Συγγραφέας:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Τίτλος:Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
 
Υπότιτλος:Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:38
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2003
 
Σελίδες:387
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Κροκύλειο Δωρίδας
 
Χρονική κάλυψη:αρχές 20ού αι.
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό είναι μία ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου, το Κροκύλειο (ως το 1915 Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο) της Φωκίδας, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει, δηλαδή, πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μία κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο παράδειγμα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.57 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 104-123 από: 395
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/104.gif&w=600&h=915

αποκατάσταση των οποίων μια οικογένεια επεδίωκε την κοινωνική της άνοδο — στην ουσία την αστικοποίησή της ή μάλλον την μικρο-αστικοποίησή της;

4. Μακριά από το χωριό

Στη μελέτη που εξέδωσε το 1931 για την ελληνική αγροτική οικονομία και κοινωνία του Μεσοπολέμου ο Κ. Καραβίδας στηλιτεύει τη «συστηματική υπερπαραγωγή εργατικών χεριών... ιδίως εις τα ορεινά», όπου οι χωρικοί «πιεζόμενοι από αμέσους και σκληράς ανάγκας» αφού «έκαμαν ληστρικήν εκμετάλλευσιν του εδάφους για μερικά καντάρια στάρι... εξαπέλυσαν» τα παιδιά τους «έξω της οικογενείας ή του χωρίου προς ανεύρεσιν εργασίας, εξ ης επέτυχαν εις βραχύ ή μακρόν διάστημα σημαντικούς προσθέτους πόρους».89 Ο Καραβίδας δε μας δίνει όμως συγκεκριμένες πληροφορίες για τη γεωγραφική και κοινωνική προέλευση των παιδιών αυτών, ούτε παραθέτει συγκεκριμένα παραδείγματα.

Απ' όσο γνωρίζω δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των παιδιών που μετανάστευσαν από ορεινά χωριά της Δωρίδας σε αστικά κέντρα στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Σύμφωνα με μια αξιόπιστη προφορική μαρτυρία το φαινόμενο ήταν συχνό στο Σουρούστι (σημ. Κερασιά), που βρίσκεται σχετικά κοντά στο Κροκύλειο.90 Η Μ. Λουκοπούλου-Παττίχη γράφει ότι στην Κωστάριτσα (σημ. Διχώρι), ένα άλλο χωριό της ορεινής Δωρίδας γειτονικό με το Σουρούστι, μικρά αγόρια 7-10 ετών μετανάστευαν στα αστικά κέντρα, κυρίως στην Αθήνα, για να εργαστούν ως μπακαλόπαιδα, σερβιτόροι, γαλατάδες κ.λπ.91 Από το υλικό μου δεν προκύπτει όμως ότι παιδιά από το Κροκύλειο μετανάστευαν συστηματικά σε αστικά κέντρα για να εργαστούν και να βοηθήσουν οικονομικά την οικογένεια στο χωριό. Διερωτώμαι μήπως, σε περίπτωση που όντως είχαν έτσι τα πράγματα, αυτό οφειλόταν στο χαμηλότερο υψόμετρο (περίπου 850 μ.), το συγκριτικά ήπιο κλίμα και τη λειτουργία του χωριού ως διοικητικού κέντρου στην ευρύτερη περιοχή, οπότε οι οικονομικές ανάγκες των οικογενειών ήταν συγκριτικά λιγότερο επιτακτικές; Ας σημειωθεί ότι τόσο η Κερασιά όσο και το Διχώρι βρίσκονται σε πολύ μεγάλο υψόμετρο -1340 και 1150 μ. αντίστοιχα.

Στο υλικό μου απαντούν πάντως δύο περιπτώσεις παιδιών τα οποία οι γονείς τους έστειλαν στην Αθήνα για να εργαστούν: O A. Μ., ορφανός από πατέρα, έφυγε σε ηλικία περίπου 12 ετών για την Αθήνα, όπου μπήκε στη δούλεψη των θείων του που είχαν ταβέρνα' δε φαίνεται να έστελνε χρήματα στην οικογένειά του στο χωριό. Η Γ. Σ. εργάστηκε ως υπηρέτρια στην Αθήνα από τα 10 της χρόνια. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί ενός πολύτεκνου κτηνοτρόφου και

89. Καραβίδας, Αγροτικά, ό.π., σ. 462, 463.

90. Συν. με τον Η. Χ. και τον Κ. Χ., σ. 6.

91. Λουκοπούλου-Παττίχη, Επιστροφή, ό.π., σ. 148, 276.

Σελ. 104
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/105.gif&w=600&h=915

ορφανή από μητέρα. Φαίνεται ότι με την εργασία της εξασφάλιζε απλώς την επιβίωση της. Παρόμοια μοίρα είχαν τρία αδέλφια της: Δυο αδελφές της, στα 11-12 χρόνια τους άρχισαν να εργάζονται στο Αίγιο και στην Άμφισσα ως υπηρέτριες, ένας αδελφός της στο Ευπάλιο. Στη μνήμη των δύο συνομιλητών τα γεγονότα έχουν εγγραφεί ως μια απόκλιση από το συνηθισμένο. Λένε ανοιχτά ότι εκείνοι, σε αντίθεση με άλλους, έπρεπε να φύγουν επειδή η οικογένειά τους αντιμετώπιζε έντονα οικονομικά προβλήματα. Η συνείδηση ότι η πορεία τους διαφέρει από εκείνη άλλων, πιο ευνοημένων, χωριανών διέπει τις αφηγήσεις, μια συνείδηση που άρχισε να συγκροτείται από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής τους .

Η Γ. Σ. δε θυμόταν «να στέλναν άλλα παιδιά (μακριά από το χωριό για να εργαστούν). Αλλά ο πατέρας μ' ήταν φτωχός και μας έστελνε...».92 Προφανώς τα παιδιά που μετανάστευαν προέρχονταν, κατά κανόνα, από φτωχές οικογένειες του χωριού, οι οποίες βρίσκονταν αντιμέτωπες με αρνητικές συγκυρίες.

Οι απαντήσεις στο ερώτημα, κατά πόσον οι χωριανοί έστελναν τα παιδιά τους σε μικρή ηλικία (περίπου πριν από τα 15 τους χρόνια) στις πόλεις και ειδικότερα στην Αθήνα για να εργαστούν, έχουν αόριστο, συνοπτικό χαρακτήρα και δημιουργούν την εντύπωση ότι σε ελάχιστες περιπτώσεις επιλέγονταν τέτοιες πρακτικές. Σύμφωνα με την Α. Σ., που γεννήθηκε το 1922: «Όταν είχαν πολλά κορίτσια... Τα κορίτσια τα στέλναν υπηρέτριες... Σε κάνα γαλατάδικο τα στέλναν, σε κάνα αυτό να πλένε πιάτα...». Η Π. Κ., από εύπορη οικογένεια του χωριού, θυμάται πως η μητέρα της συμβούλευε την ίδια και τα αδέλφια της, να μην στείλουν σε καμιά περίπτωση «υπηρέτριες» τα παιδιά τους.93 Και μια άλλη συνομιλήτρια, της οποίας η αφήγηση διακρίνεται για την ειλικρίνεια, τον αυθορμητισμό και τη στοχαστικότητα, υποστήριξε σταθερά, παρά τις αλλεπάλληλες επίμονες ερωτήσεις μου, ότι παιδιά κάτω από δεκαπέντε χρονών σπάνια μετανάστευαν μόνα στις πόλεις:

Σπάνια να πάνι μκρά παιδιά ... Όχ' για να πάνι μκρά παιδιά για δουλειές, σπάνια. Δεν ήταν βγαλμένα έξω απ' τη ζωή, να ειπείς είνι κάπως... Μπουρεί, απ' τάλλα χουριά, μπορεί. Ενώ τα δκά μας τα πιδιά ήταν ανέβγαλτα πιδιά... Έπτα μεγάλωσαν τα πιδιά και φύγαν... δεκαπέντε, είκουσι χρουνών... είκουσι χρουνών, εικουσιπέντε χρουνών. Ήταν τρία αδέρφια... και πήγαν υπηρέτες. Ου Τ. σκούπζε σκάλες... Μκρά παιδιά δεν πάαιναν. Και πού τώρα, εσύ τώρα έπαιρνες ένα παιδάκ' μικρό, τι θα τόκανες; ... Ήταν στν Αθήνα και χουριανοί μας από δω... Ναι, παραδέ στο Παγκράτ'.94

92. Συν. 2 με την Γ. Σ., σ. 1.

93. Συν. 2 με την Α. Σ., σ. 2' Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 7.

94. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 12.

Σελ. 105
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/106.gif&w=600&h=915

Πάντως στη μελέτη του για την παιδική εργασία ο Μιχ. Ρηγίνος δεν αναφέρεται σε παιδιά που μετανάστευαν στα αστικά κέντρα από ορεινά χωριά της Ρούμελης' συγκεκριμένα γράφει ότι «ο βασικός τροφοδότης των πόλεων σε παιδιά ήταν κυρίως τα νησιά και οι ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου» και η ανάλυση του υλικού του υποδεικνύει το ίδιο.95 Μάλιστα, σε μια γενικού χαρακτήρα μελέτη για τα φτωχά στρώματα των πόλεων στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, απαντούν δύο περιπτώσεις παιδιών (αγοριών) που σε ηλικία 9 και 12 ετών μετανάστευσαν στην Αθήνα, το ένα από την Αμοργό και το άλλο από ένα χωριό της Πελοποννήσου.96

5. Αγώγια

Τα αγώγια δεν αποτελούσαν παιδική εργασία με την κλασική έννοια του όρου, αλλά ήταν μια εργασία που χωριανοί και χωριανές αναλάμβαναν από πολύ νεαρή ηλικία, από τα 14-15 χρόνια τους: «Έκαναν αγώγια» με τα μουλάρια, μεταφέροντας προϊόντα από την Άμφισσα ή το Λιδωρίκι στο Κροκύλιο. Κατά κανόνα μετέφεραν προμήθειες για τα παντοπωλεία και τα καφενεία του χωριού, για ορισμένες οικογένειες ή την ίδια την οικογένειά τους" ακόμη μετέφεραν από το χωριό τρόφιμα για τα παιδιά -άλλων ή τα δικά τους- που φοιτούσαν στο γυμνάσιο, στην Άμφισσα ή στο Λιδωρίκι. Το αγώγι δεν ήταν απλή υπόθεση' έκρυβε κινδύνους και απαιτούσε ψυχραιμία και ετοιμότητα, ιδιαίτερα όταν ξεχείλιζαν τα ρέματα ή το ποτάμι του Μόρνου" τότε άνθρωποι και μουλάρια διάβαιναν τον ποταμό με μεγάλη δυσκολία διακινδυνεύοντας τη ζωή τους.97

Φαίνεται ότι, με εξαίρεση ορισμένους άνδρες που ήταν κατ' επάγγελμα αγωγιάτες (στην πραγματικότητα αγωγιάτες ήταν και οι ταχυδρομικοί διανομείς)98, αναλάμβαναν δηλαδή συστηματικά τις μεταφορές προϊόντων στο χωριό, κατά προτίμηση γυναίκες επιβαρύνονταν με αγώγια.99

95. Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας, ό.π., σ. 27-30.

