Συγγραφέας:Κουλούρη, Χριστίνα
 
Τίτλος:Ιστορία και Γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία (1834-1914)
 
Υπότιτλος:Ανθολόγιο κειμένων-Βιβλιογραφία σχολικών εγχειριδίων
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:18
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1988
 
Σελίδες:789
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Βιβλιογραφία
 
Εκπαίδευση-Δευτεροβάθμια
 
Εκπαίδευση-Πρωτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1834-1914
 
Περίληψη:Στόχος του βιβλίου αυτού είναι η αναζήτηση των καταβολών της ιστορικής παιδείας στο νεοελληνικό κράτος, και κυρίως του τρόπου παροχής της, και η διερεύνηση των μηχανισμών διαμόρφωσης της Ιστορικής συνείδησης μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα στον 19ο αιώνα. Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη: Μία ιστορική εισαγωγή, ένα ανθολόγιο πηγών και μία βιβλιογραφία σχολικών εγχειριδίων. Τα κείμενα του ανθολογίου φιλοδοξούν να σκιαγραφήσουν τη φυσιογνωμία του ιστορικού και του γεωγραφικού μαθήματος κατά τον 19ο αιώνα, με έμφαση κυρίως στην ιδεολογική λειτουργία της διδασκαλίας, και για το λόγο αυτόν προτιμήθηκαν κείμενα κατεξοχήν στρατηγικά, όπως οι πρόλογοι των διδακτικών βιβλίων και οι επίσημες και μη οδηγίες για τη διδασκαλία, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια. Στη Βιβλιογραφία συγκεντρώθηκαν 727 τίτλοι σχολικών εγχειριδίων ιστορίας και γεωγραφίας για την περίοδο 1834-1914, που παρουσιάζονται με χρονολογική σειρά, και στο εσωτερικό κάθε έτους σύμφωνα με την αλφαβητική σειρά των ελλήνων συγγραφέων η μεταφραστών.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 54.55 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 31-50 από: 794
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/31.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

για τα διδακτικά βιβλία -,BPA' του 1893, ,ΒΤΓ' του 1895 και ,ΓΣΑ' του 1907- ορίζουν να κρίνονται οι σχολικές γεωγραφίες από την ίδια επιτροπή που κρίνει και τις σχολικές ιστορίες (Ανθολόγιο 147). Από την άλλη μεριά, οι περισσότεροι συγγραφείς ιστορικών εγχειριδίων γράφουν και εγχειρίδια γεωγραφίας, ενώ στα γυμνάσια ο ίδιος καθηγητής διδάσκει συνήθως και τα δύο μαθήματα 1. Ο Νόμος ΑΣΞΔ' του 1885, ο οποίος αναφέρεται στο διδακτικό προσωπικό των γυμνασίων, Ορίζει έναν καθηγητή της "ιστορίας και γεωγραφίας" που μπορεί να διδάσκει "τα μαθήματα ταύτα εν δυσίν η τρισί συγχρόνως γυμνασίοις"2. Επισημαίνοντας την παραμέληση της γεωγραφικής διδασκαλίας ο Κωνσταντίνος Ράδος, σε επιστολή του προς το λοχαγό Βίκτωρα Δούσμανη το 1893, γράφει: "Το διδάσκον σώμα εν τη μέση εκπαιδεύσει κινδυνεύει να περιορισθή" παρ' ημίν πράγματι εις δύο και μόνον πρόσωπα Ελληνιστής και purus Mathematicus!" 3. Αργότερα, το 1904, σε εισαγωγικό κείμενο του στο A' τεύχος: του Γεωγραφικού- Δελτίου, περιοδικού που εκδίδει η Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία, τονίζει τη χρησιμότητα της γεωγραφικής γνώσης σε αντιδιαστολή με την κλασική παιδεία που παρεχόταν στα σχολεία (Ανθολόγιο 144).

ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

α. Οι "τομές" της ιστορίας

Πλάι στη γεωγραφία, ως δεύτερη "θεραπαινίς" της ιστορίας τοποθετείται η χρονολογία. Γεωγραφία και χρονολογία ονομάζονται επίσης "οι δύο οφθαλμοί της ιστορίας" (Ανθολόγιο 12α). η χρονολογία όμως, σε αντίθεση με τη γεωγραφία, δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτόνομη επιστήμη ούτε διεκδικεί μια τέτοια αυτονομία. Εκδίδονται βέβαια κάποια ανεξάρτητα εγχειρίδια χρονολογίας, όπως του Κ. Ξανθόπουλου το 1857 (Ανθολόγιο 35) και του Γ. Κρέμου το 1879 4, αλλά αυτά αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις και ο ρόλος γινόταν και στο Πρόγραμμα του Γυμνασίου Ναυπλίου το 1843, όπου η Ιστορία κατατάσσεται στα "ελληνικά" μαθήματα ενώ η γεωγραφία στα "επιστημονικά" μαζί με τα μαθηματικά. Βλ. Τρ. Σκλαβενίτης, "η Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου και του Ελληνικού Σχολείου Ναυπλίου", ο.π.

1. Βλ. άρθρο 66 του Β. Διατάγματος "Περί κανονισμού των Ελληνικών σχολείων και γυμνασίων", Εφημερίς της Κυβερνήσεως 87, 31 Δεκεμβρίου 1836, και εδώ, Ανθολόγιο 2.

2. Νόμος ΑΣΞΔ' "Περί τροποποιήσεως διατάξεων τινών του νόμου της 31 Δεκεμβρίου 1836, Περί διοργανισμού των Ελληνικών σχολείων και γυμνασίων", 26 Ιουλίου 1885, Εφημερίς της Κυβερνήσεως 87, 31 Ιουλίου 1885.

3. Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία. Καταστατικόν, Αθήνα 1908, σ. 10.

4. Γ. Π. Κρέμος, Χρονολογία της Ελληνικής Ιστορίας προς χρήσιν παντός φιλομαθούς, Ιδία δε των εν τοις γυμνασίοις μαθητών, Αθήνα 1879.

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/32.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

τους στη διδασκαλία είναι καθαρά επικουρικός. Σε αρκετά ιστορικά εγχειρίδια περιέχονται χρονολογικοί πίνακες στο τέλος του κειμένου, αλλά κι αυτό δε φαίνεται να συνηθίζεται σε μεγάλη έκταση, Στις 'Εκθέσεις των κριτών των διδακτικών βιβλίων (1884 κ.ε.) καταδικάζεται η υπερφόρτωση της μνήμης των μαθητών με άχρηστες χρονολογίες. Η αναζήτηση του τι μπορεί να σημαίνει "χρήσιμη" χρονολογία μας οδηγεί στην αποκάλυψη του ιδεολογικού μηχανισμού επιλογής φαινομενικά "αντικειμενικών" δεδομένων της ιστορίας: όσο λεπτομερέστερα προσδιορίζεται μια χρονολογία (π.χ. πρωί της Τρίτης 29 Μαΐου 1453) (Ανθολόγιο 102), τόσο μεγαλύτερη βαρύτητα αποκτά στην ιστορική πορεία του έθνους· στην άλλη άκρη, λαοί χωρίς χρονολογία είναι λαοί "χωρίς ιστορία", λαοί βάρβαροι και απολίτιστοι, οι οποίοι εισέρχονται στην ιστορία σε κάποιες στιγμές της ανεξάρτητης κανονικής ροής της, Η ερωπαιοκεντρική αυτή αντίληψη της ιστορίας, η οποία εξειδικεύεται, σε ελληνοκεντρική μετά το 1880, 'προσδιορίζει αναπόφευκτα και την περιοδίκευση:τής ιστορίας. Μέχρι την πλήρη επικράτηση  της ευρωπαιοκεντρικής άποψης, επικρατούσε μια χριστιανοκεντρική αντίληψη η οποία χρησιμοποιούσε ως ιστορικές πηγές τα ιερά κείμενα και εφάρμοζε μια "εβραική" μέθοδο- χρονολόγησης, άρχιζε δηλαδή "από κτίσεως κόσμου", Τα ελληνικά διδακτικά βιβλία ιστορίας, πριν και μετά το 18341, υιοθετούν τη μέθοδο αυτή από τα ξένα πρότυπα τους: η μετάφραση της γερμανικής ιστορίας του Kämmerer ορίζει ότι "ο πανάρχαιος αιών εκτείνεται από Αδάμ μέχρι του Κύρου" ('Ανθολόγιο 12α), η μετάφραση της αγγλικής ιστορίας του Pinnock χρησιμοποιεί την Παλαιά Διαθήκη για την περιγραφή της "αρχαιότατης των εθνών ιστορίας" (Ανθολόγιο 42). Η αντίληψη αυτή πάντως, κυρίαρχη στη στροφή του 18ου αιώνα, εμφανίζεται τώρα σε περιορισμένη έκταση, και γρήγορα -μέσα στη δεκαετία 1 του 4860- εγκαταλείπεται.

Ι Η διαίρεση της ιστορίας σε αρχαία, μέση, και νεότερη θεωρείται δημιούργημα του 17ου αιώνα· οι ειδικοί πιστεύουν πως πρωτοεισάγεται με το έργο του Χριστόφορου Κελλάριου Historia Universalis (1688)2. Μέχρι τότε ο ιστορικός χρόνος αντιμετωπιζόταν ως μια ακολουθία από παγκόσμια βασιλεία, προσδιορισμένη από το Θεό. Ο ιστορικός χώρος oριζόταν, εξάλλου, ως "Χριστιανοσύνη"· στους αιώνες που θα ακολουθήσουν, η "Χριστιανοσύνη" θα

1. Πβ. Λάμπρος Αντωνιάδης, Επιτομή χρονολογική της Γενικής Ιστορίας... προς χρήσιν των Φιλομαθών νέων Ελλήνων, Κωνσταντινούπολη 1808, σ. 1-3" Στέφανος Κομμητάς, Παιδαγωγικά Μαθήματα... Γενική Ιστορία..., Πέστη 1828, σ. 1-5.

