Συγγραφέας:Κουλούρη, Χριστίνα
 
Τίτλος:Ιστορία και Γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία (1834-1914)
 
Υπότιτλος:Ανθολόγιο κειμένων-Βιβλιογραφία σχολικών εγχειριδίων
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:18
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1988
 
Σελίδες:789
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Βιβλιογραφία
 
Εκπαίδευση-Δευτεροβάθμια
 
Εκπαίδευση-Πρωτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1834-1914
 
Περίληψη:Στόχος του βιβλίου αυτού είναι η αναζήτηση των καταβολών της ιστορικής παιδείας στο νεοελληνικό κράτος, και κυρίως του τρόπου παροχής της, και η διερεύνηση των μηχανισμών διαμόρφωσης της Ιστορικής συνείδησης μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα στον 19ο αιώνα. Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη: Μία ιστορική εισαγωγή, ένα ανθολόγιο πηγών και μία βιβλιογραφία σχολικών εγχειριδίων. Τα κείμενα του ανθολογίου φιλοδοξούν να σκιαγραφήσουν τη φυσιογνωμία του ιστορικού και του γεωγραφικού μαθήματος κατά τον 19ο αιώνα, με έμφαση κυρίως στην ιδεολογική λειτουργία της διδασκαλίας, και για το λόγο αυτόν προτιμήθηκαν κείμενα κατεξοχήν στρατηγικά, όπως οι πρόλογοι των διδακτικών βιβλίων και οι επίσημες και μη οδηγίες για τη διδασκαλία, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια. Στη Βιβλιογραφία συγκεντρώθηκαν 727 τίτλοι σχολικών εγχειριδίων ιστορίας και γεωγραφίας για την περίοδο 1834-1914, που παρουσιάζονται με χρονολογική σειρά, και στο εσωτερικό κάθε έτους σύμφωνα με την αλφαβητική σειρά των ελλήνων συγγραφέων η μεταφραστών.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 54.55 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 24-43 από: 794
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/24.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

από προηγούμενα ομόλογα εγχειρίδια η και από βιβλία τα οποία δεν προορίζονταν για σχολική χρήση. η τακτική των "ερανισμάτων" παρήγε, όπως ήταν επόμενο, "κακότεχνους συρραφάς εξ αμοιβαίων αντιγραφών"1.

ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΗ

'Τα πρώτα λοιπόν εγχειρίδια ιστορίας και γεωγραφίας που χρησιμοποιήθηκαν στα ελληνικά σχολεία ήταν μεταφράσεις ξένων διδακτικών βιβλίων. Οι μεταφράσεις αυτές παρέμειναν σε χρήση μέχρι και τη δεκαετία του 1880 περίπου, οπότε απορρίπτονται -από τους κριτές των διδακτικών βιβλίων επειδή δεν εξυπηρετούσαν ένα εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα: "Τα πλείστα αυτών μεταφρασθέντα δόκιμα μέν, ίσως καθ' εαυτά και αξιόλογα, αλλά προς παίδευσιν μαθητών άλλων χωρών συντεταγμένα και εν χαρακτήρι ξένης γλώσσης υποτυπωθέντα αποβαίνουσιν εις τους,; ημετέρους μαθητάς η ψυχρά η ακατάληπτα" (Ανθολόγιο 76). η έλλειψη ελληνικού χαρακτήρα, για την οποία επικρίνονταν τα μεταφρασμένα διδακτικά βιβλία, αφορούσε επομένως τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο: α') ξενισμούς που παρέβλαπταν την "καθαρότητα" της γλώσσας έτσι ώστε οι μαθητές να μη μένουν "αμόλυντοι του βαρβαρισμού και αδιάφθοροι", β') δυσαναλογία στην ανάπτυξη των κεφαλαίων που αναφέρονταν στην Ελλάδα και εκείνων που αφορούσαν στην υπόλοιπη Ευρώπη -σε βάρος της πρώτης δηλαδή- και "ψυχρότητα" της περιγραφής (Ανθολόγιο 151).

με τις μεταφράσεις εισάγεται με τρόπο άμεσο η ευρωπαική επιρροή στο χώρο της εκπαίδευσης, η οποία ανιχνεύεται εξάλλου την ίδια εποχή σ' όλες τις υπόλοιπες πτυχές της ελληνικής πνευματικής ζωής. Η στάση απέναντι στη Δύση γνωρίζει διαφοροποιήσεις που κλιμακώνονται από την τυπολατρική μίμηση ώς την πλήρη απόρριψη. Για την εκπαίδευση που μας ενδιαφέρει εδώ, η αύξουσα, με το προχώρημα του αιώνα, προβολή της "ελληνοπρεπούς" αγωγής σημαίνει μία, μερική έστω, αποδέσμευση από τα δυτικοευρωπαικά πρότυπα, έτσι ώστε η Ελλάδα να εκπαιδευθεί αποκλειστικά "δι' εαυτής"2, Το σκεπτικό απόρριψης των μεταφράσεων στο διαγωνισμό του 1882, που μόλις παρατέθηκε, βρίσκεται κοντά σ' αυτή την άποψη. Εντούτοις, ο αυξανόμενος ελληνοκεντρισμός δεν παύει να έχει συχνά ώς σημείο αναφοράς του το δυτικοευρωπαικό πολιτισμό, Σε επόμενους διαγωνισμούς, το 1896 και το 1913 για παρά-

1. X. Κυριακάτος, "Τα παρ" ημίν διδακτικά βιβλία", Επετηρίς της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως 1 (19Ο1-19Ο2), σ. 136. Πβ. επίσης ΓΗ. (Γεώργιος Παπασωτηρίου), "Ποίος πρέπει να συγγραφή διδακτικά βιβλία", Εκπαίδευσις 1 (1892), σ. 81-82.

2. Τήν "ελληνοπρεπή" αγωγή ως τη μόνη μορφή αγωγής που αρμόζει στα ελληνόπουλα πρόβαλλε κυρίως ο X. Παπαμάρκος: Περί του σκοπού της εκπαιδεύσεως της ελληνίδας νεολαίας. Πραγματεία Παιδαγωγική, Κέρκυρα 1885. Βλ. και εδώ, Ανθολόγιο 79α, 79β.

Σελ. 24
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/25.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

δείγμα, προκρίνεται "η πιστή και καλή μετάφρασις [... ] μιας η δύο ξένων γεωγραφιών εκ των αρίστων και εγκεκριμένων και η έγκρισις αυτών και παρ' ημίν" (Ανθολόγιο 120), εφόσον "οι ημέτεροι διδακτικών βιβλίων συγγραφείς εμφανίζονται εις τους διαγωνισμούς η τα αγαθά ταύτα βιβλία αγνοούντες η ανίκανοι να χρησιμοποιήσωσιν αυτά", και συντάσσουν έτσι αδόκιμα βιβλία (Ανθολόγιο 161).

Η ελληνική σχολική ιστοριογραφία είναι λοιπόν αρχικά δέσμια -με σχέση θυγατρική- της ομόλογής της ευρωπαικής, και κατά συνέπεια της εικόνας για την-αρχαία κατά βάση-Ελλάδα που είχαν οι Ευρωπαίοι. Η ανερχόμενη αυτοπεποίθηση της Ευρώπης τον 18ο και τον 19ο αιώνα αναζήτησε αρχαιοελληνικά ερείσματα: μέσα στο κάτοπτρο της κλασικής Ελλάδας είδε την πραγμάτωση σύγχρονων ιδανικών (ανθρωπισμού, ελευθερίας, φυσικότητας) και αναγνώρισε τον εαυτό της ως φυσικό κληρονόμο της αρχαίας πολιτισμικής παράδοσης, πολύ περισσότερο από τους νεοέλληνες επίδοξους κληρονόμους της. Αυτή η διαδικασία σύγκρισης οδηγεί πολλές φορές στην πλήρη ταύτιση 1, που επιτρέπεται χωρίς να παραβλάπτονται οι επιμέρους ευρωπαικές εθνικές ταυτότητες, εφόσον η αρχαία Ελλάδα διακρίνεται ακριβώς για τον υπερεθνικό της χαρακτήρα''. Από την άλλη μεριά, η εικόνα για τη νεότερη και σύγχρονη Ελλάδα επηρεάζεται σαφώς από το κλασικό πρότυπο, όπως φαίνεται στα κείμενα των περιηγητών, κυρίως, αλλά και των ιστορικών και φιλολόγων.

Η σύγκριση αρχαίων - νέων Ελλήνων, η οποία αποτελεί για την ίδια τη νεότερη Ελλάδα νομιμοποιητικό μηχανισμό, λειτουργεί συνήθως αντίστροφα στην ευρωπαική οπτική, και φυσικά σε βάρος των Νεοελλήνων. Η σχετική αποδέσμευση της ελληνικής σχολικής ιστορίας από τα δυτικοευρωπαικά της πρότυπα συντελείται ταυτόχρονα με τη-σχετική επίσης-αποδέσμευση της Ευρώπης από τα δικά της αρχαιοελληνικά πρότυπα. Οι δύο πορείες, αν και αντίστροφες, σχετίζονται με το κοινό φαινόμενο της σύμπηξης διαφοροποιημένων εθνικών ταυτοτήτων μέσα στα πλαίσια των εθνών - κρατών. Στη Γερμανία

1. Μέσα από αυτή την Οπτική, μεμονωμένο παράδειγμα αλλά με ενδεικτική αξία είναι ο παραλληλισμός αρχαίων Αθηναίων και Γάλλων που κάνει ο Chateaubriand: "Πρωτότοκα παιδιά της αρχαιότητας οι Γάλλοι, Ρωμαίοι στο πνεύμα, είναι Έλληνες στο χαρακτήρα. Ανήσυχοι και αστατοι στην ευτυχία, σταθεροί και άκαμπτοι στη δυστυχία, φτιαγμένοι για τις τέχνες, πολιτισμένοι ως την υπερβολή, [. . . ] μάταιοι, θαρραλέοι, φιλόδοξοι, συντηρητικοί και καινοτόμοι ταυτόχρονα, περιφρονούν ό,τι δεν είναι οι 'ίδιοι' [. . . ] τέτοιοι ήταν οι Αθηναίοι του χθες, και τέτοιοι είναι οι Γάλλοι του σήμερα" Chateaubriand, Essai sur les Révolutions, 1797, στο Camille Jullian, Extraits des Historiens Français du XIXe siècle, Παρίσι 1897, σ. 11.

