Συγγραφέας:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Τίτλος:Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
 
Υπότιτλος:Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:38
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2003
 
Σελίδες:387
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Κροκύλειο Δωρίδας
 
Χρονική κάλυψη:αρχές 20ού αι.
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό είναι μία ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου, το Κροκύλειο (ως το 1915 Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο) της Φωκίδας, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει, δηλαδή, πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μία κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο παράδειγμα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.57 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 116-135 από: 395
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/116.gif&w=600&h=915

κατανάλωναν μεγαλύτερες ποσότητες τροφής απ' όσο τα παιδιά, αφού χρειάζονταν περισσότερες θερμίδες. Δε μπόρεσα να διαπιστώσω διακρίσεις ως προς τη διατροφή ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια αλλά δεν αποκλείω κάτι τέτοιο' άλλωστε το καθημερινό είναι συχνά τόσο αυτονόητο, ώστε η μνήμη δυσκολεύεται να το ανακαλέσει. Εν πάση περιπτώσει, μέσω της οργάνωσης και διανομής του φαγητού τα παιδιά εσωτερίκευαν το κοινωνικό αξίωμα της ανωτερότητας των ανδρών έναντι των γυναικών.

Γ' Κατανάλωση: Ένδυση

Όταν σε μια κοινωνία η εμφάνιση των παιδιών διαφοροποιείται από την εμφάνιση των ενηλίκων, σημαίνει ότι η κοινωνία αυτή αναγνωρίζει και σηματοδοτεί την ύπαρξη μιας παιδικής ηλικίας με τους δικούς της ενδυματολογικούς και γενικότερα εμφανισιακούς και άλλους κανόνες. Γι' αυτό, όπως είναι γνωστό, και οι «κλασικοί» ιστορικοί της παιδικής ηλικίας (με πρωτοπόρο τον Ariès), αλλά και όσοι τους αμφισβήτησαν, χρησιμοποίησαν την παιδική ενδυμασία ως τεκμήριο αναγνώρισης ή κατασκευής μιας παιδικής ηλικίας.129

Το 1927 ο Δημήτρης Λουκόπουλος παρατηρούσε: «Η εποχή που ζούμε είναι μια μεταβατική κατάσταση σ' όλο το φανέρωμα της ζωής μας. Περνούμε απ' τον ανατολισμό στον ευρωπαϊσμό... και στη ντυμασιά μας λοιπόν ήταν επόμενο νά' ρθει μεγάλη ταραχή και σύγχυση. Στα πιο απόκεντρα αιτωλικά χωριά βλέπεις τώρα να φοριέται το ευρωπαϊκό ένδυμα γενικά σχεδόν από τους άνδρες».130 Οι άνδρες είχαν υιοθετήσει τις γενικές επιταγές της «ευρωπαϊκής» ένδυσης από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα (αναφέρομαι πρώτα απ' όλα στο παντελόνι). Αυτό οφειλόταν κατ' αρχήν στην έντονη κινητικότητά τους λόγω της μετανάστευσης, της στρατιωτικής θητείας και της επιστράτευσης. Αρκεί να αναφέρουμε ότι 50 περίπου άνδρες από το Κροκύλειο είχαν επιστρατευθεί στους πολέμους που άρχισε να διεξάγει το ελληνικό κράτος καθώς ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος βάδιζε προς τη λήξη του, με αποκορύφωμα τη Μικρασιατική εκστρατεία, και υπήρξαν χωριανοί που επιστρατεύθηκαν στους Βαλκανικούς και αποστρατεύθηκαν μετά τη λήξη τη Μικρασιατικής εκστρατείας.131 Την περίοδο του Μεσοπολέμου υπήρχαν ακόμη φουστανελάδες στο χωριό' οι γέροντες, εκείνοι που είχαν γεννηθεί μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα ή το πολύ-πολύ μέχρι το 1870, φορούσαν φουστανέλες και βοϊδοτσάρουχα με φούντες. Οι συνομιλητές μου τους θυμούνται ντυμένους έτσι στο σπίτι -όταν επρόκειτο για τον παππού τους-, την αγορά και την εκκλησία.

129. Βλ. Μπάδα-Τσομώκου, Ενδυματολογικοί κώδικες, ό.π., σ. 8.

130. Λουκόπουλος, Πώς υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί, ό.π., σ. 51.

131. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 91.

Σελ. 116
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/117.gif&w=600&h=915

Στις γυναίκες, η διαφοροποίηση στο ντύσιμο ανάμεσα σε διαφορετικές γενιές δεν ήταν τόσο έντονη, παρ' όλο που φαίνεται ότι σιγά-σιγά κυριαρχούσαν αστικά ενδυματολογικά πρότυπα.132 Ήδη σε φωτογραφίες οικονομικά και κοινωνικά ισχυρών οικογενειών του χωριού των αρχών του αιώνα ποζάρουν νέες γυναίκες ντυμένες με αστικά ενδύματα και χωρίς κεφαλόδεσμο, μαζί μάλιστα με άλλες, τη μητέρα ή μια αδελφή τους, που ντυμένες παραδοσιακά και φορούν μαντήλες (βλ. εικόνες 1, 2, 3, 4).

Ο κεφαλόδεσμος που μπορεί να θεωρηθεί το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο της παραδοσιακής γυναικείας ένδυσης φαίνεται ότι άρχισε να εκλείπει με πολύ αργούς ρυθμούς τη δεκαετία του 1920" παρέμενε φυσικά λειτουργικά απαραίτητος κατά την εκτέλεση αγροτικών εργασιών. Όταν η Π. Γ. πήγαινε στο Δημοτικό στη δεκαετία του 1910 όλα τα κοριτσάκια φορούσαν λευκά μαντήλια στο κεφάλι και είχαν τα μαλλιά τους πλεγμένα σε κοτσίδες: «Φόραγα φακιόλ', όπως όλα τα κορίτσα... και στο σχολείο. Φακιόλ' άσπρο. Άσπρα φακιόλια... και τα μαλλιά κοτσίδες, ναι... Όλα, όλα τα κορίτσια φόραγαν φακιόλια, φακιόλια άσπρα. Είχ' ο πατέρας μου στο μαγαζί και έπαιρναν και φόραγαν τα κορίτσια φακιόλια, δεν πάαινε κανένα ξεμαντήλωτο».133

Τις επόμενες δεκαετίες υπήρχαν στο σχολείο και κορίτσια που δε φορούσαν μαντήλια ενώ μερικά είχαν κόψει τα μαλλιά τους, όπως βλέπει κανείς σε φωτογραφίες της εποχής.134 Αρραβωνιασμένη πάντως, σε ηλικία 20 ετών, η Π. Γ. φωτογραφίστηκε με κομμένα μαλλιά και χωρίς κεφαλόδεσμο. Χήρα, πλέον, όταν συζητούσαμε, φορά στο σπίτι, στην εκκλησία και όταν έρχεται με τα παιδιά της στην πλατεία του χωριού μαύρο μαντήλι. Μαύρο μαντήλι και πένθιμα, μαύρα ρούχα φαίνεται ότι φορούσαν τα μικρά κορίτσια όταν πέθαινε κάποιος δικός τους. Η Κ. Μπάδα επισημαίνει «την πρόωρη συμμετοχή του κοριτσιού ... στην έκφραση του πένθους» μέσω της ένδυσης στην Ήπειρο και το γεγονός ότι αυτό δεν ισχύει για τα αγόρια,135 που προφανώς εντάσσονται με

132. Ο Λουκόπουλος μας πληροφορεί ότι σε άλλα ορεινά χωριά της Δωρίδας, το Σουρούστι (Κερασιά), τη Βοστινίτσα (Δάφνο), το Νούτσομπρο (Ψηλό Χωριό), την Κωστάριτσα (Διχώρι), «και άλλα πιο κάτω χωριά, έχει επικρατήσει σήμερα ο ευρωπαϊκός τύπος ντυμασιάς», χωρίς άλλες επεξηγήσεις. Η καθημερινή γυναικεία φορεσιά της περιοχής του Πλατάνου στη Ναυπακτία, στην οποία αναφέρεται αναλυτικά, θυμίζει έντονα τη σημερινή εμφάνιση ορισμένων (ελάχιστων) ηλικιωμένων χωριανών στο Κροκύλειο και γυναίκες σε παλιές φωτογραφίες (Λουκόπουλος, Πώς υφαίνουν..., ό.π., σ. 110-120' χαρακτηριστική η φωτογραφία στην εφημερίδα Το Κροκύλιο, αρ. φ. 50 (1992), 3).

133. Συν. 2 με την Π. Γ., σ. 34.

134. Π.χ. σε μια περίφημη φωτογραφία (Δευτέρα του Πάσχα του 1929) όπου εικονίζεται όλο το χωριό συγκεντρωμένο στο ξωκλήσι της Παναγίας) που βρίσκεται στο σπίτι της Παρασκευής Μαυραγάνη στο Κροκύλειο. Στη φωτογραφία βλέπουμε ανάμεικτα, κορίτσια με λευκά μαντήλια και κοτσίδες και κορίτσια χωρίς μαντήλια. Βλ. επίσης εδώ, στο Τέταρτο Κεφάλαιο σημ. 20, καθώς και Εικόνα 9.

135. Κ. Μπάδα, «Παιδικοί-νεανικοί ενδυματολογικοί κώδικες και το κοινωνικο-ιστορικό

Σελ. 117
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/118.gif&w=600&h=915

πολύ πιο αργούς ρυθμούς στους καθιερωμένους, και περισσότερο ελαστικούς για τους άνδρες, κοινωνικούς τύπους. Σε μια από τις φωτογραφίες που ανέφερα παραπάνω, του 1900, βλέπουμε μια δεκάχρονη κοπελίτσα με μαύρο μαντήλι" από το Γενικό Μητρώο συνάγεται, χωρίς να είναι απόλυτα βέβαιο, ότι η κοπέλα είχε χάσει τη μητέρα της. Στη φωτογραφία εικονίζεται και η μικρότερη αδελφή της" είναι περίπου 4 ετών, έχει μαλλιά κομμένα και δε φορά μαντήλι, στοιχείο που υποδεικνύει ότι τα κορίτσια άρχιζαν να φορούν μαντήλι από μια ηλικία και ύστερα (πιθανόν από τα 6 τους χρόνια και μετά) κι επομένως ότι λειτουργούσε ένας ενδυματολογικός διαχωρισμός της νηπιακής ηλικίας από τις άλλες ηλικίες στη ζωή ενός ανθρώπου (βλ. εικόνα 1).

Εκτός από φακιόλια -τουλάχιστον μέχρι το 1920- φαίνεται ότι τα κορίτσια, ή τουλάχιστον ορισμένα κορίτσια, φορούσαν στο σχολείο ποδιές (απαραίτητο στοιχείο της παραδοσιακής γυναικείας φορεσιάς), που χρησίμευαν για να προστατεύουν το φόρεμα και, ενδεχομένως, να καλύπτουν τα μπαλώματα.136

Ο ενδυματολογικός διαχωρισμός παιδιών και ενηλίκων δεν ήταν σαφής, όπως στις αστικές τάξεις της εποχής, παρ' όλο που, αν κρίνουμε τουλάχιστον από μια φωτογραφία της εποχής, τα ευπορότερα στρώματα του χωριού ήδη από την καμπή του 20ού αι. ίσως είχαν υιοθετήσει το αστικής προέλευσης φουστανάκι για αγόρια και κορίτσια βρεφικής και νηπιακής ηλικίας (βλ. εικόνα 5). Αλλά μια σαφής ενδυματολογική διαφοροποίηση είχε παρουσιαστεί μεταξύ των αγοριών μέχρι 15 ετών περίπου και των μεγαλύτερων, τα οποία ντύνονταν πλέον όπως οι ενήλικες. Τα πρώτα φορούσαν κοντά παντελόνια, τα δεύτερα μακριά παντελόνια.

