Συγγραφέας:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Τίτλος:Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
 
Υπότιτλος:Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:38
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2003
 
Σελίδες:387
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Κροκύλειο Δωρίδας
 
Χρονική κάλυψη:αρχές 20ού αι.
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό είναι μία ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου, το Κροκύλειο (ως το 1915 Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο) της Φωκίδας, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει, δηλαδή, πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μία κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο παράδειγμα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.57 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 133-152 από: 395
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/133.gif&w=600&h=915

μεταβιβάζεται ουσιαστικά το πολιτισμικό κεφάλαιο της παλαιότερης στη νεότερη γενιά (ως ένα βαθμό βέβαια, προπάντων μέσω του σχολείου, και η νεότερη γενιά μεταβιβάζει πολιτισμικά αγαθά στην παλαιότερη). Όπως γράφει εξάλλου ο S. Eisenstadt «η δυνατότητα αλληλεπίδρασης με άλλα άτομα, ιδιαίτερα με ενηλίκους, και η διασφάλιση μιας διαρκούς προσκόλλησης σε αυτούς συνιστούν ίσως την πιο βασική ανάγκη της ανθρώπινης προσωπικότητας».187 Οι προφορικές μαρτυρίες αποτελούν πολύτιμες και αναντικατάστατες πηγές για τις σχέσεις των παιδιών με τους γονείς, τους παππούδες, τα αδέλφια και άλλους συγγενείς τους, τις αρχές, τα μέσα και τους τρόπους με τους οποίους ανατρέφονταν τα παιδιά. Αν και οι άνθρωποι, κατά κανόνα, αποφεύγουν να αναφερθούν σε σκοτεινές πλευρές των διαπροσωπικών σχέσεων και έχουν την τάση να τις εξιδανικεύουν ή να τις ωραιοποιούν -συνειδητά, ή ασυνείδητα-, ο ιστορικός δεν κινδυνεύει να αποπροσανατολιστεί αν εξετάσει τις απόψεις των πληροφορητών με προσοχή στο πλαίσιο του συνόλου των αφηγημάτων τους.188 Οι εκδοχές και οι όψεις διαπροσωπικών σχέσεων και διαπαιδαγώγησης που παρουσιάζονται και αναλύονται εδώ, καλύπτουν φυσικά ένα μόνο μέρος του πολυπρισματικού φάσματος τους.

Α' Πρόσωπα αναφοράς189

1. Οι «γονήδες»: Ο «πατέρας» και η «μάνα»190

Σε αντίθεση με άλλες διαπροσωπικές σχέσεις στο εσωτερικό της οικογένειας, οι σχέσεις γονέων-παιδιών έχουν απασχολήσει έντονα τους ιστορικούς της παιδικής

φράση: Κ. Αθανασίου, στο Δ. Μακρυνιώτη (επιμ.), Παιδική Ηλικία, Αθήνα 1997, σ. 174-

183.

187. Eisenstadt, «Ηλικιακές ομάδες...», ό.π., σ. 179.

188. Πβ. όσα γράφει η Rosenbaum στην ερευνά της για τη ζωή εργατικών οικογενειών

στην περιοχή του Ανοβέρου κατά τον πρώιμο 20ό αιώνα (Rosenbaum, Proletarische Familien,

ό.π., σ. 27): «Αναμφισβήτητα θα πρέπει να υποθέσουμε ότι οι περισσότεροι πληροφορητές

προσπαθούσαν να δώσουν μια αρμονική εικόνα της ζωής στην οικογένεια των γονιών τους. Όμως στη διαδικασία της ίδιας της αφήγησης προέκυπταν αρκετά στοιχεία που διατάρασσαν αυτή την εικόνα και έδειχναν πως η αρμονία ήταν επιφανειακή ή και ανύπαρκτη.

189. Μεταφράζω ως «πρόσωπα αναφοράς» τον γερμανικό όρο «Bezugspersonen» που δηλώνει τα πρόσωπα με τα οποία σχετίζεται άμεσα το παιδί.

190. Από υπολογισμούς μου με βάση το Γενικό Μητρώο προκύπτει ότι στη διάρκεια του Μεσοπολέμου οι πατέρες σε ποσοστό περίπου 60% ήταν ηλικίας 26-35 ετών όταν γεννιόταν το πρώτο τους παιδί, ενώ, οι μητέρες, επίσης σε ίδιο περίπου ποσοστό, ήταν ηλικίας 21-30 ετών. Χονδρικά, κατά μέσο όρο, το μεγαλύτερο παιδί μιας οικογένειας είχε ηλικιακή διαφορά 12 ετών από το μικρότερο. Σπάνια οι νέοι γονείς ήταν κάτω από 20 ή πάνω από 45 ετών. Το ποσοστό των μητέρων ηλικίας 15-20 ετών αγγίζει το 16%, αν και συνήθως πρόκειται για κοπέλες ηλικίας πάνω από 17 ετών. Το αντίστοιχο ποσοστό για τους άνδρες δεν

Σελ. 133
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/134.gif&w=600&h=915

ηλικίας. Πολύ συχνά, ακολουθώντας το δρόμο που χάραξε ο Ariès, επιχείρησαν να προσδιορίσουν τον αιώνα που σηματοδότησε την αλλαγή στις σχέσεις αυτές, τη μεταβολή τους από εξουσιαστικές σε συναισθηματικές σχέσεις στο δυτικοευρωπαϊκό χώρο ή τουλάχιστον στο δυτικό κόσμο. Ορισμένοι επιχείρησαν να αποδείξουν τη διαχρονικότητα της αγάπης και της στοργής με την οποία οι περισσότεροι γονείς περιέβαλλαν τα παιδιά τους, αμφισβητώντας με αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά την ιστορικότητα των σχέσεων ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, τη μεταβλητότητα τους μέσα στο χρόνο.191 Οι γενικεύσεις αυτές έδωσαν αναμφισβήτητα πολύτιμο έναυσμα στην επιστημονική συζήτηση. Νομίζω ωστόσο ότι η ιστορική έρευνα έχει ωριμάσει αρκετά ώστε να προχωρήσει στη μικρο-ιστορική μελέτη του θέματος, στην εξέταση των σχέσεων γονιών-παιδιών -όπως και του συνόλου των διαπροσωπικών σχέσεων- σε επίπεδο μικροκοινωνίας.192

Δύο στερεοτυπικές γενικές απόψεις για τον πατέρα προβάλλουν από τις αφηγήσεις: Αφενός το πρότυπο του «καλού πατέρα», συνώνυμου του υπεύθυνου οικογενειάρχη που νοιάζεται για τα παιδιά του, αγωνίζεται να τους εξασφαλίσει τα προς το ζην, στέλνει, εφόσον έχει τη δυνατότητα, τα αγόρια τουλάχιστον στο γυμνάσιο, προικίζει τα κορίτσια και γενικότερα ενδιαφέρεται για τη λεγόμενη αποκατάσταση τους" αφετέρου το αρνητικό στερεότυπο του πατέρα που αδιαφορεί για την οικογένειά του, ενδιαφέρεται για την προσωπική του διασκέδαση, πίνει και σπαταλά τα χρήματά του στο χαρτοπαίγνιο, επιδεικνύει βίαιη συμπεριφορά.

Αντίθετα δεν προκύπτει από τις αφηγήσεις αντίστοιχο αρνητικό στερεότυπο για τη μάνα. Η στερεοτυπική άποψη για τη μάνα είναι θετική: Η μάνα είναι το στήριγμα της οικογένειας σε επίπεδο καθημερινό, εκείνη που φροντίζει ακούραστη τα παιδιά και χωρίς την οποία η οικογένεια διαλύεται.193 Όσοι πατέρες σκιαγραφούνται ιδιαίτερα θετικά στις αφηγήσεις, είναι άνθρωποι που όντως ερ-

υπερβαίνει το 5 %, ενώ το ποσοστό των γονέων άνω των 45 ετών όταν γεννιέται το πρώτο τους παιδί, δεν υπερβαίνει το 3% και για τα δύο φύλα.

Από τους συνομιλητές ένας έμεινε ορφανός από πατέρα μόλις γεννήθηκε (Αρ. Μ.), ένας άλλος έχασε τον πατέρα του σε ηλικία 13 ετών (Γ. Ψ.), δύο γυναίκες έχασαν τις μητέρες τους μόλις γεννήθηκαν (Γ. Σ. και Ε. Ζ.), και δύο άνδρες (αδέλφια) έχασαν τη μητέρα τους σε ηλικία 3 και 10 ετών (Ν. Ζ. και Μ. Ζ.). Ένα 15% επομένως των συνομιλητών έχασαν έναν από τους δύο γονείς τους πριν κλείσουν τα 14.

