Συγγραφέας:Κουλούρη, Χριστίνα
 
Τίτλος:Ιστορία και Γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία (1834-1914)
 
Υπότιτλος:Ανθολόγιο κειμένων-Βιβλιογραφία σχολικών εγχειριδίων
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:18
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1988
 
Σελίδες:789
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Βιβλιογραφία
 
Εκπαίδευση-Δευτεροβάθμια
 
Εκπαίδευση-Πρωτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1834-1914
 
Περίληψη:Στόχος του βιβλίου αυτού είναι η αναζήτηση των καταβολών της ιστορικής παιδείας στο νεοελληνικό κράτος, και κυρίως του τρόπου παροχής της, και η διερεύνηση των μηχανισμών διαμόρφωσης της Ιστορικής συνείδησης μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα στον 19ο αιώνα. Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη: Μία ιστορική εισαγωγή, ένα ανθολόγιο πηγών και μία βιβλιογραφία σχολικών εγχειριδίων. Τα κείμενα του ανθολογίου φιλοδοξούν να σκιαγραφήσουν τη φυσιογνωμία του ιστορικού και του γεωγραφικού μαθήματος κατά τον 19ο αιώνα, με έμφαση κυρίως στην ιδεολογική λειτουργία της διδασκαλίας, και για το λόγο αυτόν προτιμήθηκαν κείμενα κατεξοχήν στρατηγικά, όπως οι πρόλογοι των διδακτικών βιβλίων και οι επίσημες και μη οδηγίες για τη διδασκαλία, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια. Στη Βιβλιογραφία συγκεντρώθηκαν 727 τίτλοι σχολικών εγχειριδίων ιστορίας και γεωγραφίας για την περίοδο 1834-1914, που παρουσιάζονται με χρονολογική σειρά, και στο εσωτερικό κάθε έτους σύμφωνα με την αλφαβητική σειρά των ελλήνων συγγραφέων η μεταφραστών.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 54.55 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 16-35 από: 794
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/16.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

Ο Henri-Auguste Dutrône το 1828, μετά από επιθεώρηση των σχολείων των νησιών του Αιγαίου, διαπιστώνει -σε σύγκριση με την εποχή της Τουρκοκρατίας- μια συνεχή αύξηση του ποσοστού των σχολείων οπού διδάσκεται η ιστορία και η γεωγραφία 1. Κατά την καποδιστριακή περίοδο, η προσπάθεια που γίνεται για την οργάνωση της εκπαίδευσης, κυρίως της δημοτικής, δεν αποφέρει πάντα τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, και μάλιστα ώς προς την ομοιομορφία της διδασκαλίας. Το βάρος, στα δημοτικά σχολεία, τοποθετείται στη μετάδοση στοιχειωδών γνώσεων (ανάγνωση, γραφή, αριθμητική), και αυτό συμφωνεί με τις γενικές αρχές της αλληλοδιδακτικής μεθόδου η οποία εφαρμόζεται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση μέχρι το 1880, οπότε εισάγεται επίσημα η συνδιδακτική μέθοδος 2. Έτσι, από μια άλλη έκθεση, του Ι. Π. Κοκκώνη, για τα σχολεία της Πελοποννήσου αυτή τη φορά, πληροφορούμαστε ότι από τα αλληλοδιδακτικά σχολεία λείπει εντελώς κάποια. Ιστορική η γεωγραφική διδασκαλία, εκτός από την ιερά ιστορία, ενώ από τα 19 συνολικά Ελληνικά σχολεία μόνο σε δύο διδάσκεται "Γεωγραφία και Ελληνική Ιστορία" 3. "Γεωγραφία και Ιστορία της Ελλάδος" διδάσκονται επίσης στο Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας 4.

1. "Έκθεσις περί της παιδείας μέχρι του πρώτου έτους αρχής του Καποδίστρια", Γενική Εφημερίς Γ', 1828, 92 και 93, Απόστολος Δασκαλάκης, Κείμενα - Πηγαί της Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως. Σειρά τρίτη. Τα περί παιδείας, τ. Α',' Αθήνα 1968, αρ. 125, σ. 178-185. Ο Dutrône διαχωρίζει τη λειτουργία των σχολείων σε τρεις περιόδους: α') πριν από την επανάσταση, β') κατά τη διάρκεια της επανάστασης και γ') μετά την επανάσταση, και κάνει τις εξής συγκρίσεις: "η παλαιά ελληνική γλώσσα και ιστορία εδιδάσκοντο μόνον εις το 1/3 των σχολείων των εκ της τουρκικής αρχής όντων, ευθύς δε εισήχθησαν εις τα 2/3 των της επαναστάσεως και τα 3/4 των της τρίτης περιόδου. η Γεωγραφία δεν εδιδάσκετο ειμή εις το 1/6 των της πρώτης περιόδου σχολείων, εις πλέον η το 1/3 των της δευτέρας, και εις τα 2/3 των της τρίτης".

2. Παρόλο που η συνδιδακτική μέθοδος επιβάλλεται επίσημα το 1880, ένα συνδιδακτικό "ανώτερο" τμήμα προβλέπεται να λειτουργεί για τη διδασκαλία των συμπληρωματικών μαθημάτων από το 1836. Πβ. Ελένη Καλαφάτη, Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης 1821-1929. Από τις προδιαγραφές στον προγραμματισμό, IAEN 8, Αθήνα 1988, σ. 131. Tò 1861 ο Ι.Π. Κοκκώνης δημοσιεύει το Εγχειρίδιον περί δημοτικής εκπαιδεύσεως η οδηγόν περί μεθόδων διδακτικών αυνδιδακτικής και μικτής και περί νηπιακών σχολείων, έργο ανεξάρτητο από τον 'Οδηγό της Αλληλοδιδακτικής ο οποίος έχει ήδη γνωρίσει τρεις εκδόσεις (η τέταρτη έκδοση του γίνεται το 1864). Έτσι μία "μικτή" μέθοδος, συνδυασμός αλληλοδιδακτικής και συνδιδακτικής, εφαρμόζεται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση από τα μέσα του αιώνα.

3. "Συνοπτική "Εκθεσις του Ι. Κοκκώνη περί των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων Πελοποννήσου, εν Αιγίνη την 31 Δεκεμβρίου 183Ο", Α. Δασκαλάκης, ο.π., τ. Τ',' αρ. 741, σ. 1593-1597.

4. "'Οργανισμός και Πρόγραμμα του Κεντρικού Σχολείου Αιγίνης, εν Ναυπλίω την 1 9βρίου 1829", Α. Δασκαλάκης, ο.π., τ. Α', αρ. 224, σ. 404-407. Σύμφωνα με το "Πρόγραμμα

Σελ. 16
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/17.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

Στά σχολεία της επαναστατημένης Ελλάδας και των χρόνων της καποδιστριακής διακυβέρνησης χρησιμοποιούνται τα διδακτικά βιβλία που είχαν εκδοθεί πριν από τον Αγώνα 1, αλλά και τα μικρά και εύχρηστα σχολικά εγχειρίδια που τυπώνονται από το 1822 ώς το 1833 στο τυπογραφείο των αμερικανών μισσιονάριων της Μάλτας2. Τα βιβλία αυτά, γραμμένα στην κοινή ελληνική διάλεκτο ώστε να είναι προσιτά και ευχάριστα στα μικρά παιδιά, φαίνεται πως είχαν ευρεία διάδοση στα ελληνικά κέντρα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και στο ελεύθερο ελληνικό κράτος 3. Εγχειρίδια ιστορίας και γεωγραφίας τυπώνονται στη Μάλτα, κυρίως στα χρόνια 1831-18324, η δράση των προτεσταντών ιεραποστόλων στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου δημιούργησε ωστόσο ανησυχίες στην 'Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι μισσιονάριοι κατηγορήθηκαν για προσηλυτισμό και προκάλεσαν τη δυναμική αντίδραση του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης το οποίο, με: εγκύκλιο του το 1836, απαγόρευσε τη φοίτηση, των πιστών του,στά; σχολεία των μισσιονάριων και διέταξε την καταστροφή των εντύπων τους 5.

των εν Αιγίνη Διδακτηρίων την παρούσαν Ιξαμηνίαν 1832 Σεπτ. 1 δως 15 Φεβρ. 1833", Εθνική Εφημερίς 44 (24 Σεπτεμβρίου 1832), διδάσκονται στο Λύκειο γεωγραφία "παλαιά" και "νεωτάτη", ιστορική χρονολογία και μυθολογία και στο Προκιχταρκτικο Σχολείο "Νεωτέρα Γεωγραφία".

1. Πβ. τους καταλόγους των βιβλίων που αποστέλλονται στα σχολειά από τη Γραμματεία των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως: Α. Δασκαλάκης, δ.π., τ. Β', άρ. 413, σ. 883-884 και τ. Γ', αρ. 790, σ. 1685' Ελένη Μπελιά, Η εκπαίδευσις εις την Λακωνίαν και την Μεσσηνίαν κατά την καποδιστριακήν περίοδον, Αθήνα 1970, σ. 8689, 99-100.

2. Β,λ. Evro Layton, "The Greek Press at Malta of the American Board of Commissioners for Foreign Missions (1822-1833)", Ο Ερανιστής 9 (1971), σ. 169-193. To 1833 το τυπογραφείο των αμερικανών μισσιονάριων μεταφέρθηκε στη Σμύρνη.

3. Τα τραβήγματα των βιβλίων της Μάλτας ήταν ιδιαίτερα υψηλά. Βλ. Φίλιππος Ηλιού,' "'Ελληνική Βιβλιογραφία 1800-1863. Προσθήκες, Συμπληρώσεις", Τετράδια 'Εργασίας 4, Κέντρον Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος 'Ερευνών, Αθήνα 1983, σ. 1.

4. Βλ. τον πίνακα των εκδόσεων της 'Μάλτας (108 τίτλοι) που δημοσιεύει η Evro Layton, ο.π., σ. 185-193. '

5. Κυριακή Μαμώνη, "Αγώνες του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά των Μισσιοναρίων", Μνημοσύνη 8 (1980-1981), σ. 190. Πβ. επίσης για τις αντιδράσεις εναντίον των μισσιονάριων στο ελεύθερο ελληνικό κράτος: John A. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο Ελληνικό Βασίλειο (1833-1843), Αθήνα 1985, σ. 346-349.

Σελ. 17
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/18.gif&w=600&h=915 18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΕΙΚΟΝΑ 2

ΕΙΚΟΝΑ 3

ΕΙΚΟΝΑ 4

Σελ. 18
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/19.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Εις την Ελλάδα οι Νόμοι γίνονται χάριν ειρωνικής αντιδιαστολής προς την πραγματικότητα.

