Creator/Author:Κώτση, Αγαπούλα
Title:Morbidity and mortality of children and young people during the 20th century in Greece
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:46
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2008
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Social integration
Spatial coverage:Greece
Temporal coverage:20ός αι.
Description:The present report focuses on morbidity and mortality of children (ages 0 to 14) and young people (ages 15 to 24) during the 20th century in Greece. Evolution of morbidity, as seen in analysis of use of hospital services (children-patients discharged by category of diseases) during the post-war period as well as evolution of mortality, as seen in analysis of causes of death during pre-war and post-war period, indicate that Greece has improved its relative position compared to other countries. Children's and young people's morbidity and mortality presented gradual reduction in all the post-war period. These positive changes concerned all age groups, especially the younger ages, which presented high number of deaths in all the pre-war period and during the first decades of the post-war period. Total and young population presented a similar disease pattern during the pre-war period which was replaced gradually with a differentiated disease pattern at the post-war period, compared to the total population and among the age groups of the young population. Three categories of diseases (infections and parasitic diseases, diseases of the respiratory system and diseases of the digestive system) were the most frequent causes of death of children and young persons of all age groups (less than 4, 5-14, 15-24 years old) during the pre-war period. These diseases also caused significant number of deaths of the total population, but with lower percentages. The diseases of the respiratory system and the diseases of the digestive system were important causes of death for younger ages, declining as the children increase in age (rapidly for the second category), while the infections and parasitic diseases were more frequent in the age group of 15 to 24 years. Including congenital anomalies and certain conditions originating in the perinatal period, which refer to the age group of less than 4 years old, over three-quarters of deaths and in certain years even more than 80% of youth deaths were due to these diseases. The importance of each disease category changed with respect to its contribution to mortality while new diseases became important during the postwar period. The congenital anomalies and certain conditions originating in the perinatal period are accounted for increasing percentages of childhood deaths (almost three-quarters) while at the end of 20th century injury and poisoning (mainly motor vehicle traffic accidents) are the cause of death of about 40% of children aged 5 to 14 years and 70% of young people aged 15 to 24. Medical factors such as improvements in health care, increases in health care expenses, increase of medical and nursing personnel, improvements in care given to pregnant women and newborn infants, increase of births in hospital or with the presence of doctor, developments in the treatment of infections, vaccination prevention programs, or socio-economic factors such as increase in income, urbanisation of population, improvement in standards of living, better nutrition, better accommodation, level education etc, have resulted in a gradual decrease of infant, child and youth mortality, although it is not possible to determine which of these factors exerted the greatest influence at which cause of death or at which time period, and have formed the present disease pattern of the young population. After a long period, at which the treatment of illness and the reduction of mortality of children and young persons were the main concern of health care policy, the mortality for these age groups is today low while serious chronic diseases are rare. Mortality rates cannot reflect the well-being and quality of life of children and young population, as new diseases, psychological and social conditions and lifestyle changes influence this population's health negatively. These constitute new challenges for health care policy and must be given special consideration, since transition from childhood to adulthood is a crucial period during which the foundations are laid for future health. For purposes of devising, adopting or refining public health policies for young people, it is imperative to have a clear picture of the particular health risks faced by this population.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 8.14 Mb
Visible pages: 0-19 από: 314
Current page:





——————————— 46 ———————————


ΑΘΗΝΑ 2008

p. 0 01 - 0002.htm


p. 1 01 - 0002.htm


p. 2


(20ος ΑΙΩΝΑΣ)

p. 3




© ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ Αχαρνών 417, Τ.Θ. 1048,111 43 Αθήνα Τηλ. 210 2599485, Fax 210 2599302

ISBN 978-960-7138-41-5

p. 4







ΑΘΗΝΑ 2008

p. 5 01 - 0002.htm


p. 6


Η μελέτη αυτή εκπονήθηκε στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας» της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, που φιλοξενείται στο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

Η μελέτη «Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας» επιχειρεί να προσδιορίσει την ταυτότητα της ελληνικής νεολαίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα σε ένα θέμα ιδιαίτερα κρίσιμο για τις ηλικίες αυτές, αλλά και για την ποιότητα της μελλοντικής τους ζωής, ένα θέμα διαχρονικά επίκαιρο και κοινωνικά ευαίσθητο. Επιχειρεί αφενός μεν να αποτυπώσει την κατάσταση της υγείας της ελληνικής νεολαίας και τα νοσολογικά δεδομένα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, αφετέρου δε να ξεκαθαρίσει σχέσεις και εξαρτήσεις με τις ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις της εποχής. Η όσο το δυνατόν πληρέστερη συγκέντρωση και αξιοποίηση του διαθέσιμου πληροφοριακού υλικού από διάφορες πηγές και κατά το δυνατόν η ενιαία παρουσίαση του, ώστε να είναι εφικτές συγκρίσεις, αποτέλεσε επίσης αυτοτελώς ένα σημαντικό στόχο της μελέτης.

