους, γεμίζει φλουριά (λίρες, χρυσάφι) και επιστρέφει πλούσιος" ε1: πηγαίνει ξανά στο λημέρι των δράκων' ε2: φέρνει στην οικογένειά του φαΐ' ε3: ρούχα' ε4: φτιάχνει σπίτι (σπίτια)' ε5: ανοίγει μαγαζί (μαγαζιά) .

p. 451
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/452.gif&w=600&h=915

III: Ο πλούσιος στο λημέρι των δράκων

α: Ο πλούσιος (ή η γυναίκα του) μαθαίνει το μυστικό' α1: ρωτώντας τον φτωχό (ή τη γυναίκα του)' α2: από το φλουρί που κολλά στον πάτο του δοχείου, το οποίο ο πλούσιος (ή η γυναίκα του) δανείζει στον φτωχό (ή τη γυναίκα του) αφού πρώτα το άλειψε με μέλι για να δει τι θα μετρήσουν' α3: οι δύο ήρωες πηγαίνουν μαζί στο λημέρι των δράκων (κλεφτών).

β: Ο πλούσιος (ξανα)πηγαίνει μόνος του στο λημέρι των δράκων (ή κλεφτών)' β1: διαδοχικές φορές' β2 έπειτα από προτροπή της άπληστης γυναίκας του' β3: κλείνεται μέσα επειδή ξεχνάει τη μαγική φράση που πρέπει να πει για να βγει' β4: κάνει λάθος στο μέτρημα και πέφτει πάνω στον κρυμμένο δράκο (κλέφτη)' β5: καθυστερεί για να μαζέψει περισσότερα πλούτη' β6: κρύβεται όταν τους ακούει να έρχονται' β7: οι δράκοι τον ανακαλύπτουν' β8: επειδή μυρίζουν «ανθρώπινο κρέας»' β9: τον κόβουν σε κομμάτια' β10: που τα κρεμούν' β11: τον τρώνε.

γ: Ειδοποιημένος από τη γυναίκα του πλούσιου' γ1: ο φτωχός επιστρέφει και παίρνει κρυφά το σώμα του πλούσιου' γ2: δίνει τα κομμάτια να τα ράψει' γ3: ένα ράφτης (μπαλωματής)' γ4: ένας παπουτσής' γ5: τον ζωντανεύει με το αθάνατο νερό.

IV: Η αναζήτηση των δράκων (κλεφτών) [πβ. AT 954 (The Forty Thieves)]

α: Οι δράκοι (κλέφτες) αναζητούν τον άλλο κλέφτη" α1: βρίσκουν το ράφτη (παπουτσή) που παινεύεται επειδή έραψε άνθρωπο, έτσι τους οδηγεί στο σπίτι του φτωχού" α2: ρωτούν ποιος πλούτισε πρόσφατα' α3: ποιος έκανε πρόσφατα κηδεία" α4: τον ανακαλύπτουν με άλλον τρόπο" α5: σημαδεύουν το σπίτι του, αλλά η έξυπνη υπηρέτρια σημαδεύει όλα τα σπίτια.

β: Οι δράκοι (κλέφτες) μπαίνουν στο σπίτι (μαγαζί) του φτωχού κρυμμένοι σε πιθάρια (ασκιά, σακιά, τουλούμια)' β1: για το λάδι" β2: μέλι" β3: κρασί' β4: τυρί" β5: βούτυρο' β6: που μεταφέρει ο αρχηγός τους μεταμφιεσμένος σε έμπορο.

γ: Η υπηρέτρια' γ1: οι υπηρέτριες' γ2: που πάνε να πάρουν μέλι για να φτιάξουν τηγανίτες' γ3: τα παιδιά του φτωχού' γ4: άλλος' γ5: τους παίρνει (παίρνουν) είδηση (ακούγοντας τις ερωτήσεις τους μέσα από τα σακιά: «Είναι ώρα;»)' γ6: και ειδοποιούν τον ήρωα' γ7: ο ίδιος ο ήρωας τους αναγνωρίζει' γ8: και τους εξοντώνει (εξοντώνουν)' γ9: ζεματίζοντάς τους' γ10: καίγοντάς τους' γ11: με άλλο τρόπο' γ12: σκοτώνει (σκοτώνουν) και τον αρχηγό τους' γ13: αφού πρώτα τον έχει μεθύσει (μεθύσουν) ' γ14: ρίχνουν τα σακιά στη θάλασσα (πηγάδι)' γ15: τα πλούτη τους μένουν στον φτωχό.

p. 452
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/453.gif&w=600&h=915

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΩΝ

ΗΠΕΙΡΟΣ

1. ΛΑ 1261 (ΣΜ 91), 1-2, περιοχή Κόνιτσας, «Οι δράκοι». Ι: α. II: β, β3, β7, ε. III: β, β7, β9.