2. Η υπερεθνικότητα αυτή διαπιστώνεται κυρίως στη χρήση αρχαίων ελλήνων 'ηρώων ως προτύπων πατριωτισμού. Αυτό φυσικά εγκαταλείπεται μέσα στον 19ο αιώνα, με την ανάπτυξη "αυτάρκους" ευρωπαικού εθνικισμού, ο οποίος προτιμά να προβάλλει τους δικούς του κατά περίπτωση "εθνικούς" ήρωες. .

Σελ. 25
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/26.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

και στη Γαλλία, για παράδειγμα, αυξάνονται στην καμπή του αιώνα οι ώρες διδασκαλίας της εθνικής ιστορίας και της γλώσσας, με αντίστοιχη υποχώρηση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών και των λατινικών -σε μικρότερη κλίμακα1. Στην Ελλάδα, η σταδιακή αυτή πορεία προς την εθνική αυτογνωσία έχει σχεδόν ολοκληρωθεί γύρω στα 1880, όπως φαίνεται από τον τρόπο που μεταφράζονται πλέον τα ξένα διδακτικά βιβλία. Ενώ λοιπόν το 1840, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής μεταφράζει κατά λέξη την Επίτομη της Ελληνικής ιστορίας του Goldsmith, με:μόνη μια μικρή προσθήκη στο :τέλος του βιβλίου, μια φράση για την αποτίναξη του "ζυγού της δουλείας" το 1821 (Παράρτημα A'), το 1879, στη μετάφραση της Ιστορίας του Lamé-Fleury, η διαφοροποίηση είναι προφανής: αντί για "Έλληνες" μεταφράζεται "οι προπάτορες ημών", και ο Αλέξανδρος αποδίδεται ως "ο Έλλην μονάρχης" (Παράρτημα Β').

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ.· ΣΥΓΚΛΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΙΣΕΙΣ

"η Γεωγραφία και η Ιστορία είναι σφικτότατα συνδεδεμέναι μετ" αλλήλων 1 διά τούτο αναγκαίον είναι την περιγραφήν της χώρας η της πολιτείας, της οποίας την Ιστορίαν αγαπά τις να μάθη, να προλαμβάνη διά της Γεωγραφίας. [...] Αναγκαίον είναι προσέτι, όταν τις διδάσκεται την Ιστορίαν, να έχη πάντοτε έμπροσθεν του τους πίνακας και να ζητή εις αυτούς πάσαν χώραν και πάντα τόπον, τους οποίους απαντά εις την Ιστορίαν"2. Η σχέση αυτή ιστορίας και γεωγραφίας, η οποία έχει ήδη ορισθεί από την ουμανιστική σκέψη στους προηγούμενους αιώνες, εξακολουθεί να συνδέει τις δύο επιστήμες κατά τη διάρκεια ολοκλήρου του 19ου αιώνα. Πρόκειται όμως για μια μονόδρομη σχέση εξάρτησης. Γιατί η γεωγραφία είναι εκείνη που κατέχει μια θέση δευτερεύουσα, υποτέλειας θα λέγαμε, ως προς την ιστορία· είναι η "θεραπαινίς της ιστορίας".

Η γη περιγράφεται ως "κατοικητήριον του ανθρώπου" 3, η γεωγραφική

1. Πβ. A. Prost, Histoire de l'enseignement en France 1800-1967, Παρίσι· 1968, σ. 252' J.C. Albisetti, Secondary School Reform in Imperial Germany, Princeton University Press, Princeton, New Jersey 1983, σ. 140-158. Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β', σε λόγο που εκφώνησε στις 4 Δεκεμβρίου 1890 σε ένα συνέδριο εκπαιδευτικών, διατυπώνει σαφέστατα το πνεύμα της αλλαγής: "Θα έπρεπε να αναθρέφουμε νέους Γερμανούς, όχι νέους Έλληνες και Ρωμαίους"· στο ίδιο, σ. 3.

2. Κ. Μ. Κούμας, Σύνοψις της παλαιάς γεωγραφίας μεταφρασθείσα μεν εκ του γερμανικού εις χρήσιν του Φιλολογικού της Σμύρνης Γυμνασίου.,,, Βιέννη 1819, σ. 6.

3. Η άποψη αύτη, η Οποία υιοθετείται χωρίς εξαίρεση σ' όλο τον 19ο αιώνα, συναντάται ήδη στον Μελέτιο: Γεωγραφία Παλαιά και Νέα..., Βενετία 1728: "Ούτος ο κόσμος δεν είναι άλλο, παρά μία μεγάλη Πόλις του άνθρωπου", και στον Ιώσηπο Μοισιόδακα: Θεωρία της Γεωγραφίας..., Βιέννη 1781, σ. VII: "Η γη, ολικώς λαμβανομένη, είναι λογιστέα ως προς τους ανθρώπους μία οίκησις κοινή".

Σελ. 26
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/27.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

γνώση συνίσταται κατεξοχήν στην περιγραφή του "θεάτρου της ιστορίας" 1. Το είδος της γεωγραφίας που διδάσκεται στην Ελλάδα σε όλη την περίοδο από το 1834 ώς το 1914 είναι λοιπόν η ιστορική γεωγραφία. Απ' όσο μπόρεσα να ερευνήσω, ο πρώτος έλληνας γεωγράφος -στο χώρο των σχολικών συγγραφέων πάντα- που αποσυνδέει την ιστορία από τη γεωγραφία και αυτονομεί το ερευνητικό του πεδίο από το πεδίο του Ιστορικοΰ είναι ο Σταύρος Σταθόπουλος. η Στοιχειώδης σειρά γεωγραφικών μαθημάτων που εξέδωσε το 1850 εισάγει δύο σημαντικούς "νεοτερισμούς": αφενός μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την αρχαία στη σύγχρονη γεωγραφία (δεν ακολουθεί _ έτσι την πάγια τακτική των σχολικών συγγραφέων η γεωγραφική περιγραφή ενός τόπου να περιλαμβάνει τα Ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν και τους ένδοξους άνδρες που γεννήθηκαν εκεί), αφετέρου εισάγει πρώτος την αμοιβαία σχέση ανθρώπου. και φύσης, Στον πρόλογο της α' έκδοσης του εγχειριδίου του (Ανθολόγιο. 26), διαχωρίζει τη φυσική- γεωγραφία,' η οποία πραγματεύεται ,"περί των αμεταβλήτων ι σχέσεων των τόπων, οίτινες δεν υπόκεινται εις την επιρροήν των ανθρώπων" από την πολιτική γεωγραφία, η οποία. "συνεπιφέρει και τας εκ των ανθρώπων προερχομένας μεταβολάς και συνδυαζομενον με τα. λοιπά δύο [φυσικό και τοπογραφικό μέρος τής, γεωγραφίας] αιτιολογεί και εικονίζει την κατάστασιν των πολιτειών". η τελευταία αυτή θέση συνοψίζει τη θεωρία του γερμανού γεωγράφου Carl Ritter και θα αναπτυχθεί ιδιαίτερα στην Ελλάδα στα τέλη του Λ9ου αιώνα2. Το εγχειρίδιο του Σ. Σταθόπουλου γνώρισε δέκα εκδόσεις ώς το 1880 -οπότε είναι η τελευταία έκδοση που εντόπισα κατά την έρευνά μου-3 και είναι ένα από τα ελάχιστα διδακτικά βιβλία

1. "Schauplatz" ονομάζει ο Herder τη γεωγραφία το 1784: "Von der Annehmlichkeit, Nützlichkeit und Notwendigkeit der Geographie", Schulrede, Werke, τ, 30, σ. 103. Πβ. επίσης Michelet, Cours de 1828-1829, d'après les notes inédites de Chéruel, 2e leçon intitulée "Des lois générales de l'histoire", Bibliothèque de l'École Normale. η παραπομπή στο Paul Viailaneix, La voie royale: Essai sur l'idée du peuple dans l'oeuvre de Michelet, Παρίσι 1959.

2. Ο Νικόλαος Λωρέντης που εκδίδει την Νεωτάτην Διδακτικήν Γεωγραφίαν του στη Βιέννη, δώδεκα χρόνια πριν από τον Σταθόπουλο, είχε υπόψη του το έργο του Ritter και παραπέμπει σ' αυτόν. Αποδέχεται άλλωστε τις θέσεις του και τονίζει τη σχέση ανθρώπου και φύσης, προβάλλοντας ιδιαίτερα τη μελέτη της φυσικής γεωγραφίας και κατεξοχήν της ορογραφίας. Επειδή όμως το εγχειρίδιο του Λωρέντη εκδίδεται έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους, δεν εντάχθηκε στο 'Ανθολόγιο. Πβ. Νικόλαος Λωρέντης, Νεωτάτη Διδακτική Γεωγραφία προς ευχερή γνώσιν όλων των μερών και κατοίκων της γης..., τ. Α', Βιέννη 1838, και ειδικότερα τις σ. δ'-ζ' του Προλόγου. Βλ. και εδώ, σ. 67, σημ. 1.

3. η έκδοση αυτή υποβλήθηκε στον πρώτο διαγωνισμό για τα διδακτικά βιβλία το 1882, αλλά απορρίφθηκε επειδή ήταν απλή ανατύπωση των πρώτων εκδόσεων, όχι προσαρμοσμένη στα σύγχρονα γεωγραφικά δεδομένα (αλλαγή συνόρων κλπ.). Βλ. "Έκθεσις της . . . δευτέρας επιτροπείας των κριτών των διδακτικών βιβλίων της Μέσης Εκπαιδεύσεως", Εφημερίς της Κυβερνήσεως 322 (Παράρτημα), 10 Αυγούστου 1884.