Φαίνεται ότι η διαφοροποίηση αυτή, που έκανε την εμφάνιση της στον ελλαδικό χώρο το τελευταίο τρίτο του 19ου αι.,137 κυριάρχησε στο χωριό γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1920138 και επιβλήθηκε, κατά κάποιο τρόπο, από το σχολείο που έπαιξε ούτως ή άλλως ουσιαστικό ρόλο στην αλλαγή των ενδυματολογικών συνηθειών και στον αργό εξαστισμό του ντυσίματος, μέσω της γυμνασιακής εκπαίδευσης των αγοριών, η οποία συνοδευόταν από τη μετάβαση τους σε αστικά ή ημιαστικά κέντρα. Πριν από το 1920 περίπου, τα αγόρια κάτω των 15 ετών —με όρους σχολείου επομένως τα αγόρια του Δημοτικού και του Ελληνικού σχολείου— φορούσαν ημίκοντα παντελόνια. Δε μπόρεσα

κό τους ισοδύναμο στην Ήπειρο», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Ιστορικότητα της Παιδικής Ηλικίας και της Νεότητας, ό.π., σ. 177-191, κυρίως σ. 179.

136. Συν. με την Λ. Π., σ. 12.

137. Μπάδα-Τσομώκου, Ενδυματολογικοί κώδικες, ό.π., σ. 67, 68.

138. Επιβεβαιώνεται επομένως η επισήμανση της Μπάδα -της οποίας το πρωτογενές υλικό αφορά στην Ήπειρο- σχετικά με την «ανθεκτικότητα» του ορεινού χώρου «στους παραδοσιακούς τρόπους παραγωγής και κατανάλωσης των προϊόντων που ο ίδιος παρήγε»: (ό.π., σ. 68).

Σελ. 118
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/119.gif&w=600&h=915

όμως να προσδιορίσω για ποια συγκεκριμένη χρονική περίοδο ίσχυε αυτό, ούτε αν αφορούσε όλα τα αγόρια ή μόνο ορισμένα, και ποια, αν και υποθέτω ότι αφορούσε προπάντων όσα αγόρια φοιτούσαν τακτικά στο σχολείο και επομένως λιγότερο τα παιδιά των τσοπάνηδων. Η εμπειρία των μεγαλύτερων αδελφών ήταν πάντως συχνά πολύ διαφορετική από την εμπειρία των μικρότερων, που λαχταρούσαν να φορέσουν μακριά παντελόνια και να ενταχθούν έτσι στους «μεγάλους».

Ο Πτ. Α. που γεννήθηκε το 1914 δε φόρεσε ποτέ κοντό παντελόνι, αντίθετα με τον αδελφό του Α. Α., ο οποίος γεννήθηκε 10 χρόνια αργότερα, το 1924:

Ημίκοντο εδωπέρα φόραγαν παλιά και ορισμένα παιδιά. Εγώ φορούσα κοντό κι έλεγα πότε θα μεγαλώσω να φορέσω μακρύ παντελόνι. Εγώ κοντό δε φόρεσα ποτέ.139 Και ο Θ. Α., που γεννήθηκε το 1920, αφηγείται: ... φορούσαμε κοντά παντελόνια, γιατί μακριά παντελόνια φορέσαμε στην Τρίτη Γυμνασίου, Τρίτη ή Τετάρτη, μέχρι τότε κοντά. Μάλιστα τα κοντά μερικές μανάδες για να προφυλάσσεται το γόνα τα φκιάναν ως εκεί κι επειδή ήτανε, το τζιν το τωρινό ήταν το ντρίλι παλιά, ύφασμα γερό, βαμβακερό, τέτοιο. Ζάρωνε εδώ πίσω κι ήταν πώς είναι οι γωνίες σε κάτι σωλήνες από σόμπες κι ήτανε πολύ αστείο, αλλά τα φορούσανε για να προφυλάσσονται. Εμείς ποτέ δεν ανεχόμασταν αυτό το πράμα... Δε νομίζω ότι θα ήταν οικονομία για το ύφασμα αλλά έτσι θεωρούσαν ότι το παιδί δεν πρέπει να μεγαλοφέρνει, δεν ξέρω γιατί.140

Άλλωστε πριν ακόμη φορέσουν τα ημίκοντα παντελόνια, οι μαθητές στο χωριό πρέπει να φορούσαν ήδη από το Δημοτικό το πηλίκιο με τη γλαύκα της Αθηνάς, τεκμήριο στρατιωτικοποίησης της μαθητικής εμφάνισης των αγοριών -είχε αρχίσει να διαδίδεται στην Ελλάδα ήδη από το 1876141- αλλά και ομοιογενοποίησής της.142

Οι οικογένειες διατηρούσαν σχέσεις με συγχωριανούς εγκατεστημένους στην Αθήνα αλλά και σε άλλα αστικά κέντρα κι είναι ευνόητο ότι οι επαφές αυτές επηρέαζαν ως ένα σημείο και το ντύσιμο. Σε μια περίπτωση, η μητέρα της συνομιλήτριας τής αγόρασε ένα φουστανάκι από την Αθήνα" σε μια άλλη ένας θείος αγόρασε για το συνομιλητή ένα κοστουμάκι από την Αθήνα, που προκάλεσε τα βλέμματα των χωριανών στο πανηγύρι «τ' Άϊ-Λιος», για το οποίο, σύμφωνα με τον Χ.T., οι μητέρες επέμεναν να φυλάνε τα παιδιά τα καλά τους

139. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 18.

140. Συν. με τον Θ. Α., σ. 13.

141. Μπάδα-Τσομώκου, Ενδυματολογικοί κώδικες, ό.π., σ. 64, σημ. 20.

142. Συν. με τον Θ. Α., σ. 13 (βλ. και Εικόνα 1).

Σελ. 119
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/120.gif&w=600&h=915

ρούχα: «Μην το χαλάς αυτό, άστο να τόχεις τ' Αϊ-Λιός».143 Η υποχρεωτική φοίτηση στο σχολείο και οι ενδυματολογικοί κανονισμοί που τη συνόδευαν, επέβαλλαν σταδιακά την εγκατάλειψη των παραδοσιακών ενδυμάτων και την υιοθέτηση αστικών προτύπων. Άλλωστε, οι γυμνασιόπαιδες και οι 10-15 φοιτητές στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1920 που παραθέριζαν στο χωριό, μετέφεραν νέα ενδυματολογικά πρότυπα από τα ημι-αστικά ή αστικά κέντρα και προπάντων από την πρωτεύουσα.144 Αλλά και οι «Αμερικάνοι», δηλαδή οι μετανάστες, έστελναν ή έφερναν μπαούλα με δώρα, προπάντων ρούχα ή υφάσματα που δεν έβρισκε κανείς στο χωριό.

Στη μνήμη και στις αφηγήσεις των ανθρώπων σχετικά με την ένδυση, όπως και σχετικά με τη διατροφή, κυριαρχεί η αίσθηση πως εκείνοι ως παιδιά υστερούσαν σε σύγκριση με τα σημερινά παιδιά της αφθονίας. Το χάσμα μεταξύ των δικών τους παιδικών βιωμάτων και των βιωμάτων των «σημερινών παιδιών» φαίνεται συχνά αγεφύρωτο. Συγκρίνοντας με τρόπο άμεσο και συγκλονιστικό το παρελθόν της με το παρόν της εγγονής της η Π. Μ. συμπυκνώνει στη μαρτυρία της τις περιορισμένες δυνατότητες επιλογής που υπήρχαν και εμπόδιζαν την ανάπτυξη μιας ατομικής αισθητικής:

Ό,τ' είχε ο καθένας φόραγε. Μια φούστα, ένα φόρεμα, μια ζακέτα, ένα παλτό το χειμώνα. Δεν κοίταζαν να τα συνδυάζουνε. Τώρα λέει η εγγονούλα μου: «εκείνο δεν ταιριάει μ' εκείνο». Ταιριάει, δεν ταιριάει, μεις τα ταιριάζαμε ούλα. Ούλα τα ταιριάζαμε!145

Φυσικά η ένδυση των παιδιών εξαρτιόταν από τις οικονομικές δυνατότητες κάθε οικογένειας. Όμως όλες οι οικογένειες είχαν λιγότερο ή περισσότερο περιορισμένες δυνατότητες, σε σύγκριση με τα σημερινά δεδομένα. Σε μεγάλο βαθμό οι χωριανοί έραβαν οι ίδιοι τα ρούχα τους, έπλεκαν τις κάλτσες τους, κατασκεύαζαν τα παπούτσια τους. Από το υλικό του Π. Μπακαρέζου και από προφορικές μαρτυρίες προκύπτει επίσης ότι ορισμένες φορές οι άνθρωποι επιδιόρθωναν τα ρούχα τους ή έραβαν καινούρια στις δύο, τρεις μοδίστρες που ζούσαν στο χωριό μεταξύ 1910 και 1930 περίπου, γυναίκες που με αυτό τον τρόπο συμπλήρωναν το οικογενειακό εισόδημα. Φαίνεται πάντως ότι οι χωριανοί κατασκεύαζαν σε μεγάλο βαθμό τα ρούχα τους από ύφασμα του εμπορίου

143. Συν. με τον Χ. T., σ. 10.

144. Σε φωτογραφίες της μητριάς της και της αδελφής της, τις οποίες μου έδειξε η Ε. Ζ., το ντύσιμο είναι αστικό. Πρόκειται για μέλη της οικογένειας του θρυλικού δασκάλου του χωριού Θ. Ζ. Η μητριά καταγόταν από εύπορη οικογένεια του γειτονικού χωριού Ζοριάνου, πολλά από τα μέλη της οποίας ήταν εγκατεστημένα σε αστικά κέντρα. Η αδελφή σπούδαζε φιλόλογος στην Αθήνα. Αστικό είναι και το ντύσιμο 7 γυμνασιόπαιδων του χωριού σε μια φωτογραφία των αρχών της δεκαετίας του 1920 (βλ. Εικόνα 7).

145. Συν. με την Π. Μ., σ. 5.

Σελ. 120
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/121.gif&w=600&h=915

ου. Σύμφωνα με μια συνομιλήτρια μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου οι γυναίκες πήγαιναν στην εκκλησία με «φορέματα από υφάσματα του μαγαζιού», και το γεγονός ότι η γυναίκα ενός χωροφύλακα φορούσε σε κηδεία φόρεμα υφασμένο στον αργαλειό είχε κάνει στη συνομιλήτρια ως παιδιού «κακή εντύπωσ'»,146 μαρτυρία που υποδεικνύει ότι χρονοβόρες παραγωγικές διαδικασίες και προϊόντα της οικονομίας αυτοκατανάλωσης είχαν αρχίσει να χάνουν την αξία τους ως συμβολικό κεφάλαιο και να εκτοπίζονται στη συνείδηση του αγροτικού πληθυσμού από τα ανθεκτικά βιομηχανικά, «αστικά» προϊόντα.147 Οι άνθρωποι αγόραζαν προπάντων φτηνά και ανθεκτικά βαμβακερά υφάσματα, προϊόντα της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας και μάλιστα, αν κρίνουμε από την επωνυμία «ρετσίνες» που χρησιμοποιούν οι συνομιλητές, προϊόντα της περίφημης πειραϊκής βιομηχανίας των αδελφών Ρετσίνα" την περίοδο που μας απασχολεί τα υφάσματα αυτά ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένα στα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου. 148

Σε ό,τι αφορά τα παιδιά, τα βιολογικά δεδομένα δημιουργούσαν συνεχώς νέες ενδυματολογικές ανάγκες, αφού τα πρώτα 18 χρόνια της ζωής το ανθρώπινο σώμα αναπτύσσεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Όμως οι ανάγκες αυτές δεν ήταν πρακτικά και οικονομικά δυνατόν να καλύπτονται παρά με τη μεταποίηση παλιών ρούχων. Γι' αυτό και τα παιδιά φορούσαν το ίδιο ρούχο για πολλά χρόνια κι ας άλλαζε μήκος ή φορούσαν παλιά ρούχα ενηλίκων. Ενδυματολογικές νοοτροπίες και πρακτικές δε βαδίζουν ανεξάρτητα από οικονομικούς καταναγκασμούς.