2. Βλ. Dietrich Gerhard, "Zum Problem der Periodisierung der europäischen Geschichte", Europa und Übersee, PS für Egrnond Zechlin, Αμβούργο 1961, σ. 21 41, και Jürgen Voss, -Das Mittelaller im historischen Denken Frankreichs. Untersuchungen zur Geschichte des Mittelaltersbegriffes und der Miltelalterbewertung von der zweiten Hälfte des 16. bis zur Mitte des 19. Jahrhunderts, Manchen 1972.

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/33.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

υποκατασταθεί από την "Ευρώπη". Οι' τομές που υιοθετούνται για να ορίσουν τις τρεις αυτές περιόδους είναι από τη μια πλευρά η αρχή του Μ. Κωνσταντίνου (330-337) και η κατάλυση του Δυτικού Ρωμαικού Κράτους (476), κι από την άλλη η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους (1453), τομές που σηματοδοτούν είτε την ίδρυση και την πτώση της χριστιανικής αυτοκρατορίας -βάσει μιας χριστιανοκεντρικής οπτικής- είτε τις δύο οριακές εισβολές-εισόδους των βαρβάρων στην ιστορία-βάσει μιάς ευρωπαιοκεντρικής προοπτικής. Η ευρωπαιοκεντρική άποψη στηρίζεται στο αντιθετικό ζεύγος πολιτισμένος-βάρβαρος, εργαλείο ιεράρχησης των "αξιομνημόνευτων" γεγονότων και αποτίμησης της προσφοράς κάθε λαού στην πορεία της ανθρωπότητας προς τον πολιτισμό.

Η τριπλή διάκριση της ιστορίας, η λεγόμενη "ανθρωπιστική τριάς", παγιωμένη πλέον αντίληψη για τη δυτική ιστοριογραφία, εισάγεται στην Ελλάδα με τα μεταφρασμένα εγχειρίδια και με τα  προγράμματα, διδασκαλίας, αφορά όμως μόνο στη γενική, ιστορία και όχι στην ελληνική. Το πρώτο νομοσχέδιο για την οργάνωση της μέσης εκπαίδευσης, που συντάσσεται το 1834, εφαρμόζει, αυτή τη διάκριση στην κατανομή της ιστορικής ύλης τόσο στα τριτάξια Ελληνικά σχολεία όσο και στα τριτάξια γυμνάσια (Ανθολόγιο 2)1. η πορεία προς την ελληνοποίηση της ιστορίας, που σημαίνει, προσαρμογή αυτής της διάκρισης στα ελληνικά δεδομένα, παρακολουθείται σ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ολοκληρώνεται όμως μετά το 1880. Αναγνωριστικά σημάδια αυτής της πορείας, τα οποία θα προσεγγίσουμε αναλυτικά στη συνέχεια, αποτελούν η μείωση των εκδόσεων των γενικών σχολικών ιστοριών σε όφελος των αντίστοιχων ελληνικών, η κατάργηση της διδασκαλίας της γενικής ιστορίας2 με το πρόγραμμα του 1884 (Ανθολόγιο 77), η υιοθέτηση "ελληνικών" χρονικών τομών και η ανάδειξη του Βυζαντίου σε οργανικό κομμάτι της ελληνικής ιστορίας, με αντίστοιχη σχετική υποχώρηση της απόλυτης κυριαρχίας της αρχαιότητας. η ελληνοποιητική διαδικασία ανιχνεύεται επίσης στη διδασκαλία της γεωγραφίας, με την οριοθέτηση του ελληνικού εθνικού εδάφους και με την οριστική και συνειδητή καθιέρωση του όρου Έλληνική Χερσόνησος" για την περιγραφή της Βαλκανικής.

Ως προς τις "ελληνικές" τομές της ιστορίας πρέπει να τονισθεί ότι συμπίπτουν με τις ευρωπαικές, αλλά η χρήση τους διαφέρει. Στα επίσημα προγράμματα

1. Το ίδιο σύστημα εφαρμόζεται και στα επόμενα νομοσχέδια αρ. 24008 και 24398 του Απριλίου 1835 για τη μέση εκπαίδευση. Βλ. εδώ, σ. 19, σημ. 2.

2. Σύμφωνα με τα προγράμματα μέσης εκπαίδευσης του 1836 ('Ανθολόγιο 6), 1855 (Ανθολόγιο 32) και 1867 ('Ανθολόγιο 50), διδάσκεται στο γυμνάσιο επί τρία χρόνια γενική ιστορία, και στο τέταρτο αποκλειστικά ελληνική ιστορία. Για τη γενική ιστορία βλ. επίσης εδώ, Ανθολόγιο 21α, 30.

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/34.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

γράμματα της μέσης εκπαίδευσης, μετά το 1882, χρησιμοποιούνται εναλλάξ το 330 (κτίση Κωνσταντινούπολης), το 337 (θάνατος Μ. Κωνσταντίνου), και το 395 (διαίρεση σε Ανατολικό και Δυτικό Ρωμαικό Κράτος). Δευτερεύουσες τομές για τα διδακτικά βιβλία είναι ,επίσης το 323 π. Χ. (Θάνατος του Μ. Αλεξάνδρου), το 301 π.Χ. (μάχη στην Ιψό), το 362 π.Χ. (μάχη στη Μαντινεία) και το 146 π.Χ. (άλωση της Κορίνθου), οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ως "εσωτερικές" διαιρέσεις της ελληνικής ιστορίας εφόσον προβάλλουν είτε την οικουμενικότητα του ελληνικού έθνους -οι δύο πρώτες- είτε την ελλαδικότητά του -οι δύο τελευταίες. Το 146 π.Χ, συμβολίζει εξίσου την πρώτη απώλεια της ελευθερίας του ελληνικού έθνους· εννοείται πως το ιδανικό της ελευθερίας; όπως προβάλλεται στα σχολικά βιβλία, δεν έχει κοινωνικό περιεχόμενο αλλά είναι αποκλειστικά αντώνυμο της δουλείας, Ο πιο σημαντικός πάντως δείκτης του εξελληνισμού' της ιστορίας φαίνεται πως είναι η ανάδειξη της άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204 σε τομή της ιστορίας στο πρόγραμμα του 1884 (Ανθολόγιο 77), γεγονός που τονίζει τον ελληνορθόδοξο "εθνικό" και όχι πλέον τον "παγκόσμιο" χριστιανικό χαρακτήρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας1. . ;

β. Το ελληνικό Βυζάντιο

Το γεγονός ότι μια παρόμοια "επίσημη" εκδήλωση αναγνώρισης του ελληνικού χαρακτήρα του Βυζαντίου συναντάται στη δεκαετία του 1880 δεν είναι τυχαίο. Η μελέτη των σχολικών εγχειριδίων και των προγραμμάτων διδασκαλίας -αποδεικνύει ότι ως τότε η αναγνώριση αυτή γίνεται αποσπασματικά και μεμονωμένα και ότι σίγουρα δεν αποτελεί κοινό τόπο. Είναι βεβαίως απαραίτητο να επισημάνουμε τις πρώτες απόψεις για την ελληνικότητα του. Βυζαντίου και να προσδιορίσουμε τη χρονική στιγμή έκφρασης τους. Πρέπει όμως, ταυτόχρονα, να διακρίνουμε δύο αλληλένδετα μεν αλλά ξεχωριστά φαινόμενα: τη γέννηση και τη διάδοση. Για τον ερευνητή των νοοτροπιών και των συλλογικών στάσεων είναι σημαντικό ότι η ιστοριογραφική άποψη για το ελληνικό Βυζάντιο, που γεννιέται στη δεκαετία του 1850, δέ διαδίδεται πριν από τα τέλη του αιώνα και ότι, και τότε ακόμη, εξακολουθούν να υπάρχουν αντιστάσεις.

Όταν το 1853 ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος εκδίδει την Ιστορίαν τον Ελληνικού έθνους, τα υπόλοιπα διδακτικά βιβλία, προγενέστερα και σύγχρονα

1. Μέσα στο ίδιο πνεύμα, από την αρχικά "ουδέτερη" περιγραφή της άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους που συναντάμε στην Σύνοψιν Γενικής Ιστορίας του Δ. Πανταζή (Αθήνα 1863, σ. 142 - 143), καταλήγουμε στην περιγραφή ενός ιστορικού εγχειριδίου του 1901: "Οι Φράγκοι προσηνέχθησαν ως τίγρεις" (Ανθολόγιο 132).

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/35.gif&w=600&h=915 18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΕΙΚΟΝΑ 8. Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος.

ΕΙΚΟΝΑ 10. Δημήτριος Πανταζής.