2. ΛΑ 1261 (ΣΜ 91), 13-14, Γενναδιού-Μολίστης Κόνιτσας, «Οι σαράντα δράκοι». Συμφυρμός με AT/ATU 750*. Ι: α, α3, α7, β4. II: α, β, β1, β3, β7, γ, ε. III: α, α1, β, β4, β9, γ1, γ2, γ3.

3. ΛΑ 1261 (ΣΜ 91), 17-20, Μολίστη, «Τα σαράντα τλούμια». Ι: α. II: α, α3, α4, α5, β, β1, β4, β7, ε, ε5. III: α, α1, β, β2, β4, β9, β10, γ1, γ2, γ4. IV: α, α4 (ζητούν από το χανιτζή, που είναι ο ήρωας, κατάλυμα), β, β2, γ1, γ2, γ5, γ10.

4. ΛΑ 1262 (ΣΜ 92), 1-2, Πεκλαρίου Κονίτσης, «Οι δράκοι». Ι: α, α3, β1, β2, β4, β9 (να βγάλει λεφτά). II: α, β, β1, β3, β7, γ8 (σπίτι), ε. III: β, β4, β9.

5. ΛΑ 1295 (ΣΜ 125), 368-370, Ζαγόρια, «Οι δυο αδελφοί». I: α, β4, β7. II: α, β, β2 (δέκα), β4, β7, γ, ε. III: α, β, β4, β7, β10, γ1, γ2, γ4. IV: α, α1, β, β1, β6, γ3, γ5, γ8.

6. ΛΑ 2277 Γ', 61-63, Κουτσόβλαχοι Ηπείρου, άτιτλο. Ι: α, α3, β, β3 (διαβόλου τη μάνα). II: Σε μια γκορτσιά, β, β1, β4, β7, γ5, ε. IV: α, β, β1, γ8, γ11 (με το σουβλί).

7. ΛΑ 2302, 439-442, Δωδώνη, άτιτλο. I: α, α3. II: β, β1, β3, β7, γ6, ε. III: α, β, β7, β9, γ1, γ2, γ3. IV: α, α1, οι δράκοι σκοτώνουν τον αδελφό.

8. ΛΑ 2753, 257-263, Δίλοφο Ζαγορίου, άτιτλο. Συμφυρμός με AT/ATU 750*. Ι: α, α3, α7. II: α4 (καλόγερος-άγιος), β, β1, β4, β7, γ, ε. III: α, β (αφιλόξενος στο γέρο), β2, β4, β7, β9, γ1. IV: α, β, β2, γ1, γ6, γ9, γ15.

9. ΛΑ 3018, 40-44, Κουκούλι Ζαγορίου, «Η τύχη των φτωχών». Συμφυρμός με AT/ATU 750*. I: α7, β4, β9 (να μαζέψει χόρτα). II: Ο φτωχός βρίσκει το κιούπι με τις λίρες των κλεφτών. III: α, β, β9, γ1, γ2, γ3. IV: α, α1, β, β2, γ7, γ10.

10. Ρεμπέλη, Κονιτσιώτικα, 137-138, Κόνιτσα, «Η τζιάνα». I: α, α3. II: β, β4, γ, δ3. III: β1, β3, β9.

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

11. ΛΑ 1267 (ΣΜ 97), 23-24, Λάρισα, «Οι δυο αδελφοί». I: α, α3, α6, β1 (ο

p. 453
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/454.gif&w=600&h=915

πλούσιος δίνει χρήματα στο φτωχό τη Λαμπρή, μια φορά το ξεχνά), β4, β5. II: α, β, β1, β4, β7, γ5, ε. III: α, β, β2, β4.

12. ΛΑ 1268 (ΣΜ 98), 45-46, Λάρισα, «Ο πτωχός και πλούσιος». Ι: α1, α3, β, β2. II: α, β, β1, β3, β7, γ1, δ, ε. III: α, α3, β1, β3, β10, γ1.

13. ΛΑ 1269 (ΣΜ 99), 31-32, Λάρισα, «Οι σαράντα δράκοι». Ι: α, α3, β4, β6. II: α, β, β1, β3, β7, γ, δ3, ε. III: α, β, β3, β9, γ1, γ2, γ4, γ5.