Στις μαρτυρίες τους οι συνομιλητές αναφέρονται συχνά στα μπαλωμένα ρούχα που φορούσαν ως παιδιά. Η Γ. Σ. μεγάλωσε ορφανή από μητέρα σε μια πολύτεκνη και πολύ φτωχή οικογένεια του χωριού:

Κάνα φουστάνι φορούσαμε. Εγώ είχα τα φουστάνια τς μάνας μου και τόφκιασα φουστανάκ' και το φόραγα, κάνα δυο. Μια ριτσινούλα, μου φαίνεται ότ' είχα, με μπαλώματα μπόλκα.'*9 Ανάλογες οι αναμνήσεις του Γ. P.:

146. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 6.

147. Πβ. την άποψη της Χρ. Αγριαντώνη ότι «η αναδίπλωση σε αυτοκαταναλωτικά συστήματα αποτελούσε οριακό καταφύγιο, όχι μόνιμη λύση για τον κόσμο της υπαίθρου» (Χρ. Αγριαντώνη, «Βιομηχανία», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, ό.π., τ. ΑΙ, σ. 173-221, κυρίως σ. 185).

148. Λ. Παπαστεφανάκη, «Άνδρες, γυναίκες, παίδες και παιδίσκαι...», Εργασία και τεχνολογία στην ελληνική κλωστοϋφαντουργία. Η βιομηχανία Ρετσίνα στον Πειραιά (18721940), Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας, Αθήνα 2002, τ. Α', σ. 96, 120, 121, 161. Βλ. και Μπάδα-Τσομώκου, Ενδυματολογικοί κώδικες..., ό.π., σ. 68 (γίνεται λόγος για «"ρετσίνα"-σακάκι») και σ. 82 (απόσπασμα από μαρτυρία: «...μόλις έπαιρνε τουν ένα χρόνου του βάναμαν φορέματα, τα ονομάζαμαν ρετσίνες, ήταν φτηνό ύφασμα...»).

149. Συν. με την Γ. Σ., σ. 3.

Σελ. 121
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/122.gif&w=600&h=915

...ο πατέρας μου δεν είχε να μας πάρει... Το παντελόνι τρύπαγε τώρα εδώ, έτσι; Τόβανα μ' ένα μπάλωμα απέξω. Τρύπαγε παραπέρα, άλλο μπάλωμα. Δηλαδή στο τέλος ερχότανε να μην ξέρεις από τι ύφασμα είναι το παντελόνι.150

Η μαρτυρία της Π. Λ. είναι ιδιαίτερα εύγλωττη για τα περιορισμένα οικονομικά μέσα της ορεινής αγροτικής κοινωνίας, γιατί η αφηγήτρια προέρχεται από μια σχετικά εύπορη οικογένεια, ήταν μοναχοπαίδι και κόρη καθηγητή στο Ελληνικό σχολείο του χωριού. Η ίδια είχε ως παιδί ένα καλό φουστάνι από την Αθήνα, ανεκπλήρωτο όνειρο των περισσότερων κοριτσιών. Το φορούσε όμως χρόνια ολόκληρα και ήταν το μοναδικό της καλό φουστάνι: «Εγώ π.χ. θυμάμαι το καλό μου το φουστάνι, τόχε φέρει η μάνα μου από την Αθήνα, ένα πράσινο μ' ένα γουνάκι άσπρο ήτανε, μίντι, ήρθε στο κανονικό του, έγινε μίνι κι εγώ εκείνο είχα ακόμα. Δε φτιάχνανε ρούχα πολλά στα παιδιά, μπαλώνανε πολύ».'51

Αλλά όσοι μεγάλωσαν σε σχετικά εύπορες οικογένειες έχουν επίσης την αίσθηση ότι βρίσκονταν σε προνομιακή θέση συγκριτικά με άλλους συνομηλίκους τους και αντιστρόφως, όπως και στην περίπτωση της διατροφής. Υποθέτω ότι και στα παιδικά τους χρόνια οι συνομιλητές μου/οι συνομιλήτριές μου βίωναν θετικά ή αρνητικά, ανάλογα με τη θέση στην οποία βρίσκονταν, τη διαφορά από άλλα παιδιά.

Πολύ λίγοι είχαν τη δυνατότητα να αγοράζουν συστηματικά υφάσματα. Η Π. Γ. που γεννήθηκε το 1908, και τα αδέλφια της ήταν τυχεροί, γιατί ο πατέρας τους είχε παντοπωλείο και μεταξύ άλλων προϊόντων πουλούσε και υφάσματα:

Άμα είχες ανάγκη θα σόπαιρνε η μάνα ένα φόρεμα, κάτ' θα σόπαιρνε, και πού φορέματα τότε; Άμα δεν ξεσκιόταν ένα να φαίνεται ο πισινός σου, πού να τόβρισκες; ...Μη γελάς. Ξέρς πόσα μπαλώματα έβανες απάν' στο ρούχο; Εδώ στα γόνατα... Εμείς δεν πεινάσαμε. Εδώ ο κόσμος δυστυχούσανε. Και γυμνώνονταν και σόλεγαν ένα μπάλωμα. Μπα κι έχς ένα μπαλωματάκ' να με δώσς να βάλω εδώ δα στο μανίκ' που σκίσκε; Εμείς, είχε ο πατέρας μου υφάσματα και παίρναμε και φκιάναμε κάνα ρούχο. Βέβαια. Μας τράβαγε ο πατέρας μου, φόρεμα αλατζά να πούμε, που είχε τόπια ολόκληρα. Δε θα παίρναμε να ντθούμε; Και τα παιδιά (τα αγόρια) δε θα νέπαιρναν ρετσίνες, ρετσίνες τς έλεγαν τότε, να φκιάνε παντελονάκια; Ναι. Άλλα τάραβε καμιά μοδίστρα, είχα μια πρώτ' ξαδέρφη μου μοδίστρα. Άλλα τάραβε η μοδίστρα κι άλλα τάραβαν οι γυναίκες μοναχές τς, όπως-όπως.152

150. Συν. με τον Γ. P., σ. 1.

151. Συν. με την Π. Λ., σ. 5.

152. Συν. με την Π. Μ., σ. 30.

Σελ. 122
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/123.gif&w=600&h=915

Τα παπούτσια αποτελούσαν είδος πολυτελείας για τα παιδιά και η υπόδηση των τελευταίων πηγή άγχους για την οικογένεια. Το παιδικό πόδι μεγάλωνε γρήγορα ενώ συγχρόνως τα παιδιά έπαιζαν, σκάριζαν, κινούνταν έντονα στην ύπαιθρο, σε δύσβατα μονοπάτια και απότομες πλαγιές, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται τα παπούτσια, τα οποία, αντίθετα με τα ρούχα, ήταν αδύνατο ή πολύ δύσκολο, να επιδιορθωθούν. Όσες οικογένειες είχαν 4-5 ή περισσότερα παιδιά153 αντιμετώπιζαν φυσικά ακόμη οξύτερο πρόβλημα. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία τα παιδιά, όπως και οι ενήλικες, φορούσαν τα ευπαθή και γι' αυτό ευτελή «γουρνοτσάρχα», παπούτσια δηλαδή από το δέρμα των χοίρων που σφάζονταν στο χωριό τα Χριστούγεννα. Όσα παιδιά είχαν τη δυνατότητα απέφευγαν να φορούν γουρνοτσάρουχα στο σχολείο ή την εκκλησία και φορούσαν ένα ζευγάρι παπούτσια. Τους ζεστούς μήνες του χρόνου, στο σπίτι και στα χωράφια, τα παιδιά προτιμούσαν να κυκλοφορούν ξυπόλητα, εφόσον το επέτρεπε το έδαφος -δεν είχε δηλαδή πολλά αγκάθια- και το ίδιο πρέπει να ίσχυε για τους ενήλικες αλλά σε μικρότερο βαθμό (όταν δεν ήταν εκτεθειμένοι σε κοινή θέα). Φαίνεται όμως ότι μέχρι το 1920 περίπου υπήρχαν και πολλά παιδιά που πήγαιναν στο σχολείο ξυπόλητα, ιδιαίτερα όταν ο καιρός ζέσταινε. Φαίνεται, ακόμη, ότι περίπου μέχρι το 1915 και αργότερα στις οικογένειες των τσοπάνηδων τα «καλά» παπούτσια που αγόραζαν στα παιδιά ήταν τα τσαρούχια από δέρμα βοδιού, τα κλασικά δηλαδή τσαρούχια με τη φούντα, τα λεγόμενα «τεμπέλικα», απομεινάρι του παρελθόντος.154

Η δυνατότητα αγοράς ή παραγγελίας ενός ζεύγους παπουτσιών χάραζε μια κοινωνικά διαχωριστική, αν και αχνή, γραμμή ανάμεσα στα παιδιά:

Όταν ήταν κρύο φκιάναμε λίγα γουρνοτσάρουχα τότε και τα βάναμε, αλλά μετά... Τελείως ξυπόλητα! Δεν ήμαν μόνο εγώ. Και του σχολείου τα παιδιά ξυπόλτα. Όχι όλα τα παιδιά. Ήταν κόσμος που είχε, είχε κάτι και τα πόδενε τα παιδιά, ενώ εμείς τα τσοπανούδια που ήμασταν, ήμασταν ξυπόλτα. .. Δεν ήταν και κανένας βολεμένος. Κι εκείνα (τα παιδιά) που ήταν βολεμένα πρόχειρα παπούτσια είχαν.155

Πάντως σε μια κοινωνία εξισωτικού χαρακτήρα δεν ήταν υποχρεωτικά ευχάριστο για τα λίγα παιδιά που είχαν τη δυνατότητα να φορούν «κανονικά» παπούτσια να διαφέρουν από τα υπόλοιπα. Για τη μοναχοκόρη και μοναχοπαίδι του καθηγητή του Ελληνικού σχολείου το ό,τι δε φορούσε γουρνοτσάρουχα ήταν για παράδειγμα οδυνηρό. Έπειτα από επίμονη απαίτηση της, η γιαγιά της τής έφτιαξε ένα ζευγάρι, το οποίο όμως επιτρεπόταν να φορά μόνο στο σπίτι: Άρα

153. Βλ. Πίνακα 2.

154. Συν. με τον Γ. Π., σ. 22' Συν. με τον Χ. Μ., σ. 4, 9' Συν. με τον Μ. Μ. και την Κ. Μ., σ. 15.

155. Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 2.

