Συγγραφέας:Κουλούρη, Χριστίνα
 
Τίτλος:Ιστορία και Γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία (1834-1914)
 
Υπότιτλος:Ανθολόγιο κειμένων-Βιβλιογραφία σχολικών εγχειριδίων
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:18
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1988
 
Σελίδες:789
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Βιβλιογραφία
 
Εκπαίδευση-Δευτεροβάθμια
 
Εκπαίδευση-Πρωτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1834-1914
 
Περίληψη:Στόχος του βιβλίου αυτού είναι η αναζήτηση των καταβολών της ιστορικής παιδείας στο νεοελληνικό κράτος, και κυρίως του τρόπου παροχής της, και η διερεύνηση των μηχανισμών διαμόρφωσης της Ιστορικής συνείδησης μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα στον 19ο αιώνα. Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη: Μία ιστορική εισαγωγή, ένα ανθολόγιο πηγών και μία βιβλιογραφία σχολικών εγχειριδίων. Τα κείμενα του ανθολογίου φιλοδοξούν να σκιαγραφήσουν τη φυσιογνωμία του ιστορικού και του γεωγραφικού μαθήματος κατά τον 19ο αιώνα, με έμφαση κυρίως στην ιδεολογική λειτουργία της διδασκαλίας, και για το λόγο αυτόν προτιμήθηκαν κείμενα κατεξοχήν στρατηγικά, όπως οι πρόλογοι των διδακτικών βιβλίων και οι επίσημες και μη οδηγίες για τη διδασκαλία, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια. Στη Βιβλιογραφία συγκεντρώθηκαν 727 τίτλοι σχολικών εγχειριδίων ιστορίας και γεωγραφίας για την περίοδο 1834-1914, που παρουσιάζονται με χρονολογική σειρά, και στο εσωτερικό κάθε έτους σύμφωνα με την αλφαβητική σειρά των ελλήνων συγγραφέων η μεταφραστών.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 54.55 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 56-75 από: 794
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/56.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

τουλάχιστον, παρόλο που η Κωνσταντινούπολη ' δεν αποβάλλει τη συμβολική της αξία για τον ελληνισμό, το ρόλο του κέντρου αναλαμβάνει η πρωτεύουσα Αθήνα.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ - ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ

Η πρώτη, χρονικά, αφηγηματική μορφή που εφαρμόζεται στις σχολικές γεωγραφίες και ιστορίες είναι η ερωταπόκριση: σε κάθε ερώτηση αντιστοιχεί μία και μονή "προκατασκευασμένη" · απάντηση. Ο δογματισμός αυτής της μεθόδου διδασκαλίας αντανακλά τις κατηχητικές πρακτικές αγωγής που εφαρμόζονταν σε όλη την Ευρώπη τον 170 και 180 αιώνα. Ήταν φυσικό το σύστήμα αυτό να εισαχθεί μιμητικά στα ελληνικά σχολεία ('Ανθολόγιο 4, 10, 52), και μάλιστα στο χώρο της προκαταρκτικής εκπαίδευσης1. Καθώς οι ερωταποκρίσεις εγκαταλείπονται στη Δύση, η χρήση τους φθίνει και στην Ελλάδα και μετά το 1885, φαίνεται πως δεν κυκλοφορεί πλέον κανένα διδακτικό βιβλίο τέτοιας μορφής 2.

Στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, και συγκεκριμένα από το 1886 ώς το 1893, χρησιμοποιείται στα Ελληνικά σχολεία ένας νέος τύπος ιστορικού βιβλίου, οι σκηνογραφίες. Ο αναπροσανατολισμός της παιδαγωγικής επιστήμης στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, που συνεπάγεται την εισαγωγή νέων διδακτικών μεθόδων με επίκεντρο το παιδί και την ιδιαιτερότητά

1. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα εγχειρίδια αυτά επιγράφονται συχνά "Κατηχήσεις", που αποτελεί φυσικά μετάφραση του ξενόγλωσσου τίτλου και περιγράφει με ενάργεια τη μέθοδο διδασκαλίας.

2. Το τελευταίο σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας που έχω υπόψη μου συνταγμένο με αυτή τη μέθοδο είναι η Επίτομος Ελληνική Ιστορία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του νυν, προς διδασκαλίαν εν τοις δημοτικοις σχολείοις υπό Α.Η.Κυριακοπούλου, Αθήνα 1885. Η Εθνική Κατήχησις του Νεοκλή Καζάζη (Αθήνα 1898), εγχειρίδιο πολιτικής αγωγής, που ορίζεται από το Υπουργείο των Στρατιωτικών (Εγκύκλιος 215, 8 Δεκεμβρίου 1899) να διαβάζεται "εν ώραις διδασκαλίας των όπλιτων", είναι γραμμένη επίσης με ερωταποκρίσεις. Πάντως, στο χώρο του ιστορικού και γεωγραφικού εγχειριδίου, όσο μπόρεσα να ερευνήσω, το σύστημα αυτό φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί στα τέλη του 19ου αιώνα. Αν όμως η ερωταπόκριση εγκαταλείπεται ως μέθοδος συγγραφής διδακτικού βιβλίου, δεν εγκαταλείπεται ώς μέθοδος διδασκαλίας: "Η διδασκαλία δια τούτο ανάγκη να μη ήνε μόνον διηγηματική, άλλα μάλιστα κατ' ερωταπόκρισιν, προκαλουμένου και εξεγειρομένου του πνεύματος· του παιδός εις αυτενέργειαν ήτις ύποτρέφει και κρατύνει την νοητικήν δύναμιν διά μυστηριώδους εξεγέρσεως, και διακόπτει την εκ της μονοτόνου παθητικής αντιλήψεως ψυχικήν νάρκην" (Εγκύκλιος του υπουργού των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Α Αυγερινού, χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου και χωρίς ακριβή ημερομηνία. Βλ. Πλάτων 2, 1879 - 1880, σ. 53 - 57). Η αλλαγή στο πνεύμα εφαρμογής της μεθόδου των ερωταποκρίσεων είναι σαφής και συνδέεται με τις νέες παιδαγωγικές αντιλήψεις που εισάγονται γύρω στο 1880 στον ελληνικό χώρο: πριν ευνοούσε τη μηχανική απομνημόνευση, τώρα είναι όπλο για την καταπολέμηση της.

Σελ. 56
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/57.gif&w=600&h=915 18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΕΙΚΟΝΑ 14

ΕΙΚΟΝΑ 15

Σελ. 57
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/58.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

του, ευνοεί οπωσδήποτε τη νέα αυτή αφηγηματική μορφή η οποία επιδιώκει να κάνει την ιστορική γνώση ευχάριστη και εύληπτη για τα παιδιά. Οι σκηνογραφίες, όπως κι η ίδια η λέξη δηλώνει, περιέχουν "σκηνές" της ελληνικής ιστορίας, κατά προτίμηση από την αρχαιότητα και την Ελληνική Επανάσταση. Οι σκηνές αυτές, παρόλο που τοποθετούνται σύμφωνα με τη χρονική τους διαδοχή, είναι κομμάτια της ιστορίας ασύνδετα μεταξύ τους και χωρίς σαφή τοποθέτηση μέσα στο χρόνο, έχουν επομένως ανεκδοτολογική μορφή. Αποβάλλουν έτσι κάθε ιστορικό χαρακτήρα, γίνονται απλές "διηγήσεις"1, οι οποίες παλινδρομούν μεταξύ μύθου και ιστορίας. Πρόσωπα και γεγονότα περιβάλλονται με τη γοητεία του παραμυθιού, του οποίου σκοπός δεν είναι η παροχή γνώσεων αλλά η συγκίνηση, η συναισθηματική συμμετοχή του παιδιού (Ανθολόγιο 94), Γι' αυτό οι σκηνογραφίες προορίζονται για μικρότερα παιδιά, του δημοτικού και του Ελληνικού σχολείου. Στο δημοτικό σχολείο ενσωματώνονται στο αναγνωστικό της Δ' τάξης (Ανθολόγιο :85), στο Ελληνικό αποτελούν αυτοτελές εγχειρίδιο για τη διδασκαλία της ιστορίας. με το διαγωνισμό του 1893 καταργούνται τόσο από την πρωτοβάθμια., όσο κι από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

η σκηνογραφική απόδοση της ελληνικής ιστορίας, συνδέεται με μια "θεατρική" αντίληψη του ιστορικού γίγνεσθαι. η παρομοίωση της ιστορίας με δράμα2 είναι πράγματι πολύ συχνή στα κείμενα εκείνα του 19ου αιώνα τα οποία εγγράφονται στο πλαίσιο της φιλοσοφίας της ιστορίας. Στη διδακτική πράξη, στον τρόπο που οργανώνεται η διδασκαλία της ιστορίας, μπορούμε να επισημάνουμε

1. Διηγήσεις από .την Ελληνική Επανάσταση είχαν κυκλοφορήσει αυτοτελώς το 1879 (των Π.Γ Πολίτη και Δ.Σ. Σκούφου), πριν από την καθιέρωση τους στους διαγωνισμούς του 1882 και 1886. Ο αφηγηματικός τύπος της "διήγησης" συνδέεται πάντως με τον Γεροστάθη του Λέοντος Μελά, που ήδη από το 1858 - χρονολογία της πρώτης έκδοσής του - καθιερώνει τη διαλογική μορφή του αναγνωστικού κειμένου. Όσον αφορά τα διδακτικά βιβλία ιστορίας, το διηγηματικό ύφος χαρακτηρίζει κατεξοχήν τα εγχειρίδια του Lamé Fleury, τα οποία μεταφράζονται από τα γαλλικά. Οι εκδόσεις αυτές όμως έπονται και δεν προηγούνται του Γεροστάθη. Στις επόμενες δεκαετίες πολλοί άλλοι συγγραφείς αναγνωστικών βιβλίων θα μιμηθούν το ύφος του Λέοντος Μελά. Βλ. και εδώ. Ανθολόγιο 64. "Συνομιλητικώς" ήταν γραμμένη και Των Παίδων η Γεωγραφία του Πέτρου του Ομιλητού, που εκδόθηκε από το αμερικανικό τυπογραφείο της Μάλτας το 1832· το ύφος της, πάντως, βρίσκεται πιο κοντά στην έρωταπόκριση παρά στη διήγηση "τύπου Γεροστάθη".