14. ΛΑ 1269 (ΣΜ 99), 45-46, Λάρισα, «Ο πτωχός και ο πλούσιος». I: α, α3, α4, α5, β4, β6. II: α, β, β1, β3, γ1, δ3, ε. III: α, α2, β1, β7, β9, γ, γ1. IV: α, β, β2, β6, γ3, γ5, γ10.

15. ΛΦ 325, 12-17, Καρδίτσα, «Οι δυο φτωχοί και οι δράκοι». Τ' αδέλφια αφήνουν στο σταυροδρόμι τα δαχτυλίδια τους. Ο ένας παίρνει το δρόμο που δε γυρνάει και βρίσκει τη σπηλιά των δράκων. II: δ2, ε. III: α, β, β9. IV: α, β, β3, γ4 (η νοικοκυρά), γ5, γ10.

16. ΛΦ 793, 1-3, Μακρινίτσα Βόλου, άτιτλο. I: α, α3, β, β3 (στου διαβόλου τη μάνα). II: α1, α3, β, β2 (7), β3, β7, γ7, δ2, ε. III: α, α1, α3, β1, β3, β6, β7, β8, β10, γ1 (η αστυνομία ειδοποιημένη από περαστικό). IV: α, α1.

ΘΡΑΚΗ

17. ΛΦ 243, 3-5, Κίρκη Αλεξανδρούπολης, «Ο πλούσιος και ο φτωχός αδερφός». Συμφυρμός με AT/ATU 750*. Ι: α, α3, α7, β4, β5. II: α, β, β1, β3, β7, γ3, δ3, ε. III: α, α1, β, β5, β9, γ1. IV: α, β, β4, γ3, γ6, γ8, γ9, γ12, γ13.

18. ΣΠ 77, 11-13, Αίνος, «Τα δυο αδέρφια». Ι: α. II: β1, β3, β7, δ2. IV.

19. Θρακικά 17, 1942, 135-137, Τυρολόη, «Οι δυο συννυφάδες». Ι: α, α3, α4, β4, β8. II: α, β, β1, β3, β6, β7, γ6, δ2, ε, ε2, ε3. III: α, α1, α3, β, β1, β7, β9 (και τη γυναίκα του), β11.

20. Σταμούλη - Σαραντή Β', 155-156, Καστανιές, «Τα δυο αδέλφια κι οι σαράντα δράκοι». Συμφυρμός με AT/ATU 750*. Ι: α, α3, α7. II: β, β1, β3, γ6, δ3, ε. III: α, β, β3, β9, γ1. IV: α, β, γ8, γ10.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

21. ΙΛ 725 Α, 203-207, Χαλκιδική, άτιτλο. Ι: α, α3. II: β, β4, γ8 (καλύβι), δ3, ε. III: α, α2, β, β3, β7, γ1, γ2 (τα ράβει ο ίδιος). IV: α, β, β1, γ3, γ12, γ14.

p. 454
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/455.gif&w=600&h=915

22. ΛΑ 1247 (ΣΜ 77), 59-61, Ελευθερούπολη, «Τα δυο αδέλφια». Συμφυρμός με AT/ATU 750*. I: α, α3, α7, β4, β5. II: α, β, β2 (σαράντα), β3, β7, γ6, ε.

23. ΛΑ 1248 (ΣΜ 78), 9-10, Καβάλα, «Οι δράκοι». Ατελές.

24. ΛΑ 2761, 270-274, Νέο Σούλι Σερρών. I: α, α3, β (Πρωτοχρονιά), β1 (του δίνει λίγα), β4 (φεύγει στο βουνό). II: α, β, β1, β3, β7, γ, ε. III: α, β, β7, β9. IV: α, β, β2, γ3, γ6, γ8, γ15.

25. Eckert-Formozis, 72-75, περιοχή Κοζάνης, «Τα δυο αδέλφια κι οι δράκοι». Συμφυρμός με AT/ATU 750*. I: α, α3, α7, β4, β6. II: α4, α5, β1, β3, γ, 83, ε. III: α, β, β3, β6, β7, β9, β10, γ1, γ2, γ3. IV: α, α1, β, β5, β6, γ1, γ2 (χαλβά), γ5, γ6, γ8, γ9, γ12, γ13.

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

α. Νησιά Ανατολικού Αιγαίου

26. ΛΦ 31, Αγιάσος Λέσβου, «Γοι σαράντα δράτσ'». Ι: α1, α3, β4, β6. II: β, β1, β3, β7, γ7, δ1, ε. III: α, α1, β, β3, β7, β10.