Σελ. 123
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/124.gif&w=600&h=915

για την οικογένεια τα υποδήματα του παιδιού αποτελούσαν τεκμήριο και έκφραση της υψηλής κοινωνικο-οικονομικής θέσης της στο χωριό. Η Π. Α., ωστόσο, έπαιρνε κρυφά μαζί της τα γουρνοτσάρουχα και τα φορούσε στο δρόμο για το σχολείο.156 Το καλοκαίρι, όταν έπαιζαν ή σκάριζαν, όλα τα παιδιά επιδίωκαν να είναι ξυπόλητα. Η «ξυπολησιά» σε χώρους στους οποίους παρευρίσκονταν μόνο παιδιά, χώρους τελικά ελεύθερης έκφρασής τους, δε συνιστούσε τεκμήριο κοινωνικής κατωτερότητας στην κυρίαρχη νοοτροπία του χωριού, ακόμη κι όταν επρόκειτο για παιδιά δασκάλων: «...η αδυναμία μας ήταν τα παπούτσια, δε θέλαμε παπούτσια. Θέλαμε να περπατάμε ξυπόλητοι το καλοκαίρι. Μόλις τελείωνε το σχολείο τα παπούτσα μπαίναν στην πάντα και τα ξαναφοράγαμε όταν αρχίναγε το σχολείο πάλι. Ξυπόλητοι κάτω. Αλλά σκλήρυνε κάτω η πατούσα». Οι γονείς μπορεί να έφερναν τις αντιρρήσεις τους αλλά σε καμιά περίπτωση δεν απαγόρευαν στα παιδιά να περπατούν ξυπόλητα.157 Δεν υπήρχε άλλωστε πάντοτε η δυνατότητα να έχουν γουρνοτσάρουχα όλα τα παιδιά μιας οικογένειας, επειδή τα γουρνοτσάρουχα ήταν ευπαθή (δεδομένων μάλιστα των εδαφικών και καιρικών συνθηκών στα ορεινά) αλλά και δε διατηρούνταν μεγάλο διάστημα. Εξάλλου, οι περισσότερες οικογένειες δε μπορούσαν να συντηρήσουν πάνω από ένα χοίρο το χρόνο, ενώ υπήρχαν και οικογένειες που δεν κατόρθωναν κάθε χρόνο να αγοράσουν και να εκθρέψουν έναν. Για τα παιδιά, των οποίων οι γονείς δε διέθεταν αρκετά χρήματα να αγοράσουν/να παραγγείλουν ένα ζευγάρι παπούτσια, το πρόβλημα ήταν οξύ: «Πού να τα βρεις τα γουρνοτσάρουχα; Τα γουρνοτσάρουχα είναι το χειμώνα. Είναι το χειμώνα τα γουρνοτσάρουχα. Κι όταν ήταν, ποιος να πρωτοφορέσει, ποιος...».158

Η κοινωνική διαφοροποίηση εκφραζόταν, όπως θα πούμε και παρακάτω, στο σχολείο και την εκκλησία, δηλαδή στους χώρους δημόσιας εμφάνισης των χωριατόπαιδων. Η οικονομική ανέχεια έβρισκε την έκφρασή της στην έλλειψη υποδημάτων για τα παιδιά, και η έλλειψη με τη σειρά της εμπόδιζε την καθολική συμμετοχή μιας οικογένειας στη ζωή της κοινότητας. Παραθέτω, χωρίς άλλα σχόλια, τη συγκλονιστική ιστορία που μου αφηγήθηκαν ο Μ. Μ., τσοπάνης και γιος τσοπάνη, και η γυναίκα του:

Μια φορά η μάνα τ' (του Μ. Μ.) δεν είχε παπούτσια να φορέσει στα παιδιά να τα μεταλάβει, και μετά έπρεπε να πάει πίσω να ποδέσει τ' άλλα. Κι όσο να πάει πήγανε ξυπόλτα κοντά τς ... Αυτό πιάστο, είναι πολύ σημαντικό. Έχς πέντε παιδιά τώρα και να πας στην εκκλησία, γιατί δεν είχες κι άλλα παπούτσια, να πας τα μισά μέσα να τα κοινωνήσεις, και να τα βγάζεις κείνα έξω να βάλουν τα παπούτσια τ' άλλα. Επειδή δε νόγαγαν όμως,

156. Τετράδιο Σημειώσεων, σ. 1.

157. Συν. με τον Θ. Α., σ. 13.

158. Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 2.

Σελ. 124
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/125.gif&w=600&h=915

πήγαν και τ' άλλα ενώ η μάνα ήταν μέσα, ξυπόλτα ... Ντρέπεσαν εσύ σα μάνα.159

Ας σημειωθεί ότι η εξασφάλιση υποδημάτων για τα παιδιά αποτελούσε βασικό πρόβλημα για τα φτωχότερα στρώματα σε άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες την ίδια εποχή (ένα ζευγάρι παπούτσια ήταν μάλιστα συνηθισμένη αμοιβή για τα παιδιά που έβοσκαν τα κοπάδια των αγροτών στην Αυστρία κατά τη διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού).160

3. ΟΙΚΙΑΚΟΣ ΧΩΡΟΣ

Η κατοικία παίζει βασικό ρόλο στη ζωή μιας οικογένειας. Το μέγεθος, η σύνθεση, η ποιότητά της μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την ψυχολογία των μελών της οικιακής ομάδας και κατά συνέπεια τις μεταξύ τους σχέσεις.161 Επιπλέον, η χρήση των διαθέσιμων χώρων δεν υπαγορεύεται μόνο από πρακτικούς λόγους αλλά αντανακλά και το πολιτισμικό υπόστρωμα των ανθρώπων. Η θέση και η κίνηση των παιδιών στον οικιακό χώρο αντανακλά επομένως, ως ένα βαθμό, τη θέση και το ρόλο τους στην οικογένεια και τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο, επηρεάζει τις σχέσεις τους με τα άλλα παιδιά και τους ενήλικες και τελικά τη συναισθηματική τους ανάπτυξη.

Ας μη φανταστούμε όμως ένα χωριό ενιαίο, με σπίτια στα οποία τα παιδιά κατοικούν όλη τη διάρκεια του χρόνου. Με τη λέξη «χωριό» οι άνθρωποι εννοούν πράγματι, κατ' αρχήν, αυτή την κεντρική συστάδα των 200 περίπου σπιτιών, τα οποία απλώνονται πάνω και κάτω από την εκκλησία, το σχολείο, την πλατεία. Μέσα από τη συζήτηση γίνεται όμως φανερό ότι στην οικονομική και τελικά και στην πραγματική, οικιστική του διάσταση, το χωριό καταλαμβάνει ένα μεγαλύτερο χώρο: περιλαμβάνει και τις περιοχές εκείνες, όπου βρίσκονται τα «κτήματα», περιοχές που απλώνονται σε απόσταση ακόμη και 10 χλμ. έξω από τα όρια του κεντρικού οικισμού.

Στο παράδειγμά μας, και προφανώς σε ανάλογα παραδείγματα, κατοικία μιας οικογένειας δεν είναι αποκλειστικά το σπίτι στον κεντρικό οικισμό. Κατά την περίοδο των αγροτικών εργασιών, την εποχή του οργώματος, του θέρου, του τρύγου, ορισμένα μέλη της οικογένειας κατοικούν για μερικές εβδομάδες σε πρόχειρα οικήματα στην περιοχή έξω από το χωριό, όπου βρίσκονται τα κτήματα, στις λεγόμενες «ταράτσες», πρόχειρα κτίσματα από ξύλα και καλά συμπιεσμένο (πατημένο) χώμα, ή και σε καλύβια, που ήταν απλά αλλά «αρ-

159. Συν. με την Κ. Μ. και τον Μ. Μ., σ. 10.

160. Βλ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule, ό.π., σ. 81, 82.

161. Rosenbaum, Proletarische Familien, ό.π., σ. 165.

Σελ. 125
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/126.gif&w=600&h=915

αρμωμένα» οικήματα με πέτρινους τοίχους.162 Αυτό σημαίνει ότι μια οικογένεια διασπάται και επανενώνεται κατά διαστήματα και επομένως ότι το οικογενειακό περιβάλλον των παιδιών (με τη στενή του έννοια πάντοτε) μεταβάλλεται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Τα παιδιά των τσοπάνηδων, τα «τσοπανούδια», περνούσαν, όπως και οι γονείς τους, πολύ μεγάλα διαστήματα έξω από το χωριό, στις ταράτσες. Οι περισσότεροι τσοπάνηδες διέθεταν σπίτια στον κεντρικό οικισμό αλλά η κτηνοτροφία επέβαλλε, όπως έχουμε αναφέρει, τη μακρά παραμονή τους έξω από το χωριό, στα μαντριά, καθώς και την εποχική μετακίνησή τους σε μικρές αποστάσεις στην ευρύτερη περιφέρεια του χωριού για να εξασφαλίσουν την τροφή των ζώων. Ας μη λησμονούμε άλλωστε, ότι υπήρχε και ένας μικρός αριθμός «χωριανών», που ενώ δεν ήταν κτηνοτρόφοι κατοικούσαν μόνιμα σε καλύβια εκτός του κεντρικού οικισμού, προφανώς επειδή δε διέθεταν σπίτι στον κεντρικό οικισμό.

Πριν αρχίσει η έξοδος προς την Αμερική οι περισσότερες οικογένειες κατοικούσαν σε μονώροφα σπίτια με δύο δωμάτια, που ονομάζονταν «χαμοκέλες».163 Στον ένα χώρο κατοικούσε η οικογένεια, στον άλλο έβαζαν τα ζώα και το κλαρί (τα κλαδιά) που συνέλεγαν για να τα ταΐζουν κατά τους χειμερινούς μήνες. Ο χώρος, ο οποίος προοριζόταν για τα ζώα, ήταν συχνά χωρισμένος σε δύο τμήματα, για να μην κινδυνεύουν οι γίδες από το μουλάρι. Χάρη στα εμβάσματα από την Αμερική οι περισσότεροι απέκτησαν διώροφα σπίτια («ανωκάτωγα»164) και πολλοί ένα δεύτερο ή και τρίτο τζάκι στον επάνω όροφο του σπιτιού, ο οποίος αποτελείτο συνήθως από δύο δωμάτια. Παιδιά μεταναστών θυμούνται έντονα τη βελτίωση των οικιστικών συνθηκών χάρη στα εμβάσματα ή στα χρήματα που έφερε μαζί του ο πατέρας από την Αμερική. Άλλωστε οι περισσότεροι μετανάστες επένδυαν ένα μεγάλο ή και το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που κέρδιζαν ή είχαν κερδίσει στην Αμερική στην οικοδόμηση ή τη βελτίωση των σπιτιών τους στο χωριό - επενδύσεις σημαντικές

162. Συν. 4 με την Π. Γ., σ. 34. Για τα είδη των καλυβιών και τις ταράτσες στην περιοχή της Λρτοτίνας πβ. Λουκόπουλος, Αιτωλικαί Οικήσεις. Σκεύη και Τροφαί, ΑθήναΓιάννινα 1984 (α' έκ., Αθήνα 1925), σ. 35-40.

163. Ο Λουκόπουλος χρησιμοποιεί τον όρο «χαμόγειο» για το σπίτι που αποτελείται από ένα μόνο δωμάτιο (Λουκόπουλος, Αιτωλικαί Οικήσεις, ό.π., σ. 23).

