Creator/Author:Παπαθανασίου, Ιωάννα
Title:The Lambrakis Youth Organisation in the 1960s
Subtitle:Archival documentation and autobiographic testimonies
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:47
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2008
Nr. of vol.:1 volum + 1 CD-ROM
Subject:Youth organisations
Spatial coverage:Greece
Temporal coverage:Δεκαετία 1960
Description:The 'Lambrakis Democratic Youth' (LDY) organisation the most dynamic element of the youth movement of the years 1964-1967, a mythical organisation but also a practically 'unexplored territory', is at the very centre of this particular endeavour. The project we undertook, as a team, in the framework of the research programmes of the Historical Archive of the Greek Youth (Istoriko Archeio Ellinikis Neolaias/IAEN), aimed at the creation of a research infrastructure adequate enough to portray with clarity the historical trajectory of the LDY. The archival materials and the diverse traces left behind by this organization during its short life are restored in their chronological continuities, are made accessible, and for the first time are collated with the reminiscences of its leading members. In this logic, the volume at hand must be seen as a research endeavour which serves research itself, as an undertaking primarily aimed at documentation, which it relates to historical debates. A short introduction which lays out the logic of this research project is followed by a historical outline of the political youth organisations of the Left which preserved the thread of continuity from the end of the Civil War to the advent of the dictatorship of April 21st, 1967. In this context, the LDY is given its deserved position through the constant reference to the documentary framework, which comes next and is structured in four parts: First, the analytical presentation of the archive of the organisation's Central Council, which is deposited at ASKI (Contemporary Social History Archives) and is part of the Archive of the predictatorial EDA (Eniaia Dimokratiki Aristera/United Democratic Left). Second, the systematic inventory of the entire corpus of its publications and the indexing of the series of the periodical Tetradia tis Dimokratias (Notebooks of Democracy) and the newspaper I Yienia mas (Our Generation). Third, the indexing of articles in the newspaper Avgi relating to the organisation's activities, as well as reports relating to the assessments of the party of EDA about the organisation and of the LDY's political opponents. Fourth, the presentation of brief autobiographical interviews with the members of the LDY's Central Council and its Auditing Committee. The thematic structure is complemented by a full chronological table for the period from January 1963 to April 1967. Comprising three levels -the LDY's activities, the Greek political setting and the international political context- the chronological table aims at cross-referencing developments in that period and facilitating the reader. Finally, attached in the back cover, the publication includes a digital disc with the analytical database compiled on the basis of references to the 'Lambrakis Democratic Youth' organisation in the newspaper Avgi.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 45.04 Mb
Visible pages: 20-39 από: 684
Current page:

συστηματικά στις επιμέρους εκφράσεις του κοινωνικού. Εξακολουθούν, ωστόσο, να απουσιάζουν συστηματικές μελέτες για τις πολιτικές νεολαίες της εποχής, για το νεολαιίστικο κίνημα και τις πολλαπλές του εκφάνσεις. Για τους «Λαμπράκηδες», το εγχείρημα της Κατερίνας Σαιν-Μαρτέν αποτελεί τη μοναδική εξαίρεση. Ως διδακτορική διατριβή9 συντάχθηκε με κόπο και με προσπάθεια για τη διπλή κατανόηση τόσο της ελληνικής μεταπολιτευτικής πραγματικότητας των χρόνων 1976-79 όσο και των «Λαμπράκηδων» και του κινήματος τους. Και ως βιβλίο,10 που κυκλοφόρησε μόνο στα ελληνικά, παραμένει ένα καλό δείγμα για τον καιρό του. Δεν θα μπορούσε, εντούτοις, να χαρακτηριστεί σήμερα ένα έργο που αντιστάθηκε στο χρόνο, γιατί δεν δίνει, με επάρκεια και με ακρίβεια, απαντήσεις στα πολλαπλά ερωτήματα που θέτει πλέον η έρευνα.

Η πρωτοβουλία που αναλάβαμε, ως ομάδα, στο πλαίσιο των ερευνητικών προγραμμάτων του Ιστορικού Αρχείου της Ελληνικής Νεολαίας (ΙΑΕΝ), δεν φιλοδοξεί να καλύψει τα κενά. Δεν αποσκοπεί δηλαδή σε μια ολοκληρωμένη εκδοχή της ιστορίας της «Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη». Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να θεωρηθεί μελέτη που συστηματοποιεί και ερμηνεύει το νεολαιίστικο κίνημα στη δεκαετία του 1960 έχοντας ως αφετηρία την ιστοριογραφική προσέγγιση της ΔΝΛ και την αναγωγή της σε βασική συνιστώσα του. Πρόθεσή μας ήταν, από την αρχή, η δημιουργία ενός «εργαλείου», η συγκρότηση ενός τόμου στον οποίο θα αποτυπώνονται ευκρινώς, θα διασταυρώνονται και θα γίνονται προσιτά τα τεκμήρια και τα ίχνη που άφησε η ΔΝΛ. Στόχος μας παραμένει η δημιουργία μιας άρτιας τεκμηριωτικά υποδομής, η κατά το δυνατόν συγκρότηση και εξασφάλιση ενός σταθερού πεδίου αναφοράς, απαραίτητου για τις μεταγενέστερες προσεγγίσεις. Στη λογική αυτή, η προσπάθειά μας μπορεί να χαρακτηρισθεί εξαρχής ως έρευνα που εκβάλλει στην ίδια την έρευνα, σαν μια απόπειρα που στοχεύει πρωτίστως στην τεκμηρίωση συνδέοντάς την με την ιστορική προβληματική.

Η επιλογή μας συστοιχεί με την τεκμηριωτική περιουσία των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), δηλαδή με την ύπαρξη του αρχείου του Κεντρικού Συμβουλίου της ΔΝΛ, που κληροδοτήθηκε σύμμεικτο με το αρχείο του κόμματος της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς, της περιόδου 1951-1967, και με το σημαντικό έντυπο απόθεμα που διαθέτουν για

9. Catherine Saint-Martin, Histoire de la Jeunesse Lambrakis. Grèce 1963-1967, Doctorat de Troisième Cycle de Sociologie, Université Paris VIII- Saint Dénis, 1983,315 σ.

10. Με σημαντικές αλλαγές ως προς τη δομή αλλά και το περιεχόμενο, το έργο κυκλοφόρησε στα ελληνικά σε μετάφραση και επιμέλεια της Χαράς Ντάλη. Κατερίνα Σαιν-Μαρτέν , Λαμπράκηδες. Ιστορία μιας γενιάς, εκδόσεις Πολύτυπο, Αθήνα 1984,251 σ.

p. 20

τα πολιτικά και κοινωνικά κινήματα της προδικτατορικής περιόδου, χωρίς να εξαντλείται και να περιορίζεται σε αυτά. Βεβαίως, η έννοια του αρχείου προϋποθέτει ένα σύνολο καθορισμένο από τις συντεταγμένες που θέτει ο παραγωγός του και οι συνθήκες δημιουργίας του, αποτρέποντας διευρύνσεις και δάνεια από συγγενή αρχεία ή προσθήκες από αρχειακά τεκμήρια που εμπεριέχονται σε άλλα προσωπικά αρχεία ή ατομικές συλλογές. Στη λογική αυτή το αρχείο, που παρουσιάζεται, αφορά αποκλειστικά τα τεκμήρια που εντοπίστηκαν στο Αρχείο του ΚΣ της ΔΝΛ, όπως και εκείνα που αναφέρονται στις τοπικές και περιφερειακές οργανώσεις της ΔΝΛ και φυλλάσονται μαζί με τις αντίστοιχες σειρές στο Αρχείο ΕΔΑ. Τα τεκμηριωτικά υλικά, ωστόσο, που χρησιμοποιήθηκαν δεν προέρχονται αποκλειστικά από το συγκεκριμένο αρχείο, ούτε αποτελούσαν τμήμα των συλλογών των ΑΣΚΙ υποχρεωτικά. Με «σκληρό πυρήνα» το αρχείο του Κεντρικού Συμβουλίου της ΔΝΛ, όσο διασώθηκε, η προσπάθεια υπερέβη την τεκμηριωτική περιουσία των ΑΣΚΙ, απευθυνόμενη σε φορείς και ιδιώτες που μπορούσαν να συμπληρώσουν τις σειρές των εντύπων και να διευρύνουν τις επιλεγόμενες σύστοιχες θεματικές.

Με το σκεπτικό αυτό, η απόπειρα για τη δημιουργία ενός σταθερού τεκμηριωτικού πλαισίου για την ιστορία της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη διαρθρώθηκε σε τέσσερα μέρη που έχουν ως αφετηρία και σημείο αναφοράς τα ΑΣΚΙ και τις συλλογές τους, προεκτείνονται πέρα από αυτά, και ορίζονται ως εξής: 1) στην αναλυτική παρουσίαση του αρχείου του Κεντρικού Συμβουλίου της οργάνωσης, 2) στη συστηματική καταγραφή του συνόλου των εντύπων της και στην αποδελτίωση των σειρών του περιοδικού Τετράδια της Δημοκρατίας και της εφημερίδας Η Γενιά μας, 3) στις εξαντλητικές αποδελτιώσεις της εφημερίδας Η Αυγή σε θέματα που αφορούν τις δραστηριότητες της οργάνωσης όπως και σε αναφορές που σχετίζονται με τις εκτιμήσεις του κόμματος της ΕΔΑ και των πολιτικών αντιπάλων της για τη ΔΝΛ και 4) στην παρουσίαση σύντομων αυτοβιογραφικών συνεντεύξεων με τα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου και της Εξελεγκτικής Επιτροπής της οργάνωσης. Ένα εξαντλητικό χρονολόγιο, για την περίοδο Ιανουάριος 1963Απρίλιος 1967, ακολουθεί τις θεματικές ενότητες και, συγκροτούμενο σε τρία επίπεδα -δραστηριότητες της νεολαίας, ελληνική πολιτική σκηνή και διεθνές πολιτικό πλαίσιο—, φιλοδοξεί να συστοιχίσει τα δεδομένα της εποχής και να ευκολύνει το χρήστη.