Δ. Γληνός, 1.921

ΤΟ 1834 ο νόμος που διοργανώνει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση κατατάσσει την ιστορία και τη γεωγραφία στις προαιρετικές γνώσεις του δημοτικού σχολείου (Ανθολόγιο 1). "Συμπληρωτικαί γνώσεις" ονομάζονται ακόμη και το 1863 από τον Ι. Π, Κοκκώνη στο Εγχειρίδιο του για τη δημοτική εκπαίδευση (Ανθολόγιο 43). Στην πράξη, όπως φανερώνουν δύο επιθεωρητικές εκθέσεις του Ι. Π,Κοκκώνη πάλι,,το 1837 (Ανθολόγιο 9) και το 1839 (Ανθολόγιο 11) αντίστοιχα, ιστορία και γεωγραφία φαίνεται πώς διδάσκονταν μόνο στα δημοτικά σχολεία που λειτουργούσαν στις πρωτεύουσες των επαρχιών, ενώ στα υπόλοιπα η διδασκαλία  περιοριζόταν στις στοιχειώδεις γνώσεις (ανάγνωση, γραφή, αριθμητική), Ως την επίσημη κατάργηση της αλληλοδιδακτικής μεθόδου και την εισαγωγή της  συνδιδακτικής το 1880, καθώς και τη δημοσίευση των πρώτων προγραμμάτων, του δημοτικού σχολείου το 1894 (Ανθολόγιο 111), η λειτουργία της στοιχειώδους εκπαίδευσης: ρυθμίζεται από τόν. Οδηγό της Αλληλοδιδακτικής μεθόδου και από κάποιες εγκύκλιες οδηγίες που κατά καιρούς αποστέλλονται στους δημοδιδασκάλους1.

Η νομοθετική φροντίδα για τη μέση εκπαίδευση (τριτάξια Ελληνικά και τετρατάξια γυμνάσια) παρουσιάζεται διαφορετική: ήδη το 1836, και αφού έχει προηγηθεί μια σειρά από νομοσχέδια2, δημοσιεύεται το διάταγμα που προσδιορίζει λεπτομερώς την ολη και τις ώρες διδασκαλίας κάθε μαθήματος (Ανθολόγιο 6). Ως το 1914 δημοσιεύονται 9 συνολικά προγράμματα για τη μέση εκπαίδευση, χωρίς να συνυπολογίζουμε σ' αυτόν τον αριθμό τις διάφορες αυξομειώσεις διδακτικών ωρών που ρυθμίζονταν στα μεσοδιαστήματα

1. Η πρώτη επίσημη προσπάθεια για λεπτομερή καθορισμό της ύλης κάθε μαθήματος και για σύνταξη ενός στοιχειώδους ωρολόγιου προγράμματος γίνεται με το Στοιχειώδεις πρακτικαί οδηγίαι του Δ.Γ.ΙΊετρίδη το 1881 (βλ. εδώ, Ανθολόγιο 69α, 69β).

2. Το πρώτο νομοθέτημα που αναφέρεται στη μέση εκπαίδευση είναι το Β. Δ. "Περί συστάσεως Ελληνικού σχολείου και Γυμνασίου εις Ναύπλιον", 21 Νοεμβρίου / 3 Δεκεμβρίου 1833. Από το 1834 ώς το 1836 συντάσσονται μια σειρά από νομοσχέδια για την οργάνωση των Ελληνικών σχολείων και των γυμνασίων: "Οργανισμός Ελληνικών σχολείων. Γυμνασίων και Πανεπιστημίου" του A.P. Ραγκαβή με 182 άρθρα, Ναύπλιον 1834 (Ανθολόγιο 2), Νομοσχέδιο υπ" αριθ. 24008, 4/16 Απριλίου 1885, "Die Organisation der Hellenischen Schulen", και υπ" αριθ. 24398, 18/30 Απριλίου 1835, "Die Organisation- der Gymnasien", Γενικά Αρχεία του Κράτους, Οθωνικό Αρχείο, Παιδείας, φ. 36. Για το νομοσχέδιο του 1834 βλ. επίσης: A. Ρ. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1894-1895, τ. A', σ. 385· A. Δημαράς, Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ. A', Αθήνα 1983, σ. 52.

Σελ. 19
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/20.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

με βασιλικά διατάγματα. η εφαρμογή του προγράμματος δε γίνεται, βέβαια πάντα ομαλά, ούτε προφανώς το γράμμα του Νόμου ακολουθείται πιστά. Από προγράμματα του Γυμνασίου Ναυπλίου (για την περίοδο 1838-1849)1 και του Γυμνασίου Αθηνών (για τα χρόνια 1862-1869, αλλά με ενδιάμεσα κενά) 2 φαίνεται πως το επίσημο πρόγραμμα επιβάλλει οπωσδήποτε κάποιες περιοριστικές προδιαγραφές, αλλά η εφαρμογή του εξαρτάται από τις διαθεσιμότητες σε καθηγητές και βιβλία 3.

Μετά το 1882, πάντως, μεστούς πρώτους διαγωνισμούς για τα διδακτικά βιβλία και τη χρήση αποκλειστικά εγκεκριμένων βιβλίων στα σχολεία, μπορούμε να; υποθέσουμε πως οι αποστάσεις μεταξύ νομοθετικού πλαισίου και εκπαιδευτικής πραγματικότητας μειώνονται. Στο σύστημα έκδοσης και χρήσης των διδακτικών βιβλίων μπορεί πράγματι να εκφρασθεί πολύ πιο συγκεκριμένα, και ίσως πολύ πιο αποτελεσματικά, ο έλεγχος της κεντρικής εξουσίας στον εκπαιδευτικό μηχανισμό. η συγκεντρωτική αυτή εκπαιδευτική πολιτική, που ενσαρκώνεται κυρίως μέσα από το αίτημα. της "ομοιομορφίας" της εκπαίδευσης, αποτελεί το βασικό .στοιχείο του επίσημου λόγου σε όλη την περίοδο από το 1834 ως το 1914. "Ομοιομορφία" της εκπαίδευσης σημαίνει όμως κατά κύρια λόγο "ομοιόμορφα" διδακτικά" βιβλία. η εκπαιδευτική

1. Αρχείο Γυμνασίου και Ελληνικού Σχολείου Ναυπλίου. Κεφαλαιώδης Καταγραφή των Ευρεθέντων 1833 - 1935. Βλ. Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, "η Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου και του Ελληνικού Σχολείου Ναυπλίου", Τετράδια Εργασίας 9 (Μέρος Β'), Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, υπό έκδοση.

2. Αρχείο Γυμνασιάρχου Γ. Παυλίδου, Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, Τμήμα Χειρογράφων, Ω 17.

3. Στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, εξαιτίας ταραχών, δε διδάχθηκε ιστορία και γεωγραφία το 1839 και το 1843. Στον "Ονομαστικόν κατάλογον των μαθητών του εν Ναυπλίω Γυμνασίου, κατά κλάσεις των ελληνικών και είδη των διδασκομένων μαθημάτων και είς τί έκαστος αυτών ενησχολείτο, και σημείωσις του αποτελέσματος των εξετάσεων του θερινού εξαμήνου του 1839 έτους", Αρχείο Γυμνασίου Ναυπλίου, ο γυμνασιάρχης Λεόντιος Μ. Αναστασιάδης σημειώνει: "Εν τω καταλόγω αι στήλαι της πολιτικής Γεωγραφίας και της Ιστορίας έμειναν ασημείωτοι, επειδή και διά τας ταραχάς, και διά τον ανωφελέστατον τρόπον της παραδόσεως ολίγιστοι των μαθητών εφοίτησαν, και αυτοί ουδέν έμαθον", Τα προγράμματα του Γυμνασίου Ναυπλίου μου παραχώρησε ο κ. Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης, ο οποίος έχει κάνει και την καταγραφή της Βιβλιοθήκης του Γυμνασίου. Βλ. παραπάνω σημ. 1.

4. Η φροντίδα αυτή είχε ήδη εκφρασθεί από τον Καποδίστρια. Βλ. "Σύστασις Επιτροπών προς σύνταξιν σχολικών βιβλίων, εν Ναυπλίω την 18 Οκτωβρίου 1829", A. Δασκαλάκης, ο.π., τ. A', αρ. 195, σ. 330-331. Ομοιόμορφα διδακτικά βιβλία προβλέπει και το άρθρο 12 του νομοσχεδίου του A. Ρ. Ραγκαβή για την οργάνωση της μέσης εκπαίδευσης (Ανθολόγιο 2). Ως προς το θέμα της ομοιομορφίας των διδακτικών βιβλίων αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα ένας λόγος κι ένας αντίλογος (για τον αντίλογο βλ. Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής, Ε' Σύνοδος, Δ' Περίοδος, τ. Β', Συνεδρίασις ΟΣΤ', 23 Ιουνίου 1855), με τελική απόληξη το Νόμο ,ΓΣΑ' του 1907 ο οποίος καθιερώνει το

Σελ. 20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/21.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

πραγματικότητα του 19ου αιώνα, ωστόσο, ακύρωνε κάθε δυνατότητα εφαρμογής αυτής της αρχής, και οι προθέσεις της πολιτείας παρέμεναν διαρκώς "ευσεβείς πόθοι" 1.

Όπως δείχνουν οι κατά καιρούς επιθεωρήσεις, το κράτος αδυνατούσε να εμποδίσει την κυκλοφορία κλεψίτυπων και μη εγκεκριμένων βιβλίων, κυρίως στην επαρχία. 'Υπήρχε αφενός λοιπόν η κλεψίτυπη αναπαραγωγή του σχολικού βιβλίου, στα τυπογραφεία των επαρχιακών κέντρων κατεξοχήν, η οποία διοχέτευε στην αγορά ένα σημαντικό αριθμό αντιτύπων, σχεδόν πανομοιότυπων με τις γνήσιες εκδόσεις 2. Οι συχνές καταγγελίες στον τύπο εκδοτών και συγγραφέων των οποίων παραβλάπτονταν τα συμφέροντα, και οι σχετικές απαγορευτικές εγκύκλιοι του 'Υπουργείου επιβεβαιώνουν την ευρύτατη κυκλοφορία των κλεψίτυπων σχολικών εγχειριδίων. η χρήση εξάλλου στα σχολεία βιβλίων που δεν έφεραν την επίσημη έγκριση του 'Υπουργείου οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στον τρόπο έγκρισης των διδακτικών βιβλίων τα πρώτα πενήντα χρόνια της ανεξαρτησίας, τα οποία "εκρίνοντο άλλο υπ' άλλης επιτροπής διοριζομένης

κρατικό μονοπώλιο των διδακτικών βιβλίων και το σύστημα του μοναδικού εγχειριδίου ανά μάθημα (Νόμος ,ΓΣΑ' "Περί διδακτικών βιβλίων", 4 Απριλίου 1907, Εφημερίς της Κυβερνήσεως Α', 60, 4 Απριλίου 1907).