ΕΙΚΟΝΑ 9. Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/36.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

αντιμετωπίζουν το Βυζάντιο ως περίοδο δουλείας για το ελληνικό έθνος 1. η άποψη αυτή μπορεί αφενός να εκφράζεται με σαφήνεια, όπως για παράδειγμα από τον Σπυρίδωνα Αντωνιάδη2, ο οποίος μεταφράζοντας το 1850 την Ιστορίαν της αρχαίας Ελλάδος του Άγγλου Thomas Keight Jey, γράφει: "Έρπουσα υπό τον δεσποτισμόν των αυτοκρατοριών της Ρώμης, του Βυζαντίου, και της Τουρκίας [η Ελλάς] δεν υπήρχεν ως έθνος" (Ανθολόγιο 25α). Μπορεί όμως εξίσου να υποδηλώνεται από τη σιωπή των εγχειριδίων για τη βυζαντινή περίοδο. Γιατί τα σχολικά εγχειρίδια της ελληνικής ιστορίας σταματούν κατά κανόνα στη ρωμαική κατάκτηση, ενώ τα αντίστοιχα της γενικής ιστορίας δεν αφιερώνουν παρά ελάχιστες παραγράφους στο Βυζάντιο, και πάντα μέσα από ιό πρίσμα της Ανατολικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας. Το 1863, το Εγχειρίδιον περί δημοτικής εκπαιδεύσεως του Ι. Π. Κοκκώνη, σε μια σύντομη ανάπτυξη της ιστορικής όλης της - διδασκαλίας, εξαίρει μόνο τον χριστιανικό χαρακτήρα του Βυζαντίου (Ανθολόγιο 43)3. Η διαφωτιστική ιστοριογραφία, αξιολογώντας την κλασική Ελλάδα, μονοί Θέση αντιπαράθεσης μπορούσε να προτείνει ανάμεσα στον ελληνισμό και το χριστιανικό Βυζάντιο. Σύμφωνα με το σχήμα του Γίββωνα, το Βυζάντιο αντιμετωπιζόταν ώς περίοδος παρακμής και πολιτισμικού σκότους, και η βυζαντινή ιστορία ως "αλληλένδετος σχεδόν και μακρότατη σειρά πράξεων μικρών και αισχρών βιαιοτήτων" 4.

1. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του πρύτανη Κωνσταντίνου Σχινά στα εγκαίνια του Πανεπιστημίου του Όθωνος το 1837: "Η Ελλάς [. . .] υποκύψασα έπειτα με οικτραν μόνην αυτονομίας σκιάν εις των Μακεδόνων την κυριαρχίαν, κρατηθεϊσα τέλος υπό των Ρωμαίων επί Μομμίου, μεταβάσα επομένως ώς κληροδότημα τρόπον τινά υπό το σκήπτρον των διαδόχων της Ρωμαικής παντοκρατορίας Βυζαντινών αυτοκρατόρων [···] απετέλεσε [...] ελαχίστην επαρχίαν τριών αλληλοδιαδόχων μεγάλων Μοναρχιών": Λόγοι εκφωνηθέντες υπό του πρυτάνεως και των τεσσάρων σχολαρχών..., Αθήνα 1837, σ. 1-2· αναδημοσιεύει ο Κ. Θ. Δημαράς, Εν Αθήναις τη 3 Μαΐου 1837. Μελέτη ιστορική και φιλολογική, Αθήνα 1987.

2. Ο Σπυρίδων Αντωνιάδης (18Ο8 - 1873), αδελφός του Εμμανουήλ Αντωνιάδη, ήταν πληρεξούσιος της Συνελεύσεως του Άργους (1832), και διετέλεσε διοικητικός υπάλληλος και πολλές φορές νομάρχης (1855-1871). Το 1866 έγινε υπουργός της Παιδείας (25 Μαΐου - 9 Ιουνίου 1866).

3. Πβ. επίσης: Σύνοψις της Ελληνικής ιστορίας απ' αρχής των Ελλήνων μέχρι της υπό Ρωμαίους αυτών υποδουλώσεως, Αθήνα, Σ. Κ. Βλαστός, 1852, σ. 88, και εδώ, Ανθολόγιο 22, 24.

4. Το παράθεμα από λόγο του Ιάκωβου Ρίζου Νερουλού, προέδρου της Αρχαιολογικής Εταίρειας, στην Ακρόπολη, το 1841. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, Αθήνα 1982, σ. 235 - 236. Τα διδακτικά εγχειρίδια υιοθετούν παρόμοιες απόψεις. Ο Γεώργιος Γεννάδιος γράφει μεταφράζοντας το 1839 "κατά διαταγήν της Κυβερνήσεως" την Σύνοψιν της γενικής Ιστορίας του Γερμανού A.A.K. Kämmerer: "οι υστερώτεροι αυτοκράτορες, άνθρωποι ώς επί το πλείστον άθλιοι, αισχρώς και λαμβάνοντες και στερούμενοι τον

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/37.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

Ήδη πριν από το 1850 διατυπώνονται εντούτοις απόψεις1 που φανερώνουν μια διαφορετική προσέγγιση της βυζαντινής περιόδου στην προοπτική της "μακράς του ελληνικού έθνους ιστορίας"2. Μέχρι τότε η εξέταση του Βυζαντίου γινόταν στο εσωτερικό της γενικής η παγκόσμιας ιστορίας, χωρίς να αυτονομείται από το "σύμπλεγμα" της παγκοσμιότητας. η καινοτομία του Κ. Παπαρρηγόπουλου έγκειται στη συνεπή εφαρμογή του τρίσημου σχήματος αρχαία - μέση - νεότερη ιστορία στο ελληνικό έθνος και στην εισαγωγή του στο χώρο της σχολικής ιστορίας, που μάς, ενδιαφέρει εδώ. Το εγχειρίδιο του αυτό, που κομίζει επίσης τη ρομαντική ιστοριογραφική' αντίληψη, προκαλεί τις αντιδράσεις. των κλασικιστών λογίων της εποχής, όπως φαίνεται. από την κρίση που διατυπώνει για το βιβλίο ο Θ. Μανούσης ως μέλος της επιτροπής έγκρισης των διδακτικών βιβλίων (Ανθολόγιο 29). Την έκθεση

θρόνον, ανείχοντο βλέποντες τας πλέον ωραιοτέρας επαρχίας του κράτους διαρπαζομένας· από τους πολεμίους και κυριευομένας από αυτούς" (σ. 79). Πβ. ,καί την έκδοση του 1853: Α. Α. Κ. Kammerer, Σννοψις της γενικής Ιστορίας... Γ. Γενναδίου..., Αθήνα 1853, σ. 56.

1. 'Ενδεικτικά παραθέτω εδώ την παρατήρηση του Γ. Γ. Παππαδόπουλου (Ανταπάντησις εις τον Κ. Παπαρρηγόπουλον, Αθήνα 1845,· σ.Ν34·) ότι η βυζαντινή ιστορία πρέπει να διδάσκεται εκτενέστερα "καί ώς ιστορία του προγονικού θρόνου, προς τον οποίον αι εθνικαί συμπάθειαι φέρουσιν ήμας, και μετά του οποίου συνδέεται η νεωτέρα ημών Ιστορία". Γιά την έριδα του Γ. Γ. Παππαδόπουλου με τον Κ.Παπαρρηγόπουλο βλ. Κ.Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος..., ο.π., σ. 122-125. Ο Κ.Παπαρρηγόπουλος, ωστόσο, το 1845, προλογίζοντας τα Στοιχεία της Γενικής Ιστορίας του Levi, επισημαίνει και αυτός το κενό που υπάρχει στην ιστορική διδασκαλία "από της καταλύσεως της ελευθερίας μέχρι της ανακτήσεως της" (Ανθολόγιο 21 β). Τίς πιο ολοκληρωμένες απόψεις πάντως για το χαρακτήρα της βυζαντινής ιστορίας παρουσιάζει, την ίδια περίπου εποχή, ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος· οι θέσεις του αποτελούν απάντηση στον Γιββωνα: "αντί Μοίρας επισπευδούσης την Παρακμήν και ΙΙτώσιν των Ρωμαίων, ενεργεί εν τη Βυζαντινή πολιτεία νόμος 'Ελληνικής και πνευματικής Αναγεννήσεως": Σπ. Ζαμπέλιος, Βυζαντινοί Μελέται. Περί πηγών νεοελληνικής εθνότητας από Η' άχρι Γ εκατονταετηρίδας μ.Χ., Αθήνα 1858, σ. 34.

2. Ο Θ. Μανούσης και ο Κ.Ασώπιος στην Αγγελιαν τους για την έκδοση του Corpus scriptorum historiae Byzantinae γράφουν (Αθήνα, αρ. 1242, 12 Αυγούστου 1845): "Δυο είναι αι γενικώταται περίοδοι, εις τας οποίας είναι δυνατόν να διαιρεθή η μακρά του ελληνικού έθνους ιστορία, η αρχαία ελληνική, αρχομένη από των αρχαιοτάτων χρόνων και λήγουσα εις την υπό των Ρωμαίων άλωσιν της Κορίνθου, ότε η Ελλάς υποχείριος γενομένη κατέστη ρωμαική επαρχία, και η μέση ελληνική ιστορία, αρχομένη εκ της υπό του Κωνσταντίνου μεταθέσεως του αυτοκρατορικού θρόνου εις το Βυζάντιον και λήγουσα εις την διά της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως παντελή των 'Ελλήνων υποδούλωσιν. [. . .] αν και η μέση περίοδος δεν παρήγαγε ούδ' ενα ιστορικόν συγγραφέα άξιον να παραβληθή και μακρόθεν προς τους ένδοξους της αρχαιότητος ιστορικούς, αλλ' όμως η περίοδος αύτη, καθό πλησιεστέρα εις ημάς όχι μόνον κατά τον χρόνον, άλλα και κατά τα συμφέροντα, είναι βεβαίως αξία σπουδαιοτάτης μελέτης. Είμεθα απόγονοι της γενεάς, ήτις έζησε κατά την εποχήν ταύτην' κατ' αυτήν διεμορφώθη η γλώσσα, την οποίαν σήμερον λαλούμεν και γράφομεν κατ" αυτήν καθιερώθησαν οι νόμοι, υφ' ων διέπονται τα ιδιωτικά ημών δίκαια· κατ' αυτήν έλαβον

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/38.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