96. Π. Πιζάνιας, Οι φτωχοί των πόλεων. Η τεχνογνωσία της επιβίωσης στην Ελλάδα το μεσοπόλεμο, Αθήνα 1993, σ. 73, 115 (αυτοβιογραφικά κείμενα).

97. Συν. με την Γ. Α., σ. 4.

98. Τη διανομή αναλάμβανε για ορισμένο χρονικό διάστημα -ο πληροφορητής μου έκανε λόγο για ένα έως τρία χρόνια- μια ομάδα από 3-4 άτομα μετά από δημοπρασία: «Μια παρέα εμείς οι τρεις, άλλ' παρέα εμείς οι τρεις. Και το χτυπάγαν, ας πούμε, τζάμπα το ταχυδρομείο για να παίρνουνε τ' αγώι... Μια μέρα εσύ, μια εγώ, μια εγώ, και είχαν πάντα αγώι... Εβδομήντα δραχμές το αγώι...» (Συν. με τον Γ. P., σ. 7).

99. «Κι άρπαξα το μλάρ και πάαινα στο Λιδωρίχ' αγώια... Και γυναίκες κι άντρες πάαιναν με τα μλάρια και πάαιναν να φέρουν τα εμπορεύματα τα δκά σ' ...Ωρέ, οι γυναίκες πάαιναν! Ποιοι άντρες; Ήταν τεμπέλδες, μωρέ, μερικοί άντρες, ήταν τεμπέλδες, ποιοι άντρες;» (Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 3).

Σελ. 106
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/107.gif&w=600&h=915

Β' Κατανάλωση: Διατροφή

Η διατροφή των ανθρώπων εξαρτάται από διάφορους παράγοντες: από το χώρο στον οποίο ζουν, από τις οικονομικές τους δυνατότητες, από θρησκευτικούς κανόνες και, ενδεχομένως, από βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες που σχετίζονται με το φύλο, την ηλικία, τη θέση στο εσωτερικό της οικιακής ομάδας και ευρύτερα της κοινότητας. Και βέβαια το είδος, η ποσότητα, η ποιότητα του φαγητού, αλλά και ο χώρος, ο χρόνος, ο τρόπος κατανάλωσής του, προσδιορίζουν και επηρεάζουν ως ένα βαθμό τις σχέσεις των μελών της οικογένειας, ενισχύουν ή διαβρώνουν νοοτροπίες και κοινωνικές δομές.

Τον πρώτο χρόνο της ζωής τους, πολλές φορές και για μεγαλύτερο διάστημα, τα παιδιά θήλαζαν' αποκαλούνταν μάλιστα «βζασταρούδια», επωνυμία που δείχνει ότι η διακοπή του θηλασμού δήλωνε, για την κοινωνία που εξετάζουμε, την εισαγωγή σε μια νέα φάση της παιδικής ηλικίας. Στο Κροκύλειο, όπως γενικότερα στον ελλαδικό και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο, οι μητέρες θήλαζαν τα παιδιά'100 μέσω της στενής, οργανικής σωματικής επαφής η διαδικασία του θηλασμού πρέπει να ενίσχυε την ανάπτυξη συναισθηματικών δεσμών ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί,101 δεσμών οι οποίοι θα ευνοούνταν λιγότερο σε άλλες εποχές, κοινωνίες και κοινωνικά στρώματα (λ.χ. στους ευρωπαίους ευγενείς του Μεσαίωνα ή στους γάλλους τεχνίτες των πόλεων κατά τους πρώιμους Νέους Χρόνους), όπου, για διάφορους κοινωνικο-οικονομικούς λόγους, τα παιδιά δεν τα θήλαζε η βιολογική μητέρα.102

100. Για τη σημασία του θηλασμού στο πλαίσιο της βαλκανικής λαϊκής κουλτούρας βλ. Ε. Αλεξάκης, «Γυναίκες, Γάλα, Συγγένεια: Κοινά παλαιοβαλκανικά στοιχεία στο λαϊκό πολιτισμό των Βαλκανικών Λαών», Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας 28 (1997-1998), 43-67.

Μόνο «αν δεν είχι γάλα η μάνα, 'ρχόταν άλλ' γναίκα και το βζόπιανι» (Αρχείο Λαογραφικού Σπουδαστηρίου, Χειρόγραφο 2227: Μαρτυρία Ελένης Αρμάου του Πτολεμαίου, 95 ετών, από το Κροκύλειο, 1974/75, σ. 66).

101. Η σύγχρονη Ψυχολογία δέχεται γενικά ότι ο θηλασμός του παιδιού από τη μητέρα ενισχύει τους μεταξύ τους συναισθηματικούς δεσμούς: Κ.Α. Alt, «Die Übersterblichkeit der Säuglinge und Kleinkinder in der frühen Neuzeit-Unberechenbares Schicksal oder menschliches Versagen?», στο K.W. Alt, A. Kemkes-Grottenthaler (επιμ.), Kinderwelten. Anthropologie-Geschichte-Kulturvergleich, Κολωνία-Βαϊμάρη-Βιέννη 2002, σ. 223245, κυρίως σ. 226, 227.

102. Βλ. Sh. Shahar, Kindheit im Mittelalter (μτφ. από τα εβραϊκά Barbara Brumm), Αμβούργο 1993, σ. 67-91' E. Le Roy Ladurie, «Ένα φαινόμενο βιο-κοινωνικό και πολιτισμικό: Ο θηλασμός επί πληρωμή στη Γαλλία τον 18ο αιώνα», μετάφραση Μ. Σπηλιωτοπούλου, στο Α. Ματθαίου (επιμ.), Ιστορία της Διατροφής. Προσεγγίσεις της σύγχρονης ιστοριογραφίας, (Θεωρία και Μελέτες Ιστορίας, 17 / Ε.Μ.Ν.Ε. - περ. Μνήμων), Αθήνα 1998, σ. 63-74.

Σελ. 107
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/108.gif&w=600&h=915

Φαίνεται, πάντως, πως οι συνθήκες ζωής υποχρέωναν συχνά τις μητέρες να θηλάζουν τα παιδιά τους χωρίς να τηρούν βασικούς κανόνες υγιεινής. Μια συνομιλήτρια αφηγήθηκε πως, γύρω στα 1935, θήλασε την άρρωστη βαφηστήρα της, προσπαθώντας να της σώσει τη ζωή: «Και παίρνω ένα πατσαβούρ', πού σφουγγάρ; ένα πατσαβούρ', καθαρό όμως, και φκιάνω μια σαπουνάδα και ξεθηλυκώνομαι, να με συγχωρείς, και πλένομαι όλ' μέχρ εδώ κάτ'. Πλύθκα δω, σκουπίσκα, έκαμα τα στήθια μ' καθρέφτ', να μην πάθ' το παιδί». Όταν όμως στη συνέχεια τη ρώτησα αν οι γυναίκες λάμβαναν τακτικά τέτοια μέτρα πριν θηλάσουν, απάντησε: «Ωρέ, πού να πλυθείς στο χωράφ' πέρα, πού να πλυθείς; Απ' το ίδιο το στήθος, όπως ήσαν, ιδρωμέν', κουρασμέν', αυτήνο, τάιζες κι το πιδί. Ναι. Πλένεσαν στο χωράφ'; Πού να πλυθείς;».103

Από την άλλη πλευρά η επαφή με αστικά ή ημι-αστικά κέντρα καθώς και με αστικοποιημένους πλέον χωριανούς πρέπει να είχε εισαγάγει νέες, σύγχρονες πρακτικές στη διατροφή των βρεφών, τουλάχιστον μετά το 1930. Από την πλούσια αφήγηση της ίδιας χωριανής γνωρίζουμε ότι τη δεκαετία του 1930 τα βρέφη τρέφονταν ή είχαν αρχίσει να τρέφονται συμπληρωματικά με εισαγόμενο συμπυκνωμένο γάλα ή γάλα σε σκόνη, τροφές που, σε αντίθεση με το νωπό γάλα, μπορούσαν να συντηρηθούν χωρίς να υποστούν αλλοιώσεις για μεγάλα χρονικά διαστήματα:

«Εγώ τα παιδιά μ'», λέω, «τα ταΐζω Νεστλέ». — «Τί Νεστλέ είν' αυτό», λέει; - «Κι εγώ δεν το ξέρω κουμπάρε», λέω, να... Γιατ' άμα έφκιασα το δάσκαλο (όταν γέννησε το γιο της που αργότερα έγινε δάσκαλος) ο άντρας μ' τάειχε καλά με το γιατρό το Καντά, και τούειπε: «τι το ταΐζς το πιδί άμα δεν έχει γάλα πολύ η γυναίκα σ'»; Λέει: «γάλα». - «Τί γάλα»; «Γάλα Νουνού», λέει. - «Όχ'», λέει, «τα παιδιά τα μκρά να μην τα ταΐζτε» λέει, «να τα ταΐζτε, γάλα Νεστλέ», λέει, «εκείνο κάν' για τα παιδιά. Το γάλα Νεστλέ σκόν' είναι».10*

Γνωρίζουμε ότι το γαλακτούχο άλευρο της ελβετικής εταιρείας «Νεστλέ» στόχευε και συντέλεσε στην καταπολέμηση της βρεφικής θνησιμότητας στην Ευρώπη, συμπληρώνοντας ή υποκαθιστώντας με επιτυχία το μητρικό γάλα.105 Από τους 29 θανάτους βρεφών που καταγράφονται στο σχετικό βιβλίο της κοι-

103. Συν. με την Π. Γ., σ. 37.

104. Ό.π. Το 1899 είχε κάνει για πρώτη φορά την εμφάνιση του στην πρωτεύουσα το πρωτοποριακό «γαλακτούχο άλευρο» για βρέφη της ελβετικής εταιρείας Νεστλέ (Α. Αγγελοπούλου, Σ. Λουμίδη, Nestlé 100 χρόνια στην Ελλάδα. Εντελής τροφή διά τα μικράν ηλικίαν έχοντα παιδία..., Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 2001, σ. 35). Πριν από το 1940 γενικοί αντιπρόσωποι της εταιρείας αλλά και έμποροι, οι οποίοι βάσει ειδικών συμφωνιών μπορούσαν να διακινούν τα προϊόντα της Νεστλέ, έδρευαν σε κοντινές στο Κροκύλειο επαρχιακές πόλεις, όπως η Ιτέα και η Άμφισσα (Ό.π., σ. 49, 63).

105. Ό.π., σ. 18-21, σ. 38, 39.

Σελ. 108
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/109.gif&w=600&h=915

κοινότητας Κροκυλείου μεταξύ 1932 και 1937, 4 αποδίδονται σε «εντερίτιδα» ή «εντεροκολίτιδα»,106 που πιθανόν οφειλόταν στην αναγκαστική συμπλήρωση ή υποκατάσταση του μητρικού γάλακτος με γάλα ακατάλληλο για το πεπτικό σύστημα των βρεφών, όπως το γάλα της γίδας ή του προβάτου.