Θα ήθελα να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μου προς τα μέλη της Επιτροπής του Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας κ. Σπύρο Ασδραχά, κ. Γιάννη Γιαννουλόπουλο και κ. Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη για την ευκαιρία που μου έδωσαν να ασχοληθώ με ένα τόσο ενδιαφέρον θέμα και για την εποικοδομητική τους συμπαράσταση καθ' όλη τη διάρκεια της παρούσας εργασίας. Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω, επίσης, στους κυρίους Θανάση Βοζίκη και Γιώργο Κωστελένο για τη συμμετοχή τους ως συζητητέςσχολιαστές στην ενδιάμεση παρουσίαση της μελέτης και τα εύστοχα σχόλια και τις παρατηρήσεις τους, που συνέβαλαν στη βελτίωση της. Θα ήθελα, επίσης, να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στο φοιτητή Στέφανο Χολέβα για τη βοήθεια που μου πρόσφερε στη συλλογή μέρους του στατιστικού υλικού.

Αγαπούλα Κώτση

p. 7 01 - 0002.htm


p. 8


Η αποτύπωση των χαρακτηριστικών επιμέρους ομάδων του πληθυσμού και ο προσδιορισμός της ταυτότητας τους σε ευρύτερες χρονικές περιόδους συγκεντρώνει το ενδιαφέρον πολλών ερευνητών, καθώς, αποτυπώνοντας επιμέρους ατομικά/κοινωνικά χαρακτηριστικά, διευρύνεται η γνώση για τις συγκεκριμένες κατηγορίες του πληθυσμού, αλλά ταυτόχρονα η σύνδεση τους με τις γενικότερες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες των περιόδων αυτών ξεκαθαρίζει πτυχές και επιδράσεις τους στις επιμέρους κατηγορίες.

Η παρούσα μελέτη με θέμα τη Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα εντάσσεται στην κατηγορία αυτή και στοχεύει αφενός μεν να αποτυπώσει την κατάσταση της υγείας της ελληνικής νεολαίας και τα νοσολογικά δεδομένα σε διάφορες υπο-περιόδους στη διάρκεια του 20ού αιώνα, αφετέρου δε να ξεκαθαρίσει σχέσεις και εξαρτήσεις με τις ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις συνεισφέροντας στην ιστορικοποίηση της έννοιας των νέων γενεών.

Στην ιστορική έρευνα η νοσολογία θεωρείται πλέον απαραίτητη παράμετρος για κάθε κοινωνική έρευνα του παρελθόντος και βασικός παράγοντας ερμηνείας των κοινωνικών εξελίξεων ενός τόπου, καθώς επηρεάζει όχι μόνο τα δημογραφικά και οικονομικά δεδομένα μιας χρονικής περιόδου, αλλά συγχρόνως τροποποιεί παράγοντες καθοριστικούς για τις κατοπινές διαμορφώσεις των κοινωνιών σε στενά και ευρύτερα όρια. Ως ζωτική παράμετρος κινήθηκε και κινείται σε ένα ευρύ πλαίσιο αλληλεπιδράσεων με όλους τους συνιστώντες παράγοντες της διαμόρφωσης και εξέλιξης των κοινωνιών, έτσι ώστε τα αποτελέσματα που προκύπτουν να έχουν ένα βάθος και μια έκταση μέσα στις χωροχρονικές εξελίξεις, οι οποίες οδηγούν όχι μόνο σε διαφορετικές ερμηνείες ιστορικών φαινομένων, αλλά προβάλλουν και τις δυνατότητες για μελλοντικές εκτιμήσεις, που από πρώτη άποψη είναι συγκαλυμμένες1.

1. Α. Σταυρόπουλος, «Στοιχεία και προβληματισμοί για τη νοσολογία της νεότητας του 19ου αι. μέσα από δυο επιστημονικές προσεγγίσεις της εποχής», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Ιστορικότητα της Παιδικής Ηλικίας και της Νεότητας», τ. Α', Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα 1986.

p. 9

Οι ερευνητικές εργασίες σχετικά με τη νοσολογία έχουν ξεκινήσει από τον 19ο αιώνα και, πέρα από τις επιτυχίες στην ανακάλυψη των αιτιών των λοιμωδών νοσημάτων, τις προσπάθειες για την πρόληψη και αντιμετώπιση τους και τα πρώτα βήματα της ανοσοβιολογίας, κινήθηκαν κατά κύριο λόγο μέσα στο πλαίσιο της σχέσης νοσολογίας και τόπου. Σημαντικές προσπάθειες έγιναν τόσο στον ελλαδικό χώρο όσο και στο εξωτερικό, οι οποίες επικεντρώθηκαν στη διερεύνηση των δυναμικών σχέσεων των νόσων και του περιβάλλοντος. Κύριοι μελετητές της ιατρικής τοπογραφίας των πρώτων 50 χρόνων του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους ήταν ο γιατρός και μελετητής της ιατρικής τοπογραφίας και ανθρωπολογίας Κλων Στέφανος (1884) και ο υφηγητής Παιδιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Αλ. Παπαπαναγιώτου (1899), από τις εργασίες των οποίων μπορούν να αντληθούν σημαντικά νοσολογικά στοιχεία και πληροφορίες για την ελληνική νεότητα κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ενώ σκιαγραφούνται οι συνθήκες μέσα από τις οποίες προσδιορίστηκε η βιολογική και ιστορική πορεία της.