191. Για μια κριτική και εκτενή επισκόπηση της επιστημονικής συζήτησης βλ. το έργο της L. Pollock, Forgotten Children. Parent-child relations from 1500 to 1900, 6η έκδ., Cambridge 1996, σ. 1-68, η οποία με τη δική της δουλειά και τα δικά της πλέον συμπεράσματα έδωσε νέα ώθηση στον επιστημονικό προβληματισμό (υποστηρίζοντας την α-χρονικότητα των σχέσεων γονιών-παιδιών).

192. Υποδειγματική, κατά τη γνώμη μου, (παρά τις κάποιες σχηματοποιήσεις) η ανάλυση της Rosenbaum, Proletarische Familien, ό.π., σ. 231-276, για τον πατέρα στις εργατικές οικογένειες μιας μικρής πόλης της βόρειας Γερμανίας, κοντά στο Ανόβερο, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.

193. Το κοινωνικό αξίωμα της μάνας ως στηρίγματος της οικογένειας διέπει τη μελέτη

Σελ. 134
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/135.gif&w=600&h=915

εργάστηκαν για τα παιδιά τους, φρόντισαν γι' αυτά, και ανταποκρίθηκαν στις κοινωνικές προσδοκίες. Οι στερεοτυπικές εικόνες υποδεικνύουν όμως ότι αντίθετα από τη μάνα ο πατέρας, στο πλαίσιο του κυρίαρχου αξιώματος περί ανδρικής υπεροχής, είχε τη δυνατότητα να επιλέξει να μην εκπληρώσει τον κοινωνικό του ρόλο, χωρίς να κινδυνεύει να εξοστρακιστεί από την οικογένειά του και την ανδροκρατούμενη κοινωνία στην οποία ζούσε. Στην πραγματικότητα κρατούσε επομένως σε μεγάλο βαθμό το μέλλον των παιδιών του στα χέρια του.

Στις μισές περίπου περιπτώσεις που μελέτησα ο πατέρας απουσίαζε από το χωριό για πολύ μεγάλα διαστήματα. Στις περιπτώσεις αυτές ήταν αδύνατο εκ των πραγμάτων ή τουλάχιστον εξαιρετικά δύσκολο να αναπτύξουν τα παιδιά επικοινωνιακή σχέση με τον πατέρα τους.

Δεκαέξι συνομιλητές ήταν παιδιά μεταναστών και οι περισσότεροι γνώρισαν για πρώτη φορά τον πατέρα τους αρκετά χρόνια μετά τη γέννηση τους. Από τους 144 μετανάστες στις ΗΠΑ από το Κροκύλειο τους οποίους κατόρθωσα να εντοπίσω, υπολογίζω ότι περίπου το 1/4-1/3 (τουλάχιστον 40) μετανάστευσαν αφήνοντας πίσω τους παιδιά κάτω των 15 ετών.194 Κάθε επιστροφή των μεταναστών στο χωριό σήμαινε συνήθως νέα εγκυμοσύνη για τη γυναίκα τους" φεύγοντας πάλι πίσω για την Αμερική άφηναν ένα ακόμη αγέννητο ή νεογέννητο παιδί.

του Δ. Σταμέλου, Η Μάνα στην ορεινή Ρούμελη, Αθήνα-Γιάννινα 1982. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες για τον ερευνητή είναι οι σελίδες του βιβλίου που αφορούν στην προσωπική εμπειρία του συγγραφέα από τη μητέρα του και γενικότερα από την καθημερινότητα στην ορεινή Ρούμελη, επιβεβαιώνοντας ορισμένες παρατηρήσεις μου (ό.π., σ. 42 κ.εξ.). Χαρακτηριστικά σημειώνει για τη μάνα του: «Θυμάμαι πως μέσα σ' όλα αυτά, και κούραση περίσσια και πίκρα και η όποια με τη συμπεριφορά καταπίεση του πατέρα, του αφέντη, νάχει το κουράγιο να τραγουδάει...» (ό.π., σ. 44).

194. Με βάση τις εγγεγραμμένες στο Διαδίκτυο χρονολογίες άφιξης των μεταναστών στις ΗΠΑ (www.ellisisland.org) και τις χρονολογίες γέννησης που αναγράφονται στο Γενικό Μητρώο μπόρεσα να διαπιστώσω την οικογενειακή κατάσταση των μεταναστών. Ως πατέρες παιδιών κάτω των 15 ετών εμφανίζονται οι ακόλουθοι: Αρμάος Δημήτριος, 1913 (έτος πρώτης άφιξης στις Η.Π.Α.), 44 (ετών) - Ασβεστάς Δημήτριος, 1916, 39 - Ασβεστάς Ιωάννης, 1920, 37 - Ασβεστάς Παναγιώτης, 1920, 37 - Ασβεστάς Θεμιστοκλής, 1920, 29 - Γραβάνης Κων/νος, 1916, 38 - Γραβάνης Γεώργιος, 1911, 35 - Γραβάνης Γεώργιος, 1912 ή 1913, 31 ή 33 - Γραβάνης Λάμπρος, 1914, 30 - Γραβάνης Μαργαρίτης,

1913, 40 - Γραβάνης Παναγιώτης, 1916, 45 - Καπέλας Βασίλειος, 1913, 36 - Καπέλας Αναστάσιος, 1916, 50 - Καπέλας Δημήτριος, 1923, 30 - Καπέλας Κων/νος, 1920, 32 Καπέλας Μαργαρίτης, 1914, 32 - Καπέλας Κώστας, 1914, 50 - Καπέλας Δημήτριος,

1914, 18 - Καραμπέλος Αθανάσιος, 1909, 44 - Μαχάς Ιωάννης, 1912, 40 - Μπαρμπούτης Γεώργιος, 1907, 34 - Μπαρμπούτης Ιωάννης, 1907, 40, - Παγώνης Αθανάσιος, 1920, 33 - Πολυζώης Γεώργιος, 1915, 35 - Ποδιώτης Αθανάσιος, 1916, 49 - Ποδιώτης Νικόλαος, 1920, 31 - Ράπτης Παναγιώτης, 1909, 33 - Σακαρέλος Αναστάσιος, 1911, 38 - Σακαρέλος Νικόλαος, 1907, 38 - Σερέλης Κων/νος, 1909, 30 - Σερέλης Αθανάσιος, 1920, 37 Σαράμπαλος Αθανάσιος, 1907, 35 - Σαΐτης Ευθύμιος, 1906, 36 - Σαΐτης Κων/νος, 1907,

Σελ. 135
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/136.gif&w=600&h=915

Τα περισσότερα παιδιά μεταναστών εκφράζονται θετικά για τον πατέρα τους, αναγνωρίζοντας ότι εργάστηκε σκληρά στα ξένα, έστελνε τακτικά εμβάσματα στην οικογένεια στο χωριό και της εξασφάλισε ένα υψηλό, για τα δεδομένα του χωριού, βιοτικό επίπεδο.195 Από αυτή την άποψη ο πατέρας-μετανάστης ήταν πρόσωπο πολύ κοντινό στα παιδιά, συγχρόνως όμως, λόγω της μακρόχρονης φυσικής απουσίας του, πολύ μακρινό. Όταν επέστρεφε τον αντιμετώπιζαν με αδιαφορία, δυσπιστία ή και φόβο" δυσκολεύονταν να συνηθίσουν στην παρουσία του, με τον ίδιο τρόπο που δυσκολεύονταν να συνηθίσουν στην παρουσία του πατέρα τους τα παιδιά των ναυτικών στην κοινότητα του Παγασητικού που μελέτησε η I. Μπεοπούλου τη δεκαετία του 1970.196 Στην περίπτωση βέβαια που τα παιδιά ήταν σε μικρή ηλικία κατά την επιστροφή του πατέρα, φαίνεται ότι υπήρχαν μεγαλύτερα περιθώρια ανάπτυξης μιας επικοινωνιακής σχέσης.