συνυπογράφει, ως μέλος της ίδιας επιτροπής, ο Στέφανος Κουμανούδης1, .Ο νεοτερικός χαρακτήρας της Ιστορίας του ,1853 περιόρισε· λοιπόν καταρχάς ΐήν εμβέλεια της επιρροής της. Σ'τόν ευρύτερο χώρο του διδακτικού βιβλίου, απ' Όσο μπόρεσα να ερευνήσω -εφόσον αυτή εδώ η μελέτη επικεντρώνει, το ενδιαφέρον κατεξοχήν στο ιστορικό και γεωγραφικό εγχειρίδιο- η πρωιμότερη ανταπόκριση προέρχεται από τον Λέοντα Μελά. στον Γεροστάθη του, που εκδίδεται το 1858,· διαβάζουμε, για την "Έλληνικήν μας Αυτοκρατορίαν" και τον "τελευταίον των Αυτοκρατόρων μας" Κωνσταντίνο Παλαιολόγο (Ανθολόγιο 36)."Αν λογαριάσουμε εδώ τη μεγάλη διάδοση που είχε ο Γεροστάθης, μπορούμε να υποθέσουμε; ότι απόψεις για την ελληνικότητα της βυζαντινής αυτοκρατορίας είχαν πολύ ευρύτερη διάδοση από αυτήν που μας αποκαλύπτουν τα επίσημα προγράμματα διδασκαλίας. Στην περιοχή του καθαρά ιστορικού εγχειριδίου, ωστόσο, το παράδειγμα του Κ. Παπαρρηγόπουλου μένει χωρίς συνέχεια2, τουλάχιστον μέχρι την ολοκλήρωση της έκδοσης της μεγάλης πεντάτομης Ιστορίας του το 1874, η όποια επικυρώνει την πρωτόλεια προσπάθεια του και αποκρυσταλλώνει το ιστοριογραφικό1 ερμηνευτικό σχήμα του.

Πρώτη θετική ανταπόκριση το 1866, όταν ο Γ, A, Βακαλόπουλος, καθηγητής στο A' Γυμνάσιο Αθηνών, στον Πρόλογο της Γενικής Ιστορίας του, η οποία αποτελεί μετάφραση του γερμανικού εγχειριδίου του Wilhelm Pütz, αναφέρει ως "πηγή" για τη μέση και τη νέα ελληνική ιστορία τον Παπαρρηγόπουλο (Ανθολόγιο 49α), ενώ εντάσσει στο κείμενο δικό του κεφάλαιο για το βυζαντινό πολιτισμό (Ανθολόγιο 49β). Το βήμα είναι πολύ τολμηρό για να το ακολουθήσουν κι άλλοι. Έτσι, ένα χρόνο μόλις μετά, ο Δ, Βερναρδάκης,

γένεσιν αι δοξασίαι και τα έθιμα, τα οποία μεταξύ ημών επικρατούσι· κατ' αυτήν τελευταίον κατεστάθη η Θρησκεία, της οποίας η ιερότης, αι εντολαί, αι επαγγελίαι παρηγορούσι, καθαρίζουσι, ζωογονούσι τας ελπίδας του ανθρώπου".

1. Βλ. εδώ, σ. 22, σημ. Ι. Ο Κουμανούδης από τον Μάιο του ίδιου χρόνου είχε αποδοκιμάσει, έμμεσα, τις απόψεις του Κ. Παπαρρηγόπουλου : Στ. Κουμανούδης, Λόγος εκφωνηθείς τη 20 Μαΐου 1853 κατά την επέτειον εορτήν της Ιδρύσεως του Πανεπιστημίου του "Οθωνος, Αθήνα 1853. Αντιδράσεις και αμφισβητήσεις της ελληνικότητας του Βυζαντίου εξακολουθούν να εκφράζονται τις επόμενες δεκαετίες· ώς το τέλος των χρόνων 1870 - 1880 εντοπίζει o Κ.Θ. Δημαράς : Ελληνικός Ρωμαντισμός, ό.π., σ. 380-382. Η γιββωνική θεωρία, που αποτέλεσε τη διαφωτιστική θέση για το Βυζάντιο, εξακολουθεί να έχει τους οπαδούς της ανάμεσα στους Έλληνες λογίους.

2. Ο Γεώργιος Θεόφιλος δημοσιεύει το 1864 Επίτομον Ιστορίαν της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία, απευθύνεται "προς πάντα μεν Ορθόδοξον Χριστιανόν, ιδίως δέ προς την φιλομαθή νεολαίαν". Παρόλο που το γεγονός της δημοσίευσης ενός αυτοτελούς εγχειριδίου για το Βυζάντιο μπορεί να είναι σημαντικό καθεαυτό, εντούτοις το περιεχόμενο αυτής της Επιτομής δεν την τοποθετεί στην κατεύθυνση της σκέψης του Παπαρρηγόπουλου. Ο Θεόφιλος προβάλλει το χριστιανικό χαρακτήρα και όχι την ελληνικότητα του Βυζαντίου.

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/39.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

στο δικό του εγχειρίδιο για τα γυμνάσια, εξακολουθεί να μιλά για "δύο ατελευτήτους δουλικάς χιλιετηρίδας" (Ανθολόγιο 51β). Όσο πλησιάζουμε στα 1880 τα πράγματα αποκτούν περισσότερο συγκεκριμένη μορφή. Το 1873 ο Κ. Ξανθόπουλος επικρίνει τη χρήση των μεταφρασμένων ξένων εγχειριδίων, επειδή δεν αναπτύσσουν με επάρκεια "την ελληνικήν [ιστορίαν] κατά τους μέσους αιώνας, την Βυζαντινήν δηλονότι" (Ανθολόγιο 56). Το 1879 ο 'Δ. Η. Κυριακόπουλος, καθηγητής στο Γ' Γυμνάσιο Αθηνών, κάνει λόγο για το "Βυζαντινόν ελληνικόν κράτος" (Ανθολόγιο 65β) και στον πρόλογο του αναφέρει μεταξύ άλλων, όπως και o Βακαλόπουλος πριν από δεκατρία χρόνια, ώς πηγή για την ελληνική ιστορία τον Παπαρρηγόπουλο (Ανθολόγιο 65α). Στο εγχειρίδιο αυτό, που προορίζεται για τα γυμνάσια, η βυζαντινή ιστορία καλύπτει το 18% των σελίδων, ενώ η αρχαία το 66,5% και η νεότερη το 15,5%. Μιά παρόμοια κατανομή της όλης χαρακτήριζε και την Ελληνικήν Ιστορίαν του Γ, A. Βακαλοπούλου (Αθήνα 1866): 63 % για την αρχαία, 15 % για τη, μέση και 22% για τη νεότερη ιστορία. Το ποσοστό για τη βυζαντινή ιστορία, είναι σχετικά υψηλό σε σύγκριση με άλλα σύγχρονα εγχειρίδια. Η Ελληνική Ιστορία του A. Ι.  Αντωνιάδη για τα γυμνάσια το 1878 αφιερώνει, για παράδειγμα, 78% των σελίδων στην αρχαία ιστορία, 10% στη μέση και 12% στη νεότερη. Στά προγενέστερα εγχειρίδια γενικής ιστορίας τα όποια, όπως έχω προαναφέρει, ήταν στην πλειοψηφία τους μεταφράσεις ξένων σχολικών βιβλίων, οι σελίδες κατανέμονται σε ίσες αναλογίες στην αρχαία, τη μέση και τη νεότερη ιστορία, αλλά οι παράγραφοι που αφιερώνονται στη βυζαντινή και τη νεότερη Ελλάδα είναι ελάχιστες. Στά λίγα εγχειρίδια ελληνικής ιστορίας "από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς" που εκδίδονται ώς τη δεκαετία του 1870, η κατανομή των τριών ιστορικών περιόδων είναι σαφώς δυσανάλογη1.

Η επίσημη καθιέρωση του σχήματος του Κ. Παπαρρηγόπουλου έρχεται το 1882 με τους διαγωνισμούς των διδακτικών βιβλίων, τριάντα δηλαδή χρονιά μετά την πρώτη έκδοση του εγχειριδίου του. Είναι πολύ ενδιαφέρον, όμως, ότι τη στιγμή ακριβώς που υιοθετείται η ιστοριογραφική άποψη του Παπαρρηγόπουλου, το ίδιο το βιβλίο του απορρίπτεται για σχολική χρήση, με το σκεπτικό ότι είναι πια ξεπερασμένο (Ανθολόγιο 76). Η επίσημη απόρριψη του ρομαντισμού, που εκδηλώνεται τώρα για δεύτερη φόρα, υπαγορεύεται βεβαίως από διαφορετικούς λόγους σε κάθε μία από τις δύο περιπτώσεις. Στο

1. Στην Σύνοψιν της Ιστορίας της 'Ελλάδος του Δ. Πανταζή (Αθήνα 1863) η ύλη κατανέμεται ως εξής: 83 % για την αρχαία, 5% για τη μέση και 12 % για τη νεότερη ιστορία, Στα Ελληνικά του Αναστάσιου Πολυζωίδη, εγχειρίδιο των γυμνασίων που εκδίδεται σε δύο τόμους το 187Ο, από τις 536 συνολικά σελίδες, μόλις οι 69 αναφέρονται στην εποχή από το 146 π.Χ. ως τον Όθωνα.