Η νοσολογία της νεολαίας θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική στην εκτίμηση της εξελικτικής πορείας της νεότητας, ενώ η συμβολή της στη διαμόρφωση των μελλοντικών εξελίξεων των κοινωνιών αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς στη φάση αυτή της ζωής μπαίνουν οι βάσεις για την κατάσταση της υγείας των ενηλίκων πλέον νέων, οι οποίοι, συμμετέχοντας ενεργά στο κοινωνικό γίγνεσθαι, διαμορφώνουν στην ουσία τη μορφή και την πορεία των μελλοντικών τοπικών ή ευρύτερων κοινωνικών συνόλων.

Η όσο το δυνατόν πληρέστερη συγκέντρωση και αξιοποίηση του διαθέσιμου πληροφοριακού υλικού από διάφορες πηγές και η κατά το δυνατόν ενιαία παρουσίαση του, ώστε να είναι εφικτές συγκρίσεις, αποτελεί αυτοτελώς ένα σημαντικό στόχο της μελέτης, καθώς η βιβλιογραφική έρευνα στον τομέα αυτό είναι πολύ περιορισμένη. Είναι γνωστό ότι τόσο στη χώρα μας όσο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες τέτοιου είδους πληροφόρηση δεν είναι συνήθως διαθέσιμη, κυρίως κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα, καθώς είτε δεν είχε δοθεί ιδιαίτερη σημασία από τους φορείς που συγκέντρωναν το αντίστοιχο στατιστικό υλικό είτε γιατί, συχνά, υπάρχει διάσπαρτη συγκέντρωση κάποιων στατιστικών στοιχείων, η οποία όμως ούτε συνεχής είναι ούτε ενιαία. Δυσχεραίνεται, επομένως, η αποτύπωση των νοσολογικών χαρακτηριστικών των ελληνικών νέων γενεών στην πορεία του χρόνου και η σύνδεση τους με τις αντίστοιχες πληθυσμιακές και οικονομικο-κοινωνικές εξελίξεις της χώρας.

Η μελέτη αποτελείται από 7 κεφάλαια:

Το Κεφάλαιο 1 αποτελεί την εισαγωγή της μελέτης.

Στο Κεφάλαιο 2 γίνονται οι απαραίτητες εννοιολογικές διευκρινίσεις και περιγράφεται η προσέγγιση που επιλέγεται για τον προσδιορισμό της

p. 10

νοσολογίας των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας. Περιγράφονται, επίσης, οι πηγές των στατιστικών στοιχείων, η επάρκεια και η αξιοπιστία τους και τα προβλήματα που προκύπτουν από τις ασυνέχειες και τον τρόπο συλλογής τους στις διάφορες υπο-περιόδους του 20ού αιώνα, καθώς η μελέτη αναφέρεται σε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και είναι αναμενόμενα τέτοιου είδους θέματα.

Στο Κεφάλαιο 3 περιγράφονται οι δημογραφικές εξελίξεις και τα χαρακτηριστικά των παιδιών και των νέων στη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Στο Κεφάλαιο 4 περιγράφονται οι εξελίξεις στη γεννητικότητα, στη θνησιμότητα και το προσδόκιμο ζωής του συνόλου του πληθυσμού και η συμβολή των νέων στην αναπαραγωγικότητα του ελληνικού πληθυσμού.

Στο Κεφάλαιο 5 περιγράφονται οι εξελίξεις στη θνησιμότητα και οι αιτίες θανάτου των παιδιών και των νέων στη διάρκεια του 20ού αιώνα και γίνονται συγκρίσεις με τις αντίστοιχες εξελίξεις στο σύνολο του πληθυσμού και τις επιμέρους κατηγορίες του παιδικού και του νεανικού πληθυσμού, καθώς και τις διεθνείς εξελίξεις.

Στο Κεφάλαιο 6 περιγράφονται οι εξελίξεις στη νοσηρότητα, τη χρήση νοσοκομειακών υπηρεσιών και οι κατηγορίες νόσων που ευθύνονται για τη νοσηρότητα των παιδιών και των νέων κατά την περίοδο μετά το 1960 (οπότε υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία) και γίνονται συγκρίσεις με τις αντίστοιχες εξελίξεις στο σύνολο του πληθυσμού, τις επιμέρους κατηγορίες του παιδικού και νεανικού πληθυσμού και τη θνησιμότητα.