27. ΛΦ 476, 5-8, Αγιάσος Λέσβου, «Για σαράντα δράτσ'». I: α, α3. II: β, β1, β3, β7, γ, γ2, δ3, ε, ε4. III: α, α1, α3, β1, β3, β6, β7, β8, β9, β10, γ, γ1, γ2, γ4. IV: α, α1, β, β2, β6, γ, γ5, γ6, γ8, γ9, γ12, γ14, γ15 (και σε όλο το χωριό). .

28. ΛΦ 491, 21-23, Σάμος, «Πλούσιος και φτωχός αδελφός». Συμφυρμός με AT/ATU 750*. Ι: α, α3, α7. II: β (τυχαία), β1, β3, γ7, ε. III: α, β, β5, β9, γ1, γ2, γ4. IV: α, β, γ3, γ6, γ8, γ11 (σουβλίζει), γ14.

29. ΛΦ 522, 26-33, Σκουραίικα Σάμου, «Ου πλιονέχτς αδιρφός κι οι σαράντα δράκ'». Ι: α, α3, α4, β4, β6. II: α, α1, α3, α4 (αράπης που εμφανίζεται με το 'ωχ αλίμονο' του φτωχού), β, β1, β3, β7, γ8 (τρύπα), δ, ε, ε2, ε3. III: α, α1, β, β3, β4, β6, β7, β8, β9, β11. Ο φτωχός αφήνει το δαχτυλίδι του αράπη, το παίρνει ο αρχιδράκος και πεθαίνει. Ακολουθώντας τη συμβουλή της μάγισσας, οι δράκοι ξερνούν τα κομμάτια του πλούσιου για να αναστηθεί ο αρχηγός τους. Με το δαχτυλίδι στο δάχτυλο του κομματιασμένου πλούσιου αυτός ξαναζωντανεύει.

30. ΛΦ 1173, 11-13, Ερεσός Λέσβου, «Η κουδούνα». I: α, α3. II: β, β1, β3, β7, δ, ε. III: α, β, β3, β9. IV: α, β, β1, γ4 (υπηρέτης), γ10.

31. ΛΦ 1469, 1-4, Σάμος, «Ο φτωχός κι ο πλούσιος». Συμφυρμός με AT/ATU 750*. I: α, α3, α7, β4, β6. II: α, α6, β, β1, β3, β7, γ3, γ4, γ6, δ, ε, ε2, ε4. III: α, α1, β, β4, β9, β11.

32. ΛΦ 1511, 1-8, Λέσβος, «Ο φτωχός, ο πλούσιος και οι σαράντα δράκοι».

p. 455
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/456.gif&w=600&h=915

I: α1, α3, β4, β5. II: α, α6, β, β1, β3, β7, γ1, δ3, ε, ε3, ε4. III: α, α1, α3, β, β3, β6, β7, β8, β9, β10, γ1. IV: α, α3, β (στο χάνι του χωριού), β2, β6, γ4 (ιδιοκτήτης του χανιού), γ5, γ8, γ9, γ12.

33. Folklore VII, 1896, 155-159, Λέσβος, «Οι σαράντα κλέφτες». Ο φτωχός που προτιμά να υποφέρει παρά να πουλήσει τις κόρες του αμείβεται, στα πόδια του τρία δολλάρια. II: β, β1, β3, β7, γ6, γ8 (τοίχο), δ3, ε. Την τέταρτη φορά που ξαναμπαίνει τον τσακώνει ο δράκος και τον σκοτώνει. IV: α, α4 (από το διαμάντι που πουλάει η κόρη του γέρου για να αγοράσει δαχτυλίδι), β, β6, γ4 (μικρότερη κόρη), γ10. Από το φλουρί που κολλάει στο δοχείο, αλειμμένο με μέλι, η γειτόνισσα μαθαίνει την αλήθεια και στέλνει τον άντρα της στη σπηλιά αλλά αυτός μην ξέροντας το σύνθημα κλείνεται μέσα, το ίδιο παθαίνουν και οι άλλοι δύο άντρες που παντρεύεται. Αρπάζει το θησαυρό των κοριτσιών που απομένουν φτωχά. Η συνέχεια όπως AT/ATU 311, βλ. παρ. αρ. 37.