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/28.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

που δεν αποτέλεσε αντικείμενο πολεμικής, όπως άλλωστε ούτε και ο συγγραφέας του. Το όνομα του Σταθόπουλου αναφέρεται μάλιστα με μεγάλο σεβασμό" από άλλους συγγραφείς σχολικών γεωγραφιών αρκετές δεκαετίες μετά το θάνατο του, Η ιστορική γεωγραφία κυριαρχεί επίσης στη Γαλλία σ' όλο τον 19ο αιώνα, και στη Γερμανία ώς τη δεκαετία του 1860 περίπου, όποτε αρχίζει να δίνεται έμφαση στις φυσικές επιστήμες1. Απόηχος αυτής της τάσης να αυτονομηθεί η γεωγραφία και να αντιμετωπισθεί πλέον ώς φυσιογνωστική και όχι ώς ανθρωπιστική επιστήμη, φθάνει 'στην Ελλάδα και εκδηλώνεται γύρω_στο 1890, με κύριο εκφραστή τον Κωνσταντίνο Μητσόπουλο. (Ανθολόγιο 118)

Οι πρωτοβουλίες του Αντώνιου Μηλιαράκη και του Μαργαρίτη Δήμιτσα για αυτονόμηση της γεωγραφίας, που είχαν προηγηθεί, δέ διαφοροποιούνταν από την' ιστορική αντίληψη της γεωγραφίας· αντίθετα, μάλιστα, αυτήν ακριβώς την άποψη ενίσχυαν προς. τηλεκατεύθυνση' της εθνικιστικής εκμετάλλέυσ,ης της γεωγραφικής γνώσης. Ο A. Μηλιαράκης, σε άρθρο του στο περιοδικό Εστία το 1877 ονομάζει ''τη.. γεωγραφία της Ελλάδας "φανόν της. ιστορίας αυτής" και προβάλλει 'τη ' σπουδαιότητα της •.γεωγραφικής μελέτης των υποδούλων επαρχιών για τα εθνικά; συμφέροντα της Ελλάδας (Ανθολόγιο 58) Την ίδια θέση του επαναλαμβάνει ένα χρόνο μετά το 1878, στον πρόλογο της μετάφρασης του έργου του Émile Isambert 'Οδοιπορικά Μακεδονίας, Ηπείρου και Θεσσαλίας, όπου τονίζει επιπλέον την ανάγκη συγγραφής πρωτοτύπων γεωγραφικών1 έργων, γιατί οι μεταφράσεις δεν "υπηρετούσι τα πολιτικά, εθνικά και κοινωνικά αυτού του ελληνικού έθνους συμφέροντα" (Ανθολόγιο 60). Ο Μαργαρίτης Δήμιτσας (1829-1903) είναι εκπαιδευτικός -δίδαξε για 15 χρόνια σε σχολεία της Μακεδονίας κι έπειτα στην Αθήνα, ίδρυσε δικό του εκπαιδευτήριο και δίδαξε επίσης στο Αρσάκειο- και συγγραφέας αρκετών διδακτικών εγχειριδίων. Οι απόψεις του, όπως εκφράζονται από προλόγους του σε διδακτικά βιβλία της μέσης εκπαίδευσης το 1878 (Ανθολόγιο 59) και το 1885 (Ανθολόγιο 83) αντίστοιχα, επικαλύπτονται μ' αυτές του Μηλιαράκη ως προς τη σύνδεση της γεωγραφικής γνώσης με συγκεκριμένες εθνικές βλέψεις στο βαλκανικό χώρο. Ο Δήμιτσας προτείνει επίσης τη δημιουργία έδρας γεωγραφίας

1. Βλ. Vincent Berdöulay, La formation de l'école française de géographie (1870 -1914), Παρίσι, Bibliothèque Nationale, 1981.

2. O K. Μητσόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα το 1844 και πέθανε στην Αθήνα το 1911. Υπήρξε ο πρώτος διδάκτωρ του φυσικού τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (19 Ιουνίου 1868). Το 1869 πήγε στη Γερμανία και εκεί σπούδασε για έξι χρόνια γεωλογία. Ορυκτολογία, φυσική, χημεία, μεταλλουργία, γεωδαισία, μηχανουργία κλπ. Μόλις γύρισε από τη Γερμανία, το 1875, διορίστηκε έκτακτος καθηγητής της φυσικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο και δίδαξε γεωλογία και ορυκτολογία. ΤΟ 1880 έγινε τακτικός καθηγητής και παρέμεινε στο Πανεπιστήμιο ως το 1910. Τα ίδια χρόνια δίδαξε

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/29.gif&w=600&h=915 18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΕΙΚΟΝΑ 5 Μαργαρίτης Δήμιτσας.

ΕΙΚΟΝΑ 7. Κωνσταντίνος Μητσόπουλος.

ΕΙΚΟΝΑ 6. Αντώνιος Μηλιαράκης.

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/30.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

στο Πανεπιστήμιο "εξ ου πάσα γνώσις και σοφία απορρέει και διοχετεύεται και εις τα της μέσης εκπαιδεύσεως διδακτήρια" 1 (Ανθολόγιο 83). Γεγονός είναι πάντως ότι τόσο οι απόψεις του Κ. Μητσόπουλου, στις οποίες θα χρειασθεί να επανέλθουμε για το ειδικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν, Όσο και αυτές των Δήμιτσα και Μηλιαράκη, εγγράφονται στο. κοινό κλίμα που κυριαρχεί στην Ελλάδα στην καμπή του αιώνα και που οδηγεί στη σύσταση της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας το 1901 2, της οποίας ο Κ. Μητσόπουλος είναι ιδρυτικό μέλος.

η αυτονόμηση λοιπόν της γεωγραφίας από την ιστορία, παραμένει ανέφικτη, παρά τις πρώιμες νεοτεριστικές προσπάθειες του Σταύρου Σταθόπουλου και παρά τη σημασία που αρχίζει να αποδίδεται,; στα τέλη. του 19ώ αιώνα στην περιγραφή του φυσικού περιβάλλοντος,. Οι. δύο επιστήμες παραμένουν "σφικτότατα συνδεδεμέναι". Αυτό διακρίνεται εναργέστερα στο σύστημα έγκρισης των διδακτικών . βίβλίων, της μέσης εκπαίδευσης: ενώ o Nόμος ΑΜΒ΄ του 1882; ορίζει να κρίνονται τα,γεωγραφίκα;.έγχειρίδια μαζί με τα φυσικομαθηματικά και όχι.. μαζί με τα ιστορικά3, όλοι οι.υπόλοιποι.νόμοι που ψηφίζονται

και στο πολυτεχνείο, του οποίου παρέμεινε διευθυντής ως το 1910. Όταν απαλλάχθηκε από την υπηρεσία του στο ΙΙανεπιστήμιο. Από την πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα ενδιαφέρον έχοϋν έργα όπως τα: Φυσική Γεωγραφία της Θράκης (Αθήνα 1897), Γεωλογική Ιστορία της Ελληνικής χώρας (Αθήνα. 1901), Το πλουτολογικόν της Ελλάδος μέλλον, ήτοι ο εθνικός ημών πλούτος γεωγραφικώς και γεωλογικώς εξεταζόμενος εν συγκρίσει προς άλλα της Ευρώπης μικρά κράτη (Αθήνα 1905), και φυσικά τα κείμενα σχετικά με της γεωγραφίας που περιέχονται στο Ανθολόγιο. Ενδεικτικά είναι επίσης ότι έγραψε κατά της θεωρίας του Φαλμεράυερ. Βλ. Κώστας Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Πάτρα 1959, σ. 380-381 και Πάτρα 1980, σ. 239' Κωνσταντίνος Μ. Μητσόπουλος. Επί τη εικοσιπενταετηρίδι της καθηγεσίας αυτού εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω 1875-1900, Αθήνα 1901·

1. Την αλληλεξάρτηση της έλλειψής οποιασδήποτε γεωγραφικής παιδείας στο Πανεπιστήμιο και των αντίστοιχων ελλείψεων της διδασκαλίας της γεωγραφίας στη μέση εκπαίδευση είχε επισημάνει ο Δήμιτσας το 1875 σε σειρά άρθρων του στην εφημερίδα Νεολόγος Αθηνών (από 25 Ιουλίου - 8 Σεπτεμβρίου 1875), με αφορμή το Β' Διεθνές Συνέδριο των Γεωγραφικών 'Επιστημών που είχε γίνει στο Παρίσι τον Ιούλιο της ίδιας χρόνιας, Τη σειρά των άρθρων αυτών του Δήμιτσα έθεσε υπόψη μου η Αγγελική Κωνσταντακοπούλου. Πβ. επίσης, για το διορισμό καθηγητή της γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο  Κ.Δ. Σφυρής, Υπόμνημα προς την Σεβαστήν Φιλοσοφικην Σχολήν, Αθήνα 1915. Έδρα γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο ιδρύθηκε μόλις το 1931.

2. Γεωγραφική Εταιρεία. Ιστορικόν της ιδρύσεως. Καταστατικόν, Αθήνα 19^02. Βλ. επίσης Αγγελική Κωνσταντακοπούλου, "η Ιστορία, της γεωγραφίας στην Ελλάδα. η περίπτωση της Γεωγραφικής Εταιρείας", Ανακοίνωση στο Α' Πανελλήνιο Γεωγραφικό Συνέδριο, Αθήνα 20-21-22 Φεβρουαρίου 1987.