Στο Κεφάλαιο 7 συνδέονται οι εξελίξεις στην παιδική και τη νεανική νοσηρότητα και θνησιμότητα με τις αντίστοιχες κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις στις επιμέρους περιόδους του 20ού αιώνα, αποτυπώνεται η κατάσταση της υγείας των παιδιών στο τέλος του 20ού αιώνα και οι νέες συνθήκες που διαμορφώνονται σε σχέση με την παιδική και τη νεανική νοσηρότητα και θνησιμότητα, οι οποίες αποτελούν τις νέες προκλήσεις της υγειονομικής πολιτικής για το τμήμα αυτό του πληθυσμού.

p. 11 01 - 0002.htm


p. 12


Αντικείμενο της μελέτης είναι η νοσολογία της νεολαίας και των παιδικών ηλικιών κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, δηλαδή η συχνότητα εμφάνισης διαφόρων ασθενειών στον παιδικό και νεανικό πληθυσμό και ο εντοπισμός των κυριότερων αιτιών νοσηρότητας στις επιμέρους ομάδες του πληθυσμού αυτού στην πορεία του χρόνου.

Στο κεφάλαιο αυτό γίνονται οι απαραίτητες εννοιολογικές διευκρινίσεις σε σχέση με τις επιμέρους ομάδες του πληθυσμού στις οποίες αναφέρεται η μελέτη, ξεκαθαρίζονται έννοιες όπως η νοσηρότητα και η υγεία και στη συνέχεια περιγράφεται η προσέγγιση που επιλέγεται για τον προσδιορισμό της νοσολογίας των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας. Περιγράφονται, επίσης, οι πηγές των στατιστικών στοιχείων, η επάρκεια και η αξιοπιστία τους και τα προβλήματα που προκύπτουν από τις ασυνέχειες και τον τρόπο συλλογής τους στις διάφορες υπο-περιόδους του 20ού αιώνα, καθώς η μελέτη καλύπτει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και τέτοιου είδους θέματα είναι αναμενόμενα.

2.1 Εννοιολογικές διευκρινίσεις

2.1.1 Παιδικός πληθυσμός και νεολαία

Η μελέτη αναφέρεται στον παιδικό και νεανικό πληθυσμό, δηλαδή σε δύο ηλικιακές ομάδες, οι οποίες δεν έχουν ακριβή όρια. Για πρακτικούς λόγους υιοθετείται η προσέγγιση που ακολουθείται τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και στον παιδικό πληθυσμό κατατάσσονται τα άτομα ηλικίας έως 14 ετών, ενώ ο όρος νεολαία αναφέρεται στα άτομα ηλικίας 15 έως 24 ετών.

Η εφηβεία, δηλαδή η περίοδος μετάβασης από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή, δεν είναι χρονικά οριοθετημένη ακριβώς ούτε ταυτίζεται με τον όρο νεολαία, καθώς η διαδικασία ψυχολογικής και φυσιολογικής ωρίμανσης διαφοροποιείται ως προς την έναρξη και τη διάρκεια της. Αναφορές στην εφηβική ηλικία συμβατικά καλύπτουν την τελευταία πενταετία

p. 13

του παιδικού και την πρώτη πενταετία του νεανικού πληθυσμού (10-14 ετών, 15-19 ετών), εκτός αν άλλως ορίζεται στη σχετική αναφορά.

2.1.2 Νοσηρότητα και υγεία

Η νοσηρότητα ή η θνησιμότητα θα μπορούσαν να θεωρηθούν η απέναντι όχθη της έννοιας της υγείας. Όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, καθώς η έννοια της υγείας δεν είναι κοινή για τους κατοίκους όλων των χωρών ούτε όλων των εποχών. Ιστορικοί, πολιτικοί, οικονομικοί και γεωγραφικοί παράγοντες επηρεάζουν την υγεία ενός πληθυσμού, και η υγεία είναι συνυφασμένη με τις πολιτιστικές και κοινωνικές συνθήκες και τον τρόπο ζωής κάθε κοινωνικής ομάδας ή κάθε ατόμου σε κάθε τόπο και κάθε εποχή.

Η έννοια της υγείας, όπως έχει προσδιοριστεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ/ WHO), δεν είναι μόνο η έλλειψη ασθένειας, αλλά η κατάσταση πλήρους σωματικής, ψυχολογικής και κοινωνικής ευημερίας. Η ευρύτητα αυτή στη θεώρηση της υγείας έχει ιδιαίτερη σημασία όταν αναφερόμαστε στην υγεία των παιδιών και των νέων.