34. Kretschmer, LD, 514-517, Λέσβος, «Τα σαράντα τουλούμνια» (Kretschmer, NM, 28- 31, αρ. 7, «Die vierzig Schläuche»). I: α, α3, α6, β4, β9 (αρνί για τη Λαμπρή). II: α, α4, β, β2 (41), β3, β7, γ7, ε, ε4, ε5. III: α, α1, β, β4, β7, τον σφάζει, γ, γ1. IV: α, α2, β, β2, β6, γ1 (παρακόρες), γ2, γ5, γ6, γ8, γ9, γ12, γ14, γ15.

35. Pernot, Et. Ling., 294-298, Πυργί Χίου, «Ali Baba et les quarante voleurs». II: α3, β, β2 (12), β3, β7, γ1, ε. III: α, β, βρίσκει κοιμισμένο τον δράκο (μάτια ανοιχτά), που άφησαν οι άλλοι για να πιάσει τον κλέφτη και γεμίζει και αυτός τσουβάλια φλουριά. IV: α, β, β6, γ8, γ9, γ12. Τα δυο αδέλφια πηγαίνοντας να πάρουν κι άλλα φλουριά βρίσκουν δικέφαλα θηρίο και γυρίζουν πίσω άπρακτοι.

36. Σταματιάδης Ε', 598, Σάμος, άτιτλο. II: β, β1, β4, γ3, δ3.

β. Δωδεκάνησα

37. ΛΑ 2193 Β', 445-452, Τήλος, άτιτλο. I: α, β4, β9 (ο μικρότερος αδελφός φεύγει επειδή η γυναίκα του μεγαλύτερου τον κατηγορεί ότι τάχα δεν τη σεβάστηκε). II: ανεβαίνοντας στο απαγορευμένο βουνό, β, β2 (41), β3, γ, ε. III: α, β, β2, β4, β9, γ1. IV: α, β, γ3, γ11 (τους σουβλίζουν και τους καίνε).

38. ΛΑ 2279, 179-184, Λέρος, άτιτλο. I: α, α3. II: β, β1, β3, β7, γ, 8, ε. III: α, β, β7, β9, γ1, γ2, γ4. IV: α, α1, β, β2, γ4 (δούλοι), γ8, γ11 (τους ρίχνουν στο πηγάδι).

39. Ζωγράφειος Αγών Α', 1891, 418, αρ. 2, Νίσυρος, άτιτλο. Ι: α1. II: β, β2 (σαράντα ένας), β3, β7, γ7, δ3, ε. III: α, α2, β, β3, β6, β11.

p. 456
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/457.gif&w=600&h=915

40. ΛΦ 999, 1-5, Σύμη, «Ο φτωχός και ο πλούσιος». Συμφυρμός με AT 750*. I: α, α3, α7, β4, β6. II: καθισμένος κάτω από το πεύκο αναστενάζει αχ και εμφανίζεται παλικάρι που τον λένε έτσι και του δίνει φλουριά, β, β2 (σαράντα ένας), β7, γ5, δ1, ε, ε5. III: α, α1, β, β1, β4, β7, β11, γ1, γ2, γ4. IV: α, α2, β, β2, γ, γ2 (πιταρίδια), γ5, γ6, γ7, γ10, γ12, γ13, γ14.

41. ΛΦ 1270, 15-19, Σύμη, «Οι δράκοι». Ι: α. II: α2 (κρύβεται σε λάκκο), α3, α6, β, β1, β3, β7, γ7, δ3, ε. III: α, α1, α3, β1, β2, β4, β9, β10, γ, γ1. IV: α, α2, β, β1, γ7, γ8, γ9, γ12, γ13, γ14, γ15.

γ. Εύβοια - Σποράδες

42. Πέρδικα, 178-181, Σκύρος, «Οι σαράντα δράτσοι». I: α, α3, β, β1, β2, β4. II: α2 (μπαίνει σε σπηλιά), α6, β, β1, β3, β7, β8, γ1, γ6, δ3, οι δράκοι τον λυπούνται και του δίνουν φλουριά, ε2, ε3. III: α, α1, β, β3, β7,

βΠ.

43. Ρήγας, 63-66, Σκιάθος, «Ου πλάτανους κι οι σαράντα δράκ'». I: α, α3, α4, β, β1, β2, β4. II: α1, α3, α6, β, β1, β3, β6, β7, γ3, δ3, ε, ε4. III: α, α1, β, β1, β7, β10, γ, γ1, γ2, γ4. IV: α, α1, α4 (είναι ο μόνος που μπορεί να αγοράσει όλα τα φορτώματα), β, β2, β6, γ, γ5, γ6, γ8, γ9, γ12, γ13, γ15.