3. η ρύθμιση αυτή φαίνεται πως έγινε βάσει του σκεπτικού ότι πολιτική γεωγραφία διδασκόταν μόνο στο Ελληνικό σχολείο, ενώ αντίθετα στο γυμνάσιο διδασκόταν μαθηματική γεωγραφία (κοσμογραφία) η οποία απαιτούσε γνώσεις φυσικομαθηματικές. Παρόμοια σύνδεση

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/31.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

για τα διδακτικά βιβλία -,BPA' του 1893, ,ΒΤΓ' του 1895 και ,ΓΣΑ' του 1907- ορίζουν να κρίνονται οι σχολικές γεωγραφίες από την ίδια επιτροπή που κρίνει και τις σχολικές ιστορίες (Ανθολόγιο 147). Από την άλλη μεριά, οι περισσότεροι συγγραφείς ιστορικών εγχειριδίων γράφουν και εγχειρίδια γεωγραφίας, ενώ στα γυμνάσια ο ίδιος καθηγητής διδάσκει συνήθως και τα δύο μαθήματα 1. Ο Νόμος ΑΣΞΔ' του 1885, ο οποίος αναφέρεται στο διδακτικό προσωπικό των γυμνασίων, Ορίζει έναν καθηγητή της "ιστορίας και γεωγραφίας" που μπορεί να διδάσκει "τα μαθήματα ταύτα εν δυσίν η τρισί συγχρόνως γυμνασίοις"2. Επισημαίνοντας την παραμέληση της γεωγραφικής διδασκαλίας ο Κωνσταντίνος Ράδος, σε επιστολή του προς το λοχαγό Βίκτωρα Δούσμανη το 1893, γράφει: "Το διδάσκον σώμα εν τη μέση εκπαιδεύσει κινδυνεύει να περιορισθή" παρ' ημίν πράγματι εις δύο και μόνον πρόσωπα Ελληνιστής και purus Mathematicus!" 3. Αργότερα, το 1904, σε εισαγωγικό κείμενο του στο A' τεύχος: του Γεωγραφικού- Δελτίου, περιοδικού που εκδίδει η Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία, τονίζει τη χρησιμότητα της γεωγραφικής γνώσης σε αντιδιαστολή με την κλασική παιδεία που παρεχόταν στα σχολεία (Ανθολόγιο 144).

ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

α. Οι "τομές" της ιστορίας

Πλάι στη γεωγραφία, ως δεύτερη "θεραπαινίς" της ιστορίας τοποθετείται η χρονολογία. Γεωγραφία και χρονολογία ονομάζονται επίσης "οι δύο οφθαλμοί της ιστορίας" (Ανθολόγιο 12α). η χρονολογία όμως, σε αντίθεση με τη γεωγραφία, δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτόνομη επιστήμη ούτε διεκδικεί μια τέτοια αυτονομία. Εκδίδονται βέβαια κάποια ανεξάρτητα εγχειρίδια χρονολογίας, όπως του Κ. Ξανθόπουλου το 1857 (Ανθολόγιο 35) και του Γ. Κρέμου το 1879 4, αλλά αυτά αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις και ο ρόλος γινόταν και στο Πρόγραμμα του Γυμνασίου Ναυπλίου το 1843, όπου η Ιστορία κατατάσσεται στα "ελληνικά" μαθήματα ενώ η γεωγραφία στα "επιστημονικά" μαζί με τα μαθηματικά. Βλ. Τρ. Σκλαβενίτης, "η Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου και του Ελληνικού Σχολείου Ναυπλίου", ο.π.

1. Βλ. άρθρο 66 του Β. Διατάγματος "Περί κανονισμού των Ελληνικών σχολείων και γυμνασίων", Εφημερίς της Κυβερνήσεως 87, 31 Δεκεμβρίου 1836, και εδώ, Ανθολόγιο 2.

2. Νόμος ΑΣΞΔ' "Περί τροποποιήσεως διατάξεων τινών του νόμου της 31 Δεκεμβρίου 1836, Περί διοργανισμού των Ελληνικών σχολείων και γυμνασίων", 26 Ιουλίου 1885, Εφημερίς της Κυβερνήσεως 87, 31 Ιουλίου 1885.

3. Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία. Καταστατικόν, Αθήνα 1908, σ. 10.

4. Γ. Π. Κρέμος, Χρονολογία της Ελληνικής Ιστορίας προς χρήσιν παντός φιλομαθούς, Ιδία δε των εν τοις γυμνασίοις μαθητών, Αθήνα 1879.

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/32.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

τους στη διδασκαλία είναι καθαρά επικουρικός. Σε αρκετά ιστορικά εγχειρίδια περιέχονται χρονολογικοί πίνακες στο τέλος του κειμένου, αλλά κι αυτό δε φαίνεται να συνηθίζεται σε μεγάλη έκταση, Στις 'Εκθέσεις των κριτών των διδακτικών βιβλίων (1884 κ.ε.) καταδικάζεται η υπερφόρτωση της μνήμης των μαθητών με άχρηστες χρονολογίες. Η αναζήτηση του τι μπορεί να σημαίνει "χρήσιμη" χρονολογία μας οδηγεί στην αποκάλυψη του ιδεολογικού μηχανισμού επιλογής φαινομενικά "αντικειμενικών" δεδομένων της ιστορίας: όσο λεπτομερέστερα προσδιορίζεται μια χρονολογία (π.χ. πρωί της Τρίτης 29 Μαΐου 1453) (Ανθολόγιο 102), τόσο μεγαλύτερη βαρύτητα αποκτά στην ιστορική πορεία του έθνους· στην άλλη άκρη, λαοί χωρίς χρονολογία είναι λαοί "χωρίς ιστορία", λαοί βάρβαροι και απολίτιστοι, οι οποίοι εισέρχονται στην ιστορία σε κάποιες στιγμές της ανεξάρτητης κανονικής ροής της, Η ερωπαιοκεντρική αυτή αντίληψη της ιστορίας, η οποία εξειδικεύεται, σε ελληνοκεντρική μετά το 1880, 'προσδιορίζει αναπόφευκτα και την περιοδίκευση:τής ιστορίας. Μέχρι την πλήρη επικράτηση  της ευρωπαιοκεντρικής άποψης, επικρατούσε μια χριστιανοκεντρική αντίληψη η οποία χρησιμοποιούσε ως ιστορικές πηγές τα ιερά κείμενα και εφάρμοζε μια "εβραική" μέθοδο- χρονολόγησης, άρχιζε δηλαδή "από κτίσεως κόσμου", Τα ελληνικά διδακτικά βιβλία ιστορίας, πριν και μετά το 18341, υιοθετούν τη μέθοδο αυτή από τα ξένα πρότυπα τους: η μετάφραση της γερμανικής ιστορίας του Kämmerer ορίζει ότι "ο πανάρχαιος αιών εκτείνεται από Αδάμ μέχρι του Κύρου" ('Ανθολόγιο 12α), η μετάφραση της αγγλικής ιστορίας του Pinnock χρησιμοποιεί την Παλαιά Διαθήκη για την περιγραφή της "αρχαιότατης των εθνών ιστορίας" (Ανθολόγιο 42). Η αντίληψη αυτή πάντως, κυρίαρχη στη στροφή του 18ου αιώνα, εμφανίζεται τώρα σε περιορισμένη έκταση, και γρήγορα -μέσα στη δεκαετία 1 του 4860- εγκαταλείπεται.

Ι Η διαίρεση της ιστορίας σε αρχαία, μέση, και νεότερη θεωρείται δημιούργημα του 17ου αιώνα· οι ειδικοί πιστεύουν πως πρωτοεισάγεται με το έργο του Χριστόφορου Κελλάριου Historia Universalis (1688)2. Μέχρι τότε ο ιστορικός χρόνος αντιμετωπιζόταν ως μια ακολουθία από παγκόσμια βασιλεία, προσδιορισμένη από το Θεό. Ο ιστορικός χώρος oριζόταν, εξάλλου, ως "Χριστιανοσύνη"· στους αιώνες που θα ακολουθήσουν, η "Χριστιανοσύνη" θα

1. Πβ. Λάμπρος Αντωνιάδης, Επιτομή χρονολογική της Γενικής Ιστορίας... προς χρήσιν των Φιλομαθών νέων Ελλήνων, Κωνσταντινούπολη 1808, σ. 1-3" Στέφανος Κομμητάς, Παιδαγωγικά Μαθήματα... Γενική Ιστορία..., Πέστη 1828, σ. 1-5.

2. Βλ. Dietrich Gerhard, "Zum Problem der Periodisierung der europäischen Geschichte", Europa und Übersee, PS für Egrnond Zechlin, Αμβούργο 1961, σ. 21 41, και Jürgen Voss, -Das Mittelaller im historischen Denken Frankreichs. Untersuchungen zur Geschichte des Mittelaltersbegriffes und der Miltelalterbewertung von der zweiten Hälfte des 16. bis zur Mitte des 19. Jahrhunderts, Manchen 1972.

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/33.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

υποκατασταθεί από την "Ευρώπη". Οι' τομές που υιοθετούνται για να ορίσουν τις τρεις αυτές περιόδους είναι από τη μια πλευρά η αρχή του Μ. Κωνσταντίνου (330-337) και η κατάλυση του Δυτικού Ρωμαικού Κράτους (476), κι από την άλλη η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους (1453), τομές που σηματοδοτούν είτε την ίδρυση και την πτώση της χριστιανικής αυτοκρατορίας -βάσει μιας χριστιανοκεντρικής οπτικής- είτε τις δύο οριακές εισβολές-εισόδους των βαρβάρων στην ιστορία-βάσει μιάς ευρωπαιοκεντρικής προοπτικής. Η ευρωπαιοκεντρική άποψη στηρίζεται στο αντιθετικό ζεύγος πολιτισμένος-βάρβαρος, εργαλείο ιεράρχησης των "αξιομνημόνευτων" γεγονότων και αποτίμησης της προσφοράς κάθε λαού στην πορεία της ανθρωπότητας προς τον πολιτισμό.