Η ιδέα για τη συστηματική καταγραφή του αρχείου της ΔΝΛ και για τη συγκρότηση του αναλυτικού ευρετηρίου του γεννήθηκε αρκετά χρόνια πριν, όταν, στο κατασχεμένο από τις υπηρεσίες της Ασφάλειας αρχείο της προδικτατορικής ΕΔΑ, εντοπίστηκαν σημαντικά τμήματα των αρχείων της Νεολαίας. Η απάντηση για τη συνύπαρξη αυτή των τεκμηρίων δόθηκε άμε-

p. 21

άμεσα από τις προφορικές καταθέσεις και μαρτυρίες που επιστρατεύτηκαν για να βοηθήσουν στις ανάγκες της πρώτης ταξινόμησης και της αποκατάστασης του ταξινομικού δέντρου του αρχείου. Οι προσμείξεις των αρχειακών υλικών οφείλονταν στον έλεγχο και στην επεξεργασία των τεκμηρίων στη Γενική Διεύθυνση Εθνικής Ασφαλείας (ΓΔΕΑ), μετά την κατάσχεση τους, τις πρώτες μέρες μετά την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας, το 1967.11

Τα αρχεία της Νεολαίας, ωστόσο, αποτελούσαν μια αυτόνομη και ανεξάρτητη ενότητα η οποία κατασχέθηκε ταυτόχρονα με τα άλλα κομματικά υλικά της ΕΔΑ από τα κεντρικά γραφεία της, στην οδό Αριστείδου. Προ των σχετικών φημών, αλλά και του υπαρκτού κινδύνου διάλυσης της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, ο γραμματέας της, Τάκης Μπενάς, στα τέλη του 1966, είχε μεταφέρει το αρχείο της οργάνωσης καθώς και το προϋπάρχον αρχείο της Νεολαίας ΕΔΑ, από τα γραφεία της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη της οδού Πειραιώς 4 στα κεντρικά κομματικά γραφεία. Έτσι, το αρχείο της Νεολαίας ακολούθησε, από την αρχή, την τύχη και τις διαδρομές του αρχείου του κόμματος.12

Η επεξεργασία και η συνοπτική παρουσίαση του συγκεκριμένου αρχειακού υλικού, ως αυτόνομης ενότητας στο πλαίσιο των ευρύτερων καταγραφών του Αρχείου ΕΔΑ, σίγουρα κάλυπτε ένα κενό, αλλά δεν ήταν ικανοποιητική. Τα αρχεία της Νεολαίας, όπως κάθε αυτόνομο αρχείο, έπρεπε να υπακούσουν σε επεξεργασίες που θα επέτρεπαν την ανάδειξη των τεκμηρίων αλλά και θα αποτύπωναν με μεγαλύτερη ευκρίνεια την ταυτότητα των εγγράφων. Ο ακριβής χαρακτηρισμός τους με την αναγκαία συνδρομή των ίδιων των «πρωταγωνιστών», οι ασφαλείς χρονολογήσεις, τέλος, η αναλυτική καταγραφή των εγγράφων και οι ταυτίσεις των χειρογράφων θα επέτρεπαν την πρώτη συστηματική παρουσίαση της νεολαιίστικης οργάνωσης «που σημάδεψε μια εποχή», μέσα από τα δικά της τεκμήρια του παρελθόντος.

Οι αποσπασματικές χρήσεις των πηγών που παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια, η επιλεκτική προβολή κάποιων εγγράφων που επιτρέπει μονομερείς ερμηνείες και η αναζήτηση κάποιων τεκμηρίων ως των άγνωστων

11. Για την ιστορία τοο Αρχείου ΕΔΑ και τις περιπέτειες του μέχρι τη σταθερή απόθεσή του στα ΑΣΚΙ, βλ. τον πρόλογο στο Ιωάννα Παπαθανασίου με τη συνεργασία της Άντας Κάπολα και του Γιάννη Παπαθεοδώρου, Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά, 19511967. Το αρχείο της, ΕΚΚΕ-ΑΣΚΙ-Θεμέλιο, Αθήνα 2001, σ. 11-17.

12. Για τις παρεμβάσεις της Ασφάλειας στο σύνολο των αρχειακών τεκμηρίων, βλ. το ειδικό κεφάλαιο της εισαγωγής «Η 21η Απριλίου και το αρχείο ΕΔΑ. Μια νέα ταξινομική πρόταση ή βίαιες παρεμβάσεις;», στο ίδιο, σ. 49-63. Βλ. επίσης τα συνοπτικά ευρετήρια των αρχείων της νεολαίας που εμπεριέχονται στο Αρχείο ΕΔΑ, στο ίδιο, Παράρτημα III, σ. 320-332.

p. 22

και μοναδικών «ντοκουμέντων», που ανατρέπουν όσα γνωρίζουμε, ενίσχυσαν την ιδέα για μια αυτοδύναμη παρουσίαση του συγκεκριμένου αρχειακού υλικού. Από την άλλη πλευρά, οι προδιαγραφές και τα κριτήρια που έθετε το Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας (ΙΑΕΝ), και τα προγράμματα για την ιστορία της ελληνικής νεολαίας που προκρίνει, διευκόλυναν την ευόδωση της συστηματικής αρχειακής καταγραφής.

Η «Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη», η πλέον δυναμική συνιστώσα του νεολαιίστικου κινήματος των χρόνων 1964-1967, αυτή η οργάνωση-μύθος αλλά και ένας, πρακτικά, «αδιερεύνητος χώρος» τοποθετήθηκε στο επίκεντρο της προσπάθειας. Έτσι, αν μια ιδιαίτερη μέριμνα αγκάλιασε, όπως είναι φυσικό, το σύνολο των τεκμηρίων για τη νεολαία που φυλάσσονται στο Αρχείο ΕΔΑ, οι καταγραφές που επιχειρούμε εν προκειμένω αφορούν αποκλειστικά τη Νεολαία Λαμπράκη. Πρόκειται για τις σειρές εκείνες των τεκμηρίων των οποίων αποκλειστικός παραγωγός ή άμεσος αποδέκτης είναι το Κεντρικό Συμβούλιο της οργάνωσης. Για λόγους πρακτικούς που σχετίζονται με την ιστορία των «Λαμπράκηδων» και τη σπανιότητα κάποιων εγγράφων, αποφασίσαμε να παρουσιάσουμε, ως παράρτημα στο τέλος του αναλυτικού ευρετηρίου, το σύνολο των τεκμηρίων που, παρά την αποσπασματικότητά τους, συνιστούν ένα σημαντικό αρχειακό σώμα που αποτυπώνει τη λειτουργία και τις δραστηριότητες της Δημοκρατικής Κίνησης Νέων 'Γρηγόρης Λαμπράκης' στην περίοδο Ιουνίου 1963 - Ιουλίου 1964. Μια αντίστοιχη σκέψη για την ενσωμάτωση, υπό μορφή παραρτήματος, του Αρχείου της Νεολαίας της ΕΔΑ, 1956-1964, απορρίφθηκε εν τη γενέσει της. Αν τα χρονικά όρια στα οποία κινείται το συγκεκριμένο αρχείο θα αποπροσανατόλιζαν το εγχείρημά μας, σε ένα δεύτερο επίπεδο, η σκέψη για την επιλεκτική παρουσίαση των σειρών που αναφέρονται στη δεκαετία του 1960 δεν θεωρήθηκε δόκιμη, γιατί θα παραβίαζε τον αρχειακό ιστό. Η Νεολαία της ΕΔΑ έχει τη δική της ιδιαίτερη ιστορία και διαδρομή και το αρχείο της αξίζει να παρουσιασθεί, σε μια επόμενη φάση, αυτόνομα επεξεργασμένο.

Η έρευνα δεν εξαντλήθηκε στις αρχειακές πηγές. Εκτάθηκε στα υπόλοιπα ίχνη της Νεολαίας Λαμπράκη, στα έντυπα που εξέδωσε και διακίνησε, δηλαδή στα βιβλία και στα φυλλάδια που φέρουν το λογότυπο της, καθώς και στις περιοδικές εκδόσεις της. Τα Τετράδια της Δημοκρατίας που εξέδωσε η Δημοκρατική Κίνηση Νέων 'Γρηγόρης Λαμπράκης' και στη συνέχεια υιοθέτησε η ΔΝΛ, καθώς και η εφημερίδα της, Η Γενιά μας, αποδελτιώθηκαν στο σύνολό τους, ανά τεύχος, και τα περιεχόμενα παρουσιάζονται συστηματικά, ενώ παράλληλα, με τη βοήθεια των συντελεστών της κάθε έκδοσης, καταβλήθηκε προσπάθεια για την ταύτιση των ανυπόγραφων άρθρων, την αποκρυπτογράφηση των ψευδωνύμων και την αποσαφήνιση

p. 23

νιση των αρχικών. Αντίστοιχα, η προσπάθεια επεκτάθηκε στον εντοπισμό μεμονωμένων εκδόσεων, εφημερίδων τοίχου και πολυγραφημένων δελτίων των ειδικών τμημάτων της ΔΝΛ και των οργανώσεών της, κυρίως στην επαρχία. Η δημιουργία ενός εξαντλητικού καταλόγου φαίνεται, ωστόσο, ότι απέχει αρκετά από όσα λήμματα μπορέσαμε να εντοπίσουμε, στο μέτρο που η έλλειψη κεντρικής μέριμνας για τη θησαύρισή τους, οι μικροί αριθμοί κυκλοφορίας, οι καταστροφές, μετά τις εκάστοτε επιδρομές των παρακρατικών, στις λέσχες και, τέλος, οι κατασχέσεις υλικών στη διάρκεια της δικτατορίας λειτούργησαν ως αρνητικοί παράγοντες για τη διάσωση τους. Τα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου, κυρίως από τις επαρχίες, και άλλοι παλιοί «Λαμπράκηδες» στάθηκαν πολύτιμοι αρωγοί σε αυτή την προσπάθεια κυρίως για την καταγραφή τίτλων για τους οποίους η αυτοψία δεν κατέστη πάντα δυνατή.