δ. Κρήτη

44. ΛΦ 875, 1-2, Σαρακίνα Σελύνου, «Τα δύο αδέρφια». I: α, α3, α4, α5, β4. II: α, β, β1, β5 (χαραμήδες), β6, β7, γ3, δ3, ε. III: α, α1, β, β3, β5, β6, β7, β8, β10, γ, γ1.

45. ΛΦ 918, 1-3, Σαρακίνα Χανίων, «Τα δύο αδέλφια». Ι: α, α3, δεν έχει ούτε αρνάκι να δώσει στα παιδιά του τα Χριστούγεννα, β, β1, β4 (στέλνεται από τον αδερφό του), β9 (να βρει λεφτά για να επιστρέψει τα δανεικά στον αδελφό του). II: α1 (ξαπλώνει κάτω από το δέντρο), α6, β, β1, β5 (χαραμήδες), β6, β7, γ3, 83, ε. III: α, α1, β, β5, β6, β7, β8, β10.

46. ΛΦ 1216, 11-13, «Ο Κουδούμαλος». I: α1, α3, α4, α5, β4, β9 (χόρτα). II: α1 (ξεκουράζεται κάτω από δέντρο), α6, β, β1, β3, β7, β8, γ3, δ, ε. III: α, α1, β, β1, β2, β3, β9, β10, γ, γ1.

47. ΣΛ II, 101-105, Περβολάκια Σητείας, «Οι σαράντα δράκοι». I: α, α3, β3. II: α4 (ο Χριστός με τον οποίο ο ήρωας μοιράστηκε το πιταράκι του), β1, β3, γ, ε. III: β (άσπλαχνος στο γέρο), β4, β7, τον σκοτώνουν, γ1, γ5.

p. 457
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/458.gif&w=600&h=915

48. ΣΠ 105, 15-17, «Οι σαράντα δράκοι και τα φλωριά». II: β1, β3, β7, δ3. IV.

49. Δρήρος 2, 1939, 619-621, «Οι σαράντα δράκοι». I: α, α3, β2. II: β (στο δάσος), β1, β3, β7,γ1, δ1, ε. III: α, β, β7. IV: α, β, β2, γ3, γ10.

50. Λιουδάκη, Γιαγιά, 106-112, Ιεράπετρα, «Οι σαράντα δράκοι». Συμφυρμός με AT/ATU 750 *. I: α2 (δύο αδερφές και οι άντρες τους), α3, α7, β4, β6. II: α1 (ξεκουράζεται κάτω από ίσκιο), α6, β, β1, β3, β7, γ3, γ6, δ3, ε, ε2, ε5. III: α, α1, α3, β1, β4, β9, γ, γ1. IV: α, α2, β, β1, β6, γ3, γ5, γ6, γ8, γ10, γ12, γ15.

ε. Κυκλάδες

51. ΛΑ 1396, 179-187 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά), Τήνος, άτιτλο. Ι: α, α2 (ο ένας τεμπέλης), β4, β6. II: β, β1, β4, β7, δ3, ε. III: α, β, β7, τον σκοτώνουν, γ5. IV: α, β, β2, γ, γ5, γ9, γ15.

52. ΛΑ 1396, 189-197 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά), Τήνος, άτιτλο. Ι: α, α3. II: β, β1, β3, β7, δ, ε. III: α, β, β7, το σκοτώνουν. IV: β, β3, γ5, γ7, γ8 (η αστυνομία), γ15.

53. ΛΑ 1396, 199-204 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά), Τήνος, άτιτλο. I: α1, β4, β6. II: α, α3, β, β1, β3, β7, γ5, δ3, ε. III: α, α2, α3, β9. IV: α, β, β2, β6, γ9.

54. ΛΑ 1396, 267-270 (Αδ. Αδαμαντίου, Τηνιακά), Τήνος, άτιτλο. Ι: α, α3, β3. II: β, β1, β3, β7, γ7 (κάτω απ' τον πλάτανο), δ3, ε. III: α, α2. IV: α, β, β2, γ5, γ10.

55. Παρνασσός Δ', 1880, 228-235, Σύρος, «Οι δυο αδελφοί κι οι σαράντα εννιά δράκοι». Συμφυρμός με AT/ATU 750*. I: α, α3, α4, α7, β9 (ο φτωχός φεύγει να αυτοκτονήσει). II: α, β, β2 (49), β3, β7 (παραλείπεται η μαγική φράση), γ6, ε, ε4. III: α, α1, β, β4, β7, β9, β10, γ, γ1, γ2, γ3. IV: α, α1, β, β6, γ3, γ5, γ6, γ8, γ11 (ο φτωχός τους περνάει με την καμένη σούβλα), γ12, γ14, γ15.