Σελ. 39
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/40.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

διάστημα που μεσολαβεί όμως, και παρόλο που στοιχεία της ρομαντικής ιστοριογραφίας εισάγονται στο ιστορικό σχολικό εγχειρίδιο, η παρουσία του ρομαντισμού -στο χώρο της εκπαίδευσης τουλάχιστον- είναι "λανθάνουσα" και όχι κυρίαρχη. Οι θετικιστικές επιρροές που δέχεται η ιστορική επιστήμη στην Ελλάδα, στα τέλη του 19ου αιώνα, οδηγούν στην απόρριψη της "μορφής" -όχι του περιεχομένου- του εγχειριδίου του 1853. Προκρίνεται πλέον ένα άλλο είδος ιστορικής γραφής η οποία στηρίζεται στη σχολαστική έρευνα τών1 πηγών και στη 'χωρίς τη συναισθηματική συμμετοχή του συγγραφέα παρουσίαση των ιστορικών γεγονότων. "Αντιπαιδαγωγική" θεωρείται λοιπόν η χρήση των επιρρημάτων "δυστυχώς" η "ευτυχώς" στα διδακτικά βιβλία από τους κριτές του 1894 και του 19111. Επικρίνεται επίσης η άγνοια των νεότερων αρχαιολογικών ερευνών κατά τη συγγραφή της ιστορίας της αρχαίας. Ελλάδας και των ανατολικών λαών. Στά ογδόντα χρόνια που καλύπτει, αυτό εδώ το Ανθολόγιο, η μικρή σχολική Ιστορία,τού Κ. Παπαρρηγόπουλου, τυπώνεται, επίσημα, άλλες 'τρεις φορές.μετά το 1853 το1881 το 1888 και το 1896. Ο περιορισμένος αριθμός επίσημων εκδόσεων του εγχειριδίου,: σε; σύγκριση με .τις πολλαπλές επανεκδόσεις άλλων εγχειριδίων την 'ίδια εποχή, μπορεί να είναι εντούτοις, παραπλανητικός, για την πραγματική. διάδοση του, που είναι είτε άμεση, μέσω της ευρύτατης κλεψίτυπης αναπαραγωγής - του,' είτε έμμεση, με την επιρροή του σε άλλους σχολικούς συγγραφείς, όπως ήδη επισημάνθηκε.

Από το 1884 λοιπόν, στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης άρχισε να διδάσκεται "ιστορία του ελληνικού έθνους", ενώ κάθε περίοδος της ελληνικής ιστορίας αντιστοιχούσε σε μια τάξη του γυμνασίου, αρχίζοντας από την αρχαία ιστορία (Ανθολόγιο 77), Αυτή η "εξελικτική" διάρθρωση της ύλης, σύμφωνα με την όποια στις κατώτερες τάξεις διδάσκονταν αρχαιότερες ιστορικές εποχές, στηρίζεται στο στενό παραλληλισμό του βίου του ατόμου με το βίο των εθνών. Οπως έγινε από τους γερμανούς ρομαντικούς. Βασική αρχή η ρήση του Βάκωνα antiquitas saeculi juventus mundi. Οι τρεις ηλικίες του ανθρώπου δηλαδή χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν τις τρεις ιστορικές περιόδους (αρχαία - μέση - νεότερη) από τις οποίες διήλθε η ανθρωπότητα (Ανθολόγιο 23, 43). Μέσα από μια τέτοια οπτική, οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι αντιπροσωπεύουν τη νεότητα του ανθρώπινου γένους. Σ' αυτόν τον παραλληλισμό στηρίζεται και η κατά τάξεις κατανομή της Ιστορικής ύλης, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται

1. "Εκθέσεις κριτών των διδακτικών βιβλίων", Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Παράρτημα ~Β', 113, 19 Οκτωβρίου 1894, σ. 750 (εισηγητής ο Κ.Κασιμάτης), και "Έκθεσις περί των ιστοριών της γ' τάξεως του γυμνασίου", Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Παράρτημα Β', 247,3θ Νοεμβρίου ι9ιι (πρόεδρος και εισηγητής ο Σπ.Λάμπρος).

2. "Εκθέσεις κριτών...", 1894, ο.π., σ. 821.

Σελ. 40
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/41.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

στην αντίστοιχη αντιληπτική ικανότητα του παιδιού. Θεωρείται δηλαδή ότι η Οργάνωση της αρχαίας κοινωνίας, ως απλούστερη, είναι ευκολότερα κατανοητή από τα πιο μικρά παιδιά, ενώ αντίθετα οι κοινωνικές σχέσεις που υπάρχουν στη νεότερη εποχή είναι πολυπλοκότερες και γι' αυτό απαιτούν μεγαλύτερη ωριμότητα. Τις απόψεις αυτές εκφράζει τόσο ο Δημήτριος Πετρίδης το 1881 (Ανθολόγιο 69α) όσο και ο Χρίστος Παπαδόπουλος το 1883 (Ανθολόγιο 73). Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1912, o Π. Π. Οικονόμος την ίδια αρχή χρησιμοποιεί για την επιλογή της ύλης των αναγνωστικών βιβλίων του δημοτικού σχολείου, ύλη κατεξοχήν ιστορική (Ανθολόγιο 158).

Τα προγράμματα του Αθανασίου Ευταξία το 1897 καινοτομούν ως προς την εξελικτική διάρθρωση της ιστορικής διδασκαλίας: η αρχαία ιστορία ορίζεται, να διδάσκεται στη Γ' τάξη του .γυμνασίου και όχι στην A', όπου διδάσκεται πλέον Ρωμαική ιστορία ως τον Μέγα Κωνσταντίνο (Ανθολόγιο 125β). Η αλλαγή αυτή, όπως αιτιολογείται από τον ίδιο τον Ευταξία στην εισηγητική του έκθεση, εγγράφεται σε μια διαφοροποιημένη αντίληψη - της ιστορικής διδασκαλίας η οποία στρέφεται πλέον προς την ιστορία του πολιτισμού, ανανεώνοντας κατά συνέπεια και διευρύνοντας τα αντικείμενα: πραγμάτευσής της 1. Η διαφοροποιημένη αυτή αντίληψη διαφαίνεται, εξάλλου, στα ίδια προγράμματα, στον τρόπο διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών. Τον 19ο αιώνα η συμβολική αξία που αποκτά η αρχαία ελληνική γλώσσα προσδίδει έναν τυπολατρικό χαρακτήρα στη διδασκαλία της, με έμφαση επομένως σε κατεξοχήν μορφικά κριτήρια για την επιλογή των διδακτέων συγγραφέων (γλωσσική καθαρότητα, σύνταξη, γραμματική κλπ.). Στα προγράμματα του 1897 όμως, οι αρχαίοι συγγραφείς, Έλληνες και Λατίνοι, αντιπρόσωποι των εαυτών

1. Η ανανεωτική αυτή τάση αντιστοιχεί στην κίνηση που παρουσιάζεται στη δυτική Ευρώπη και κυρίως στη Γερμανία, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, για τη μελέτη της λεγόμενης "Kulturgeschichte". Εκτεταμένη ανάπτυξη για τις τέχνες και τα γράμματα σε κάθε ιστορική περίοδο αφιερώνουν οι μεταφραστές των γερμανικών ιστοριών του Georg Weber και του Wilhelm Pütz, Α.Ι.Αντωνιάδης και ΓΑ.Βακαλόπουλος αντίστοιχα, εφόσον τα ανάλογα κεφάλαια περιέχονται στο πρωτότυπο. Ο ΓΑ. Βακαλόπουλος, πάντως, το παρουσιάζει ως δική του επιλογή, γράφοντας ότι "η σημασία εκάστου λαού δεν εξαρτάται μόνον εκ των πολεμικών πράξεων, άλλα και εκ της προς τον πολιτισμόν αναπτύξεως αυτού" (Ανθολόγιο 49α).Αλλά και o Δ.Ν. Βερναρδάκης, στο Εγχειρίδιον Γενικής Ιστορίας (1867), αφιερώνει κεφάλαια στην "ιστορίαν του πνευματικού βίου των εθνών" (Ανθολόγιο 51α). Ο Δ. Κ. Ζαγγογιάννης, ο κυριώτερος εμπνευστής του προγράμματος του 1897, είχε ήδη το 1889 τονίσει την αναγκαιότητα της ιστορίας του πολιτισμού στα γυμνάσια "ι'να μη μονομερείς και έσφαλμένας παραστάσεις οι μαθηταί μας σχηματίζωσι περί του βίου των διαφόρων εθνών, νομίζοντες ότι ταύτα ουδέν έτερον έπραττον ή να μάχωνται προς άλληλα": Δ. Κ. Ζαγγογιάννης, Συμβολαί εις αναμόρφωσιν της παρ' ημίν μέσης εκπαιδεύσεως, Αθήνα 1889, σ. 33. Παρόμοιες απόψεις διατυπώνει και o Σπ.Λάμπρος ως εισηγητής της Εκθέσεως για τα εγχειρίδια ιστορίας του γυμνασίου το 1894. Βλ. εδώ. Ανθολόγιο 112β.

Σελ. 41
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/42.gif&w=600&h=915 18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΕΙΚΟΝΑ 11

Σελ. 42
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/43.gif&w=600&h=915 18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΕΙΚΟΝΑ 12.

Σελ. 43
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/44.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

χρόνων", αντιμετωπίζονται ως πηγή για την ιστορική γνώση (Ανθολόγιο 125α). Η αλλαγή στον τρόπο κατανομής της ιστορικής ύλης στις γυμνασιακές τάξεις, η οποία εισάγεται, το 1897, είναι προσωρινή (εφαρμόζεται και στο πρόγραμμα του 1906, το οποίο είναι βέβαια πιστή αντιγραφή του προγράμματος του 1897), και με το πρόγραμμα του 1914 επανέρχεται η ίδια εξελικτική διάρθρωση. Κρίνεται όμως πλέον απαραίτητο να τονισθεί, σε ειδική σημείωση του προγράμματος, η ιστορία του πολιτισμού ως αναγκαίο γνωστικό αντικείμενο της διδασκαλίας της ιστορίας στο γυμνάσιο (Ανθολόγιο 163).

