Συγγραφέας:Κουλούρη, Χριστίνα
 
Τίτλος:Ιστορία και Γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία (1834-1914)
 
Υπότιτλος:Ανθολόγιο κειμένων-Βιβλιογραφία σχολικών εγχειριδίων
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:18
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1988
 
Σελίδες:789
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Βιβλιογραφία
 
Εκπαίδευση-Δευτεροβάθμια
 
Εκπαίδευση-Πρωτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1834-1914
 
Περίληψη:Στόχος του βιβλίου αυτού είναι η αναζήτηση των καταβολών της ιστορικής παιδείας στο νεοελληνικό κράτος, και κυρίως του τρόπου παροχής της, και η διερεύνηση των μηχανισμών διαμόρφωσης της Ιστορικής συνείδησης μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα στον 19ο αιώνα. Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη: Μία ιστορική εισαγωγή, ένα ανθολόγιο πηγών και μία βιβλιογραφία σχολικών εγχειριδίων. Τα κείμενα του ανθολογίου φιλοδοξούν να σκιαγραφήσουν τη φυσιογνωμία του ιστορικού και του γεωγραφικού μαθήματος κατά τον 19ο αιώνα, με έμφαση κυρίως στην ιδεολογική λειτουργία της διδασκαλίας, και για το λόγο αυτόν προτιμήθηκαν κείμενα κατεξοχήν στρατηγικά, όπως οι πρόλογοι των διδακτικών βιβλίων και οι επίσημες και μη οδηγίες για τη διδασκαλία, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια. Στη Βιβλιογραφία συγκεντρώθηκαν 727 τίτλοι σχολικών εγχειριδίων ιστορίας και γεωγραφίας για την περίοδο 1834-1914, που παρουσιάζονται με χρονολογική σειρά, και στο εσωτερικό κάθε έτους σύμφωνα με την αλφαβητική σειρά των ελλήνων συγγραφέων η μεταφραστών.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 54.55 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 68-87 από: 794
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/68.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

μορφές πάντως εγκαταλείπονται σχετικά νωρίς, έχοντας όμως στο μεταξύ εμπλουτίσει τα κείμενα των σχολικών ιστοριών και γεωγραφιών.

ΣΚΟΠΟΙ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

Τον 19ο αιώνα το έργο της εκπαίδευσης εστιάζεται όχι τόσο στην παροχή γνώσεων και στην καλλιέργεια των πνευματικών ικανοτήτων, όσο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και στην ανάπτυξη των ηθικών δυνάμεων των νέων ανθρώπων (Ανθολόγιο 33)1. Σ' αυτή τη διαμορφωτική επίδραση τής^διδασκαλίας επενδύονται αισιόδοξα οι προσδοκίες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ν' απαλλαγεί από τα κατάλοιπα της μακρόχρονης δουλείας και να όδευσα προς την πρόοδο. Για ένα σχεδόν αιώνα -από το 1834 ως το 1914- επαναλαμβάνεται κοινότοπα η ελπίδα ότι η εκπαίδευση θα αναδείξει τη μέλλουσα γενεά "κρείττονα" της προηγούμενης, Η πίστη αυτή στη θετική επίδραση 'της' εκπαίδευσης κληροδοτείται από τη διαφωτιστική σκέψη και δεν εγκαταλείπεται ούτε σε στιγμές εθνικών απογοητεύσεων, όπως το 1897 η απόδοση μέρους των ευθυνών της ήττας στις ανεπάρκειες του σχολείου απλώς ανανεώνει το συμβόλαιο με καινούριους όρους.

Οι σκοπιμότητες λοιπόν της ιστορικής και γεωγραφικής διδασκαλίας, όπως διατυπώνονται σε κατεξοχήν στρατηγικά κείμενα, επίσημα και μη (προγράμματα διδασκαλίας, προλόγους διδακτικών βιβλίων, εγκύκλιες οδηγίες προς δασκάλους και καθηγητές κ.ά.), υπακούουν στους ευρύτερους στόχους της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Ο σκοπός του δημοτικού σχολείου ειδικότερα προσδιορίζεται συνεχώς μέσα στον 19ο αιώνα αποκαλύπτοντας έτσι, παρά τις επιμέρους παραλλαγές που εμφανίζονται είτε στη συγχρονία είτε στη διαχρονία, το βασικό άξονα των εκπαιδευτικών στόχων. Η "ηθική και θρησκευτική μόρφωσις" του παιδιού αποτελεί την αδιαφιλονίκητη σταθερή των σκοπών που αποδίδονται στο δημοτικό σχολείο σ' όλη την περίοδο που εξετάζουμε; Η "ηθοποίησις" του παιδιού, ως ευκταίο αποτέλεσμα της σχολικής αγωγής, εξαρτάται, από το σύνολο των διδασκόμενων μαθημάτων σε κυμαινόμενα ποσοστά συμβολής.

1. Η γνώση, μάλιστα, η όποια δε συνοδεύεται από την ηθική διάπλαση του χαρακτήρα θεωρείται επικίνδυνη, γιατί μπορεί να εμπνεύσει "επιθυμίας αλόγους ή παρατόλμους, σπανιώτατα επιτυγχανομένας υπό της τάξεως του λαού" (Ι.Π. Κοκκώνης, Εγχειρίδιον περί δημοτικής εκπαιδεύσεως, Αθήνα 1863, σ. 177 - 178). Παρόμοιες απόψεις είναι πολύ συχνές στα κείμενα που αναφέρονται στους σκοπούς της εκπαίδευσης, Πβ. την Εγκύκλιο 2841 / 25 Μαΐου 1856 "Περί εξετάσεων των δημοτικών σχολείων και περί των καθηκόντων των εξεταστικών επιτροπών", στο Θ.Π. Δηλιγιάννης και Γ.Κ. Ζηνόπουλος, Ελληνική Νομοθεσία..., δ.π., σ. 499: "την διανοητικήν ανάπτυξιν δεν παρακολουθεί αείποτε η αρετή, άνευ της οποίας πάσα μάθησις είναι ολεθρία".

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/69.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

Η απόσταση που χωρίζει την ιστορία, ως σύστημα γνώσεων, από την ηθική, ως σύστημα κανόνων, μειώνεται σημαντικά στον 19ο αιώνα. Η ιστορία θεωρείται "σχολείον ηθικής" (Ανθολόγιο 45), ανεξάντλητη πηγή κανόνων συμπεριφοράς. Η πίστη στη σταθερότητα της ανθρώπινης φύσης επέτρεπε τη χρήση του παρελθόντος ως ηθικού οδηγού για το παρόν και το μέλλον. Σύμφωνα λοιπόν με τη ρήση του Κικέρωνα, η ιστορία χρησίμευε ως magistra vitae (διδάσκαλος βίου), Η παραδειγματική λειτουργία των ιστορικών γεγονότων αναφερόταν τόσο στο ατομικό όσο και στο συλλογικό επίπεδο. Στην πρώτη περίπτωση, η βιογραφία των μεγάλων ανδρών παρουσίαζε στα παιδιά αιώνια και άφθαρτα από το χρόνο πρότυπα συμπεριφοράς. Στη δεύτερη, η, μοίρα των εθνών που τιμωρήθηκαν για τις παρεκτροπές τους η αμείφθηκαν για την αρετή τους παραδειγμάτιζε το μελλοντικό πολίτη. Η ιστορία συνέβαλε επίσης με τον προνοιακό της χαρακτήρα στην ενίσχυση της Θρησκευτικότητας παρουσιάζοντας "πανταχού παρόντα" το Θεό - δικαστή (Ανθολόγιο 55, 81). με όλα τα παραπάνω στοιχεία, η ιστορία δικαιολογούσε την ύπαρξή της ως μάθημα και απέκρουε τις τυχόν αμφισβητήσεις της χρησιμότητας της (Ανθολόγιο 3, 44). Γιατί πέρα από τα κείμενα εκείνα που προβάλλουν την ωφέλεια της ιστορικής γνώσης, υπάρχουν -αν και σε περιορισμένο αριθμό- κείμενα που δε θεωρούν τη διδασκαλία της ιστορίας απολύτως απαραίτητη, όπως το άρθρο στην εφημερίδα Χρόνος το 1845 σχετικά με την έριδα Κ. Παπαρρηγόπουλου και Γ. Γ. Παππαδόπουλου (Ανθολόγιο 20), και η εγκύκλιος του προγράμματος του 1867, όπου διατυπώνεται η σκέψη για την κατάργηση της γενικής ιστορίας στα Ελληνικά σχολεία (Ανθολόγιο 50).

Μέσα από το πρίσμα του ηθοποιητικού ρόλου της ιστορικής διδασκαλίας πρέπει να αντιμετωπισθούν και οι σιωπές της ιστορίας. Η επίφοβη για το παιδί συνέπεια της γνώσης των "αμαυροτέρων" στιγμών του εθνικού βίου η των αρνητικών πλευρών του χαρακτήρα των ελλήνων ηρώων οδηγεί στην άρνηση της γνώσης (Ανθολόγιο 112β). Ο Ι. Πανταζίδης, στην Γυμνασιακήν Παιδαγωγικήν του το 1889 υποστηρίζει πως η αλήθεια που έγινε γνωστή ' μέσω της ιστορικής ερεύνας μπορεί να διδάσκεται μόνο στους φοιτητές του Πανεπιστημίου και όχι στους μαθητές των γυμνασίων "ίνα μη εκλείψη η ηθική ωφέλεια η προκύπτουσα εκ της επί πολύν χρόνον πιστευθείσης παραδόσεως" (Ανθολόγιο 97),

Ανάλογο και συμπληρωματικό ρόλο στην ενδυνάμωση της θρησκευτικής πίστης διαδραμάτιζε η γεωγραφία παρουσιάζοντας και εξαίροντας το θεό - δημιουργό. Στο σημείο αυτό εντοπιζόταν κυρίως η ηθοποιητική της δράση. Παράλληλα τονίζεται η χρηστική της αξία, η ωφέλεια δηλαδή που προέρχεται από την πρόσκτηση κάποιων γεωγραφικών γνώσεων. Στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα η γεωγραφία προορίζεται να "τέρψει" κυρίως και να ικανοποιήσει το φιλοπερίεργο του ανθρώπου (Ανθολόγιο 7). με την πρόοδο του αιώνα

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/70.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

η γεωγραφική γνώση εξακολουθεί να θεωρείται "τερπνή", αλλά η τέρψη δεν αποτελεί πλέον σκοπό. Συνδέεται τώρα με τη "φυσική" τάση του Έλληνα να ταξιδεύει και να ασχολείται με το εμπόριο. η γεωγραφία παρέχει επίσης "βιωφελείς γνώσεις" (Ανθολόγιο 43, 69β), χρήσιμες σε κάθε άνθρωπο και όχι μονό στους εμπόρους. Κυρίως συμβάλλει στην καταπολέμηση των προλήψεων, οι οποίες προέρχονται από την άγνοια (Ανθολόγιο 41). Η προβολή των φυσικών καλλονών της πατρίδας γίνεται συνειδητά μετά το 1880 και υποτάσσει τη γεωγραφία στους ευρύτερους στόχους της εθνικής αγωγής.

Μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα περίπου η εθνική αγωγή αποτελούσε μάλλον υποσύνολο της ηθικής αγωγής. Το αίσθημα της φιλοπατρίας τοποθετούνταν πλάι στην αγάπη προς τους γονείς και το θεό, ήταν "αίσθημα χριστιανικώτατον", γιατί συνδεόταν με την αγάπη προς τον πλησίον (Ανθολόγιο 14). Η αυτονόμηση και διαφοροποίηση της εθνικής αγωγής έρχεται μετά τη δεκαετία του 1870 όταν ο ελληνικός εθνικισμός αντιμετωπίζει πλέον την "ορατή απειλή" των άλλων βαλκανικών εθνικισμών και η εθνική ταυτότητα του νέου ελληνισμού μοιάζει να διατυπώνεται πλέον με· σαφήνεια. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι στον επίσημο λόγο η εθνική αγωγή αναφέρεται ρητά ως σκοπός του δημοτικού σχολείου μόλις το 1899, στα νομοσχέδια του υπουργού A. Ευταξία, μετά την ήττα του 18972. Η ιστορία και η γεωγραφία αποτελούν τις πλέον αξιόλογες προϋποθέσεις της εθνικής αγωγής.

Η αναγκαιότητα της εθνικής αγωγής των ελληνοπαίδων συνειδητοποιείται παράλληλα με τη συγκρότηση της ελληνικής εθνικής συνείδησης, της οποίας τα στοιχεία τροφοδοτούν το έργο της εκπαίδευσης και αναπαράγονται μέσα απ' αυτό. Η συμβολή της σχολικής ιστορίας και της σχολικής γεωγραφίας σ' αυτή τη διαδικασία είναι σημαντική: η ιστορία επιβεβαιώνει την ενότητα στο χρόνο, η γεωγραφία την ενότητα στο χώρο. Η ενότητα στο χρόνο

1. Οπωσδήποτε, στα χρόνια που μεσολαβούν ως το 1870, η έννοια της φιλοπατρίας έχει υποστεί σταδιακές διαφοροποιήσεις. Η απόσταση από την προτεσταντική ηθική των εγχειριδίων της Μάλτας, τα οποία καταδικάζουν κάθε μορφή πολέμου και υποστηρίζουν ότι "είναι ορθόν να επιθυμώμεν το καλόν της πατρίδος μας, καθόσον η ευδαιμονία της εμπορεί να προβιβασθή, χωρίς να βλάπτωνται οι επίλοιποι των ανθρώπων" (Ο Αναγνώστης, ήγουν εύκολα μαθήματα, Μάλτα, εκ της Αμερικανικής Τυπογραφίας, 1831, σ. 60), ως την προβολή του "υπέρ πατρίδος" θανάτου είναι σημαντική. Το περιεχόμενο των εγχειριδίων καλής συμπεριφορας, γνωστών ως "Χρηστοήθειες", μπορεί να χρησιμεύει ως δείκτης των διαφοροποιήσεων. Σύγκρινε, για παράδειγμα, τις διαδοχικές επανεκδόσεις της Στοιχειώδους πραγματείας περί των χρεών του ανθρώπου, σε μετάφραση Γ. Γεννάδιου: Μόσχα 1810 (α' έκδοση), Κωνσταντινούπολη 31841 και Ή846, Αθήνα 1853 και 1854.

2. Αθανάσιος Π. Ευταξίας, Εκπαιδευτικά Νομοσχέδια, Αιτιολογική Έκθεσις και Αγορεύσεις, Αθήνα 1899.

Σελ. 70
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/71.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

αποκαταστάθηκε με τον πλήρη εξελληνισμό της σχολικής ιστορίας, τον οποίο παρακολουθήσαμε παραπάνω. Το σημαντικότερο ρόλο σ' αυτή την πορεία έπαιξε η ανάδειξη του Βυζαντίου σε συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην αρχαία και στη νέα ελληνική ιστορία, Στν δεκαετία του 1870 εμφανίζεται εξάλλου ένα στοιχείο εξίσου σημαντικό για τη φυσιογνωμία του ελληνικού εθνισμού: η ελληνικότητα της Μακεδονίας.

Στις ευρωπαικές σχολικές ιστορίες και γεωγραφίες που μεταφράζονται στα ελληνικά, στις πρώτες δεκαετίες της ανεξαρτησίας, κυριαρχεί μια "στενή" και αρχαιοκεντρική αντίληψη του ελληνισμού, η όποια προβάλλει την κλασική Ελλάδα. Κατά τη γεωγραφική περιγραφή της αρχαίας Ελλάδας, επομένως, η Μακεδονία και η Θράκη μένουν έξω από τα οριά της, χωρίς όμως να αποκλείεται ο ελληνικός τους χαρακτήρας. Αλλά και στα πρωτότυπα ελληνικά διδακτικά βιβλία που κυκλοφορούν την ίδια εποχή, η ελληνικότητα της Μακεδονίας δεν αποτελεί αντικείμενο. συζήτησης, έτσι ώστε ούτε να. τονίζεται ούτε και να αμφισβητείται (Ανθολόγιο 10).

Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, προβάλλοντας την ενότητα του ελληνικού έθνους στη διαχρονία, δεν εξαίρεσε φυσικά τη Μακεδονία: "Οι Μακεδόνες αν και μη αναφερόμενοι εις τους αρχαιότατους χρόνους της Ελληνικής ιστορίας, ήσαν όμως Έλληνες" (Ανθολόγιο 28). Δίνει εξάλλου ξεχωριστή έμφαση στο μοναρχικό χαρακτήρα του μεκεδονικού πολιτεύματος. Το γεγονός ότι οι υπόλοιποι σχολικοί συγγραφείς δε διεκδικούσαν την ελληνικότητα της Μακεδονίας1 συνδεόταν ωστόσο με τις πολιτικές πραγματικότητες του βαλκανικού χώρου. Η ανάκτηση των οθωμανικών επαρχιών που κατοικούνταν από Έλληνες και που είχαν μείνει έξω από τα όρια του ελληνικού βασιλείου αποτελούσε ένα σταθερό στόχο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ώς τις αρχές του 20ού αιώνα. Τις πρώτες δεκαετίες της ανεξαρτησίας, ως το 1870 περίπου και με ενδιάμεση σημαντική τομή τον Κριμαικό πόλεμο:-η πολιτική αυτή κατευθυνόταν εναντίον της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ως μοναδικός διεκδικητής της. Ο Τούρκος λοιπόν πρόβαλλε ως ο κατεξοχήν "εχθρός", ο "άλλος", όχι μόνο στο χώρο της πολιτικής αλλά και στην κοινή συνείδηση. Η

1. Πβ. ενδεικτικά τα ακόλουθα αποσπάσματα από. εγχειρίδια της εποχής: "Η χώρα αύτη κειμένη προς βορράν της Θεσσαλίας, αν και κατωκείτο από λαόν συγγενή των Ελλήνων, δεν εθεωρείτο ποτέ ως αποτελούσα μέρος της Ελλάδος": Thomas Keightley, Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος... μεταφρασθείσα υπό Σπ.Αντωνιάδου, Αθήνα 1850, σ. 526. Επίσης: "Οι Μακεδόνες, καίτοι καταγόμενοι από αποίκων Ελλήνων, ελθόντων εξ Άργους, δεν εθεώρουν τους λοιπούς Έλληνας ως ομογενείς": Α.Μ. Ανσέλμος, Επίτομος Γενική Ιστορία..., Μέρος Α', Αθήνα 1842, σ. 119. Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, εξάλλου, διακρίνει τη σχέση υποταγής που χαρακτήριζε την Ελλάδα τόσο ως προς τη Μακεδονία όσο και ως προς τη Ρώμη από το γεγονός ότι η Μακεδονία "τουλάχιστον ήτο συγγενής". Βλ. A. Πολυζωίδης, Τα Ελληνικά ήτοι ο βίος της Ελλάδος, τ. Β', Αθήνα 1870, σ. 116.

Σελ. 71
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/72.gif&w=600&h=39318. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΕΙΚΟΝΑ 19.  Μολών λαβέ

Σελ. 72
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/73.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

άνοδος των άλλων βαλκανικών εθνικών κινημάτων και, κυρίως, η δυναμική εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού - με σταθμούς το βουλγαρικό σχίσμα (1870), τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878) και την προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας (1885) - δημιούργησαν νέα δεδομένα για τον ελληνικό εθνισμό και αποδέσμευσαν μια σειρά από αντιδράσεις 1. η υπογράμμιση της ελληνικότητας της Μακεδονίας, που ως τότε δέ φαίνεται να απασχολεί την ελληνική συνείδηση, ανήκει στις αντιδράσεις αυτές που προκάλεσε ο νέος συσχετισμός δυνάμεων στη Βαλκανική.