2. Στη δυτική ιστοριογραφία αφθονούν τέτοιες παρομοιώσεις. Ενδεικτική αξία έχουν οι απόψεις του Victor Cousin, τις όποιες παρουσιάζει ο Camille Jullian, ο.π., σ. ΧΧΧΙΙ: "η ιστορία είναι ίνα δράμα: ο συγγραφέας πρέπει να γνωρίζει "το θέατρο του δράματος". Και μέσα σ' αυτό το δράμα πρέπει να διακρίνει το ρόλο της "μάζας", που "γεμίζει τη σκηνή", και το ρόλο των "ηγετών", που μιλούν και χειρονομούν. "Οι τόποι, οι λαοί, οι μεγάλοι άνδρες", συμπέραινε ο Cousin, "ιδού τα τρία πράγματα με τα οποία εκδηλώνεται το πνεύμα μιας εποχής"".

Σελ. 58
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/59.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

τα συστατικά στοιχεία αυτού του "δράματος": η σκηνή του θεάτρου, ο τόπος δηλαδή όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα, αντικείμενο της γεωγραφίας, οι ήρωες του δράματος, οι "μεγάλοι άνδρες", και τα λόγια τους, οι φράσεις δηλαδή εκείνες και οι θεατρικές απαντήσεις που από μόνες τους σηματοδοτούν τις σημαντικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας, αντικείμενα κατεξοχήν της βιογραφίας. Η εικόνα παίζει ρόλο σημαντικό σ' αυτή τη θεατρικότητα. Και η εικονογράφηση των διδακτικών βιβλίων ιστορίας και των αναγνωστικών, αν και άτεχνη και σπάνια μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, οικοδομεί μια γλώσσα παράλληλη με το κείμενο: πίνακες μαχών, "μεγάλοι άνδρες", ιστορικά επεισόδια κατεξοχήν θεατρικά1, μνημεία της αρχαιότητας ή1 μνημεία - σύμβολα (Αγία Σοφία π.χ.). Δύο διαφορετικά γλωσσικά ιδιώματα λοιπόν, το κείμενο και η εικόνα2, τροφοδοτούν από κοινού μια σειρά από διαδοχικούς πίνακες, γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ελληνική ιστορία; Την κεντρική θέση στο "δράμα" αυτό κατέχει βέβαια το άτομο, ο ήρωας; Η ρομαντική ιστοριογραφική αντίληψη, που θεωρεί το άτομο ως καθοριστικό παράγοντα του ιστορικού γίγνεσθαι, ευνοεί την ανάπτυξη ενός άλλου τύπου ιστορικής αφήγησης, της βιογραφίας. Η βιογραφία χρησιμοποιείται για τη διδασκαλία της ιστορίας στη μέση εκπαίδευση (Ελληνικά σχολεία) στην ίδια περίπου περίοδο με τις σκηνογραφίες από το 1886 ώς το 1897. Η βιογραφική μέθοδος απευθύνεται επίσης στα μικρότερα παιδιά, κυρίως στους μαθητές του δημοτικού3. Στ" αχνάρια του Πλούταρχου, η βιογραφία "μεγάλων

1. Οι εικόνες οι οποίες περιέχονται στην πρώτη έκδοση του Γεροστάθη είναι οι εξής: "Ο ηρωισμός του Κυναιγείρου έν Μαραθώνι", "Ο Λεωνίδας προς τους πρέσβεις του Ξέρξου "ας έλθη να τα λάβη''", "Ο Φωκίων αποβάλλων τα δώρα του Αλεξάνδρου", "Ο φιλότιμος Θουκυδίδης ακροαζόμενος τον Ηρόδοτον", "Ο Κροίσος επί της πυράς "Μηδένα προ του τέλους μακάριζε''", "Φίλιππε ενθυμού ότι είσαι θνητός", "Ουδείς Αθηναίος εμαυροφόρησεν ένεκα του Περικλέους", "Ο Αριστείδης εξοστρακιζόμενος εύχεται υπέρ των Αθηναίων", "Λησμονούντες τάς αντιζηλίας ας συναγωνισθώμεν υπέρ της Πατρίδος", "Ο Σωκράτης προτιμών τον θάνατον παρά την εις τους Νόμους απείθειαν", "Η μήτηρ του Παυσανίου κατά του προδότου υιού της", "Ο Θεμιστοκλής προς τον Εύρυβιάδην "Πάταξον μεν άκουσον δέ", "Η Σπαρτιάτις προς τον υιόν της "η ταν η επί ταν"", "Αν δεν ήμην Αλέξανδρος ήθελα να ήμαι Διογένης", "Ο βασιλεύς Κόδρος πίπτων υπέρ Πατρίδος", "Η προς τους συμπολίτας του ελευθεριότης του Κίμωνος".

2 Για τη σημασία της εικόνας στη διδασκαλία, όχι αναγκαστικά ένταγμένης μέσα στο σχολικό εγχειρίδιο, βλ. την Εγκύκλιο 7114 / 2 Οκτωβρίου 1872, "Συστατική της δι" εικόνων διδασκαλίας των παίδων" (Γ. Βενθύλος, Θεσμολόγιον της δημοτικής εκπαιδεύσεως, τ. A', Αθήνα 1884, σ. 177 - 178), τη σημασία που αποδίδει ο Βλ. Σκορδέλης στην εικόνα για τη διδασκαλία της ιστορίας (Ανθολόγιο 82α) και το ρόλο της εικόνας μέσα στο αναγνωστικό σύμφωνα με το "Πρόγραμμα της ποσότητος και οικονομίας της ύλης των αναγνωστικών βιβλίων της δημοτικής εκπαιδεύσεως" του 1907 (Ανθολόγιο 150), και του 1912 (Ανθολόγιο 159).

3. Η πίστη στην αποτελεσματικότητα της βιογραφικής διδασκαλίας της ιστορίας αποτελεί κοινό τόπο στη δυτικοευρωπαική παιδαγωγική σκέψη του 19ου αιώνα. Χαρακτηριστικό

Σελ. 59
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/60.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ανδρών" της ελληνικής ιστορίας θεωρείται από πολύ νωρίς ως ένα από τα αποτελεσματικότερα μέσα για την ηθική διαπαιδαγώγηση των νέων (Ανθολόγιο 46, 79α, '97). Οι ήρωες που εκπροσωπούν το ελληνικό έθνος κατά τη διάρκεια της ιστορικής του πορείας προτείνονται ως πρότυπα συμπεριφοράς στους μικρούς μαθητές, ενεργοποιώντας τους μηχανισμούς ταύτισης και μίμησης, η περιγραφή των ηρώων περιορίζεται κατά κανόνα στις ηθικές τους ιδιότητες, δεν είναι όμως λίγες οι φορές που επιχειρείται και περιγραφή των φυσιογνωμικών τους χαρακτηριστικών (Ανθολόγιο 137). Ο συσχετισμός άλλωστε εξωτερικής μορφής και χαρακτήρα είναι μάλλον συνηθισμένος, έτσι ώστε η ομορφιά να συνεπάγεται αρετή και η ασχήμια κακία1. Στα διδακτικά. βιβλία πάντως αφθονούν οι χαρακτηρισμοί των μεγάλων ανδρών, στους οποίους συχνά δεν απαριθμούνται μόνο οι θετικές όψεις αλλά και οι αρνητικές ('Ανθολόγιο 10). Η μνεία όμως "ελαττωμάτων και κακών πράξεων" των ενδόξων ανδρών θεωρείται "αντιπαιδαγωγική" από τους κριτές των διδακτικών βιβλίων ιστορίας του διαγωνισμού του 1893 2. Πρόκειται για μια από τις κατευθυνόμενες : σιωπές της ιστορίας, για τις οποίες θα γίνει λόγος και στη συνέχεια. Η βιογραφική διδασκαλία της Ιστορίας ωστόσο, όταν παύει να εφαρμόζεται άμεσα -με αυτοτελή 1 εγχειρίδια βιογραφιών- συνεχίζει να επηρεάζει έμμεσα τα προγράμματα διδασκαλίας, εφόσον η διδακτέα ιστορική ύλη οργανώνεται γύρω από μεγάλες μορφές, Στα τέλη της περιόδου που εξετάζουμε αμφισβητείται για πρώτη φορά η χρησιμότητα της βιογραφίας, επικρίνεται η αποσπασματικότητα των εικόνων που παρέχει, και ευνοούνται οι καθολικές απόψεις του ιστορικού γίγνεσθαι 3.

είναι, για παράδειγμα, το άρθρο "Biographie" του Ε. Cuissard στον κατεξοχήν οδηγό για την πρωτοβάθμια διδασκαλία στη Γαλλία: F.Buisson, Dictionnaire de pédagogie et d'instruction primaire, Παρίσι 1882. Στην Ελλάδα η σημασία της βιογραφίας επισημαίνεται ήδη το 1839 στο περιοδικό Ο Παιδαγωγός, τ. Α', σ. 383 - 384.

1. "Ο Ηρακλής είχεν ανάστημα τεσσάρων πήχεων· οι οφθαλμοί του έλαμπον ως φλόγες' ψυχή δε γενναία και ατρόμητος ευρίσκετο εντός του πελωρίου εκείνου σώματος. Και μόνον λοιπόν αν έβλεπέ τις τον Ηρακλέα ενόει ότι ήτο ρωμαλέος και ανδρείος": Μ. Θεοδωρακάτος, Ηρωικοί χρόνοι της Αρχαίας Ελλάδος διά την Β', τάξιν των δημοτικών σχολείων, Αθήνα 1892, σ. 5.

2. "Εκθέσεις των κριτών των διδακτικών βιβλίων", ο.π., σ. 733. Εισηγητής ο Ν. Γ. Πολίτης.

3. Ο Σ.Π Λάμπρος, ως εισηγητής της "Εκθέσεως περί της Ελληνικής Ιστορίας διά την α΄ τάξιν του Γυμνασίου" το 1894, γράφει ότι η βιογραφική μέθοδος "δεν είνε ο κατάλληλος τρόπος της ιστορικής εκθέσεως διά το Γυμνάσιον, διότι διασπάται η ιστορική ενότης και χωρίζονται γεγονότα συνανήκοντα αλλήλοις": "Εκθέσεις των κριτών...", ο.π., σ. 808. Για ανάλογους λόγους απορρίπτει τη βιογραφική μέθοδο και ο Κ.Δ. Σωτηρίου σε άρθρο του που συγκεφαλαιώνει τις βασικές θέσεις των δημοτικιστών για την ιστορική διδασκαλία: Κ.Δ. Σωτηρίου, "Εκλογή και διάταξις της ύλης της ιστορίας εις τα σχολεία της Μέσης Εκπαιδεύσεως", Αγωγή 1 (1915-1917), σ. 296-307.