Αμέσως μετά τη διακοπή του θηλασμού, ή και παράλληλα προς το θηλασμό, αν διαρκούσε πάνω από ένα χρόνο, τα παιδιά τρέφονταν με σχετικά εύπεπτες τροφές, με ζωικό γάλα, γιαούρτι, ζωμούς' σταδιακά η διατροφή τους εντασσόταν στο πλαίσιο της διατροφής των ενηλίκων. Το διαιτολόγιο των χωριανών περιλάμβανε κυρίως ή αποκλειστικά (ανάλογα με την οικονομική τους δυνατότητα) καλαμποκίσιο ψωμί (μπομπότα), γάλα, αυγά, τραχανά, όσπρια, πράσα, καμπρολάχανα και πίτες διαφόρων ειδών. Σπανιότερα, και προπάντων οι σχετικά εύπορες οικογένειες, έτρωγαν τυρί, κρέας (από κότα, χοιρινό, αιγοπρόβατα), πατάτες (τις οποίες προμηθεύονταν κατά κανόνα από την Κερασιά, το «πατατοχώρι» της περιοχής), ζυμαρικά, ρύζι, ξηρό μπακαλιάρο. Ζυμαρικά, ρύζι, ξηρό μπακαλιάρο αγόραζαν από τα παντοπωλεία, με τυρί και κρέας προμήθευαν το χωριό οι κτηνοτρόφοι. Έπιναν επίσης κρασί και έναν υποτυπώδη «καφέ» (στην πραγματικότητα ρόφημα καφέ χρώματος από αλεσμένα και καβουρδισμένα δημητριακά), ενώ χρησιμοποιούσαν ως γλυκαντική ουσία το πετιμέζι" ελάχιστοι είχαν τη δυνατότητα να προμηθεύονται ορισμένες φορές ζάχαρη. Εκτός από τον ξηρό μπακαλιάρο που θεωρείτο ούτως ή άλλως «το ψάρι του φτωχού», ορισμένες -ελάχιστες- φορές κατανάλωναν ψάρια τα οποία ψάρευαν στο ποτάμι ή αγόραζαν από τα παράλια. Φαίνεται ότι τα παιδιά αποκλείονταν (τουλάχιστον θεωρητικά) από την κατανάλωση καφέ ή κρασιού, προφανώς γιατί θεωρούνταν είδη πολυτελείας, που δεν ικανοποιούσαν το αίσθημα της πείνας: Ο καφές ήταν σπάνιος και ακριβός' το κρασί, ποτό οινοπνευματώδες που απελευθέρωνε τα συναισθήματα, κάτι το οποίο ίσως ήταν αντίθετο με την εκμάθηση της πειθαρχίας εκ μέρους των παιδιών.107

Οι νηστείες τηρούνταν ευλαβικά από τους χωριανούς, καθώς αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος και εκδήλωση της θρησκευτικής πίστης τους.108 Τα παιδιά νήστευαν επίσης, προπάντων την περίοδο της Σαρακοστής (τουλάχιστον την

106. Βιβλίον Ληξιαρχικών Πράξεων Κοινότητος Κροκυλείου, Θανάτων, τ. Α', 1.1.1932 έως 31.12.1939 (οι σχετικές περιπτώσεις απαντούν στα έτη 1932, 1936, 1937, 1939).

107. Πβ. όσα γράφει ο Παπαταξιάρχης για την έκφραση των συναισθημάτων και την επίτευξη του κεφιού μέσω της ρακοποσίας και γενικότερα του ανδρικού συμποσιασμού: Ε. Παπαταξιάρχης, «Ο κόσμος του καφενείου. Ταυτότητα και ανταλλαγή στον ανδρικό συμποσιασμό», στο Ε. Παπαταξιάρχης-Θ. Παραδέλλης (επιμ.), Ταυτότητες και Φύλο στη Σύγχρονη Ελλάδα. Ανθρωπολογικές Προσεγγίσεις, Αθήνα 1992, σ. 209-242, κυρίως σ. 236, 237.

108. Πβ. Λουκόπουλος, Ποιμενικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 9, 10' για τη σημασία που απέδιδαν στη νηστεία οι τσοπάνηδες της Ρούμελης.

Σελ. 109
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/110.gif&w=600&h=915

Καθαρή Δευτέρα και στη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας) και το Δεκαπενταύγουστο, κι αυτό σημαίνει ότι το λιγότερο ένα μήνα το χρόνο το διαιτολόγιο τους ήταν πολύ λιτό, τουλάχιστον για τα σημερινά δεδομένα. Συνειδητά ή ασυνείδητα η τροφή πρέπει να αποκτούσε μια συμβολική, θρησκευτική διάσταση για τα παιδιά: η διατροφή τους υποτασσόταν σε κανόνες που δεν επιδέχονταν αμφισβήτηση αφού εξέφραζαν τη βούληση του παντοδύναμου Θεού.

Αυτή είναι μια πολύ γενική εικόνα της διατροφής και των διατροφικών πρακτικών. Όλοι οι συνομιλητές βιώνουν το χάσμα ανάμεσα στη σημερινή εποχή της αφθονίας και στο παρελθόν, όταν οι χωριανοί εξασφάλιζαν κατά μεγάλο μέρος την τροφή τους με την προσωπική τους εργασία και όταν οι γυναίκες ανάλωναν πολύ χρόνο στο ζύμωμα του ψωμιού και στην παρασκευή απλών φαγητών/Ολοι οι συνομιλητές βιώνουν το χάσμα ανάμεσα στα σημερινά παιδιά της αφθονίας και τους εαυτούς τους ως παιδιά, σε μια κοινωνία όπου η ποικιλία και η ποσότητα των τροφίμων ήταν περιορισμένες. Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι καθόλα αντιπροσωπευτικά και προέρχονται από ανθρώπους που μεγάλωσαν σε πολύ διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα του χωριού:

Δεκαπέντε χρονώ τα παιδιά, τι ήταν, μωρέ, τότε; Σα φυματικά ήταν. Σπάνια νάταν κάνα γερό. Όλα τ' άλλα ήταν χαντακωμένα, δηλαδή νηστικά παιδιά, κακοζωισμένα... Τώρα καλοπερνάνε. Δεν τρώει, λέν', το παιδί τώρα. Έμ, τί να φάει; Απ' το πρωί που ξυπνάει μέχρι τώρα (το βράδι) μασουλάει... - Καμιά φορά λέμε με την αδερφή μου την Πηνελόπη, τώρα εδώ: Τόσα άτομα, λέει, τι μας τάιζε η μάνα μας; Γιατί εδώ φκιάνουν φαγητό και το βράδι δεν έχουν να φάνε. Τόσα πιάτα που έβγαζε. Ήταν δεκαπέντε πιάτα!109

Παρ' όλο πάντως που «έβρεχε φτώχεια» και οι χωριανοί «με τα χέρια τς πολέμαγαν να βγάλουν τι θα βγάλουν»110 από τη γη τους, η οικονομία της αυτοκατανάλωσης αποτελούσε ως ένα βαθμό δικλείδα ασφαλείας για τους ορεινούς πληθυσμούς. Αυτή τη λειτουργία της οικονομίας αυτοκατανάλωσης ως δικλείδας ασφαλείας απηχούν και οι απόψεις της Π. Λ.: «Κοίταξε να δεις. Η φτώχεια ήταν στα ρούχα, στα παπούτσια, σταυτό' τώρα στο ζήτημα του φαγητού, επειδή είν' αγροτική περιοχή και είχανε γίδες, κότες, ξέρω 'γω, ένα γουρούν' το χρόνο θρέφανε, μεγάλη πείνα δεν υπήρχε».111

Όμως, όπως έχουμε δει, η παραγωγή δεν κάλυπτε πλήρως τις διατροφικές ανάγκες του πληθυσμού, ο οποίος κατά συνέπεια εξαρτιόταν, ως ένα βαθμό, από την τοπική και περιφερειακή αγορά. Αναπόφευκτα, το 1917, όταν, λόγω του συμμαχικού αποκλεισμού και της επακόλουθης αισχροκέρδειας, τα ποσο-

109. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 5' Συν. με την Β. Κ., σ. 3.

110. Συν. με την Α. Π., σ. 6.

111. Συν. με την Π. Λ., σ. 5.

Σελ. 110
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/111.gif&w=600&h=915

ποσοστά θνησιμότητας στην Αθήνα διπλασιάστηκαν και σε ορισμένες περιοχές της Πελοποννήσου οι χωρικοί επιβίωναν τρώγοντας σταφίδα,112 ο λιμός έκανε την εμφάνισή του και στο χωριό. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία συνομιλητές θυμούνται τον αγώνα για επιβίωση, την αγωνία των γονιών να σώσουν τα παιδιά τους που λιμοκτονούσαν και το πώς λειτούργησαν τότε τα δίκτυα αλληλεγγυότητας στο χωριό:

Το '17. Πείνα, πείνα στο χωριό. Άμα έσωσε τα εισοδήματα ο πόλεμος πάντως ήρθε πείνα, και θμώμαι ο πατέρας μ' πήε στ Αλεποχώρ' και στα άλλα τα χωριά, σ' όποια χωριά με μλάρ', φόρτωσε τα ντεπόζτα λάδ' και άλλαξε και πήε κι έδωκε λάδ' και πήρε καλαμπόκ'. Πόσο λάδ' έδωκε και πόσο καλαμπόκ' πήρε και στάρ' δεν ξέρω... Εμείς δεν πεινάσαμε, γιατί ο πατέρας μ', σ' λέω, άλλαξε λάδ' με καλαμπόκ' και με σιτάρ'. Πείναγαν ο κόσμος δω απάν'. Tv έλεγαν μία Μάχου ...Η μάνα τς ήρθε στο δκό μας το σπίτ και τς είπε τς μάνας μ': «βρε Κώσταινα», Κώσταινα τν έλεγαν, «βάλε μ', μωρέ Κώσταινα», λέει, «μπα κι έχς λιγάκ' ψωμί να μας δώσεις, θα πεθάνουν τα παιδιά μ'». Και τράβξε η μάνα μ', είχε τέσσερα καρβέλια στη γάστρα, όχ' στο φούρνο, στη γάστρα, ξέρς ποια λένε γάστρα; Και τράβξε και τς δίνει ένα ψημένο καρβέλ'. «Κάτσε, μωρέ», λέει, «δεν ψήθκαν», λέει, «να σ' δώκω ένα καρβέλ'». «Μωρέ, δώσε με», λέει, «θα πεθάνουν τα παιδιά μ'», και τσόδωκε ένα καρβέλ' θμάμαι η μάνα μ' και καμιά βολά τσόδωνε από κάνα καρβέλ' ψωμί.'113

Οπωσδήποτε το διαιτολόγιο των παιδιών διαφοροποιούνταν ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες κάθε οικογένειας: Στις οικογένειες των τσοπάνηδων τα παιδιά τρέφονταν με περισσότερα γαλακτοκομικά προϊόντα από ό,τι σε άλλες" όσοι διέθεταν ρευστό και μπορούσαν να αγοράσουν κρέας από το χασάπη, κατανάλωναν κρέας πιο τακτικά από άλλους' όταν οι οικογένειες μπορούσαν να διαθέσουν ορισμένα χρήματα αγόραζαν από τα μπακάλικα του χωριού για τα παιδιά τους συμπυκνωμένο γάλα σε κουτιά, τους μήνες κατά τους οποίους οι οικόσιτες γίδες δεν είχαν γάλα.114

Όσοι προέρχονται από λιγότερο ή περισσότερο προνομιούχες οικογένειες διαχωρίζουν στις αφηγήσεις τους τα βιώματά τους από τα βιώματα των άλλων — των περισσότερων χωριανών. Ίσως λοιπόν οι μικρές αλλά ουσιαστικές διαφορές στις συνθήκες διαβίωσης δημιουργούσαν ήδη από τα παιδικά χρόνια, τα ψήγματα μιας ρευστής κοινωνικής συνείδησης που διαπιστώνει κανείς και στις νεότερες γενιές των «Αθηναίων», της συνείδησης ότι ανήκε κανείς σε ανώ-

112. Mazower, Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση, ό.π., σ. 70.

113. Συν. με την Π. Γ., σ. 34' επίσης, Συν. με τον Α. Μ., σ. 6' Συν. με τον Λ. Γ. και την Α. Γ., σ. 5, 6.