Όπως θεωρήθηκε φυσικό, η έρευνα συμπεριέλαβε και την εξαντλητική, στα ζητήματα της νεολαίας, αποδελτίωση της ημερήσιας εφημερίδας Η Αυγή, η οποία λειτούργησε, από το 1952, ως το επίσημο όργανο της Αριστεράς στην Ελλάδα. Οι καταγραφές δεν περιορίζονται στην τρέχουσα ειδησεογραφία και στις ειδικές στήλες της εφημερίδας που είναι αφιερωμένες στη νεολαία. Περιλαμβάνονται όλες οι, έμμεσες ή άμεσες, αναφορές στους «Λαμπράκηδες» που εντοπίστηκαν στις διάφορες στήλες καθώς και τα σχόλια για τη Νεολαία από τις άλλες ημερήσιες εφημερίδες, κυρίως των Αθηνών, τα οποία Η Αυγή αναδημοσίευε συστηματικά. Είναι γεγονός ότι η οικονομία χώρου και λόγοι λειτουργικοί απέτρεψαν την παρουσίαση του συνόλου των παρεχόμενων πληροφοριών, της αρθρογραφίας, της ειδησεογραφίας, των σχολίων και αναφορών, με τη μορφή καθημερινών ημερολογιακών καταγραφών στο πόνημά μας. Αντ' αυτού προκρίναμε ότι μπορούμε να αξιοποιήσουμε με δύο διαφορετικούς τρόπους την κατ' εξοχήν τεκμηριωτική σημασία των καταγραφών, τις οποίες συστηματοποιήσαμε σε μια εξαντλητική βάση δεδομένων. Αφενός επιχειρήσαμε τη συστηματική και στατιστική παρουσίαση τους στο πέμπτο μέρος του παρόντος τόμου και αφετέρου προχωρήσαμε, με την ενίσχυση των ΑΣΚΙ, στην ψηφιακή αναπαραγωγή της βάσης δεδομένων σε CD το οποίο συνοδεύει την παρούσα έκδοση. Μεγιστοποιείται έτσι η χρηστικότητα της βάσης, καθώς ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να της υποβάλει και τα δικά του ερωτήματα.

Δημιουργείται με τον τρόπο αυτό μια σταθερή υποδομή για την έρευνα, ένα εκτενές σώμα πληροφοριών, στο οποίο οι επιμέρους αναφορές και οι γενικές αναζητήσεις διασταυρώνονται με τα δεδομένα που προκύπτουν από την επεξεργασία των εγγράφων του αρχείου και των εντύπων της ΔΝΛ αλλά και από τις καταθέσεις της προσωπικής εμπειρίας. Η παρουσίαση των τελευταίων στο ενιαίο αναλυτικό ευρετήριο όπου καταγράφονται οι

p. 24

τόποι, τα πρόσωπα και τα συλλογικά όργανα διευκολύνει αυτού του τύπου τις αναζητήσεις και επιτρέπει τις διασταυρώσεις των παρεχόμενων πληροφοριών. Η μη αξιολογική αλλά ενιαία παράθεση των χαρακτηρισμένων αρχειακών τεκμηρίων, η ένταξή τους σε ευρύτερα σύνολα με βάση το οργανόγραμμα της ΔΝΛ και η παράλληλη καταχώριση των στοιχείων που προκύπτουν από τις υπόλοιπες πρωτογενείς πηγές λειτουργεί ως εργαλείο που επιτρέπει τη συνεχή ανάκληση τους για τις ανάγκες κάθε έρευνας για τη νεολαία και την εποχή, ανεξάρτητα από τα ερωτήματα που αυτή θέτει και πολύ περισσότερο από τα σχήματα και τις ερμηνείες που προωθεί.

Ταυτόχρονα, όμως, εξασφαλίζεται ένα ακριβές αποτύπωμα. Η αποκατάσταση του αρχείου και των σειρών που το διατρέχουν, η χρονολόγηση και ο χαρακτηρισμός των εγγράφων, τα θέματα και κυρίως τα πρόσωπα που αναδεικνύονται μέσα από τα αρχειακά τεκμήρια και τις άλλες πρωτογενείς πηγές λειτουργούν πολυπρισματικά. Δεν πρόκειται μόνο για ένα «εργαλείο» ή για ένα «πολιτικό παρατηρητήριο» που επιτρέπει στον ερευνητή να εξετάσει μικροσκοπικά μια οργάνωση και τις πλαισιώσεις της σε μια συγκεκριμένη εποχή. Πρόκειται για μια απόπειρα ενδοσκόπησης. Η ίδια η Νεολαία Λαμπράκη, από ιστορικός πρωταγωνιστής της περιόδου, καθίσταται ταυτόχρονα, μέσα από το ακριβές αποτύπωμά της, παραγωγός της ιστορίας της και μάρτυρας της εποχής της. Αν τα οργανογράμματα απεικάζουν με επάρκεια τη δομή της ως πολιτικού οργανισμού, τα έγγραφα προβάλλουν τις θέσεις, τις ζυμώσεις και τα όρια, ανασυγκροτούν τον πολυθεματικό λόγο της και καταγράφουν τις σχέσεις της με τους όμορους και τους αντίπαλους χώρους. Αντίστοιχα, οι αριθμοί σκιαγραφούν τις διαστάσεις της, αποτιμούν τη μαζικότητα και τις αυξομειώσεις αυτής της ιεραρχημένης συλλογικότητας. Οι ημερομηνίες οργανώνουν το χρόνο και τις ακολουθίες του, δείχνουν τις διάρκειες και τις τομές. Οι τόποι ορίζουν τη γεωγραφία και τις επεκτάσεις της οργάνωσης ως πολιτικού και κοινωνικού φαινομένου, τονίζουν τις τοπικές ιδιαιτερότητες και τις συνάφειες. Τέλος, αλλά όχι τελευταία, τα ονόματα ανακαλούν τους ανθρώπους, τη φωνή τους, το ρόλο και τις διαδρομές τους, καταγράφουν τα ίχνη τους μέσα στην ιστορία.

Στη λογική αυτή, το εγχείρημα μπορεί να θεωρηθεί και σαν προσπάθεια που ενεργοποιεί το παρελθόν επιτρέποντας σήμερα στην ίδια τη ΔΝΛ να μιλήσει για την ιστορία της. Πρόκειται για μια ιστορική προσέγγιση που δεν προκύπτει αποκλειστικά από τη μνήμη, ατομική ή συλλογική, ούτε μόνον από τις αρχειακές επεξεργασίες ή από το μύθο που ακολουθεί την οργάνωση, αλλά μέσα από τη δυναμική της συνεχούς ανάκλησης των ανασυγκροτημένων σειρών των τεκμηρίων και της σύνθεσης τους με τα θραύσματα της μνήμης και τα ίχνη του παρελθόντος. Σίγουρα, οι πολιτικές

p. 25

επιλογές και οι ιδεολογικές κατευθύνσεις, οι πολιτικές και κοινωνικές καταβολές, οι γεωγραφικές συνιστώσες και κατανομές της οργάνωσης, όπως αναδεικνύονται μέσα από τις πηγές, επιτρέπουν υποθέσεις για τους όρους με τους οποίους η ΔΝΛ συγκροτήθηκε, οργανώθηκε και έδρασε. Οδηγούν ταυτόχρονα σε ερωτήματα για τις συμπεριφορές και τις στάσεις αυτής της γενιάς, για την πολιτική κουλτούρα και τις αντιλήψεις μιας εποχής. Ως εξίσου βασικό στοιχείο, ωστόσο, πρέπει να συγκρατήσουμε ότι το σώμα των πηγών που επιμεληθήκαμε επιτρέπει πρωτίστως να κατανοήσουμε πώς η ίδια η ΔΝΛ αντιλήφθηκε την ύπαρξή της ως πολιτικής οντότητας, πώς διαμόρφωσε την πολιτική και κοινωνική της παρέμβαση και πώς κατανόησε το ρόλο της στο καθημερινό και διαρκές γίγνεσθαι στη «σύντομη» δεκαετία του 1960. Από την άποψη αυτή, ακόμη και οι σιωπές του αρχείου, ηθελημένες ή ακούσιες, τα κενά που μπορεί να εντοπισθούν στις σειρές των τεκμηρίων και των άλλων εγγραφών, και τα οποία δεν οφείλονται αποκλειστικά στην παρέμβαση των υπηρεσιών της Ασφάλειας που «επιμελήθηκαν» τα κατασχεμένα αρχειακά υλικά, αποτελούν τμήματα ενεργά της ιστορίας.

Το εγχείρημα συμπληρώνεται από τις «αυτοβιογραφικές» συνεντεύξεις μελών του ηγετικού σώματος της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. Συγκεντρώσαμε και επεξεργαστήκαμε τα στοιχεία στη βάση ενός ερωτηματολογίου ή καλύτερα ενός οδηγού συζήτησης τον οποίο οργανώσαμε και τον απευθύναμε στα εν ζωή μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου και της Εξελεγκτικής Επιτροπής της ΔΝΛ. Για όσους δεν βρίσκονται πλέον ανάμεσά μας, σύντομα βιογραφικά σημειώματα, βασισμένα στις ερωτήσεις του οδηγού συνέντευξης, συμπληρώθηκαν από τους συγγενείς και τους οικείους τους.