Μετά από μια μακρά περίοδο, σχεδόν μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, κατά την οποία το κύριο μέλημα της υγειονομικής πολιτικής ήταν η μείωση της θνησιμότητας και η αντιμετώπιση της ασθένειας των παιδιών και των νέων, η θνησιμότητα για τις ομάδες αυτές είναι πλέον χαμηλή και σοβαρές χρόνιες παθήσεις είναι σπάνιες. Ωστόσο, κάποιες ασθένειες (όπως αλλεργίες) είναι συνηθισμένες και ένας μεγάλος αριθμός νέων υποφέρει συχνά από συμπτώματα (όπως πονοκέφαλοι, πόνοι στον αυχένα και τη μέση, κόπωση). Ένα νέο φάσμα νοσηρότητας, ψυχολογικο-κοινωνικών συνθηκών και τρόπου ζωής διαμορφώνουν ένα δυσμενές πλαίσιο για την ευημερία της ομάδας αυτής του πληθυσμού. Με δεδομένο ότι η μετάβαση από την παιδική στην ενήλικη ηλικία είναι μια περίοδος κατά την οποία μπαίνουν οι βάσεις για την κατάσταση της υγείας στη μελλοντική ζωή, το θέμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Πολλές ασθένειες που θα απασχολήσουν τον ενήλικο πληθυσμό έχουν την αρχή τους σ' αυτή την περίοδο της ζωής και εξαρτώνται από τις οικογενειακές, οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και μορφωτικές συνθήκες που βιώνει το παιδί ή ο νέος.

Η θνησιμότητα και η νοσηρότητα ίσως να μην απεικονίζουν πλέον επαρκώς την κατάσταση της υγείας του παιδικού και νεανικού πληθυσμού, και είναι σημαντικό να δοθεί σημασία στην ευημερία και την ποιότητα ζωής του. Η έννοια της υγείας στους νέους θα πρέπει να καλύπτει τη φυσική κατάσταση, την ψυχολογική λειτουργία (θετικές προσδοκίες για το μέλλον, εκπαιδευτικές ικανότητες, αυτοεκτίμηση), τις κοινωνικές σχέσεις (φίλοι, σεξουαλική ζωή) και τις δυνατότητες του περιβάλλοντος (ευκαιρίες για

p. 14

την απόκτηση νέων πληροφοριών και ειδικοτήτων, δυνατότητες για δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου, φυσικό περιβάλλον). Όμως, παρότι η βελτίωση της υγείας του παιδικού και νεανικού πληθυσμού είναι ουσιαστικά ένας πολύπλοκος συνδυασμός βιολογικών, ψυχολογικών, κοινωνικών και πολιτιστικών διαδικασιών, οι πληροφορίες που είναι διαθέσιμες, όπως συμβαίνει και για το σύνολο του πληθυσμού, αφορούν κυρίως στη θνησιμότητα, τη νοσηρότητα και τον τρόπο ζωής.

Η υγεία του πληθυσμού μπορεί να μελετηθεί με διάφορους δείκτες, όπως είναι οι δείκτες αναπαραγωγικότητας, νοσηρότητας και θνησιμότητας, καθώς και με θετικούς δείκτες, όπως είναι οι σωματομετρικοί, οι νοομετρικοί κ.λπ. Στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τους δείκτες αναπαραγωγικότητας και θνησιμότητας, για τους οποίους υπάρχουν σχετικά αξιόπιστα στοιχεία, καθώς βασίζονται στις ληξιαρχικές καταγραφές και στα αποτελέσματα των Απογραφών του Πληθυσμού, για τους δείκτες νοσηρότητας και τους θετικούς δείκτες υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία μόνο από ειδικές μελέτες και από τις στατιστικές των νοσοκομείων. Επομένως, η μέτρηση της υγείας των παιδιών και των νέων, με την ευρύτερη έννοια, είναι δύσκολη, όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες. Η έλλειψη επαρκών στοιχείων σχετικά με την υγεία της νεολαίας (κυρίως για τις θετικές πλευρές και τη λειτουργικότητα) σε εθνικό επίπεδο και αντίστοιχων συγκριτικών στοιχείων σε επίπεδο διεθνών οργανισμών καθιστά ιδιαίτερα δυσχερείς τις συγκρίσεις μεταξύ των διαφόρων χωρών και τον εντοπισμό των διαφορών.

Η υποκειμενική αντίληψη της υγείας, δηλαδή το ποσοστό του πληθυσμού που θεωρεί την κατάσταση υγείας του καλή ή πολύ καλή, μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για αδρή εκτίμηση του επιπέδου υγείας ενός πληθυσμού. Ακόμα και η υποκειμενική αντίληψη της υγείας διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα.

2.2 Εκτίμηση της νοσηρότητας

Τα τελευταία χρόνια έχουν χρησιμοποιηθεί δύο μέθοδοι για την εκτίμηση της νοσηρότητας. Η μία στηρίζεται σε εκτιμήσεις με βάση τη θνησιμότητα και η δεύτερη στη στατιστική ανάλυση της χρήσης των νοσοκομειακών υπηρεσιών της συγκεκριμένης κατηγορίας του πληθυσμού. Τόσο οι δείκτες θνησιμότητας όσο και οι δείκτες νοσηρότητας εκφράζουν τη συχνότητα των διαφόρων νοσημάτων και παθολογικών καταστάσεων στον πληθυσμό και, κατά συνέπεια, αποτελούν μέτρο αξιολόγησης του επιπέδου υγείας του.