Σελ. 60
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/61.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

Αν η βιογραφία προβάλλει το άτομο ως παράγοντα της ιστορίας, η ιερά ιστορία, είτε ως αυτόνομο μάθημα είτε στη σύζευξη του με την κοσμική ιστορία, εξαίρει έναν παράγοντα του 'οποίου η συμβολή δεν αμφισβητείται ποτέ κατά την περίοδο που εξετάζουμε: τη Θεία Πρόνοια. Οι τύχες της ανθρωπότητας ολόκληρης και του ελληνικού έθνους ειδικότερα υπακούουν στις ανεξιχνίαστες βουλές του Θεού.

Η ιερά ιστορία, η οποία στηρίζεται αποκλειστικά στο περιεχόμενο της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, θεωρείται ιστορικό μάθημα, κατάλληλο -χάρη στην απλότητα του- για την πρώτη θρησκευτική διδασκαλία στα παιδιά (Ανθολόγιο 81, 97). Ως ιστορικό μάθημα, έχει όλα τα χαρακτηριστικά τα οποία κατά τον 19ο αιώνα διακρίνουν την ιστορική διδασκαλία: έχει ως εισαγωγή την ιερά γεωγραφία1 (Ανθολόγιο 123), ακολουθεί τη βιογραφική μέθοδο με βιογραφίες αγίων "ώστε να διδάσκωνται και διά του βίου και του παραδείγματος αυτών οι μαθηταί" αλλά. και χωρίς να αποκρύπτονται οι< ελλείψεις των άγιων ανδρών "όπως καταδειχθή η καθολικότης της προπατορικής αμαρτίας"2. η ιερά ιστορία έτσι προηγείται και προετοιμάζει τη διδασκαλία της ιεράς κατηχήσεως. Η κοσμική ιστορία από την πλευρά της επηρεάζεται αναπόφευκτα από την "ιστορική" ύλη των θρησκευτικών μαθημάτων: τα πρώτα κεφάλαια των σχολικών ιστοριών, ώς το 1850 περίπου, είναι στην ουσία κεφάλαια της ιεράς ιστορίας. Η χρονολόγηση αρχίζει "από κτίσεως κόσμου" και η περιοδίκευση των πρώτων αιώνων στηρίζεται σε επεισόδια της Παλαιάς Διαθήκης,

Στην πορεία προς την ελληνοποίηση της ιστορίας, που παρακολουθήσαμε σε προηγούμενες παραγράφους, ο δεσμός με την Παλαιά Διαθήκη χαλαρώνει, και τόσο η χρονολόγηση όσο και η περιοδίκευση αυτονομούνται από την

1. Η γεωγραφική εισαγωγή δε χαρακτηρίζει πάντως όλα τα εγχειρίδια ιεράς ιστορίας (δε συναντάται π.χ. στα αντίστοιχα εγχειρίδια του Α. Κοραή και του Γ. Γεννάδιου). Υπάρχει ωστόσο στην Ιεράν ιστορίαν κατ' επιτομήν... Ελληνικών σχολείων..., Αθήνα 81871 του Δ.Πανταζή, της οποίας δεν μπόρεσα να συμβουλευθώ την α' έκδοση (Αθήνα 1861), Εκδίδονται εξάλλου, αν και σε περιορισμένη έκταση, και ανεξάρτητα εγχειρίδια ιεράς γεωγραφίας. Ο ίδιος ο Δ. Πανταζής εκδίδει το 1853 στην Αθήνα Ιεράν γεωγραφίαν... των δημοτικών και των Ελληνικών σχολείων..., εγχειρίδιο που γνωρίζει πολλές επανεκδόσεις. Στα προγράμματα των σχολείων η ιερά γεωγραφία δεν αναφέρεται ως ανεξάρτητο μάθημα, αποτελεί όμως ξεχωριστό διδακτικό αντικείμενο στα προγράμματα της Ριζαρείου Σχολής (πβ. Δ. Αντωνίου, Τα προγράμματα της Μέσης Εκπαίδευσης (1833-1929), τ. Β', Αθήνα 1988, σ. 425 - 554). Πβ. επίσης την "Γνώμην της πενταμελούς επιτροπείας επί του ζητήματος "Πώς διδακτέα η Ιερά Ιστορία εν τοις δημοτικοίς σχολείοις"", Πλάτων 2 (1879-1'880), σ. 455-456.

2. "Έκθεσις" για τα διδακτικά βιβλία των ιερών μαθημάτων της μέσης εκπαίδευσης, Εφημερίς της Κυβερνήσεως 299 (Παράρτημα), 23 Ιουλίου 1884, σ. 13 - 14.

Σελ. 61
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/62.gif&w=600&h=915 18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΕΙΚΟΝΑ 16

ΕΙΚΟΝΑ 17

ΕΙΚΟΝΑ 18

Σελ. 62
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/63.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ιερά ιστορία. Προς τα τέλη μάλιστα του 19ου αιώνα ο ιουδαικός λαός δεν εξετάζεται πλέον κάτω από το φως της ιεράς ιστορίας αλλά ισότιμα μαζί με τους άλλους "αρχαίους ανατολικούς λαούς". Οι συσχετισμοί δυνάμεων μεταξύ ιεράς και εθνικής ιστορίας αλλάζουν. Ο Νικόλαος Πολίτης, σε έκθεση που συνέταξε το 1883 ως έκτακτος επιθεωρητής των δημοτικών σχολείων Βόλου, επικρίνει την υπεροχή της θρησκευτικής αγωγής σε βάρος της εθνικής: "Είναι άγνωστα εις τους παίδας τα ονόματα αυτών των δημοτικωτάτων εθνικών ηρώων, υποχρεούνται όμως να γιγνώσκωσιν ακριβώς τανδραγαθήματα των Εβραίων ηρώων" (Ανθολόγιο 71). Το 1884 το αναγνωστικό του Βλ. Σκορδέλη Οι Ήρωες της Νέας Ελλάδος επικρίνεται από τους αρμόδιους κριτές, γιατί στην περιγραφή της άλωσης της Κωνσταντινούπολης περιέχονται εκφράσεις που ταιριάζουν "μόνον εις καλόγηρον" και όχι σε συγγραφέα '"ελληνικά φρονούντα και Έλληνας θέλοντα να διαπλάσει" ; (Ανθολόγιο 75); Στην ίδια διαδικασία ελληνοποίησης εντάσσεται και η εκκλησιαστική ιστορία, μάθημα των γυμνασίων,μετά το 1873 1, η οποία συνάπτεται με.σχέση' συμπληρωματική με την πολιτική ιστορία του ελληνικού έθνους .(Ανθολόγιο. 123-). Στά νομοσχέδια "Περί Μέσης; Εκπαιδεύσεως", του Ι. Βαλασοπούλου το 1874 διατυπώνεται συνοπτικά η αξία της εκκλησιαστικής ιστορίας. Είναι βεβαίως; σπουδαιοτάτη έλλειψις να γνωρίζωμεν μετά πάσης ακριβείας την ιστορίαν του Ταμερλάνου, και ν' αγνοώμεν και αυτά τα σπουδαιότατα των γεγονότων του εκκλησιαστικού βίου του έθνους, όστις φέρει εν εαυτώ ουκ ολίγα ένδοξα κατορθώματα; ισότιμα πάντως προς τα τρόπαια της προγονικής δόξης, και εις διδασκαλίαν και εις παράδειγμα ίσον εκείνοις επιτήδεια" 2. Η σταδιακή αυτή απομάκρυνση από το γράμμα της ιεράς ιστορίας δεν συνεπάγεται και άρνηση του πνεύματος της. Ο ρυθμιστικός ρόλος της θεότητας στη φύση και την ιστορία παραμένει διαρκώς παρών. Στη φύση εκδηλώνεται με τους φυσικούς νόμους, με την αρμονία του σύμπαντος, με την ομορφιά των φυτών και των ζώων, όπως περιγράφονται, από τη φυσική γεωγραφία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η διάκριση της γεωγραφίας σε φυσική και πολιτική συνδέεται με τη διαφοροποίηση των αντικειμένων της: η φυσική γεωγραφία εξετάζει το έργο του Θεού, η πολιτική τα έργα των ανθρώπων (Ανθολόγιο 69β). Η τελεολογική περιγραφή της φύσης οδηγεί στην αναγνώριση και στο

1. Εγκύκλιος 6820/3 Σεπτεμβρίου 1873, "Περί διδασκαλίας των ιερών μαθημάτων": Σ.Μ. Παρίσης, Ανωτέρα και Μέση Εκπαίδευσις, ήτοι Συλλογή... Νόμων... από του 1833, τ. Α', Αθήνα 1884, σ. 378.

2. "Νομοσχέδιον περί Εφημερίων και Δημοδιδασκάλων", 11 Απριλίου 1874, Εφημερίς των Φιλομαθών 22 (1874), σ. 2765 κ.ε. Για τη σύζευξη εκκλησιαστικής και εθνικής ιστορίας βλ. επίσης τον Πρόλογο του Δ. H. Κυριακόπουλου στην Επίτομον Ελληνικήν Ιστορίαν για τα δημοτικά σχολεία το 1879 (Ανθολόγιο 62), και το κείμενο της προκήρυξης του διαγωνισμού του 1895 για τα εγχειρίδια ιστορίας του δημοτικού (Ανθολόγιο 119).