Η τριπλή διάκριση της ιστορίας, η λεγόμενη "ανθρωπιστική τριάς", παγιωμένη πλέον αντίληψη για τη δυτική ιστοριογραφία, εισάγεται στην Ελλάδα με τα μεταφρασμένα εγχειρίδια και με τα  προγράμματα, διδασκαλίας, αφορά όμως μόνο στη γενική, ιστορία και όχι στην ελληνική. Το πρώτο νομοσχέδιο για την οργάνωση της μέσης εκπαίδευσης, που συντάσσεται το 1834, εφαρμόζει, αυτή τη διάκριση στην κατανομή της ιστορικής ύλης τόσο στα τριτάξια Ελληνικά σχολεία όσο και στα τριτάξια γυμνάσια (Ανθολόγιο 2)1. η πορεία προς την ελληνοποίηση της ιστορίας, που σημαίνει, προσαρμογή αυτής της διάκρισης στα ελληνικά δεδομένα, παρακολουθείται σ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ολοκληρώνεται όμως μετά το 1880. Αναγνωριστικά σημάδια αυτής της πορείας, τα οποία θα προσεγγίσουμε αναλυτικά στη συνέχεια, αποτελούν η μείωση των εκδόσεων των γενικών σχολικών ιστοριών σε όφελος των αντίστοιχων ελληνικών, η κατάργηση της διδασκαλίας της γενικής ιστορίας2 με το πρόγραμμα του 1884 (Ανθολόγιο 77), η υιοθέτηση "ελληνικών" χρονικών τομών και η ανάδειξη του Βυζαντίου σε οργανικό κομμάτι της ελληνικής ιστορίας, με αντίστοιχη σχετική υποχώρηση της απόλυτης κυριαρχίας της αρχαιότητας. η ελληνοποιητική διαδικασία ανιχνεύεται επίσης στη διδασκαλία της γεωγραφίας, με την οριοθέτηση του ελληνικού εθνικού εδάφους και με την οριστική και συνειδητή καθιέρωση του όρου Έλληνική Χερσόνησος" για την περιγραφή της Βαλκανικής.

Ως προς τις "ελληνικές" τομές της ιστορίας πρέπει να τονισθεί ότι συμπίπτουν με τις ευρωπαικές, αλλά η χρήση τους διαφέρει. Στα επίσημα προγράμματα

1. Το ίδιο σύστημα εφαρμόζεται και στα επόμενα νομοσχέδια αρ. 24008 και 24398 του Απριλίου 1835 για τη μέση εκπαίδευση. Βλ. εδώ, σ. 19, σημ. 2.

2. Σύμφωνα με τα προγράμματα μέσης εκπαίδευσης του 1836 ('Ανθολόγιο 6), 1855 (Ανθολόγιο 32) και 1867 ('Ανθολόγιο 50), διδάσκεται στο γυμνάσιο επί τρία χρόνια γενική ιστορία, και στο τέταρτο αποκλειστικά ελληνική ιστορία. Για τη γενική ιστορία βλ. επίσης εδώ, Ανθολόγιο 21α, 30.

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/34.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

γράμματα της μέσης εκπαίδευσης, μετά το 1882, χρησιμοποιούνται εναλλάξ το 330 (κτίση Κωνσταντινούπολης), το 337 (θάνατος Μ. Κωνσταντίνου), και το 395 (διαίρεση σε Ανατολικό και Δυτικό Ρωμαικό Κράτος). Δευτερεύουσες τομές για τα διδακτικά βιβλία είναι ,επίσης το 323 π. Χ. (Θάνατος του Μ. Αλεξάνδρου), το 301 π.Χ. (μάχη στην Ιψό), το 362 π.Χ. (μάχη στη Μαντινεία) και το 146 π.Χ. (άλωση της Κορίνθου), οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ως "εσωτερικές" διαιρέσεις της ελληνικής ιστορίας εφόσον προβάλλουν είτε την οικουμενικότητα του ελληνικού έθνους -οι δύο πρώτες- είτε την ελλαδικότητά του -οι δύο τελευταίες. Το 146 π.Χ, συμβολίζει εξίσου την πρώτη απώλεια της ελευθερίας του ελληνικού έθνους· εννοείται πως το ιδανικό της ελευθερίας; όπως προβάλλεται στα σχολικά βιβλία, δεν έχει κοινωνικό περιεχόμενο αλλά είναι αποκλειστικά αντώνυμο της δουλείας, Ο πιο σημαντικός πάντως δείκτης του εξελληνισμού' της ιστορίας φαίνεται πως είναι η ανάδειξη της άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204 σε τομή της ιστορίας στο πρόγραμμα του 1884 (Ανθολόγιο 77), γεγονός που τονίζει τον ελληνορθόδοξο "εθνικό" και όχι πλέον τον "παγκόσμιο" χριστιανικό χαρακτήρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας1. . ;

β. Το ελληνικό Βυζάντιο

Το γεγονός ότι μια παρόμοια "επίσημη" εκδήλωση αναγνώρισης του ελληνικού χαρακτήρα του Βυζαντίου συναντάται στη δεκαετία του 1880 δεν είναι τυχαίο. Η μελέτη των σχολικών εγχειριδίων και των προγραμμάτων διδασκαλίας -αποδεικνύει ότι ως τότε η αναγνώριση αυτή γίνεται αποσπασματικά και μεμονωμένα και ότι σίγουρα δεν αποτελεί κοινό τόπο. Είναι βεβαίως απαραίτητο να επισημάνουμε τις πρώτες απόψεις για την ελληνικότητα του. Βυζαντίου και να προσδιορίσουμε τη χρονική στιγμή έκφρασης τους. Πρέπει όμως, ταυτόχρονα, να διακρίνουμε δύο αλληλένδετα μεν αλλά ξεχωριστά φαινόμενα: τη γέννηση και τη διάδοση. Για τον ερευνητή των νοοτροπιών και των συλλογικών στάσεων είναι σημαντικό ότι η ιστοριογραφική άποψη για το ελληνικό Βυζάντιο, που γεννιέται στη δεκαετία του 1850, δέ διαδίδεται πριν από τα τέλη του αιώνα και ότι, και τότε ακόμη, εξακολουθούν να υπάρχουν αντιστάσεις.

Όταν το 1853 ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος εκδίδει την Ιστορίαν τον Ελληνικού έθνους, τα υπόλοιπα διδακτικά βιβλία, προγενέστερα και σύγχρονα

1. Μέσα στο ίδιο πνεύμα, από την αρχικά "ουδέτερη" περιγραφή της άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους που συναντάμε στην Σύνοψιν Γενικής Ιστορίας του Δ. Πανταζή (Αθήνα 1863, σ. 142 - 143), καταλήγουμε στην περιγραφή ενός ιστορικού εγχειριδίου του 1901: "Οι Φράγκοι προσηνέχθησαν ως τίγρεις" (Ανθολόγιο 132).

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/35.gif&w=600&h=915 18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΕΙΚΟΝΑ 8. Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος.

ΕΙΚΟΝΑ 10. Δημήτριος Πανταζής.

ΕΙΚΟΝΑ 9. Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/36.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

αντιμετωπίζουν το Βυζάντιο ως περίοδο δουλείας για το ελληνικό έθνος 1. η άποψη αυτή μπορεί αφενός να εκφράζεται με σαφήνεια, όπως για παράδειγμα από τον Σπυρίδωνα Αντωνιάδη2, ο οποίος μεταφράζοντας το 1850 την Ιστορίαν της αρχαίας Ελλάδος του Άγγλου Thomas Keight Jey, γράφει: "Έρπουσα υπό τον δεσποτισμόν των αυτοκρατοριών της Ρώμης, του Βυζαντίου, και της Τουρκίας [η Ελλάς] δεν υπήρχεν ως έθνος" (Ανθολόγιο 25α). Μπορεί όμως εξίσου να υποδηλώνεται από τη σιωπή των εγχειριδίων για τη βυζαντινή περίοδο. Γιατί τα σχολικά εγχειρίδια της ελληνικής ιστορίας σταματούν κατά κανόνα στη ρωμαική κατάκτηση, ενώ τα αντίστοιχα της γενικής ιστορίας δεν αφιερώνουν παρά ελάχιστες παραγράφους στο Βυζάντιο, και πάντα μέσα από ιό πρίσμα της Ανατολικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας. Το 1863, το Εγχειρίδιον περί δημοτικής εκπαιδεύσεως του Ι. Π. Κοκκώνη, σε μια σύντομη ανάπτυξη της ιστορικής όλης της - διδασκαλίας, εξαίρει μόνο τον χριστιανικό χαρακτήρα του Βυζαντίου (Ανθολόγιο 43)3. Η διαφωτιστική ιστοριογραφία, αξιολογώντας την κλασική Ελλάδα, μονοί Θέση αντιπαράθεσης μπορούσε να προτείνει ανάμεσα στον ελληνισμό και το χριστιανικό Βυζάντιο. Σύμφωνα με το σχήμα του Γίββωνα, το Βυζάντιο αντιμετωπιζόταν ώς περίοδος παρακμής και πολιτισμικού σκότους, και η βυζαντινή ιστορία ως "αλληλένδετος σχεδόν και μακρότατη σειρά πράξεων μικρών και αισχρών βιαιοτήτων" 4.

1. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του πρύτανη Κωνσταντίνου Σχινά στα εγκαίνια του Πανεπιστημίου του Όθωνος το 1837: "Η Ελλάς [. . .] υποκύψασα έπειτα με οικτραν μόνην αυτονομίας σκιάν εις των Μακεδόνων την κυριαρχίαν, κρατηθεϊσα τέλος υπό των Ρωμαίων επί Μομμίου, μεταβάσα επομένως ώς κληροδότημα τρόπον τινά υπό το σκήπτρον των διαδόχων της Ρωμαικής παντοκρατορίας Βυζαντινών αυτοκρατόρων [···] απετέλεσε [...] ελαχίστην επαρχίαν τριών αλληλοδιαδόχων μεγάλων Μοναρχιών": Λόγοι εκφωνηθέντες υπό του πρυτάνεως και των τεσσάρων σχολαρχών..., Αθήνα 1837, σ. 1-2· αναδημοσιεύει ο Κ. Θ. Δημαράς, Εν Αθήναις τη 3 Μαΐου 1837. Μελέτη ιστορική και φιλολογική, Αθήνα 1987.