Πρόθεση μας, στην πρωτοβουλία αυτή που επιχειρείται για πρώτη φορά και που αποδείχτηκε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αλλά και επίπονη, κυρίως ως προς τον εντοπισμό των προσώπων, ήταν η ακριβής απεικόνιση και αποτύπωση, μέσω των αυτοβιογραφικών καταθέσεων, της πολιτικής και κοινωνικής φυσιογνωμίας της οργάνωσης αλλά και της μνήμης του στελεχικού δυναμικού της. Αν και ο όρος «πολιτικό προσωπικό» ηχεί παράδοξα για τα στελέχη μιας νεολαιίστικης -ακόμα και πολιτικής-οργάνωσης , οι διασαφήσεις για τα ηλικιακά όρια, για τον τρόπο ένταξης, το οικογενειακό ιστορικό, την επαγγελματική κατάσταση καθώς και πληροφορίες για τις πολιτικές τους επιλογές μετά το τέλος της δικτατορίας σκιαγραφούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους ανθρώπους που συνέβαλαν ουσιαστικά στη διαμόρφωση και την παρουσία της ΔΝΛ. Στη λογική αυτή, κρίθηκε σκόπιμο να διασταυρωθούν οι μνήμες και να συγκεντρωθούν πληροφορίες που χάνονται καθώς τα χρόνια περνούν, όσο οι ίδιοι οι «Λα-

p. 26

Λαμπράκηδες» μπορούν να μιλούν για τους ίδιους και τους συντρόφους τους, να θυμούνται και να αναγνωρίζουν γεγονότα, καταστάσεις και πρόσωπα, να αναπολούν και να διαφωνούν μεταξύ τους στη ζωντανή κατάθεση της βιωμένης ιστορίας.

Μια εκτεταμένη σειρά φωτογραφικών τεκμηρίων ολοκληρώνει την προσπάθεια. Η έκκληση μας κυρίως στα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου της οργάνωσης και σε γνωστά πρόσωπα του στελεχικού της δυναμικού γνώρισε άμεση ανταπόκριση. Αδιαφιλονίκητα τεκμήρια κάθε εποχής, οι φωτογραφίες μεταφράζουν τις λέξεις αποτυπώνοντας στο χαρτί στοιχεία από τις κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες που συχνά ο λόγος δεν έχει τη δύναμη να μας μεταφέρει. Στιγμιότυπα από την καθημερινότητα στα γραφεία και στις λέσχες της νεολαίας, από τις εκστρατείες για το βιβλίο και το «δώρο του παιδιού», συμπληρώνονται με σκηνές από εκδρομές, από εκδηλώσεις της οργάνωσης και περιοδείες στελεχών της στην ενδοχώρα, από τη δυναμική παρουσία των «Λαμπράκηδων» στις μαραθώνιες πορείες ειρήνης, στις μεγάλες διαδηλώσεις και στα «Ιουλιανά» αλλά και με εικόνες από το Ιδρυτικό Συνέδριο της ΔΝΛ και τις συλλογικότητες που φτιάχτηκαν στα διαλείμματά του. Από την άλλη μεριά, στη «σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού», οι βανδαλισμοί στις λέσχες και οι επιδρομές στα γραφεία της ΔΝΛ, οι καταστροφές στο πλαίσιο των διώξεων που κορυφώνονται το 1966, έχουν και αυτές το μερίδιο τους στο εγχείρημα της φωτογραφικής απεικόνισης μιας γενιάς και μιας εποχής.

Τα ίχνη αλλά και τα χαρακτηριστικά αυτής της νεολαίας και αυτής της γενιάς, που αποφασίσαμε ως ομάδα να αναζητήσουμε και να καταγράψουμε στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος του Ιστορικού Αρχείου της Ελληνικής Νεολαίας (ΙΑΕΝ), καταθέτουμε σήμερα στον παρόντα τόμο ευελπιστώντας στην ευμενή υποδοχή του από την επιστημονική κοινότητα, από τους ενδιαφερόμενους ερευνητές και κυρίως από τους ίδιους τους παλιούς Λαμπράκηδες. Η πρόταση είχε εξαρχής διαρθρωθεί σε τρία σκέλη: αρχείο ~ έντυπα ~ προφορικές τεκμηριώσεις και μνήμη. Στο πλαίσιο αυτό, με την Άντα Κάπολα επεξεργαστήκαμε τον αναλυτικό κατάλογο του αρχείου και με την Αγγελική Χριστοδούλου το χρονολόγιο. Η Πολίνα Ιορδανίδου και η Αγγελική Χριστοδούλου ανέλαβαν τις αποδελτιώσεις του ημερήσιου τύπου καθώς και τις καταγραφές και αποδελτιώσεις των εντύπων της Νεολαίας. Ο Τάσος Σακελλαρόπουλος ασχολήθηκε στην πρώτη φάση με τη σύνταξη βιογραφικών σημειωμάτων των μελών του Κεντρικού Συμβουλίου της ΔΝΛ. Στο τέλος της διαδρομής και για τις ανάγκες της έκδοσης, η Μαρία Κουπαρίτσα συνέβαλε στην ψηφιακή αναπαραγωγή των φω-

p. 27

φωτογραφικών τεκμηρίων. Τους ευχαριστώ όλους για τη χαρά και τη γονιμότητα της συνεργασίας, για την προθυμία και την ανταπόκριση ακόμη και σε στιγμές που δεν ήταν πάντα οι πιο εύκολες.

Τα ΑΣΚΙ -κυψέλη που από χρόνια συνδιαμορφώνουμε- αποτέλεσαν και πάλι το χώρο για την επεξεργασία και αυτού του πονήματος και ταυτόχρονα την καθημερινή εκείνη συλλογικότητα -όσους ασχολήθηκαν και όσους μας συμπαραστάθηκαν- που συντέλεσε στην ολοκλήρωση του. Στη σκιά του Φίλιππου Ηλιού και του Νίκου Κέντρου -παρόντων και δραστήριων στις ημέρες της διαμόρφωσης της πρότασης- προστέθηκαν οι φιλικές συμβουλές του Σπύρου Ασδραχά, του Ηλία Νικολακόπουλου και του Γιώργου Κουκουλέ στις φάσεις ολοκλήρωσης του έργου. Η ασφάλεια και σταθερή παρουσία του Βαγγέλη Καραμανωλάκη, η ζεστασιά όλων των νέων ιστορικών-συνεργατών των ΑΣΚΙ αναπλήρωσαν με τον καλύτερο τρόπο την κούραση μας από τα παρατεταμένα ωράρια και τα «νυχτέρια» μπροστά στον υπολογιστή για τις ανάγκες του προγράμματος.

Το ΙΑΕΝ, που αποδέχτηκε την πρόταση μας και την ενέταξε στη σειρά των ερευνητικών του προγραμμάτων για να την παρακολουθήσει μέχρι την εκδοτική της ολοκλήρωση, υπήρξε ο βασικός συντελεστής και αρωγός της προσπάθειας. Ευχαριστίες οφείλουμε ιδιαίτερα στον Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη για την προσεκτική ανάγνωση του πονήματος, τις εύστοχες συμβουλές του και το ουσιαστικό ενδιαφέρον με το οποίο αντιμετώπισε, από την αρχή, την προσπάθειά μας. Χωρίς τη σταθερότητα που χαρακτηρίζει τη στάση του, το βιβλίο αυτό ίσως να παρέμενε για πολλά χρόνια στα συρτάρια μας.

Ο Στέφανος Στεφάνου, μια ακόμη φορά, αποδέχτηκε το σύνθετο ρόλο του επιμελητή ενός βιβλίου που αποτυπώνει στιγμές και της προσωπικής του διαδρομής. Δεν ήταν ο μόνος ρόλος που του ζητήθηκε. Μαζί με τον Τάκη Μπενά, τον Κώστα Τσουράκη και τον Αριστείδη Μανωλάκο, ο αγαπημένος «θείος Στέφανος» των Λαμπράκηδων αλλά και των ΑΣΚΙ συνέβαλε στο χαρακτηρισμό των χειρογράφων, στην ταύτιση και χρονολόγηση των εγγράφων, στον έλεγχο για την ταξινόμηση των τεκμηρίων που υπερβαίνουν τις σειρές του Αρχείου του Κεντρικού Συμβουλίου της ΕΔΑ και εκτείνονται στο σύνολο των αρχειακών σειρών για τη νεολαία που περιλαμβάνονται στο Αρχείο της προδικτατορικής ΕΔΑ. Για μένα προσωπικά στάθηκε, από τις ημέρες της κοινής προσπάθειας στη διόρθωση του Ευρετηρίου της ΕΔΑ, μέντορας, σπουδαίος δάσκαλος και πολύτιμος φίλος.

Στο πρόσωπο του Τάκη Μπενά, στον οποίο αφιερώνουμε αυτό το βιβλίο , εκπροσωπούνται όλοι οι Λαμπράκηδες και το κίνημά τους, όλοι όσοι συντέλεσαν με την κατάθεση του βιώματος τους και με την ενεργό συμπαράσταση τους στην ολοκλήρωση της μακράς μας προσπάθειας. Ο κατάλογος

p. 28

γος για τις προσωπικές ευχαριστίες είναι εξαιρετικά μεγάλος. Όμως οι ονομαστικές αναφορές δεν φαίνεται να έχουν μεγάλη σημασία γι' αυτούς που είχαν και έχουν την τύχη να εγγράφουν εαυτούς στο συλλογικό «εμείς, του '60 οι εκδρομείς».