Τα ίδια περίπου χρόνια, στις αρχές δηλαδή του 20ού αιώνα, αρχικά παράλληλα και στη συνέχεια σε διασταύρωση με τον επίσημο λόγο, αρθρώνεται ο λόγος του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Οι μεταρρυθμίσεις που προτείνει για τη λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος βρίσκουν την ευκαιρία της έμπρακτης έκφρασης στο Ανώτατο Παρθεναγωγείο Βόλου, Εκεί, ο Αλέξανδρος Δελμούζος παραβιάζει το επίσημο πρόγραμμα: στη διδασκαλία τής, ιστορίας ξεκινά από το νεότερο ελληνισμό εφαρμόζοντας μια, θα λέγαμε, "Οπισθοχωρούσα" μέθοδο (Ανθολόγιο 153). Η ανατροπή αυτή του προγράμματος δε σημαίνει άρνηση της εξελικτικής ιδέας, αλλά απεικονίζει τη μετατόπιση, από τους δημοτικιστές, του κέντρου βάρους στο σύγχρονο πολιτισμό. Στο Υπόμνημα του Εκπαιδευτικού 'Ομίλου προς το Κεντρικό Εποπτικό Συμβούλιο της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως το 19121 και στα Νομοσχέδια του 19132 ο σύγχρονος πολιτισμός είναι το κέντρο της διδασκαλίας αλλά ως απόληξη και όχι ως αφετηρία. Η ιστορία του έθνους δηλαδή είναι ο πρόλογος και η απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση της σύγχρονης κατάστασης του. Απορρίπτεται έξαλλου η αποσπασματικότητα των γνώσεων, και η διδακτέα ύλη διαρθρώνεται έτσι ώστε να προβάλλεται ο πολιτισμός στο σύνολο των εκδηλώσεων του, να δίνεται η καθολική εικόνα κάθε εποχής -με την τέχνη, τη φιλολογία, την ιστορία. Γύρω από την ιστορική ύλη κάθε τάξης οργανώνεται επομένως και η ύλη των υπόλοιπων μαθημάτων. Η ενότητα του ελληνικού πολιτισμού μέσα στο χρόνο εξασφαλίζει ισότιμη αντιμετώπιση και στις τρεις εποχές του εθνικού βίου. Η υπέρβαση του κλασικισμού λοιπόν από τους δημοτικιστές ενισχύει την έννοια της πολιτισμικής συνέχειας, πάντα μέσα στο πλαίσιο της αρχικής σύλληψης του Κ. Παπαρρηγόπουλου.

Έγινε λοιπόν φανερό πως μετά το 1880 το Βυζάντιο αποτελεί για τη σχολική ιστοριογραφία οργανικό κομμάτι της ελληνικής ιστορίας. Ο "ευτελής και δεισιδαίμων Βυζαντινός", σύμφωνα με τις εκθέσεις των κριτών των διδακτικών βιβλίων το 1884 (Ανθολόγιο 76), είναι Έλληνας, εκπρόσωπος και

1. Δημήτρης Γληνός, Άπαντα, τ. Β' (1910 - 1914), Εκδοτική φροντίδα. Εισαγωγή, Σημειώσεις: Φίλιππος Ηλιού, Αθήνα 1983, σ. 100-147.

2. Στο ίδιο, σ. 183-369.

Σελ. 44
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/45.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

αυτός, πλάι στον Αθηναίο της εποχής του Περικλή και στον "θυμοειδή αρματωλόν και κλέφτην", του "ιδιάζοντος χαρακτήρος του Ελληνικού έθνους". Παράλληλα με την αναγνώριση της ελληνικότητας του Βυζαντίου γίνεται και η αξιολόγηση του, δηλαδή εκτιμάται η προσφορά του στο πλαίσιο όχι μόνο της ελληνικής αλλά και της παγκόσμιας ιστορίας (Ανθολόγιο 78). Έτσι, το 1894 υπάρχει πλέον η δυνατότητα να απαριθμηθούν λεπτομερώς οι θετικές όψεις της βυζαντινής αυτοκρατορίας στα εγχειρίδια ιστορίας (Ανθολόγιο 113), ενώ οι κριτές για τα διδακτικά βιβλία της ίδιας χρονιάς τονίζουν ότι πρέπει να εξοβελισθούν πια οι άδικες αντιλήψεις για το Βυζάντιο και η "παράστασις του βυζαντιακού κράτους ως ενδιαιτήματος κακούργων ή φρενοβλαβών" 1.

Παρ' όλα αυτά, μια στατιστική προσέγγιση της αναλογικής θέσης του Βυζαντίου στις σχολικές ιστορίες του ελληνικού έθνους που εκδίδονται κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα δείχνει ότι η βυζαντινή περίοδος δεν καλύπτει ποτέ περισσότερο από το 20% των σελίδων, σε αντίθεση με την αρχαία ιστορία η όποια κατέχει τουλάχιστον το ,μισό βιβλίο (53-77%). Το γεγονός επισημαίνει και ο Κ. Παπαρρηγόπουλος ως κριτής των ιστορικών εγχειριδίων για τη Γ' τάξη του Ελληνικού σχολείου, το 1888: "όσον δήποτε και αν υπερτιμήσωμεν την ηθικήν και πολιτικήν αξίαν της αρχαίας ημών ιστορίας, αδύνατον να παραδεχθώμεν ότι πάσα η λοιπή δεν πρέπει να κατέχη ει μη το πέμπτον αυτής μέρος" 2. με το πρόγραμμα του 1897 όμως καταργούνται παρόμοιου περιεχομένου εγχειρίδια -που καλύπτουν δηλαδή το σύνολο της ελληνικής ιστορίας- και η ιστορική ύλη κατανέμεται ισόβαρα στα έτη της μέσης εκπαίδευσης, δηλαδή διδάσκεται μία ιστορική περίοδος ανά έτος. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα δημοτικά σχολεία. Στις 'Οδηγίες του Δ. Γ. Πετρίδη το 1881 αφιερώνεται στη βυζαντινή ιστορία μία μόλις ενότητα από τις δώδεκα που συνολικά διδάσκονται στο μάθημα της ελληνικής ιστορίας ('Ανθολόγιο 69β), ενώ στο πρόγραμμα του 1894 ανήκουν στη βυζαντινή περίοδο οι πέντε ενότητες από τις εικοσιτέσσερις της ιστορίας της Δ' τάξης (Ανθολόγιο 111). με το διαγωνισμό του 1895 ακολουθείται στη διδασκαλία το σύστημα κατανομής της ιστορικής ύλης που προβλέπει -όπως και το πρόγραμμα του 1897 για τη μέση εκπαίδευση- τη διδασκαλία μιας ιστορικής περιόδου ανά τάξη (Ανθολόγιο 119).

1. "Εκθέσεις κριτών των διδακτικών βιβλίων", Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Παράρτημα Β', 113, 19 Οκτωβρίου 1894, σ. 868. Εισηγητής ο Σ.Π. Λάμπρος. Κάποιες αδράνειες στο σχολικό χώρο εξακολουθούν να λειτουργούν ως τα τέλη του αιώνα. Βλ. για παράδειγμα απόσπασμα από την Ιστορίαν της αρχαίας Ελλάδος του Α.Γ. Μακρυναίου το 1896 (Ανθολόγιο ι24).

2. "Έκθεσις τής... δευτέρας επιτροπής των κριτών...", Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Παράρτημα Β' (1888), σ. 67. Βλ. επίσης απόσπασμα της έκθεσης αυτής και εδώ. Ανθολόγιο 89α.

Σελ. 45
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/46.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

γ. Νεότερη Ιστορία - νεότερη γεωγραφία

Ανάλογη πορεία με το Βυζάντιο διαγράφει και η νεότερη ελληνική ιστορία, πάντα προς την κατεύθυνση του εξελληνισμού της σχολικής ιστορίας. η νεότερη ιστορία φυσικά δεν έχει η ίδια ανάγκη εξελληνισμού. Αντίθετα, μάλιστα, η Ελληνική Επανάσταση θεωρείται ως η κατεξοχήν απόδειξη της ελληνικότητας, εφόσον μ' αυτήν οι νεότεροι; Έλληνες αναδείχθηκαν σε γνήσιους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων. Πρόκειται για ένα γνωστό νομιμοποιητικό μηχανισμό που λειτουργεί με το στενό παραλληλισμό των δύο εποχών, και ο οποίος αποδεικνύει τελικά την αρχαιοελληνική καταγωγή των νέων Ελλήνων βάσει ενός και .μόνου στοιχείου, της επανάληψης. Η σύγκριση γίνεται σε όλα τα επίπεδα: ιστορία, γεωγραφία, γλώσσα.