Σελ. 63
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/64.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

θαυμασμό του Θεού - Δημιουργού, ο οποίος "τα πάντα εν σοφία εποίησεν" (Ανθολόγιο 41). Στην ιστορία εκδηλώνεται με τον ηθικό νόμο: ο Θεός έχει εποπτεία όλων των ανθρώπινων πράξεων και αποδίδει δικαιοσύνη τιμωρώντας τους κακούς και αμείβοντας τους καλούς (Ανθολόγιο 55, 69α). Από την πεποίθηση αυτή απορρέουν δύο διαπιστώσεις για τη φυσιογνωμία της ιστορίας στον 19ο αιώνα: αφενός η μανιχαική διάκριση σε καλό και σε κακό, και αφετέρου η έννοια του "δικαστηρίου της ιστορίας" όπου προσάγονται να κριθούν όχι μόνο τα άτομα αλλά και τα έθνη (Ανθολόγιο 44, 136). Σ' αυτό το δικαστήριο ο νόμος -που εφαρμόζεται ορίζει ότι η αρετή οδηγεί στην ακμή και την ευημερία, η διαφθορά των ηθών οδηγεί στην παρακμή και την πτώση. Πλήθος τα παραδείγματα από όλες τις ιστορικές εποχές: η διαφθορά και η πτώση των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, η επικράτηση των "βάρβαρων" αλλά ηθικά ανώτερων γερμανικών φύλων κ.ά. (Ανθολόγιο 25β, 56). Ο ηθικός νόμος γίνεται έτσι ιστορικός:νόμος Στην ελληνική ιστορία η Θεία Πρόνοια παρουσιάζεται αρωγός του: ελληνικού έθνους στις δύσκολες ' στιγμές, χωρίς να προσδιορίζεται το ακριβές περιεχόμενο αυτής της βοήθειας, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται μια άμεση' και συγκεκριμένη πράξη όπως είναι το θαύμα. Διατυπώνεται λοιπόν η αόριστη 'πεποίθηση ότι ο Θεός βοήθησε τους Έλληνες να απελευθερωθούν το 1821 και ότι θα τους βοηθήσει στο μέλλον να εκπληρώσουν τους εθνικούς τους πάθους (Ανθολόγιο 53). Στη διαδικασία συγκρότησης της ελληνικής εθνικής συνείδησης,' την αόριστη παρέμβαση της Θείας Πρόνοιας υποκαθιστά η συγκεκριμένη δράση της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το ιδεολογικό αμάλγαμα που προκύπτει από τη συγχώνευση ελληνισμού και χριστιανισμού θα αποτελέσει άλλωστε το βασικό πυρήνα της ελληνικής εθνικής ταυτότητας (Ανθολόγιο 34, 126α),

Η ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΑΙΤΙΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Χωρίς να ξεφεύγει από το πλαίσιο της προνοιακής νομοτέλειας, εμφανίζεται περί 'το τελευταίο πέμπτο του 19ου αιώνα ένα ρεύμα γεωγραφικής αιτιοκρατίας. Το ρεύμα αυτό, παρόλο που διεκδικεί τη χειραφέτηση της γεωγραφικής επιστήμης από την ιστορία, στην ουσία δεν καταργεί την εξάρτηση αλλά απλώς την αντιστρέφει: ο φυσικός νόμος γίνεται ιστορικός νόμος, Τα πρώτα σπέρματα αυτής της αιτιοκρατίας μπορούν βέβαια να αναζητηθούν στο Περί αέρων, υδάτων και τόπων του Ιπποκράτη, όπου διατυπώνεται η άποψη ότι ο χαρακτήρας και η φυσιογνωμία του ανθρώπου εξαρτώνται από τη χώρα που κατοικεί. Μετά την εξάπλωση του χριστιανισμού, εξάλλου, η διαφορά και η ποικιλία του κλίματος και των περιβαλλοντικών συνθηκών γενικότερα στις διάφορες περιοχές της γήινης επιφάνειας χρησιμοποιείται ως ερμηνευτικό επιχείρημα για τη διαφορά των ανθρώπινων φυλών παρά την

Σελ. 64
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/65.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

σύμφωνα με τις γραφές κοινή καταγωγή από ένα και μόνο ζεύγος, τους πρωτόπλαστους (Ανθολόγιο 18α).

η επίδραση του κλίματος και του φυσικού περιβάλλοντος στον άνθρωπο είναι μια άποψη γενικά αποδεκτή σε όλες τις σχολικές γεωγραφίες και στα Θεωρητικά κείμενα για τη γεωγραφία στον 19ο αιώνα, δεν παίρνει, όμως τη μορφή αυστηρής αιτιακής σχέσης στην Ελλάδα ως το τέλος του αιώνα. Ο A. Μηλιαράκης, για παράδειγμα, που διατυπώνει, ανάλογες σκέψεις (Ανθολόγιο 58), εξακολουθεί να κινείται πάνω στους ίδιους γνωστούς δρόμους της αρχαίας παράδοσης. Όσο προχωρούμε στον 19ο αιώνα, Ομως, o απόηχος της δαρβινικής Θεωρίας φθάνει να επηρέαζε., στην Ελλάδα τα μαθήματα της ανθρωπολογίας, της ζωολογίας και της γεωγραφίας. Η θεωρία της εξέλιξης των ειδών κερδίζει συμπάθειες από το χώρο των φυσικών επιστημών, χωρίς όμως να αμφισβητείται καταρχάς η προνοιακή ρύθμιση του -σύμπαντος1. "Η βαθμιαία δέ αυτή εξέλιξις εγένετο εν χρόνω απείρως μεγίστω, άχρις ου διεπλάσθη η καθ' ημάς ζώσα ενόργανος δημιουργία και επί τέλους ενεφανίσθη η κορωνίς των όντων, ο λογικός; άνθρωπος, όστις διά του λογικού, δι' ου επροίκισεν αυτόν ο Δημιουργός, ηδυνήθη να προαχθή εις ύψιστον βαθμόν πολιτισμού και να καταστή ο κυρίαρχος του πλανήτου" (Ανθολόγιο 122). Εντούτοις, ποικίλες αντιδράσεις εκδηλώνονται από θεολογικούς κυρίως κύκλους. Ο Μανουήλ Γεδεών γράφει το 1889: "Επ' εσχάτων περιέπεσεν εις χείρας μου βιβλίον τι τυχόν εγκρίσεως σωματείου τινός των παρ' ημίν εξεχόντων· εν τη πρώτη σελίδι ο ορισμός τι εστίν άνθρωπος κινήσει ημάς εις απογοήτευσιν διά τους γράφοντας και θλίψιν διά τους λογίους ομογενείς, τους ανεχομένους την εκπονήρευσιν της επιστήμης. Ιδού ο ορισμός· " Ο άνθρωπος επειδή έχει διάφορα όργανα χρησιμεύοντα προς διατήρησιν της υπάρξεως αυτού, ανήκει εις την τάξιν των οργανικών δημιουργημάτων· και επειδή αισθάνεται και κινείται αυτοπροαιρέτως, ανήκει εις την ευρύχωρον κλάσιν των

1. Πβ. Σπ. Μηλιαράκης, "Κάρολος Δάρβιν", περ. Εστία 8 (1879), σ. 451 - 456 και Επίκρισις της Εκθέσεως της Η' Επιτροπής επί των διδακτικών βιβλίων, τεύχος Α', Αθήνα 1894. Ο Κ. Μητσόπουλος εκδίδει, τα ίδια περίπου χρόνια (1890 - 1892), σε συνεργασία με τους Αλέξανδρο Βάλβη και Ν.Κ. Γερμανό το περιοδικό Προμηθεύς. Στο περιοδικό αυτό το 1891 δημοσιεύεται σε συνέχειες η μελέτη του Ernest Haeckel "Περί της θεωρίας της εξελίξεως", ξεσηκώνοντας θύελλα διαμαρτυριών. Χαρακτηριστική είναι μια απάντηση του Προμηθέα προς την 'Εφημερίδα των Κυρίων: "Οι άνδρες ούτοι [Haeckel και Darwin] δεν εξήρεσαν δυστυχώς τας κυρίας εκ της πιθηκογενείας. Είνε λοιπόν δυνατόν ν' αξιωθώσιν οι κύριοι ούτοι της ευνοίας των κυριών; Αι κυρίαι είναι προφανώς επίγειοι άγγελοι, κατά τούτο μόνον ίσως διαφέρουσαι των επουρανίων αγγέλων ότι έχουσιν αύται αντί πτερών πτερόεντα έπη!". Προμηθεύς 2 (1891), σ. 228. Για το δαρβινισμό στην Ελλάδα βλ. Κώστας Κριμπάς, "Ο δαρβινισμός στην Ελλάδα: τα πρώτα βήματα: η αλληλογραφία Χελδράιχ - Δαρβίνου", Τα Ιστορικά 2 (Δεκέμβριος 1984), σ. 335-348.

Σελ. 65
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/66.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ζώων, και ιδίως εις την τάξιν των θηλαστικών διχείρων, την οποίαν και μόνος αποτελεί". Πώς εγκρίνονται, τοιαύτα βιβλία, προωρισμένα προς φωτισμόν της νεότητος, άπορον, εμοί τουλάχιστον" 1. Εξάλλου, στην ""Εκθεσιν" για τα διδακτικά βιβλία των ιερών μαθημάτων της μέσης εκπαίδευσης (1884) διαβάζουμε: "αν ο άνθρωπος είναι τοιούτος, οποίον η χριστιανική.αποκάλυψις ανεκήρυξεν αυτόν, εικών δηλαδή του Θεού ηχρειωμένη εκ της αμαρτίας, η εργασία αυτού θέλει είσθαι η τη συνδρομή της θείας χάριτος αφαίρεσις των αποτελεσμάτων και κηλίδων της αμαρτίας· εάν δέ είναι ολη και σαρξ μόνον, πάντη περιττόν να ζητή ηθικήν, διότι η ηθική της νεωτέρας πιθηκολογίας δεν σπουδάζεται εν βιβλίοις, αλλά θεωρείται εν ζωολογικοίς κήποις" 2.

Λίγο μετά το 1860 στην Ευρώπη, και κάτω από την αναμφισβήτητη επίδραση ;τής δαρβινικής θεωρίας, επιχειρείται να μετρηθεί η επίδραση του περιβάλλοντος στον άνθρωπο, Ήδη πριν από την καμπή του αιώνα η επίδραση αυτή χρησιμοποιείται ως αποδεικτικό μέσο, για την υπεροχή του ευρωπαικού πολιτισμού. ο οποίος αναπτύσσεται σε εύκρατα κλίματα3. Ο αρχαίος ελληνικός  πολιτισμός εξηγείται μέσα  από το ίδιο πρίσμα. Ο Κ. Μητσόπουλος μεταφέρει μέσα στα κείμενα του τις νέες θεωρίες 4 που εξηγούν την ελληνική ιστορία βάσει της ελληνικής γεωγραφίας (Ανθολόγιο 135): ·η· μορφολογία του εδάφους αποτελεί παράγοντα της ελληνικής ιστορίας και ερμηνευτικό εργαλείο για την κατανόηση του αρχαίου ελληνικού' πολιτισμού. Η άποψη αυτή βρίσκεται πολύ κοντά στο telle patrie, tel peuple του Michelet 5,

1. Μανουήλ Γεδεών, Η πνευματική κίνησις..., ό.π., Αθήνα 1976, σ. 286, σημ. 270.