Ύστερη αλλά όχι τελευταία στη σειρά των ευχαριστιών, που δεν είναι τυπική, η πιο πρόσφατη γενιά, τα παιδιά μας : η Κατερίνα, η Ελένη και ο Πέτρος, η Ζωή, ο Γιωργάκης και ο Θάνος. Ευχή και ταυτόχρονα παράδειγμα ζωής για την αξία της συλλογικότητας, για τις χαρές και τις δυσκολίες στην ανακάλυψη του δικού τους «εμείς»...

Νέα Σμύρνη, Σεπτέμβριος 2007


p. 29 01 - 0002.htm


p. 30


Ο ιστορικός ερευνητής ή ο επικός μυθιστοριογράφος του μέλλοντος, που θα μελετά τη σημερινή ελληνική κοινωνία, θα εντρυφήσει μια μέρα, με την αμεροληψία που θα του δίνει η απόσταση του χρόνου, στα πρακτικά του τελευταίου Συμβουλίου του Στέμματος (σπουδαίο υλικό για ένα Μπαλζάκ). Ψάχνοντας ανάμεσα στις γραμμές, θα δει πως το κύριο θέμα του πολύωρου διαλόγου των μελών του Συμβουλίου, το θέμα που προσδιορίζει όλα τα άλλα είναι τούτο:Έρχονται οι Λαμπράκηδες να μας σκοτώσουν! Τι θα κάνουμε για να σωθούμε;

Γ. Θεοτοκάς, 29 Σεπτεμβρίου 19651

«Επαναστάτες και ευκολότερα ανατροπείς και αναθεωρητές, τα παιδιά και οι νέοι πήραν μέρος σε όλες τις εξεγέρσεις και σε όλους τους αγώνες. Η ιστορία εδώ αποδεικνύεται φτωχή, μερική, ευκαιριακή ή και στρατευμένη»,2 μας υπενθύμιζε, πριν από είκοσι και πλέον χρόνια, ο J. G. Da Silva στο πρώτο συνέδριο που έγινε στην Ελλάδα για την «Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας». Η φράση, η οποία μπορεί να θεωρηθεί μέχρι τις ημέρες μας αξιωματική, έθετε δύο σοβαρά ζητήματα. Το πρώτο αφορά την άμεση σύνδεση του ηλικιακού με το πολιτικό, κυρίως μέσα από τις σύμφυτες στη νεότητα ανάγκες για κοινωνικές και πολιτικές αναδιαρθρώσεις και τις συνακόλουθες αλλαγές. Νομιμοποιούσε, εν ολίγοις, την ανάδειξη ενός αυτόνομου πεδίου μελέτης που επικεντρώνει στη νεολαία ως ιδιαίτερης ηλικιακής, κοινωνικής και ιστορικής κατηγορίας και στις σχέσεις που συνάπτει στις διαφορετικές χρονικές στιγμές που κάθε φορά αντιστοιχούν με το πολιτικό.

Το δεύτερο ζήτημα, διαφορετικής τάξεως, έγκειται στη σχέση της ιστορίας ή καλύτερα της ιστοριογραφίας με το προηγούμενο. Χαρακτηρίζοντας

1. Γ. Θεοτοκάς, Η εθνική κρίση, Θεμέλιο, Αθήνα 1966, σ. 40-41

2. José Gentil Da Silva, «Η ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας στην πρόσφατη ιστορική παραγωγή», Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου, Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, Αθήνα 1986, Α' τόμος, σ. 73.

p. 31

ντας τη στάση της ιστοριογραφίας επί των συγκεκριμένων θεμάτων «φτωχή , μερική, ευκαιριακή ή και στρατευμένη », ο γνωστός ιστορικός κατέθετε στο τραπέζι της συζήτησης δύο πρόσθετα στοιχεία. Από τη μια πλευρά, εξειδίκευε εμμέσως μια γενικότερη παρατήρηση του J. Le Goff, που διατυπώθηκε με την ίδια ευκαιρία: «Είναι αλήθεια, για πολύ καιρό η ιστορία είχε στρέψει τα νώτα σ' εκείνο που όχι μόνο είναι σημαντικό τμήμα της ανθρωπότητας, αλλά ένα τμήμα που σχεδόν πάντα διαδραμάτισε, με τη μια μορφή ή με την άλλη, έναν ειδικό ρόλο στην κοινωνία που οφείλουμε να τον γνωρίσουμε».3 Από την άλλη, επιβεβαιώνοντας το «κενό» αλλά και τη «στροφή» στη θεματολογία που σημειώθηκε κυρίως μεταπολεμικά, διαπίστωνε τα προβλήματα που εντοπίζονται στις ιστοριογραφικές καταγραφές και αποτυπώσεις ως προς το ρόλο των νέων στις κοινωνικές συγκρούσεις κυρίως στις συχνές αλλά ποικίλες διασταυρώσεις τους με τις πολιτικές ιδεολογίες και την πολιτική.

Είναι γεγονός ότι στην επιστημονική «ένδεια» απάντησε από πολύ νωρίς μια «στρατευμένη ιστοριογραφία». Η παρέμβαση της δεν υπάκουσε σε μια λογική κάλυψης διαπιστωμένων «κενών». Η «στρατευμένη ιστοριογραφία» ακολούθησε πρακτικά αυτόνομη τροχιά καθοριζόμενη από ιδεολογικά προτάγματα με τα οποία συνδέθηκε και υπηρέτησε. Οι προδιαγραφές που έθετε η κοινωνική επανάσταση και στη συνέχεια οι ιδεολογικές στρατηγικές των κομμουνιστικών κυρίως κομμάτων, που ανέλαβαν από τη σοσιαλδημοκρατία τη σκυτάλη για την πραγμάτωση της, έγιναν, στη λογική αυτή, οι κινητήριοι μοχλοί μιας ιστοριογραφίας που σαφώς προηγήθηκε των επιστημονικών προσεγγίσεων. Ο ειδικός ρόλος των νέων στις ευρύτερες κοινωνικές συγκρούσεις και ανατροπές ενδύθηκε κατ' αρχάς με το μανδύα ενός πολιτικού παρελθόντος. Απομονωμένοι από το ιδιαίτερο κάθε φορά κοινωνικό πλαίσιο τους, οι αγώνες αυτοί προβλήθηκαν αυτόνομα σε μια επιχείρηση δημιουργίας μιας γενεαλογίας των προοδευτικών κινημάτων των νέων που κρίθηκαν θετικά για μια άμεση συνάρτηση με την Αριστερά και με τις πρώιμες μορφές εκφοράς της. Αν η ανάγκη της άμεσης σύνδεσης με ένα «επαναστατικό» παρελθόν εικονογράφησε τη μία από τις όψεις του νομίσματος, στην άλλη όψη του η «στρατευμένη ιστοριογραφία» εξιδανίκευσε, υπερτονίζοντας, το ρόλο και την παρουσία των κομμουνιστικών νεολαιών στο εκάστοτε πολιτικό παρόν.

Στα μανιχαϊστικά σχήματα που προέταξαν τα κομμουνιστικά κόμματα μετέχοντας ως πόλοι στην εξωτερίκευση της εκάστοτε κοινωνικής σύγκρουσης, οι κομμουνιστικές νεολαίες και τα μέτωπα τα οποία οργάνωσαν και διαχειρίστηκαν, κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση της ευρύτερης πολιτικής

3. Jacques Le Goff, Παρέμβαση στην εναρκτήρια συνεδρία, στο ίδιο, σ. 33.

p. 32

και ιδεολογικής κομματικής στρατηγικής, ανέλαβαν αντίστοιχους ρόλους και αναπαρήγαγαν κοινά πρότυπα. Καταξιώθηκαν κατ' αρχάς ως οι μοναδικοί και οι γνήσιοι εκπρόσωποι των κινημάτων της νεολαίας. Ο εκάστοτε αντίπαλος εξοβελίστηκε εκ των πραγμάτων σε ρόλο εχθρικό ή/και προδοτικό , ενώ παράλληλα εκμηδενίστηκε η όποια αυτόνομη παρουσία του και δυναμική που ενείχε ή απέκτησε στο χώρο της νεολαίας, στο πλαίσιο των συγκεκριμένων κάθε φορά και ιδιαίτερων κοινωνικών συγκρούσεων. Σε ρόλο πρωταγωνιστικό για το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι, οι κομματικές νεολαίες εμφανίστηκαν ως μοναδικοί εκφραστές ενός συγκεκριμένου τμήματος της κοινωνίας αλλά κυρίως ως καταξιωμένοι εγγυητές μιας συνέχειας που ένωνε το κόμμα με το μέλλον και την κοινωνία του αύριο με τις επόμενες γενιές των νέων κομμουνιστών.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, τα διττά καθήκοντα, που επιφύλασσαν οι κομματικές πραγματικότητες στους νεολαίους, αποτυπώθηκαν στη στρατευμένη ιστοριογραφία. Οι νεολαίοι άλλοτε καταγράφονται ως αυτόνομη και ιδιαίτερη πολιτική οντότητα και άλλοτε ενσωματώνονται στο επαναστατικό δυναμικό και στο κόμμα-μοναδικό φορέα της ρήξης και της κοινωνικής αλλαγής, Από τα πρώτα καλέσματα και τις αναφορές στην παρουσία των κομμουνιστικών νεολαιών στο μεσοπόλεμο εμπεριέχονταν σαφώς το στοιχείο αυτής της επιλεκτικής χρήσης και διττής ταξινόμησης. Μια «αυτόνομη» οργάνωση με βάση το ηλικιακό κριτήριο προβάλλονταν με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, με το δικό της πυραμιδικό οργανωτικό σχήμα και λόγο, όταν η αντιπαράθεση με τον αντίπαλο επικεντρώνονταν σε ζητήματα και σε χώρους συνάθροισης της νεολαίας. Αντίθετα, όταν η σύγκρουση υπερέβαινε τα εντοπισμένα της όρια αγκαλιάζοντας την κοινωνία, ή όταν αποκτούσε συγκεκριμένο ταξικό περιεχόμενο, οι αναφορές στην κομμουνιστική νεολαία λειτουργούσαν απλώς και μόνο συμπληρωματικά ή/και εξαφανίζονταν. Στις αναφορές σε μεγάλες -για παράδειγμααπεργίες, η λέξη «εργάτης» απορρόφησε το βάρος της περιγραφής και αποτίμησης, ενώ το «νέος» —και όχι «νεολαίος»- λειτουργούσε προσδιοριστικά. Αντίστοιχα, το αυτονόητο και ως εκ τούτου, συχνά, άρρητο «κομμουνιστής» υπερκάλυπτε τα πάντα.