2. Ο Σπυρίδων Αντωνιάδης (18Ο8 - 1873), αδελφός του Εμμανουήλ Αντωνιάδη, ήταν πληρεξούσιος της Συνελεύσεως του Άργους (1832), και διετέλεσε διοικητικός υπάλληλος και πολλές φορές νομάρχης (1855-1871). Το 1866 έγινε υπουργός της Παιδείας (25 Μαΐου - 9 Ιουνίου 1866).

3. Πβ. επίσης: Σύνοψις της Ελληνικής ιστορίας απ' αρχής των Ελλήνων μέχρι της υπό Ρωμαίους αυτών υποδουλώσεως, Αθήνα, Σ. Κ. Βλαστός, 1852, σ. 88, και εδώ, Ανθολόγιο 22, 24.

4. Το παράθεμα από λόγο του Ιάκωβου Ρίζου Νερουλού, προέδρου της Αρχαιολογικής Εταίρειας, στην Ακρόπολη, το 1841. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, Αθήνα 1982, σ. 235 - 236. Τα διδακτικά εγχειρίδια υιοθετούν παρόμοιες απόψεις. Ο Γεώργιος Γεννάδιος γράφει μεταφράζοντας το 1839 "κατά διαταγήν της Κυβερνήσεως" την Σύνοψιν της γενικής Ιστορίας του Γερμανού A.A.K. Kämmerer: "οι υστερώτεροι αυτοκράτορες, άνθρωποι ώς επί το πλείστον άθλιοι, αισχρώς και λαμβάνοντες και στερούμενοι τον

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/37.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

Ήδη πριν από το 1850 διατυπώνονται εντούτοις απόψεις1 που φανερώνουν μια διαφορετική προσέγγιση της βυζαντινής περιόδου στην προοπτική της "μακράς του ελληνικού έθνους ιστορίας"2. Μέχρι τότε η εξέταση του Βυζαντίου γινόταν στο εσωτερικό της γενικής η παγκόσμιας ιστορίας, χωρίς να αυτονομείται από το "σύμπλεγμα" της παγκοσμιότητας. η καινοτομία του Κ. Παπαρρηγόπουλου έγκειται στη συνεπή εφαρμογή του τρίσημου σχήματος αρχαία - μέση - νεότερη ιστορία στο ελληνικό έθνος και στην εισαγωγή του στο χώρο της σχολικής ιστορίας, που μάς, ενδιαφέρει εδώ. Το εγχειρίδιο του αυτό, που κομίζει επίσης τη ρομαντική ιστοριογραφική' αντίληψη, προκαλεί τις αντιδράσεις. των κλασικιστών λογίων της εποχής, όπως φαίνεται. από την κρίση που διατυπώνει για το βιβλίο ο Θ. Μανούσης ως μέλος της επιτροπής έγκρισης των διδακτικών βιβλίων (Ανθολόγιο 29). Την έκθεση

θρόνον, ανείχοντο βλέποντες τας πλέον ωραιοτέρας επαρχίας του κράτους διαρπαζομένας· από τους πολεμίους και κυριευομένας από αυτούς" (σ. 79). Πβ. ,καί την έκδοση του 1853: Α. Α. Κ. Kammerer, Σννοψις της γενικής Ιστορίας... Γ. Γενναδίου..., Αθήνα 1853, σ. 56.

1. 'Ενδεικτικά παραθέτω εδώ την παρατήρηση του Γ. Γ. Παππαδόπουλου (Ανταπάντησις εις τον Κ. Παπαρρηγόπουλον, Αθήνα 1845,· σ.Ν34·) ότι η βυζαντινή ιστορία πρέπει να διδάσκεται εκτενέστερα "καί ώς ιστορία του προγονικού θρόνου, προς τον οποίον αι εθνικαί συμπάθειαι φέρουσιν ήμας, και μετά του οποίου συνδέεται η νεωτέρα ημών Ιστορία". Γιά την έριδα του Γ. Γ. Παππαδόπουλου με τον Κ.Παπαρρηγόπουλο βλ. Κ.Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος..., ο.π., σ. 122-125. Ο Κ.Παπαρρηγόπουλος, ωστόσο, το 1845, προλογίζοντας τα Στοιχεία της Γενικής Ιστορίας του Levi, επισημαίνει και αυτός το κενό που υπάρχει στην ιστορική διδασκαλία "από της καταλύσεως της ελευθερίας μέχρι της ανακτήσεως της" (Ανθολόγιο 21 β). Τίς πιο ολοκληρωμένες απόψεις πάντως για το χαρακτήρα της βυζαντινής ιστορίας παρουσιάζει, την ίδια περίπου εποχή, ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος· οι θέσεις του αποτελούν απάντηση στον Γιββωνα: "αντί Μοίρας επισπευδούσης την Παρακμήν και ΙΙτώσιν των Ρωμαίων, ενεργεί εν τη Βυζαντινή πολιτεία νόμος 'Ελληνικής και πνευματικής Αναγεννήσεως": Σπ. Ζαμπέλιος, Βυζαντινοί Μελέται. Περί πηγών νεοελληνικής εθνότητας από Η' άχρι Γ εκατονταετηρίδας μ.Χ., Αθήνα 1858, σ. 34.

2. Ο Θ. Μανούσης και ο Κ.Ασώπιος στην Αγγελιαν τους για την έκδοση του Corpus scriptorum historiae Byzantinae γράφουν (Αθήνα, αρ. 1242, 12 Αυγούστου 1845): "Δυο είναι αι γενικώταται περίοδοι, εις τας οποίας είναι δυνατόν να διαιρεθή η μακρά του ελληνικού έθνους ιστορία, η αρχαία ελληνική, αρχομένη από των αρχαιοτάτων χρόνων και λήγουσα εις την υπό των Ρωμαίων άλωσιν της Κορίνθου, ότε η Ελλάς υποχείριος γενομένη κατέστη ρωμαική επαρχία, και η μέση ελληνική ιστορία, αρχομένη εκ της υπό του Κωνσταντίνου μεταθέσεως του αυτοκρατορικού θρόνου εις το Βυζάντιον και λήγουσα εις την διά της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως παντελή των 'Ελλήνων υποδούλωσιν. [. . .] αν και η μέση περίοδος δεν παρήγαγε ούδ' ενα ιστορικόν συγγραφέα άξιον να παραβληθή και μακρόθεν προς τους ένδοξους της αρχαιότητος ιστορικούς, αλλ' όμως η περίοδος αύτη, καθό πλησιεστέρα εις ημάς όχι μόνον κατά τον χρόνον, άλλα και κατά τα συμφέροντα, είναι βεβαίως αξία σπουδαιοτάτης μελέτης. Είμεθα απόγονοι της γενεάς, ήτις έζησε κατά την εποχήν ταύτην' κατ' αυτήν διεμορφώθη η γλώσσα, την οποίαν σήμερον λαλούμεν και γράφομεν κατ" αυτήν καθιερώθησαν οι νόμοι, υφ' ων διέπονται τα ιδιωτικά ημών δίκαια· κατ' αυτήν έλαβον

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/38.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

συνυπογράφει, ως μέλος της ίδιας επιτροπής, ο Στέφανος Κουμανούδης1, .Ο νεοτερικός χαρακτήρας της Ιστορίας του ,1853 περιόρισε· λοιπόν καταρχάς ΐήν εμβέλεια της επιρροής της. Σ'τόν ευρύτερο χώρο του διδακτικού βιβλίου, απ' Όσο μπόρεσα να ερευνήσω -εφόσον αυτή εδώ η μελέτη επικεντρώνει, το ενδιαφέρον κατεξοχήν στο ιστορικό και γεωγραφικό εγχειρίδιο- η πρωιμότερη ανταπόκριση προέρχεται από τον Λέοντα Μελά. στον Γεροστάθη του, που εκδίδεται το 1858,· διαβάζουμε, για την "Έλληνικήν μας Αυτοκρατορίαν" και τον "τελευταίον των Αυτοκρατόρων μας" Κωνσταντίνο Παλαιολόγο (Ανθολόγιο 36)."Αν λογαριάσουμε εδώ τη μεγάλη διάδοση που είχε ο Γεροστάθης, μπορούμε να υποθέσουμε; ότι απόψεις για την ελληνικότητα της βυζαντινής αυτοκρατορίας είχαν πολύ ευρύτερη διάδοση από αυτήν που μας αποκαλύπτουν τα επίσημα προγράμματα διδασκαλίας. Στην περιοχή του καθαρά ιστορικού εγχειριδίου, ωστόσο, το παράδειγμα του Κ. Παπαρρηγόπουλου μένει χωρίς συνέχεια2, τουλάχιστον μέχρι την ολοκλήρωση της έκδοσης της μεγάλης πεντάτομης Ιστορίας του το 1874, η όποια επικυρώνει την πρωτόλεια προσπάθεια του και αποκρυσταλλώνει το ιστοριογραφικό1 ερμηνευτικό σχήμα του.

Πρώτη θετική ανταπόκριση το 1866, όταν ο Γ, A, Βακαλόπουλος, καθηγητής στο A' Γυμνάσιο Αθηνών, στον Πρόλογο της Γενικής Ιστορίας του, η οποία αποτελεί μετάφραση του γερμανικού εγχειριδίου του Wilhelm Pütz, αναφέρει ως "πηγή" για τη μέση και τη νέα ελληνική ιστορία τον Παπαρρηγόπουλο (Ανθολόγιο 49α), ενώ εντάσσει στο κείμενο δικό του κεφάλαιο για το βυζαντινό πολιτισμό (Ανθολόγιο 49β). Το βήμα είναι πολύ τολμηρό για να το ακολουθήσουν κι άλλοι. Έτσι, ένα χρόνο μόλις μετά, ο Δ, Βερναρδάκης,

γένεσιν αι δοξασίαι και τα έθιμα, τα οποία μεταξύ ημών επικρατούσι· κατ' αυτήν τελευταίον κατεστάθη η Θρησκεία, της οποίας η ιερότης, αι εντολαί, αι επαγγελίαι παρηγορούσι, καθαρίζουσι, ζωογονούσι τας ελπίδας του ανθρώπου".