Τα αποδεικτικά επιχειρήματα που προσκομίζονται έχουν τόσο ιστορικό όσο και γεωγραφικό χαρακτήρα. Αφενός λοιπόν οι αρχαίοι Μακεδόνες θεωρούνται.' Έλληνες, εφόσον είχαν το δικαίωμα να μετέχουν στους ολυμπιακούς αγώνες, η γλώσσα, τους έμοιαζε με την -αρχαία ελληνική, και η μυθολογική παράδοση ήθελε τους βασιλιάδες τους; να κατάγονται, από τον οίκο των Αργείων.- Μέσα, από την ίδια οπτική, ο Μέγας Αλέξανδρος δεν παρουσιάζεται πλέον ως κατακτητής της -Ελλάδας, όπως τον αντιμετώπιζαν τα αρχαία κείμενα, αλλά ως απόστολος του ελληνικού πολιτισμού και ως σύμβολο ενότητας η γεωγραφία : αφετέρου παρέχει επιχειρήματα σύγχρονου τύπου για την ελληνικότητά των διαμφισβητούμενων χωρών  την αριθμητική'. υπεροχή, του ελληνικού πληθυσμού και την ύπαρξη ελληνικών' εκπαιδευτηρίων, στοιχεία δηλαδή στατιστικά, τα οποία ενθαρρύνουν και νομιμοποιούν τις εθνικιστικές διεκδικήσεις (Ανθολόγιο 90, 93α). Στην προβολή των δύο αυτών στοιχείων συνίσταται και το "έργον του Έλληνος γεωγράφου" (Ανθολόγιο 89γ). Μέσα στη σύγχυση που επικρατεί σ' όλο τον 19ό αιώνα ως προς τον ορισμό του έθνους, ποιο στοιχείο εθνικότητας πρέπει να θεωρηθεί ως αναγκαίο και επαρκές (Ανθολόγιο 152), - η γλώσσα, η θρησκεία, η καταγωγή - η γεωγραφία διαδραματίζει ένα ρόλο καίριο, εφόσον προσδιορίζει με σαφήνεια τις "ελληνικές χώρες" (Ανθολόγιο 17α, 93β, 149γ).

Πρώτο και πρώιμο - από το 1850 - δείγμα αυτού του προσδιορισμού είναι η χρήση του όρου Έλληνική Χερσόνησος" για τη Βαλκανική. Παράλληλα, στην καμπή τού, αιώνα, χρησιμοποιούνται οι ονομασίες "Βαλκανική Χερσόνησος", "Ιλλυρική Χερσόνησος" και "Χερσόνησος του Αίμου", η χρήση τους όμως είναι σπάνια2. Ο Σταύρος Σταθόπουλος μιλά πρώτος το 1850 για

1. Ο Χ. Χρηστοβασίλης, μαθητής στα 1875 περίπου, γράφει στα "Απομνημονεύματά" του: "Έτσι άρχισε και τελείωσε το πρώτο μου μάθημα που μώμεινε ανεξάλειφτο ως τώρα από τη μνήμη μου, και θα μείνη ώσπου να πεθάνω, και μ' έκανε να μισήσω τον δάσκαλο, όπως ήξερα να μισώ τον Τούρκο, κι' έμαθα αργότερα να μισώ και τον Βούλγαρο": X. Χρηστοβασίλης, Διηγήματα του μικρού σκολειού (Απομνημονεύματα της μαθητικής μου ζωής) χ.έ., σ. 26.

2. Ο Νικόλαος Λωρέντης (Νεωτάτη Διδακτική Γεωγραφία..., ο.π., τ. A', σ. 349)

Σελ. 73
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/74.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

Έλληνική Χερσόνησο", αφιερώνοντας μάλιστα στο εγχειρίδιο του αυτόνομη περιγραφή (Ανθολόγιο 26). Στην περιγραφή του Σταθόπουλου, στα κράτη της Χερσονήσου περιλαμβάνεται και η Ρουμανία, έτσι ώστε βόρειο όριο να θεωρείται η νοητή ευθεία από το μυχό του Αδριατικού Πελάγους ώς τις εκβολές του Δούναβη. Σ' αυτή την περίπτωση η Ελληνική Χερσόνησος ταυτίζεται απόλυτα με τη Βαλκανική, κι αυτό είναι το σύστημα περιγραφής που υιοθετούν οι περισσότερες σχολικές γεωγραφίες στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ο N, Κ. Σπαθής όμως, κριτής των γεωγραφικών εγχειριδίων το 1888, θεωρεί υπερβολικό να ονομάζεται, "εκ φιλαυτίας εθνικής" Ελληνική Χερσόνησος ολόκληρη η Βαλκανική (Ανθολόγιο 89γ). Ωστόσο, ελάχιστα είναι τα εγχειρίδια εκείνα που δεν περιλαμβάνουν και τη Ρουμανία στις χώρες τής, Ελληνικής Χερσονήσου1. Το 1901 μάλιστα, στην έκθεση της αρμόδιας κριτικής επιτροπής για τα διδακτικά βιβλία, διορθώνεται η χρήση του όρου Βαλκανική Χερσόνησος: "Και οι ξένοι την χερσόνησον ταύτην ονομάζουσιν Ελληνικήν" ("Ανθολόγιο 130). Από ιό 1880 περίπου το εθνικό έδαφος διακρίνεται; σαφώς σε "ελεύθερη" και "δούλη" Ελλάδα, μια διάκριση που αποκτά μάλιστα μεθοδολογική αξία για τις σχολικές γεωγραφίες (Ανθολόγιο 66)2,. Οι "εθνικοί πόθοι" των Ελλήνων, η απελευθέρωση των "δούλων αδελφών" συνιστούν ξεχωριστές παραγράφους στα σχολικά βιβλία ιστορίας και γεωγραφίας, όπως απαιτεί και το πρόγραμμα μετά το 1894 (Ανθολόγιο 111). Οι παράγραφοι αυτές επιγράφονται συχνά "ο προορισμός του Ελληνικού έθνους". Η έννοια του "προορισμού" αποτελεί συστατικό στοιχείο της ρομαντικής ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα. Κάθε έθνος είναι επιφορτισμένο με την πραγματοποίηση κάποιου ιδιαίτερου προορισμού. Η ταύτιση του έθνους με το κράτος είναι το πρώτο σκέλος αυτού του προορισμού. Ο στόχος αυτός προσδίδει στον ελληνικό εθνικισμό τον αλυτρωτικό του χαρακτήρα. Δεύτερος στόχος είναι ο φωτισμός της Ανατολής, απόρροια της πίστης στην υπεροχή του

και ο Κ.Μ.Κούμας (Γεωγραφία... Αδριανού Βάλβι..., τ. Γ', Βιέννη 1839, σ. .180 κ.έ.) χρησιμοποιούν τον όρο "Ανατολική Χερσόνησος".

1. Βλ. A. Α.Σακελλάριος, Στοιχειώδης Γεωγραφία των Παίδων, Αθήνα 1895, σ. 17, και Δημήτριος Κουτσομητόπουλος, Φυσική και πολιτική γεωγραφία της Ελλάδος και Ευρώπης προς χρήσιν της Α' τάξεως των Γυμνασίων, Αθήνα 1896. Όταν ο δεύτερος συγγραφέας το 1908, σε γεωγραφία που υποβάλλει σε κρίση για την Γ' τάξη του Ελληνικού σχολείου συμπεριλαμβάνει τη Ρουμανία στην Ελληνική Χερσόνησο, διορθώνεται από τους κριτές ('Ανθολόγιο 152).

2. Τη μεθοδολογική διάκριση αύτη εφαρμόζει ο Ιωάννης Βαλέττας ήδη το 1841, στη β' Έκδοση της Γεωγραφίας του (Ανθολόγιο 17β). Η καθαρά αρχαιοκεντρική οπτική του βιβλίου όμως μας αποτρέπει από κάποια βιαστικά συμπεράσματα. Η γεωγραφική γνώση όλων των "ελληνικών χωρών" φαίνεται πως έχει εδώ άμεση σχέση με τη γνώση της αρχαίας ελληνικής ιστορίας.

Σελ. 74
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/75.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ελληνικού πνεύματος ώς προς την ασιατική βαρβαρότητα. Η περιγραφή λοιπόν του εθνικού παρελθόντος από την ιστορία και του εθνικού παρόντος από τη γεωγραφία Οδηγεί σε μια από κοινού προβολή στο μέλλον, δημιουργώντας έτσι μια ιδιότυπη σχέση των τριών χρονικών στιγμών παρελθόντος - παρόντος - μέλλοντος. Τα ιστορικά εγχειρίδια, ώς το 1914, τα οποία εκτείνονται "μέχρι των καθ' ημάς χρόνων", δίνουν την αίσθηση του ανολοκλήρωτου και ταυτόχρονα -με άμεσες και έμμεσες αναφορές- αποκτούν ένα χαρακτήρα χρησμολογίας και αγαθαγγελισμού, όπου δυνάμεις όπως η Θεία Πρόνοια και η φιλελεύθερη φύση της ελληνικής φυλής είναι τα ασφαλέστερα εχέγγυα για την επαλήθευση των χρησμών.

Η "φύση" της ελληνικής φυλής, ο "ιδιάζων χαρακτήρ του Ελληνικού έθνους, οίος εξεδηλώθη εν τη ιστορία" (Ανθολόγιο 70), αποτελεί στοιχείο απαραίτητο της εθνικής ταυτότητας. Ειδικά στις πρώτες δεκαετίες μετά το 1834 αφθονούν στις · σχολικές. γεωγραφίες οι χαρακτηρισμοί! των διαφόρων λαών (Ανθολόγιο 8β) και η συνήθεια αυτή -παρά τις αντιδράσεις που εκδηλώνονται κατά καιρούς-- εξακολουθεί σ' όλο τον 19ο αιώνα, γνωρίζει μάλιστα ιδιαίτερη έξαρση στην καμπή του αιώνα ως προς τους υπόλοιπους βαλκανικούς λαούς (Ανθολόγιο 118). Ο προσδιορισμός του "εμείς" λοιπόν γίνεται και αρνητικά, σε αντιδιαστολή με τον "άλλο" είτε αυτός θεωρείται φίλος είτε εχθρός. Η εικόνα των άλλων λαών, όπως και του ελληνικού, συγκροτείται από δύο στοιχεία: τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά και τις ηθικές και πνευματικές ιδιότητες, την ιδιοσυγκρασία. Η εικόνα αυτή είναι εξ ορισμού αρνητική για τους θεωρούμενους ως εχθρούς, τους Τούρκους και τους Βουλγάρους, Αν συγκριθούν οι εικόνες των δύο λαών μετά το 1880 αποκαλύπτεται μια μάλλον επιεικής και "αφ' υψηλού" στάση απέναντι στους Τούρκους (Ανθολόγιο 22, 91) και μια αυστηρή απέναντι στους Βουλγάρους (Ανθολόγιο 88, 160). Αντίστοιχη εξάλλου είναι, την ίδια εποχή, η στάση των Βουλγάρων απέναντι στους Έλληνες.