Οι δείκτες θνησιμότητας είναι τα πιο συνηθισμένα μέτρα της υγείας,

p. 15

καθώς τα στοιχεία θνησιμότητας είναι ευρέως διαθέσιμα και αποτελούν συγκρίσιμη πηγή πληροφόρησης για την υγεία. Θεωρούνται καλές εκτιμήσεις της νοσηρότητας, καθώς η θνησιμότητα αντικατοπτρίζει τη συσσωρευμένη νοσηρότητα και έχει αποδειχτεί πιο σταθερό και κατανοητό μέτρο απ' ό,τι οι δείκτες χρησιμοποίησης της υγειονομικής φροντίδας. Επιπλέον, η θνησιμότητα θεωρείται πιο άμεσο μέτρο των αναγκών για υγειονομική φροντίδα, είναι ανεξάρτητη από την προσφορά υγειονομικών υπηρεσιών, μπορεί να εκτιμηθεί κατά φύλο και ηλικία, είναι συνήθως διαθέσιμη και περιοδικά επανεκτιμάται.

Η θνησιμότητα (η συχνότητα θανάτων στον πληθυσμό) είναι συνάρτηση του γινομένου της επίπτωσης (της συχνότητας της νόσου στον πληθυσμό) επί τη θνητότητα (αναλογία θανάτων μεταξύ αυτών που αρρώστησαν). Οι διακυμάνσεις της θνησιμότητας υπαγορεύονται, συνήθως, περισσότερο από διακυμάνσεις της επίπτωσης παρά από διακυμάνσεις της θνητότητας.

Οι δείκτες θνησιμότητας αντικατοπτρίζουν τις νοσολογικές διαφοροποιήσεις καλύτερα όταν τα νοσήματα έχουν υψηλή θνητότητα (π.χ. καρκίνος του πνεύμονα) παρά όταν είναι καλής πρόγνωσης (π.χ. πεπτικό έλκος). Νοσήματα με μικρή θνητότητα αλλά με μεγάλη υγειονομική και κοινωνική σημασία (όπως ψυχώσεις, καρδιαγγειακά νοσήματα, αρθρίτιδες κ.λπ.) μπορούν να μελετηθούν μόνο με τη χρησιμοποίηση δεικτών νοσηρότητας (επίπτωσης και επιπολασμού), οι οποίοι (κύρια οι δείκτες επίπτωσης) εκφράζουν, εκτός από τη συχνότητα των νοσημάτων στον πληθυσμό, και την πιθανότητα προσβολής του πληθυσμού αυτού.

Στην εμπειρική έρευνα έχουν χρησιμοποιηθεί διαφορετικοί δείκτες θνησιμότητας, προτυπωμένοι δείκτες ή ειδικοί δείκτες κατά κλιμάκιο ηλικίας ή σχετικοί δείκτες, οι οποίοι λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές στην ηλικιακή δομή των πληθυσμών και καθιστούν εφικτές τις συγκρίσεις τόσο μεταξύ των χωρών όσο και διαχρονικά. Οι δείκτες αυτοί σε γενικές γραμμές έχουν αποδειχτεί σημαντικές μεταβλητές και για την εξήγηση της χρήσης των υπηρεσιών παροχής υγείας παρά τα μεθοδολογικά ζητήματα στην εκτίμηση τους, όπως, για παράδειγμα, πόσα χρόνια πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση τους, λόγω της αστάθειας των εκτιμήσεων εξαιτίας του μικρού αριθμού των θανάτων σε επίπεδο περιφέρειας ή επιμέρους ομάδων ηλικιών. Τα στοιχεία για τον υπολογισμό της θνησιμότητας θεωρούνται αρκετά αξιόπιστα, γιατί βασίζονται σε ληξιαρχικές καταγραφές.

Αντίστοιχα, ο αριθμός των εξελθόντων ασθενών από τα νοσοκομεία είναι το πιο συνηθισμένο μέτρο χρήσης των νοσοκομειακών υπηρεσιών, αλλά ταυτόχρονα θεωρείται και μέτρο αποτύπωσης της νοσηρότητας του πληθυσμού σε σχέση με διάφορα χαρακτηριστικά του ασθενούς, μεταξύ των οποίων και η ηλικία του, στην οποία επικεντρώνεται η παρούσα έρευνα.

p. 16

Άλλοι δείκτες νοσηρότητας που να καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα νόσων στην Ελλάδα δεν υπάρχουν, ενώ συνήθως είναι διαθέσιμες πληροφορίες για επιμέρους κατηγορίες νόσων σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. Έτσι, για τον υπολογισμό της νοσηρότητας τα μόνα στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν είναι τα στοιχεία της νοσηλευτικής κίνησης των νοσοκομείων. Βέβαια, οι στατιστικές αυτές, αν και έχουν σχετική διαγνωστική αξιοπιστία, μετρούν κατά τρόπο έμμεσο τη νοσηρότητα και βασίζονται σε εξαιρετικά επιλεγμένο δείγμα.