1. Οι εκθέσεις των επιθεωρητών, τα άρθρα στον ημερήσιο και τον περιοδικό τύπο, και οι προσωπικές μαρτυρίες δασκάλων και μαθητών, δίνουν πράγματι μια απογοητευτική εικόνα για τη λειτουργία της δημοτικής εκπαίδευσης καταρχάς: "αχυρώνες" και "ρυπαραί τρώγλαι" για σχολειά (πβ. Χ. Παπαμάρκος, "Έλεγχος της αξίας των εν τω υπομνήματι του κ. Χρήστου Παπαδοπούλου γνωμών περί των εκπαιδευτικών Νομοσχεδίων...", Παράρτημα των Εκπαιδευτικών Νομοσχεδίων..., Αθήνα 1890, σ. 22), δάσκαλοι "ύπηρέται των δημάρχων, των βουλευτών και των υπουργών" (Μ. Ι. Βρατσάνος, Το Δημοτικόν Σχολείον εν Ελλάδι και ο διδάσκαλος αυτού..., Αθήνα 1874, σ. 12), "επιτροπή που διορίζεται για ν' αποκουτιαίνει τα παιδιά και για να ληστεύει τους γονιούς τους" ως επιτροπή Έγκρισης των διδακτικών βιβλίων (Στάθης Δήμας [=Δημήτριος Ταγκόπουλος], "Τα Διδαχτικά", Ο Νουμάς, αρ. 198, 14 Μαΐου 1906). η όλη κατάσταση συνοψίζεται σε μια και μόνη φράση: "άθλιοι [διδάσκαλοι] μαθητάς αθλίους αθλίως διδάσκοντες αθλίους τους απολύουσιν" (Βασίλειος Φαρσής, Η Δημοσία Παίδευσις και το διδασκαλικόν εν Ελλάδι, Πάτρα 1868, σ. 29). Από την άλλη μεριά, το ανεφάρμοστο των νόμων, οι οποίοι θεσπίστηκαν από "αλλοεθνείς και ετεροδόξους" κατά μίμηση ξένων προτύπων και χωρίς να ανταποκρίνονται στις ελληνικές ανάγκες, καταγγέλλεται ως μία από τις βασικές αιτίες αυτής της κατάστασης. Αυτή την οξεία κριτική των σχολικών θεσμών δεν πρέπει ωστόσο να τη θεωρήσουμε ως πιστή απεικόνιση της πραγματικότητας. Η επένδυση πολλών προσδοκιών στην εκπαίδευση προκαλούσε αναπόφευκτα αντίστοιχες αντιδράσεις απογοήτευσης.

2. Ενδεικτικές για την έκταση της κυκλοφορίας κλεψίτυπων βιβλίων είναι οι εγκύκλιοι που κατά καιρούς εξέδωσε το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Παραπέμπω, τελείως ενδεικτικά: Εγκύκλιος 6652 / 4 Νοεμβρίου 1859 "Περί απαγορεύσεως της χρήσεως διδακτικών βιβλίων μη εγκεκριμένων υπό του υπουργείου", Εγκύκλιος 9757 / 3 Δεκεμβρίου 1868 "Περί βιβλιοπωλικών σκανδάλων", Εγκύκλιος 3096 / 6 Ιουνίου 1870 "Περί απαγορεύσεως χρήσεως κλεψιτύπων βιβλίων", Εγκύκλιος

Σελ. 21
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/22.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ως έτυχε" 1. η ελαστικότητα στη διάδοση και τη χρήση των διδακτικών βιβλίων, παρά τις αυστηρές συστάσεις του Υπουργείου, αλλά και ο τρόπος που χορηγούνταν οι εγκρίσεις, άφηναν μεγάλο περιθώριο δράσης στην κερδοσκοπία. Ένα σύστημα πελατειακών σχέσεων που συνέδεε τους δασκάλους με τους δημάρχους, τους βουλευτές και τους υπουργούς, αλλά και τους συγγραφείς σχολικών εγχειριδίων με τους κριτές τους 2, προσδιόριζε αναπόφευκτα την επιλογή των διδακτικών βιβλίων έτσι ώστε βιβλία "νόθα και απηρχαιωμένα" 3 να βρίσκονται στα χέρια των μαθητών. Είναι προφανές ότι το σύστημα έγκρισης των διδακτικών βιβλίων ήταν ευάλωτο σε επιθέσεις, και μάλιστα

5795/28 Ιουλίου 1879 "Περί των εκ τυποκλοπίας διδακτικών βιβλίων", Εγκύκλιος 10895 / 2 Σεπτεμβρίου 1885 "Περί απαγορεύσεως της χρήσεως κλεψιτύπων βιβλίων" κ.ά.

1. Εγκύκλιος 15510 "Προς τον Πρόεδρον της επί των διδακτικών βιβλίων επιτροπής Κύριον Φίλιππον Ιωάννου εν Αθήναις τη 14 Ιανουαρίου1852".. Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Φιλίππου Ιωάννου. η επιτροπή με πρόεδρο τον Φίλιππο Ιωάννου και μέλη αρχικά τους Κ. Ασώπιο, Θ. Μανούση, Θ. Φαρμακίδη, Κ. Κοντογόνη, Γ. Γεννάδιο, Γ. Βούρη, Ν. Χορτάκη, Σ. Κουμανούδη και Η. Μητσόπουλο λειτούργησε "αμισθί" από το 1848 ας το 1858. Το 1855, μετά το θάνατο του Γ. Γεννάδιου και την παραίτηση των Χορτάκη και Φαρμακίδη, διορίστηκαν ως μέλη οι Ευθ. Καστόρχης, Ι. Ψαράς. Ι. Παπαδάκης και, για ένα μικρό διάστημα το 1856, ο A. Κυζικηνός. Το 1856 θεσπίστηκε και o πρώτος διαγωνισμός για τη συγγραφή των διδακτικών βιβλίων (Β. Δ. "Περί διαγωνίσματος προς συγγραφήν προσφορωτέρων βιβλίων διά τα δημοτικά σχολεία", 1 Σεπτεμβρίου 1856: Θ. Π. Δηλιγιάννης και Γ. Ν. Ζηνόπουλος, Ελληνική Νομοθεσία από του 1833 μέχρι του 1875, τ. ΣΤ', Αθήνα 1875, σ. 459-461), ο οποίος όμως ποτέ δεν έγινε. Το 1867 ο νόμος ΣΜΘ' "Περί διδακτικών βιβλίων" θεσπίζει το διορισμό εξεταστικής επιτροπής των διδακτικών βιβλίων από 24 μέλη. η επιτροπή ανανεώνεται κάθε πέντε χρονιά (Π .Ι. Κλάδος, Εκκλησιαστικά και Εκπαιδευτικά..., Αθήνα 1860-1869, τ. Β', σ. 375-377). η κατάσταση πάντως δεν αλλάζει ως το 1882 που προκηρύσσεται ο πρώτος ουσιαστικά διαγωνισμός διδακτικών βιβλίων.

2. "Συμμορία συγγραφέων, εκδοτών και διδασκάλων" καταγγέλλεται στο Νουμά, αρ. 5 (16 Ιανουαρίου 1903). Άρθρο του Σ. Αγαλιανού (=Δημήτριος Δημητριάδης), "Η Βιβλιοκαπηλεία και το Εκπαιδευτικό Καθεστώς", επίσης στο Νουμά, αρ. 217 (15 Οκτωβρίου 1906), περιγράφει την ίδια πραγματικότητα: "Στα τελευταία τούτα χρόνια, που έχουνε φαρδέψει πια οι δάσκαλοι, κατάντησε από τα μεγαλύτερα εμπόρια να λογιέται κ' η βιβλιοκαπηλεία. Οι βουλευτάδες την προστατεύουνε, το Υπουργείο της Παιδείας τη θρέφει μέσ' στην αγκαλιά του, κ' οι δασκάλοι γερά δουλεύουνε για δαύτη. [...] Οι δασκάλοι έχουνε κόμματα για να υποστηρίζουνται συναμεταξύ τους. Έτσι λοιπόν στα σχολεία βάνουνε βιβλία των δικώνε τους φίλων".

3. Βλ. Εκθέσεις των κατά το 1883 προς επιθεώρησιν των δημοτικών σχολείων αποσταλέντων εκτάκτων επιθεωρητών, Αθήνα 1885, σ. 119. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο τρόπος που προμηθεύονταν οι μαθητές τα βιβλία δεν ακολουθούσε πάντα τον ορθόδοξο δρόμο. Από μαρτυρία του Γ. Π. Παρασκευόπουλου, μαθητή στο Ελληνικό σχολείο του Κρανιδίου γύρω στα 1880, πληροφορούμαστε τα εξής: "με τον αγαθό αυτόν και σεβάσμιον διδάσκαλον συνεφωνήσαμεν να λαμβάνω παρ' αυτού τα διδακτικά βιβλία και να του προσφέρω κάθε μεσημέρι μίαν φιάλην αφρώδους κρασιού από το κοκκινέλι του σπητιού μας" (Γ. Π. Παρασκευόπουλος,

Σελ. 22
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/23.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

εκ μέρους των συγγραφέων που απορρίπτονταν 1. Τα μέλη των επιτροπών έγκρισης κατηγορήθηκαν κατά καιρούς τόσο για κερδοσκοπία 2 όσο και για μεροληψία. Το κίνητρο του κέρδους ίσχυε φυσικά και για τους συγγραφείς των διδακτικών βιβλίων σε βάρος της ποιότητας τους. Ανώνυμο άρθρο στην Εφημερίδα των Φιλομαθών το 1862 περιγράφει τον τρόπο που συντίθεται ένα "φύραμα δραχμοθηρευτικόν" με τη μορφή διδακτικού βιβλίου (Ανθολόγιο 40). Την εικόνα συμπληρώνει το πρωτοσέλιδο, επίσης ανώνυμο, άρθρο της εφημερίδας Αιών στο φύλλο της 6ης Ιουλίου 1884: παραγωγή και κυκλοφορία σχολικών εγχειριδίων με ταχύτατους ρυθμούς και "βεβαίως ουχί πάντοτε χάριν επιστημονικών η παιδαγωγικών λόγων" (Ανθολόγιο 74). Θα πρέπει να σημειωθεί πάντως πως σε πολλές περιπτώσεις δε γινόταν χρήση εγχειριδίων αλλά χειρόγραφων σημειώσεων τόσο στη μέση εκπαίδευση όσο και στο δημοτικό σχολείο3, όπου μάλιστα κατά κανόνα οι μαθητές δε χρησιμοποιούσαν άλλο εγχειρίδιο από το αναγνωστικό.