Ο φανατισμός, εντούτοις, ο οποίος χαρακτηρίζει τα διδακτικά βιβλία μετά το 1885, δεν ενθαρρύνεται από τους κριτές των σχολικών εγχειριδίων, 'Υπάρχει επομένως, σ' αυτό το σημείο, μια διάσταση ανάμεσα στον επίσημο και τον μη επίσημο λόγο. Η διάσταση αυτή γίνεται συχνά αντικείμενο ιδεολογικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων, εφόσον το ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα του πως αντιμετωπίζονται οι θεωρούμενοι ως εχθροί του ελληνικού έθνους τροφοδοτεί με επιχειρήματα το διάλογο ανάμεσα στις δύο τάσεις. Η επίσημη θέση πάντως, στη στροφή του αιώνα, είναι το εθνικό φρόνημα να εμπνέεται με έμμεσους τρόπους και όχι με διασυρμό των αντίπαλων εθνών, με τους άλλους βαλκανικούς λαούς οι αντιθέσεις είναι από μικρές έως ανύπαρκτες (Ανθολόγιο 106), Ειδικά οι Αλβανοί θεωρούνται φυλή που ανήκει στο ελληνικό έθνος, εφόσον κατάγονται από τους αρχαίους Ιλλυριούς, συγγενείς με τους

Σελ. 75
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/76.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

αρχαίους Έλληνες. με το επιχείρημα αυτό λύνεται. το πρόβλημα των αλβανικών εποικισμών και οι αλβανόφωνοι κάτοικοι του ελληνικού κράτους ενσωματώνονται έτσι, χωρίς καμιά ανακολουθία και χωρίς ιδιαίτερη μνεία στο ελληνικό έθνος (Ανθολόγιο 45, 130).

Ο χαρακτηρισμός του ελληνικού έθνους προβάλλει οπωσδήποτε τις θετικές όψεις, τις αρετές, περιέχει όμως αρκετά συχνά και τις αρνητικές όψεις, τα ελαττώματα. Οι αναφορές αυτές των ελαττωμάτων εγγράφονται στον ηθοποιητικό ρόλο της ιστορίας, η οποία δεν παρέχει μόνο πρότυπα προς μίμηση αλλά και παραδείγματα προς αποφυγή. Στά εθνικά προτερήματα κατατάσσονται η ευφυΐα, η φιλομάθεια, η ευσέβεια, η φιλοπατρία (Ανθολόγιο 93γ,· 10Οβ, 146). Στα εθνικά ελαττώματα ένα παρουσιάζεται ως "προπατορικό αμάρτημα" των Ελλήνων, η διχόνοια (Ανθολόγιο 25α, 25γ, 51β), παρόλο που, όπως ήδη αναφέρθηκε, στην καμπή του αιώνα επικρατεί κυρίως η τάση να αποσιωπώνται όλες οι· αρνητικές όψεις., Έτσι, -ενώ -.φαίνεται.·, ανώδυνη η διαμάχη και η αντιζηλία Σπάρτης-ΑΘήνας στην αρχαία Ελλάδα και δεν αποσιωπάται, δέ συμβαίνει το ίδιο και με τους εμφύλιους πολέμους στα χρόνια··τού Αγώνα (Ανθολόγιο 112β, 130). Παράλληλα με τον καθολικό χαρακτηρισμό του ελληνικού έθνους, υπάρχουν στα σχολικά εγχειρίδια επιμέρους χαρακτηρισμοί των κατοίκων διαφόρων περιοχών της Ελλάδας, όπως των Μανιατών για παράδειγμα (Ανθολόγιο 84). Οι χαρακτηρισμοί αυτοί καταδικάζονται ως "άδικοι" και "υβριστικοί" από τους κριτές των διδακτικών βιβλίων του 1894 (Ανθολόγιο 112β).

Στοιχείο αυτοπροσδιορισμού του ελληνικού έθνους και διάκρισης από τους άλλους είναι η ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία. Έγινε ήδη λόγος για τη σημασία της θρησκευτικής αγωγής ως σκοπού του δημοτικού σχολείου. Η καλλιέργεια της θρησκευτικότητας δεν επιδιωκόταν μόνο με τα Θρησκευτικά μαθήματα αλλά με το σύνολο της διδασκαλίας, ξεκινώντας από το αναγνωστικό και φθάνοντας στα εγχειρίδια των φυσικών επιστημών. Ως συστατικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας, η θρησκεία, προσδιόριζε σε μεγάλο βαθμό και , το περιεχόμενο της εθνικής αγωγής. Έτσι η εκπαίδευση αποσκοπούσε τόσο στη διαμόρφωση καλών και ευσεβών χριστιανών όσο και πιστών μελών της Ανατολικής 'Ορθόδοξης Εκκλησίας. με αυτόν τον τρόπο η αφηρημένη έννοια της θρησκευτικότητας προσλάμβανε τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της νομιμοφροσύνης προς τη θεσμοθετημένη έκφραση της θρησκείας. Από εδώ προκύπτει, η σύζευξη της εκκλησιαστικής ιστορίας με την εθνική ελληνική ιστορία, καθώς και η προσπάθεια έξαρσης του ρόλου της Εκκλησίας κατά τους χρόνους της δουλείας με κορύφωση το πρόσωπο του Πατριάρχη Γρηγορίου E'. Η διατήρηση του θρησκευτικού χαρακτήρα σήμαινε διατήρηση του εθνικού χαρακτήρα (Ανθολόγιο 34). Ας σημειωθεί πάντως ότι η θρησκεία δεν αποτελεί επαρκές στοιχείο εθνικότητας: οι Μουσουλμάνοι της Κρήτης και της

Σελ. 76
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/77.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

Μ. Ασίας θεωρούνται. Έλληνες μόνο χάρη στην καταγωγή τους. Φαίνεται, επομένως, πως το ισχυρότερο στοιχείο της εθνικής ταυτότητας -ίσως επειδή είναι και το πιο αφηρημένο- είναι η καταγωγή, μια καταγωγή που ανέρχεται στην αρχαία Ελλάδα: η νομιμότητα της κτήσης των θεωρούμενων ως ελληνικών χωρών εξαρτάται από την αρχαιότητά της. Γι' αυτό κρίνεται απαραίτητη η παρουσίαση στις ελληνικές σχολικές Ιστορίες όλων των αποικιών της αρχαίας Ελλάδας, επειδή αλλιώς "εις λίαν στενά όρια συστενούται η ελληνική ιστορία" και "η Ελλάς περιορίζεται από της Πάρνηθος μέχρι της Μαλέας"1,

Ο καθορισμός των "ορίων" του ελληνισμού, που σημαίνει εναργή απεικόνιση των εθνικών διεκδικήσεων, καθορίζει ταυτόχρονα τους πραγματικούς στόχους της εθνικής αγωγής. Μέχρι τότε ο σκοπός τού- σχολείου να διαμορφώσει "πολίτην χρηστόν και αρχεσθαι έπιστάμενον"2 βρισκόταν πλησιέστερα στην ηθική-θρησκευτική: αγωγή, παρά στην: ηθική' εθνική: Η διδασκαλία επιδίωκε να εμπνεύσει '· στα παιδιά· τον "φόβον του Θεού και του νόμου"3 και όχι μια ενεργό φιλοπατρία. Μετά το 1880, το σχολείο θεωρείται ότι μπορεί να λειτουργήσει ως "οπλοποιείο" του ελληνικού έθνους 4 ενώ η φιλοπατρία αποδεσμεύεται από τα χριστιανικά της συμφραζόμενα, θεωρείται κατεξοχήν αρετή των Ελλήνων και ανάγεται σε παράγοντα ακμής και εθνικής ενότητας. Η ιστορία και η γεωγραφία αποτέλεσαν τα μαθήματα εκείνα που διαδραμάτιζαν ρόλο πρωτεύοντα στην καλλιέργεια της φιλοπατρίας (Ανθολόγιο 57). Η αγάπη προς την πατρίδα περνούσε μέσα από τη γνώση της.

Γνώση της πατρίδας σημαίνει καταρχήν πατριδογραφία, Τον όρο "πατριδογραφία" συναντώ μετά το 1885 5 να χαρακτηρίζει την πρώτη γεωγραφική διδασκαλία στο δημοτικό σχολείο (Ανθολόγιο 80, 82β, 96, 100α, 111). Στα προγράμματα διδασκαλίας του 1913 χρησιμοποιείται ο όρος "πατριδογνωσία" (Ανθολόγιο 162). Στο δημοτικό σχολείο λοιπόν, η γεωγραφική διδασκαλία ξεκινά από τη σχολική αίθουσα για να προχωρήσει στη γειτονιά η το χωριό.

1. "Εκθέσεις των κριτών...", 1894, ο.π., σ. 824. Εισηγητής ο Σ. Π. Λάμπρος.

2. Α.Δ  Αυγερινός, "Γενική αιτιολογική έκθεσις των Νομοσχεδίων περί δημοτικής εκπαιδεύσεως..., Προς την Βουλήν, 1 Φεβρουαρίου 1880", Παράρτημα της Εφημερίδος των Συζητήσεων της Βουλής, περίοδος H', σύνοδος A', 20 Οκτωβρίου 1879 - 17 Απριλίου 1880, σ. υλστ' - υν'.

3. Ι.Π. Κοκκώνης, Εγχειρίδιον περί δημοτικής εκπαιδεύσεως, 8.π., σ. 47.

4. "Τα Δημοτικά ημών σχολεία", περ. Εστία 20 (1885), σ. 463-465, 476-479, 508-510.

5. To 1885 εντοπίζει τη λέξη για πρώτη φορά και ο Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή Νέων Λέξεων..., τ. A' -Β', Αθήνα 1900· αναδημοσιεύεται με Προλεγόμενα Κ.Θ. Δημαρά, Αθήνα 1980. Το λήμμα στη σ. 787 της επανέκδοσης.