Βεβαίως αυτού του τύπου οι σηματοδοτήσεις που αποτυπώθηκαν και ιστοριογραφικά δεν οφείλονται αποκλειστικά στους κομμουνιστές αλλά και στους πολιτικούς αντιπάλους, στους πολέμιους και διώκτες, όσους συσπειρώνονταν στον άλλο πόλο των κοινωνικών συγκρούσεων. Ωστόσο, και παρά τα προβλήματα ως προς τις χρήσεις των όρων και των λέξεων, παραμένει γεγονός ότι οι βασικοί άξονες αυτής της «στρατευμένης ιστοριογραφίας της νεολαίας» διατηρήθηκαν πρακτικά αναλλοίωτοι και προβλήθηκαν στη μεταπολεμική περίοδο, δηλαδή στη φάση ενσωμάτωσης της

p. 33

νεολαίας ως ιδιαίτερου και αυτοτελούς αντικειμένου στις ενασχολήσεις των ιστορικών. Οι πορείες έκτοτε έγιναν παράλληλες καθώς, δίπλα στις επιστημονικές προσεγγίσεις που μάλλον απαξίωσαν τη σχέση νεολαίας και πολιτικής, συνέχισε να διαμορφώνεται μια ιστοριογραφία υπαγορευμένη από ιδεολογικά προκρίματα, η οποία έδιδε έμφαση άλλοτε στην κατασκευή μιας πολιτικής ταυτότητας και στη σύνδεση με το απώτερο παρελθόν, άλλοτε στο διεθνές κίνημα μιας παγκόσμιας κομμουνιστικής νεολαίας που η φωνή της υπερέβαινε τα εθνικά σύνορα και άλλοτε, μερικευτικά, στις ίδιες τις κομμουνιστικές κομματικές νεολαίες και στα μετωπικά νεολαιίστικα σχήματα, όπως διαμορφώθηκαν στις ιστορικές καμπές του 20ού αιώνα.

Στην Ελλάδα το ιστοριογραφικό τοπίο, χωρίς να διαφοροποιείται από αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, απέκτησε τα δικά του χαρακτηριστικά τα οποία δεν είναι ανεξάρτητα από τις μεταπολεμικές κοινωνικο-πολιτικές πραγματικότητες αλλά και τις δύστοκες -στη συνέχεια, ιδιότυπες- συνθήκες που επιφυλάσσονταν στην Αριστερά. Έτσι, από τη μια πλευρά, οι επαγγελματίες της ιστορικής γραφής που ενέταξαν στις ανησυχίες και στα ερευνητικά τους ενδιαφέροντα τη νεολαία, κυρίως μεταπολιτευτικά και με αρκετή καθυστέρηση σε σχέση με τη Δύση, εστίασαν σε θέματα τα οποία, με ελάχιστες εξαιρέσεις, άφησαν στο περιθώριο τις πολιτικές νεολαίες. Από την άλλη, η ιστοριογραφία που υπαγορεύτηκε από τους «επαγγελματίες της επανάστασης» δεν εξιστόρησε με τον δικό της τρόπο και δεν ενέταξε στη θεματολογία της όλες τις κομματικές νεολαίες ούτε εκείνες που διεκδίκησαν το χρίσμα της κομμουνιστικής αριστεράς. Ακόμα και μετά το τέλος των απαγορεύσεων, τα δύο πολιτικά σχήματα από τα οποία εκφράστηκαν οι κομματικές ορθοδοξίες λειτούργησαν μάλλον ανασταλτικά ως προς την εξιστόρηση της μετεμφυλιοπολεμικής περιόδου η οποία, συνδεδεμένη πρακτικά με την ύπαρξη και την πορεία της μετωπικής ΕΔΑ και των κινημάτων της νεολαίας που εξελίχθηκαν στο πλαίσιο της, καλύφθηκε με πέπλο σιωπής.

Εν ολίγοις, τα μαρτυρολόγια4 της αριστερής νεολαίας και τα ηρωικά χρονικά5 που επικέντρωσαν στη δεκαετία 1940-1950 και τις γενεαλογίες6 που εκδόθηκαν κατά κομματική υπαγόρευση στο εξωτερικό, τη δε-

4. Βλ. για παράδειγμα, Μορφές ηρώων της νεολαίας της Ελλάδας, εκδοτικό Νέα Ελλάδα-Βιβλιοθήκη της Νεολαίας, [Βουκουρέστι] 1953.

5. Βλ. την έκδοση της ΕΠΟΝ, Εμπρός επονίτες! Χρονικά του Αγώνα, εκδοτικό Νέα Ελλάδα-Βιβλιοθήκη της Νεολαίας, [Βουκουρέστι] 1952.

6. Βλ. για παράδειγμα, Δ. Ραυτόπουλος, Η νεολαία στις εθνικές και δημοκρατικές επάλξεις. Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, [Βουκουρέστι] 1962.

p. 34

δεκαετία του 1960, δεν ακολούθησε στη μεταπολίτευση ο θεματολογικός εμπλουτισμός μιας -έστω και πολιτικά κατευθυνόμενης— βιβλιοπαραγωγής. Τις ιστορίες της ΟΚΝΕ7 διαδέχτηκαν οι ιστορίες της ΕΠΟΝ8 και άλλα κομματικά κείμενα για τη νεολαία, τη διαπαιδαγώγηση της και τον ιστορικό ρόλο της. Οι εξιστορήσεις όμως παρέμειναν αποσπασματικές, καθώς το αφήγημα που καλύπτει τα χρόνια 1950-1967, αλλά και την απριλιανή δικτατορία, παραδόθηκε κατ' αποκλειστικότητα στη συλλογική μνήμη, ενώ ιστοριογραφικά παρέμεινε αντικείμενο της σιωπής.

Ουσιαστικά, το ερώτημα -που ακούγεται αφελές ίσως ακόμη στις μέρες μας- «ποια ήταν επιτέλους αυτή η Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη ;», «ποια ήταν αυτή η πολιτική οργάνωση νέων που απασχόλησε με τη δράση της το Συμβούλιο του Στέμματος και το σύνολο του πολιτικού κόσμου στα μέσα της δεκαετίας του 1960;» παραμένει ακάλυπτο ιστοριογραφικά, στο μέτρο που ούτε η πολιτική ιστορία αλλά ούτε και η «στρατευμένη ιστοριογραφία» φρόντισαν να δώσουν απαντήσεις. Μαζί παραμένουν ακάλυπτα ερωτήματα για τα κινήματα της νεολαίας, τους φορείς και τα πρόσωπα που τα εξέφρασαν, τις πολιτικές νεολαίες στην παρανομία και στη νομιμότητα, που διαχειρίστηκαν και εκπροσώπησαν τα αιτήματα των αριστερών νέων και τα κινήματά τους στις μετεμφυλιοπολεμικές κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες.

Χωρίς να υποκαθιστά τα κενά και πολύ περισσότερο χωρίς να απαντά σε όλα τα ερωτήματα, το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ένα πρώτο σχεδίασμα, διαρθρωμένο σε τρία μέρη. Μια σύντομη -έστω- αναδρομή στην ιστορία της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη προϋποθέτει τη διαγραμματική παρουσίαση εκείνων των πολιτικών νεολαιών που κράτησαν το νήμα της αριστερής συνέχειας σε δύσκολα χρόνια και προετοίμασαν το έδαφος για τη συγκρότηση της δυναμικότερης, μετά την ΕΠΟΝ, οργάνωσης νέων. Η παράνομη ΕΠΟΝ, η βραχύβια ΕΔΝΕ και η Ν.ΕΔΑ άνοιγαν έναν κύκλο που θα συμπλήρωνε, με την παρουσία της, η ΔΝΛ. Ορίζονται έτσι οι συντεταγμένες μιας ενιαίας περιόδου που προσδιορίζεται χρονικά από το τέλος του εμφυλίου μέχρι την απριλιανή δικτατορία.

7. Η πρώτη ιστορία της ΟΚΝΕ εκδίδεται -από όσο γνωρίζουμε-από την Κομμουνιστική Νεολαία Ελλάδας (ΚΝΕ) στη διάρκεια της δικτατορίας. Βλ. ΟΚΝΕ. Λενινιστικό μαχητικό σχολείο των νέων, έκδοση της Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδας, χτε, Νοέμβριος 1972. Ακολουθεί στη μεταπολίτευση σειρά μαρτυριών με χαρακτηριστικότερα ίσως τα Π. Ρούσος, Της πρώτης νιότης. Αφηγήματα, εκδόσεις «Οδηγητής», Αθήνα 1976, και Αύρα Παρτσαλίδου, Αναμνήσεις από τη ζωή της ΟΚΝΕ, Σύγχρονη Εποχή, 41983.