56. Roussel, αρ. 39, Μύκονος, άτιτλο. I: α, α3, β, β1, β3. II: α, β, β1, β4, β7, γ2, δ, ε, ε4. III: α, α1, β, β3, β7, τον σκοτώνουν. IV: α, α4 (όποιος αγοράσει όλα τα τουλούμια), β, β1, β6, γ, γ6, γ8, γ9, γ12, γ14.

57. Roussel, αρ. 40, Μύκονος, άτιτλο. I: α, α3, β4, β9 (με δανεικό γαϊδουράκι να φορτώσει φρύγανα). II: α2, β, β1, β3, β7, β8, γ2, δ3, ε. III: α, α2, β, β7, β9, β10, γ, γ1, γ2, γ4. IV: α, α2, β, β1, β2, β6, γ1, γ2, γ6, γ8, γ9, γ12, γ14.

p. 458
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/68/gif/459.gif&w=600&h=915

ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ

58. ΙΑ 842, 280-284, Οθωνοί Κέρκυρας, άτιτλο. Ι: α, α3, β4. II: α, β1, β4, β7, γ5, ε, οι ληστές τον κυνηγούν, τον κρύβει ο γέρος που συναντά σε σακί με βαμβάκι. III: α, α1, β, β4, β10. IV: α, α2, α4 (τον έχει μαρτυρήσει ο αδερφός του), β, β2, β6, γ1, γ2, γ5, γ8, γ15.

59. ΛΦ 291, 7-8, Κατωμέρι Λευκάδας, «Ο φτωχός κι ο πλούσιος αδερφός». Συμφυρμός με AT/ATU 750*. I: α2 (θείος και ανιψιός), α3, α7, β, β1, β3 (στον τάδε). II: α, α3, α4, β, β1, β3, β7, γ8 (σπίτι), ε. III: α, α1, β, β7.

60. ΛΦ 1528, 1-6, Λευκάδα, «Οι σαράντα δρακόντοι». I: α, α3, β4, β5. II: α, β, β1, β3, β7, γ5, δ3, ε, ε4. III: α, α3, β, β3, β9, γ, γ1, γ2 (τα ράβει ο φτωχός με το βελόνι που του έδωσε ο καλόγερος). IV: α, α4 (από τον καλόγερο), β, γ, γ5, γ8, γ9, γ12, γ14.

61. Λαογραφία Γ, 1929-1932, 416-418, Λυκούδι Ζακύνθου, «Ο πλάτανος». I: α, α3, α6, β, β1, β2, β4. II: α, α6, β, β4, β7, δ3, ε. III: α, α1, β, β3, β6, β7, β9. IV: α, α2 (γίνεται κουμπάρος του), β, β2, γ3, γ5, γ6, γ8 ( η αστυνομία).

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

62. ΛΑ 1186 (ΣΜ 16), 203-207 Ηλεία, «Οι σαράντα δράκοντες». Ι: α, α3. II: δ. III: α, β, β7, β9, γ1, γ2, γ3. IV: α, α5, β, γ, γ9.

63. ΛΑ 1277 (ΣΜ 107), 17-18, Τρόπαια, άτιτλο. I: α, α3, β4, β7. II: α2 (σε κουφάλα δέντρου), β, β3, β6, γ5, δ3, ε. III: α, α2, β, β4, β9.

64. ΛΑ 1277 (ΣΜ 107), 19, Τρόπαια, άτιτλο. I: α, α3, β (αμνό για το Πάσχα), β2, β4, β7. II: α, α3, β, β1, β3, γ5, δ3, ε. III: α, β, β4.

65. ΛΑ 1282 (ΣΜ 112), 187-190, Κυπαρισσία, άτιτλο. I: α, α3, ο κακός πλούσιος ταΐζει τα παιδιά του φτωχού με αυτά που έδινε στα γουρούνια του, β4, β5. II: β, β3, β7, γ, δ3, ε. III: α, β, β7, β10, περνάει ο φτωχός με ένα φόρτωμα γυαλικά, τάχα κλαίει ότι του σπάσανε. IV: α, β, β1, γ4 (η γυναίκα του φτωχού), γ9.

66. ΛΑ 1282 (ΣΜ 112), 471, Κυπαρισσία, άτιτλο.