Ο συνηθέστερος τρόπος συγγραφής ενός διδακτικού βιβλίου Ιστορίας η γεωγραφίας ήταν-τις πρώτες δεκαετίες μετά το 1834, και με φθίνουσα πυκνότητα ώς την καμπή του αιώνα η μετάφραση κάποιου ξένου εγχειριδίου,' αγγλικού, γερμανικού η γαλλικού, και αργότερα η αντιγραφή αποσπασμάτων

Ακτίνες και νέφη. Αναμνήσεις μιάς πεντηκονταετίας (1882-1932), Αθήνα 1932, σ. 28).

1. Εκτός από το ένα κείμενο διαμαρτυρίας που καταχωρίζεται εδώ (Ανθολόγιο 118), αξίζει να παρατεθούν μερικοί ακόμη τίτλοι, 0πάντα για εγχειρίδια ιστορίας και γεωγραφίας: Μ. Γ. Δήμιτσας, "η εγκριθείσα Γεωγραφία ψάλλουσα", Νέα Εφημερίς, αρ. 359, 24 Δεκεμβρίου 1888· Ιάκωβος Χ. Δραγάτσης, "Γεώργιος Π. Κρέμος ο Ιστορικός. Εν τη της Ρωμαικής ιστορίας κρίσει", Πρόνοια (Πειραιώς), αρ. 611, 2 Μαρτίου 1885' Αθ. Σακελλάριος, 'Ανασκευή περί των της γεωγραφίας αυτού γραφέντων υπό Ν. Σπαθή εισηγητού της Β' επιτροπείας τον περί διδακτικών βιβλίων διαγωνισμού, Αθήνα 1888' Παύλος Καρολίδης, Διαμαρτυρία προς το επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργείον κατά της υπό της πλειονοψηφίας εγκριθείσης Ιστορίας Γ. Σωτηριάδου ώς διδακτικού βιβλίου διά την Α' τον γυμνασίου τάξιν, καίπερ πασών των υποβληθεισών χειρίστης και παρά το επίσημον πρόγραμμα του υπουργείου συντεταγμένης, Αθήνα 1894, και Γεώργιος Σωτηριάδης, Π. Καρολίδης ο διαμαρτυρόμενος Καππαδόκης, Αθήνα 1894· Ευάγγελο.: Γ. Παπαχατζής, Έλεγχος των κρίσεων περί των Ιστοριών αυτού, Αθήνα 1895. Εξάλλου, βήμα διαμαρτυρίας κατά των άλλων συγγραφέων και των κριτών αποτελούν πολλές φορές οι ίδιοι οι πρόλογοι των διδακτικών βιβλίων. Βλ. ενδεικτικά: Γ. A. Βακαλόπουλος, Νέα πολιτική Γεωγραφία... ερανισθείσα εκ της επίτομου Γεωγραφίας του Ερρίκου Α. Δανιήλ. .. προς χρήσιν των γυμνασίων. Έκδοσις δευτέρα..., Αθήνα 1885, σ. γ'-κβ'.

2. Βλ. Αθήνα, αρ. 965, 4 Νοεμβρίου 1842 και Σχέδιο Διατάγματος "Περί συστάσεως εξελεγκτικής των βιβλίων επιτροπής", Οκτώβριος 1844, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Οθωνικό Αρχείο, Παιδείας, φ. 49.

3. Βλ. "Πρόγραμμα των της εαρινής εξαμηνίας του 1844 μαθημάτων του εν Ναυπλία Β. Διδακτηρίου", Αρχείο Γυμνασίου Ναυπλίου, ο.π., και εδώ. Ανθολόγιο 79α.

Σελ. 23
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/24.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

από προηγούμενα ομόλογα εγχειρίδια η και από βιβλία τα οποία δεν προορίζονταν για σχολική χρήση. η τακτική των "ερανισμάτων" παρήγε, όπως ήταν επόμενο, "κακότεχνους συρραφάς εξ αμοιβαίων αντιγραφών"1.

ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΗ

'Τα πρώτα λοιπόν εγχειρίδια ιστορίας και γεωγραφίας που χρησιμοποιήθηκαν στα ελληνικά σχολεία ήταν μεταφράσεις ξένων διδακτικών βιβλίων. Οι μεταφράσεις αυτές παρέμειναν σε χρήση μέχρι και τη δεκαετία του 1880 περίπου, οπότε απορρίπτονται -από τους κριτές των διδακτικών βιβλίων επειδή δεν εξυπηρετούσαν ένα εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα: "Τα πλείστα αυτών μεταφρασθέντα δόκιμα μέν, ίσως καθ' εαυτά και αξιόλογα, αλλά προς παίδευσιν μαθητών άλλων χωρών συντεταγμένα και εν χαρακτήρι ξένης γλώσσης υποτυπωθέντα αποβαίνουσιν εις τους,; ημετέρους μαθητάς η ψυχρά η ακατάληπτα" (Ανθολόγιο 76). η έλλειψη ελληνικού χαρακτήρα, για την οποία επικρίνονταν τα μεταφρασμένα διδακτικά βιβλία, αφορούσε επομένως τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο: α') ξενισμούς που παρέβλαπταν την "καθαρότητα" της γλώσσας έτσι ώστε οι μαθητές να μη μένουν "αμόλυντοι του βαρβαρισμού και αδιάφθοροι", β') δυσαναλογία στην ανάπτυξη των κεφαλαίων που αναφέρονταν στην Ελλάδα και εκείνων που αφορούσαν στην υπόλοιπη Ευρώπη -σε βάρος της πρώτης δηλαδή- και "ψυχρότητα" της περιγραφής (Ανθολόγιο 151).

με τις μεταφράσεις εισάγεται με τρόπο άμεσο η ευρωπαική επιρροή στο χώρο της εκπαίδευσης, η οποία ανιχνεύεται εξάλλου την ίδια εποχή σ' όλες τις υπόλοιπες πτυχές της ελληνικής πνευματικής ζωής. Η στάση απέναντι στη Δύση γνωρίζει διαφοροποιήσεις που κλιμακώνονται από την τυπολατρική μίμηση ώς την πλήρη απόρριψη. Για την εκπαίδευση που μας ενδιαφέρει εδώ, η αύξουσα, με το προχώρημα του αιώνα, προβολή της "ελληνοπρεπούς" αγωγής σημαίνει μία, μερική έστω, αποδέσμευση από τα δυτικοευρωπαικά πρότυπα, έτσι ώστε η Ελλάδα να εκπαιδευθεί αποκλειστικά "δι' εαυτής"2, Το σκεπτικό απόρριψης των μεταφράσεων στο διαγωνισμό του 1882, που μόλις παρατέθηκε, βρίσκεται κοντά σ' αυτή την άποψη. Εντούτοις, ο αυξανόμενος ελληνοκεντρισμός δεν παύει να έχει συχνά ώς σημείο αναφοράς του το δυτικοευρωπαικό πολιτισμό, Σε επόμενους διαγωνισμούς, το 1896 και το 1913 για παρά-

1. X. Κυριακάτος, "Τα παρ" ημίν διδακτικά βιβλία", Επετηρίς της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως 1 (19Ο1-19Ο2), σ. 136. Πβ. επίσης ΓΗ. (Γεώργιος Παπασωτηρίου), "Ποίος πρέπει να συγγραφή διδακτικά βιβλία", Εκπαίδευσις 1 (1892), σ. 81-82.

2. Τήν "ελληνοπρεπή" αγωγή ως τη μόνη μορφή αγωγής που αρμόζει στα ελληνόπουλα πρόβαλλε κυρίως ο X. Παπαμάρκος: Περί του σκοπού της εκπαιδεύσεως της ελληνίδας νεολαίας. Πραγματεία Παιδαγωγική, Κέρκυρα 1885. Βλ. και εδώ, Ανθολόγιο 79α, 79β.

Σελ. 24
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/25.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

δείγμα, προκρίνεται "η πιστή και καλή μετάφρασις [... ] μιας η δύο ξένων γεωγραφιών εκ των αρίστων και εγκεκριμένων και η έγκρισις αυτών και παρ' ημίν" (Ανθολόγιο 120), εφόσον "οι ημέτεροι διδακτικών βιβλίων συγγραφείς εμφανίζονται εις τους διαγωνισμούς η τα αγαθά ταύτα βιβλία αγνοούντες η ανίκανοι να χρησιμοποιήσωσιν αυτά", και συντάσσουν έτσι αδόκιμα βιβλία (Ανθολόγιο 161).

Η ελληνική σχολική ιστοριογραφία είναι λοιπόν αρχικά δέσμια -με σχέση θυγατρική- της ομόλογής της ευρωπαικής, και κατά συνέπεια της εικόνας για την-αρχαία κατά βάση-Ελλάδα που είχαν οι Ευρωπαίοι. Η ανερχόμενη αυτοπεποίθηση της Ευρώπης τον 18ο και τον 19ο αιώνα αναζήτησε αρχαιοελληνικά ερείσματα: μέσα στο κάτοπτρο της κλασικής Ελλάδας είδε την πραγμάτωση σύγχρονων ιδανικών (ανθρωπισμού, ελευθερίας, φυσικότητας) και αναγνώρισε τον εαυτό της ως φυσικό κληρονόμο της αρχαίας πολιτισμικής παράδοσης, πολύ περισσότερο από τους νεοέλληνες επίδοξους κληρονόμους της. Αυτή η διαδικασία σύγκρισης οδηγεί πολλές φορές στην πλήρη ταύτιση 1, που επιτρέπεται χωρίς να παραβλάπτονται οι επιμέρους ευρωπαικές εθνικές ταυτότητες, εφόσον η αρχαία Ελλάδα διακρίνεται ακριβώς για τον υπερεθνικό της χαρακτήρα''. Από την άλλη μεριά, η εικόνα για τη νεότερη και σύγχρονη Ελλάδα επηρεάζεται σαφώς από το κλασικό πρότυπο, όπως φαίνεται στα κείμενα των περιηγητών, κυρίως, αλλά και των ιστορικών και φιλολόγων.