Ανάμεσα στις δύο εποχές υπάρχει μέχρι το 1853, αλλά στην ουσία ως το 1880, ένα "κενό ιστορίας". Η εικόνα αυτή δύο ιστορικών περιόδων, που τις χωρίζουν αντί να τις συνδέουν δύο χιλιετηρίδες, αποκλείει, όπως είναι φυσικό, την έννοια της εξέλιξης στην Ιστορία, και συνεπάγεται μια ιστορική αντίληψη σχετικά στατική. Στασιμότητα σημαίνει εξάλλου η ίδια, η παραδοχή του αρχαιοελληνικού παρελθόντος ως κανονιστικού προτύπου για το παρόν και για το μέλλον και η επακόλουθη πίστη στην αποτελεσματικότητα της απλής μίμησης όχι μόνο του πνεύματος αλλά και του γράμματος του παρελθόντος. Από εδώ πηγάζει η ανάδειξη της αρχαίας ελληνικής γλώσσας σε συμβολική αξία και η μέχρις υπερβολής τυπολατρική διδασκαλία της στα σχολεία κάθε βαθμίδας. Μέσα σ' αυτό το ψυχολογικό κλίμα της ανεπάρκειας των νέων Ελλήνων, όχι τόσο ως προς τους "ομοεθνείς" προγόνους τους όσο ως προς τους "αλλοεθνείς" συγχρόνους τους, ο κλασικισμός λειτουργεί ως εργαλείο αλλαγής και προόδου1. Το περιεχόμενο της "προόδου" όμως δε συμπίπτει με την αντίστοιχη έννοια που αναπτύχθηκε από τη δυτική Ιστοριογραφία τον 18ο και 19ο αιώνα (και, με τις αμφισβητήσεις της, μέχρι σήμερα)2. Η στατική μίμηση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού ταυτίζεται αντιφατικά με την πρόοδο, 'Ως

1. Πβ. την ανάλυση του κλασικισμού που κάνει ο G.E.von Grunebaum, "The Concept of Cultural Classicism", Modern Islam, Νέα Υόρκη 1962, σ. 98-128. "Ο κλασικισμός", γράφει (σ. 98), "ως πολιτισμική επιδίωξη μπορεί να αναλυθεί σε τέσσερις συνιστώσες: 1) μια φάση πολιτισμικής ανάπτυξης στο παρελθόν (η απλώς ξένη) αναγνωρίζεται ως πλήρης και τελεία πραγμάτωση των ανθρώπινων δυνατοτήτων· 2) αυτή η πραγμάτωση υιοθετείται ως νόμιμη κληρονομιά η κυριότητα· 3) γίνεται αποδεκτή η δυνατότητα το παρόν να αναπλασθεί βάσει της τελειότητας του παρελθόντος (η της ξένης)· και 4) η επιδίωξη του παρελθόντος (η της ξένης πολιτισμικής φάσης) γίνεται δεκτή ως παραδειγματική και δεσμευτική για το παρόν".

2. Για την ιδέα της προόδου βλ. Jules Delvaille, £ssai sur l' Histoire de l'Idée de Progrès jusqu'à la fin du XVHe siècle, Παρίσι 191Ο, και W.Warren Wagar (έκδ.), The Idea of Progress Since the Renaissance, Νέα Υόρκη - Λονδίνο - Σίδνεϋ - Τορόντο 1969.

Σελ. 46
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/47.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

δείκτης αυτής της προόδου προβάλλεται κυρίως η εκπαίδευση και η εξάπλωσή της. Γι' αυτόν το λόγο σε όλες τις γεωγραφίες αναφέρονται, ανελλιπώς τα σχολεία κάθε τόπου στον ευρύτερο ελληνικό χώρο (ελληνικό κράτος και οθωμανική αυτοκρατορία), αλλά και η διάδοση της εκπαίδευσης στις διάφορες ευρωπαικές χώρες1. Με αυτά τα κριτήρια, όσο απομακρυνόμαστε από τη χρονική μας αφετηρία, το 1834, υπάρχει η τάση -στα σχολικά βιβλία τουλάχιστον- να κρίνεται θετικά το παρόν σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, δηλαδή τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια (Ανθολόγιο 90, 140). Διαπιστώνεται επομένως μια σχετική "πρόοδος", ενώ η ολοκλήρωση της εναποτίθεται με μια ανυπόμονη αισιοδοξία στο μέλλον2.

Μέσα από το πρίσμα της αρχαιολατρίας λοιπόν πρέπει να αντικρίσουμε τόσο την υπεροχή της αρχαίας, ιστορίας στο σύνολο της διδασκόμενης Ιστορικής όλης όσο και τη διδασκαλία της αρχαίας γεωγραφίας στις πρώτες δεκαετίες μετά την 'ίδρυση; του ελληνικού κράτους. Για την ποσοστιαία υπεροχή της αρχαίας ιστορίας έγινε ήδη λόγος. Πλήθος είναι εξάλλου οι μαρτυρίες ότι, i μέχρι τη δεκαετία του 1870 περίπου, στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, παρά τις επιταγές του επίσημου προγράμματος, διδασκόταν .αποκλειστικά αρχαία ιστορία3. "Η αρχαία γεωγραφία, εν η βλέπει τις ουχ ήττον και εν τη ιστορία τα άθλα των ημετέρων προγόνων και τον κολοσσόν της Ελληνικής ευφυΐας και δυνάμεως, το επί τοσούτον λέγω περισπούδαστον τούτο προς Έλληνας μάλιστα μαθητάς μάθημα, άνευ του όποιου ψιττακίζονται τα της ιστορίας και μένουσιν ακατάληπτα τα διάφορα ιστορικά συγγράμματα των ημετέρων προγόνων, η θεωρείται ουδεμιάς προσοχής αξία, η εξετάζεται

1. Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα η αξιολόγηση των ατόμων και των εθνικών ομάδων βάσει της παιδείας τους πρέπει να ερμηνευθεί μέσα στα πλαίσια της διαφωτιστικής σκέψης. Εξάλλου η εκπαίδευση υπήρξε κυρίαρχη αξία σε όλο τον 19ο αιώνα. Στο δεύτερο μισό του αιώνα όμως, και κυρίως στις δύο τελευταίες δεκαετίες του, η ανάγκη να επισημανθεί η ύπαρξη ελληνικών εκπαιδευτηρίων στην οθωμανική αυτοκρατορία από τα σχολικά βιβλία πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με την εθνική ιδεολογία: τα ελληνικά σχολεία θεωρούνται απόδειξη για την ύπαρξη του ελληνικού πληθυσμιακού στοιχείου και για την έντονη ελληνική πολιτισμική παρουσία στην Ανατολή.

2. Η πρόοδος αύτη μάλιστα αποδίδεται στην "ελευθερία", όπως άλλωστε και η πολιτισμική καθυστέρηση του ελληνικού έθνους στη μακρόχρονη δουλεία: "διά τον Οποίον υπέστησαν μακροχρόνιον δεσποτισμόν" (Ανθολόγιο 22). Αλλά "απείρως μεγαλειτέρα θα ήτο η πρόοδος εις όλα, εάν όλον το έθνος ηλευθερούτο" (Ανθολόγιο 129). Βλ. επίσης Ανθολόγιο Ι00β.

3. Πέρα από τις έμμεσες μαρτυρίες, μπορούμε να στηριχθούμε στο "Πρόγραμμα των κατά την θερινήν εξαμηνίαν του 1845 Μαθημάτων του έν Ναυπλία Β. Γυμνασίου και Ελληνικού Σχολείου και Μαθήματα πραγματικώς παραδοθέντα εν τε τω Γυμνασίω και τω Ελληνικώ Σχολείω κατά το απέναντι Πρόγραμμα", Αρχείο Γυμνασίου Ναυπλίου, ο.π.

Σελ. 47
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/48.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ολιγώρως εις τα υπάρχοντα παρ' ημίν εγχειρίδια"1. Πηγή για τη γεωγραφία των "ελληνικών χωρών" αποτελούν οι αρχαίοι, γεωγράφοι, κυρίως ο Στράβων και ο Παυσανίας. Κατά τη γεωγραφική επισκόπηση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, επομένως, δεν ακολουθείται η σύγχρονη διοικητική διαίρεση αλλά η αρχαία "ιστορική" διαίρεση σε Θεσσαλία, Μακεδονία, Θράκη, Ήπειρο κλπ. Αυτή η μεθοδολογική πρακτική μπορούμε να θεωρήσουμε ότι αρχικά εγγράφεται στο κλίμα της αρχαιολατρίας. "η γνώσις [των ελληνικών χωρών που δεν ανήκουν στο ελληνικό βασίλειο] είναι απαραιτήτως αναγκαία εις την ακριβή κατάληψιν της Ελληνικής ιστορίας και των Ελλήνων συγγραφέων" (Ανθολόγιο 17β)· Πολύ σύντομα όμως εξυπηρετεί συγκεκριμένα εθνικά συμφέροντα. η Πολύτιμη Κουσκούρη2, το 1854, συντάσσοντας Γεωγραφίαν της αρχαίας Ελλάδος δεν αφήνει αμφιβολίες για τις προθέσεις της συγγραφής: "Η Γεωγραφία αυτή προτίθεται ίνα διδάξη την νεολαίαν, οποίαν σμικράν γωνίαν γης κατέχει η Νέα Ελλάς απέναντι της γης των προπατόρων μας" (Ανθολόγιο 31).

Η "σύγχρονος" γεωγραφία δεν παραμελείται φυσικά (Ανθολόγιο 18β). Άλλωστε, ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα, οι διαφωτιστές λόγιοι είχαν επισημάνει αφενός τη σημασία της γεωγραφικής περιγραφής της Ελλάδας με την περιήγηση και την προσωπική παρατήρηση και αφετέρου την ανάγκη οι γεωγραφικές γνώσεις να παρέχονται με αφετηρία την πόλη η το χωριό του μαθητή, σύμφωνα με τις νέες αρχές της παιδαγωγικής, που πρότειναν την πορεία από το γνωστό προς το άγνωστο. Ταυτόχρονα παρατηρείται μια ανάλογη διαδικασία μ' αυτή του παραλληλισμού της αρχαίας με τη νέα ιστορία. Στα πρώτα προγράμματα για τη μέση εκπαίδευση η παλαιά και η νέα γεωγραφία ορίζεται να διδάσκονται "κατά παραλληλισμόν" (Ανθολόγιο 2, 15). Η παραβολή των αρχαίων ονομάτων με τα νεότερα αποτελεί την κυριότερη, ίσως, φροντίδα, των γεωγράφων, από τη στιγμή μάλιστα που η διδασκαλία της γεωγραφίας εξυπηρετρύσε την ιστορική διδασκαλία. Η συμβολή της αρχαίας

1. ΓΑ. Βακαλόπουλος, Στοιχειώδης Γεωγραφία...χάριν της εν τοις Ελληνικοίς σχολείοις διδασκόμενης νεότητας, Αθήνα 1848, σ. στ'-ζ'.