Σελ. 77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/78.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

έπειτα στην επαρχία και το νομό, και τέλος σε όλη τη χώρα1. Γίνεται προσπάθεια να καταπολεμηθεί το τοπικιστικό πνεύμα και να νιώσει ο μικρός μαθητής την ευρύτητα του έθνους στο οποίο ανήκει, Την ίδια στιγμή η αγάπη για την πατρίδα στηρίζεται στην ομορφιά της. η αρμονία της ελληνικής φύσης, η ευκρασία του κλίματος, η "κεντρική" θέση της Ελλάδας, με λίγα λόγια όλα εκείνα τα στοιχεία που απαρτίζουν μια τελεολογική περιγραφή, αποδεικνύουν την υπεροχή της πατρίδας σε παγκόσμια κλίμακα και τροφοδοτούν την αγάπη προς αυτήν (Ανθολόγιο 63, 98).

Παράλληλα, ο συναισθηματικός δεσμός με την πατρίδα ενισχύεται διττά: αφενός με μια "οργανική" αντίληψη του έθνους, οπού οι ελληνικές επαρχίες παρομοιάζονται με μέλη του σώματος της Ελλάδας, και αφετέρου , με μιά  προσωπογραφική παρουσίαση της μητέρας-πατρίδας (Ανθολόγιο 36). Οι-προσωποποιήσεις αυτές που συναντώνται συχνά στα διδακτικά κείμενα αντίκρισμα- στην εικονογράφησιν των σχολικών Ιστοριών· και γεωγραφιών. Εκεί, η μόνη απεικόνιση της πατρίδας είναι ο χάρτης των ελληνικών χωρών του οποίου και  μόνη η ανάρτηση σε κάποιο τοίχο της σχολικής αίθουσας εξυπηρετεί πολύ αποτελεσματικότερα το έργο της εθνικής διαπαιδαγώγησης απ' ό,τι κάποια αυστηρά, χωρίς εικόνες, σχολικά βιβλία ('Ανθολόγιο 72).

Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα κυκλοφορούν χάρτες ανεξάρτητοι ή σε μορφή άτλαντος  που προορίζονται ειδικά για σχολική χρήση. Αυτού του είδους η παραγωγή δεν είναι πάντως πυκνή για ευνόητους οικονομικούς λόγους. Από το 1895, μαζί με όλα τα διδακτικά βιβλία υποβάλλονται σε κρίση και οι χάρτες (Ανθολόγιο 119)2. Έτσι, πολλοί από τους συγγραφείς γεωγραφικών εγχειριδίων, παράλληλα με το διδακτικό τους βιβλίο, υποβάλλουν στο διαγωνισμό για έγκριση και κάποιο χάρτη. Οι χάρτες πρέπει να είναι ευκρινείς και όχι Ιδιαίτερα λεπτομερείς, ώστε να αποφεύγεται ο υπερβολικός φόρτος και η σύγχυση των ονομάτων, και να σημειώνονται απαραίτητα οι ιστορικοί τόποι, Στους χάρτες του ελληνικού βασιλείου επικρατούν τα σύγχρονα τοπωνύμια καί, μερικές φορές, σε παρένθεση και τα αρχαία, ενώ αντίθετα στις αλύτρωτες ελληνικές χώρες αποφεύγονται κατά κανόνα -και όπου κάτι τέτοιο είναι δυνατό- τα σύγχρονα τουρκικά ονόματα και σημειώνονται οι αρχαίες ελληνικές πόλεις.

1. Η μέθοδος αυτή ονομάζεται συνθετική, βασίζεται στην παιδαγωγική αρχή της διδασκαλίας η οποία προχωρεί από τα γνωστά προς τα άγνωστα, και επικρατεί στα τέλη του 19ου αιώνα κατεξοχήν στη στοιχειώδη εκπαίδευση. Προηγουμένως εφαρμοζόταν στη διδασκαλία της γεωγραφίας η αναλυτική μέθοδος, η όποια βάδιζε από το γενικό στο ειδικό, από το πλανητικό σύστημα και τη γη στην ιδιαίτερη πατρίδα.

2. Εγκρίσεις για χάρτες, εντελώς αποσπασματικά όμως, φαίνεται πως είχαν εκδοθεί και σε παλαιότερα χρόνια. Βλ. εδώ, Ανθολόγιο l , για τον Πίνακα της παλαιάς γεωγραφίας του Δ.Μαυροκορδάτου (1840).

Σελ. 78
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/79.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

Γνώση της πατρίδας σημαίνει κατά δεύτερο λόγο ιστορία. Η σχολική ιστοριογραφία επιχειρεί να εμπνεύσει την αγάπη προς την πατρίδα με δύο-τρόπους: πρώτον εμπνέοντας το θαυμασμό για το ένδοξο παρελθόν της και δεύτερον εμπνέοντας τη συμπάθεια και τη συμπόνοια για τις δυστυχίες και τα δεινά της. Στον πρώτο στόχο συμβάλλει μια ιστοριογραφία επικού χαρακτήρα, όπου το ελληνικό έθνος, μέσα από δύσκολους και άνισους αγώνες, κερδίζει πάντα το έπαθλο του νικητή. Το δεύτερο στόχο εξυπηρετεί κατ' αποκλειστικότητα η ιστορία της Τουρκοκρατίας. Η περίοδος αυτή περιγράφεται ως η πλέον δραματική του ελληνικού ιστορικού βίου και τονίζονται με μεγάλη έμφαση τα δει να που υπέφεραν οι υπόδουλοι Έλληνες από τη θηριωδία των Τούρκων1 (Ανθολόγιο 63, 102, 117β). Τελικά επικρατεί η άποψη ότι η νεότερη ελληνική ιστορία - Τουρκοκρατία και Επανάσταση-έχει μεγαλύτερη αξία για την καλλιέργεια του εθνικού φρονήματος (Ανθολόγιο 61). Η συναισθηματική προσέγγιση· με τους πατέρες είναι πολύ: πιο στενή απ' ό, τι με τους προγόνους. Δεν έχω συναντήσει σαφέστερη διατύπωση αυτής της σχέσης από μια φράση του Δ. Καμπούρογλου : "με την αρχαιότητα μας συνδέει ο θαυμασμός, με την παλαιότητα ο πόνος"2.

Η έννοια της φιλοπατρίας, όπως παγιώνεται στο τέλος του 19ου αιώνα,; εμπεριέχει αφενός την αγάπη προς την πατρίδα και αφετέρου τη γνώση των καθηκόντων απέναντι της και τη δραστηριοποίηση προς την κατεύθυνση της έμπρακτης απόδειξης αυτής της αγάπης, κυρίως, με τη μορφή αυτοθυσίας. Μια εθνική αγωγή που στοχεύει στην ανάπτυξη όλων αυτών των πτυχών της φιλοπατρίας δέ στηρίζεται αποκλειστικά στην ιστορία και στη γεωγραφία αλλά και στην πολιτική αγωγή και στη γυμναστική, Η συμβολή της γυμναστικής στη διαμόρφωση καταρχάς του πολίτη3 και έπειτα του στρατιώτη4.

1. Το 1911 στην "Έκθεσιν περί των Ιστοριών της γ' τάξεως του Γυμνασίου", υποδεικνύεται στους κρινόμενους συγγραφείς να μην παρουσιάζουν τη ζωή των Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας ως ευχάριστη η ανεκτή: Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Παράρτημα Β', 247, 30 Αυγούστου 1911. Εισηγητής ήταν o Σ.Π. Λάμπρος.

2. Δ. Καμπούρογλου, Σειραί, Αθήνα 1933, σ. 48. Ευχαριστώ τον κ. Ντίνο Γεωργούδη που έθεσε υπόψη μου το παράθεμα.

3. Ο Κ. Φρεαρίτης γράφει το 1855: "ζητούμεν την γενικήν εις άπαντα τα σχολεία εισαγωγήν της γυμναστικής, κύριον σκοπόν εχούσης την ευρωστίαν και ρώμην του 'σώματος του, πολίτου, αντιθέτως προς την υγιεινήν και ιατρικήν φροντίζουσαν εν γένει περί της ευεξίας του σώματος του ανθρώπου": Κ. Φρεαρίτης, "Βιβλιοκρισία. To μέλλον ήτοι περί Ανατροφής και παιδεύσεως, υπό Δ.Σ.Στρούμπου, Καθηγητού", Πανδώρα 5 (1854 - 1855), σ. 527.

4. Ο Ε. Δεληγιώργης, ως υπουργός της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως σε Έκθεση του προς τη Βουλή κατηγορεί την οθωνική κυβέρνηση ότι "ούχ ήττον συστηματιχως άπέφεύγεν η πεσούσα βασιλεία την συστηματικήν άσκησιν της νεολαίας, ούτε εις το συμφέρον αυτής ως δυνάμεως αποβλέπουσα, ούτε εις το συμφέρον αυτής ως κορυφής του εθνικού πολιτισμού":

Σελ. 79
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/80.gif&w=600&h=393 18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΕΙΚΟΝΑ 20.

Σχολικοί γυμναστικοί διαγωνισμοί στο Παναθηναικό Στάδιο

Σελ. 80
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/81.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

σε μια προέκταση του αρχαίου ιδανικού της καλοκαγαθίας, είναι αποδεκτή από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας1, Το έργο μάλιστα της γυμναστικής μέσα στο πλαίσιο της εθνικής διαπαιδαγώγησης θεωρείται συμπληρωματικό στο έργο της ιστορίας, εφόσον η μία διαμορφώνει το πνεύμα και εμπνέει τον ενθουσιασμό για την πατρίδα και τις προσδοκίες της και η άλλη παρέχει τα μέσα· για την πραγματοποίηση των εθνικών πόθων, πλάθοντας το σώμα και καλλιεργώντας τις αρετές του καλού στρατιώτη - αυταπάρνηση, καρτερία,, υπακοή (Ανθολόγιο 57). η αγωγή του πολίτη δεν αποτέλεσε, ως το 1914 τουλάχιστον, αυτόνομο μάθημα, αλλά; ενσωματωνόταν στην ιστορική διδασκαλία2. Συνοπτικές γνώσεις για τα είδη των πολιτευμάτων - και για τις διοικητικές? λειτουργίες τό3, ελληνικού κράτους περιέχονταν επίσης στα εγχειρίδια γεωγραφίας ('Ανθολόγιο 69β, 103, 140)· Στα αναγνωστικά εξάλλου υπήρχαν κείμενα που αναφέρονταν στα καθήκοντα του ανθρώπου ως μέλους της κοινωνίας και της πολιτείας 1.