Στην οικογένεια Α. ο πατέρας έφυγε για την Αμερική το 1906, χρονιά κατά την οποία γεννήθηκε το πρώτο από τα 5 παιδιά της οικογένειας, όλα αγόρια. Επέστρεψε το 1911 και ξανάφυγε το 1914. Το 1912 και το 1914 ήρθαν στον κόσμο ο δεύτερος και ο τρίτος γιος. Ο πατέρας επέστρεψε οριστικά στο χωριό το 1922. Τη χρονιά εκείνη και δυο χρόνια αργότερα, το 1924, η οικογένεια απέκτησε 2 ακόμη γιους. Ο Α. Α. είναι ο μικρότερος γιος της οικογένειας, 74 χρονών σήμερα, και διηγείται για τον μεγάλο αδελφό του, ο οποίος ήταν 5 ετών όταν ο πατέρας επέστρεψε την πρώτη φορά από την Αμερική: «Ο μεγάλος ο αδερφός μας, όταν γύρισε ο πατέρας μου ... τον φοβότανε γιατί δεν τον είχε γνωρίσει. Δεν τον είχε γνωρίσει και σου λέει ποιός είν' αυτός ο ξένος που έρχεται; Μέχρι να τον συνηθίσει. Σιγά-σιγά τον εγνώρισε και τον πλησίαζε. Δεν τον πλησίαζε (προηγουμένως)».197

34 - Σαΐτης Ιωάννης, 1907, 40 - Σταυρόπουλος Χαράλαμπος, 1913, 23 - Σταυρόπουλος Κων/νος, 1909, 45 - Τριαντάφυλλου Κων/νος, 1907, 24 - Τσαντίλης Κων/νος, 1913, 37 - Υφαντής Αθανάσιος, 1910, 38.

195. Πβ. όσα παρατηρούν η Α. Αμηρά και Λ. Μαράτου-Αλιμπράντη για την ανάλογη συμπεριφορά παιδιών μεταναστών στο Βέλγιο, τη Δυτική Γερμανία και το Λουξεμβούργο, σε μια κοινότητα της Μακεδονίας στις αρχές της δεκαετίας του 1980: «...σύμφωνα με τις αντιλήψεις των παιδιών, η μετανάστευση των γονέων τους (στην περίπτωση αυτή μεταναστεύουν και οι δύο γονείς) έχει σαν βασικό κίνητρο τη συντήρηση και τη φροντίδα των μελών της οικογένειας» (Α. Αμηρά, Λ. Μαράτου-Αλιμπράντη, «Μετανάστευση και Οικογένεια. Η κοινωνικοποίηση των παιδιών σε μια αγροτική κοινότητα», Πρακτικά του Ελληνογαλλικού Συνεδρίου, Ο Αγροτικός Κόσμος στον Μεσογειακό Χώρο, Αθήνα, 4-7 Δεκ. 1984, Αθήνα 1988, σ. 284-307, κυρίως σ. 291).

196. Beopoulou, «Trikeri...», ό.π., σ. 193. Βέβαια εδώ ο πατέρας, ως ναυτικός, απουσιάζει και επιστρέφει επί σειρά ετών σε τακτά χρονικά διαστήματα. Στο Τρίκερι της δεκαετίας του 1970 δεν απαντούν διευρυμένες οικογένειες" ούτως ή άλλως το παραδοσιακό σύστημα οικογενειακών σχηματισμών δεν είναι ανδροπατροτοπικό (Στο ίδιο, σ. 195).

197. Συν. με τους αδελφούς Α., 13" επίσης: Συν με τους Γ. και Φ. Σ., σ. 1' Συν. με Π. Μ., σ. 2.

Σελ. 136
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/137.gif&w=600&h=915

Υπήρχαν βέβαια και οι περιπτώσεις εκείνες των μεταναστών που αδιαφορούσαν για την οικογένεια τους, δεν έστελναν τακτικά εμβάσματα και για μεγάλα χρονικά διαστήματα δεν έδιναν σημεία ζωής. Με αξιοσημείωτη ειλικρίνεια η Π. Μ. αφηγείται για τον πατέρα της, τον οποίο γνώρισε σε ηλικία 14 ετών:

Δεν ήταν χαλάς πατέρας, δεν ήταν χαλάς πατέρας. Πήε στην Αμερική και δε ματάρθε. Πήε στον πόλεμο, τότε πόχανε τον πόλεμο, εξόρμηση στη Θεσσαλονίκη, ήταν εκεί ο πατέρας μου, έφγε τότε για την Αμερική, ούτε ματάγραφε πίσω, αν έχ' οικογένεια ... αφού δεν έστελνε γράμμα να δει αν ζει η φαμελιά του. Είχ' έναν αδερφό και πήε στη Χιλή κι επικοινώνησε τότε με τη Βόρεια Αμερική να ιδεί και να τον έστειλε εδώ να τον έχουμε, ε, ο άντρας στο σπίτι χρειάζεται. Ούτε δούλευε, ούτε ενδιαφέρεταν, ούτε τίποτα, είχε κορίτσια της παντρειάς. Γιάννη μ', πάντρεφε και κάνα κορίτσ'... Αλλά ευτυχώς τον πήρε ο Θεός γρήγορα.198

Ορισμένες φορές το επάγγελμα ή μια επαγγελματική ασχολία του πατέρα (αν ήταν λ.χ. ιερέας, δάσκαλος διορισμένος σε άλλο χωριό ή ταχυδρομικός διανομέας) τον υποχρέωναν να περνά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μακριά από την οικογένειά του:

Ο πατέρας μου ήταν παπάς και ήταν στην Περιθιώτσα, πέρα απ' το ποτάμ', όπως ερχόμαστε απάνω. Περνάει, πήγαινε ο Μόρνος κάτω, τώρα το κάναν φράγμα, και ήταν απέναντι απ' το ποτάμ' ένα χωριό, το λέγαν Περιθιώτσα, δεν ξέρω αν το μετανόμασαν τώρα, Περιθιώτσα το λέγαν... Ο πατέρας όλο στα ξένα χωριά (ήταν). Σα να τον είχαμε ταξιδιώτ'...199.

Ο πατέρας-ταξιδιώτης: Αυτή την αίσθηση πρέπει να είχαν τα παιδιά των μεταναστών για τον πατέρα τους, αλλά και όσων ήταν υποχρεωμένοι να απουσιάζουν μεγάλα χρονικά διαστήματα από το χωριό για να κερδίσουν μερικά χρήματα. Ωστόσο θα λέγαμε ότι ο πατέρας, όντας απών, είχε μια λειτουργία συμβολική στη συνείδηση των παιδιών, εκπροσωπούσε στα μάτια τους την εξουσία, το νόμο, τον κόσμο έξω από τα όρια του χωριού.200

Εξίσου συχνά, ο πατέρας ζούσε και εργαζόταν στο χωριό ή την ευρύτερη περιοχή του: Ήταν, εκτός από γεωργός —και πολλές φορές πρώην μετανάστης-, καφετζής, παντοπώλης, δάσκαλος, καθηγητής, χτίστης, μαραγκός, ράφτης

198. Συν. με την Π. Μ., σ. 2.

199. Συν. με την Α. Π., σ. 2, 10" επίσης: Συν. με τον Γ. P., σ. 1, 6.

200. Πβ. την παρατήρηση της Shahar, Kindheit im Mittelalter, ό.π., σ. 136. «Σε τελευταία ανάλυση και ο Freud με τους μαθητές του απέδιδαν στο βιολογικό πατέρα, σε αντίθεση με το συμβολικό πατέρα, που ενσωματώνει την εξουσία, το νόμο και τον έξω κόσμο, μόνο έναν περιορισμένο ρόλο».

Σελ. 137
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/138.gif&w=600&h=915

φτης, τσοπάνης. Φαίνεται, μάλιστα, ότι όταν διατηρούσε καφενείο ή παντοπωλείο, τα παιδιά, προπάντων τα μεγαλύτερα αγόρια, περνούσαν συστηματικά αρκετές ώρες στο πλευρό του βοηθώντας στη δουλειά. Ο γιος ενός ιδιοκτήτη καφενείου μου είπε ότι περνούσε περισσότερες ώρες με τον πατέρα του, τον οποίο βοηθούσε στη δουλειά, παρά με τη μητέρα του' δε θέλησε όμως να επεκταθεί περισσότερο στην αφήγησή του και περιορίστηκε σε γενικές, εξιδανικευτικές αναφορές.201

Η φυσική παρουσία του πατέρα αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για να αισθάνονται τα παιδιά ότι πρόκειται για οικείο πρόσωπο" αλλά δεν επαρκούσε. Σε γενικές γραμμές, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η μάνα βρισκόταν πιο κοντά στα παιδιά απ' όσο ο πατέρας, γιατί εκείνη οργάνωνε και κατηύθυνε την καθημερινή ζωή της οικογένειας. Πριν φύγει για το χωράφι ανέθετε στα παιδιά διάφορες μικροδουλειές ή τα έπαιρνε μαζί της για να τη βοηθήσουν' συνήθως -μάλιστα όταν δεν υπήρχε γιαγιά— τους μαγείρευε και τα φρόντιζε από κάθε πλευΡ®·