2. Βλ. σ. 61, σημ. 2. Στις επιδράσεις του δαρβινισμού στη διδασκαλία αναφέρομαι εδώ με μεγάλη συντομία. Το θέμα πρόκειται να με απασχολήσει σε ανεξάρτητη μελέτη.

3. Βλ. Paul Claval, La pensée géographique, Παρίσι 1972.

4. Τα κρίσιμα χρόνια για τη διαμόρφωση της τελικής του Θεωρίας υπήρξαν για τον Κ. Μητσόπουλο τα χρόνια 1888 - 1892. To 1888 υποβάλλει για πρώτη φορά σε διαγωνισμό διδακτικών βιβλίων τα Στοιχεία Γεωγραφίας προς χρήσιν των ελληνικών σχολείων σε χειρόγραφο, εγχειρίδιο που απορρίπτεται επειδή δεν προβάλλει την ελληνικότητα της Μακεδονίας (Ανθολόγιο 89γ). Το εγχειρίδιο αυτό εκδίδεται το 1892 με άλλη μορφή. Εκεί γράφει πλέον ότι "άπασα η αρχαία Μακεδονία, η πατρίς του φιλοσόφου Αριστοτέλους, του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου είνε και έμεινεν ελληνικωτάτη, κατοικουμένη αποκλειστικώς υπό Ελλήνων, μεταξύ των οποίων και ολίγοι Τούρκοι και ολίγιστοι Βούλγαροι" : Στοιχεία Γεωγραφίας προς χρήσιν των Ελληνικών σχολείων και Παρθεναγωγείων..., Αθήνα 1892, σ. 156.

5. Για τη γεωγραφική αιτιοκρατία του Michelet βλ. P. Viallaneix, ο.π., σ. 267. Ο Michelet εξηγεί ως εξής τον ελληνικό πολιτισμό: "Η Ελλάδα είναι ένα βουνό στη μέση της θάλασσας. Οι κάτοικοι της μετέχουν λοιπόν εξ ανάγκης στις διαφορετικές ιδιότητες των ορεσίβιων και των ναυτικών, κι αυτή η διττή τοποθέτηση αναπτύσσει συνεπώς κατεξοχήν την ανθρώπινη εξυπνάδα".

Σελ. 66
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/67.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ο οποίος οδηγείται στη γεωγραφική αιτιοκρατία μέσα από δρόμους διαφορετικούς απ' ό,τι οι γερμανοί περιβαλλοντιστές Ritter και Ratzel1. Ο Κ. Μητσόπουλος πάντως βρίσκεται, λόγω των σπουδών του2, πιο κοντά στις απόψεις της γερμανικής γεωγραφικής σχολής, η όποια άλλωστε τον 19ο; αιώνα ασκεί την αποκλειστική της επιρροή σε όλη την Ευρώπη, Δεν είναι τυχαίο ότι και στην Ελλάδα κυριαρχούν οι μεταφράσεις γερμανικών σχολικών γεωγραφιών. "Η γεωγραφία παρά μεν τοις Γάλλοις είνε ισχνή, ψυχρά και αμέθοδος, παρά δε τοις Γερμανοίς λιπαρά, επαγωγός, μεθοδική και λίαν σοφή", Έτσι δικαιολογεί την επιλογή του να μεταφράσει, τη γερμανική γεωγραφία του Wilhelm Stahlberg ο Γ. A. Βακαλόπουλος 3.

Παράλληλα, μετά το 1880 εμφανίζεται η τάση να ανανεωθεί το αφηγηματικό ύφος των σχολικών γεωγραφιών με τις περιηγήσεις. Η γεωγραφική γνώση παρέχεται με μορφή ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με συνεχείς μετακινήσεις , στο εσωτερικό του κράτους η περιπλέοντας τα παράλια (Ανθολόγιο 84, 96). Το περιηγητικό ύφος στόχο έχει να κάνει πιο ζωντανές τις γεωγραφικές περιγραφές, και επομένως πιο ελκυστικές για τα παιδιά. Αυτή η αφηγηματική μορφή βρίσκεται στον αντίποδα μιας άλλης, η οποία συνίσταται στην απλή και εξαντλητική παροχή πληροφοριών και, στην παρατακτική τοποθέτηση των γνωστικών αντικειμένων: πρόκειται για έναν κατάλογο αριθμών και ονομάτων (Ανθολόγιο 95, 104). Στη δεύτερη αυτή περίπτωση είναι προφανές ότι μοναδικό ζητούμενο της διδασκαλίας είναι η στείρα. απομνημόνευση των παρεχόμενων πληροφοριών χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη κατανόηση τους. ΤΟ ίδιο συμβαίνει και με αρκετά βιβλία ιστορίας, στα Οποία επισωρεύονται επίσης αριθμοί (χρονολογίες) και ονόματα. Αυτός ο "ξερός" τρόπος αφήγησης κάτω από την επίδραση των νέων παιδαγωγικών ιδεών, γίνεται αντικείμενο επικρίσεων και ευνοείται η "ζωντανή" διδασκαλία μέσω των γεωγραφικών περιηγήσεων και των ιστορικών σκηνογραφιών. Και οι δύο αφηγηματικές

1. Το όνομα του Carl Ritter αναφέρεται πολύ συχνά στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού. Βλ. Σ.Π. Λάμπρος, Λόγος εισιτήριος εις το μάθημα της ελληνικής Ιστορίας..., Αθήνα 1878, σ. 7' "Εκθέσεις των κριτών...", δ.π., σ. 676 - 677 (εισηγητής o Κ. Παπαμιχαλόπουλος), και "Η γεωγραφία σήμερον", Γεωγραφικόν Δελτίον  l (1904 - 1905), σ. α' - γ'. Επίσης από την ξένη βιβλιογραφία βλ. Michel Korinmann, "Carl Ritter (1779 -1859). Un des Premiers grands géographes universitaires", Hérodote 22 (Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1981), σ. 129 - 148, και του Ι'διου "Friedrich Ratzel et la Politische Geographie", Hérodote 28 (Ιανουάριος - Μάρτιος 1983), σ. 128 - 140.

2. Βλ. έδώ, σ. 28, σημ. 2.

3. Γ. Α. Βακαλόπουλος, Γεωγραφική Κλίμαξ... μεταφρασθείσα εκ της έκτης εκδόσεως του Γουλιέλμου Σταλβέργου... Δευτέρα περίοδος προς χρήσιν των Ελλ. Σχολείων. Έκδοσις εννάτη..., Αθήνα 1872, σ. ε'. η προτίμηση στο γερμανικό σύστημα ενισχύεται μετά την ήττα των Γάλλων στο γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870. Βλ. στο ιδιο, σ. ζ'.

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/68.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

μορφές πάντως εγκαταλείπονται σχετικά νωρίς, έχοντας όμως στο μεταξύ εμπλουτίσει τα κείμενα των σχολικών ιστοριών και γεωγραφιών.

ΣΚΟΠΟΙ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

Τον 19ο αιώνα το έργο της εκπαίδευσης εστιάζεται όχι τόσο στην παροχή γνώσεων και στην καλλιέργεια των πνευματικών ικανοτήτων, όσο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και στην ανάπτυξη των ηθικών δυνάμεων των νέων ανθρώπων (Ανθολόγιο 33)1. Σ' αυτή τη διαμορφωτική επίδραση τής^διδασκαλίας επενδύονται αισιόδοξα οι προσδοκίες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ν' απαλλαγεί από τα κατάλοιπα της μακρόχρονης δουλείας και να όδευσα προς την πρόοδο. Για ένα σχεδόν αιώνα -από το 1834 ως το 1914- επαναλαμβάνεται κοινότοπα η ελπίδα ότι η εκπαίδευση θα αναδείξει τη μέλλουσα γενεά "κρείττονα" της προηγούμενης, Η πίστη αυτή στη θετική επίδραση 'της' εκπαίδευσης κληροδοτείται από τη διαφωτιστική σκέψη και δεν εγκαταλείπεται ούτε σε στιγμές εθνικών απογοητεύσεων, όπως το 1897 η απόδοση μέρους των ευθυνών της ήττας στις ανεπάρκειες του σχολείου απλώς ανανεώνει το συμβόλαιο με καινούριους όρους.

Οι σκοπιμότητες λοιπόν της ιστορικής και γεωγραφικής διδασκαλίας, όπως διατυπώνονται σε κατεξοχήν στρατηγικά κείμενα, επίσημα και μη (προγράμματα διδασκαλίας, προλόγους διδακτικών βιβλίων, εγκύκλιες οδηγίες προς δασκάλους και καθηγητές κ.ά.), υπακούουν στους ευρύτερους στόχους της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Ο σκοπός του δημοτικού σχολείου ειδικότερα προσδιορίζεται συνεχώς μέσα στον 19ο αιώνα αποκαλύπτοντας έτσι, παρά τις επιμέρους παραλλαγές που εμφανίζονται είτε στη συγχρονία είτε στη διαχρονία, το βασικό άξονα των εκπαιδευτικών στόχων. Η "ηθική και θρησκευτική μόρφωσις" του παιδιού αποτελεί την αδιαφιλονίκητη σταθερή των σκοπών που αποδίδονται στο δημοτικό σχολείο σ' όλη την περίοδο που εξετάζουμε; Η "ηθοποίησις" του παιδιού, ως ευκταίο αποτέλεσμα της σχολικής αγωγής, εξαρτάται, από το σύνολο των διδασκόμενων μαθημάτων σε κυμαινόμενα ποσοστά συμβολής.

1. Η γνώση, μάλιστα, η όποια δε συνοδεύεται από την ηθική διάπλαση του χαρακτήρα θεωρείται επικίνδυνη, γιατί μπορεί να εμπνεύσει "επιθυμίας αλόγους ή παρατόλμους, σπανιώτατα επιτυγχανομένας υπό της τάξεως του λαού" (Ι.Π. Κοκκώνης, Εγχειρίδιον περί δημοτικής εκπαιδεύσεως, Αθήνα 1863, σ. 177 - 178). Παρόμοιες απόψεις είναι πολύ συχνές στα κείμενα που αναφέρονται στους σκοπούς της εκπαίδευσης, Πβ. την Εγκύκλιο 2841 / 25 Μαΐου 1856 "Περί εξετάσεων των δημοτικών σχολείων και περί των καθηκόντων των εξεταστικών επιτροπών", στο Θ.Π. Δηλιγιάννης και Γ.Κ. Ζηνόπουλος, Ελληνική Νομοθεσία..., δ.π., σ. 499: "την διανοητικήν ανάπτυξιν δεν παρακολουθεί αείποτε η αρετή, άνευ της οποίας πάσα μάθησις είναι ολεθρία".