164. Υπάρχουν διάφοροι τύποι τέτοιων σπιτιών, από τους οποίους οι βασικοί είναι αφενός τα στενόχωρα «μονόσπιτα» με έναν χώρο στο κατώγι και έναν στο ανώγι και τα μάλλον στενόχωρα «στερφογάλαρα» με μονό κατώγι και δύο χώρους στο ανώγι αντίστοιχα, αφετέρου τα ευρύχωρα «στερφογάλαρα με διπλό κατώγι» και τα «ντιβέτικα» σπίτια με δύο σχετικά άνετους χώρους τόσο στο κατώγι, όσο και στο ανώγι (Κ. Κοντζέλος, «Η Λαϊκή Αρχιτεκτονική των Ορεινών Οικισμών», εφ. Το Κροκύλ(ε)ιο, αρ. φ. 87 (2002), σ. 7). Πβ. την ανάλογη τυπολογία που παρουσιάζει ο Λουκόπουλος για τις κατοικίες στην Αρτοτίνα, χωριό κι αυτό της ορεινής Δωρίδας (Λουκόπουλος, Αιτωλικαί Οικήσεις, ό.π., σ. 3-35). Η περιγραφή μου βασίζεται επίσης στις πληροφορίες που μου έδωσαν οι χωριανοί αλλά και σε επιτόπια παρατήρηση.

Σελ. 126
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/127.gif&w=600&h=915

για την καθημερινότητα των αγροτικών οικογενειών, αλλά αντιπαραγωγικές για τη γεωργική οικονομία και αντικείμενο έντονης κριτικής από τους ειδήμονες διανοούμενους της εποχής, όπως ο Καραβίδας και ο Κρίκος.165 Σε μία περίπτωση ο συνομιλητής, σε ηλικία δέκα, δώδεκα χρονών συμμετείχε ο ίδιος στην επέκταση, στο «αβγάτισμα» του σπιτιού.166 Ορισμένες εύπορες οικογένειες κατοικούσαν σε τετράγωνα σπίτια, με τρία δωμάτια στο ανώγι και δύο χώρους στο κατώγι" τέτοια σπίτια συναντά κανείς ακόμη διατηρημένα στο χωριό. Τα ζώα, τα «πράματα», τα έβαζαν στο κατώγι που χρησιμοποιούνταν και ως αποθήκη. Μετά την οικοδόμηση δεύτερου ορόφου ορισμένες λιγότερο ή περισσότερο εύπορες οικογένειες συνέχισαν να χρησιμοποιούν το ένα δωμάτιο στο κατώγι ως καθιστικό και χώρο για το μαγείρεμα, μεταφέροντας τα οικόσιτα ζώα σε πρόχειρα κτίσματα στην αυλή. Οπωσδήποτε η επέκταση των σπιτιών έδωσε τη δυνατότητα να χρησιμοποιούνται διαφορετικά δωμάτια για διαφορετικούς σκοπούς, αλλά τα δωμάτια παρέμειναν πολυλειτουργικά. Έτσι φαίνεται ότι στο «δωμάτιο του μουσαφίρη» στο ανώγι, ή στην «κουζίνα» στο κατώγι κοιμόνταν συχνά, ανάλογα με τις ανάγκες, και ορισμένα μέλη της οικογένειας.167 Φυσικά στις ταράτσες, όπου περνούσαν τον περισσότερο καιρό οι οικογένειες των κτηνοτρόφων, όλες οι λειτουργίες του σπιτιού συγκεντρώνονταν σε ένα δωμάτιο.

Το ορεινό κλίμα, οι περιορισμένες δυνατότητες θέρμανσης των εσωτερικών χώρων, το μέγεθος των οικογενειών και η ανάγκη συντήρησης ζώων στο πλαίσιο της οικονομίας αυτοκατανάλωσης υποχρέωναν όλα, ή τα περισσότερα μέλη μιας οικογένειας, να μοιράζονται τους ίδιους χώρους για να γευματίσουν, να αναπαυτούν ή να κοιμηθούν. Παιδιά και ενήλικες κινούνταν κατά βάση στον ίδιο χώρο, ιδιαίτερα το χειμώνα, όταν λόγω του κρύου ήταν υποχρεωμένοι να περιοριστούν στα δωμάτια εκείνα, τα οποία θερμαίνονταν με τζάκι. Δεν υπήρχε παιδικό δωμάτιο, αυτή η έννοια απουσίαζε. Μία και μοναδική εξαίρεση είναι η περίπτωση της Π. Α., κόρης ενός καθηγητή του Σχολαρχείου, η οποία γεννήθηκε το 1917 και ήταν μοναχοπαίδι. Εκείνη είχε δικό της υπνοδωμάτιο. Βέβαια εδώ χρησιμοποιώ τον όρο καταχρηστικά και ελλείψει άλλου: δε συνάντησα τον όρο «υπνοδωμάτιο» στις συζητήσεις μου με τους χωριανούς κι αυτό προφανώς αντανακλά την πολυλειτουργικότητα των χώρων.

Συνήθως τα παιδιά κοιμόνταν στο ίδιο δωμάτιο με τους ενήλικες, ιδίως το χειμώνα, στο λεγόμενο «χειμωνιάτικο», δωμάτιο το οποίο θερμαινόταν. Ακόμη

165. Καραβίδας, Αγροτικά..., ό.π., σ. 461 (όπου γίνεται λόγος για «ιδιωτικά σπίτια δυσανάλογα με την τοπική οικονομία και άχρηστα εις την εργασία των χωρικών»)' Α. Κρίκος, «Η Μετανάστευσις. Πλεονεκτήματα. Μειονεκτήματα. Συνέπειαι», Αθήναι 1950, και στο Α. Κρίκος, Μελέτες Β'..., ό.π., σ. 59-81, σ. 70 [«το έτοιμον χρήμα διηυκόλυνε (...) την ανάρμοστον προς το περιβάλλον πολυτέλειαν»].

166. Συν. με τον Γ. Π., σ. 13.

167. Συν. με την Π. Κ., σ. 3' Συν. με την Μ. Ν., σ. 16-18' Συν. με τον Χ. T., σ. 4,5.

Σελ. 127
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/128.gif&w=600&h=915

και όταν υπήρχε δεύτερο τζάκι η οικογένεια κοιμόταν συγκεντρωμένη στο χειμωνιάτικο, προφανώς για να εξοικονομηθούν ξύλα. Το καλοκαίρι, όπου αυτό ήταν δυνατό, παιδιά και ενήλικες κοιμόνταν σε διαφορετικά δωμάτια. Όταν ο καιρός ήταν ζεστός, ορισμένα μέλη της οικογένειας κοιμόνταν στη λόντζα, το σκεπαστό εξώστη που βρισκόταν στο ανώγι. Πάντως, τουλάχιστον στις περιπτώσεις που μελέτησα, τα μέλη της οικογένειας, ακόμη και όταν κοιμόνταν στο ίδιο δωμάτιο, διαχωρίζονταν κατά γενιές και κατά φύλο: οι ενήλικες κοιμόνταν χωριστά από τα παιδιά και τα αγόρια χωριστά από τα κορίτσια.

Σε ορισμένες, λιγότερο ή περισσότερο εύπορες οικογένειες οι γονείς είχαν το δικό τους υπνοδωμάτιο όλο το χρόνο, ενώ τα παιδιά κοιμόνταν σε άλλο δωμάτιο, που, κατά περίπτωση, το μοιράζονταν με τους παππούδες τους. Στην οικογένεια της Π. Κ. λ.χ., της οποίας ο πατέρας είχε μπακάλικο, ταβέρνα και αποδοτικά κτήματα, «στο δωμάτιο το χειμωνιάτικο είχαν ένα κρεβάτ' οι γερόντοι», ενώ τα παιδιά έστρωναν «χάμω εδώ δίπλα στη γωνιά... στ' άλλο ήταν ο πατέρας κι η μάνα».168 Στο κατώγι βρισκόταν η κουζίνα και το καθιστικό, ενώ τα οικόσιτα ζώα διέμεναν σε άλλα πρόχειρα κτίσματα στην αυλή.

Όταν παιδιά και ενήλικες μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο, γονείς και παππούδες κοιμόνταν χωριστά από τα παιδιά, με εξαίρεση τα πολύ μικρά, για τα οποία έχουμε μαρτυρίες ότι συχνά κοιμόνταν δίπλα στους γονείς,169 προφανώς για να μη δημιουργηθούν προβλήματα τη νύχτα. Πάντως η ξεχωριστή κούνια που προοριζόταν για το βρέφος (στο Κροκύλειο, όπως σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, χρησιμοποιούνταν οι δύο τύποι ξύλινης κούνιας, η αεροκούνια, το λεγόμενο «μπισίκι», και η κούνια εδάφους, η λεγόμενη «σαρμανίτσα») δηλώνει τη φροντίδα για το νεογέννητο και την ξεχωριστή θέση του μέσα στον οικιακό χώρο.170

Τα αγόρια κοιμόνταν σε διαφορετικές «μεριές» από τα κορίτσια: «Τα παιδιά (αγόρια) κοιμάνταν απ' τν άλλ' μεριά. Εδώ ήταν το τζάκ'. Από κει απ' τν πέρα μεριά ήταν τα παιδιά... Από δω κοιμάταν η μάνα μου, ο πατέρας μου, από δω ... ήμασταν ... τα κουρίτσα, ναι ... ήταν χώρια τα παιδιά...».171 Την κατάσταση διευκόλυνε το γεγονός ότι τα αγόρια ακολουθούσαν λιγότερο ή περισσότερο διαφορετικούς δρόμους από τα κορίτσια: άλλα (από σχετικά εύπορες οικογένειες) 14 χρονών περίπου πήγαιναν στην Άμφισσα ή στο Λιδωρίκι για να φοιτήσουν στο Γυμνάσιο, ενώ άλλα (οι γιοι των τσοπάνηδων) απασχολούνταν από τα 10, ή τα 12 χρόνια τους ολοκληρωτικά στην κτηνοτροφία και διανυκτέρευαν στο μαντρί.

168. Συν. με την Π. Κ., σ. 3.

169. Συν. με την Π. Γ., σ. 24' Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 12.

170. Ό.π. υποσ. 13. Επίσης Συν. με την Μ. Ν., σ. 18. Στα χωράφια είτε έστηναν πρόχειρα μπισίκια, συνήθως κρεμώντας ένα υφαντό ανάμεσα στα κλαδιά ενός δένδρου, είτε αναποδογύριζαν τα σαμάρια των μουλαριών (τα «γμαρουσάμαρα») τα έστρωναν με υφαντά και τοποθετούσαν μέσα τα βρέφη.

171. Συν. 4 με την Π. Γ., σ. 24.