Ορισμένες φορές ο πατέρας σκιαγραφείται ως ιδιαίτερα σκληρός, σε αντιπαράθεση με τη «γλυκειά», «αξιολάτρευτη», «μοναδική» μάνα. Ίσως οι συγκεκριμένοι συνομιλητές εξιδανικεύουν τη μητέρα τους, αλλά όσα ισχυρίζονται για τον πατέρα τους πρέπει να αποδίδουν, τουλάχιστον κατά το μεγαλύτερο μέρος, την πραγματικότητα. Αυτό υποδεικνύει το γεγονός ότι εκφράζονται για εκείνον σαφώς αρνητικά αλλά με τρόπο έμμεσο, χρησιμοποιώντας ένα επίρρημα που απαλύνει τις εντυπώσεις, αφήνοντας ημιτελείς προτάσεις ώστε ορισμένα πράγματα να εννοηθούν και να μην ειπωθούν ανοιχτά:

Ήταν λιγάκ' σκληρός. Τη φωνή τ' αν άκουγες φοβόσαν... Θα κανονίζαμε το βράδ' που θα πάμε το πρωί με τη μάνα... Ο πατέρας μου νάλεγε το πρωί ότ' θα πάμε για παράδειγμα στην Αγία Βαρβάρα μπορεί και νάφευγε, τον κακό τ' τον καιρό. Η μάνα μ' όμως ήταν άλλο πράμα, η μάνα μ'... Φτωχός ήταν ο πατέρας μου. Ήταν λίγο σκληρός. Πιο καλά τα πήγαινα με τη μητριά μ'... Μ' έδερνε που λες κι έρχονταν η μητριά μ' να με γλιτώσει. Τς έτρωγε η κακομοίρα κι εκείν', έτρωγε κι εκείν' καμιά μπάτσα ... Είχα μάνα χρυσή. Πολύ καλή η μητέρα μ', πονόψυχ' και με τον κόσμο αγαπημέν' πολύ. Ο πατέρας μου έπινε και κάνα ποτήρι και...202.

201. Συν. με τον Π. Π., σ. 9.

202. Συν. με τον Μ. Μ., σ. 13, 19' Συν. με την Γ. Σ., σ. Γ Συν. με τον Α. Μ., σ. 3' επίσης: Συν. με τον Γ. Π., σ. 3, 10' Συν. 2 με τον Γ. Π. σ. 15, 22. Οι διστακτικές, συγκεκαλυμμένες κατά κάποιο τρόπο, συνεχείς αναφορές στη σκληρή συμπεριφορά του πατέρα εκφράζουν αυτό που έθιξα στο κυρίως κείμενο: Οι συνομιλητές δεν επιθυμούν να κατηγορήσουν τον πατέρα τους, δε μπορούν όμως και να κρύψουν την αλήθεια για εκείνον («Ο πατέρας μου ήτο ηθικά αυστηρότατος, δεν ήθελε ν' ακούσει από κανέναν ότι εγώ έθιξα κάποιον και πραγματικά αυτό ήτανε πολύ βάρβαρο, πολύ άσχημο και επέδρασε πολύ, εν πάση περι-

Σελ. 138
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/139.gif&w=600&h=915

Η ανδροκρατούμενη κοινωνία έδινε άτυπα στον πατέρα το δικαίωμα να ασκήσει βία μέσα στην οικογένεια, να «ξεσπάσει» στη γυναίκα του και τα παιδιά του. Άλλοι συνομιλητές σκιαγραφούν αρνητικά τον πατέρα τους δίνοντας έμφαση στην αδιαφορία και την επιπολαιότητά του. Ο πατέρας της Π. Γ. προτιμούσε λ.χ. να παίζει τα χρήματα που κέρδιζε από το παντοπωλείο του στα χαρτιά, στερώντας έτσι τα παιδιά του, από ορισμένα επιπλέον υλικά αγαθά και κυρίως τα αγόρια από τη δυνατότητα να φοιτήσουν στο Γυμνάσιο: «... ήταν χαρτοπαίκτς ο πατέρας μ'. Τα ξόδευι τα λεπτά. Δεν τα ξόδευι τα λεπτά στα παιδιά και στα κορίτσια, ήθελε να τα ξοδέψ' εκεί, γι' αυτό σου λέω, φταίνε και κάπως οι γονέοι... ο πατέρας μ' δεν κυβέρνησε καλά, δεν κυβέρνησε καλά γιατ' έπαιζε και χάλαε τα λεπτά...». Και ένας απόστρατος αξιωματικός περιγράφεται από την κόρη του ως άνθρωπος πανέξυπνος, εγγράμματος αλλά και «...πολύ άσωτος, πώς να το πω, πολυέξοδος», διότι σπαταλούσε τα χρήματά του στο χαρτοπαίγνιο.203

Από τις αφηγήσεις προκύπτει πάντως ότι παρά τα αρνητικά στοιχεία τους ορισμένοι από αυτούς τους πατέρες, τους σκληρούς ή/και αδιάφορους διατηρούσαν διόδους επικοινωνίας με τα παιδιά. Έτσι η ίδια Π. Γ., η οποία, όπως είδαμε παραπάνω, δεν θεωρεί τον πατέρα της σωστό οικογενειάρχη, διατηρεί και θετικές αναμνήσεις από εκείνον, αναμνήσεις βέβαια, που γενικά έχουν υποχωρήσει, «ξεθωριάσει», θα έλεγα, μπροστά στα αρνητικά συναισθήματα, τα οποία κυριαρχούν στη μνήμη της συνομιλήτριας: «Ο πατέρας μου καμιά βολά μας χάιδευε και μας φίληγε, ο πατέρας μ' ειδικά, η μάνα μ' ποτέ. Δεν ευκαιρούσε». Κάτι ανάλογο ισχύει και για τον πατέρα της Γ. Σ., έναν τσοπάνη, στον οποίο αναφέρθηκα παραπάνω, και ο οποίος ασκούσε συστηματικά βία μέσα στην οικογένεια:

Ήτανε σκληρός, ήτανε σκληρός... Τραγούδαγε καμιά φορά και παραμύθια μου έλεγε. Και τα θμώμαι, και τα θμώμαι... Είχε και καλές πλευρές, είχε κι άσχημες. Ήταν και σκληρός. Και τραγούδαγε και καμιά φορά. Δηλαδή όταν ήμασταν έξω, διάβαζε πολλές φορές Θρησκευτικά, έψελνε καμιά φορά, στο βιβλίο... Κοιμόμασταν τα καλοκαίρια πολλές φορές σε χωρά-

περιπτώσει, τόσο ήξερε, τόσο έκανε. Δεν έχω υπόψη μου ποτέ, ούτε σκέφτηκα ποτέ να κακολογήσω. Κατά τα άλλα ήτο έντιμος, αξιοπρεπής, εργατικός και ουδέποτε πέρασε από δικαστήριο για οιαδήποτε απάτη...». «Αυστηρός ήταν ο πατέρας μου. Πολύ γλυκειά η μάνα μου... Και εξετιμάτο πολύ από όλους, ενώ ο πατέρας μου είχε δημιουργήσει και προστριβές και με γειτόνους και με άλλους...». «Πολύ, πολύ, πολύ αυστηρός στα παιδιά! ... Ήτο αυστηρότατος σε σημείο άθλιον...», «...και υπερασπιζόταν η μητέρα τα παιδιά πάντοτε στον πατέρα, ο οποίος ήταν άγριος»).

203. Συν. με την Π. Γ., σ. 20, 2Γ Συν. με την Κ. Σ., σ. 13.

204. (Συν. 2 με την Π. Γ., σ. 46)" Συν. με την Γ. Σ., σ. 7.