"Έκθεσις του Υπουργού της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Ε.Δεληγιώργη προς την Εθνοσυνέλευσιν, 21 Ιανουαρίου 1863":, Εφημερίς των  Φιλομαθών 11 (1863), σ. 1-5'. Με αυτό το σκεπτικό o Δεληγιώργης εισάγει τη γυμναστική, στα γυμνάσια και την οπλασκία στο Πανεπιστήμιο: "Ψήφισμα περί εισαγωγής εν μεν τω Εθνικώ ΙΙανεπιστημίω της οπλασκίας, εν δε τοις κατωτέροις εκπαιδευτηρίοις της γυμναστικής", 8 Δεκεμβρίου 1862, Σ.Κ. Παρίσης, ο'.π., σ. 141 - 143. Με το Νόμο ,ΒΧΚΑ' (ΙΟ Ιουλίου 1899) o σκοπός της γυμναστικής ορίζεται ως εξής: "Άρθρον 1.: Σκοπός της γυμναστικής είνε η ανάπτυξις των σωματικών και η εν ακμή διατήρησις των ψυχικών δυνάμεων, η εν τη καρτερία έξις και η διά τον στρατιωτικόν βίον προπαρασκευή των νέων": Εφημερίς της Κυβερνήσεως A', 141, 12 Ιουλίου 1899. Γιά ένα παρόμοιο συσχετισμό της γυμναστικής με τη στρατιωτική εκπαίδευση πβ, Δ.Σ.Μαυροκορδάτος, Υπομνημάτων περί εκπαιδεύσεως του λαού εκτυπωθέν εν τη Κλειοί, Έκδοσις δευτέρα, Αθήνα 1872 και Χαρίσιος Παπαμάρκος, Αναλυτικόν Πρόγραμμα των μαθημάτων τον πλήρους δημοτικού σχολείου κατά τα εκπαιδευτικά νομοσχέδια, Αθήνα 1890

1. Αντίθετα με το ρόλο που αποδίδεται στη γυμναστική μετά το 1862, στα χρόνια της οθωνικής βασιλείας η γυμναστική, όταν και αν. γινόταν στα σχολεία, δεν απέβλεπε σε τίποτε παραπάνω από'την εκπλήρωση του παραγγέλματος "Νους υγιής εν σώματι υγιεί". Το Φεβρουάριο του 1848 ο "Οθων ζητεί από τον υπουργό των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως να του καθυποβάλει σχέδιο διατάγματος "Περί εισαγωγής καταλλήλου Γυμναστικής εις άπαντα τα σχολεία του κράτους" και γράφει: "Κατά την σύνταξιν" δε αυτού, θέλετε περιορισθή εις εκείνα τα γυμνάσματα μόνον, τα οποία συντείνουσι μεν εις την διατήρησιν καλής υγείας και ισόμετρον ανάπτυξιν απάντων των μελών του σώματος, δεν φέρουσιν όμως χαρακτήρα παλαιστρικων και έντέχνων γυμνασμάτων, μάλλον επιτηδείων εις την εξαγρίωσιν του ήθους η την καλήν των παίδων αγωγήν": Γενικά Αρχεία του Κράτους, Οθωνικό Αρχείο, Παιδείας, φ. 35.

2. Ο Νικόλαος Σαρίπολος το 1865, στο Υπόμνημα περί του κατωτέρου κλήρου καί' περί εκπαιδεύσεως, συνδέει τη γνώση της εθνικής ιστορίας με την τήρηση των νομών και τη χρήση της ψήφου εκ μέρους του έλληνα πολίτη: "πολίτης δε μη ειδώς την εθνικήν αυτού ιστορίαν και γλώσσαν, αδύνατον να καταστή ποτέ καλός καγαθός πολίτης" ('Ανθολόγιο 47).

Σελ. 81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/82.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

To 1882 ο Εμμανουήλ Γαλάνης μεταφράζει από τα γαλλικά το βιβλίο του Jules Simon Ο μικρός πολίτης 2, που απευθύνεται στους μαθητές του δημοτικού σχολείου, δεν είναι όμως σχολικό εγχειρίδιο άλλα προορίζεται να χρησιμεύσει ως "ανάγνωσμα κατ' οίκον". Αυτόνομα προβάλλει την πολιτική αγωγή Ο Έλλην πολίτης του Θ, Αποστολόπουλου3, που εγκρίνεται από την επιτροπή των κριτών ως αναγνωστικό για τη Δ' τάξη του δημοτικού σχολείου το 1902 και για τα επόμενα πέντε σχολικά έτη. Το τρίτο μέρος του βιβλίου -που καλύπτει και το ένα τρίτο περίπου των σελίδων- περιέχει στοιχεία Συνταγματικού, Ποινικού, Αστικού, και Εμπορικού Δικαίου, καθώς και Πολιτικής Οικονομίας4. με τα νομοσχέδια του A. Ευταξία το 1899, και στο A' Πανελλήνιο Εκπαιδευτικό Συνέδριο το 1904, προτείνεται να εισαχθεί-η διδασκαλία της αγωγής του πολίτη, η πρόταση όμως μένει χωρίς συνέχεια. Στο "Πρόγραμμα της ποσότητος και της οικονομίας της ύλης των αναγνωστικών

1. Έχει ήδη λεχθεί ότι τα κείμενα αυτά εξυπηρετούσαν κατά κύριο λόγο την "ηθοποίηση" των παιδιών και όχι ειδικά την εθνική - πολιτική τους αγωγή. Στα πλαίσια αυτά κινούνται αναγνωστικά όπως το Περί των καθηκόντων του ανθρώπου ως χριστιανού και ως πολίτου του Δ. Παπαρρηγόπουλου (εκδίδεται το 1864, βραβεύεται στο Νικομήδεια Διαγωνισμό και εισάγεται ως αναγνωστικό την ίδια χρονιά με την Εγκύκλιο 9923 / ΙΟ Νοεμβρίου' 1864), και Ο Μαυρογένης η Παιδαγωγικόν εγκόλπιον του λαού πραγματευόμενον περί των καθηκόντων του ανθρώπου προς τον θεόν, τον πλησίον και εαυτόν, του Μιλτιάδη Βρατσάνου, το οποίο επίσης βραβεύτηκε στο Νικομήδεια Διαγωνισμό και εισήχθη ως αναγνωστικό με την εγκύκλιο 9030 / 24 Δεκεμβρίου 1869.

2. Ιουλίου Σιμώνος, Ο μικρός πολίτης. Εκ του γαλλικού υπό Εμμανουήλ Γαλάνη, Αθήνα 1882, σ. [α'] - [β'].

3. Ο Θεόδωρος Αποστολόπουλος γεννήθηκε το 1863, πήρε δίπλωμα από το Διδασκαλείο το 1880, και το 1882 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή απ' όπου έκανε μετεγγραφή στη Νομική. Πήρε το δίπλωμα του νομικού το 1892 και το 1895 διορίστηκε δικηγόρος. Ίδρυσε τα "Βιβλιεμπορικά καταστήματα Αποστολοπούλου", έγραψε πλήθος διδακτικών βιβλίων για τη στοιχειώδη εκπαίδευση και εξέδωσε για λίγο χρόνο (1897) δική του καθημερινή εφημερίδα, την Αυγή (Αθηνών).

4. Ο ίδιος ο Θ. Αποστολόπουλος δικαιολογεί ως εξής αυτή του την επιλογή: "Το Μέρος Τρίτον περιλαμβάνον στοιχεία της αστικής παιδεύσεως (instruction civique) αποτελεί την βάσιν μαθήματος κατ' εξοχήν σπουδαίου, εισηγμένου ήδη εν τοις σχολείοις της Αμερικής, της Σουηδίας, της Γερμανίας, της Ελβετίας, της Γαλλίας κλπ. Παρ' ημίν επίσης είναι λίαν αναγκαίον το μάθημα τούτο, ίνα μη ο Έλλην πολίτης νομίζη, ότι εκ του αίματος των Προγόνων, και της ελευθερίας της Πατρίδος αντλεί δικαιώματα μόνον, ουχί δε και καθήκοντα, και ίνα μη, εξερχόμενος του σχολείου, ευρίσκηται εν μέσω αγνώστω και ασφυκτικώ. Πρώτοι ημείς επιχειρούμεν νυν την θεραπείαν της παρ" ημίν σπουδαίας ταύτης ελλείψεως, επικροτούσης και της Πολιτείας" (Το Παιδευτικόν σύστημα εν Ελλάδι, Αθήνα 1902, σ. 17). Φαίνεται πάντως πως η σύνταξη αυτού του μέρους δεν ήταν άσχετη με το δικηγορικό επάγγελμα του Θ. Αποστολόπουλου: διέθετε τις απαραίτητες νομικές γνώσεις για να το συντάξει, γνώσεις που φυσικά δεν κατείχε η πλειοψηφία των συγγραφέων σχολικών βιβλίων.

Σελ. 82
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/83.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

βιβλίων" του 1907, τα "καθήκοντα και τα δικαιώματα του Έλληνος συνταγματικού πολίτου" περιέχονται στο αναγνωστικό της ΣΤ' τάξης (Ανθολόγιο 150). η προσπάθεια του υπουργού Παιδείας A. Αλεξανδρή, με τα νομοσχέδια του 19111, να εισαχθούν στο δημοτικό σχολείο "τα δικαιώματα και τα καθήκοντα του συνταγματικού πολίτου", δεν παίρνει τη μορφή νόμου. Τέλος, στα νομοσχέδια του 1913 για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, η διδασκαλία της πολιτικής αγωγής γίνεται σε συνδυασμό με τη διδασκαλία της ιστορίας. Το μάθημα των δικαιωμάτων και των καθηκόντων του πολίτη θεωρείται ως τμήμα του σύγχρονου πολιτισμού, ο οποίος, όπως είδαμε, αποτελεί στα νομοσχέδια αυτά το κέντρο της πρωτοβάθμιας διδασκαλίας: "Διότι αυτό μεν καθ' εαυτό ως ιδιαίτερον μάθημα και εν ιδιαιτέραις ώραις αναγραφόμενον θα απέβαινεν μάλλον ανιαρόν και άγονον, εν ω επερχόμενον ως κατακλείς και επιστέγασμα της ελληνικής ιστορίας, ήτις εν τη έκτη τάξει θα φθάση μέχρι των ημερών ημών και θα ασχολήται με την σημερινήν κατάστασιν, με τα ιδανικάκαί την εκπολιτιστικήν αποστολήν του ελληνικού έθνους, θα παρουσιάζη και τα δικαιώματα και τα καθήκοντα του Έλληνος πολίτου ως απόρροιαν της πατρίου ιστορίας και θα περιβάλλη αυτά διά του πλαισίου της εν συνόλω εθνικής εργασίας και προόδου. Έκτος τούτου δε και εν άλλοις μαθήμασι και δή εν τη αναγνώσει θα παρέχηται ευκαιρία προς σχετικήν διδασκαλίαν" 2.