Σελ. 128
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/129.gif&w=600&h=915

Διαχωρίζοντας αδέλφια που ανήκουν σε διαφορετικό φύλο κατά τη διάρκεια του ύπνου η οικογένεια επεδίωκε να ελέγχει τη σεξουαλικότητα των μελών της. Από τη στιγμή όμως που κατ' ανάγκη παιδιά και ενήλικες μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο, τα παιδιά γίνονταν αναπόφευκτα σιωπηλοί μάρτυρες ερωτικών επαφών. Υπάρχει μόνο μία σχετική μαρτυρία, αλλά νομίζω ότι αυτό οφείλεται στη δυσκολία με την οποία συνομιλήτριες και μάλιστα, εξαιτίας του φύλου μου, συνομιλητές εκφράζονταν ανοιχτά για παρόμοια ζητήματα:

Το σπίτι είχε δυο δωμάτια. Το ένα το δωμάτιο ήταν από πάνω με ξυλάκια και με λάσπη... είχαμε χει ένα τζάκ'. Ανάβαμε φωτιά. Το άλλο ήτανε με πλάκα από πάνω (σχιστόλιθο;) κι άμα πάαινες εκεί το χειμώνα πάγωνες, άμα κοιμόσουν εκεί μέσα. Το καλοκαίρ' κοιμόμασταν εκεί. Στρωματσάδα κάτω... Ο πατέρας κι η μητριά στην άκρ' από χει και μεις από δω... Ήμασταν μικρά ακόμα. Εγώ κάτ' καταλάβαινα αλλά δε μίλαγα καθόλου (γέλια) Ναι, γιατ' ήμαν δέκα χρονώ, κοτζάμ κορίτσ'.172

Νομίζω πως η στενότητα του εσωτερικού χώρου στον οποίο κινούνταν τα μέλη της οικογένειας υπαγόρευε, ως ένα βαθμό, την αυστηρότητα με την οποία οι αγροτικές μικρο-κοινωνίες διαχώριζαν τα δύο φύλα και τον έλεγχο που ασκούσαν στη σεξουαλικότητα - ζητήματα τα οποία θα θίξουμε εκτενέστερα σε άλλες ενότητες.173

Τα παιδιά, όπως και οι μεγάλοι, κοιμόνταν συνήθως κατάχαμα, στο σανιδένιο ή, καμιά φορά, χωμάτινο πάτωμα, στη σειρά, επάνω σε υφαντά «ρούχα» (όπως αποκαλούνται), σε βελέντζες ή τσέργες ή τσόλια που χρησίμευαν και για σκεπάσματα174 και σε μάλλινα προσκέφαλα. Κρεβάτια χρησιμοποιούνταν σε ελάχιστες σχετικά εύπορες οικογένειες - από το υλικό μου, στις οικογένειες δύο παντοπωλών, δύο δασκάλων, ενός καθηγητή και ενός ξυλουργού που είχε συγκεντρώσει ένα σεβαστό ποσό ως μετανάστης στην Αμερική. Τα κρεβάτια αυτά ήταν συνήθως υποτυπώδη, κατασκευασμένα από σανίδια ή «ράτζους». Σε κρεβάτια κοιμόνταν κατά προτίμηση ενήλικες,175 γεγονός που αντανακλά την κατώτερη θέση των παιδιών στην οικογενειακή ιεραρχία. Σε μια περίπτωση όμως τα δύο κρεβάτια -το ένα μονό, το άλλο διπλό- προορίζονταν

172. Ό. π., σ. 4. Επίσης, Συν. με την Α. Σ., σ. 5' Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 11.

173. Σε μελέτες προφορικής ιστορίας για τη ζωή εργατικών οικογενειών στη Γερμανία και την Αυστρία, έχει μάλιστα υποστηριχθεί ότι η γενικότερη απουσία εκδηλώσεων τρυφερότητας μεταξύ των μελών της οικογένειας αποτελούσε και μια αντίδραση στη στενότητα του χώρου μέσα στον οποίο κινούνταν (Rosenbaum, Proletarische Familien..., ό.π., σ. 185, όπου και άλλες παραπομπές).

174. Από τις μαρτυρίες σχηματίζει κανείς την εντύπωση ότι τα συγκεκριμένα υφαντά τα χρησιμοποιούσαν και ως στρώματα και ως σκεπάσματα. Ο Λουκόπουλος, μιλώντας για την Ευρυτανία, τα αναφέρει μόνο ως σκεπάσματα (Δ. Λουκόπουλος, Πώς υφαίνουν και ντύνονται ..., ό.π., σ. 31-34).

175. Συν. με την Π. Κ., σ. 3' Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 11' Συν. 4 με την Π.Γ., σ. 24.

Σελ. 129
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/130.gif&w=600&h=915

νταν για τον πατέρα και τους μεγαλύτερους γιους. Η μητέρα με τα κορίτσια κοιμόνταν στο πάτωμα.176 Πρόκειται για μια διαφυλική κατανομή του χώρου που εκφράζει την ανώτερη θέση των ανδρών μέσα στην οικογένεια. Δεν έχω άλλα ανάλογα παραδείγματα αλλά μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι, εφόσον υπήρχε κρεβάτι, αυτό προοριζόταν κατ' αρχήν για τον παππού ή τον πατέρα.

Η στενότητα του χώρου και η αναγκαστική συνεύρεση στον ίδιο χώρο ενίσχυε το αίσθημα συλλογικότητας και αλληλεγγύης μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, αλλά ευνοούσε προστριβές και διαμάχες. Ο ύπνος στη σειρά και στον ίδιο χώρο είχε επομένως θετικές και αρνητικές πλευρές για την οικογενειακή ζωή. Συνέβαλε οπωσδήποτε στη σύσφιξη των δεσμών των μελών μιας οικογένειας, πρόσφερε στα παιδιά ένα αίσθημα ασφάλειας και συντελούσε στην ανάπτυξη σχέσεων στοργής μεταξύ παιδιών και ενηλίκων. Είναι άραγε τυχαίο ότι ο συνταξιούχος δάσκαλος Χ. T., ο οποίος είχε μεγάλη αδυναμία στη μητέρα του, κοιμόταν δίπλα της όταν ήταν παιδί; «Δίπλα στη μάνα. Εκεί μεγάλωσα εγώ. Βέβαια».177 Αλλά και ανάμεσα στ' αδέλφια αναπτύσσονταν σχέσεις στοργής. Ο τσοπάνης Μ. Μ., μια μέρα μετά τη συνομιλία μας, με συνάντησε στο δρόμο και μου μίλησε αυθόρμητα και με έκδηλη τρυφερότητα για τη μικρότερη αδελφή του, στην οποία το μπράτσο του χρησίμευε για προσκεφάλι όταν ήταν παιδιά. Ορισμένες φορές -κυρίως στις ταράτσες, οι οποίες δε θερμαίνονταν ικανοποιητικά— η μάνα κι ο πατέρας κοιμόνταν αριστερά και δεξιά από τα παιδιά για να τα προστατεύουν από το κρύο:

Τότε δεν είχε κρεβάτια κι αυτά. Τότε στρώναμε ίνα τσόλ' καταή, μια βελέτζα από πάν' κι από κείνες τς μάλλινες και τρυπάγαμε (τρυπώναμε) όλ' από κάτ και κοιμόμασταν. ...Οι γονείς, ο ένας στη μια άκρη, ο άλλος στην άλλη. Κι εμείς τα πιτσιρίκια όλα στη μέση, μας βάναν στη μέσ' να μην κρυώσουμε. - Στο σπίτ' όποτε ήμασταν πολλοί, είχε μια τσεργοπούλα, ξέρς φλοκάτ', η μάνα μ' πολύ μεγάλ'. Στρώναμε καταή ό,τ' είχαμε ρούχα, πότε βάζαμε και κάνα στρώμα και κοιμόμασταν όλ', και οι πέντε... και ο ένας απ' τη μια μεριά κι ο άλλος απ' την άλλ', έβαναν τα παιδιά τότε στη μέσ' για να μην κρυώνουνε.™

Ταυτόχρονα όμως ανέκυπταν διάφορα προβλήματα. Ιδιαίτερα προβλήματα πρέπει να προκαλούσε η νυχτερινή ενούρηση ορισμένων παιδιών: «Ο αδελφός μ' ο παπάς κατουριόταν. Σηκωνόμασταν όλα βρεμένα»,179 θυμάται η Π. Κ., ενώ ένας άλλος συνομιλητής καθόταν λερωμένος κι ακίνητος για να μην τον πάρει είδηση ο πατέρας του με τον οποίο κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι.180 Φυσικά, λόγω έλλειψης

176. Συν. με τον Θ. Α., σ. 22.

177. Συν. με τον Χ. T., σ. 5. Επίσης, Συν. με τον Αρ. Μ., σ. 9' Συν. με την Ε. Ζ. και το Ν. Ζ., σ. 12.

178. Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 3' Συν. με τον Μ. Μ., σ. 6.

179. Συν. με την Π. Κ., σ. 7.

180. Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 12.

Σελ. 130
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/131.gif&w=600&h=915

αποχετευτικού συστήματος, τα υποτυπώδη αποχωρητήρια —κατά κανόνα ένας βαθύς λάκκος με δυο φαρδιές σανίδες σε απόσταση μεταξύ τους από πάνω, περιφραγμένος με κλαδιά ή σανίδες181- βρίσκονταν εκτός σπιτιού, σε μια γωνιά του κήπου, αν και οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τσίγκινα σκεύη ως δοχεία νυκτός. Πόση κατανόηση έδειχναν άραγε οι γονείς για τη νυχτερινή ενούρηση των παιδιών;182 Οι υλικές συνθήκες διαβίωσης δεν άφηναν ιδιαίτερα περιθώρια στην κατανόηση. Το περιστατικό το οποίο αφηγείται η Α. Σ. αλλά και η ερμηνεία που δίνει είναι χαρακτηριστικά:

Εδώ, η γιαγιά μου η Πολύτω, η μάνα του πατέρα μου είχε εννέα παιδιά (η ίδια η Α. Σ. είχε μόνο έναν αδελφό) και τα είχε όλα κάτου. Ένα κατουρήσκε λοιπόν. Το παιδί μεγάλο αλλά κατουρήσκε. Κι έκλαιγε το πρωί και δεν ξεκουκουλωνόταν απ' το τσόλ«Σήκ' απάν', ρε Κώστα», του λέει, «να δούμε τι θα γίν' απόψε. «Ξέρς», λέει, «ήρθ' ο Νίκος και κατούρσε μες το βρακί μου». Έβαζε τον αδελφό του, πως πήγ' ο άλλος και κατουρήσκε. Για να γλιτώσ' το ξύλο. Δεν είχαν κι άλλο παντελόνι να το βάλουνε, ρε παιδάκι μ'. Το νομίζς; Το πλέναν εκείνο το βράδ' και το βάζαν... Πώς, με τι ρούχα ν' αλλάξουν; Το στεγνώναν, στο τζάκι, στα ξύλα το στέγνωναν, να το φορέσ' το πρωί, να πάει σχολείο.183

Για να κοιμηθούν πολλά άτομα στον ίδιο χώρο χρειαζόταν πειθαρχία και αλληλοσεβασμός. Ανάμεσα στα παιδιά ξεσπούσαν μικροδιαμάχες, κυρίως όταν το ένα τραβούσε τα σκεπάσματα του άλλου, αλλά οι γονείς δεν άφηναν πολλά περιθώρια για συγκρούσεις:

Στρωματσάδα όλ', αγόρια, κορίτσια, όλ' καταή. Ένα βελεντζάκ' από κάτ' εκεί κι ένα χοντρότερο από πάν' να μην κρυώνουνε. Μάλλινα τα μαξιλάρια, τα είχαν απ' τον αργαλειό φκιασμένα... η μάνα κι ο πατέρας βέβαια κοιμόνταν πιο πέρα αυτοί. Εμείς τα παιδιά στρωματσάδα, ο παππούς, ο γέρος, απ' την άλλ' μεριά. ...Εδώ ήταν το τζάκ' και δίπλα. Το καλοκαίρι κοιμάταν στο μπαλκονάκ' έξω νάχ' δροσά... μαλώναμε κιόλα καμιά φορά σαν παιδιά πούμασταν. Δούλευε η μάσια ...τη μάσια έπαιρνε η μάνα και βάραγε από πάν' εκεί... Να παίζουνε τα παιδιά ή να τσακωθούνε ή αυτό ή τράβαγε ένας το τσόλ τσόλια τα λέγαμε τότεν, απ' τον άλλον, ή τράβαγε ο άλλος ξέρω γω αλλ' άμα δούλευε η μάσια καμιά φορά τάπαιρνε ο ύπνος απότομα,184

181. Στα τέλη της μεσοπολεμικής περιόδου σε ορισμένα σπίτια τοποθετούνταν πάνω από το λάκκο μια υποτυπώδης ξύλινη λεκάνη, ουσιαστικά ένα ξύλινο κιβώτιο με μια τρύπα στη μέση.