114. Συν. με τον Μ. Μ., σ. 6' Συν. με την Κ. Σ., σ. 11' Συν. με τον Χ. T., σ. 6.

Σελ. 111
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/112.gif&w=600&h=915

ανώτερο ή κατώτερο κοινωνικό περιβάλλον του χωριού. Ας δούμε δύο παραδείγματα που αφορούν σε μια σχετικά προνομιούχο και μια σαφώς εύπορη οικογένεια του χωριού:

Η Π. Γ. ήταν κόρη ενός παντοπώλη, ο οποίος διατηρούσε συγχρόνως οινομαγειρείο στο χώρο του παντοπωλείου. Σε σύγκριση με άλλους, η ίδια και τα αδέλφια της, την εποχή που πήγαιναν σχολείο, γευμάτιζαν στην ταβέρνα του πατέρα τους στο κέντρο του χωριού (περίπου ανάμεσα στο 1914 και το 1918) :

Και πολλές φορές εμείς τα παιδιά απ' το σχουλείο ερχόμασταν κατευθείαν στουν πατέρα μ'. Βρίσκαμι φαΐ, είχε μια τραπεζαρία μπροστά, κει που είναι του παράθυρου τ' επάν' κι είχε κι έναν καναπέ ου πατέρας μου, μας έβαζε και τρώγαμε και διαβάζαμε... είχαν φτώχεια ο κόσμος. Άμα έρχονταν απ' το χωράφ' θα πάαιναν στον κήπο να κόψουν πράσα και λάχνα να βράσνε ή τραχανά ή τριφτάδια. Πίτες, τραχανόπιτες. Έφκιαναν και πίτα. Με κολοκύθια έφκιαναν, με λάχανα έφκιαναν. ... Ημείς οι παρεδραίοι (παρατσούκλι λόγω του παππού της, που διετέλεσε «πάρεδρος», δηλαδή πρόεδρος του χωριού) ερχόμασταν χορτάτ' απ' το μαγαζί, αλλά έφκιανε κι η μάνα μου, φασόλια έφκιανε, καμιά πίτα έφκιανε, κάτ' έφκιανε... Ο πατέρας μ' έφκιαν' κρέας κουκκινιστό με μακαρόνια ή με ρύζ, κουκκινιστό... Ή έφκιανε και πατάτες. Τηγάνζε πατάτες... Δεν πεινάγαμε. Ρύζ' θέλαμε, θα το είχαμε, λάδ' θέλαμε το είχαμε, ζάχαρ' θέλαμε, την είχαμε ... Ο κόσμος δεν είχαν να φκιάσουν έναν καφέ. Έφκιαναν πετιμέζ, απ' τα σταφύλια πετιμέζ' θα φκιάσουν το πρωί ένα τσάι και θα βάλουν πετιμέζ', ίσα να πιούν ένα τσάι. Εμείς είχαμε ζάχαρ', δεν είδαμε πετιμέζ'·115

Η Π. Λ. ήταν μοναχοπαίδι ενός καθηγητή του Σχολαρχείου, σώγαμπρου σε μια οικογένεια που δεν είχε παρά μία μόνο κόρη. Σε αντίθεση με όλους σχεδόν τους άλλους χωριανούς (και με την προηγούμενη αφηγήτρια) έτρωγε τακτικά σταρένιο ψωμί και τυρί:

Πάντως ανάμνηση δική μου είναι ότι παίρναμε τ' απόγευμα με τη φίλη ένα ψωμί και τυρί να βγούμε έξω να παίξουμε, κι εγώ μαθημένη εδώ έπαιρνα ένα κομμάτι ψωμί καθάριο, σιταρένιο, κι έπαιρνα κι ένα μεγάλο κομμάτι τυρί, έτρωγα. Αυτή έπαιρνε μπομπότα κι ένα κομματάκι τόσο. Και μούλεγε: «Πώς το τρως, καλέ, το τυρί;» — «Πώς το τρώω;» — «Δεν το τρώνε έτσι το τυρί». ... Ήταν πέντε κορίτσια κι ένα αγόρι έξι. ... Και πάρα πολλές φορές μούλεγε: «τ' αλλάζουμε;», Και το λαχταρούσε. «Τ' αλλάζουμε», λέω, δεν είχα τέτοιο πρόβλημα. Και καμιά φορά που δεν την ήθελα τη μπομπότα να τη φάω, την έριχνα στις κότες, δε με πείραζε.116

115. Συν. με την Π. Γ., σ. 11, 20, 32.

116. Συν. με την Π. Λ., σ. 5.

Σελ. 112
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/113.gif&w=600&h=915

Παρ' όλο που τα οικογενειακά γεύματα αποτελούσαν έκφραση του συλλογικού τρόπου ζωής, η εικόνα της πολυμελούς αγροτικής οικογένειας που τρώει συγκεντρωμένη δεν αποδίδει τη ρευστή πραγματικότητα. Συνήθως τα μέλη μιας οικογένειας έτρωγαν μαζί το βράδυ, επειδή τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας ήταν απασχολημένα σε διαφορετικούς τομείς. Μάλιστα συχνά, κατά τις περιόδους αιχμής των αγροτικών εργασιών, οι γονείς ή η μητέρα περνούσαν μερικές εβδομάδες στις ταράτσες μαζί με τα μεγαλύτερα παιδιά, αφήνοντας στο σπίτι τον παππού, τη γιαγιά και τα μικρότερα παιδιά. Οι τσοπάνηδες, εξάλλου, διανυκτέρευαν στα μαντριά τους και, στις περιπτώσεις που τα άλλα μέλη της οικογένειας ζούσαν στο χωριό, δεν έτρωγαν μαζί τους. Ο Α. Μ. που γεννήθηκε το 1904, θυμάται:

Έρχουμαν εγώ απ' το σχολείο και πήγαινα στον κήπο, τότε είχαμε πράσα, κι έπαιρνα ένα κομάτ' ψωμί, κι έκοβα πράσα, κάθουμαν στα πράσα εκεί, έκοβα από ένα πράσο και ψωμάκ' κι έτρωγα... Βρισκόταν ο ένας στα γίδια, ο ένας στο χωράφ', ο άλλος στ' άλλο χωράφ' ... Ε, το βράδ' μαζευόμασταν εκεί... Ο πατέρας ήταν στα γίδια, στο μαντρί τ'... Άμα δεν κοιμόταν στο μαντρί θα τάπαιρναν τα πρόβατα όλα.117. (Και ο κατά πολύ νεότερος Γ. P., γεννημένος το 1917, αφηγείται)... τις περισσότερες φορές δε συγκεντρωνόμασταν. Από βράδ' σε βράδ' βλεπόμασταν η οικογένεια. Το βράδ' τρώγαμε όλ' μαζί. Την ημέρα, άλλ' πηγαίνανε, σκάρζαν τις γίδες, άλλ' πήγαιναν στο χωράφ', άλλ' πήγαιναν να ποτίσουν. Οπότε δε συγκεντρωνόμασταν."8

Στο υλικό μου απαντούν και περιπτώσεις παιδιών τα οποία έμεναν όλη την ημέρα ή και επί μέρες μόνα στο σπίτι, ενώ οι γονείς βρίσκονταν στα χωράφια. Ορισμένες φορές τελείωνε το φαγητό που είχε αφήσει η μάνα και τα τάιζαν οι γείτονες' μάλιστα στα τέλη της δεκαετίας του '20 και κατά τη δεκαετία του '30, ο θρυλικός δάσκαλος του χωριού οργάνωνε ένα είδος συσσιτίου στο σπίτι του για παιδιά των οποίων οι γονείς απουσίαζαν σε γεωργικές εργασίες και τα είχαν αφήσει μόνα.119

Παιδιά και ενήλικες έτρωγαν καθισμένοι σταυροπόδι ή πάνω σε σκαμνάκια είτε γύρω από την εστία, την «παραστιά», ή «γωνιά», όπως την έλεγαν, είτε γύρω από τον χαμηλό «τραπέζι» της εποχής, το σοφρά που συνήθως ήταν ξύλινος. Για τις οικογένειες των τσοπάνηδων, που δε διέθεταν πολλά χρήματα και περνούσαν τον περισσότερο χρόνο σε μονόχωρα οικήματα έξω από το χωριό, ακόμη και ο σοφράς ήταν καμιά φορά πολυτέλεια: «Μωρέ, κατάχαμα τρώγαμε... Ήτανε πολυτέλεια ο σοφράς. Πολύ πολυτέλεια, όχ' πολυτέ-

117. Συν. με τον Α. Μ., σ. 6.

118. Συν. με τον Γ. P., σ. 5.

119. Συν. με τον Γ. Π., σ. 8' Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 7.

Σελ. 113
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/114.gif&w=600&h=915

λεια».120 Οι ευπορότερες οικογένειες, όσες είχαν αρκετό χώρο στο σπίτι, διέθεταν εκτός από το σοφρά και «κανονικό» τραπέζι. Αλλά για τον σχεδόν ενενηντάχρονο τσοπάνη Χ. Μ. το τραπέζι ήταν συνώνυμο της αλλαγής των ανθρώπων και του κόσμου: «Δεν είχανε τραπέζια, βάζαν το χαμηλό τα χρόνια εκείνα. Καθόμασταν στα σκαμνιά, που λένε. Ήμασταν μικροί τότε. Τώρα μεγαλώσαμε, έχουμε τραπέζια ψηλά. Ψηλώσαν οι ανθρώπ'. Έγινε άλλος ο κόσμος».121 Ορισμένες φορές στο τραπέζι έτρωγαν οι ενήλικες και στο σοφρά, ή κατάχαμα, έτρωγαν τα παιδιά, γιατί το ύψος του τραπεζιού τα δυσκόλευε, ή ακόμη οι γέροντες που ήταν σκυφτοί και ήθελαν ν' απολαμβάνουν τη ζεστασιά της «γωνιάς»: «Εδώ έρχεταν, είχαμε μουσαφιραίους πολλούς, κι ήταν κι ο αδερφός μ' απ' την Αθήνα... μι πέντε άτομα... Μκρό το σπίτ' και τούτην εδά ήταν η κουζίνα ... και (στα παιδιά) τάστρωνα καταή ένα φύλλο κουρελού και τσόβανα τα πιατάκια τς κι έτρωγαν».122

Το φαγητό μαγειρευόταν στη «γωνιά». Στις περισσότερες οικογένειες πρέπει να έτρωγαν όλοι από το ίδιο «ταψί» (όταν είχαν πίτα), «κακάβι» (κατσαρόλα) ή την πήλινη γαβάθα, ορισμένες φορές, μάλιστα, όλοι με το ίδιο κουτάλι (χλιάρι) ή πηρούνι (συχνά από ξύλο) ή (όσον αφορά στις πίτες) με τα χέρια: «Τότε τρώγαμ' όλ' μέσα στο ίδιο κατσαρόλ', το κακάβ'. Δέκα, δώδεκα ήμασταν στο σπίτ'. Αν ήταν τραχανάς, τρίβαμε μέσα και ψωμί, ζεματούρα που λένε».123 Περιμένοντας τη σειρά τους για να «βουτήξουν» το «χλιάρι» τους τα παιδιά διδάσκονταν να μοιράζονται αγαθά με τα άλλα μέλη της οικογένειας, συγχρόνως όμως μπορεί να ανέπτυσσαν μια ανταγωνιστικότητα μεταξύ τους με αντικείμενο το φαγητό, το οποίο οπωσδήποτε «δεν περίσσευε».

Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις οικογενειών -και μάλιστα όχι μόνο εύπορων αλλά και φτωχών—, στις οποίες ο καθένας έτρωγε στο δικό του πιάτο, τσίγκινο ή πήλινο. Αυτό ήταν πολύ πρακτικό για τις πολυμελείς οικογένειες, επειδή δεν ανέκυπταν οι αναπόφευκτες εκείνες μικροδιαμάχες, που έκαναν την εμφάνισή τους όταν όλοι έπαιρναν το φαγητό τους απευθείας από το «κακάβι»:

Γύρω στη γωνιά, κάτ' στη γωνιά, γύρω στη φωτιά τρώγαμε. Είχαμε και σοφρά αλλά δε μας βόλευε ο σοφράς και τρώγαμε στη γωνιά κάτω, χάμω. Παίρναμε και στην ποδιά μας και τρώγαμε... Είχαμε πιάτα. Κάτι πιάτα σα τσίγκε νια, τέτοια πιάτα. Καθένας το πιάτο του. Γιατ' ήμασταν οικογένεια ... δεν τρώγαμε (από το ίδιο σκεύος) γιατ' ήμασταν πολλοί κι έπρεπε να το βάλουμε στα πιάτα.'24

120. Συν. με τον Μ. Μ., σ. 14. Επίσης Συν. με τον Γ. Π., σ. 7.

121. Συν. με τον Χ. Μ., σ. 1.

122. Συν. με την Π. Κ., σ. 10' Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 6' Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 5.

123. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 5.

124. Συν. με την Γ. Σ., σ. 6.

Σελ. 114
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/115.gif&w=600&h=915

Ο τρόπος διανομής του φαγητού σε μια οικογένεια (ποιος τρώει τι, σε ποιες ποσότητες και με ποια σειρά) είναι ενδεικτικός για την ιεραρχική της οργάνωση. Από τη βιβλιογραφία γνωρίζουμε σήμερα ότι στις εργατικές οικογένειες της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Αγγλίας, κατά τον ύστερο 19ο και τον πρώιμο 20ό αι., το ακριβό και πλούσιο σε θερμίδες φαγητό (το κρέας κυρίως, αλλά και το βούτυρο) αποτελούσε ορισμένες φορές προνόμιο του πατέρα,125 χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραμελούνταν η διατροφή των παιδιών. Δε διαθέτω μαρτυρίες που να υποδεικνύουν ότι γινόταν ουσιαστική διάκριση εις βάρος των παιδιών σε ζητήματα διατροφής, παρ' όλο που τα παιδιά αποκλείονταν από ορισμένα σπάνια, ακριβά είδη διατροφής. Το αναφέραμε στην αρχή της ενότητας, θα το εξετάσουμε και παρακάτω σε σχέση με τους αγερμούς' πάντως μια τέτοια διάκριση αντανακλά την εξαρτημένη, κατώτερη θέση των παιδιών στην οικογενειακή ιεραρχία.

Όταν αναρωτήθηκα κατά πόσο ο πατέρας ή, εν πάση περιπτώσει, οι άνδρες έτρωγαν καλύτερης ποιότητας φαγητό από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, υπήρξαν συνομιλητές που τόνισαν ότι οι γονείς τους ενδιαφέρονταν πρώτα για τη διατροφή των παιδιών και μετά για τον εαυτό τους. Παρ' όλο που η τάση εξιδανίκευσης των γονιών ενδέχεται να συσκοτίζει την πραγματικότητα ή τουλάχιστον την πολλαπλότητά της, θεωρώ τις μαρτυρίες αυτές αξιόπιστες επειδή στην πλειοψηφία τους προέρχονται από ανθρώπους που στην αφήγησή τους ασκούν έμμεσα έντονη κριτική στον πατέρα τους. Όπως αφηγείται ο τσοπάνης Μ. Μ.: «Ο πατέρας κι η μάνα, τα παιδιά τήραγαν να φάνε πρώτα και μετά αν έμενε έτρωγαν κι αυτοί».126

Βέβαιο, πάντως, είναι ότι ο πατέρας —στο βαθμό φυσικά που συμβίωνε με την υπόλοιπη οικογένεια, υπενθυμίζω τους πατέρες-μετανάστες— τρεφόταν καλύτερα από τη μητέρα, η οποία έφερε και την ουσιαστική ευθύνη για τη διατροφή της οικογένειας και για την οποία συχνά οι συνομιλητές δηλώνουν ότι έτρωγε τελευταία από όλους κρατώντας για τον εαυτό της το χειρότερο κομμάτι.127 Τα παιδιά, εξάλλου, δεν άρχιζαν να τρώνε πριν αρχίσει ο πατέρας ή ο παππούς: «Άμα ήταν τα πεθερκά έβαζες στα πεθερκά πρώτα, τον πεθερό τν πεθερά και μετά στον άντρα θα έβανες».128 Επιπλέον, πιθανόν οι ενήλικες κα-

125. Η. Rosenbaum, Formen der Familie. Untersuchungen zum Zusammenhang von Familienverhältnissen, Sozialstruktur und sozialem Wandel in der deutschen Gesellschaft des 19. Jahrhunderts, Φρανκφούρτη στο Μάιν 1982, σ. 413 και υποσ. 141' Rosenbaum, Proletarische Familien, ό.π., σ. 159 κ.εξ.' Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule, ό.π., σ. 151, 215.

126. Συν. με τον Μ. Μ., σ. 6. Επίσης, Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 3' Συν. με τον Π, Π., σ. 5' Συν. με τον Γ. Ρ. (συνομιλία με τον Π. Β.), σ. 3.

127. Συν. με την Μ. Ν., σ. 14' Συν. με τον Χ. T., σ. 14' Συν. με τον Θ. Α., σ. 23, 24' Συν. με την Λ. Π., σ. 18.

128. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 5.

Σελ. 115
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/116.gif&w=600&h=915

κατανάλωναν μεγαλύτερες ποσότητες τροφής απ' όσο τα παιδιά, αφού χρειάζονταν περισσότερες θερμίδες. Δε μπόρεσα να διαπιστώσω διακρίσεις ως προς τη διατροφή ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια αλλά δεν αποκλείω κάτι τέτοιο' άλλωστε το καθημερινό είναι συχνά τόσο αυτονόητο, ώστε η μνήμη δυσκολεύεται να το ανακαλέσει. Εν πάση περιπτώσει, μέσω της οργάνωσης και διανομής του φαγητού τα παιδιά εσωτερίκευαν το κοινωνικό αξίωμα της ανωτερότητας των ανδρών έναντι των γυναικών.

Γ' Κατανάλωση: Ένδυση

Όταν σε μια κοινωνία η εμφάνιση των παιδιών διαφοροποιείται από την εμφάνιση των ενηλίκων, σημαίνει ότι η κοινωνία αυτή αναγνωρίζει και σηματοδοτεί την ύπαρξη μιας παιδικής ηλικίας με τους δικούς της ενδυματολογικούς και γενικότερα εμφανισιακούς και άλλους κανόνες. Γι' αυτό, όπως είναι γνωστό, και οι «κλασικοί» ιστορικοί της παιδικής ηλικίας (με πρωτοπόρο τον Ariès), αλλά και όσοι τους αμφισβήτησαν, χρησιμοποίησαν την παιδική ενδυμασία ως τεκμήριο αναγνώρισης ή κατασκευής μιας παιδικής ηλικίας.129

Το 1927 ο Δημήτρης Λουκόπουλος παρατηρούσε: «Η εποχή που ζούμε είναι μια μεταβατική κατάσταση σ' όλο το φανέρωμα της ζωής μας. Περνούμε απ' τον ανατολισμό στον ευρωπαϊσμό... και στη ντυμασιά μας λοιπόν ήταν επόμενο νά' ρθει μεγάλη ταραχή και σύγχυση. Στα πιο απόκεντρα αιτωλικά χωριά βλέπεις τώρα να φοριέται το ευρωπαϊκό ένδυμα γενικά σχεδόν από τους άνδρες».130 Οι άνδρες είχαν υιοθετήσει τις γενικές επιταγές της «ευρωπαϊκής» ένδυσης από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα (αναφέρομαι πρώτα απ' όλα στο παντελόνι). Αυτό οφειλόταν κατ' αρχήν στην έντονη κινητικότητά τους λόγω της μετανάστευσης, της στρατιωτικής θητείας και της επιστράτευσης. Αρκεί να αναφέρουμε ότι 50 περίπου άνδρες από το Κροκύλειο είχαν επιστρατευθεί στους πολέμους που άρχισε να διεξάγει το ελληνικό κράτος καθώς ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος βάδιζε προς τη λήξη του, με αποκορύφωμα τη Μικρασιατική εκστρατεία, και υπήρξαν χωριανοί που επιστρατεύθηκαν στους Βαλκανικούς και αποστρατεύθηκαν μετά τη λήξη τη Μικρασιατικής εκστρατείας.131 Την περίοδο του Μεσοπολέμου υπήρχαν ακόμη φουστανελάδες στο χωριό' οι γέροντες, εκείνοι που είχαν γεννηθεί μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα ή το πολύ-πολύ μέχρι το 1870, φορούσαν φουστανέλες και βοϊδοτσάρουχα με φούντες. Οι συνομιλητές μου τους θυμούνται ντυμένους έτσι στο σπίτι -όταν επρόκειτο για τον παππού τους-, την αγορά και την εκκλησία.

129. Βλ. Μπάδα-Τσομώκου, Ενδυματολογικοί κώδικες, ό.π., σ. 8.

130. Λουκόπουλος, Πώς υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί, ό.π., σ. 51.

131. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 91.

Σελ. 116
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/117.gif&w=600&h=915

Στις γυναίκες, η διαφοροποίηση στο ντύσιμο ανάμεσα σε διαφορετικές γενιές δεν ήταν τόσο έντονη, παρ' όλο που φαίνεται ότι σιγά-σιγά κυριαρχούσαν αστικά ενδυματολογικά πρότυπα.132 Ήδη σε φωτογραφίες οικονομικά και κοινωνικά ισχυρών οικογενειών του χωριού των αρχών του αιώνα ποζάρουν νέες γυναίκες ντυμένες με αστικά ενδύματα και χωρίς κεφαλόδεσμο, μαζί μάλιστα με άλλες, τη μητέρα ή μια αδελφή τους, που ντυμένες παραδοσιακά και φορούν μαντήλες (βλ. εικόνες 1, 2, 3, 4).