1. Βλ. εδώ, σ. 22, σημ. Ι. Ο Κουμανούδης από τον Μάιο του ίδιου χρόνου είχε αποδοκιμάσει, έμμεσα, τις απόψεις του Κ. Παπαρρηγόπουλου : Στ. Κουμανούδης, Λόγος εκφωνηθείς τη 20 Μαΐου 1853 κατά την επέτειον εορτήν της Ιδρύσεως του Πανεπιστημίου του "Οθωνος, Αθήνα 1853. Αντιδράσεις και αμφισβητήσεις της ελληνικότητας του Βυζαντίου εξακολουθούν να εκφράζονται τις επόμενες δεκαετίες· ώς το τέλος των χρόνων 1870 - 1880 εντοπίζει o Κ.Θ. Δημαράς : Ελληνικός Ρωμαντισμός, ό.π., σ. 380-382. Η γιββωνική θεωρία, που αποτέλεσε τη διαφωτιστική θέση για το Βυζάντιο, εξακολουθεί να έχει τους οπαδούς της ανάμεσα στους Έλληνες λογίους.

2. Ο Γεώργιος Θεόφιλος δημοσιεύει το 1864 Επίτομον Ιστορίαν της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία, απευθύνεται "προς πάντα μεν Ορθόδοξον Χριστιανόν, ιδίως δέ προς την φιλομαθή νεολαίαν". Παρόλο που το γεγονός της δημοσίευσης ενός αυτοτελούς εγχειριδίου για το Βυζάντιο μπορεί να είναι σημαντικό καθεαυτό, εντούτοις το περιεχόμενο αυτής της Επιτομής δεν την τοποθετεί στην κατεύθυνση της σκέψης του Παπαρρηγόπουλου. Ο Θεόφιλος προβάλλει το χριστιανικό χαρακτήρα και όχι την ελληνικότητα του Βυζαντίου.

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/39.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

στο δικό του εγχειρίδιο για τα γυμνάσια, εξακολουθεί να μιλά για "δύο ατελευτήτους δουλικάς χιλιετηρίδας" (Ανθολόγιο 51β). Όσο πλησιάζουμε στα 1880 τα πράγματα αποκτούν περισσότερο συγκεκριμένη μορφή. Το 1873 ο Κ. Ξανθόπουλος επικρίνει τη χρήση των μεταφρασμένων ξένων εγχειριδίων, επειδή δεν αναπτύσσουν με επάρκεια "την ελληνικήν [ιστορίαν] κατά τους μέσους αιώνας, την Βυζαντινήν δηλονότι" (Ανθολόγιο 56). Το 1879 ο 'Δ. Η. Κυριακόπουλος, καθηγητής στο Γ' Γυμνάσιο Αθηνών, κάνει λόγο για το "Βυζαντινόν ελληνικόν κράτος" (Ανθολόγιο 65β) και στον πρόλογο του αναφέρει μεταξύ άλλων, όπως και o Βακαλόπουλος πριν από δεκατρία χρόνια, ώς πηγή για την ελληνική ιστορία τον Παπαρρηγόπουλο (Ανθολόγιο 65α). Στο εγχειρίδιο αυτό, που προορίζεται για τα γυμνάσια, η βυζαντινή ιστορία καλύπτει το 18% των σελίδων, ενώ η αρχαία το 66,5% και η νεότερη το 15,5%. Μιά παρόμοια κατανομή της όλης χαρακτήριζε και την Ελληνικήν Ιστορίαν του Γ, A. Βακαλοπούλου (Αθήνα 1866): 63 % για την αρχαία, 15 % για τη, μέση και 22% για τη νεότερη ιστορία. Το ποσοστό για τη βυζαντινή ιστορία, είναι σχετικά υψηλό σε σύγκριση με άλλα σύγχρονα εγχειρίδια. Η Ελληνική Ιστορία του A. Ι.  Αντωνιάδη για τα γυμνάσια το 1878 αφιερώνει, για παράδειγμα, 78% των σελίδων στην αρχαία ιστορία, 10% στη μέση και 12% στη νεότερη. Στά προγενέστερα εγχειρίδια γενικής ιστορίας τα όποια, όπως έχω προαναφέρει, ήταν στην πλειοψηφία τους μεταφράσεις ξένων σχολικών βιβλίων, οι σελίδες κατανέμονται σε ίσες αναλογίες στην αρχαία, τη μέση και τη νεότερη ιστορία, αλλά οι παράγραφοι που αφιερώνονται στη βυζαντινή και τη νεότερη Ελλάδα είναι ελάχιστες. Στά λίγα εγχειρίδια ελληνικής ιστορίας "από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς" που εκδίδονται ώς τη δεκαετία του 1870, η κατανομή των τριών ιστορικών περιόδων είναι σαφώς δυσανάλογη1.

Η επίσημη καθιέρωση του σχήματος του Κ. Παπαρρηγόπουλου έρχεται το 1882 με τους διαγωνισμούς των διδακτικών βιβλίων, τριάντα δηλαδή χρονιά μετά την πρώτη έκδοση του εγχειριδίου του. Είναι πολύ ενδιαφέρον, όμως, ότι τη στιγμή ακριβώς που υιοθετείται η ιστοριογραφική άποψη του Παπαρρηγόπουλου, το ίδιο το βιβλίο του απορρίπτεται για σχολική χρήση, με το σκεπτικό ότι είναι πια ξεπερασμένο (Ανθολόγιο 76). Η επίσημη απόρριψη του ρομαντισμού, που εκδηλώνεται τώρα για δεύτερη φόρα, υπαγορεύεται βεβαίως από διαφορετικούς λόγους σε κάθε μία από τις δύο περιπτώσεις. Στο

1. Στην Σύνοψιν της Ιστορίας της 'Ελλάδος του Δ. Πανταζή (Αθήνα 1863) η ύλη κατανέμεται ως εξής: 83 % για την αρχαία, 5% για τη μέση και 12 % για τη νεότερη ιστορία, Στα Ελληνικά του Αναστάσιου Πολυζωίδη, εγχειρίδιο των γυμνασίων που εκδίδεται σε δύο τόμους το 187Ο, από τις 536 συνολικά σελίδες, μόλις οι 69 αναφέρονται στην εποχή από το 146 π.Χ. ως τον Όθωνα.

Σελ. 39
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/40.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

διάστημα που μεσολαβεί όμως, και παρόλο που στοιχεία της ρομαντικής ιστοριογραφίας εισάγονται στο ιστορικό σχολικό εγχειρίδιο, η παρουσία του ρομαντισμού -στο χώρο της εκπαίδευσης τουλάχιστον- είναι "λανθάνουσα" και όχι κυρίαρχη. Οι θετικιστικές επιρροές που δέχεται η ιστορική επιστήμη στην Ελλάδα, στα τέλη του 19ου αιώνα, οδηγούν στην απόρριψη της "μορφής" -όχι του περιεχομένου- του εγχειριδίου του 1853. Προκρίνεται πλέον ένα άλλο είδος ιστορικής γραφής η οποία στηρίζεται στη σχολαστική έρευνα τών1 πηγών και στη 'χωρίς τη συναισθηματική συμμετοχή του συγγραφέα παρουσίαση των ιστορικών γεγονότων. "Αντιπαιδαγωγική" θεωρείται λοιπόν η χρήση των επιρρημάτων "δυστυχώς" η "ευτυχώς" στα διδακτικά βιβλία από τους κριτές του 1894 και του 19111. Επικρίνεται επίσης η άγνοια των νεότερων αρχαιολογικών ερευνών κατά τη συγγραφή της ιστορίας της αρχαίας. Ελλάδας και των ανατολικών λαών. Στά ογδόντα χρόνια που καλύπτει, αυτό εδώ το Ανθολόγιο, η μικρή σχολική Ιστορία,τού Κ. Παπαρρηγόπουλου, τυπώνεται, επίσημα, άλλες 'τρεις φορές.μετά το 1853 το1881 το 1888 και το 1896. Ο περιορισμένος αριθμός επίσημων εκδόσεων του εγχειριδίου,: σε; σύγκριση με .τις πολλαπλές επανεκδόσεις άλλων εγχειριδίων την 'ίδια εποχή, μπορεί να είναι εντούτοις, παραπλανητικός, για την πραγματική. διάδοση του, που είναι είτε άμεση, μέσω της ευρύτατης κλεψίτυπης αναπαραγωγής - του,' είτε έμμεση, με την επιρροή του σε άλλους σχολικούς συγγραφείς, όπως ήδη επισημάνθηκε.

Από το 1884 λοιπόν, στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης άρχισε να διδάσκεται "ιστορία του ελληνικού έθνους", ενώ κάθε περίοδος της ελληνικής ιστορίας αντιστοιχούσε σε μια τάξη του γυμνασίου, αρχίζοντας από την αρχαία ιστορία (Ανθολόγιο 77), Αυτή η "εξελικτική" διάρθρωση της ύλης, σύμφωνα με την όποια στις κατώτερες τάξεις διδάσκονταν αρχαιότερες ιστορικές εποχές, στηρίζεται στο στενό παραλληλισμό του βίου του ατόμου με το βίο των εθνών. Οπως έγινε από τους γερμανούς ρομαντικούς. Βασική αρχή η ρήση του Βάκωνα antiquitas saeculi juventus mundi. Οι τρεις ηλικίες του ανθρώπου δηλαδή χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν τις τρεις ιστορικές περιόδους (αρχαία - μέση - νεότερη) από τις οποίες διήλθε η ανθρωπότητα (Ανθολόγιο 23, 43). Μέσα από μια τέτοια οπτική, οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι αντιπροσωπεύουν τη νεότητα του ανθρώπινου γένους. Σ' αυτόν τον παραλληλισμό στηρίζεται και η κατά τάξεις κατανομή της Ιστορικής ύλης, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται

1. "Εκθέσεις κριτών των διδακτικών βιβλίων", Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Παράρτημα ~Β', 113, 19 Οκτωβρίου 1894, σ. 750 (εισηγητής ο Κ.Κασιμάτης), και "Έκθεσις περί των ιστοριών της γ' τάξεως του γυμνασίου", Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Παράρτημα Β', 247,3θ Νοεμβρίου ι9ιι (πρόεδρος και εισηγητής ο Σπ.Λάμπρος).