Η εθνική αγωγή αφορά, όπως είναι φυσικό, τόσο στην εκπαίδευση των αγοριών όσο και των κοριτσιών (Ανθολόγιο 72). Οι ιδέες όμως για τους διαφοροποιημένους ρόλους των δύο φύλων που επικρατούν στην Ελλάδα του 19ου αιώνα επηρεάζουν αναπόφευκτα και το περιεχόμενο της σε κάθε μια από τις δύο περιπτώσεις. "Εις τους κόλπους αυτών φέρουσιν αι γυναίκες των κοινωνιών την ειμαρμένην' απ'αυτάς άρα έπρεπε κυρίως ν" αρχίζη η εθνική εκπαίδευσις", σύμφωνα με κείμενο της Ανθολογίας των κοινωφελών γνώσεων τον Αύγουστο του 1836 3. "Ενα μήνα αργότερα, στο ίδιο περιοδικό, οι "νέαι μητέρες και νέαι σύζυγοι" προτρέπονται: "Μή μιμηθήτε τας ξένας εις την ματαιότητα του καλλωπισμού, και εις την περιέργειαν της ενδυμασίας· αλλά φυλάξατε καθαρόνκαί ακέραιον τον Ελληνικόν χαρακτήρα, διά να τον μεταδώσητε ως πολύτιμον κληρονομίαν εις τα τέκνα σας" 4. Η γυναικεία εθνική αγωγή επιδιώκει επομένως να αναδείξει κυρίως "φιλόστοργους μητέρας" που θα αναθρέψουν τα παιδιά

1. Α.Γ.Αλεξανδρής, "Νομοσχέδιον περί Οργανώσεως της δημοτικής εκπαιδεύσεως" (1 Οκτωβρίου 1911), Ανατολή 2 (1911-12), σ. 153-169.

2. "Αιτιολογική Έκθεσις του Νομοσχεδίου περί δημοτικής εκπαιδεύσεως", 20 Νοεμβρίου 1913, Δ. Γληνός, Άπαντα, δ.π., σ. 255-256. Ανάλογες απόψεις διατυπώνονται στο Υπόμνημα του Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1912· στο ίδιο, σ. 116.

3. "Ανατροφή των κορασιών", 'Ανθολογία των κοινωφελών γνώσεων, Αύγουστος 1836.

4. "Ανατροφή και παιδαγωγία", στο ίδιο, Σεπτέμβριος 1836.

Σελ. 83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/84.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

τους με τα διδάγματα των ελληνικών αρετών και του πατριωτισμού. Άλλωστε κύριος σκοπός της γυναικείας ανατροφής ήταν η διατήρηση των "αρχαικών" αρετών, που θεωρούνταν ότι διέκριναν τις "γνήσιες" Ελληνίδες. Ο χαρακτήρας λοιπόν της γυναικείας εκπαίδευσης έπρεπε να είναι κατεξοχήν "ελληνοπρεπής", απορρίπτοντας όλα τα επικίνδυνα στοιχεία μιμητισμού και "ψευδοφραγκισμού". Θεμελιώδες στήριγμα της γυναικείας εθνικής αγωγής ήταν η "πάτριος ιστορία" (Ανθολόγιο 48), Ο A. Διομήδης Κυριάκος, στο λόγο του το 1886 "επί τη πεντηκονταετηρίδι του Αρσακείου"1, συνδέει ακριβώς την ιστορική γνώση με τη γνώση των καθηκόντων της Ελληνίδας απέναντι στην πατρίδα (Ανθολόγιο 86),

Στο πλαίσιο αυτής της ιστορικής διδασκαλίας, και σε πλήρη αναλογία· με την ανδρική εκπαίδευση, θεωρούνται χρήσιμες οι βιογραφίες επιφανών γυναικών" 2, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν πρότυπα συμπεριφοράς για τα νεαρά κορίτσια. Παράλληλα, από το σύνολο της ιστορικής ύλης προτιμώνται τα κομμάτια εκείνα που αναφέρονται στον οικογενειακό και κοινωνικό βίο από τα πολεμικά γεγονότα και τα κεφάλαια για τα πολιτεύματα (Ανθολόγιο 70), Ο διαχωρισμός αυτός αντιστοιχεί απόλυτα με το θεωρούμενο "προορισμό" της γυναίκας που κινείται στον "οίκο", στον ιδιωτικό χώρο, και πρέπει να είναι "καλή οικοκυρά καλή σύζυγος, φιλόστοργος μήτηρ και φιλάδελφος παρθένος" 3, και με τον "προορισμό" του άνδρα, ο όποιος δρα στο δημόσιο χώρο ως πολίτης και ως στρατιώτης. "Αν παρά των ανδρών ζητήται το γενναίον και το ατρόμητον κατά τους αγώνας, η αφοσίωσις, η αυταπάρνησις, η του πλησίον αγάπη είναι απαραίτητοι αρεταί τη γυναικί, δι' αυτών σώζεται ο οίκος, η δε καρδία της γυναικός διδάσκεται το εύσεβείν εν πάσιν" 4. Η δράση γυναικών κατά τη διάρκεια του πολέμου, όπως των Σουλιωτισσών για παράδειγμα, συνεπάγεται την ύπαρξη σ' αυτές "ανδρικών" αρετών, οι οποίες τις καθιστούν "υπερτέρας

1. Πβ. Ελένη Φουρναράκη, Εκπαίδευση και Αγωγή των Κοριτσιών. Ελληνικοί προβληματισμοί (1830 -1910). Ένα Ανθολόγιο, ΙΑΕΝ 11, Αθήνα 1987, σ. 324-332.

2. Η ύλη των αναγνωστικών βιβλίων των δύο ανωτέρων τάξεων του πλήρους σχολείου των θηλέων και του προς διδασκαλίαν της αρχαίας γλώσσης χρησιμεύοντος εν αυτοίς κειμένου, έστω συντελεστική προς εκπλήρωσιν του προορισμού της γυναικός, απαρτιζόμενης εκ βιογραφιών ενάρετων και λογίων γυναικών, εκ σκηνών οικογενειακού βίου, εκ παραγγελμάτων υγιεινών κλπ.": "Προκήρυξις διαγωνισμού περί συγγραφής διδακτικών βιβλίων της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως", 3 Δεκεμβρίου 1898, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Παράρτημα Β', 196, 12 Δεκεμβρίου 1898. Βλ. επίσης εδώ. Ανθολόγιο 100α.

3. Κ.Σ. Ξανθόπουλος, Πρώτη και Μέση Έκπαίδευσις και περί ανατροφής και εκπαιδεύσεως των κορασιών, Αθήνα 1873, σ. 232.

4. Καλλιόπη Α. Κεχαγιά, Παιδαγωγικαί Μελέται, ήτοι Λόγοι εκφωνηθέντες εν τω Ζαππείω κατά την διανομήν των βραβείων, Κωνσταντινούπολη 1880, σ. 98.

Σελ. 84
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/85.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

του φύλου των"1. η διαφοροποίηση λοιπόν των σκοπών της γυναικείας και της ανδρικής εθνικής αγωγής είναι άμεση συνάρτηση της διαφοροποίησης του γυναικείου και του ανδρικού κοινωνικού ρόλου. Η διαφοροποίηση αυτή αφορά μόνο στους σκοπούς της αγωγής και όχι στα μέσα: τα προγράμματα των δημοτικών σχολείων, μετά το 1894, που συντάσσονται για πρώτη φορά, είναι κοινά για τα αγόρια και τα κορίτσια τόσο ως προς την ύλη όσο και ως προς τις ώρες διδασκαλίας. Τα διδακτικά βιβλία ιστορίας και γεωγραφίας είναι επίσης κοινά στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Επομένως, με την ίδια ακριβώς ύλη επιδιώκονται διαφορετικά αποτελέσματα.

Οι ποιοτικές διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται στους στόχους της εκπαίδευσης στην περίοδο των ογδόντα χρόνων που μεσολαβούν από το 1834 ως το 1914 δεν επηρεάζουν την ποσοστιαία αναλογία της ιστορίας και της γεωγραφίας στο σύνολο των διδασκόμενων μαθημάτων (βλ. Πίν.). Το ειδικό τους βάρος δηλαδή και η ιεραρχική τους τοποθέτηση στο σύνολο της διδασκαλίας δεν αλλάζουν ποτέ δραστικά. Μοναδική σημαντική αλλαγή παρατηρείται στο τέλος της περιόδου, στα προγράμματα του δημοτικού σχολείου του 1913, όπου αυξάνονται εμφανώς οι ώρες διδασκαλίας της γεωγραφίας. Η έμφαση επομένως στην εθνική αγωγή δε συνοδεύεται από μια ενίσχυση των μαθημάτων της ιστορίας καταρχήν και της γεωγραφίας στη συνέχεια, όπως έγινε σε όλη τη "δυτική Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα2. Το ποσοστό της ιστορικής διδασκαλίας ως ιδιαίτερου μαθήματος, βάσει των επίσημων προγραμμάτων, μπορεί βέβαια να είναι παραπλανητικό από τη στιγμή που δεν αντιπροσωπεύει το σύνολο της ιστορικής διδασκαλίας, η οποία διοχετεύεται εξίσου μέσω άλλων αγωγών, όπως το αναγνωστικό και τα νεοελληνικά αναγνώσματα. Γιά τη σημασία του αναγνωστικού έγινε ήδη λόγος. Ας προστεθεί μόνο εδώ ότι, εκτός από την ιστορική ύλη που ορίζουν για τα αναγνωστικά οι διαγωνισμοί του 1882, 1886, 1895, 1907 και 1912, ήδη πριν από τις επίσημες ρυθμίσεις τα αναγνωστικά αντλούσαν σημαντικό μέρος της ύλης τους από το χώρο ιών ιστορικών "σκηνογραφιών". Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Γεροστάθης, με τον οποίο "γενεαί όλαι ελληνοπαίδων... εδιδάχθησαν τα πρώτα στοιχεία της ιστορίας των προγόνων"3 όχι μόνο στα σχολεία του ελληνικού βασιλείου αλλά και στα ελληνικά σχολεία της οθωμανικής αυτοκρατορίας4. με τα Νεοελληνικά Αναγνώσματα

1. Π.Γ. Πολίτης και Δ.Σ. Σκούφος, Διηγήσεις εκ της Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως διά τους παίδας. Τεύχος πρώτον, Αθήνα 1879, σ. 65.