Ο κεφαλόδεσμος που μπορεί να θεωρηθεί το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο της παραδοσιακής γυναικείας ένδυσης φαίνεται ότι άρχισε να εκλείπει με πολύ αργούς ρυθμούς τη δεκαετία του 1920" παρέμενε φυσικά λειτουργικά απαραίτητος κατά την εκτέλεση αγροτικών εργασιών. Όταν η Π. Γ. πήγαινε στο Δημοτικό στη δεκαετία του 1910 όλα τα κοριτσάκια φορούσαν λευκά μαντήλια στο κεφάλι και είχαν τα μαλλιά τους πλεγμένα σε κοτσίδες: «Φόραγα φακιόλ', όπως όλα τα κορίτσα... και στο σχολείο. Φακιόλ' άσπρο. Άσπρα φακιόλια... και τα μαλλιά κοτσίδες, ναι... Όλα, όλα τα κορίτσια φόραγαν φακιόλια, φακιόλια άσπρα. Είχ' ο πατέρας μου στο μαγαζί και έπαιρναν και φόραγαν τα κορίτσια φακιόλια, δεν πάαινε κανένα ξεμαντήλωτο».133

Τις επόμενες δεκαετίες υπήρχαν στο σχολείο και κορίτσια που δε φορούσαν μαντήλια ενώ μερικά είχαν κόψει τα μαλλιά τους, όπως βλέπει κανείς σε φωτογραφίες της εποχής.134 Αρραβωνιασμένη πάντως, σε ηλικία 20 ετών, η Π. Γ. φωτογραφίστηκε με κομμένα μαλλιά και χωρίς κεφαλόδεσμο. Χήρα, πλέον, όταν συζητούσαμε, φορά στο σπίτι, στην εκκλησία και όταν έρχεται με τα παιδιά της στην πλατεία του χωριού μαύρο μαντήλι. Μαύρο μαντήλι και πένθιμα, μαύρα ρούχα φαίνεται ότι φορούσαν τα μικρά κορίτσια όταν πέθαινε κάποιος δικός τους. Η Κ. Μπάδα επισημαίνει «την πρόωρη συμμετοχή του κοριτσιού ... στην έκφραση του πένθους» μέσω της ένδυσης στην Ήπειρο και το γεγονός ότι αυτό δεν ισχύει για τα αγόρια,135 που προφανώς εντάσσονται με

132. Ο Λουκόπουλος μας πληροφορεί ότι σε άλλα ορεινά χωριά της Δωρίδας, το Σουρούστι (Κερασιά), τη Βοστινίτσα (Δάφνο), το Νούτσομπρο (Ψηλό Χωριό), την Κωστάριτσα (Διχώρι), «και άλλα πιο κάτω χωριά, έχει επικρατήσει σήμερα ο ευρωπαϊκός τύπος ντυμασιάς», χωρίς άλλες επεξηγήσεις. Η καθημερινή γυναικεία φορεσιά της περιοχής του Πλατάνου στη Ναυπακτία, στην οποία αναφέρεται αναλυτικά, θυμίζει έντονα τη σημερινή εμφάνιση ορισμένων (ελάχιστων) ηλικιωμένων χωριανών στο Κροκύλειο και γυναίκες σε παλιές φωτογραφίες (Λουκόπουλος, Πώς υφαίνουν..., ό.π., σ. 110-120' χαρακτηριστική η φωτογραφία στην εφημερίδα Το Κροκύλιο, αρ. φ. 50 (1992), 3).

133. Συν. 2 με την Π. Γ., σ. 34.

134. Π.χ. σε μια περίφημη φωτογραφία (Δευτέρα του Πάσχα του 1929) όπου εικονίζεται όλο το χωριό συγκεντρωμένο στο ξωκλήσι της Παναγίας) που βρίσκεται στο σπίτι της Παρασκευής Μαυραγάνη στο Κροκύλειο. Στη φωτογραφία βλέπουμε ανάμεικτα, κορίτσια με λευκά μαντήλια και κοτσίδες και κορίτσια χωρίς μαντήλια. Βλ. επίσης εδώ, στο Τέταρτο Κεφάλαιο σημ. 20, καθώς και Εικόνα 9.

135. Κ. Μπάδα, «Παιδικοί-νεανικοί ενδυματολογικοί κώδικες και το κοινωνικο-ιστορικό

Σελ. 117
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/118.gif&w=600&h=915

πολύ πιο αργούς ρυθμούς στους καθιερωμένους, και περισσότερο ελαστικούς για τους άνδρες, κοινωνικούς τύπους. Σε μια από τις φωτογραφίες που ανέφερα παραπάνω, του 1900, βλέπουμε μια δεκάχρονη κοπελίτσα με μαύρο μαντήλι" από το Γενικό Μητρώο συνάγεται, χωρίς να είναι απόλυτα βέβαιο, ότι η κοπέλα είχε χάσει τη μητέρα της. Στη φωτογραφία εικονίζεται και η μικρότερη αδελφή της" είναι περίπου 4 ετών, έχει μαλλιά κομμένα και δε φορά μαντήλι, στοιχείο που υποδεικνύει ότι τα κορίτσια άρχιζαν να φορούν μαντήλι από μια ηλικία και ύστερα (πιθανόν από τα 6 τους χρόνια και μετά) κι επομένως ότι λειτουργούσε ένας ενδυματολογικός διαχωρισμός της νηπιακής ηλικίας από τις άλλες ηλικίες στη ζωή ενός ανθρώπου (βλ. εικόνα 1).

Εκτός από φακιόλια -τουλάχιστον μέχρι το 1920- φαίνεται ότι τα κορίτσια, ή τουλάχιστον ορισμένα κορίτσια, φορούσαν στο σχολείο ποδιές (απαραίτητο στοιχείο της παραδοσιακής γυναικείας φορεσιάς), που χρησίμευαν για να προστατεύουν το φόρεμα και, ενδεχομένως, να καλύπτουν τα μπαλώματα.136

Ο ενδυματολογικός διαχωρισμός παιδιών και ενηλίκων δεν ήταν σαφής, όπως στις αστικές τάξεις της εποχής, παρ' όλο που, αν κρίνουμε τουλάχιστον από μια φωτογραφία της εποχής, τα ευπορότερα στρώματα του χωριού ήδη από την καμπή του 20ού αι. ίσως είχαν υιοθετήσει το αστικής προέλευσης φουστανάκι για αγόρια και κορίτσια βρεφικής και νηπιακής ηλικίας (βλ. εικόνα 5). Αλλά μια σαφής ενδυματολογική διαφοροποίηση είχε παρουσιαστεί μεταξύ των αγοριών μέχρι 15 ετών περίπου και των μεγαλύτερων, τα οποία ντύνονταν πλέον όπως οι ενήλικες. Τα πρώτα φορούσαν κοντά παντελόνια, τα δεύτερα μακριά παντελόνια.

Φαίνεται ότι η διαφοροποίηση αυτή, που έκανε την εμφάνιση της στον ελλαδικό χώρο το τελευταίο τρίτο του 19ου αι.,137 κυριάρχησε στο χωριό γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1920138 και επιβλήθηκε, κατά κάποιο τρόπο, από το σχολείο που έπαιξε ούτως ή άλλως ουσιαστικό ρόλο στην αλλαγή των ενδυματολογικών συνηθειών και στον αργό εξαστισμό του ντυσίματος, μέσω της γυμνασιακής εκπαίδευσης των αγοριών, η οποία συνοδευόταν από τη μετάβαση τους σε αστικά ή ημιαστικά κέντρα. Πριν από το 1920 περίπου, τα αγόρια κάτω των 15 ετών —με όρους σχολείου επομένως τα αγόρια του Δημοτικού και του Ελληνικού σχολείου— φορούσαν ημίκοντα παντελόνια. Δε μπόρεσα

κό τους ισοδύναμο στην Ήπειρο», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Ιστορικότητα της Παιδικής Ηλικίας και της Νεότητας, ό.π., σ. 177-191, κυρίως σ. 179.

136. Συν. με την Λ. Π., σ. 12.

137. Μπάδα-Τσομώκου, Ενδυματολογικοί κώδικες, ό.π., σ. 67, 68.

138. Επιβεβαιώνεται επομένως η επισήμανση της Μπάδα -της οποίας το πρωτογενές υλικό αφορά στην Ήπειρο- σχετικά με την «ανθεκτικότητα» του ορεινού χώρου «στους παραδοσιακούς τρόπους παραγωγής και κατανάλωσης των προϊόντων που ο ίδιος παρήγε»: (ό.π., σ. 68).

Σελ. 118
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/119.gif&w=600&h=915

όμως να προσδιορίσω για ποια συγκεκριμένη χρονική περίοδο ίσχυε αυτό, ούτε αν αφορούσε όλα τα αγόρια ή μόνο ορισμένα, και ποια, αν και υποθέτω ότι αφορούσε προπάντων όσα αγόρια φοιτούσαν τακτικά στο σχολείο και επομένως λιγότερο τα παιδιά των τσοπάνηδων. Η εμπειρία των μεγαλύτερων αδελφών ήταν πάντως συχνά πολύ διαφορετική από την εμπειρία των μικρότερων, που λαχταρούσαν να φορέσουν μακριά παντελόνια και να ενταχθούν έτσι στους «μεγάλους».

Ο Πτ. Α. που γεννήθηκε το 1914 δε φόρεσε ποτέ κοντό παντελόνι, αντίθετα με τον αδελφό του Α. Α., ο οποίος γεννήθηκε 10 χρόνια αργότερα, το 1924:

Ημίκοντο εδωπέρα φόραγαν παλιά και ορισμένα παιδιά. Εγώ φορούσα κοντό κι έλεγα πότε θα μεγαλώσω να φορέσω μακρύ παντελόνι. Εγώ κοντό δε φόρεσα ποτέ.139 Και ο Θ. Α., που γεννήθηκε το 1920, αφηγείται: ... φορούσαμε κοντά παντελόνια, γιατί μακριά παντελόνια φορέσαμε στην Τρίτη Γυμνασίου, Τρίτη ή Τετάρτη, μέχρι τότε κοντά. Μάλιστα τα κοντά μερικές μανάδες για να προφυλάσσεται το γόνα τα φκιάναν ως εκεί κι επειδή ήτανε, το τζιν το τωρινό ήταν το ντρίλι παλιά, ύφασμα γερό, βαμβακερό, τέτοιο. Ζάρωνε εδώ πίσω κι ήταν πώς είναι οι γωνίες σε κάτι σωλήνες από σόμπες κι ήτανε πολύ αστείο, αλλά τα φορούσανε για να προφυλάσσονται. Εμείς ποτέ δεν ανεχόμασταν αυτό το πράμα... Δε νομίζω ότι θα ήταν οικονομία για το ύφασμα αλλά έτσι θεωρούσαν ότι το παιδί δεν πρέπει να μεγαλοφέρνει, δεν ξέρω γιατί.140

Άλλωστε πριν ακόμη φορέσουν τα ημίκοντα παντελόνια, οι μαθητές στο χωριό πρέπει να φορούσαν ήδη από το Δημοτικό το πηλίκιο με τη γλαύκα της Αθηνάς, τεκμήριο στρατιωτικοποίησης της μαθητικής εμφάνισης των αγοριών -είχε αρχίσει να διαδίδεται στην Ελλάδα ήδη από το 1876141- αλλά και ομοιογενοποίησής της.142

Οι οικογένειες διατηρούσαν σχέσεις με συγχωριανούς εγκατεστημένους στην Αθήνα αλλά και σε άλλα αστικά κέντρα κι είναι ευνόητο ότι οι επαφές αυτές επηρέαζαν ως ένα σημείο και το ντύσιμο. Σε μια περίπτωση, η μητέρα της συνομιλήτριας τής αγόρασε ένα φουστανάκι από την Αθήνα" σε μια άλλη ένας θείος αγόρασε για το συνομιλητή ένα κοστουμάκι από την Αθήνα, που προκάλεσε τα βλέμματα των χωριανών στο πανηγύρι «τ' Άϊ-Λιος», για το οποίο, σύμφωνα με τον Χ.T., οι μητέρες επέμεναν να φυλάνε τα παιδιά τα καλά τους

139. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 18.