8. Βλ. το πιο χαρακτηριστικό, κατά τη γνώμη μας, Π. Ανταίος, Συμβολή στην Ιστορία της ΕΠΟΝ .Καστανιώτης,2 τ., Αθήνα 1977.

p. 35


Οι διθύραμβοι των νικητών του Γράμμου, το φθινόπωρο του 1949, και η αναγνώριση της στρατιωτικής και πολιτικής ήττας της Αριστεράς σηματοδότησαν το τέλος της πολυτάραχης δεκαετίας για την ελληνική κοινωνία αλλά και την απαρχή μιας περιόδου που φέρει σε όλα τα επίπεδα του πολιτικού και κοινωνικού βίου, ανεξίτηλα για τα επόμενα 17 χρόνια, τα ίχνη του νέου διχασμού και της εμφύλιας σύγκρουσης. Είναι ίσως για το λόγο αυτό που τα χρόνια 1950-1967 καταγράφηκαν στην ιστοριογραφία, αλλά και στη συλλογική μνήμη παρά τις διαφοροποιήσεις που τα χαρακτήρισαν, ως μια ενιαία περίοδος η οποία εύστοχα προσδιορίστηκε ως μετεμφυλιακή ή καλύτερα ως μετεμφυλιοπολεμική.

Ευαισθητοποιημένη στα μηνύματα των καιρών, σε πρωταγωνιστικό ρόλο ήδη από τη δεκαετία του 1940, η νεολαία σηματοδοτεί ολόκληρη τη μετεμφυλιοπολεμική περίοδο με την ιδιαίτερη δυναμική παρουσία της, η οποία προσδιορίζεται αλλά και προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό τις νέες κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες. Φορέας της κοινωνικής αλλαγής και της πολιτικής πρωτοπορίας που διεκδίκησε, τόσο μέσα από τις εξαγγελίες και τα προτάγματα της ΕΠΟΝ όσο και μέσα από την εδραίωση της συγκεκριμένης οργάνωσης ως καθολικού φαινομένου στα χρόνια της Αντίστασης και στην Απελευθέρωση, η νεολαία έμπαινε ξανά στο προσκήνιο, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, με πλούσιες παρακαταθήκες, παρά τις σκληρές διώξεις που μεσολάβησαν στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.

Κινητήρια δύναμη αυτής της νεολαίας και των κινημάτων της, όπως τα ενσωμάτωσε και τα διαχειρίστηκε, η ηττημένη και διωκόμενη Αριστερά επιτυγχάνει μια σταδιακή επιστροφή στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Αντιστρέφοντας τους όρους που δημιούργησε η εμφύλια σύγκρουση, επιβάλλει την παρουσία της στο στίβο των πολιτικών νεολαιών και, χρησιμοποιώντας ως αιχμή του δόρατος το «αφυπνιζόμενο» φοιτητικό κίνημα, θέτει, παρά τις διώξεις και την τρομοκρατία, τις υποθήκες για μια νέα ηγεμονία της με άξονες την ειρήνη, την αμνηστία και τους αγώνες για το Κυπριακό. Η παράνομη ΕΠΟΝ και η βραχύβια ΕΔΝΕ (Ενιαία Δημοκρατική Νεολαία Ελλάδος) εξασφαλίζουν, σε αυτή τη φάση, τη συνέχεια από την κατοχική γενιά των επονιτών σε εκείνη που διαμορφώνεται στις δύστοκες εμφυλιοπολεμικές και μετεμφυλιοπολεμικές πραγματικότητες.

Στη συνέχεια, η Νεολαία ΕΔΑ καθιερώνεται, από το 1958, ως ο πολιτικός εκείνος οργανισμός που, συσπειρώνοντας τη δυναμική της Αριστεράς, καταφέρνει να ενορχηστρώσει τα αιτήματα του φοιτητικού κινήματος αντιπαρατιθέμενος στην ΕΚΟΦ (Εθνική Κοινωνική Οργάνωσις Φοιτητών),

p. 36

να συντονίσει τις διεκδικήσεις των εργαζόμενων νέων και να μετατρέψει σε νεολαιίστικη υπόθεση την έκκληση για ειρήνη. Χωρίς να ξεφύγει από το πλαίσιο μιας «στενής» πολιτικής-κομματικής νεολαίας, ενσωματώνει, στις αρχές του 1960, τα νέα δεδομένα και καλλιεργεί το έδαφος για την έκρηξη της νεολαιίστικης συμμετοχής και αμφισβήτησης, προετοιμάζοντας τη θριαμβευτική είσοδο στην πολιτική ζωή της γενιάς που αναγνωρίζεται μέχρι σήμερα ως η «γενιά του Λαμπράκη».

1.1. 1950: Οι όροι της επίπονης ανασυγκρότησης

Η παρανομία στην «υπό κατάσταση πολιορκίας» πρωτεύουσα, τα υπό αστυνομική επιτήρηση γραφεία αριστερών πολιτικών σχηματισμών, αλλά και οι πανεπιστημιακές σχολές αποτελούν τρεις διαφορετικούς πόλους μέσα από τους οποίους δρομολογούνται στις αρχές του 1950 τα πρώτα βήματα για την ανάκαμψη του νεολαιίστικου κινήματος. Σε ένα πολιτικό τοπίο όπου οι ευκαιρίες για το ηττημένο ΚΚΕ και τους κοινωνικούς χώρους που εκπροσώπησε διαγράφονται με μελανά χρώματα, οι ανακατατάξεις και οι ζυμώσεις που συντελούνται στους τρεις αυτούς πόλους συμβάλλουν στη διαμόρφωση των πρώτων πολιτικών συσπειρώσεων νέων μετά τον εμφύλιο πόλεμο και επιτρέπουν τις πρώτες επαφές των αριστερών νεολαίων με ένα ευρύτερο νεανικό ακροατήριο, με τους συντηρητικούς στην πλειονότητά τους φοιτητές και τελειόφοιτους μαθητές.

Παρά τα νομικά κωλύματα και τα πολιτικά προσκόμματα που θα συναντήσει μέχρι την επίσημη καταστατική της κατοχύρωση το 1960, η απόφαση για την ίδρυση της ΔΕΣΠΑ (Διοικούσα Επιτροπή Συλλόγων Πανεπιστημίου Αθηνών) σηματοδοτεί την απαρχή μιας νέας εποχής για το φοιτητικό κίνημα και συνδέεται άμεσα με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας των φοιτητικών συλλόγων και τη διεξαγωγή των πρώτων «ελεύθερων» φοιτητικών εκλογών στους περισσότερους συλλόγους του Πανεπιστημίου Αθηνών τον Απρίλιο του 1949. Ο θεσμός των αυτόνομων φοιτητικών συλλόγων με τις διαφορετικές επωνυμίες, που λειτουργούν χωρίς σύνδεση μεταξύ τους, και εκείνος της περιστασιακής σύστασης επιτροπών για την προώθηση των φοιτητικών αιτημάτων υποχωρεί. Το φοιτητικό κίνημα προσανατολίζεται οριστικά στη δημιουργία μόνιμων συνδικαλιστικών οργάνων στα οποία αντιπροσωπεύονται οι φοιτητές, ενώ παράλληλα τα όργανα αυτά συνδέονται και συντονίζουν τις μεταξύ τους δραστηριότητες για την υποστήριξη των κοινών φοιτητικών αιτημάτων και διεκδικήσεων ,9

9. Για τα ζητήματα αυτά και παρά τα λάθη που συχνά εντοπίζονται, βλ. Γ. Γιάνναρης, Φοιτητικά κινήματα και ελληνική παιδεία, τ. Β', Από την ΕΠΟΝ στο Πολυτεχνείο, εκδόσεις

p. 37

Στις αρχές του 1950 τα εκλεγμένα συμβούλια των σχολών και η ΔΕΣΠΑ αντιμετωπίζουν ήδη τα τρέχοντα προβλήματα των φοιτητών: αναβολή στρατεύσεως λόγω σπουδών, συγγράμματα, βοηθητικό προσωπικό, μειωμένο εισιτήριο κ.ά. Την ίδια εποχή εκδηλώνονται οι μαζικές κινητοποιήσεις για το Κυπριακό, ενώ ένα οικονομικό θέμα προκύπτει το δεύτερο εξάμηνο της ίδιας χρονιάς για να αποτελέσει -όπως θα αποδειχθεί στην πορεία- προνομιακό πεδίο για την παρέμβαση της αριστερής νεολαίας. Έτσι, οι διαδηλώσεις για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα επιτρέπουν την αμφισβήτηση της ρητορείας περί κομμουνιστικής εθνοπροδοσίας μέσω της ανάδειξης του πατριωτικού λόγου της Αριστεράς. Αντίστοιχα, οι μεγάλες φοιτητικές απεργίες που δρομολογούνται ενόψει της κυβερνητικής απόφασης για το διπλασιασμό των διδάκτρων από το φθινόπωρο του 1950 επιβεβαιώνουν ότι οι κοινωνικές συνάψεις μεταξύ των φοιτητών μπορούν να μειώσουν τις αναστολές, ακόμη και τις όποιες ιδεολογικές επιφυλάξεις και πολιτικές διαφωνίες. Στην ίδια κατεύθυνση η κυβερνητική απόφαση για την υποχρεωτική μαθητική εισφορά μεταφέρει το κλίμα των κινητοποιήσεων στα μαθητικά θρανία.10

Μπροστά στο «αφυπνιζόμενο» φοιτητικό κίνημα που μπορεί να διεκδικήσει πλέον την εκλογή και το συντονισμό των εκπροσώπων του, το Κυπριακό, η μείωση των διδάκτρων και η κατάργηση της μαθητικής εισφοράς, περισσότερο από τις όποιες -σχετικά περιορισμένες λόγω του πολιτικού κλίματος- αντιπολεμικές εκδηλώσεις για τη συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο της Κορέας, καθίστανται για τα επόμενα χρόνια βασικοί άξονες για τη νέα πολιτική πρόταση της αριστερής νεολαίας σε μαζικούς χώρους, όπως τα σχολεία, οι πανεπιστημιακές και οι ανώτατες σχολές,

Το Ποντίκι, Αθήνα 1993, σ. 169-171.