Σελ. 139
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/140.gif&w=600&h=915

Δεν υπάρχουν στο υλικό μου περιπτώσεις, στις οποίες η εικόνα του σκληρού πατέρα και της στοργικής μάνας αντιστρέφεται πραγματικά. Σε ορισμένες αφηγήσεις, είναι αλήθεια, οι συνομιλητές παρουσιάζουν τη μητέρα τους ως αυστηρή, σε αντιπαράθεση προς τον πατέρα που παρουσιάζεται περισσότερο ανεκτικός προς τα παιδιά: «...η μάνα μ' ήταν πιο αυστηρή. Ο πατέρας μ' έκανε και κανένα... Λέει παιδιά είναι, θα παίξουν, θα χτυπηθούνε... ήταν έτσ' πιο στο σπίτι μας, πιο γλυκός. Ενώ η μάνα μας περιόριζε, μας έδινε και καμιά μπάτσα»205, αφηγείται η Μ. Ν. Ο πατέρας της, πρώην μετανάστης στην Αμερική, εργαζόταν στο σπίτι, ως ράφτης. Η Π. Λ., εξάλλου, μοναχοπαίδι καθηγητή του Σχολαρχείου, είχε ολοφάνερα αδυναμία στον πατέρα της, ο οποίος περιγράφεται ως άνθρωπος με ανοιχτό, προοδευτικό μυαλό, ενώ, αντίθετα, αισθανόταν καταπιεσμένη από τις συνεχείς υποδείξεις και συμβουλές της μητέρας της. Η Π. Λ. σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, παρά τη θέληση της μητέρας της, σύμφωνα όμως με τη θέληση του πατέρα της, ο οποίος είχε στο μεταξύ πεθάνει.206 Ωστόσο η αυστηρή ή καταπιεστική μητέρα, η οποία προβάλλει σε αυτές τις περιπτώσεις, δε μπορεί να εξομοιωθεί με τον σκληρό, εξουσιαστικό, βίαιο πατέρα των αφηγήσεων, στις οποίες αναφέρθηκα παραπάνω. Η μητέρα, καταπιεστική ή όχι, είναι πάντοτε ένα πρόσωπο, το οποίο αγωνίζεται για την υλική εξασφάλιση της οικογένειας' σε καμιά περίπτωση δεν προβάλλει ως αδιάφορη ή βίαιη.

Στη μνήμη των συνομιλητών είτε κυριαρχούν θετικές, είτε αρνητικές αναμνήσεις από τον πατέρα τους' σπανίως, υπό ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες, ήταν τα παιδιά στενά συνδεδεμένα με εκείνον, ακόμη και όταν ζούσε με την οικογένειά του. Στο υλικό μου απαντούν τρεις τέτοιες περιπτώσεις, οι περιπτώσεις της μοναχοκόρης του καθηγητή του Σχολαρχείου, στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως, και των παιδιών δύο δασκάλων του Δημοτικού σχολείου:

- Ο Θ. Α. πέρασε τα χρόνια του Δημοτικού σχολείου κοντά στον πατέρα του, ο οποίος την εποχή εκείνη ήταν δάσκαλος σε ένα γειτονικό χωριό, την Περιθιώτισσα, και ερχόταν στο Κροκύλειο μόνο κατά την περίοδο των σχολικών διακοπών. Ο Θ. Α. ακολούθησε τον πατέρα του στην Περιθιώτισσα και τελείωσε εκεί το Δημοτικό υπό την εποπτεία του. Πατέρας και γιος ζούσαν στο ίδιο δωμάτιο, μοιράζονταν τις δουλειές του σπιτιού και ο πατέρας παρακολουθούσε στενά τις επιδόσεις του γιου στο σχολείο.207

- Ο Θ. Ζ., θρυλικός Κροκυλειώτης, γεννημένος το 1881, άνθρωπος όπως φαίνεται με ιδιαίτερες ικανότητες, απόφοιτος του Διδασκαλείου της Λάρισας, δίδαξε στο Δημοτικό σχολείο του χωριού σε ολόκληρη τη δεκαετία του '30. Επηρέασε βαθύτατα το χωριό και τους ανθρώπους του, αναπτύσσοντας ποικίλες

205. Συν. με την Μ. Ν., σ. 10.

206. Τετράδιο Σημειώσεων, σ. 4,

207. Συν. με τον Θ. Α., σ. 4-7.

Σελ. 140
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/141.gif&w=600&h=915

λες δραστηριότητες στην προσπάθεια του να βοηθήσει τους συγχωριανούς του και να αναπτύξει την τοπική κοινωνία. Ο Θ. Ζ. απέκτησε δύο κόρες και ένα γιο από τον πρώτο του γάμο" η γυναίκα του πέθανε όμως λίγο μετά τη γέννηση της δεύτερης κόρης. Ο Θ. Ζ. ξαναπαντρεύτηκε και απέκτησε δυο γιους και μια κόρη" και αυτή τη φορά η γυναίκα του πέθανε, λίγο μετά τη γέννηση του τρίτου παιδιού. Συζήτησα με την μικρότερη κόρη από τον πρώτο του γάμο, καθώς και με τους γιους του από τη δεύτερη γυναίκα του. Όλα τα παιδιά αισθάνονταν, όπως είναι φυσικό, ένα μεγάλο θαυμασμό για τον πατέρα τους και έτρεφαν έναν βαθύτατο σεβασμό στο πρόσωπο του. Δεν είναι βέβαια καθόλου απίθανο κάτω από το βάρος της ισχυρής, πολύπλευρης και θαυμαστής πραγματικά προσωπικότητας του πατέρα, να οδηγούνται εκούσια ή ακούσια στην εξιδανίκευση του προσώπου του. Γεγονός είναι πάντως ότι η παρουσία του συγκεκριμένου πατέρα στη ζωή των παιδιών του υπήρξε ιδιαίτερα έντονη και καθοριστική για την πορεία τους. Παρακολουθούσε στενά την πορεία των παιδιών και τα καθοδηγούσε" τα αγόρια κοιμόνταν μάλιστα στο ίδιο κρεβάτι με εκείνον όσο ήταν μικρά, στοιχείο που πρέπει να ενίσχυε ασυνείδητα το στενό δεσμό μεταξύ τους.208

Από τους δύο γονείς η μητέρα είναι, κατά κανόνα, το πρόσωπο εκείνο που βρίσκεται πιο κοντά στα παιδιά, που αποτελεί αναπόσπαστη παρουσία της καθημερινότητάς τους. Τούτο ισχύει τόσο για τα αγόρια όσο και για τα κορίτσια. Στη συνείδηση της κοινωνίας η φροντίδα για την υλική εξασφάλιση του βρέφους αποτελούσε αποκλειστικό καθήκον της γυναίκας, και ειδικότερα της μητέρας, αφού βέβαια η τελευταία το θήλαζε. Αυτή η φροντίδα συμβαδίζει αναπόφευκτα με την αυτόματη, υποσυνείδητη ανάπτυξη σχέσεων στοργής.209

Παρ' όλα αυτά ας μη φανταστούμε ότι η μητέρα βρισκόταν συνεχώς στο πλευρό των παιδιών. Ορισμένες συνομιλήτριες αναφέρθηκαν στην προσωπική τους εμπειρία από τις εγκυμοσύνες και τη μητρότητα' στο βαθμό που ο εξαστισμός στο πλαίσιο της κοινότητας τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο προχωρούσε με αργούς ρυθμούς, οι αφηγήσεις τους απηχούν παλαιότερες πρακτικές και συμπεριφορές. Ως μητέρες έπρεπε να διαχειριστούν το χρόνο και το χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορέσουν να συνδυάσουν τη φροντίδα των βρεφών ή των νηπίων (σε περίπτωση που δεν ήταν διαθέσιμη μια ενή-

208. Συν. με τους Ε. Ζ. και Ν. Ζ." Συν. με τον Μ. Ζ. (ολόκληρη).

209. Δύο πραγματολογικά στοιχεία σχετικά με τη φροντίδα των βρεφών: Και στο Κροκύλειο, όπως και στην ελληνική ύπαιθρο γενικότερα, μέχρι και τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, φάσκιωναν τα βρέφη. Το φάσκιωμα αποτελούσε διαδικασία αυτονόητη και απαραίτητη, αφού οι φασκιές προστάτευαν τα βρέφη από το κρύο και εξασφάλιζαν, υποτίθεται, τη σωστή θέση και στάση του σώματος στο μέλλον. Η σκόνη του καφέ και παλαιότερα η λεγόμενη «κακατσίδα» (καφετιά σκόνη από ξεραμένα «γουρμπούλια» τα οποία φυτρώνουν στα φύλλα της βελανιδιάς) χρησίμευαν για να μη συγκαίονται τα μωρά.

Σελ. 141
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/142.gif&w=600&h=915

ενήλικη γυναίκα, μια μεγαλύτερη αδελφή ή ένας μεγαλύτερος αδελφός για να αναλάβει τη φροντίδα τους) με την εργασία:

Μάνα δεν είχα να κοιτάξ' τα παιδιά, έγιναν τόνα μετά το άλλο. Κάθε χρόνο και παιδί... Είχα ένα κασόν' πούβαζα μέσα καλαμπόκ' κι έβαζα μέσα το παιδάκ' να κάνω δουλειά. Πήγαινα να γεμίσω τη βαρέλα νερό... Μετά, όταν έμπαινα μέσα τα παιδάκια χαίρονταν κι όταν έφευγα έκλαιγαν. Κι αναγκάζουμαν και τα φορτωνόμουνα κι έκανα τς άλλες δουλειές...