2. "Εκθέσεις κριτών...", 1894, ο.π., σ. 821.

Σελ. 40
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/41.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

στην αντίστοιχη αντιληπτική ικανότητα του παιδιού. Θεωρείται δηλαδή ότι η Οργάνωση της αρχαίας κοινωνίας, ως απλούστερη, είναι ευκολότερα κατανοητή από τα πιο μικρά παιδιά, ενώ αντίθετα οι κοινωνικές σχέσεις που υπάρχουν στη νεότερη εποχή είναι πολυπλοκότερες και γι' αυτό απαιτούν μεγαλύτερη ωριμότητα. Τις απόψεις αυτές εκφράζει τόσο ο Δημήτριος Πετρίδης το 1881 (Ανθολόγιο 69α) όσο και ο Χρίστος Παπαδόπουλος το 1883 (Ανθολόγιο 73). Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1912, o Π. Π. Οικονόμος την ίδια αρχή χρησιμοποιεί για την επιλογή της ύλης των αναγνωστικών βιβλίων του δημοτικού σχολείου, ύλη κατεξοχήν ιστορική (Ανθολόγιο 158).

Τα προγράμματα του Αθανασίου Ευταξία το 1897 καινοτομούν ως προς την εξελικτική διάρθρωση της ιστορικής διδασκαλίας: η αρχαία ιστορία ορίζεται, να διδάσκεται στη Γ' τάξη του .γυμνασίου και όχι στην A', όπου διδάσκεται πλέον Ρωμαική ιστορία ως τον Μέγα Κωνσταντίνο (Ανθολόγιο 125β). Η αλλαγή αυτή, όπως αιτιολογείται από τον ίδιο τον Ευταξία στην εισηγητική του έκθεση, εγγράφεται σε μια διαφοροποιημένη αντίληψη - της ιστορικής διδασκαλίας η οποία στρέφεται πλέον προς την ιστορία του πολιτισμού, ανανεώνοντας κατά συνέπεια και διευρύνοντας τα αντικείμενα: πραγμάτευσής της 1. Η διαφοροποιημένη αυτή αντίληψη διαφαίνεται, εξάλλου, στα ίδια προγράμματα, στον τρόπο διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών. Τον 19ο αιώνα η συμβολική αξία που αποκτά η αρχαία ελληνική γλώσσα προσδίδει έναν τυπολατρικό χαρακτήρα στη διδασκαλία της, με έμφαση επομένως σε κατεξοχήν μορφικά κριτήρια για την επιλογή των διδακτέων συγγραφέων (γλωσσική καθαρότητα, σύνταξη, γραμματική κλπ.). Στα προγράμματα του 1897 όμως, οι αρχαίοι συγγραφείς, Έλληνες και Λατίνοι, αντιπρόσωποι των εαυτών

1. Η ανανεωτική αυτή τάση αντιστοιχεί στην κίνηση που παρουσιάζεται στη δυτική Ευρώπη και κυρίως στη Γερμανία, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, για τη μελέτη της λεγόμενης "Kulturgeschichte". Εκτεταμένη ανάπτυξη για τις τέχνες και τα γράμματα σε κάθε ιστορική περίοδο αφιερώνουν οι μεταφραστές των γερμανικών ιστοριών του Georg Weber και του Wilhelm Pütz, Α.Ι.Αντωνιάδης και ΓΑ.Βακαλόπουλος αντίστοιχα, εφόσον τα ανάλογα κεφάλαια περιέχονται στο πρωτότυπο. Ο ΓΑ. Βακαλόπουλος, πάντως, το παρουσιάζει ως δική του επιλογή, γράφοντας ότι "η σημασία εκάστου λαού δεν εξαρτάται μόνον εκ των πολεμικών πράξεων, άλλα και εκ της προς τον πολιτισμόν αναπτύξεως αυτού" (Ανθολόγιο 49α).Αλλά και o Δ.Ν. Βερναρδάκης, στο Εγχειρίδιον Γενικής Ιστορίας (1867), αφιερώνει κεφάλαια στην "ιστορίαν του πνευματικού βίου των εθνών" (Ανθολόγιο 51α). Ο Δ. Κ. Ζαγγογιάννης, ο κυριώτερος εμπνευστής του προγράμματος του 1897, είχε ήδη το 1889 τονίσει την αναγκαιότητα της ιστορίας του πολιτισμού στα γυμνάσια "ι'να μη μονομερείς και έσφαλμένας παραστάσεις οι μαθηταί μας σχηματίζωσι περί του βίου των διαφόρων εθνών, νομίζοντες ότι ταύτα ουδέν έτερον έπραττον ή να μάχωνται προς άλληλα": Δ. Κ. Ζαγγογιάννης, Συμβολαί εις αναμόρφωσιν της παρ' ημίν μέσης εκπαιδεύσεως, Αθήνα 1889, σ. 33. Παρόμοιες απόψεις διατυπώνει και o Σπ.Λάμπρος ως εισηγητής της Εκθέσεως για τα εγχειρίδια ιστορίας του γυμνασίου το 1894. Βλ. εδώ. Ανθολόγιο 112β.

Σελ. 41
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/42.gif&w=600&h=915 18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΕΙΚΟΝΑ 11

Σελ. 42
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/43.gif&w=600&h=915 18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΕΙΚΟΝΑ 12.

Σελ. 43
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Ιστορία και Γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία (1834-1914)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 24
    18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

    από προηγούμενα ομόλογα εγχειρίδια η και από βιβλία τα οποία δεν προορίζονταν για σχολική χρήση. η τακτική των "ερανισμάτων" παρήγε, όπως ήταν επόμενο, "κακότεχνους συρραφάς εξ αμοιβαίων αντιγραφών"1.

    ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΗ

    'Τα πρώτα λοιπόν εγχειρίδια ιστορίας και γεωγραφίας που χρησιμοποιήθηκαν στα ελληνικά σχολεία ήταν μεταφράσεις ξένων διδακτικών βιβλίων. Οι μεταφράσεις αυτές παρέμειναν σε χρήση μέχρι και τη δεκαετία του 1880 περίπου, οπότε απορρίπτονται -από τους κριτές των διδακτικών βιβλίων επειδή δεν εξυπηρετούσαν ένα εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα: "Τα πλείστα αυτών μεταφρασθέντα δόκιμα μέν, ίσως καθ' εαυτά και αξιόλογα, αλλά προς παίδευσιν μαθητών άλλων χωρών συντεταγμένα και εν χαρακτήρι ξένης γλώσσης υποτυπωθέντα αποβαίνουσιν εις τους,; ημετέρους μαθητάς η ψυχρά η ακατάληπτα" (Ανθολόγιο 76). η έλλειψη ελληνικού χαρακτήρα, για την οποία επικρίνονταν τα μεταφρασμένα διδακτικά βιβλία, αφορούσε επομένως τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο: α') ξενισμούς που παρέβλαπταν την "καθαρότητα" της γλώσσας έτσι ώστε οι μαθητές να μη μένουν "αμόλυντοι του βαρβαρισμού και αδιάφθοροι", β') δυσαναλογία στην ανάπτυξη των κεφαλαίων που αναφέρονταν στην Ελλάδα και εκείνων που αφορούσαν στην υπόλοιπη Ευρώπη -σε βάρος της πρώτης δηλαδή- και "ψυχρότητα" της περιγραφής (Ανθολόγιο 151).

    με τις μεταφράσεις εισάγεται με τρόπο άμεσο η ευρωπαική επιρροή στο χώρο της εκπαίδευσης, η οποία ανιχνεύεται εξάλλου την ίδια εποχή σ' όλες τις υπόλοιπες πτυχές της ελληνικής πνευματικής ζωής. Η στάση απέναντι στη Δύση γνωρίζει διαφοροποιήσεις που κλιμακώνονται από την τυπολατρική μίμηση ώς την πλήρη απόρριψη. Για την εκπαίδευση που μας ενδιαφέρει εδώ, η αύξουσα, με το προχώρημα του αιώνα, προβολή της "ελληνοπρεπούς" αγωγής σημαίνει μία, μερική έστω, αποδέσμευση από τα δυτικοευρωπαικά πρότυπα, έτσι ώστε η Ελλάδα να εκπαιδευθεί αποκλειστικά "δι' εαυτής"2, Το σκεπτικό απόρριψης των μεταφράσεων στο διαγωνισμό του 1882, που μόλις παρατέθηκε, βρίσκεται κοντά σ' αυτή την άποψη. Εντούτοις, ο αυξανόμενος ελληνοκεντρισμός δεν παύει να έχει συχνά ώς σημείο αναφοράς του το δυτικοευρωπαικό πολιτισμό, Σε επόμενους διαγωνισμούς, το 1896 και το 1913 για παρά-

    1. X. Κυριακάτος, "Τα παρ" ημίν διδακτικά βιβλία", Επετηρίς της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως 1 (19Ο1-19Ο2), σ. 136. Πβ. επίσης ΓΗ. (Γεώργιος Παπασωτηρίου), "Ποίος πρέπει να συγγραφή διδακτικά βιβλία", Εκπαίδευσις 1 (1892), σ. 81-82.

    2. Τήν "ελληνοπρεπή" αγωγή ως τη μόνη μορφή αγωγής που αρμόζει στα ελληνόπουλα πρόβαλλε κυρίως ο X. Παπαμάρκος: Περί του σκοπού της εκπαιδεύσεως της ελληνίδας νεολαίας. Πραγματεία Παιδαγωγική, Κέρκυρα 1885. Βλ. και εδώ, Ανθολόγιο 79α, 79β.