2. Η Πολυτίμη Κουσκούρη, κόρη του αγωνιστή της επανάστασης Ηλία Κουσκούρη, γεννήθηκε το 1820 στη Σπάρτη. 'Εργάστηκε ως δασκάλα στο Ναύπλιο, στον Πειραιά και στην Αθήνα, και πέθανε τη χρονιά που εκδόθηκε το βιβλίο της (1854) από χολέρα. Σε ένα ανυπόγραφο ένγγραφο του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως της 2 Σεπτεμβρίου 1855, διαβάζουμε για το εγχειρίδιο της: "δια την εκλογήν της ύλης και διά την ικανότητα της συγγραφέως, της μόνης παρ' ημίν αναδειχθείσης αξίας του ονόματος διδασκάλου γυναικείου φύλου, αναγνωρισθέν προ δύο ήδη ετών αναγκαιότατον προς την εκ της παραθέσεως διδασκαλίαν της επιτοπίου γεωγραφίας" (Γενικά Αρχεία του Κράτους, Οθωνικό Αρχείο, Παιδείας, φ. 39). Βλ. επίσης: Φλωρεντία Φουντουκλή, "Πολυτίμη Ηλία Κουσκούρη", Εφημερίς των Κυριών 4, τχ. 156 (11 Μαρτίου 1890), σ. 2-5.

Σελ. 48
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/49.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

γεωγραφίας εντοπίζεται κατεξοχήν στο θέμα των τοπωνυμίων. Στις σχολικές γεωγραφίες επικρατεί μεγάλη σύγχυση ως προς τη χρήση των αρχαίων η των νέων ονομάτων, η και των δύο μαζί. Κάθε συγγραφέας ακολουθεί δικό του σύστημα. Κοινή -προσπάθεια όλων είναι φυσικά ο εξελληνισμός των "βαρβαρικών" τοπωνυμίων 1, προσπάθεια που δεν έχει ολοκληρωθεί' μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα (Ανθολόγιο 17α, 92, 120). Το 1894, o Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, εισηγητής της επιτροπής των κριτών για τα εγχειρίδια της γεωγραφίας, γράφει: "Πάντες συγχέουσι τα αρχαία ονόματα προς τα νεώτερα, εναλλάξ αναγράφοντες που μεν πρώτον το αρχαίον, είτα δ' εν παρενθέσει το νεώτερον, που δέ πρώτον το νεώτερον, εν παρενθέσει δέ το αρχαίον. Ουδείς εφρόντισε να μάθη και καθορίση αν τα αρχαία ονόματα συμπίπτωσιν εις τους τόπους, οίτινες νυν φέρουσιν αυτά· ουδέ να διακρίνη ότι μέρη τινά της αρχαίας Ελλάδος ανήκον εις χώρας άλλας, η τας φέρουσας το αρχαίον όνομα, κατά τας σήμερον γενομένας διαιρέσεις του κράτους" (Ανθολόγιο 112α). η συμβολική σημασία της επαναφοράς των αρχαίων τοπωνυμίων είναι προφανής. Εξίσου συμβολική είναι η διατήρηση κάποιων νέων τοπωνυμίων: "μόνον εκείνα των ονομάτων πρέπει να διατήρηση μετά θρησκευτικής ευλάβειας ο Έλλην γεωγράφος, άτινα εδοξάσθησαν κατά την μεγάλην ημών επανάστασιν, π.χ. Μεσολόγγιον, Ύδρα, Σπέτσαι, Ψαρά, Δερβενάκια, Γραβιά κτλ." (Ανθολόγιο 118).

Πάντως, ακόμη και στα πρώτα χρόνια μετά το 1834, λίγα είναι τα εγχειρίδια αποκλειστικά αρχαίας γεωγραφίας, ενώ οι περισσότερες σχολικές γεωγραφίες προσπαθούν να περιγράψουν τη σύγχρονη Ελλάδα έστω και σε παραλληλισμό με την αρχαία, Όπως είδαμε, στο πέρασμα από την "αρχαία" στη "σύγχρονη" γεωγραφία οριακή θέση κατέχει η Στοιχειώδης σειρά γεωγραφικών μαθημάτων για τα Ελληνικά σχολεία που εκδίδει ο Σταύρος Σταθόπουλος το 1850. Ο Σταθόπουλος απορρίπτει την αρχαία γεωγραφία με το σκεπτικό ότι είναι "τής ιστορικής εν γένει γεωγραφίας έργον, ήτις και άλλον σκοπόν έχει, και άλλην οδόν βαδίζει". Στό δεύτερο μισό του αιώνα, η περιγραφή της σύγχρονης κατάστασης της Ελλάδας, αλλά και των υπόλοιπων ευρωπαικών κρατών, αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα για την εθνική αγωγή των ελληνοπαίδων, όπως θα αναλυθεί παρακάτω,

Όπως είναι φυσικό, τις δύο πρώτες δεκαετίες μετά το 1834, με την κυριαρχία των μεταφρασμένων εγχειριδίων και της λεγόμενης γενικοϊστορικής

1. Για το ίδιο Θέμα εκδηλώνεται παράλληλα και η μέριμνα της πολιτείας. Το 1909, για παράδειγμα, δημοσιεύεται Β.Δ. "Περί συστάσεως επιτροπείας προς μελέτην τοπωνυμιών της Ελλάδος και εξακρίβωσιν του ιστορικού λόγου αυτών", Εφημερίς της Κυβερνήσεως Α.', 125, 31 Μαΐου 1909. Πβ. επίσης: Ν. Γ. Πολίτης, "Τα ονόματα των δήμων", Επετηρίς Παρνασσού 3 (1899), σ. 54-80.

Σελ. 49
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/50.gif&w=600&h=915 18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΕΙΚΟΝΑ 13.  η Ελληνική Χερσόνησος.

Σελ. 50
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Ιστορία και Γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία (1834-1914)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 31
    18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

    για τα διδακτικά βιβλία -,BPA' του 1893, ,ΒΤΓ' του 1895 και ,ΓΣΑ' του 1907- ορίζουν να κρίνονται οι σχολικές γεωγραφίες από την ίδια επιτροπή που κρίνει και τις σχολικές ιστορίες (Ανθολόγιο 147). Από την άλλη μεριά, οι περισσότεροι συγγραφείς ιστορικών εγχειριδίων γράφουν και εγχειρίδια γεωγραφίας, ενώ στα γυμνάσια ο ίδιος καθηγητής διδάσκει συνήθως και τα δύο μαθήματα 1. Ο Νόμος ΑΣΞΔ' του 1885, ο οποίος αναφέρεται στο διδακτικό προσωπικό των γυμνασίων, Ορίζει έναν καθηγητή της "ιστορίας και γεωγραφίας" που μπορεί να διδάσκει "τα μαθήματα ταύτα εν δυσίν η τρισί συγχρόνως γυμνασίοις"2. Επισημαίνοντας την παραμέληση της γεωγραφικής διδασκαλίας ο Κωνσταντίνος Ράδος, σε επιστολή του προς το λοχαγό Βίκτωρα Δούσμανη το 1893, γράφει: "Το διδάσκον σώμα εν τη μέση εκπαιδεύσει κινδυνεύει να περιορισθή" παρ' ημίν πράγματι εις δύο και μόνον πρόσωπα Ελληνιστής και purus Mathematicus!" 3. Αργότερα, το 1904, σε εισαγωγικό κείμενο του στο A' τεύχος: του Γεωγραφικού- Δελτίου, περιοδικού που εκδίδει η Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία, τονίζει τη χρησιμότητα της γεωγραφικής γνώσης σε αντιδιαστολή με την κλασική παιδεία που παρεχόταν στα σχολεία (Ανθολόγιο 144).

    ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

    α. Οι "τομές" της ιστορίας

    Πλάι στη γεωγραφία, ως δεύτερη "θεραπαινίς" της ιστορίας τοποθετείται η χρονολογία. Γεωγραφία και χρονολογία ονομάζονται επίσης "οι δύο οφθαλμοί της ιστορίας" (Ανθολόγιο 12α). η χρονολογία όμως, σε αντίθεση με τη γεωγραφία, δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτόνομη επιστήμη ούτε διεκδικεί μια τέτοια αυτονομία. Εκδίδονται βέβαια κάποια ανεξάρτητα εγχειρίδια χρονολογίας, όπως του Κ. Ξανθόπουλου το 1857 (Ανθολόγιο 35) και του Γ. Κρέμου το 1879 4, αλλά αυτά αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις και ο ρόλος γινόταν και στο Πρόγραμμα του Γυμνασίου Ναυπλίου το 1843, όπου η Ιστορία κατατάσσεται στα "ελληνικά" μαθήματα ενώ η γεωγραφία στα "επιστημονικά" μαζί με τα μαθηματικά. Βλ. Τρ. Σκλαβενίτης, "η Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου και του Ελληνικού Σχολείου Ναυπλίου", ο.π.

    1. Βλ. άρθρο 66 του Β. Διατάγματος "Περί κανονισμού των Ελληνικών σχολείων και γυμνασίων", Εφημερίς της Κυβερνήσεως 87, 31 Δεκεμβρίου 1836, και εδώ, Ανθολόγιο 2.

    2. Νόμος ΑΣΞΔ' "Περί τροποποιήσεως διατάξεων τινών του νόμου της 31 Δεκεμβρίου 1836, Περί διοργανισμού των Ελληνικών σχολείων και γυμνασίων", 26 Ιουλίου 1885, Εφημερίς της Κυβερνήσεως 87, 31 Ιουλίου 1885.

    3. Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία. Καταστατικόν, Αθήνα 1908, σ. 10.

    4. Γ. Π. Κρέμος, Χρονολογία της Ελληνικής Ιστορίας προς χρήσιν παντός φιλομαθούς, Ιδία δε των εν τοις γυμνασίοις μαθητών, Αθήνα 1879.