Στα χωράφια είτε έστηναν πρόχειρα μπισίκια, κρεμώντας συνήθως ένα υφαντό ανάμεσα στα κλαδιά ενός δένδρου, είτε αναποδογύριζαν τα σαμάρια των μουλαριών (τα «γμαρουσάμαρα»), τα έστρωναν με υφαντά και τοποθετούσαν μέσα τα βρέφη.210

Την εποχή των αγροτικών εργασιών, τον καιρό του οργώματος, της σποράς, του θέρους, του τρύγου, η μητέρα έπρεπε να βρίσκεται στα χωράφια. Επιστρέφοντας από το χωράφι έπρεπε να ζυμώσει, να μαγειρέψει, να ταΐσει τα ζώα. Ήταν, όπως είδαμε στην ενότητα για την οικογενειακή οικονομία, υπεύθυνη για όλες τις οικιακές αλλά και τις αγροτικές εργασίες. Τα παιδιά πάνω από 12-13 ετών, όσα ήταν δηλαδή σωματικά ανεπτυγμένα, και μάλιστα τα κορίτσια που δεν τα έστελναν στο Σχολαρχείο ή το Γυμνάσιο, συνόδευαν τη μάνα στα χωράφια και γενικά τη βοηθούσαν στις διάφορες δουλειές του σπιτιού. Αλλά τα μικρότερα παιδιά περνούσαν στην πραγματικότητα λιγότερο χρόνο με τη μητέρα τους και περισσότερο με τα ηλικιωμένα μέλη της οικογένειας. Στη μνήμη των ανθρώπων η μητέρα είναι σε άμεση συνάφεια με την εργασία στο χώρο του σπιτιού αλλά και έξω από αυτόν. Η ανάμνηση της είναι γενικά θετική: οι άνθρωποι, στο βαθμό που εκφράζονται ανοιχτά, αναγνωρίζουν ότι η μητέρα τους κουραζόταν και ακόμη ότι «δεν ευκαιρούσε» να ασχοληθεί ειδικά μαζί τους.

Ωστόσο, εδώ θα ήθελα να επισημάνω μια σημαντική, κατά τη γνώμη μου, διαφοροποίηση σε τρεις συνεντεύξεις με γυναίκες διαφορετικής ηλικίας, γυναίκες που γεννήθηκαν το 1908, το 1912 και το 1918. Η νεότερη είναι η κόρη του καθηγητή του Σχολαρχείου, στην οποία έχω ήδη αναφερθεί μερικές φορές. Οι άλλες δύο υπήρξαν ιδιαίτερα προικισμένες μαθήτριες' η μία ήταν μάλιστα απόφοιτος του Ελληνικού σχολείου. Οι γυναίκες αυτές, εμμέσως πλην σαφώς, αντιμετωπίζουν τη μητέρα τους με κάποια συγκατάβαση, ως ένα πρόσωπο που δε μπορούσε να κατανοήσει την αξία ορισμένων πραγμάτων, που, για να το πω έτσι, «τόσο ήξερε, τόσο έκανε». Η μία συνομιλήτρια λ.χ. αφηγείται:

Κι είχα μια μάνα, δεν καταλάβαινε καθόλ' τα προγράμματα (του σχολείου) ούτε, μονάχα έπαιρνε τις γιδούλες και ξεκίναγε. Αλλά πήγα (στο Σχο-

210. Συν. με την Π. Κ., σ. 4' Συν. με την Μ. Ν. σ. 18' Συν. 4 με την Π. Γ., σ. 30.

Σελ. 142
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/143.gif&w=600&h=915

Σχολαρχείο), δεν ξέρω πώς πήγα... Δεν είχε η μάνα μ' γνώμη για την οικογένεια. Αφελής, πολύ αφελής. Δεν ήξερε, όχι ότι ήταν κακιά, καλή ήταν. Αλλά ήτav πολύ αφελής.211

Πρόκειται προφανώς για μια μεταβατική εποχή, ως προς τις σχέσεις μητέρας κόρης. Οι θυγατέρες μάθαιναν μερικά έστω γράμματα, οι μανάδες ήταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία εντελώς αγράμματες. Οι οικονομικές ανάγκες και οι κυρίαρχες νοοτροπίες απαιτούσαν από τις κόρες να εργαστούν στο πλευρό της μάνας για χάρη της οικογένειας και να εξασκηθούν στα του οίκου, περιμένοντας την ώρα του γάμου τους. Όμως οι επιδόσεις τους στο σχολείο και γενικά σε διάφορες εκδηλώσεις της ζωής οδηγούσαν συγχρόνως τις γυναίκες αυτές στη συνειδητοποίηση ατομικών κλίσεων και δεξιοτήτων, της αξίας τους δηλαδή ως ατόμων και όχι μόνο ως μελών της κοινότητας. Σχηματίζει κανείς την εντύπωση πως ένα αδιόρατο τείχος υψωνόταν ανάμεσα στις δυο γενιές γυναικών, μεγεθυσμένο, ίσως, στη μνήμη και στο λόγο της δεύτερης γενιάς καθώς αφηγείται και αναστοχάζεται το μακρινό παρελθόν.

2. Ο «παππούλης» και η «κυρούλα»

Ο παππούς και η γιαγιά, ο «παππούλης» και η «κυρούλα» στη γλώσσα των ανθρώπων της εποχής,212 αποτελούσαν πολλές φορές κεντρικά πρόσωπα στη ζωή των παιδιών, ιδιαίτερα όταν διέμεναν μαζί με την πυρηνική οικογένεια" κάποτε, όμως, και όταν απλώς ζούσαν στο χωριό.213 Οι οικογενειακές δομές και η πρακτική της ενδογαμίας ευνοούσαν την ανάπτυξη αυτών των σχέ-

211. Συν. με την Π. Μ., σ. 1" επίσης Συν. με την Π. Λ., όπου γενικά η μητέρα εμφανίζεται καταπιεστική και Συν. με την Π. Γ. όπου με έμμεσο τρόπο η μητέρα εμφανίζεται να μη γνωρίζει πολλά από νοικοκυριό, να μην είναι δυναμική και διεκδικητική για τα παιδιά της, να μην επιζητεί «το καλύτερο» γι' αυτά, παρ' όλο που συγχρόνως η συνομιλήτρια ήταν «το δεξί χέρι» της μάνας της στις δουλειές και γι' αυτό πολύ συνδεδεμένη μαζί της.

212. Η Π. Κ., γεννημένη το 1912, μου είπε: «Τ' λέγαμ' και κυρούλα, τ' λέγαμ' και βάβα, τ' λέγαμε και μάικω, λέγαν οι παλιοί, οι παλιοί, ναι. Εγώ βρήκα τη γιαγιά», εννοώντας ότι τα εγγόνια της την αποκαλούν γιαγιά (Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 2).

213. Σύμφωνα με τον Ε. Αλεξάκη (Τα παιδιά της σιωπής. Οικογένεια, συγγένεια και γάμος στους Αρβανίτες της ΝΑ Αττικής-Λαυρεωτικής (1850-1940), Αθήνα 1996, σ. 100), ο οποίος μελέτησε τις οικογενειακές σχέσεις στους Αρβανίτες της Λαυρεωτικής για την περίοδο 1850-1940, «οι σχέσεις παππούδων-εγγονών ήταν πιο ζεστές από τις σχέσεις γονιών παιδιών». Σημειώνει επίσης ότι: «το φαινόμενο έχει σχεδόν γενική ισχύ στην ελληνική κοινωνία και οργανώνει τα άτομα σε τριαδικές σχέσεις επικαλυπτόμενες, όπου οι κατώτεροι στην ιεραρχία για να προστατευθούν από τους αμέσως ανώτερους, συνδέονται με τους βρισκόμενους στην κορυφή της ιεραρχίας, π.χ. εγγόνια - γονείς - παππούδες...». Αν και ο συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί τους όρους «παιδιά» και «εγγόνια» με την ηλικιακή τους σημασία, εύλογα υποθέτει κανείς ότι παρόμοιες θερμές σχέσεις έχουν τις ρίζες τους στην παιδική ηλικία των εγγονών. Φυσικά η ανάπτυξη αυτών των σχέσεων εξαρτάται από δημογραφικούς παράγοντες και προπάντων από τη διάρκεια ζωής.