Η σύγκριση αρχαίων - νέων Ελλήνων, η οποία αποτελεί για την ίδια τη νεότερη Ελλάδα νομιμοποιητικό μηχανισμό, λειτουργεί συνήθως αντίστροφα στην ευρωπαική οπτική, και φυσικά σε βάρος των Νεοελλήνων. Η σχετική αποδέσμευση της ελληνικής σχολικής ιστορίας από τα δυτικοευρωπαικά της πρότυπα συντελείται ταυτόχρονα με τη-σχετική επίσης-αποδέσμευση της Ευρώπης από τα δικά της αρχαιοελληνικά πρότυπα. Οι δύο πορείες, αν και αντίστροφες, σχετίζονται με το κοινό φαινόμενο της σύμπηξης διαφοροποιημένων εθνικών ταυτοτήτων μέσα στα πλαίσια των εθνών - κρατών. Στη Γερμανία

1. Μέσα από αυτή την Οπτική, μεμονωμένο παράδειγμα αλλά με ενδεικτική αξία είναι ο παραλληλισμός αρχαίων Αθηναίων και Γάλλων που κάνει ο Chateaubriand: "Πρωτότοκα παιδιά της αρχαιότητας οι Γάλλοι, Ρωμαίοι στο πνεύμα, είναι Έλληνες στο χαρακτήρα. Ανήσυχοι και αστατοι στην ευτυχία, σταθεροί και άκαμπτοι στη δυστυχία, φτιαγμένοι για τις τέχνες, πολιτισμένοι ως την υπερβολή, [. . . ] μάταιοι, θαρραλέοι, φιλόδοξοι, συντηρητικοί και καινοτόμοι ταυτόχρονα, περιφρονούν ό,τι δεν είναι οι 'ίδιοι' [. . . ] τέτοιοι ήταν οι Αθηναίοι του χθες, και τέτοιοι είναι οι Γάλλοι του σήμερα" Chateaubriand, Essai sur les Révolutions, 1797, στο Camille Jullian, Extraits des Historiens Français du XIXe siècle, Παρίσι 1897, σ. 11.

2. Η υπερεθνικότητα αυτή διαπιστώνεται κυρίως στη χρήση αρχαίων ελλήνων 'ηρώων ως προτύπων πατριωτισμού. Αυτό φυσικά εγκαταλείπεται μέσα στον 19ο αιώνα, με την ανάπτυξη "αυτάρκους" ευρωπαικού εθνικισμού, ο οποίος προτιμά να προβάλλει τους δικούς του κατά περίπτωση "εθνικούς" ήρωες. .

Σελ. 25
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/26.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

και στη Γαλλία, για παράδειγμα, αυξάνονται στην καμπή του αιώνα οι ώρες διδασκαλίας της εθνικής ιστορίας και της γλώσσας, με αντίστοιχη υποχώρηση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών και των λατινικών -σε μικρότερη κλίμακα1. Στην Ελλάδα, η σταδιακή αυτή πορεία προς την εθνική αυτογνωσία έχει σχεδόν ολοκληρωθεί γύρω στα 1880, όπως φαίνεται από τον τρόπο που μεταφράζονται πλέον τα ξένα διδακτικά βιβλία. Ενώ λοιπόν το 1840, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής μεταφράζει κατά λέξη την Επίτομη της Ελληνικής ιστορίας του Goldsmith, με:μόνη μια μικρή προσθήκη στο :τέλος του βιβλίου, μια φράση για την αποτίναξη του "ζυγού της δουλείας" το 1821 (Παράρτημα A'), το 1879, στη μετάφραση της Ιστορίας του Lamé-Fleury, η διαφοροποίηση είναι προφανής: αντί για "Έλληνες" μεταφράζεται "οι προπάτορες ημών", και ο Αλέξανδρος αποδίδεται ως "ο Έλλην μονάρχης" (Παράρτημα Β').

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ.· ΣΥΓΚΛΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΙΣΕΙΣ

"η Γεωγραφία και η Ιστορία είναι σφικτότατα συνδεδεμέναι μετ" αλλήλων 1 διά τούτο αναγκαίον είναι την περιγραφήν της χώρας η της πολιτείας, της οποίας την Ιστορίαν αγαπά τις να μάθη, να προλαμβάνη διά της Γεωγραφίας. [...] Αναγκαίον είναι προσέτι, όταν τις διδάσκεται την Ιστορίαν, να έχη πάντοτε έμπροσθεν του τους πίνακας και να ζητή εις αυτούς πάσαν χώραν και πάντα τόπον, τους οποίους απαντά εις την Ιστορίαν"2. Η σχέση αυτή ιστορίας και γεωγραφίας, η οποία έχει ήδη ορισθεί από την ουμανιστική σκέψη στους προηγούμενους αιώνες, εξακολουθεί να συνδέει τις δύο επιστήμες κατά τη διάρκεια ολοκλήρου του 19ου αιώνα. Πρόκειται όμως για μια μονόδρομη σχέση εξάρτησης. Γιατί η γεωγραφία είναι εκείνη που κατέχει μια θέση δευτερεύουσα, υποτέλειας θα λέγαμε, ως προς την ιστορία· είναι η "θεραπαινίς της ιστορίας".

Η γη περιγράφεται ως "κατοικητήριον του ανθρώπου" 3, η γεωγραφική

1. Πβ. A. Prost, Histoire de l'enseignement en France 1800-1967, Παρίσι· 1968, σ. 252' J.C. Albisetti, Secondary School Reform in Imperial Germany, Princeton University Press, Princeton, New Jersey 1983, σ. 140-158. Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β', σε λόγο που εκφώνησε στις 4 Δεκεμβρίου 1890 σε ένα συνέδριο εκπαιδευτικών, διατυπώνει σαφέστατα το πνεύμα της αλλαγής: "Θα έπρεπε να αναθρέφουμε νέους Γερμανούς, όχι νέους Έλληνες και Ρωμαίους"· στο ίδιο, σ. 3.

2. Κ. Μ. Κούμας, Σύνοψις της παλαιάς γεωγραφίας μεταφρασθείσα μεν εκ του γερμανικού εις χρήσιν του Φιλολογικού της Σμύρνης Γυμνασίου.,,, Βιέννη 1819, σ. 6.

3. Η άποψη αύτη, η Οποία υιοθετείται χωρίς εξαίρεση σ' όλο τον 19ο αιώνα, συναντάται ήδη στον Μελέτιο: Γεωγραφία Παλαιά και Νέα..., Βενετία 1728: "Ούτος ο κόσμος δεν είναι άλλο, παρά μία μεγάλη Πόλις του άνθρωπου", και στον Ιώσηπο Μοισιόδακα: Θεωρία της Γεωγραφίας..., Βιέννη 1781, σ. VII: "Η γη, ολικώς λαμβανομένη, είναι λογιστέα ως προς τους ανθρώπους μία οίκησις κοινή".

Σελ. 26
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/27.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

γνώση συνίσταται κατεξοχήν στην περιγραφή του "θεάτρου της ιστορίας" 1. Το είδος της γεωγραφίας που διδάσκεται στην Ελλάδα σε όλη την περίοδο από το 1834 ώς το 1914 είναι λοιπόν η ιστορική γεωγραφία. Απ' όσο μπόρεσα να ερευνήσω, ο πρώτος έλληνας γεωγράφος -στο χώρο των σχολικών συγγραφέων πάντα- που αποσυνδέει την ιστορία από τη γεωγραφία και αυτονομεί το ερευνητικό του πεδίο από το πεδίο του Ιστορικοΰ είναι ο Σταύρος Σταθόπουλος. η Στοιχειώδης σειρά γεωγραφικών μαθημάτων που εξέδωσε το 1850 εισάγει δύο σημαντικούς "νεοτερισμούς": αφενός μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την αρχαία στη σύγχρονη γεωγραφία (δεν ακολουθεί _ έτσι την πάγια τακτική των σχολικών συγγραφέων η γεωγραφική περιγραφή ενός τόπου να περιλαμβάνει τα Ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν και τους ένδοξους άνδρες που γεννήθηκαν εκεί), αφετέρου εισάγει πρώτος την αμοιβαία σχέση ανθρώπου. και φύσης, Στον πρόλογο της α' έκδοσης του εγχειριδίου του (Ανθολόγιο. 26), διαχωρίζει τη φυσική- γεωγραφία,' η οποία πραγματεύεται ,"περί των αμεταβλήτων ι σχέσεων των τόπων, οίτινες δεν υπόκεινται εις την επιρροήν των ανθρώπων" από την πολιτική γεωγραφία, η οποία. "συνεπιφέρει και τας εκ των ανθρώπων προερχομένας μεταβολάς και συνδυαζομενον με τα. λοιπά δύο [φυσικό και τοπογραφικό μέρος τής, γεωγραφίας] αιτιολογεί και εικονίζει την κατάστασιν των πολιτειών". η τελευταία αυτή θέση συνοψίζει τη θεωρία του γερμανού γεωγράφου Carl Ritter και θα αναπτυχθεί ιδιαίτερα στην Ελλάδα στα τέλη του Λ9ου αιώνα2. Το εγχειρίδιο του Σ. Σταθόπουλου γνώρισε δέκα εκδόσεις ώς το 1880 -οπότε είναι η τελευταία έκδοση που εντόπισα κατά την έρευνά μου-3 και είναι ένα από τα ελάχιστα διδακτικά βιβλία

1. "Schauplatz" ονομάζει ο Herder τη γεωγραφία το 1784: "Von der Annehmlichkeit, Nützlichkeit und Notwendigkeit der Geographie", Schulrede, Werke, τ, 30, σ. 103. Πβ. επίσης Michelet, Cours de 1828-1829, d'après les notes inédites de Chéruel, 2e leçon intitulée "Des lois générales de l'histoire", Bibliothèque de l'École Normale. η παραπομπή στο Paul Viailaneix, La voie royale: Essai sur l'idée du peuple dans l'oeuvre de Michelet, Παρίσι 1959.

2. Ο Νικόλαος Λωρέντης που εκδίδει την Νεωτάτην Διδακτικήν Γεωγραφίαν του στη Βιέννη, δώδεκα χρόνια πριν από τον Σταθόπουλο, είχε υπόψη του το έργο του Ritter και παραπέμπει σ' αυτόν. Αποδέχεται άλλωστε τις θέσεις του και τονίζει τη σχέση ανθρώπου και φύσης, προβάλλοντας ιδιαίτερα τη μελέτη της φυσικής γεωγραφίας και κατεξοχήν της ορογραφίας. Επειδή όμως το εγχειρίδιο του Λωρέντη εκδίδεται έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους, δεν εντάχθηκε στο 'Ανθολόγιο. Πβ. Νικόλαος Λωρέντης, Νεωτάτη Διδακτική Γεωγραφία προς ευχερή γνώσιν όλων των μερών και κατοίκων της γης..., τ. Α', Βιέννη 1838, και ειδικότερα τις σ. δ'-ζ' του Προλόγου. Βλ. και εδώ, σ. 67, σημ. 1.