182. Στο πρόβλημα και τρόπους αντιμετώπισης του στο πλαίσιο πρακτικών θεραπευτικών μεθόδων αναφέρεται στη λαογραφική μελέτη του ο Ρηγάτος, Η υγεία του παιδιού στη λαϊκή μας παράδοση, Αθήνα-Γιάννινα 1992, σ. 114, 115.

183. Συν. 2 με την Α. Σ., σ. 2.

184. Συν. με την Α. Π., σ. 11, 12.

Σελ. 131
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/132.gif&w=600&h=915

Τα ίδια τα παιδιά άλλωστε ήταν πολύ συχνά καταπονημένα από τις δουλειές στη διάρκεια της ημέρας.

Την ίδια περίοδο στην κεντρική και τη βόρεια Ευρώπη οι συνθήκες υπό τις οποίες κοιμόνταν τα παιδιά των εργατών και των φτωχών αγροτών δε διέφεραν ουσιαστικά από αυτές στο παράδειγμα μας, και δε διέφεραν, υποθέτω, γενικότερα από τις συνθήκες στον ορεινό ελλαδικό και ευρύτερο βαλκανικό χώρο, αλλά και στα φτωχά σπίτια των αστικών κέντρων. Οι παιδαγωγοί εξέφραζαν τις ανησυχίες τους για την ηθική διάπλαση των παιδιών που κοιμόνταν όλα μαζί, αλλά οι ιστορικοί έχουν τονίσει ότι ο ύπνος στο πλευρό οικείων προσώπων πρόσφερε συχνά στα παιδιά ένα αίσθημα ασφάλειας και ενίσχυε τους οικογενειακούς δεσμούς.185

4. ΔΙΑΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΦΗ

Οι διαπροσωπικές σχέσεις και η ανατροφή των παιδιών δε λειτουργούν ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση και τις συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων. Στην προηγούμενη ενότητα διατύπωσα ορισμένα έμμεσα συμπεράσματα για τους τρόπους με τους οποίους οι οικονομικοί ρόλοι των παιδιών ή η θέση τους στον οικιακό χώρο επηρέαζαν τις σχέσεις τους με άλλα μέλη της οικογένειας και συντελούσαν στη μεταβίβαση αξιών, την εσωτερίκευση και διαμόρφωση αντιλήψεων και νοοτροπιών ως προς τη θέση και το ρόλο τους στη μικροκοινωνία ως παιδιών, ως αγοριών ή κοριτσιών, ως μελών μιας οικιακής ομάδας. Σε αυτή την ενότητα επικεντρώνομαι αφενός στις σχέσεις μεταξύ παιδιών και άλλων μελών της οικιακής αλλά και της ευρύτερης συγγενειακής ομάδας, αφετέρου σε ορισμένες όψεις της διαπαιδαγώγησης, των αξιωμάτων και αντιλήψεων που διέπουν την ανατροφή των παιδιών. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δυο όψεις του ίδιου νομίσματος: Στις σχέσεις των παιδιών με άλλα μέλη της οικιακής και της ευρύτερης συγγενειακής ομάδας αποτυπώνονται αντιλήψεις και αξιώματα σχετικά με την ανατροφή τους" μέσω αυτών των σχέσεων μεταβιβάζονται στα παιδιά αξίες, αρχές, νοοτροπίες.

Εδώ με απασχολούν κυρίως οι σχέσεις παιδιών-ενηλίκων' δεν είναι βέβαια οι μόνες που διέπουν τη ζωή στο εσωτερικό μιας οικιακής ή συγγενειακής ομάδας' αποτελούν ωστόσο εκείνες τις «αναπότρεπτα ασύμμετρες, από την άποψη της εξουσίας, του σεβασμού και της πρωτοβουλίας»186 σχέσεις, με τις οποίες

185. Rosenbaum, Proletarische Familien..., ό.π., σ. 179-187' R. Sieder, «"Vata derf i aufstehn?". Kindheitserfahrungen in Wiener Arbeiterfamilien um 1900», στο Η. Ehalt, G. Heiß, H. Stekl, (επιμ.), Glücklich ist wer vergißt? Das andere Wien um 1900, ΓκρατςΒιέννη 1986, σ. 39-90, κυρίως σ. 66 κ.εξ. ' Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule, ό.π., σ. 218.

186. S. Ν. Eisenstadt, «Ηλικιακές ομάδες και κοινωνική δομή: το πρόβλημα», μετά-

Σελ. 132
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/133.gif&w=600&h=915

μεταβιβάζεται ουσιαστικά το πολιτισμικό κεφάλαιο της παλαιότερης στη νεότερη γενιά (ως ένα βαθμό βέβαια, προπάντων μέσω του σχολείου, και η νεότερη γενιά μεταβιβάζει πολιτισμικά αγαθά στην παλαιότερη). Όπως γράφει εξάλλου ο S. Eisenstadt «η δυνατότητα αλληλεπίδρασης με άλλα άτομα, ιδιαίτερα με ενηλίκους, και η διασφάλιση μιας διαρκούς προσκόλλησης σε αυτούς συνιστούν ίσως την πιο βασική ανάγκη της ανθρώπινης προσωπικότητας».187 Οι προφορικές μαρτυρίες αποτελούν πολύτιμες και αναντικατάστατες πηγές για τις σχέσεις των παιδιών με τους γονείς, τους παππούδες, τα αδέλφια και άλλους συγγενείς τους, τις αρχές, τα μέσα και τους τρόπους με τους οποίους ανατρέφονταν τα παιδιά. Αν και οι άνθρωποι, κατά κανόνα, αποφεύγουν να αναφερθούν σε σκοτεινές πλευρές των διαπροσωπικών σχέσεων και έχουν την τάση να τις εξιδανικεύουν ή να τις ωραιοποιούν -συνειδητά, ή ασυνείδητα-, ο ιστορικός δεν κινδυνεύει να αποπροσανατολιστεί αν εξετάσει τις απόψεις των πληροφορητών με προσοχή στο πλαίσιο του συνόλου των αφηγημάτων τους.188 Οι εκδοχές και οι όψεις διαπροσωπικών σχέσεων και διαπαιδαγώγησης που παρουσιάζονται και αναλύονται εδώ, καλύπτουν φυσικά ένα μόνο μέρος του πολυπρισματικού φάσματος τους.

Α' Πρόσωπα αναφοράς189

1. Οι «γονήδες»: Ο «πατέρας» και η «μάνα»190

Σε αντίθεση με άλλες διαπροσωπικές σχέσεις στο εσωτερικό της οικογένειας, οι σχέσεις γονέων-παιδιών έχουν απασχολήσει έντονα τους ιστορικούς της παιδικής

φράση: Κ. Αθανασίου, στο Δ. Μακρυνιώτη (επιμ.), Παιδική Ηλικία, Αθήνα 1997, σ. 174-

183.

187. Eisenstadt, «Ηλικιακές ομάδες...», ό.π., σ. 179.

188. Πβ. όσα γράφει η Rosenbaum στην ερευνά της για τη ζωή εργατικών οικογενειών

στην περιοχή του Ανοβέρου κατά τον πρώιμο 20ό αιώνα (Rosenbaum, Proletarische Familien,

ό.π., σ. 27): «Αναμφισβήτητα θα πρέπει να υποθέσουμε ότι οι περισσότεροι πληροφορητές

προσπαθούσαν να δώσουν μια αρμονική εικόνα της ζωής στην οικογένεια των γονιών τους. Όμως στη διαδικασία της ίδιας της αφήγησης προέκυπταν αρκετά στοιχεία που διατάρασσαν αυτή την εικόνα και έδειχναν πως η αρμονία ήταν επιφανειακή ή και ανύπαρκτη.

189. Μεταφράζω ως «πρόσωπα αναφοράς» τον γερμανικό όρο «Bezugspersonen» που δηλώνει τα πρόσωπα με τα οποία σχετίζεται άμεσα το παιδί.

190. Από υπολογισμούς μου με βάση το Γενικό Μητρώο προκύπτει ότι στη διάρκεια του Μεσοπολέμου οι πατέρες σε ποσοστό περίπου 60% ήταν ηλικίας 26-35 ετών όταν γεννιόταν το πρώτο τους παιδί, ενώ, οι μητέρες, επίσης σε ίδιο περίπου ποσοστό, ήταν ηλικίας 21-30 ετών. Χονδρικά, κατά μέσο όρο, το μεγαλύτερο παιδί μιας οικογένειας είχε ηλικιακή διαφορά 12 ετών από το μικρότερο. Σπάνια οι νέοι γονείς ήταν κάτω από 20 ή πάνω από 45 ετών. Το ποσοστό των μητέρων ηλικίας 15-20 ετών αγγίζει το 16%, αν και συνήθως πρόκειται για κοπέλες ηλικίας πάνω από 17 ετών. Το αντίστοιχο ποσοστό για τους άνδρες δεν

Σελ. 133
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/134.gif&w=600&h=915

ηλικίας. Πολύ συχνά, ακολουθώντας το δρόμο που χάραξε ο Ariès, επιχείρησαν να προσδιορίσουν τον αιώνα που σηματοδότησε την αλλαγή στις σχέσεις αυτές, τη μεταβολή τους από εξουσιαστικές σε συναισθηματικές σχέσεις στο δυτικοευρωπαϊκό χώρο ή τουλάχιστον στο δυτικό κόσμο. Ορισμένοι επιχείρησαν να αποδείξουν τη διαχρονικότητα της αγάπης και της στοργής με την οποία οι περισσότεροι γονείς περιέβαλλαν τα παιδιά τους, αμφισβητώντας με αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά την ιστορικότητα των σχέσεων ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, τη μεταβλητότητα τους μέσα στο χρόνο.191 Οι γενικεύσεις αυτές έδωσαν αναμφισβήτητα πολύτιμο έναυσμα στην επιστημονική συζήτηση. Νομίζω ωστόσο ότι η ιστορική έρευνα έχει ωριμάσει αρκετά ώστε να προχωρήσει στη μικρο-ιστορική μελέτη του θέματος, στην εξέταση των σχέσεων γονιών-παιδιών -όπως και του συνόλου των διαπροσωπικών σχέσεων- σε επίπεδο μικροκοινωνίας.192

Δύο στερεοτυπικές γενικές απόψεις για τον πατέρα προβάλλουν από τις αφηγήσεις: Αφενός το πρότυπο του «καλού πατέρα», συνώνυμου του υπεύθυνου οικογενειάρχη που νοιάζεται για τα παιδιά του, αγωνίζεται να τους εξασφαλίσει τα προς το ζην, στέλνει, εφόσον έχει τη δυνατότητα, τα αγόρια τουλάχιστον στο γυμνάσιο, προικίζει τα κορίτσια και γενικότερα ενδιαφέρεται για τη λεγόμενη αποκατάσταση τους" αφετέρου το αρνητικό στερεότυπο του πατέρα που αδιαφορεί για την οικογένειά του, ενδιαφέρεται για την προσωπική του διασκέδαση, πίνει και σπαταλά τα χρήματά του στο χαρτοπαίγνιο, επιδεικνύει βίαιη συμπεριφορά.