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/69.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

Η απόσταση που χωρίζει την ιστορία, ως σύστημα γνώσεων, από την ηθική, ως σύστημα κανόνων, μειώνεται σημαντικά στον 19ο αιώνα. Η ιστορία θεωρείται "σχολείον ηθικής" (Ανθολόγιο 45), ανεξάντλητη πηγή κανόνων συμπεριφοράς. Η πίστη στη σταθερότητα της ανθρώπινης φύσης επέτρεπε τη χρήση του παρελθόντος ως ηθικού οδηγού για το παρόν και το μέλλον. Σύμφωνα λοιπόν με τη ρήση του Κικέρωνα, η ιστορία χρησίμευε ως magistra vitae (διδάσκαλος βίου), Η παραδειγματική λειτουργία των ιστορικών γεγονότων αναφερόταν τόσο στο ατομικό όσο και στο συλλογικό επίπεδο. Στην πρώτη περίπτωση, η βιογραφία των μεγάλων ανδρών παρουσίαζε στα παιδιά αιώνια και άφθαρτα από το χρόνο πρότυπα συμπεριφοράς. Στη δεύτερη, η, μοίρα των εθνών που τιμωρήθηκαν για τις παρεκτροπές τους η αμείφθηκαν για την αρετή τους παραδειγμάτιζε το μελλοντικό πολίτη. Η ιστορία συνέβαλε επίσης με τον προνοιακό της χαρακτήρα στην ενίσχυση της Θρησκευτικότητας παρουσιάζοντας "πανταχού παρόντα" το Θεό - δικαστή (Ανθολόγιο 55, 81). με όλα τα παραπάνω στοιχεία, η ιστορία δικαιολογούσε την ύπαρξή της ως μάθημα και απέκρουε τις τυχόν αμφισβητήσεις της χρησιμότητας της (Ανθολόγιο 3, 44). Γιατί πέρα από τα κείμενα εκείνα που προβάλλουν την ωφέλεια της ιστορικής γνώσης, υπάρχουν -αν και σε περιορισμένο αριθμό- κείμενα που δε θεωρούν τη διδασκαλία της ιστορίας απολύτως απαραίτητη, όπως το άρθρο στην εφημερίδα Χρόνος το 1845 σχετικά με την έριδα Κ. Παπαρρηγόπουλου και Γ. Γ. Παππαδόπουλου (Ανθολόγιο 20), και η εγκύκλιος του προγράμματος του 1867, όπου διατυπώνεται η σκέψη για την κατάργηση της γενικής ιστορίας στα Ελληνικά σχολεία (Ανθολόγιο 50).

Μέσα από το πρίσμα του ηθοποιητικού ρόλου της ιστορικής διδασκαλίας πρέπει να αντιμετωπισθούν και οι σιωπές της ιστορίας. Η επίφοβη για το παιδί συνέπεια της γνώσης των "αμαυροτέρων" στιγμών του εθνικού βίου η των αρνητικών πλευρών του χαρακτήρα των ελλήνων ηρώων οδηγεί στην άρνηση της γνώσης (Ανθολόγιο 112β). Ο Ι. Πανταζίδης, στην Γυμνασιακήν Παιδαγωγικήν του το 1889 υποστηρίζει πως η αλήθεια που έγινε γνωστή ' μέσω της ιστορικής ερεύνας μπορεί να διδάσκεται μόνο στους φοιτητές του Πανεπιστημίου και όχι στους μαθητές των γυμνασίων "ίνα μη εκλείψη η ηθική ωφέλεια η προκύπτουσα εκ της επί πολύν χρόνον πιστευθείσης παραδόσεως" (Ανθολόγιο 97),

Ανάλογο και συμπληρωματικό ρόλο στην ενδυνάμωση της θρησκευτικής πίστης διαδραμάτιζε η γεωγραφία παρουσιάζοντας και εξαίροντας το θεό - δημιουργό. Στο σημείο αυτό εντοπιζόταν κυρίως η ηθοποιητική της δράση. Παράλληλα τονίζεται η χρηστική της αξία, η ωφέλεια δηλαδή που προέρχεται από την πρόσκτηση κάποιων γεωγραφικών γνώσεων. Στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα η γεωγραφία προορίζεται να "τέρψει" κυρίως και να ικανοποιήσει το φιλοπερίεργο του ανθρώπου (Ανθολόγιο 7). με την πρόοδο του αιώνα

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/70.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

η γεωγραφική γνώση εξακολουθεί να θεωρείται "τερπνή", αλλά η τέρψη δεν αποτελεί πλέον σκοπό. Συνδέεται τώρα με τη "φυσική" τάση του Έλληνα να ταξιδεύει και να ασχολείται με το εμπόριο. η γεωγραφία παρέχει επίσης "βιωφελείς γνώσεις" (Ανθολόγιο 43, 69β), χρήσιμες σε κάθε άνθρωπο και όχι μονό στους εμπόρους. Κυρίως συμβάλλει στην καταπολέμηση των προλήψεων, οι οποίες προέρχονται από την άγνοια (Ανθολόγιο 41). Η προβολή των φυσικών καλλονών της πατρίδας γίνεται συνειδητά μετά το 1880 και υποτάσσει τη γεωγραφία στους ευρύτερους στόχους της εθνικής αγωγής.

Μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα περίπου η εθνική αγωγή αποτελούσε μάλλον υποσύνολο της ηθικής αγωγής. Το αίσθημα της φιλοπατρίας τοποθετούνταν πλάι στην αγάπη προς τους γονείς και το θεό, ήταν "αίσθημα χριστιανικώτατον", γιατί συνδεόταν με την αγάπη προς τον πλησίον (Ανθολόγιο 14). Η αυτονόμηση και διαφοροποίηση της εθνικής αγωγής έρχεται μετά τη δεκαετία του 1870 όταν ο ελληνικός εθνικισμός αντιμετωπίζει πλέον την "ορατή απειλή" των άλλων βαλκανικών εθνικισμών και η εθνική ταυτότητα του νέου ελληνισμού μοιάζει να διατυπώνεται πλέον με· σαφήνεια. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι στον επίσημο λόγο η εθνική αγωγή αναφέρεται ρητά ως σκοπός του δημοτικού σχολείου μόλις το 1899, στα νομοσχέδια του υπουργού A. Ευταξία, μετά την ήττα του 18972. Η ιστορία και η γεωγραφία αποτελούν τις πλέον αξιόλογες προϋποθέσεις της εθνικής αγωγής.

Η αναγκαιότητα της εθνικής αγωγής των ελληνοπαίδων συνειδητοποιείται παράλληλα με τη συγκρότηση της ελληνικής εθνικής συνείδησης, της οποίας τα στοιχεία τροφοδοτούν το έργο της εκπαίδευσης και αναπαράγονται μέσα απ' αυτό. Η συμβολή της σχολικής ιστορίας και της σχολικής γεωγραφίας σ' αυτή τη διαδικασία είναι σημαντική: η ιστορία επιβεβαιώνει την ενότητα στο χρόνο, η γεωγραφία την ενότητα στο χώρο. Η ενότητα στο χρόνο

1. Οπωσδήποτε, στα χρόνια που μεσολαβούν ως το 1870, η έννοια της φιλοπατρίας έχει υποστεί σταδιακές διαφοροποιήσεις. Η απόσταση από την προτεσταντική ηθική των εγχειριδίων της Μάλτας, τα οποία καταδικάζουν κάθε μορφή πολέμου και υποστηρίζουν ότι "είναι ορθόν να επιθυμώμεν το καλόν της πατρίδος μας, καθόσον η ευδαιμονία της εμπορεί να προβιβασθή, χωρίς να βλάπτωνται οι επίλοιποι των ανθρώπων" (Ο Αναγνώστης, ήγουν εύκολα μαθήματα, Μάλτα, εκ της Αμερικανικής Τυπογραφίας, 1831, σ. 60), ως την προβολή του "υπέρ πατρίδος" θανάτου είναι σημαντική. Το περιεχόμενο των εγχειριδίων καλής συμπεριφορας, γνωστών ως "Χρηστοήθειες", μπορεί να χρησιμεύει ως δείκτης των διαφοροποιήσεων. Σύγκρινε, για παράδειγμα, τις διαδοχικές επανεκδόσεις της Στοιχειώδους πραγματείας περί των χρεών του ανθρώπου, σε μετάφραση Γ. Γεννάδιου: Μόσχα 1810 (α' έκδοση), Κωνσταντινούπολη 31841 και Ή846, Αθήνα 1853 και 1854.

2. Αθανάσιος Π. Ευταξίας, Εκπαιδευτικά Νομοσχέδια, Αιτιολογική Έκθεσις και Αγορεύσεις, Αθήνα 1899.

Σελ. 70
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/71.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

αποκαταστάθηκε με τον πλήρη εξελληνισμό της σχολικής ιστορίας, τον οποίο παρακολουθήσαμε παραπάνω. Το σημαντικότερο ρόλο σ' αυτή την πορεία έπαιξε η ανάδειξη του Βυζαντίου σε συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην αρχαία και στη νέα ελληνική ιστορία, Στν δεκαετία του 1870 εμφανίζεται εξάλλου ένα στοιχείο εξίσου σημαντικό για τη φυσιογνωμία του ελληνικού εθνισμού: η ελληνικότητα της Μακεδονίας.

Στις ευρωπαικές σχολικές ιστορίες και γεωγραφίες που μεταφράζονται στα ελληνικά, στις πρώτες δεκαετίες της ανεξαρτησίας, κυριαρχεί μια "στενή" και αρχαιοκεντρική αντίληψη του ελληνισμού, η όποια προβάλλει την κλασική Ελλάδα. Κατά τη γεωγραφική περιγραφή της αρχαίας Ελλάδας, επομένως, η Μακεδονία και η Θράκη μένουν έξω από τα οριά της, χωρίς όμως να αποκλείεται ο ελληνικός τους χαρακτήρας. Αλλά και στα πρωτότυπα ελληνικά διδακτικά βιβλία που κυκλοφορούν την ίδια εποχή, η ελληνικότητα της Μακεδονίας δεν αποτελεί αντικείμενο. συζήτησης, έτσι ώστε ούτε να. τονίζεται ούτε και να αμφισβητείται (Ανθολόγιο 10).

Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, προβάλλοντας την ενότητα του ελληνικού έθνους στη διαχρονία, δεν εξαίρεσε φυσικά τη Μακεδονία: "Οι Μακεδόνες αν και μη αναφερόμενοι εις τους αρχαιότατους χρόνους της Ελληνικής ιστορίας, ήσαν όμως Έλληνες" (Ανθολόγιο 28). Δίνει εξάλλου ξεχωριστή έμφαση στο μοναρχικό χαρακτήρα του μεκεδονικού πολιτεύματος. Το γεγονός ότι οι υπόλοιποι σχολικοί συγγραφείς δε διεκδικούσαν την ελληνικότητα της Μακεδονίας1 συνδεόταν ωστόσο με τις πολιτικές πραγματικότητες του βαλκανικού χώρου. Η ανάκτηση των οθωμανικών επαρχιών που κατοικούνταν από Έλληνες και που είχαν μείνει έξω από τα όρια του ελληνικού βασιλείου αποτελούσε ένα σταθερό στόχο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ώς τις αρχές του 20ού αιώνα. Τις πρώτες δεκαετίες της ανεξαρτησίας, ως το 1870 περίπου και με ενδιάμεση σημαντική τομή τον Κριμαικό πόλεμο:-η πολιτική αυτή κατευθυνόταν εναντίον της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ως μοναδικός διεκδικητής της. Ο Τούρκος λοιπόν πρόβαλλε ως ο κατεξοχήν "εχθρός", ο "άλλος", όχι μόνο στο χώρο της πολιτικής αλλά και στην κοινή συνείδηση. Η

1. Πβ. ενδεικτικά τα ακόλουθα αποσπάσματα από. εγχειρίδια της εποχής: "Η χώρα αύτη κειμένη προς βορράν της Θεσσαλίας, αν και κατωκείτο από λαόν συγγενή των Ελλήνων, δεν εθεωρείτο ποτέ ως αποτελούσα μέρος της Ελλάδος": Thomas Keightley, Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος... μεταφρασθείσα υπό Σπ.Αντωνιάδου, Αθήνα 1850, σ. 526. Επίσης: "Οι Μακεδόνες, καίτοι καταγόμενοι από αποίκων Ελλήνων, ελθόντων εξ Άργους, δεν εθεώρουν τους λοιπούς Έλληνας ως ομογενείς": Α.Μ. Ανσέλμος, Επίτομος Γενική Ιστορία..., Μέρος Α', Αθήνα 1842, σ. 119. Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, εξάλλου, διακρίνει τη σχέση υποταγής που χαρακτήριζε την Ελλάδα τόσο ως προς τη Μακεδονία όσο και ως προς τη Ρώμη από το γεγονός ότι η Μακεδονία "τουλάχιστον ήτο συγγενής". Βλ. A. Πολυζωίδης, Τα Ελληνικά ήτοι ο βίος της Ελλάδος, τ. Β', Αθήνα 1870, σ. 116.

Σελ. 71
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/72.gif&w=600&h=39318. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΕΙΚΟΝΑ 19.  Μολών λαβέ

Σελ. 72
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/73.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

άνοδος των άλλων βαλκανικών εθνικών κινημάτων και, κυρίως, η δυναμική εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού - με σταθμούς το βουλγαρικό σχίσμα (1870), τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878) και την προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας (1885) - δημιούργησαν νέα δεδομένα για τον ελληνικό εθνισμό και αποδέσμευσαν μια σειρά από αντιδράσεις 1. η υπογράμμιση της ελληνικότητας της Μακεδονίας, που ως τότε δέ φαίνεται να απασχολεί την ελληνική συνείδηση, ανήκει στις αντιδράσεις αυτές που προκάλεσε ο νέος συσχετισμός δυνάμεων στη Βαλκανική.

Τα αποδεικτικά επιχειρήματα που προσκομίζονται έχουν τόσο ιστορικό όσο και γεωγραφικό χαρακτήρα. Αφενός λοιπόν οι αρχαίοι Μακεδόνες θεωρούνται.' Έλληνες, εφόσον είχαν το δικαίωμα να μετέχουν στους ολυμπιακούς αγώνες, η γλώσσα, τους έμοιαζε με την -αρχαία ελληνική, και η μυθολογική παράδοση ήθελε τους βασιλιάδες τους; να κατάγονται, από τον οίκο των Αργείων.- Μέσα, από την ίδια οπτική, ο Μέγας Αλέξανδρος δεν παρουσιάζεται πλέον ως κατακτητής της -Ελλάδας, όπως τον αντιμετώπιζαν τα αρχαία κείμενα, αλλά ως απόστολος του ελληνικού πολιτισμού και ως σύμβολο ενότητας η γεωγραφία : αφετέρου παρέχει επιχειρήματα σύγχρονου τύπου για την ελληνικότητά των διαμφισβητούμενων χωρών  την αριθμητική'. υπεροχή, του ελληνικού πληθυσμού και την ύπαρξη ελληνικών' εκπαιδευτηρίων, στοιχεία δηλαδή στατιστικά, τα οποία ενθαρρύνουν και νομιμοποιούν τις εθνικιστικές διεκδικήσεις (Ανθολόγιο 90, 93α). Στην προβολή των δύο αυτών στοιχείων συνίσταται και το "έργον του Έλληνος γεωγράφου" (Ανθολόγιο 89γ). Μέσα στη σύγχυση που επικρατεί σ' όλο τον 19ό αιώνα ως προς τον ορισμό του έθνους, ποιο στοιχείο εθνικότητας πρέπει να θεωρηθεί ως αναγκαίο και επαρκές (Ανθολόγιο 152), - η γλώσσα, η θρησκεία, η καταγωγή - η γεωγραφία διαδραματίζει ένα ρόλο καίριο, εφόσον προσδιορίζει με σαφήνεια τις "ελληνικές χώρες" (Ανθολόγιο 17α, 93β, 149γ).

Πρώτο και πρώιμο - από το 1850 - δείγμα αυτού του προσδιορισμού είναι η χρήση του όρου Έλληνική Χερσόνησος" για τη Βαλκανική. Παράλληλα, στην καμπή τού, αιώνα, χρησιμοποιούνται οι ονομασίες "Βαλκανική Χερσόνησος", "Ιλλυρική Χερσόνησος" και "Χερσόνησος του Αίμου", η χρήση τους όμως είναι σπάνια2. Ο Σταύρος Σταθόπουλος μιλά πρώτος το 1850 για

1. Ο Χ. Χρηστοβασίλης, μαθητής στα 1875 περίπου, γράφει στα "Απομνημονεύματά" του: "Έτσι άρχισε και τελείωσε το πρώτο μου μάθημα που μώμεινε ανεξάλειφτο ως τώρα από τη μνήμη μου, και θα μείνη ώσπου να πεθάνω, και μ' έκανε να μισήσω τον δάσκαλο, όπως ήξερα να μισώ τον Τούρκο, κι' έμαθα αργότερα να μισώ και τον Βούλγαρο": X. Χρηστοβασίλης, Διηγήματα του μικρού σκολειού (Απομνημονεύματα της μαθητικής μου ζωής) χ.έ., σ. 26.

2. Ο Νικόλαος Λωρέντης (Νεωτάτη Διδακτική Γεωγραφία..., ο.π., τ. A', σ. 349)

Σελ. 73
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/74.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

Έλληνική Χερσόνησο", αφιερώνοντας μάλιστα στο εγχειρίδιο του αυτόνομη περιγραφή (Ανθολόγιο 26). Στην περιγραφή του Σταθόπουλου, στα κράτη της Χερσονήσου περιλαμβάνεται και η Ρουμανία, έτσι ώστε βόρειο όριο να θεωρείται η νοητή ευθεία από το μυχό του Αδριατικού Πελάγους ώς τις εκβολές του Δούναβη. Σ' αυτή την περίπτωση η Ελληνική Χερσόνησος ταυτίζεται απόλυτα με τη Βαλκανική, κι αυτό είναι το σύστημα περιγραφής που υιοθετούν οι περισσότερες σχολικές γεωγραφίες στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ο N, Κ. Σπαθής όμως, κριτής των γεωγραφικών εγχειριδίων το 1888, θεωρεί υπερβολικό να ονομάζεται, "εκ φιλαυτίας εθνικής" Ελληνική Χερσόνησος ολόκληρη η Βαλκανική (Ανθολόγιο 89γ). Ωστόσο, ελάχιστα είναι τα εγχειρίδια εκείνα που δεν περιλαμβάνουν και τη Ρουμανία στις χώρες τής, Ελληνικής Χερσονήσου1. Το 1901 μάλιστα, στην έκθεση της αρμόδιας κριτικής επιτροπής για τα διδακτικά βιβλία, διορθώνεται η χρήση του όρου Βαλκανική Χερσόνησος: "Και οι ξένοι την χερσόνησον ταύτην ονομάζουσιν Ελληνικήν" ("Ανθολόγιο 130). Από ιό 1880 περίπου το εθνικό έδαφος διακρίνεται; σαφώς σε "ελεύθερη" και "δούλη" Ελλάδα, μια διάκριση που αποκτά μάλιστα μεθοδολογική αξία για τις σχολικές γεωγραφίες (Ανθολόγιο 66)2,. Οι "εθνικοί πόθοι" των Ελλήνων, η απελευθέρωση των "δούλων αδελφών" συνιστούν ξεχωριστές παραγράφους στα σχολικά βιβλία ιστορίας και γεωγραφίας, όπως απαιτεί και το πρόγραμμα μετά το 1894 (Ανθολόγιο 111). Οι παράγραφοι αυτές επιγράφονται συχνά "ο προορισμός του Ελληνικού έθνους". Η έννοια του "προορισμού" αποτελεί συστατικό στοιχείο της ρομαντικής ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα. Κάθε έθνος είναι επιφορτισμένο με την πραγματοποίηση κάποιου ιδιαίτερου προορισμού. Η ταύτιση του έθνους με το κράτος είναι το πρώτο σκέλος αυτού του προορισμού. Ο στόχος αυτός προσδίδει στον ελληνικό εθνικισμό τον αλυτρωτικό του χαρακτήρα. Δεύτερος στόχος είναι ο φωτισμός της Ανατολής, απόρροια της πίστης στην υπεροχή του

και ο Κ.Μ.Κούμας (Γεωγραφία... Αδριανού Βάλβι..., τ. Γ', Βιέννη 1839, σ. .180 κ.έ.) χρησιμοποιούν τον όρο "Ανατολική Χερσόνησος".