2. Βλ. εδώ, σ. 26, σημ. 1

3. "Ο αληθής Γεροστάθης", περ. Εστία 21 (1886), σ. 9-10.

4. Ο Γεροστάθης μαζί με την Ελληνικήν Χρηστομάθειαν των Σ.Δ.Βυζάντιου και Α.Ρ.Ραγκαβή θεωρούνται τον 19ο αιώνα ως τα διδακτικά βιβλία με το μεγαλύτερο αριθμό εκδόσεων και αντιτύπων: "Είκοσι και πέντε μυριάδες αντιτύπων του "έργου τούτου μέχρι

Σελ. 85
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/86.gif&w=600&h=393 18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

ΕΙΚΟΝΑ 21. Ελληνικό Παρθεναγωγείο Ασπασίας Β. Σκορδέλη, Αθήνα

Σελ. 86
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/31/gif/87.gif&w=600&h=91518. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

εισάγεται από το 1884 στη μέση εκπαίδευση (Ελληνικά σχολεία) η διδασκαλία της νέας ελληνικής γλώσσας. Η ακριβής υλη που ορίζεται για τα εγχειρίδια των νεοελληνικών αναγνωσμάτων είναι ύλη κατεξοχήν ιστορική, και το 20% των κειμένων προέρχονται από την Ιστορίαν του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου (Ανθολόγιο 77).

Από την άλλη μεριά, η εθνική αγωγή στην Ελλάδα είναι επίσης έργο της γλωσσικής διδασκαλίας. Είναι γνωστό ότι η γλώσσα Θεωρήθηκε ανέκαθεν από ποικίλους και διαφορετικούς μεταξύ τους εθνικισμούς ως συστατικό στοιχείο του εθνικού χαρακτήρα και χρησιμοποιήθηκε ως παράγοντας ενοποίησης διαφόρων εθνοτήτων. Το 1866 ο Σ. Δ. Βυζάντιος, γενικός διευθυντής των. δημοτικών σχολείων, γράφει σε εγκύκλιο του προς τους δασκάλους: "Aι Μούσαι, τας οποίας προσπαθούμεν άπαντες να επαναφέρωμεν εις την αρχικήν των πατρίδα, τον Ελικώνα, ξενοπαθούσι προς παν ετερόφωνον και δύσηχον. Φιλοτιμηθώμεν λοιπόν να τας τιθασεύσωμεν εν μια φωνή, καθώς εν ενί πνεύματι και μια καρδία σταδιοδρομούμεν και προς το ένδοξον ημών μέλλον"1. Ο ελληνικός εθνικισμός λοιπόν, είτε με το "συντηρητικό" είτε με το "προοδευτικό" του πρόσωπο, ανύψωσε τη γλώσσα σε αποδεικτικό στοιχείο ελληνικότητας και σε μέσο εθνικής ενότητας. Ο στόχος δηλαδή αρχαιστών, και δημοτικιστών είναι, παρά την αντιπαράθεση τους, κοινός ως προς την εθνική διαπαιδαγώγηση, και διαφοροποιούνται μόνο ως προς τους τρόπους που προκρίνουν για την επίτευξη του. Το γλωσσικό ζήτημα φυσικά ξεπερνά κατά πολύ τις φιλοδοξίες αυτού εδώ του Ανθολογίου. Η διακύμανση όμως των ωρών της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας είναι ένας αξιόπιστος δείκτης για τις προθέσεις της πολιτείας -και όχι μόνο αυτής- ως προς την εθνική αγωγή, τη στιγμή που η στασιμότητα της ιστορικής διδασκαλίας δυσχεραίνει την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ας αναφερθεί εδώ ενδεικτικά η σημαντική αύξηση των ωρών των αρχαίων ελληνικών στα νομοσχέδια του 1899, την πρώτη θεσμική αποτύπωση για την παιδεία μετά την ήττα του 1897, όταν η κριτική για τα "εθνοκτόνα" σχολεία έχει φθάσει στο απόγαιό της.

τούδε κατηναλώθησαν και εις την τουρκικήν μετεγλωττίσθη, προς χρήσιν των τουρκόφωνων ελληνικών κοινοτήτων της Ανατολής" ("Λόγος επιτάφιος εις Λ. Μελάν εκφωνηθείς υπό Κ.Ν. Κωστή", Ώρα, 10 Οκτωβρίου 1879). "Είδον προς τούτοις εκδόσεις Γεροστάθη εκτυπωθείσας εν Κυδωνίαις, Βραΐλα, Μυτιλήνη, Ιεροσολύμοις, Σάμω, Αιγίω, Βώλω, Θεσσαλονίκη, Κύπρω, Αλεξανδρεία, πάσας είναι αληθές, επί κακίστου χάρτου και κεκοσμημένας με λάθη τυπογραφικά, μη υπάρχοντα εν ταις αρχικαίς των Καταστημάτων Βλαστού εκδόσεσιν" (Α.Κ.Χ., "Ποίον ελληνικόν βιβλίον έξετυπώθη εις μεγαλείτερον αριθμόν αντιτύπων", Έβδομος, 8 Ιουνίου 1886, σ. 271-272).

1. Εγκύκλιος "Προς τους δημοδιδασκάλους", 15 Οκτωβρίου 1866, του Σ.Δ. Βυζάντιου (Γενικού Διευθυντή των δημοτικών σχολείων).

Σελ. 87
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Ιστορία και Γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία (1834-1914)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 68
    18. Κουλούρη, Ιστορία και Γεωγραφία

    μορφές πάντως εγκαταλείπονται σχετικά νωρίς, έχοντας όμως στο μεταξύ εμπλουτίσει τα κείμενα των σχολικών ιστοριών και γεωγραφιών.

    ΣΚΟΠΟΙ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

    Τον 19ο αιώνα το έργο της εκπαίδευσης εστιάζεται όχι τόσο στην παροχή γνώσεων και στην καλλιέργεια των πνευματικών ικανοτήτων, όσο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και στην ανάπτυξη των ηθικών δυνάμεων των νέων ανθρώπων (Ανθολόγιο 33)1. Σ' αυτή τη διαμορφωτική επίδραση τής^διδασκαλίας επενδύονται αισιόδοξα οι προσδοκίες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ν' απαλλαγεί από τα κατάλοιπα της μακρόχρονης δουλείας και να όδευσα προς την πρόοδο. Για ένα σχεδόν αιώνα -από το 1834 ως το 1914- επαναλαμβάνεται κοινότοπα η ελπίδα ότι η εκπαίδευση θα αναδείξει τη μέλλουσα γενεά "κρείττονα" της προηγούμενης, Η πίστη αυτή στη θετική επίδραση 'της' εκπαίδευσης κληροδοτείται από τη διαφωτιστική σκέψη και δεν εγκαταλείπεται ούτε σε στιγμές εθνικών απογοητεύσεων, όπως το 1897 η απόδοση μέρους των ευθυνών της ήττας στις ανεπάρκειες του σχολείου απλώς ανανεώνει το συμβόλαιο με καινούριους όρους.

    Οι σκοπιμότητες λοιπόν της ιστορικής και γεωγραφικής διδασκαλίας, όπως διατυπώνονται σε κατεξοχήν στρατηγικά κείμενα, επίσημα και μη (προγράμματα διδασκαλίας, προλόγους διδακτικών βιβλίων, εγκύκλιες οδηγίες προς δασκάλους και καθηγητές κ.ά.), υπακούουν στους ευρύτερους στόχους της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Ο σκοπός του δημοτικού σχολείου ειδικότερα προσδιορίζεται συνεχώς μέσα στον 19ο αιώνα αποκαλύπτοντας έτσι, παρά τις επιμέρους παραλλαγές που εμφανίζονται είτε στη συγχρονία είτε στη διαχρονία, το βασικό άξονα των εκπαιδευτικών στόχων. Η "ηθική και θρησκευτική μόρφωσις" του παιδιού αποτελεί την αδιαφιλονίκητη σταθερή των σκοπών που αποδίδονται στο δημοτικό σχολείο σ' όλη την περίοδο που εξετάζουμε; Η "ηθοποίησις" του παιδιού, ως ευκταίο αποτέλεσμα της σχολικής αγωγής, εξαρτάται, από το σύνολο των διδασκόμενων μαθημάτων σε κυμαινόμενα ποσοστά συμβολής.

    1. Η γνώση, μάλιστα, η όποια δε συνοδεύεται από την ηθική διάπλαση του χαρακτήρα θεωρείται επικίνδυνη, γιατί μπορεί να εμπνεύσει "επιθυμίας αλόγους ή παρατόλμους, σπανιώτατα επιτυγχανομένας υπό της τάξεως του λαού" (Ι.Π. Κοκκώνης, Εγχειρίδιον περί δημοτικής εκπαιδεύσεως, Αθήνα 1863, σ. 177 - 178). Παρόμοιες απόψεις είναι πολύ συχνές στα κείμενα που αναφέρονται στους σκοπούς της εκπαίδευσης, Πβ. την Εγκύκλιο 2841 / 25 Μαΐου 1856 "Περί εξετάσεων των δημοτικών σχολείων και περί των καθηκόντων των εξεταστικών επιτροπών", στο Θ.Π. Δηλιγιάννης και Γ.Κ. Ζηνόπουλος, Ελληνική Νομοθεσία..., δ.π., σ. 499: "την διανοητικήν ανάπτυξιν δεν παρακολουθεί αείποτε η αρετή, άνευ της οποίας πάσα μάθησις είναι ολεθρία".