Αντίθετα δεν προκύπτει από τις αφηγήσεις αντίστοιχο αρνητικό στερεότυπο για τη μάνα. Η στερεοτυπική άποψη για τη μάνα είναι θετική: Η μάνα είναι το στήριγμα της οικογένειας σε επίπεδο καθημερινό, εκείνη που φροντίζει ακούραστη τα παιδιά και χωρίς την οποία η οικογένεια διαλύεται.193 Όσοι πατέρες σκιαγραφούνται ιδιαίτερα θετικά στις αφηγήσεις, είναι άνθρωποι που όντως ερ-

υπερβαίνει το 5 %, ενώ το ποσοστό των γονέων άνω των 45 ετών όταν γεννιέται το πρώτο τους παιδί, δεν υπερβαίνει το 3% και για τα δύο φύλα.

Από τους συνομιλητές ένας έμεινε ορφανός από πατέρα μόλις γεννήθηκε (Αρ. Μ.), ένας άλλος έχασε τον πατέρα του σε ηλικία 13 ετών (Γ. Ψ.), δύο γυναίκες έχασαν τις μητέρες τους μόλις γεννήθηκαν (Γ. Σ. και Ε. Ζ.), και δύο άνδρες (αδέλφια) έχασαν τη μητέρα τους σε ηλικία 3 και 10 ετών (Ν. Ζ. και Μ. Ζ.). Ένα 15% επομένως των συνομιλητών έχασαν έναν από τους δύο γονείς τους πριν κλείσουν τα 14.

191. Για μια κριτική και εκτενή επισκόπηση της επιστημονικής συζήτησης βλ. το έργο της L. Pollock, Forgotten Children. Parent-child relations from 1500 to 1900, 6η έκδ., Cambridge 1996, σ. 1-68, η οποία με τη δική της δουλειά και τα δικά της πλέον συμπεράσματα έδωσε νέα ώθηση στον επιστημονικό προβληματισμό (υποστηρίζοντας την α-χρονικότητα των σχέσεων γονιών-παιδιών).

192. Υποδειγματική, κατά τη γνώμη μου, (παρά τις κάποιες σχηματοποιήσεις) η ανάλυση της Rosenbaum, Proletarische Familien, ό.π., σ. 231-276, για τον πατέρα στις εργατικές οικογένειες μιας μικρής πόλης της βόρειας Γερμανίας, κοντά στο Ανόβερο, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.

193. Το κοινωνικό αξίωμα της μάνας ως στηρίγματος της οικογένειας διέπει τη μελέτη

Σελ. 134
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/135.gif&w=600&h=915

εργάστηκαν για τα παιδιά τους, φρόντισαν γι' αυτά, και ανταποκρίθηκαν στις κοινωνικές προσδοκίες. Οι στερεοτυπικές εικόνες υποδεικνύουν όμως ότι αντίθετα από τη μάνα ο πατέρας, στο πλαίσιο του κυρίαρχου αξιώματος περί ανδρικής υπεροχής, είχε τη δυνατότητα να επιλέξει να μην εκπληρώσει τον κοινωνικό του ρόλο, χωρίς να κινδυνεύει να εξοστρακιστεί από την οικογένειά του και την ανδροκρατούμενη κοινωνία στην οποία ζούσε. Στην πραγματικότητα κρατούσε επομένως σε μεγάλο βαθμό το μέλλον των παιδιών του στα χέρια του.

Στις μισές περίπου περιπτώσεις που μελέτησα ο πατέρας απουσίαζε από το χωριό για πολύ μεγάλα διαστήματα. Στις περιπτώσεις αυτές ήταν αδύνατο εκ των πραγμάτων ή τουλάχιστον εξαιρετικά δύσκολο να αναπτύξουν τα παιδιά επικοινωνιακή σχέση με τον πατέρα τους.

Δεκαέξι συνομιλητές ήταν παιδιά μεταναστών και οι περισσότεροι γνώρισαν για πρώτη φορά τον πατέρα τους αρκετά χρόνια μετά τη γέννηση τους. Από τους 144 μετανάστες στις ΗΠΑ από το Κροκύλειο τους οποίους κατόρθωσα να εντοπίσω, υπολογίζω ότι περίπου το 1/4-1/3 (τουλάχιστον 40) μετανάστευσαν αφήνοντας πίσω τους παιδιά κάτω των 15 ετών.194 Κάθε επιστροφή των μεταναστών στο χωριό σήμαινε συνήθως νέα εγκυμοσύνη για τη γυναίκα τους" φεύγοντας πάλι πίσω για την Αμερική άφηναν ένα ακόμη αγέννητο ή νεογέννητο παιδί.

του Δ. Σταμέλου, Η Μάνα στην ορεινή Ρούμελη, Αθήνα-Γιάννινα 1982. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες για τον ερευνητή είναι οι σελίδες του βιβλίου που αφορούν στην προσωπική εμπειρία του συγγραφέα από τη μητέρα του και γενικότερα από την καθημερινότητα στην ορεινή Ρούμελη, επιβεβαιώνοντας ορισμένες παρατηρήσεις μου (ό.π., σ. 42 κ.εξ.). Χαρακτηριστικά σημειώνει για τη μάνα του: «Θυμάμαι πως μέσα σ' όλα αυτά, και κούραση περίσσια και πίκρα και η όποια με τη συμπεριφορά καταπίεση του πατέρα, του αφέντη, νάχει το κουράγιο να τραγουδάει...» (ό.π., σ. 44).

194. Με βάση τις εγγεγραμμένες στο Διαδίκτυο χρονολογίες άφιξης των μεταναστών στις ΗΠΑ (www.ellisisland.org) και τις χρονολογίες γέννησης που αναγράφονται στο Γενικό Μητρώο μπόρεσα να διαπιστώσω την οικογενειακή κατάσταση των μεταναστών. Ως πατέρες παιδιών κάτω των 15 ετών εμφανίζονται οι ακόλουθοι: Αρμάος Δημήτριος, 1913 (έτος πρώτης άφιξης στις Η.Π.Α.), 44 (ετών) - Ασβεστάς Δημήτριος, 1916, 39 - Ασβεστάς Ιωάννης, 1920, 37 - Ασβεστάς Παναγιώτης, 1920, 37 - Ασβεστάς Θεμιστοκλής, 1920, 29 - Γραβάνης Κων/νος, 1916, 38 - Γραβάνης Γεώργιος, 1911, 35 - Γραβάνης Γεώργιος, 1912 ή 1913, 31 ή 33 - Γραβάνης Λάμπρος, 1914, 30 - Γραβάνης Μαργαρίτης,

1913, 40 - Γραβάνης Παναγιώτης, 1916, 45 - Καπέλας Βασίλειος, 1913, 36 - Καπέλας Αναστάσιος, 1916, 50 - Καπέλας Δημήτριος, 1923, 30 - Καπέλας Κων/νος, 1920, 32 Καπέλας Μαργαρίτης, 1914, 32 - Καπέλας Κώστας, 1914, 50 - Καπέλας Δημήτριος,

1914, 18 - Καραμπέλος Αθανάσιος, 1909, 44 - Μαχάς Ιωάννης, 1912, 40 - Μπαρμπούτης Γεώργιος, 1907, 34 - Μπαρμπούτης Ιωάννης, 1907, 40, - Παγώνης Αθανάσιος, 1920, 33 - Πολυζώης Γεώργιος, 1915, 35 - Ποδιώτης Αθανάσιος, 1916, 49 - Ποδιώτης Νικόλαος, 1920, 31 - Ράπτης Παναγιώτης, 1909, 33 - Σακαρέλος Αναστάσιος, 1911, 38 - Σακαρέλος Νικόλαος, 1907, 38 - Σερέλης Κων/νος, 1909, 30 - Σερέλης Αθανάσιος, 1920, 37 Σαράμπαλος Αθανάσιος, 1907, 35 - Σαΐτης Ευθύμιος, 1906, 36 - Σαΐτης Κων/νος, 1907,

Σελ. 135
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 116
    

    κατανάλωναν μεγαλύτερες ποσότητες τροφής απ' όσο τα παιδιά, αφού χρειάζονταν περισσότερες θερμίδες. Δε μπόρεσα να διαπιστώσω διακρίσεις ως προς τη διατροφή ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια αλλά δεν αποκλείω κάτι τέτοιο' άλλωστε το καθημερινό είναι συχνά τόσο αυτονόητο, ώστε η μνήμη δυσκολεύεται να το ανακαλέσει. Εν πάση περιπτώσει, μέσω της οργάνωσης και διανομής του φαγητού τα παιδιά εσωτερίκευαν το κοινωνικό αξίωμα της ανωτερότητας των ανδρών έναντι των γυναικών.

    Γ' Κατανάλωση: Ένδυση

    Όταν σε μια κοινωνία η εμφάνιση των παιδιών διαφοροποιείται από την εμφάνιση των ενηλίκων, σημαίνει ότι η κοινωνία αυτή αναγνωρίζει και σηματοδοτεί την ύπαρξη μιας παιδικής ηλικίας με τους δικούς της ενδυματολογικούς και γενικότερα εμφανισιακούς και άλλους κανόνες. Γι' αυτό, όπως είναι γνωστό, και οι «κλασικοί» ιστορικοί της παιδικής ηλικίας (με πρωτοπόρο τον Ariès), αλλά και όσοι τους αμφισβήτησαν, χρησιμοποίησαν την παιδική ενδυμασία ως τεκμήριο αναγνώρισης ή κατασκευής μιας παιδικής ηλικίας.129

    Το 1927 ο Δημήτρης Λουκόπουλος παρατηρούσε: «Η εποχή που ζούμε είναι μια μεταβατική κατάσταση σ' όλο το φανέρωμα της ζωής μας. Περνούμε απ' τον ανατολισμό στον ευρωπαϊσμό... και στη ντυμασιά μας λοιπόν ήταν επόμενο νά' ρθει μεγάλη ταραχή και σύγχυση. Στα πιο απόκεντρα αιτωλικά χωριά βλέπεις τώρα να φοριέται το ευρωπαϊκό ένδυμα γενικά σχεδόν από τους άνδρες».130 Οι άνδρες είχαν υιοθετήσει τις γενικές επιταγές της «ευρωπαϊκής» ένδυσης από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα (αναφέρομαι πρώτα απ' όλα στο παντελόνι). Αυτό οφειλόταν κατ' αρχήν στην έντονη κινητικότητά τους λόγω της μετανάστευσης, της στρατιωτικής θητείας και της επιστράτευσης. Αρκεί να αναφέρουμε ότι 50 περίπου άνδρες από το Κροκύλειο είχαν επιστρατευθεί στους πολέμους που άρχισε να διεξάγει το ελληνικό κράτος καθώς ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος βάδιζε προς τη λήξη του, με αποκορύφωμα τη Μικρασιατική εκστρατεία, και υπήρξαν χωριανοί που επιστρατεύθηκαν στους Βαλκανικούς και αποστρατεύθηκαν μετά τη λήξη τη Μικρασιατικής εκστρατείας.131 Την περίοδο του Μεσοπολέμου υπήρχαν ακόμη φουστανελάδες στο χωριό' οι γέροντες, εκείνοι που είχαν γεννηθεί μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα ή το πολύ-πολύ μέχρι το 1870, φορούσαν φουστανέλες και βοϊδοτσάρουχα με φούντες. Οι συνομιλητές μου τους θυμούνται ντυμένους έτσι στο σπίτι -όταν επρόκειτο για τον παππού τους-, την αγορά και την εκκλησία.

    129. Βλ. Μπάδα-Τσομώκου, Ενδυματολογικοί κώδικες, ό.π., σ. 8.

    130. Λουκόπουλος, Πώς υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί, ό.π., σ. 51.

    131. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 91.