3. η έκδοση αυτή υποβλήθηκε στον πρώτο διαγωνισμό για τα διδακτικά βιβλία το 1882, αλλά απορρίφθηκε επειδή ήταν απλή ανατύπωση των πρώτων εκδόσεων, όχι προσαρμοσμένη στα σύγχρονα γεωγραφικά δεδομένα (αλλαγή συνόρων κλπ.). Βλ. "Έκθεσις της . . . δευτέρας επιτροπείας των κριτών των διδακτικών βιβλίων της Μέσης Εκπαιδεύσεως", Εφημερίς της Κυβερνήσεως 322 (Παράρτημα), 10 Αυγούστου 1884.

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/28.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

που δεν αποτέλεσε αντικείμενο πολεμικής, όπως άλλωστε ούτε και ο συγγραφέας του. Το όνομα του Σταθόπουλου αναφέρεται μάλιστα με μεγάλο σεβασμό" από άλλους συγγραφείς σχολικών γεωγραφιών αρκετές δεκαετίες μετά το θάνατο του, Η ιστορική γεωγραφία κυριαρχεί επίσης στη Γαλλία σ' όλο τον 19ο αιώνα, και στη Γερμανία ώς τη δεκαετία του 1860 περίπου, όποτε αρχίζει να δίνεται έμφαση στις φυσικές επιστήμες1. Απόηχος αυτής της τάσης να αυτονομηθεί η γεωγραφία και να αντιμετωπισθεί πλέον ώς φυσιογνωστική και όχι ώς ανθρωπιστική επιστήμη, φθάνει 'στην Ελλάδα και εκδηλώνεται γύρω_στο 1890, με κύριο εκφραστή τον Κωνσταντίνο Μητσόπουλο. (Ανθολόγιο 118)

Οι πρωτοβουλίες του Αντώνιου Μηλιαράκη και του Μαργαρίτη Δήμιτσα για αυτονόμηση της γεωγραφίας, που είχαν προηγηθεί, δέ διαφοροποιούνταν από την' ιστορική αντίληψη της γεωγραφίας· αντίθετα, μάλιστα, αυτήν ακριβώς την άποψη ενίσχυαν προς. τηλεκατεύθυνση' της εθνικιστικής εκμετάλλέυσ,ης της γεωγραφικής γνώσης. Ο A. Μηλιαράκης, σε άρθρο του στο περιοδικό Εστία το 1877 ονομάζει ''τη.. γεωγραφία της Ελλάδας "φανόν της. ιστορίας αυτής" και προβάλλει 'τη ' σπουδαιότητα της •.γεωγραφικής μελέτης των υποδούλων επαρχιών για τα εθνικά; συμφέροντα της Ελλάδας (Ανθολόγιο 58) Την ίδια θέση του επαναλαμβάνει ένα χρόνο μετά το 1878, στον πρόλογο της μετάφρασης του έργου του Émile Isambert 'Οδοιπορικά Μακεδονίας, Ηπείρου και Θεσσαλίας, όπου τονίζει επιπλέον την ανάγκη συγγραφής πρωτοτύπων γεωγραφικών1 έργων, γιατί οι μεταφράσεις δεν "υπηρετούσι τα πολιτικά, εθνικά και κοινωνικά αυτού του ελληνικού έθνους συμφέροντα" (Ανθολόγιο 60). Ο Μαργαρίτης Δήμιτσας (1829-1903) είναι εκπαιδευτικός -δίδαξε για 15 χρόνια σε σχολεία της Μακεδονίας κι έπειτα στην Αθήνα, ίδρυσε δικό του εκπαιδευτήριο και δίδαξε επίσης στο Αρσάκειο- και συγγραφέας αρκετών διδακτικών εγχειριδίων. Οι απόψεις του, όπως εκφράζονται από προλόγους του σε διδακτικά βιβλία της μέσης εκπαίδευσης το 1878 (Ανθολόγιο 59) και το 1885 (Ανθολόγιο 83) αντίστοιχα, επικαλύπτονται μ' αυτές του Μηλιαράκη ως προς τη σύνδεση της γεωγραφικής γνώσης με συγκεκριμένες εθνικές βλέψεις στο βαλκανικό χώρο. Ο Δήμιτσας προτείνει επίσης τη δημιουργία έδρας γεωγραφίας

1. Βλ. Vincent Berdöulay, La formation de l'école française de géographie (1870 -1914), Παρίσι, Bibliothèque Nationale, 1981.

2. O K. Μητσόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα το 1844 και πέθανε στην Αθήνα το 1911. Υπήρξε ο πρώτος διδάκτωρ του φυσικού τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (19 Ιουνίου 1868). Το 1869 πήγε στη Γερμανία και εκεί σπούδασε για έξι χρόνια γεωλογία. Ορυκτολογία, φυσική, χημεία, μεταλλουργία, γεωδαισία, μηχανουργία κλπ. Μόλις γύρισε από τη Γερμανία, το 1875, διορίστηκε έκτακτος καθηγητής της φυσικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο και δίδαξε γεωλογία και ορυκτολογία. ΤΟ 1880 έγινε τακτικός καθηγητής και παρέμεινε στο Πανεπιστήμιο ως το 1910. Τα ίδια χρόνια δίδαξε

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/29.gif&w=600&h=915 18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΕΙΚΟΝΑ 5 Μαργαρίτης Δήμιτσας.

ΕΙΚΟΝΑ 7. Κωνσταντίνος Μητσόπουλος.

ΕΙΚΟΝΑ 6. Αντώνιος Μηλιαράκης.

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/30.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

στο Πανεπιστήμιο "εξ ου πάσα γνώσις και σοφία απορρέει και διοχετεύεται και εις τα της μέσης εκπαιδεύσεως διδακτήρια" 1 (Ανθολόγιο 83). Γεγονός είναι πάντως ότι τόσο οι απόψεις του Κ. Μητσόπουλου, στις οποίες θα χρειασθεί να επανέλθουμε για το ειδικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν, Όσο και αυτές των Δήμιτσα και Μηλιαράκη, εγγράφονται στο. κοινό κλίμα που κυριαρχεί στην Ελλάδα στην καμπή του αιώνα και που οδηγεί στη σύσταση της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας το 1901 2, της οποίας ο Κ. Μητσόπουλος είναι ιδρυτικό μέλος.

η αυτονόμηση λοιπόν της γεωγραφίας από την ιστορία, παραμένει ανέφικτη, παρά τις πρώιμες νεοτεριστικές προσπάθειες του Σταύρου Σταθόπουλου και παρά τη σημασία που αρχίζει να αποδίδεται,; στα τέλη. του 19ώ αιώνα στην περιγραφή του φυσικού περιβάλλοντος,. Οι. δύο επιστήμες παραμένουν "σφικτότατα συνδεδεμέναι". Αυτό διακρίνεται εναργέστερα στο σύστημα έγκρισης των διδακτικών . βίβλίων, της μέσης εκπαίδευσης: ενώ o Nόμος ΑΜΒ΄ του 1882; ορίζει να κρίνονται τα,γεωγραφίκα;.έγχειρίδια μαζί με τα φυσικομαθηματικά και όχι.. μαζί με τα ιστορικά3, όλοι οι.υπόλοιποι.νόμοι που ψηφίζονται

και στο πολυτεχνείο, του οποίου παρέμεινε διευθυντής ως το 1910. Όταν απαλλάχθηκε από την υπηρεσία του στο ΙΙανεπιστήμιο. Από την πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα ενδιαφέρον έχοϋν έργα όπως τα: Φυσική Γεωγραφία της Θράκης (Αθήνα 1897), Γεωλογική Ιστορία της Ελληνικής χώρας (Αθήνα. 1901), Το πλουτολογικόν της Ελλάδος μέλλον, ήτοι ο εθνικός ημών πλούτος γεωγραφικώς και γεωλογικώς εξεταζόμενος εν συγκρίσει προς άλλα της Ευρώπης μικρά κράτη (Αθήνα 1905), και φυσικά τα κείμενα σχετικά με της γεωγραφίας που περιέχονται στο Ανθολόγιο. Ενδεικτικά είναι επίσης ότι έγραψε κατά της θεωρίας του Φαλμεράυερ. Βλ. Κώστας Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Πάτρα 1959, σ. 380-381 και Πάτρα 1980, σ. 239' Κωνσταντίνος Μ. Μητσόπουλος. Επί τη εικοσιπενταετηρίδι της καθηγεσίας αυτού εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω 1875-1900, Αθήνα 1901·

1. Την αλληλεξάρτηση της έλλειψής οποιασδήποτε γεωγραφικής παιδείας στο Πανεπιστήμιο και των αντίστοιχων ελλείψεων της διδασκαλίας της γεωγραφίας στη μέση εκπαίδευση είχε επισημάνει ο Δήμιτσας το 1875 σε σειρά άρθρων του στην εφημερίδα Νεολόγος Αθηνών (από 25 Ιουλίου - 8 Σεπτεμβρίου 1875), με αφορμή το Β' Διεθνές Συνέδριο των Γεωγραφικών 'Επιστημών που είχε γίνει στο Παρίσι τον Ιούλιο της ίδιας χρόνιας, Τη σειρά των άρθρων αυτών του Δήμιτσα έθεσε υπόψη μου η Αγγελική Κωνσταντακοπούλου. Πβ. επίσης, για το διορισμό καθηγητή της γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο  Κ.Δ. Σφυρής, Υπόμνημα προς την Σεβαστήν Φιλοσοφικην Σχολήν, Αθήνα 1915. Έδρα γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο ιδρύθηκε μόλις το 1931.

2. Γεωγραφική Εταιρεία. Ιστορικόν της ιδρύσεως. Καταστατικόν, Αθήνα 19^02. Βλ. επίσης Αγγελική Κωνσταντακοπούλου, "η Ιστορία, της γεωγραφίας στην Ελλάδα. η περίπτωση της Γεωγραφικής Εταιρείας", Ανακοίνωση στο Α' Πανελλήνιο Γεωγραφικό Συνέδριο, Αθήνα 20-21-22 Φεβρουαρίου 1987.