67. ΛΑ 1325 (ΣΜ 138), 67-68, Ηλεία, «Σαράντα αράπηδες». I: α, α3, β, β2, β4, β7. II: β, γ8 (κτίριο), δ3. IV: β, β2.

68. ΛΑ 1349 (ΣΜ 162), 11-13, περιοχή Μεγαλόπολης, «Πλούσιος και πτωχός». Συμφυρμός με AT/ATU 750*. Ι: α7. II: β, β, β2 (21), β3, γ, ε. III: α, β, β4, β9, γ1, γ2, γ4. IV: α, β, β2, γ4 (υπηρέτης), γ10.

69. ΛΑ 2934, 22-24, Μεσσήνη, «Οι σαράντα δράκοι». I: α, α3, β (το Πά-

p. 459
Search form
Search the book: Processing of tale Types and Variations AT 560-599
Search results
    Digitized books
    Page: 440
    

    31. ΛΦ 1006, 6-8, περιοχή Φθιώτιδας, «Ο Σταχτομάρης». Ι: α, α5, α6, γ1 (να ζητιανέψει), γ2, γ3, δ, δ1, στ, στ1 (βέργα), στ2. II: α, α1, α2, α5, β3 (επειδή ο βασιλιάς αρνήθηκε να του τη δώσει για γυναίκα), γ, δ, δ2, δ4 (ρόδι). III: α, β4, β9 (στρώνει το δρόμο με χρυσάφι), δ, δ1, δ4, δ5, δ9, δ10.

    32. ΣΠ 1, 177-191, Αθήνα, «Ο Γιάννης ή τα τρία χρυσά ψαράκια». Ι: α5, δ, στ, στ2. II: β3. III: β4, β6, δ, δ4, δ5, δ10.

    ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ - ΠΟΝΤΟΣ - ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ Μικρά Ασία

    33. ΚΜΣ, Γκιουλ-Μπαξέ 10, 1-12, «Ο Σταχτοπούτης». Ι: α, α5, α6, γ, ε1, ε2 (αράπης), το υπερφυσικό ον εκτελεί κάθε επιθυμία. II: α, α2, α4. Η συνέχεια όπως AT/ATU 314 (Ο κασίδης) και AT 532 (Μπιλμέμ). Το όνομα του ήρωα Μπιλμέμ. Πηγαίνει στη μάχη με κουτσό άλογο, αλλά κάθε φορά που καίει μια τρίχα έρχονται το μαύρο, το κόκκινο και το άσπρο άλογο. Νικά στη μάχη και παίρνει δώρα από το βασιλιά (ρολόι, δαχτυλίδι, μαντίλι για να δέσει το πληγωμένο χέρι του). Αναγνώριση. Γάμος.

    ΚΥΠΡΟΣ

    34. ΛΦ 1227, 38-43, περιοχή Πάφου, «Ο πελλός που την πόρταν». Αρχή όπως AT/ATU 1009 (Guarding the Store-room Door) και AT 1653 Β (The Robbers under the Tree). Από τα λάφυρα που άφησε φεύγοντας το στράτευμα του βασιλιά τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια παίρνουν τα πλούτη ενώ ο τρελός το λιβάνι. I: ε, στ. II: α, α1, α4, β, β2, β3, δ, δ5. III: α, ο ήρωας νικά τους εχθρούς του πεθερού του αλλά αυτός προσπαθεί να τον δηλητηριάσει, αποτυχαίνει, τον βάζει σε σεντούκι και τον ρίχνει στη θάλασσα αλλά αυτός βγαίνει έξω, α2, β1, β2 (καρύδια), β3, β4, β5, β7, δ, δ1, δ4, δ5, δ8, δ10, ο τρελός γίνεται βασιλιάς και κάνει το βασιλιά σύμβουλο του.

    35. ΛΦ 1280, 5-7, «Ο Τοσούλλης». Ι: β, β2, β6, δ, δ1, στ, στ1. II: β1, β3, δ, δ4 (το παιδί τον δείχνει). III: Ο βασιλιάς τους βάζει φυλακή, β3 (νησί), γ1, ε.

    36. Σακελλάριος Β', 335-337, «Ο Μιλόσκης». I: Μια γριά είχε ένα γιο που όλη μέρα καθόταν μέσα στις νηστιές και τον έλεγαν Μιλόσκη, γ1 (θρουμπιά), γ2, δ, δ1, στ, στ2, στ3. II: α, α1, β, β2, β3, γ, γ2, γ3. III: α1,