Η νοσηλεία ενός ασθενούς σε νοσοκομείο δεν εξαρτάται μόνο από τη σοβαρότητα της νόσου αλλά και από τις νοσολογικές αντιλήψεις των γιατρών, τη νοοτροπία του ασθενούς, την οικονομική κατάσταση και τον τόπο διαμονής. Δηλαδή οι στατιστικές αυτές μετράνε τη χρησιμοποίηση των υπηρεσιών υγείας και όχι τη ζήτηση ούτε τις συνειδητές ανάγκες των ασθενών (τα οποία διακυμαίνονται στις διάφορες περιοχές). Σημειώνεται ότι οι νοσοκομειακές στατιστικές δεν καλύπτουν τους ασθενείς των εξωτερικών ιατρείων και αφορούν «περιπτώσεις» και όχι συγκεκριμένα άτομα. Έτσι, ένα άτομο που έχει νοσηλευτεί πολλές φορές για το ίδιο νόσημα στη διάρκεια μιας περιόδου καταγράφεται πολλές φορές.

Η μέθοδος που επιλέγει να χρησιμοποιήσει κάθε χώρα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διαθεσιμότητα των στοιχείων. Έτσι, πολλές χώρες, όπως το Βέλγιο, η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Νέα Ζηλανδία και η Ιρλανδία, χρησιμοποιούν την πρώτη με στοιχεία θνησιμότητας (ή προτυπωμένες θνησιμότητες), ενώ η Αγγλία και η Σουηδία χρησιμοποιούν εκτιμήσεις από την ανάλυση των στοιχείων της χρησιμοποίησης των νοσοκομειακών υπηρεσιών και της προσφοράς. Κάθε μέθοδος παρουσιάζει τα προβλήματά της, ωστόσο συμπληρωματικά αποτυπώνουν ίσως με τον καλύτερο τρόπο τη νοσηρότητα μιας περιόδου, καθώς δίνεται η δυνατότητα να συμπληρωθεί η πληροφόρηση εναλλακτικά είτε από τη μία πηγή είτε από την άλλη. Αυτό, άλλωστε, έχει επιλεγεί και στην παρούσα εργασία για την περίοδο που υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.

Η θνησιμότητα είναι δυνατόν να μετρηθεί, επίσης, με το προσδόκιμο επιβίωσης, δηλαδή τον αριθμό των ετών που άτομα ορισμένης ηλικίας ελπίζεται να ζήσουν κατά μέσο όρο. Μάλιστα, επειδή σημαντικό στοιχείο για τη βελτίωση του επιπέδου υγείας του πληθυσμού δεν αποτελεί μόνο η αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης, αλλά και η αύξηση των χρόνων υγιούς ζωής, δηλαδή του προσδόκιμου επιβίωσης χωρίς αναπηρία ή χρόνια νόσο, οι δείκτες αυτοί, που συνοψίζονται στον όρο προσδόκιμο υγείας, έχουν συμπεριληφθεί στους δείκτες υγείας του ΠΟΥ από το 1984.

p. 17

2.3 Στατιστικά στοιχεία-Πηγές 23.1 Πηγές

Τη σημαντικότερη πηγή πληροφόρησης αποτελεί η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδας (ΕΣΥΕ), από την οποία αντλείται πλήθος στατιστικών στοιχείων από σχετικά δημοσιεύματα. Παράλληλα, χρησιμοποιείται πληροφοριακό υλικό από υπάρχουσες μελέτες ή εκθέσεις αρμοδίων υγειονομικών ή άλλων φορέων παροχής υγειονομικής φροντίδας σε παιδιά και νέους, βάσεις δεδομένων διεθνών οργανισμών (Eurostat, ΟΟΣΑ, Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κ.λπ.) και σχετικές εκθέσεις ή μελέτες των οργανισμών αυτών. Ειδικότερα, σημειώνεται:

α) Απογραφές Πληθυσμού

Για τον προσδιορισμό του πληθυσμού των παιδιών και των νέων χρησιμοποιούνται στοιχεία των Απογραφών Πληθυσμού, τα οποία συνήθως κατατάσσονται κατά ηλικιακές ομάδες. Σε περιπτώσεις που τα στοιχεία αυτά δεν υπάρχουν ή παρουσιάζουν κάποιες ανακρίβειες χρησιμοποιούνται σχετικά στοιχεία από άλλες πηγές. Σημειώνεται ότι τα στοιχεία των Απογραφών Πληθυσμού του 1896, 1913 και 1940 έχουν καταταγεί μόνο κατά φύλο και δεν υπάρχουν κατατάξεις κατά άλλα χαρακτηριστικά του πληθυσμού. Επίσης, ότι τα στοιχεία των Απογραφών Πληθυσμού μέχρι το 1961 παρουσιάζουν ανωμαλίες ως προς την κατά ηλικία κατανομή (ανακρίβειες ως προς τη δήλωση ηλικιών).