1. Βλ. A. Α.Σακελλάριος, Στοιχειώδης Γεωγραφία των Παίδων, Αθήνα 1895, σ. 17, και Δημήτριος Κουτσομητόπουλος, Φυσική και πολιτική γεωγραφία της Ελλάδος και Ευρώπης προς χρήσιν της Α' τάξεως των Γυμνασίων, Αθήνα 1896. Όταν ο δεύτερος συγγραφέας το 1908, σε γεωγραφία που υποβάλλει σε κρίση για την Γ' τάξη του Ελληνικού σχολείου συμπεριλαμβάνει τη Ρουμανία στην Ελληνική Χερσόνησο, διορθώνεται από τους κριτές ('Ανθολόγιο 152).

2. Τη μεθοδολογική διάκριση αύτη εφαρμόζει ο Ιωάννης Βαλέττας ήδη το 1841, στη β' Έκδοση της Γεωγραφίας του (Ανθολόγιο 17β). Η καθαρά αρχαιοκεντρική οπτική του βιβλίου όμως μας αποτρέπει από κάποια βιαστικά συμπεράσματα. Η γεωγραφική γνώση όλων των "ελληνικών χωρών" φαίνεται πως έχει εδώ άμεση σχέση με τη γνώση της αρχαίας ελληνικής ιστορίας.

Σελ. 74
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/75.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ελληνικού πνεύματος ώς προς την ασιατική βαρβαρότητα. Η περιγραφή λοιπόν του εθνικού παρελθόντος από την ιστορία και του εθνικού παρόντος από τη γεωγραφία Οδηγεί σε μια από κοινού προβολή στο μέλλον, δημιουργώντας έτσι μια ιδιότυπη σχέση των τριών χρονικών στιγμών παρελθόντος - παρόντος - μέλλοντος. Τα ιστορικά εγχειρίδια, ώς το 1914, τα οποία εκτείνονται "μέχρι των καθ' ημάς χρόνων", δίνουν την αίσθηση του ανολοκλήρωτου και ταυτόχρονα -με άμεσες και έμμεσες αναφορές- αποκτούν ένα χαρακτήρα χρησμολογίας και αγαθαγγελισμού, όπου δυνάμεις όπως η Θεία Πρόνοια και η φιλελεύθερη φύση της ελληνικής φυλής είναι τα ασφαλέστερα εχέγγυα για την επαλήθευση των χρησμών.

Η "φύση" της ελληνικής φυλής, ο "ιδιάζων χαρακτήρ του Ελληνικού έθνους, οίος εξεδηλώθη εν τη ιστορία" (Ανθολόγιο 70), αποτελεί στοιχείο απαραίτητο της εθνικής ταυτότητας. Ειδικά στις πρώτες δεκαετίες μετά το 1834 αφθονούν στις · σχολικές. γεωγραφίες οι χαρακτηρισμοί! των διαφόρων λαών (Ανθολόγιο 8β) και η συνήθεια αυτή -παρά τις αντιδράσεις που εκδηλώνονται κατά καιρούς-- εξακολουθεί σ' όλο τον 19ο αιώνα, γνωρίζει μάλιστα ιδιαίτερη έξαρση στην καμπή του αιώνα ως προς τους υπόλοιπους βαλκανικούς λαούς (Ανθολόγιο 118). Ο προσδιορισμός του "εμείς" λοιπόν γίνεται και αρνητικά, σε αντιδιαστολή με τον "άλλο" είτε αυτός θεωρείται φίλος είτε εχθρός. Η εικόνα των άλλων λαών, όπως και του ελληνικού, συγκροτείται από δύο στοιχεία: τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά και τις ηθικές και πνευματικές ιδιότητες, την ιδιοσυγκρασία. Η εικόνα αυτή είναι εξ ορισμού αρνητική για τους θεωρούμενους ως εχθρούς, τους Τούρκους και τους Βουλγάρους, Αν συγκριθούν οι εικόνες των δύο λαών μετά το 1880 αποκαλύπτεται μια μάλλον επιεικής και "αφ' υψηλού" στάση απέναντι στους Τούρκους (Ανθολόγιο 22, 91) και μια αυστηρή απέναντι στους Βουλγάρους (Ανθολόγιο 88, 160). Αντίστοιχη εξάλλου είναι, την ίδια εποχή, η στάση των Βουλγάρων απέναντι στους Έλληνες.

Ο φανατισμός, εντούτοις, ο οποίος χαρακτηρίζει τα διδακτικά βιβλία μετά το 1885, δεν ενθαρρύνεται από τους κριτές των σχολικών εγχειριδίων, 'Υπάρχει επομένως, σ' αυτό το σημείο, μια διάσταση ανάμεσα στον επίσημο και τον μη επίσημο λόγο. Η διάσταση αυτή γίνεται συχνά αντικείμενο ιδεολογικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων, εφόσον το ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα του πως αντιμετωπίζονται οι θεωρούμενοι ως εχθροί του ελληνικού έθνους τροφοδοτεί με επιχειρήματα το διάλογο ανάμεσα στις δύο τάσεις. Η επίσημη θέση πάντως, στη στροφή του αιώνα, είναι το εθνικό φρόνημα να εμπνέεται με έμμεσους τρόπους και όχι με διασυρμό των αντίπαλων εθνών, με τους άλλους βαλκανικούς λαούς οι αντιθέσεις είναι από μικρές έως ανύπαρκτες (Ανθολόγιο 106), Ειδικά οι Αλβανοί θεωρούνται φυλή που ανήκει στο ελληνικό έθνος, εφόσον κατάγονται από τους αρχαίους Ιλλυριούς, συγγενείς με τους

Σελ. 75
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Ιστορία και Γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία (1834-1914)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 56
    18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

    τουλάχιστον, παρόλο που η Κωνσταντινούπολη ' δεν αποβάλλει τη συμβολική της αξία για τον ελληνισμό, το ρόλο του κέντρου αναλαμβάνει η πρωτεύουσα Αθήνα.

    ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ - ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ

    Η πρώτη, χρονικά, αφηγηματική μορφή που εφαρμόζεται στις σχολικές γεωγραφίες και ιστορίες είναι η ερωταπόκριση: σε κάθε ερώτηση αντιστοιχεί μία και μονή "προκατασκευασμένη" · απάντηση. Ο δογματισμός αυτής της μεθόδου διδασκαλίας αντανακλά τις κατηχητικές πρακτικές αγωγής που εφαρμόζονταν σε όλη την Ευρώπη τον 170 και 180 αιώνα. Ήταν φυσικό το σύστήμα αυτό να εισαχθεί μιμητικά στα ελληνικά σχολεία ('Ανθολόγιο 4, 10, 52), και μάλιστα στο χώρο της προκαταρκτικής εκπαίδευσης1. Καθώς οι ερωταποκρίσεις εγκαταλείπονται στη Δύση, η χρήση τους φθίνει και στην Ελλάδα και μετά το 1885, φαίνεται πως δεν κυκλοφορεί πλέον κανένα διδακτικό βιβλίο τέτοιας μορφής 2.

    Στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, και συγκεκριμένα από το 1886 ώς το 1893, χρησιμοποιείται στα Ελληνικά σχολεία ένας νέος τύπος ιστορικού βιβλίου, οι σκηνογραφίες. Ο αναπροσανατολισμός της παιδαγωγικής επιστήμης στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, που συνεπάγεται την εισαγωγή νέων διδακτικών μεθόδων με επίκεντρο το παιδί και την ιδιαιτερότητά

    1. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα εγχειρίδια αυτά επιγράφονται συχνά "Κατηχήσεις", που αποτελεί φυσικά μετάφραση του ξενόγλωσσου τίτλου και περιγράφει με ενάργεια τη μέθοδο διδασκαλίας.

    2. Το τελευταίο σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας που έχω υπόψη μου συνταγμένο με αυτή τη μέθοδο είναι η Επίτομος Ελληνική Ιστορία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του νυν, προς διδασκαλίαν εν τοις δημοτικοις σχολείοις υπό Α.Η.Κυριακοπούλου, Αθήνα 1885. Η Εθνική Κατήχησις του Νεοκλή Καζάζη (Αθήνα 1898), εγχειρίδιο πολιτικής αγωγής, που ορίζεται από το Υπουργείο των Στρατιωτικών (Εγκύκλιος 215, 8 Δεκεμβρίου 1899) να διαβάζεται "εν ώραις διδασκαλίας των όπλιτων", είναι γραμμένη επίσης με ερωταποκρίσεις. Πάντως, στο χώρο του ιστορικού και γεωγραφικού εγχειριδίου, όσο μπόρεσα να ερευνήσω, το σύστημα αυτό φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί στα τέλη του 19ου αιώνα. Αν όμως η ερωταπόκριση εγκαταλείπεται ως μέθοδος συγγραφής διδακτικού βιβλίου, δεν εγκαταλείπεται ώς μέθοδος διδασκαλίας: "Η διδασκαλία δια τούτο ανάγκη να μη ήνε μόνον διηγηματική, άλλα μάλιστα κατ' ερωταπόκρισιν, προκαλουμένου και εξεγειρομένου του πνεύματος· του παιδός εις αυτενέργειαν ήτις ύποτρέφει και κρατύνει την νοητικήν δύναμιν διά μυστηριώδους εξεγέρσεως, και διακόπτει την εκ της μονοτόνου παθητικής αντιλήψεως ψυχικήν νάρκην" (Εγκύκλιος του υπουργού των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Α Αυγερινού, χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου και χωρίς ακριβή ημερομηνία. Βλ. Πλάτων 2, 1879 - 1880, σ. 53 - 57). Η αλλαγή στο πνεύμα εφαρμογής της μεθόδου των ερωταποκρίσεων είναι σαφής και συνδέεται με τις νέες παιδαγωγικές αντιλήψεις που εισάγονται γύρω στο 1880 στον ελληνικό χώρο: πριν ευνοούσε τη μηχανική απομνημόνευση, τώρα είναι όπλο για την καταπολέμηση της.