140. Συν. με τον Θ. Α., σ. 13.

141. Μπάδα-Τσομώκου, Ενδυματολογικοί κώδικες, ό.π., σ. 64, σημ. 20.

142. Συν. με τον Θ. Α., σ. 13 (βλ. και Εικόνα 1).

Σελ. 119
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/120.gif&w=600&h=915

ρούχα: «Μην το χαλάς αυτό, άστο να τόχεις τ' Αϊ-Λιός».143 Η υποχρεωτική φοίτηση στο σχολείο και οι ενδυματολογικοί κανονισμοί που τη συνόδευαν, επέβαλλαν σταδιακά την εγκατάλειψη των παραδοσιακών ενδυμάτων και την υιοθέτηση αστικών προτύπων. Άλλωστε, οι γυμνασιόπαιδες και οι 10-15 φοιτητές στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1920 που παραθέριζαν στο χωριό, μετέφεραν νέα ενδυματολογικά πρότυπα από τα ημι-αστικά ή αστικά κέντρα και προπάντων από την πρωτεύουσα.144 Αλλά και οι «Αμερικάνοι», δηλαδή οι μετανάστες, έστελναν ή έφερναν μπαούλα με δώρα, προπάντων ρούχα ή υφάσματα που δεν έβρισκε κανείς στο χωριό.

Στη μνήμη και στις αφηγήσεις των ανθρώπων σχετικά με την ένδυση, όπως και σχετικά με τη διατροφή, κυριαρχεί η αίσθηση πως εκείνοι ως παιδιά υστερούσαν σε σύγκριση με τα σημερινά παιδιά της αφθονίας. Το χάσμα μεταξύ των δικών τους παιδικών βιωμάτων και των βιωμάτων των «σημερινών παιδιών» φαίνεται συχνά αγεφύρωτο. Συγκρίνοντας με τρόπο άμεσο και συγκλονιστικό το παρελθόν της με το παρόν της εγγονής της η Π. Μ. συμπυκνώνει στη μαρτυρία της τις περιορισμένες δυνατότητες επιλογής που υπήρχαν και εμπόδιζαν την ανάπτυξη μιας ατομικής αισθητικής:

Ό,τ' είχε ο καθένας φόραγε. Μια φούστα, ένα φόρεμα, μια ζακέτα, ένα παλτό το χειμώνα. Δεν κοίταζαν να τα συνδυάζουνε. Τώρα λέει η εγγονούλα μου: «εκείνο δεν ταιριάει μ' εκείνο». Ταιριάει, δεν ταιριάει, μεις τα ταιριάζαμε ούλα. Ούλα τα ταιριάζαμε!145

Φυσικά η ένδυση των παιδιών εξαρτιόταν από τις οικονομικές δυνατότητες κάθε οικογένειας. Όμως όλες οι οικογένειες είχαν λιγότερο ή περισσότερο περιορισμένες δυνατότητες, σε σύγκριση με τα σημερινά δεδομένα. Σε μεγάλο βαθμό οι χωριανοί έραβαν οι ίδιοι τα ρούχα τους, έπλεκαν τις κάλτσες τους, κατασκεύαζαν τα παπούτσια τους. Από το υλικό του Π. Μπακαρέζου και από προφορικές μαρτυρίες προκύπτει επίσης ότι ορισμένες φορές οι άνθρωποι επιδιόρθωναν τα ρούχα τους ή έραβαν καινούρια στις δύο, τρεις μοδίστρες που ζούσαν στο χωριό μεταξύ 1910 και 1930 περίπου, γυναίκες που με αυτό τον τρόπο συμπλήρωναν το οικογενειακό εισόδημα. Φαίνεται πάντως ότι οι χωριανοί κατασκεύαζαν σε μεγάλο βαθμό τα ρούχα τους από ύφασμα του εμπορίου

143. Συν. με τον Χ. T., σ. 10.

144. Σε φωτογραφίες της μητριάς της και της αδελφής της, τις οποίες μου έδειξε η Ε. Ζ., το ντύσιμο είναι αστικό. Πρόκειται για μέλη της οικογένειας του θρυλικού δασκάλου του χωριού Θ. Ζ. Η μητριά καταγόταν από εύπορη οικογένεια του γειτονικού χωριού Ζοριάνου, πολλά από τα μέλη της οποίας ήταν εγκατεστημένα σε αστικά κέντρα. Η αδελφή σπούδαζε φιλόλογος στην Αθήνα. Αστικό είναι και το ντύσιμο 7 γυμνασιόπαιδων του χωριού σε μια φωτογραφία των αρχών της δεκαετίας του 1920 (βλ. Εικόνα 7).

145. Συν. με την Π. Μ., σ. 5.

Σελ. 120
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/121.gif&w=600&h=915

ου. Σύμφωνα με μια συνομιλήτρια μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου οι γυναίκες πήγαιναν στην εκκλησία με «φορέματα από υφάσματα του μαγαζιού», και το γεγονός ότι η γυναίκα ενός χωροφύλακα φορούσε σε κηδεία φόρεμα υφασμένο στον αργαλειό είχε κάνει στη συνομιλήτρια ως παιδιού «κακή εντύπωσ'»,146 μαρτυρία που υποδεικνύει ότι χρονοβόρες παραγωγικές διαδικασίες και προϊόντα της οικονομίας αυτοκατανάλωσης είχαν αρχίσει να χάνουν την αξία τους ως συμβολικό κεφάλαιο και να εκτοπίζονται στη συνείδηση του αγροτικού πληθυσμού από τα ανθεκτικά βιομηχανικά, «αστικά» προϊόντα.147 Οι άνθρωποι αγόραζαν προπάντων φτηνά και ανθεκτικά βαμβακερά υφάσματα, προϊόντα της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας και μάλιστα, αν κρίνουμε από την επωνυμία «ρετσίνες» που χρησιμοποιούν οι συνομιλητές, προϊόντα της περίφημης πειραϊκής βιομηχανίας των αδελφών Ρετσίνα" την περίοδο που μας απασχολεί τα υφάσματα αυτά ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένα στα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου. 148

Σε ό,τι αφορά τα παιδιά, τα βιολογικά δεδομένα δημιουργούσαν συνεχώς νέες ενδυματολογικές ανάγκες, αφού τα πρώτα 18 χρόνια της ζωής το ανθρώπινο σώμα αναπτύσσεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Όμως οι ανάγκες αυτές δεν ήταν πρακτικά και οικονομικά δυνατόν να καλύπτονται παρά με τη μεταποίηση παλιών ρούχων. Γι' αυτό και τα παιδιά φορούσαν το ίδιο ρούχο για πολλά χρόνια κι ας άλλαζε μήκος ή φορούσαν παλιά ρούχα ενηλίκων. Ενδυματολογικές νοοτροπίες και πρακτικές δε βαδίζουν ανεξάρτητα από οικονομικούς καταναγκασμούς.

Στις μαρτυρίες τους οι συνομιλητές αναφέρονται συχνά στα μπαλωμένα ρούχα που φορούσαν ως παιδιά. Η Γ. Σ. μεγάλωσε ορφανή από μητέρα σε μια πολύτεκνη και πολύ φτωχή οικογένεια του χωριού:

Κάνα φουστάνι φορούσαμε. Εγώ είχα τα φουστάνια τς μάνας μου και τόφκιασα φουστανάκ' και το φόραγα, κάνα δυο. Μια ριτσινούλα, μου φαίνεται ότ' είχα, με μπαλώματα μπόλκα.'*9 Ανάλογες οι αναμνήσεις του Γ. P.:

146. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 6.

147. Πβ. την άποψη της Χρ. Αγριαντώνη ότι «η αναδίπλωση σε αυτοκαταναλωτικά συστήματα αποτελούσε οριακό καταφύγιο, όχι μόνιμη λύση για τον κόσμο της υπαίθρου» (Χρ. Αγριαντώνη, «Βιομηχανία», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, ό.π., τ. ΑΙ, σ. 173-221, κυρίως σ. 185).

148. Λ. Παπαστεφανάκη, «Άνδρες, γυναίκες, παίδες και παιδίσκαι...», Εργασία και τεχνολογία στην ελληνική κλωστοϋφαντουργία. Η βιομηχανία Ρετσίνα στον Πειραιά (18721940), Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας, Αθήνα 2002, τ. Α', σ. 96, 120, 121, 161. Βλ. και Μπάδα-Τσομώκου, Ενδυματολογικοί κώδικες..., ό.π., σ. 68 (γίνεται λόγος για «"ρετσίνα"-σακάκι») και σ. 82 (απόσπασμα από μαρτυρία: «...μόλις έπαιρνε τουν ένα χρόνου του βάναμαν φορέματα, τα ονομάζαμαν ρετσίνες, ήταν φτηνό ύφασμα...»).

149. Συν. με την Γ. Σ., σ. 3.

Σελ. 121
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/122.gif&w=600&h=915

...ο πατέρας μου δεν είχε να μας πάρει... Το παντελόνι τρύπαγε τώρα εδώ, έτσι; Τόβανα μ' ένα μπάλωμα απέξω. Τρύπαγε παραπέρα, άλλο μπάλωμα. Δηλαδή στο τέλος ερχότανε να μην ξέρεις από τι ύφασμα είναι το παντελόνι.150

Η μαρτυρία της Π. Λ. είναι ιδιαίτερα εύγλωττη για τα περιορισμένα οικονομικά μέσα της ορεινής αγροτικής κοινωνίας, γιατί η αφηγήτρια προέρχεται από μια σχετικά εύπορη οικογένεια, ήταν μοναχοπαίδι και κόρη καθηγητή στο Ελληνικό σχολείο του χωριού. Η ίδια είχε ως παιδί ένα καλό φουστάνι από την Αθήνα, ανεκπλήρωτο όνειρο των περισσότερων κοριτσιών. Το φορούσε όμως χρόνια ολόκληρα και ήταν το μοναδικό της καλό φουστάνι: «Εγώ π.χ. θυμάμαι το καλό μου το φουστάνι, τόχε φέρει η μάνα μου από την Αθήνα, ένα πράσινο μ' ένα γουνάκι άσπρο ήτανε, μίντι, ήρθε στο κανονικό του, έγινε μίνι κι εγώ εκείνο είχα ακόμα. Δε φτιάχνανε ρούχα πολλά στα παιδιά, μπαλώνανε πολύ».'51

Αλλά όσοι μεγάλωσαν σε σχετικά εύπορες οικογένειες έχουν επίσης την αίσθηση ότι βρίσκονταν σε προνομιακή θέση συγκριτικά με άλλους συνομηλίκους τους και αντιστρόφως, όπως και στην περίπτωση της διατροφής. Υποθέτω ότι και στα παιδικά τους χρόνια οι συνομιλητές μου/οι συνομιλήτριές μου βίωναν θετικά ή αρνητικά, ανάλογα με τη θέση στην οποία βρίσκονταν, τη διαφορά από άλλα παιδιά.