3. η ρύθμιση αυτή φαίνεται πως έγινε βάσει του σκεπτικού ότι πολιτική γεωγραφία διδασκόταν μόνο στο Ελληνικό σχολείο, ενώ αντίθετα στο γυμνάσιο διδασκόταν μαθηματική γεωγραφία (κοσμογραφία) η οποία απαιτούσε γνώσεις φυσικομαθηματικές. Παρόμοια σύνδεση

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/31.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

για τα διδακτικά βιβλία -,BPA' του 1893, ,ΒΤΓ' του 1895 και ,ΓΣΑ' του 1907- ορίζουν να κρίνονται οι σχολικές γεωγραφίες από την ίδια επιτροπή που κρίνει και τις σχολικές ιστορίες (Ανθολόγιο 147). Από την άλλη μεριά, οι περισσότεροι συγγραφείς ιστορικών εγχειριδίων γράφουν και εγχειρίδια γεωγραφίας, ενώ στα γυμνάσια ο ίδιος καθηγητής διδάσκει συνήθως και τα δύο μαθήματα 1. Ο Νόμος ΑΣΞΔ' του 1885, ο οποίος αναφέρεται στο διδακτικό προσωπικό των γυμνασίων, Ορίζει έναν καθηγητή της "ιστορίας και γεωγραφίας" που μπορεί να διδάσκει "τα μαθήματα ταύτα εν δυσίν η τρισί συγχρόνως γυμνασίοις"2. Επισημαίνοντας την παραμέληση της γεωγραφικής διδασκαλίας ο Κωνσταντίνος Ράδος, σε επιστολή του προς το λοχαγό Βίκτωρα Δούσμανη το 1893, γράφει: "Το διδάσκον σώμα εν τη μέση εκπαιδεύσει κινδυνεύει να περιορισθή" παρ' ημίν πράγματι εις δύο και μόνον πρόσωπα Ελληνιστής και purus Mathematicus!" 3. Αργότερα, το 1904, σε εισαγωγικό κείμενο του στο A' τεύχος: του Γεωγραφικού- Δελτίου, περιοδικού που εκδίδει η Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία, τονίζει τη χρησιμότητα της γεωγραφικής γνώσης σε αντιδιαστολή με την κλασική παιδεία που παρεχόταν στα σχολεία (Ανθολόγιο 144).

ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

α. Οι "τομές" της ιστορίας

Πλάι στη γεωγραφία, ως δεύτερη "θεραπαινίς" της ιστορίας τοποθετείται η χρονολογία. Γεωγραφία και χρονολογία ονομάζονται επίσης "οι δύο οφθαλμοί της ιστορίας" (Ανθολόγιο 12α). η χρονολογία όμως, σε αντίθεση με τη γεωγραφία, δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτόνομη επιστήμη ούτε διεκδικεί μια τέτοια αυτονομία. Εκδίδονται βέβαια κάποια ανεξάρτητα εγχειρίδια χρονολογίας, όπως του Κ. Ξανθόπουλου το 1857 (Ανθολόγιο 35) και του Γ. Κρέμου το 1879 4, αλλά αυτά αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις και ο ρόλος γινόταν και στο Πρόγραμμα του Γυμνασίου Ναυπλίου το 1843, όπου η Ιστορία κατατάσσεται στα "ελληνικά" μαθήματα ενώ η γεωγραφία στα "επιστημονικά" μαζί με τα μαθηματικά. Βλ. Τρ. Σκλαβενίτης, "η Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου και του Ελληνικού Σχολείου Ναυπλίου", ο.π.

1. Βλ. άρθρο 66 του Β. Διατάγματος "Περί κανονισμού των Ελληνικών σχολείων και γυμνασίων", Εφημερίς της Κυβερνήσεως 87, 31 Δεκεμβρίου 1836, και εδώ, Ανθολόγιο 2.

2. Νόμος ΑΣΞΔ' "Περί τροποποιήσεως διατάξεων τινών του νόμου της 31 Δεκεμβρίου 1836, Περί διοργανισμού των Ελληνικών σχολείων και γυμνασίων", 26 Ιουλίου 1885, Εφημερίς της Κυβερνήσεως 87, 31 Ιουλίου 1885.

3. Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία. Καταστατικόν, Αθήνα 1908, σ. 10.

4. Γ. Π. Κρέμος, Χρονολογία της Ελληνικής Ιστορίας προς χρήσιν παντός φιλομαθούς, Ιδία δε των εν τοις γυμνασίοις μαθητών, Αθήνα 1879.

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/32.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

τους στη διδασκαλία είναι καθαρά επικουρικός. Σε αρκετά ιστορικά εγχειρίδια περιέχονται χρονολογικοί πίνακες στο τέλος του κειμένου, αλλά κι αυτό δε φαίνεται να συνηθίζεται σε μεγάλη έκταση, Στις 'Εκθέσεις των κριτών των διδακτικών βιβλίων (1884 κ.ε.) καταδικάζεται η υπερφόρτωση της μνήμης των μαθητών με άχρηστες χρονολογίες. Η αναζήτηση του τι μπορεί να σημαίνει "χρήσιμη" χρονολογία μας οδηγεί στην αποκάλυψη του ιδεολογικού μηχανισμού επιλογής φαινομενικά "αντικειμενικών" δεδομένων της ιστορίας: όσο λεπτομερέστερα προσδιορίζεται μια χρονολογία (π.χ. πρωί της Τρίτης 29 Μαΐου 1453) (Ανθολόγιο 102), τόσο μεγαλύτερη βαρύτητα αποκτά στην ιστορική πορεία του έθνους· στην άλλη άκρη, λαοί χωρίς χρονολογία είναι λαοί "χωρίς ιστορία", λαοί βάρβαροι και απολίτιστοι, οι οποίοι εισέρχονται στην ιστορία σε κάποιες στιγμές της ανεξάρτητης κανονικής ροής της, Η ερωπαιοκεντρική αυτή αντίληψη της ιστορίας, η οποία εξειδικεύεται, σε ελληνοκεντρική μετά το 1880, 'προσδιορίζει αναπόφευκτα και την περιοδίκευση:τής ιστορίας. Μέχρι την πλήρη επικράτηση  της ευρωπαιοκεντρικής άποψης, επικρατούσε μια χριστιανοκεντρική αντίληψη η οποία χρησιμοποιούσε ως ιστορικές πηγές τα ιερά κείμενα και εφάρμοζε μια "εβραική" μέθοδο- χρονολόγησης, άρχιζε δηλαδή "από κτίσεως κόσμου", Τα ελληνικά διδακτικά βιβλία ιστορίας, πριν και μετά το 18341, υιοθετούν τη μέθοδο αυτή από τα ξένα πρότυπα τους: η μετάφραση της γερμανικής ιστορίας του Kämmerer ορίζει ότι "ο πανάρχαιος αιών εκτείνεται από Αδάμ μέχρι του Κύρου" ('Ανθολόγιο 12α), η μετάφραση της αγγλικής ιστορίας του Pinnock χρησιμοποιεί την Παλαιά Διαθήκη για την περιγραφή της "αρχαιότατης των εθνών ιστορίας" (Ανθολόγιο 42). Η αντίληψη αυτή πάντως, κυρίαρχη στη στροφή του 18ου αιώνα, εμφανίζεται τώρα σε περιορισμένη έκταση, και γρήγορα -μέσα στη δεκαετία 1 του 4860- εγκαταλείπεται.

Ι Η διαίρεση της ιστορίας σε αρχαία, μέση, και νεότερη θεωρείται δημιούργημα του 17ου αιώνα· οι ειδικοί πιστεύουν πως πρωτοεισάγεται με το έργο του Χριστόφορου Κελλάριου Historia Universalis (1688)2. Μέχρι τότε ο ιστορικός χρόνος αντιμετωπιζόταν ως μια ακολουθία από παγκόσμια βασιλεία, προσδιορισμένη από το Θεό. Ο ιστορικός χώρος oριζόταν, εξάλλου, ως "Χριστιανοσύνη"· στους αιώνες που θα ακολουθήσουν, η "Χριστιανοσύνη" θα

1. Πβ. Λάμπρος Αντωνιάδης, Επιτομή χρονολογική της Γενικής Ιστορίας... προς χρήσιν των Φιλομαθών νέων Ελλήνων, Κωνσταντινούπολη 1808, σ. 1-3" Στέφανος Κομμητάς, Παιδαγωγικά Μαθήματα... Γενική Ιστορία..., Πέστη 1828, σ. 1-5.

2. Βλ. Dietrich Gerhard, "Zum Problem der Periodisierung der europäischen Geschichte", Europa und Übersee, PS für Egrnond Zechlin, Αμβούργο 1961, σ. 21 41, και Jürgen Voss, -Das Mittelaller im historischen Denken Frankreichs. Untersuchungen zur Geschichte des Mittelaltersbegriffes und der Miltelalterbewertung von der zweiten Hälfte des 16. bis zur Mitte des 19. Jahrhunderts, Manchen 1972.

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/33.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

υποκατασταθεί από την "Ευρώπη". Οι' τομές που υιοθετούνται για να ορίσουν τις τρεις αυτές περιόδους είναι από τη μια πλευρά η αρχή του Μ. Κωνσταντίνου (330-337) και η κατάλυση του Δυτικού Ρωμαικού Κράτους (476), κι από την άλλη η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους (1453), τομές που σηματοδοτούν είτε την ίδρυση και την πτώση της χριστιανικής αυτοκρατορίας -βάσει μιας χριστιανοκεντρικής οπτικής- είτε τις δύο οριακές εισβολές-εισόδους των βαρβάρων στην ιστορία-βάσει μιάς ευρωπαιοκεντρικής προοπτικής. Η ευρωπαιοκεντρική άποψη στηρίζεται στο αντιθετικό ζεύγος πολιτισμένος-βάρβαρος, εργαλείο ιεράρχησης των "αξιομνημόνευτων" γεγονότων και αποτίμησης της προσφοράς κάθε λαού στην πορεία της ανθρωπότητας προς τον πολιτισμό.

Η τριπλή διάκριση της ιστορίας, η λεγόμενη "ανθρωπιστική τριάς", παγιωμένη πλέον αντίληψη για τη δυτική ιστοριογραφία, εισάγεται στην Ελλάδα με τα μεταφρασμένα εγχειρίδια και με τα  προγράμματα, διδασκαλίας, αφορά όμως μόνο στη γενική, ιστορία και όχι στην ελληνική. Το πρώτο νομοσχέδιο για την οργάνωση της μέσης εκπαίδευσης, που συντάσσεται το 1834, εφαρμόζει, αυτή τη διάκριση στην κατανομή της ιστορικής ύλης τόσο στα τριτάξια Ελληνικά σχολεία όσο και στα τριτάξια γυμνάσια (Ανθολόγιο 2)1. η πορεία προς την ελληνοποίηση της ιστορίας, που σημαίνει, προσαρμογή αυτής της διάκρισης στα ελληνικά δεδομένα, παρακολουθείται σ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ολοκληρώνεται όμως μετά το 1880. Αναγνωριστικά σημάδια αυτής της πορείας, τα οποία θα προσεγγίσουμε αναλυτικά στη συνέχεια, αποτελούν η μείωση των εκδόσεων των γενικών σχολικών ιστοριών σε όφελος των αντίστοιχων ελληνικών, η κατάργηση της διδασκαλίας της γενικής ιστορίας2 με το πρόγραμμα του 1884 (Ανθολόγιο 77), η υιοθέτηση "ελληνικών" χρονικών τομών και η ανάδειξη του Βυζαντίου σε οργανικό κομμάτι της ελληνικής ιστορίας, με αντίστοιχη σχετική υποχώρηση της απόλυτης κυριαρχίας της αρχαιότητας. η ελληνοποιητική διαδικασία ανιχνεύεται επίσης στη διδασκαλία της γεωγραφίας, με την οριοθέτηση του ελληνικού εθνικού εδάφους και με την οριστική και συνειδητή καθιέρωση του όρου Έλληνική Χερσόνησος" για την περιγραφή της Βαλκανικής.