Σελ. 143
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/144.gif&w=600&h=915

σχέσεων.214 Σε ορισμένες αφηγήσεις εμφανίζονται να κυριαρχούν στη ζωή των παιδιών περισσότερο από τη μητέρα που επωμιζόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος το βάρος των οικιακών και γεωργικών εργασιών και συχνά απουσίαζε από το σπίτι. Συχνά, τα ηλικιωμένα μέλη μιας οικογένειας δεν ήταν σε θέση να διεκπεραιώσουν βαριές σωματικές εργασίες ή ακόμη και να κινηθούν με ευκολία, με αποτέλεσμα να περνούν μεγάλα διαστήματα στο σπίτι μαζί με τα μικρότερα σε ηλικία παιδιά.

Όμως, όπως έχουμε δει, ο καταμερισμός της εργασίας στην οικογένεια δεν εξαρτιόταν μόνο από την ηλικία και τις σωματικές δυνάμεις αλλά, επίσης, ίσως μάλιστα κυρίως, από το φύλο. Γι' αυτό και απαντούν περιπτώσεις στις οποίες, ενώ τόσο ο παππούλης όσο και η κυρούλα ζουν με την πυρηνική οικογένεια, ο πρώτος μένει στο σπίτι, ενώ η δεύτερη συνοδεύει τη μητέρα στα χωράφια και τη βοηθά στις αγροτικές εργασίες. Ο Λ. Γ., γεννημένος το 1901, συνέδεσε μάλιστα άμεσα το γεγονός ότι ο παππούς από την πλευρά του πατέρα του είχε αναλάβει τη φροντίδα των εγγονών, με την απασχόληση της γιαγιάς και της μητέρας του στη γεωργία: «Έφευγαν οι γυναίκες και η γιαγιά ... και η μητέρα μου, έφευγαν, πάαιναν να εργασθούν...».215 Μπορούμε λοιπόν να πούμε σχηματικά ότι από τους ενήλικες ο παππούλης, από την πλευρά του πατέρα (αφού πρόκειται για ανδροπατροτοπική κοινωνία), ήταν δυνάμει το κατ' εξοχήν κεντρικό πρόσωπο στη ζωή ενός παιδιού στο χωριό: «Ο παππούς καθιέταν στο σπίτ'. Η μάνα κι ο πατέρας δεν ευκαιρούσαν να καθήσνε με την οικογένεια στο σπίτι να μιλήσουν, δεν τς ήβλεπαν, ήταν όλο στις δουλειές».216

Αυτό όμως ισχύει «δυνάμει». Κατ' αρχήν προϋποθέτει ότι ο παππούς από την πλευρά του πατέρα ζει,217 δεύτερον ότι ζει μαζί με την πυρηνική οικογένεια, δηλαδή ότι δε ζει με έναν άλλον αδελφό του πατέρα" ότι ο πατέρας δεν είναι σώγαμπρος, ότι οι σχέσεις του πατέρα με τους γονείς του είναι αρμονικές, κάτι που δεν ήταν πάντοτε αυτονόητο" τρίτον ότι ζει αρκετά χρόνια ώστε να μην αναδύεται στη μνήμη των ανθρώπων ως απλή σκιά από ένα μακρινό

214. Οι E. Chvojka και J. Losovâ επισημαίνουν (ως προς την κεντρική Ευρώπη) ότι η ποιότητα των σχέσεων παππούδων-εγγονών εξαρτάται σημαντικά από την απόσταση των χώρων κατοικίας των μεν και των δε, επομένως εξαρτάται και από τις οικογενειακές δομές, που με τη σειρά τους εξαρτώνται, σε μεγάλο βαθμό, από κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις (Ε. Chvojka, I. Losova, «Die Entwicklung der Großvaterrolle. Ein historischer Überblick», στο E. Chvojka, J. Losova, (επιμ.), Großväter. Enkelkinder erinnern sich, (Damit es nicht verlorengeht..., 36), Βιέννη-Κολωνία-Βαϊμάρη 1997, σ. 159-236, κυρίως σ. 162, 163).

215. Συν. με τον Λ. Γ. και την Α. Γ., σ. 5.

216. Συν. με την Α. Π., σ. 5.

217. Στη μελέτη τους για τα παιδιά στο δυτικό μεσαίωνα οι D. Alexandre-Bidon και Didier Lett αποδίδουν το μικρό αριθμό παππούδων και γιαγιάδων που απαντούν στις μεσαιωνικές πηγές στο χαμηλό μέσο όρο ζωής (Alexandre-Bidon, Lett, Η Καθημερινή ζωή..., ό.π., σ. 138).

Σελ. 144
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/145.gif&w=600&h=915

παρελθόν' τέταρτον ότι ο παππούς αυτός είχε τη διάθεση να ασχοληθεί με τα εγγόνια του. Επομένως, στην πραγματικότητα, πολλά παιδιά δε γνώριζαν ποτέ ή γνώριζαν για πολύ μικρό διάστημα, τον «παππούλη» και/ή την «κυρούλα» από την πλευρά του πατέρα' άλλες φορές (και όχι μόνο στις ούτως ή άλλως ελάχιστες περιπτώσεις όπου ο πατέρας ζούσε ως σώγαμπρος στην οικογένεια της μάνας) τα παιδιά συνδέονταν στενά με τους δύο ή με τον έναν από τους γονείς της μητέρας και όχι του πατέρα.

Στο σημείο αυτό διαφαίνεται η σημασία που εκ των πραγμάτων μπορεί να έχει η μητροπλευρική συγγένεια στην καθημερινή ζωή μιας πατρογραμμικής κοινωνίας. Οι ανθρωπολόγοι έχουν τονίσει ότι κοινωνίες, στις οποίες κυριαρχεί η πατροπλευρική συγγένεια, δεν αγνοούν απαραίτητα τους συγγενείς από την πλευρά της μητέρας, οι οποίοι συγκροτούν τη λεγόμενη «συμπληρωματική συγγένεια».218 Θα ήταν πράγματι αδύνατο να παραγκωνίζει η μικροκοινωνία του χωριού τους συγγενείς από την πλευρά της μάνας, στην προκειμένη περίπτωση τους γονείς της: Η μάνα ήταν ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρεφόταν η καθημερινή ζωή μιας οικογένειας' μέχρι το γάμο της είχε ζήσει, δουλέψει, αγωνιστεί στο σπίτι και για το σπίτι των γονιών της. Προφανώς ακόμη και για μια ανδροπατροτοπική κοινωνία, ισχύει η αποφθεγματική ρήση ενός πολύ αξιόπιστου συνομιλητή, του Α. Μ., γεννημένου το 1903: «...η νύφ' θυγατέρα δε γίνεται. Ο γαμπρός παιδί δε γίνεται κι η νύφη θυγατέρα. Υπάρχει διαφορά».219

Στη συνέχεια εξετάζω συγκεκριμένες εκδοχές των σχέσεων που αναπτύσσονταν ανάμεσα σε εγγόνια και τον «παππούλη» ή την «κυρούλα». Ξεκινώ από περιπτώσεις στις οποίες ο παππούς αποτελούσε ολοφάνερα το κεντρικό, το κυρίαρχο πρόσωπο στη ζωή των παιδιών, είτε ταυτόχρονα με τη μάνα, είτε περισσότερο από εκείνη:

Στην οικογένεια Κ. φαίνεται ότι τα παιδιά κυριολεκτικά μεγάλωσαν με τον

218. Βλ. Ε. Αλεξάκης, «Γυναίκες, Γάλα, Συγγένεια», ό.π., σ. 1: «Τι εννοούμε λέγοντας συμπληρωματική συγγένεια; Οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, οι οποίοι πρώτοι χρησιμοποίησαν τον όρο (κυρίως ο Fortes), εννοούν με αυτή τη δευτερεύουσα συγγένεια που είναι σχεδόν πάντα παρούσα σε ένα μονογραμμικό (πατρογραμμικό ή μητρογραμμικό) σύστημα καταγωγής, το οποίο, δίνοντας έμφαση στη μια από τις δύο συγγενικές πλευρές, θεωρητικά θα έπρεπε να αποκλείει την άλλη πλευρά. Αυτό όμως κατά κανόνα δεν συμβαίνει». Πβ. επίσης F. Zonabend, «De la famille. Regard ethnologique sur la parenté et la famille», σ. 68' A. Burguière, Ch. Klapisch-Zuber, M. Segalen, F. Zonabend (επιμ.), Histoire de la famille, Παρίσι 1986, σ. 19-97, κυρίως σ. 68' («Η πατρογραμμικότητα ή η μητρογραμμικότητα δεν αλληλοαποκλείονται. Καμία κοινωνία, ποτέ, δεν είναι αυστηρά μονογραμμική, και στην περίπτωση που τα θεμελιώδη δικαιώματα και προνόμια μεταβιβάζονται από τη μια γραμμή, η άλλη παρ' όλα αυτά αναγνωρίζεται κατά τρόπο δευτερεύοντα»).