10. Σε κλίμα ευρύτερων κοινωνικών διεκδικήσεων, οικονομικού κυρίως περιεχομένου που εκφράζεται με μακράς διάρκειας απεργίες των δασκάλων, των γιατρών και γενικά των δημοσίων υπαλλήλων, οι παλλαϊκές κινητοποιήσεις για το Κυπριακό και την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα συνιστούν ένα διαφορετικό άξονα, εθνικών αυτή τη φορά, διεκδικήσεων που συντηρείται με ένταση σε όλη τη διάρκεια του 1950. Οι φοιτητές, ο συνολικός αριθμός των οποίων κυμαίνεται πλέον στις 50.000, πρωτοστατούν στις διαδηλώσεις και μάλιστα συγκροτούν συντονιστικό όργανο, την Πανσπουδαστική Επιτροπή Κυπριακού Αγώνα (ΠΕΚΑ). Στο απεργιακό τοπίο προστίθενται οι κινητοποιήσεις κατά της αύξησης των διδάκτρων, οι οποίες δρομολογούνται τον Μάιο του 1950 μετά τη σχετική απόφαση της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Αθηνών και κορυφώνονται από τον Νοέμβριο με την επικύρωση της απόφασης από την κυβέρνηση Σοφ. Βενιζέλου. Αντίστοιχα, οι μαθητικές κινητοποιήσεις και αποχές από τα μαθήματα για την περίφημη μαθητική εισφορά, την οποία παρακρατεί το κράτος κατά τα 2/3, ξεκινούν τον Μάιο και επεκτείνονται αμέσως στα σχολεία της χώρας.

p. 38

όπου μπορεί να αναζητήσει τα νέα ερείσματα της αλλά και να αναδείξει τους εκπροσώπους της.

Ωστόσο, παρά τη συγκυρία που αποδείχτηκε μάλλον ευνοϊκή, το 1950, όσον αφορά το ευρύτερο νεολαιίστικο ακροατήριο, τα βήματα για την ανάκαμψη και την ανασυγκρότηση της αριστερής νεολαίας συναρτήθηκαν εν πολλοίς με τους άλλους δύο πόλους οι οποίοι συνδιαμόρφωσαν, μέσα στις αντιξοότητες, τους όρους για το πολιτικό της πρόταγμα. Στο πλαίσιο αυτό, τα λεπτά, αν και αισθητά και συχνά παραβιαζόμενα, όρια μεταξύ παρανομίας και νομιμότητας καθόρισαν τις σχέσεις δύο χώρων που έδρασαν στην πράξη αυτόνομα παρά τις ενυπάρχουσες συναρθρώσεις.

Ο πόλος της νομιμότητας προσδιορίζεται από πολλαπλούς αν και ολιγομελείς πυρήνες νέων, συνδεδεμένους κυρίως με τις διάφορες πανεπιστημιακές σχολές, οι οποίοι έρχονται στις αρχές της δεκαετίας του 1950 σε επαφή με τους βραχύβιους πολιτικούς σχηματισμούς και τα προσωποπαγή κόμματα που εξέφρασαν, την επομένη του εμφυλίου πολέμου, το χώρο της πολυκερματισμένης εαμικής Αριστεράς. Οι Αριστεροί Φιλελεύθεροι των Στ. Χατζήμπεη και Νεόκ. Γρηγοριάδη εκφράζονται από τη ΦΑΝ (Φιλελεύθερη Αριστερή Νεολαία), το Δημοκρατικό Ριζοσπαστικό Κόμμα του Μιχ. Κύρκου από τη PAN (Ριζοσπαστική Αριστερή Νεολαία), η Ένωση Δημοκρατικών Αριστερών του Γιάννη Σοφιανόπουλου εκπροσωπείται στον νεολαιίστικο χώρο από τη ΔΑΝ (Δημοκρατική Αριστερή Νεολαία), ενώ το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Γιάννη Πασαλίδη εκπροσωπείται από τη Νεολαία του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Στον κατάλογο αυτό προστίθεται από την άνοιξη του 1951 η Νεολαία του Δημοκρατικού Συναγερμού. Το τοπίο αυτό συμπληρώνεται από τη Νεολαία του ΣΚ-ΕΛΔ (Σοσιαλιστικό Κόμμα — Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας) των Αλέξ. Σβώλου και Ηλία Τσιριμώκου. Τοποθετούμενη από την αρχή σε μια ριζοσπαστικότερη κατεύθυνση, η Νεολαία του ΣΚ-ΕΛΔ «αποστασιοποιείται αρκετά από τη δεξιά σοσιαλδημοκρατική τάση που επικρατεί στο κόμμα». Στην ίδια σειρά εγγράφεται και η Νεολαία της ΕΠΕΚ (Εθνική Προοδευτική Ένωση Κέντρου) του Ν. Πλαστήρα, που εκείνη την εποχή δεν μετέχει ακόμη συστηματικά στους διάφορους κυβερνητικούς σχηματισμούς. Η εκστρατεία για να μην εκτελεστούν οι θανατικές καταδίκες, κυρίως των 16 επονιτών του Πειραιά," η συνεχής έκκληση για αμνηστία και ειρήνευση αποτελούν, στη φάση αυτή, παράλληλα με το Κυπριακό και τις μαθητικές και φοιτητικές διεκδικήσεις, τα κεντρικά σημεία επαφής διαμορφώνοντας έναν σχετικά ενιαίο λόγο των αριστερών νεολαιών.

11. Βλ. τις συνεντεύξεις του Τ. Μπενά στο Λ. Μαυροειδής, Αγωνιστές. Η ελληνική Αριστερά χθες, σήμερα, αύριο, Προσκήνιο, Αθήνα 2002, σ. 104-111, αλλά και στο έκτο μέρος του παρόντος τόμου.

p. 39
Search form
Search the book: The Lambrakis Youth Organisation in the 1960s
Search results
    Digitized books
    Page: 20

    συστηματικά στις επιμέρους εκφράσεις του κοινωνικού. Εξακολουθούν, ωστόσο, να απουσιάζουν συστηματικές μελέτες για τις πολιτικές νεολαίες της εποχής, για το νεολαιίστικο κίνημα και τις πολλαπλές του εκφάνσεις. Για τους «Λαμπράκηδες», το εγχείρημα της Κατερίνας Σαιν-Μαρτέν αποτελεί τη μοναδική εξαίρεση. Ως διδακτορική διατριβή9 συντάχθηκε με κόπο και με προσπάθεια για τη διπλή κατανόηση τόσο της ελληνικής μεταπολιτευτικής πραγματικότητας των χρόνων 1976-79 όσο και των «Λαμπράκηδων» και του κινήματος τους. Και ως βιβλίο,10 που κυκλοφόρησε μόνο στα ελληνικά, παραμένει ένα καλό δείγμα για τον καιρό του. Δεν θα μπορούσε, εντούτοις, να χαρακτηριστεί σήμερα ένα έργο που αντιστάθηκε στο χρόνο, γιατί δεν δίνει, με επάρκεια και με ακρίβεια, απαντήσεις στα πολλαπλά ερωτήματα που θέτει πλέον η έρευνα.

    Η πρωτοβουλία που αναλάβαμε, ως ομάδα, στο πλαίσιο των ερευνητικών προγραμμάτων του Ιστορικού Αρχείου της Ελληνικής Νεολαίας (ΙΑΕΝ), δεν φιλοδοξεί να καλύψει τα κενά. Δεν αποσκοπεί δηλαδή σε μια ολοκληρωμένη εκδοχή της ιστορίας της «Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη». Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να θεωρηθεί μελέτη που συστηματοποιεί και ερμηνεύει το νεολαιίστικο κίνημα στη δεκαετία του 1960 έχοντας ως αφετηρία την ιστοριογραφική προσέγγιση της ΔΝΛ και την αναγωγή της σε βασική συνιστώσα του. Πρόθεσή μας ήταν, από την αρχή, η δημιουργία ενός «εργαλείου», η συγκρότηση ενός τόμου στον οποίο θα αποτυπώνονται ευκρινώς, θα διασταυρώνονται και θα γίνονται προσιτά τα τεκμήρια και τα ίχνη που άφησε η ΔΝΛ. Στόχος μας παραμένει η δημιουργία μιας άρτιας τεκμηριωτικά υποδομής, η κατά το δυνατόν συγκρότηση και εξασφάλιση ενός σταθερού πεδίου αναφοράς, απαραίτητου για τις μεταγενέστερες προσεγγίσεις. Στη λογική αυτή, η προσπάθειά μας μπορεί να χαρακτηρισθεί εξαρχής ως έρευνα που εκβάλλει στην ίδια την έρευνα, σαν μια απόπειρα που στοχεύει πρωτίστως στην τεκμηρίωση συνδέοντάς την με την ιστορική προβληματική.

    Η επιλογή μας συστοιχεί με την τεκμηριωτική περιουσία των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), δηλαδή με την ύπαρξη του αρχείου του Κεντρικού Συμβουλίου της ΔΝΛ, που κληροδοτήθηκε σύμμεικτο με το αρχείο του κόμματος της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς, της περιόδου 1951-1967, και με το σημαντικό έντυπο απόθεμα που διαθέτουν για

    9. Catherine Saint-Martin, Histoire de la Jeunesse Lambrakis. Grèce 1963-1967, Doctorat de Troisième Cycle de Sociologie, Université Paris VIII- Saint Dénis, 1983,315 σ.

    10. Με σημαντικές αλλαγές ως προς τη δομή αλλά και το περιεχόμενο, το έργο κυκλοφόρησε στα ελληνικά σε μετάφραση και επιμέλεια της Χαράς Ντάλη. Κατερίνα Σαιν-Μαρτέν , Λαμπράκηδες. Ιστορία μιας γενιάς, εκδόσεις Πολύτυπο, Αθήνα 1984,251 σ.