Πολύ λίγοι είχαν τη δυνατότητα να αγοράζουν συστηματικά υφάσματα. Η Π. Γ. που γεννήθηκε το 1908, και τα αδέλφια της ήταν τυχεροί, γιατί ο πατέρας τους είχε παντοπωλείο και μεταξύ άλλων προϊόντων πουλούσε και υφάσματα:

Άμα είχες ανάγκη θα σόπαιρνε η μάνα ένα φόρεμα, κάτ' θα σόπαιρνε, και πού φορέματα τότε; Άμα δεν ξεσκιόταν ένα να φαίνεται ο πισινός σου, πού να τόβρισκες; ...Μη γελάς. Ξέρς πόσα μπαλώματα έβανες απάν' στο ρούχο; Εδώ στα γόνατα... Εμείς δεν πεινάσαμε. Εδώ ο κόσμος δυστυχούσανε. Και γυμνώνονταν και σόλεγαν ένα μπάλωμα. Μπα κι έχς ένα μπαλωματάκ' να με δώσς να βάλω εδώ δα στο μανίκ' που σκίσκε; Εμείς, είχε ο πατέρας μου υφάσματα και παίρναμε και φκιάναμε κάνα ρούχο. Βέβαια. Μας τράβαγε ο πατέρας μου, φόρεμα αλατζά να πούμε, που είχε τόπια ολόκληρα. Δε θα παίρναμε να ντθούμε; Και τα παιδιά (τα αγόρια) δε θα νέπαιρναν ρετσίνες, ρετσίνες τς έλεγαν τότε, να φκιάνε παντελονάκια; Ναι. Άλλα τάραβε καμιά μοδίστρα, είχα μια πρώτ' ξαδέρφη μου μοδίστρα. Άλλα τάραβε η μοδίστρα κι άλλα τάραβαν οι γυναίκες μοναχές τς, όπως-όπως.152

150. Συν. με τον Γ. P., σ. 1.

151. Συν. με την Π. Λ., σ. 5.

152. Συν. με την Π. Μ., σ. 30.

Σελ. 122
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/123.gif&w=600&h=915

Τα παπούτσια αποτελούσαν είδος πολυτελείας για τα παιδιά και η υπόδηση των τελευταίων πηγή άγχους για την οικογένεια. Το παιδικό πόδι μεγάλωνε γρήγορα ενώ συγχρόνως τα παιδιά έπαιζαν, σκάριζαν, κινούνταν έντονα στην ύπαιθρο, σε δύσβατα μονοπάτια και απότομες πλαγιές, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται τα παπούτσια, τα οποία, αντίθετα με τα ρούχα, ήταν αδύνατο ή πολύ δύσκολο, να επιδιορθωθούν. Όσες οικογένειες είχαν 4-5 ή περισσότερα παιδιά153 αντιμετώπιζαν φυσικά ακόμη οξύτερο πρόβλημα. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία τα παιδιά, όπως και οι ενήλικες, φορούσαν τα ευπαθή και γι' αυτό ευτελή «γουρνοτσάρχα», παπούτσια δηλαδή από το δέρμα των χοίρων που σφάζονταν στο χωριό τα Χριστούγεννα. Όσα παιδιά είχαν τη δυνατότητα απέφευγαν να φορούν γουρνοτσάρουχα στο σχολείο ή την εκκλησία και φορούσαν ένα ζευγάρι παπούτσια. Τους ζεστούς μήνες του χρόνου, στο σπίτι και στα χωράφια, τα παιδιά προτιμούσαν να κυκλοφορούν ξυπόλητα, εφόσον το επέτρεπε το έδαφος -δεν είχε δηλαδή πολλά αγκάθια- και το ίδιο πρέπει να ίσχυε για τους ενήλικες αλλά σε μικρότερο βαθμό (όταν δεν ήταν εκτεθειμένοι σε κοινή θέα). Φαίνεται όμως ότι μέχρι το 1920 περίπου υπήρχαν και πολλά παιδιά που πήγαιναν στο σχολείο ξυπόλητα, ιδιαίτερα όταν ο καιρός ζέσταινε. Φαίνεται, ακόμη, ότι περίπου μέχρι το 1915 και αργότερα στις οικογένειες των τσοπάνηδων τα «καλά» παπούτσια που αγόραζαν στα παιδιά ήταν τα τσαρούχια από δέρμα βοδιού, τα κλασικά δηλαδή τσαρούχια με τη φούντα, τα λεγόμενα «τεμπέλικα», απομεινάρι του παρελθόντος.154

Η δυνατότητα αγοράς ή παραγγελίας ενός ζεύγους παπουτσιών χάραζε μια κοινωνικά διαχωριστική, αν και αχνή, γραμμή ανάμεσα στα παιδιά:

Όταν ήταν κρύο φκιάναμε λίγα γουρνοτσάρουχα τότε και τα βάναμε, αλλά μετά... Τελείως ξυπόλητα! Δεν ήμαν μόνο εγώ. Και του σχολείου τα παιδιά ξυπόλτα. Όχι όλα τα παιδιά. Ήταν κόσμος που είχε, είχε κάτι και τα πόδενε τα παιδιά, ενώ εμείς τα τσοπανούδια που ήμασταν, ήμασταν ξυπόλτα. .. Δεν ήταν και κανένας βολεμένος. Κι εκείνα (τα παιδιά) που ήταν βολεμένα πρόχειρα παπούτσια είχαν.155

Πάντως σε μια κοινωνία εξισωτικού χαρακτήρα δεν ήταν υποχρεωτικά ευχάριστο για τα λίγα παιδιά που είχαν τη δυνατότητα να φορούν «κανονικά» παπούτσια να διαφέρουν από τα υπόλοιπα. Για τη μοναχοκόρη και μοναχοπαίδι του καθηγητή του Ελληνικού σχολείου το ό,τι δε φορούσε γουρνοτσάρουχα ήταν για παράδειγμα οδυνηρό. Έπειτα από επίμονη απαίτηση της, η γιαγιά της τής έφτιαξε ένα ζευγάρι, το οποίο όμως επιτρεπόταν να φορά μόνο στο σπίτι: Άρα

153. Βλ. Πίνακα 2.

154. Συν. με τον Γ. Π., σ. 22' Συν. με τον Χ. Μ., σ. 4, 9' Συν. με τον Μ. Μ. και την Κ. Μ., σ. 15.

155. Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 2.

Σελ. 123
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 104
    

    αποκατάσταση των οποίων μια οικογένεια επεδίωκε την κοινωνική της άνοδο — στην ουσία την αστικοποίησή της ή μάλλον την μικρο-αστικοποίησή της;

    4. Μακριά από το χωριό

    Στη μελέτη που εξέδωσε το 1931 για την ελληνική αγροτική οικονομία και κοινωνία του Μεσοπολέμου ο Κ. Καραβίδας στηλιτεύει τη «συστηματική υπερπαραγωγή εργατικών χεριών... ιδίως εις τα ορεινά», όπου οι χωρικοί «πιεζόμενοι από αμέσους και σκληράς ανάγκας» αφού «έκαμαν ληστρικήν εκμετάλλευσιν του εδάφους για μερικά καντάρια στάρι... εξαπέλυσαν» τα παιδιά τους «έξω της οικογενείας ή του χωρίου προς ανεύρεσιν εργασίας, εξ ης επέτυχαν εις βραχύ ή μακρόν διάστημα σημαντικούς προσθέτους πόρους».89 Ο Καραβίδας δε μας δίνει όμως συγκεκριμένες πληροφορίες για τη γεωγραφική και κοινωνική προέλευση των παιδιών αυτών, ούτε παραθέτει συγκεκριμένα παραδείγματα.

    Απ' όσο γνωρίζω δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των παιδιών που μετανάστευσαν από ορεινά χωριά της Δωρίδας σε αστικά κέντρα στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Σύμφωνα με μια αξιόπιστη προφορική μαρτυρία το φαινόμενο ήταν συχνό στο Σουρούστι (σημ. Κερασιά), που βρίσκεται σχετικά κοντά στο Κροκύλειο.90 Η Μ. Λουκοπούλου-Παττίχη γράφει ότι στην Κωστάριτσα (σημ. Διχώρι), ένα άλλο χωριό της ορεινής Δωρίδας γειτονικό με το Σουρούστι, μικρά αγόρια 7-10 ετών μετανάστευαν στα αστικά κέντρα, κυρίως στην Αθήνα, για να εργαστούν ως μπακαλόπαιδα, σερβιτόροι, γαλατάδες κ.λπ.91 Από το υλικό μου δεν προκύπτει όμως ότι παιδιά από το Κροκύλειο μετανάστευαν συστηματικά σε αστικά κέντρα για να εργαστούν και να βοηθήσουν οικονομικά την οικογένεια στο χωριό. Διερωτώμαι μήπως, σε περίπτωση που όντως είχαν έτσι τα πράγματα, αυτό οφειλόταν στο χαμηλότερο υψόμετρο (περίπου 850 μ.), το συγκριτικά ήπιο κλίμα και τη λειτουργία του χωριού ως διοικητικού κέντρου στην ευρύτερη περιοχή, οπότε οι οικονομικές ανάγκες των οικογενειών ήταν συγκριτικά λιγότερο επιτακτικές; Ας σημειωθεί ότι τόσο η Κερασιά όσο και το Διχώρι βρίσκονται σε πολύ μεγάλο υψόμετρο -1340 και 1150 μ. αντίστοιχα.

    Στο υλικό μου απαντούν πάντως δύο περιπτώσεις παιδιών τα οποία οι γονείς τους έστειλαν στην Αθήνα για να εργαστούν: O A. Μ., ορφανός από πατέρα, έφυγε σε ηλικία περίπου 12 ετών για την Αθήνα, όπου μπήκε στη δούλεψη των θείων του που είχαν ταβέρνα' δε φαίνεται να έστελνε χρήματα στην οικογένειά του στο χωριό. Η Γ. Σ. εργάστηκε ως υπηρέτρια στην Αθήνα από τα 10 της χρόνια. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί ενός πολύτεκνου κτηνοτρόφου και

    89. Καραβίδας, Αγροτικά, ό.π., σ. 462, 463.

    90. Συν. με τον Η. Χ. και τον Κ. Χ., σ. 6.

    91. Λουκοπούλου-Παττίχη, Επιστροφή, ό.π., σ. 148, 276.