β) Στατιστικές Φυσικής Κίνησης του Πληθυσμού —Στοιχεία Θνησιμότητας

Στη χώρα μας τα δημογραφικά στοιχεία από τα ληξιαρχεία όλων των δήμων και κοινοτήτων της Ελλάδας και από άλλους φορείς, όπως είναι η Αστυνομία, τα νοσοκομεία και άλλες σχετικές υπηρεσίες και οργανισμοί, συγκεντρώνονται από την ΕΣΥΕ, η οποία καταγράφει και επεξεργάζεται στατιστικά τα στοιχεία και δημοσιεύει συνοπτικούς πίνακες σε τακτικές εκδόσεις.

Κύρια πηγή άντλησης στοιχείων για τη θνησιμότητα των παιδιών και των νέων είναι, επομένως, η ΕΣΥΕ και ειδικότερα τα Δελτία της Φυσικής Κίνησης του Πληθυσμού (γεννήσεις - θάνατοι), οι Στατιστικές των Αιτιών Θανάτου και οι Στατιστικές Επετηρίδες, όπου δημοσιεύονται στοιχεία κατά κατηγορία ασθένειας και ηλικία. Στοιχεία για τη θνησιμότητα συγκεντρώνονται από τις αρχές του 20ού αιώνα, ωστόσο το διαθέσιμο υλικό είναι πλήρες για την περίοδο μετά το 1956. Το Τμήμα Φυσικής Κίνησης του Πληθυσμού της ΕΣΥΕ επανέλαβε το 1955 τις σχετικές εργασίες για τη φυσική κίνηση του πληθυσμού (γάμους, γεννήσεις, θανάτους), οι οποίες είχαν διακοπεί από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη συγκέντρωση στατιστικών στοιχείων από τα ληξιαρχεία όλων των δήμων και κοινοτήτων της χώρας,

p. 18

τα οποία έκτοτε συγκεντρώνονται, επεξεργάζονται και δημοσιεύονται χωρίς καμία διακοπή.

Κατά την προηγούμενη περίοδο τα στοιχεία παρουσιάζουν σημαντικές ασυνέχειες και κενά. Ουσιαστικά τα διαθέσιμα στοιχεία καλύπτουν την περίοδο 1921-1938.

γ) Στατιστική Κοινωνικής Πρόνοιας και Υγιεινής -Στοιχεία Νοσηρότητας Τα στοιχεία νοσηρότητας που υπάρχουν αναφέρονται στη χρήση των νοσοκομειακών υπηρεσιών υγείας και είναι διαθέσιμα από το 1960 και μετά. Τα στοιχεία της νοσηλευτικής κίνησης δημοσιεύονται από την ΕΣΥΕ στο Δελτίο Στατιστικής Κοινωνικής Πρόνοιας και Υγιεινής ή Στατιστική Κοινωνικής Πρόνοιας και Υγιεινής, κατά ομάδες ηλικιών (από το 1963 και μετά) και κατηγορίες νόσων. Τα στοιχεία αυτά θα αξιοποιηθούν ώστε να καταστεί δυνατή η συμπλήρωση της πληροφόρησης για τη μεταπολεμική περίοδο. δ) Κατηγορίες Νόσων

Τόσο η ανάλυση της θνησιμότητας όσο και της νοσηρότητας αναφέρεται στις ευρύτερες κατηγορίες νόσων (17 κατηγορίες), σύμφωνα με τον βασικό συνοπτικό κατάλογο της «Διεθνούς Στατιστικής Ταξινομήσεως Νόσων» του ΠΟΥ. Η επιλογή των 17 κατηγοριών κρίθηκε σκόπιμη, καθώς οι αναλυτικές κατηγορίες διαφέρουν κατά περιόδους και καθιστούν αδύνατες τις διαχρονικές συγκρίσεις. Οι κατηγορίες αυτές είναι:

1. Λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα

2. Νεοπλάσματα

3. Ενδοκρινικά και μεταβολικά νοσήματα, διαταραχές της θρέψεως και ανοσολογικές διαταραχές

4. Νοσήματα του αίματος και των αιμοποιητικών οργάνων

5. Ψυχικές διαταραχές

6. Νοσήματα του νευρικού συστήματος και των αισθητηρίων οργάνων

7. Νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος

8. Νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος

9. Νοσήματα του πεπτικού συστήματος

10. Νοσήματα του ουροποιογεννητικού συστήματος

11. Επιπλοκές της κυήσεως, του τοκετού και της λοχείας

12. Νοσήματα του δέρματος και του υποδόριου ιστού

13. Νοσήματα του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού

14. Συγγενείς ανωμαλίες

15. Ορισμένες καταστάσεις που προέρχονται από την περιγεννητική περίοδο

16. Συμπτώματα, σημεία και ασαφώς καθορισμένες καταστάσεις

17. Κακώσεις και δηλητηριάσεις

p. 19
Search form
Search the book: Morbidity and mortality of children and young people during the 20th century in Greece
Search results
    Digitized books
    Page: 0





    ——————————— 46 ———————————


    ΑΘΗΝΑ 2008