Ως προς τις "ελληνικές" τομές της ιστορίας πρέπει να τονισθεί ότι συμπίπτουν με τις ευρωπαικές, αλλά η χρήση τους διαφέρει. Στα επίσημα προγράμματα

1. Το ίδιο σύστημα εφαρμόζεται και στα επόμενα νομοσχέδια αρ. 24008 και 24398 του Απριλίου 1835 για τη μέση εκπαίδευση. Βλ. εδώ, σ. 19, σημ. 2.

2. Σύμφωνα με τα προγράμματα μέσης εκπαίδευσης του 1836 ('Ανθολόγιο 6), 1855 (Ανθολόγιο 32) και 1867 ('Ανθολόγιο 50), διδάσκεται στο γυμνάσιο επί τρία χρόνια γενική ιστορία, και στο τέταρτο αποκλειστικά ελληνική ιστορία. Για τη γενική ιστορία βλ. επίσης εδώ, Ανθολόγιο 21α, 30.

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/34.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

γράμματα της μέσης εκπαίδευσης, μετά το 1882, χρησιμοποιούνται εναλλάξ το 330 (κτίση Κωνσταντινούπολης), το 337 (θάνατος Μ. Κωνσταντίνου), και το 395 (διαίρεση σε Ανατολικό και Δυτικό Ρωμαικό Κράτος). Δευτερεύουσες τομές για τα διδακτικά βιβλία είναι ,επίσης το 323 π. Χ. (Θάνατος του Μ. Αλεξάνδρου), το 301 π.Χ. (μάχη στην Ιψό), το 362 π.Χ. (μάχη στη Μαντινεία) και το 146 π.Χ. (άλωση της Κορίνθου), οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ως "εσωτερικές" διαιρέσεις της ελληνικής ιστορίας εφόσον προβάλλουν είτε την οικουμενικότητα του ελληνικού έθνους -οι δύο πρώτες- είτε την ελλαδικότητά του -οι δύο τελευταίες. Το 146 π.Χ, συμβολίζει εξίσου την πρώτη απώλεια της ελευθερίας του ελληνικού έθνους· εννοείται πως το ιδανικό της ελευθερίας; όπως προβάλλεται στα σχολικά βιβλία, δεν έχει κοινωνικό περιεχόμενο αλλά είναι αποκλειστικά αντώνυμο της δουλείας, Ο πιο σημαντικός πάντως δείκτης του εξελληνισμού' της ιστορίας φαίνεται πως είναι η ανάδειξη της άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204 σε τομή της ιστορίας στο πρόγραμμα του 1884 (Ανθολόγιο 77), γεγονός που τονίζει τον ελληνορθόδοξο "εθνικό" και όχι πλέον τον "παγκόσμιο" χριστιανικό χαρακτήρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας1. . ;

β. Το ελληνικό Βυζάντιο

Το γεγονός ότι μια παρόμοια "επίσημη" εκδήλωση αναγνώρισης του ελληνικού χαρακτήρα του Βυζαντίου συναντάται στη δεκαετία του 1880 δεν είναι τυχαίο. Η μελέτη των σχολικών εγχειριδίων και των προγραμμάτων διδασκαλίας -αποδεικνύει ότι ως τότε η αναγνώριση αυτή γίνεται αποσπασματικά και μεμονωμένα και ότι σίγουρα δεν αποτελεί κοινό τόπο. Είναι βεβαίως απαραίτητο να επισημάνουμε τις πρώτες απόψεις για την ελληνικότητα του. Βυζαντίου και να προσδιορίσουμε τη χρονική στιγμή έκφρασης τους. Πρέπει όμως, ταυτόχρονα, να διακρίνουμε δύο αλληλένδετα μεν αλλά ξεχωριστά φαινόμενα: τη γέννηση και τη διάδοση. Για τον ερευνητή των νοοτροπιών και των συλλογικών στάσεων είναι σημαντικό ότι η ιστοριογραφική άποψη για το ελληνικό Βυζάντιο, που γεννιέται στη δεκαετία του 1850, δέ διαδίδεται πριν από τα τέλη του αιώνα και ότι, και τότε ακόμη, εξακολουθούν να υπάρχουν αντιστάσεις.

Όταν το 1853 ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος εκδίδει την Ιστορίαν τον Ελληνικού έθνους, τα υπόλοιπα διδακτικά βιβλία, προγενέστερα και σύγχρονα

1. Μέσα στο ίδιο πνεύμα, από την αρχικά "ουδέτερη" περιγραφή της άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους που συναντάμε στην Σύνοψιν Γενικής Ιστορίας του Δ. Πανταζή (Αθήνα 1863, σ. 142 - 143), καταλήγουμε στην περιγραφή ενός ιστορικού εγχειριδίου του 1901: "Οι Φράγκοι προσηνέχθησαν ως τίγρεις" (Ανθολόγιο 132).

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/35.gif&w=600&h=915 18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΕΙΚΟΝΑ 8. Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος.

ΕΙΚΟΝΑ 10. Δημήτριος Πανταζής.

ΕΙΚΟΝΑ 9. Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος.

Σελ. 35
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Ιστορία και Γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία (1834-1914)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 16
    18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

    Ο Henri-Auguste Dutrône το 1828, μετά από επιθεώρηση των σχολείων των νησιών του Αιγαίου, διαπιστώνει -σε σύγκριση με την εποχή της Τουρκοκρατίας- μια συνεχή αύξηση του ποσοστού των σχολείων οπού διδάσκεται η ιστορία και η γεωγραφία 1. Κατά την καποδιστριακή περίοδο, η προσπάθεια που γίνεται για την οργάνωση της εκπαίδευσης, κυρίως της δημοτικής, δεν αποφέρει πάντα τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, και μάλιστα ώς προς την ομοιομορφία της διδασκαλίας. Το βάρος, στα δημοτικά σχολεία, τοποθετείται στη μετάδοση στοιχειωδών γνώσεων (ανάγνωση, γραφή, αριθμητική), και αυτό συμφωνεί με τις γενικές αρχές της αλληλοδιδακτικής μεθόδου η οποία εφαρμόζεται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση μέχρι το 1880, οπότε εισάγεται επίσημα η συνδιδακτική μέθοδος 2. Έτσι, από μια άλλη έκθεση, του Ι. Π. Κοκκώνη, για τα σχολεία της Πελοποννήσου αυτή τη φορά, πληροφορούμαστε ότι από τα αλληλοδιδακτικά σχολεία λείπει εντελώς κάποια. Ιστορική η γεωγραφική διδασκαλία, εκτός από την ιερά ιστορία, ενώ από τα 19 συνολικά Ελληνικά σχολεία μόνο σε δύο διδάσκεται "Γεωγραφία και Ελληνική Ιστορία" 3. "Γεωγραφία και Ιστορία της Ελλάδος" διδάσκονται επίσης στο Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας 4.

    1. "Έκθεσις περί της παιδείας μέχρι του πρώτου έτους αρχής του Καποδίστρια", Γενική Εφημερίς Γ', 1828, 92 και 93, Απόστολος Δασκαλάκης, Κείμενα - Πηγαί της Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως. Σειρά τρίτη. Τα περί παιδείας, τ. Α',' Αθήνα 1968, αρ. 125, σ. 178-185. Ο Dutrône διαχωρίζει τη λειτουργία των σχολείων σε τρεις περιόδους: α') πριν από την επανάσταση, β') κατά τη διάρκεια της επανάστασης και γ') μετά την επανάσταση, και κάνει τις εξής συγκρίσεις: "η παλαιά ελληνική γλώσσα και ιστορία εδιδάσκοντο μόνον εις το 1/3 των σχολείων των εκ της τουρκικής αρχής όντων, ευθύς δε εισήχθησαν εις τα 2/3 των της επαναστάσεως και τα 3/4 των της τρίτης περιόδου. η Γεωγραφία δεν εδιδάσκετο ειμή εις το 1/6 των της πρώτης περιόδου σχολείων, εις πλέον η το 1/3 των της δευτέρας, και εις τα 2/3 των της τρίτης".

    2. Παρόλο που η συνδιδακτική μέθοδος επιβάλλεται επίσημα το 1880, ένα συνδιδακτικό "ανώτερο" τμήμα προβλέπεται να λειτουργεί για τη διδασκαλία των συμπληρωματικών μαθημάτων από το 1836. Πβ. Ελένη Καλαφάτη, Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης 1821-1929. Από τις προδιαγραφές στον προγραμματισμό, IAEN 8, Αθήνα 1988, σ. 131. Tò 1861 ο Ι.Π. Κοκκώνης δημοσιεύει το Εγχειρίδιον περί δημοτικής εκπαιδεύσεως η οδηγόν περί μεθόδων διδακτικών αυνδιδακτικής και μικτής και περί νηπιακών σχολείων, έργο ανεξάρτητο από τον 'Οδηγό της Αλληλοδιδακτικής ο οποίος έχει ήδη γνωρίσει τρεις εκδόσεις (η τέταρτη έκδοση του γίνεται το 1864). Έτσι μία "μικτή" μέθοδος, συνδυασμός αλληλοδιδακτικής και συνδιδακτικής, εφαρμόζεται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση από τα μέσα του αιώνα.

    3. "Συνοπτική "Εκθεσις του Ι. Κοκκώνη περί των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων Πελοποννήσου, εν Αιγίνη την 31 Δεκεμβρίου 183Ο", Α. Δασκαλάκης, ο.π., τ. Τ',' αρ. 741, σ. 1593-1597.

    4. "'Οργανισμός και Πρόγραμμα του Κεντρικού Σχολείου Αιγίνης, εν Ναυπλίω την 1 9βρίου 1829", Α. Δασκαλάκης, ο.π., τ. Α', αρ. 224, σ. 404-407. Σύμφωνα με το "Πρόγραμμα