219. Συν. με τον Α. Μ., σ. 8.

Σελ. 145
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/146.gif&w=600&h=915

πατέρα του πατέρα. Αυτό το διαπίστωσα από τις συνεντεύξεις που μου παραχώρησαν δύο κόρες της οικογένειας, η οποία είχε συνολικά 9 παιδιά: Το πρωτότοκο και το δευτερότοκο παιδί ήταν αγόρια, τα υπόλοιπα 7, κορίτσια. Οι συνομιλήτριες μου είναι το έβδομο και το όγδοο παιδί της οικογένειας" γεννήθηκαν το 1912 και το 1914 αντίστοιχα, όταν ο παππούς τους ήταν, σύμφωνα με τις χρονολογίες του Γενικού Μητρώου, 55 και 57 ετών. Η μορφή του παππού κυριαρχεί στις αφηγήσεις τους, κυρίως στην αφήγηση της μεγαλύτερης αδελφής αλλά και σε εκείνη της μικρότερης αδελφής, παρ' όλο που η τελευταία, μετά από ένα ατύχημα, σε ηλικία 10 ετών, εγκατέλειψε το χωριό για να ζήσει με μια θεία της στην Αθήνα: «Ο παππούς μου ήταν ένας αρχοντάνθρωπος. Του πατέρα μου ο πατέρας. Μέναμε όλοι μαζί. Πολύ τον θυμάμαι και πολύ...»220. Ο παππούς καθοδηγούσε τα παιδιά, τους ανέθετε μικροδουλειές, τα συμβούλευε, τα επιτηρούσε. «Τς συμβουλές του παππού δεν τς ξεχνάω ... Ο παππούς έλεγε συμβουλές ωραίες» ,221 Σύμφωνα με τη μεγαλύτερη αδελφή:

Πιο μικρά μαζεύαμε το μασούρι. Ο παππούς μ ' έλεγε: « Όταν δεν έχς δουλειά να χάνεις τα χέρια να παλεύουνε, να πάρεις ένα κουβάρι, να μαζεύς άλλο κουβάρι...». Πριν σερβίρεις μούλεγε εμένα: «'Όταν σερβίρεις θα βγάζεις ένα πιάτο με φαγητό, θα το βάζεις μέσα στο κλουβί» [κιβώτιο από ξύλο με τοιχώματα από ψιλό, συρμάτινο πλέγμα (σίτα) για τη φύλαξη του φαγητού], (για τους μουσαφίρηδες). «Είσαι υποχρεωμένος», (έλεγε ο παππούς) «να βγάλεις το φαγητό χι άμα δεν έχς αυγό, να χαλάσ' την κότα, κι άμα δεν έχς κότα, είσαι αναγκασμένος να χαλάσ' τ' αρνί. Νάχς ένα κουβάρ', μάσε άλλο κουβάρ'... Τ' άλλα τ' αφήεις για την άλλ' μέρα, τη δουλειά όχ».222 Η μικρότερη αδελφή επιβεβαιώνει: Κι έλεγε ο παππούς μου: «Παιδιά, να σας πω, όταν μαγειρεύετε θα βγάζετε ένα πιάτο φαγητό και θα το βάζετε στο ντουλάπ', γιατί μπορεί να περάσ' ένας πεινασμένος, ένας ξένος, ας μείνει ένα πιάτο φαγητό». Κι ύστερα έλεγε: «Φαγητό ν' αφήνετε για την άλλ' μέρα, δουλειά να μην αφήνετε...»223.

Εργατικότητα, νοικοκυροσύνη, φιλοξενία: Αυτές ήταν οι αξίες που ο παππούς με τις υποδείξεις του εμφυσούσε στις εγγονές του. Σε μια κοινωνία, όπου ο διαχωρισμός γυναικών και ανδρών ήταν τόσο έντονος σε όλες σχεδόν τις εκδηλώσεις της ζωής, θα περίμενε κανείς να ακούσει ότι η γιαγιά (στη συγκεκριμένη περίπτωση βρισκόταν εν ζωή), η μητέρα, μια μεγαλύτερη αδελφή, εν πάση περιπτώσει μια από τις γυναίκες της οικογένειας, καλλιεργούσε με συμβουλές

220. Συν. με την Β. Κ., σ. 1.

221. Συν. με την Π. Κ., σ. 5.

222. Συν. με την Π. Κ., σ. 2, 3, 5.

223. Συν. με την Β. Κ., σ. 2.

Σελ. 146
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/147.gif&w=600&h=915

και υποδείξεις στα κορίτσια αξίες, όπως την εργατικότητα και τη νοικοκυροσύνη.

Οπωσδήποτε η ιδιοσυγκρασία ενός ανθρώπου καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και τη συμπεριφορά του, αλλά νομίζω ότι θα πρέπει να δούμε τη συμπεριφορά του συγκεκριμένου παππού και ως έκφραση της εξέχουσας, της ηγετικής θέσης που κατείχε μέσα στο οικογενειακό σύνολο, λόγω ηλικίας, φύλου, κοινωνικής θέσης και κοινωνικού ρόλου (ως πατέρας του πατέρα). Κι αυτό παρ' όλο που στο παράδειγμά μας ο πατέρας ζούσε και εργαζόταν στο χωριό. Ο παππούς άλλωστε δε συμβούλευε απλώς" συγχρόνως ανέθετε στις εγγονές του καθήκοντα, που συχνά αφορούσαν στη δική του εξυπηρέτηση: Τις έστελνε το πρωί να του φέρουν νερό κρύο από τη βρύση για να πιει ή τις έστελνε να φέρουν νερό και να γεμίσουν τη φορητή μπανιέρα που είχε προμηθευτεί για να ανακουφίζεται από τη δερματική πάθηση από την οποία υπέφερε («είχε κι ένα ματάκ' ο καημένος, ήταν και παχύς, είχε και δερμικά...»). Επίσης ασκούσε αυστηρό έλεγχο στις κινήσεις των κοριτσιών:

Να σου πω ήμασταν μεγάλα κορίτσια κι εγώ κι η αδελφή μ ' η Κούλα και παντρεύονταν στον Κάτω Μαχαλά, αρραβωνιάζονταν και πήγαμε να τη συγχαρούμε. Έπρεπε νάρθεις μια ώρα πίσω γιατ' είχαμε δουλειά. Θέλαν και τα γίδια και τα μουλάρια περιποίηση. Και μας άφησε έξω απ' την αυλόπορτα ο παππούς και δε μας άφηνε να μπούμε μέσα. Γιατί αργήσαμε... (...) Όταν μεγαλώσαμε πηγαίναμε για ξύλα κι ο παππούς μ' ήθελε, είχε μια ιδιότητα, έπρεπε να 'ρθούμε και φορτωμένες. Κι έβγαινε να δει, αν έχουμε τίποτα. Κι η μάνα μ' έλεγε: «τα ξύλα γίνονται στάχτ', σεις, το κορμί δεν ξαναγίνεται». Ο παππούς είχε αυτό το συνήθειο. Ερχόμασταν, έπρεπε να πάμε και φορτωμένες,224

Στην τελευταία μαρτυρία διαφαίνεται όμως ότι ο έλεγχος προκαλούσε τη δυσαρέσκεια της μητέρας, η οποία, ωστόσο, δε μπορούσε να εκφραστεί ανοιχτά, ακριβώς γιατί μέσα στην οικογένεια βρισκόταν κάτω από την εξουσία του πατέρα του άνδρα της, που λόγω ηλικίας -ήταν 76 ετών όταν γεννήθηκε η μεγάλη αδελφή- και κακής υγείας παρέμενε κυρίως στο χώρο του σπιτιού.

Οι μαρτυρίες που παρέθεσα στην προηγούμενη παράγραφο δείχνουν άλλωστε ότι οι σχέσεις των συνομιλητριών μου με τον παππού τους δεν υπήρξαν ανέφελες, παρ' όλο που τον αγαπούσαν και τον σέβονταν. Φαίνεται, μάλιστα, ότι ο παππούς, όσο κι αν αγαπούσε τις εγγονές του, εξέφραζε ορισμένες φορές δυσαρέσκεια για τον μεγάλο αριθμό κοριτσιών της οικογένειας (όπως είπα παραπάνω τα 7 από τα 9 παιδιά της οικογένειας ήταν κορίτσια). Η περιφρόνηση της θηλυγονίας προκαλούσε ένταση στη σχέση παππού και εγγονής: «Ήταν

224. Συν. με την Π. Κ., σ. 4, 7.

Σελ. 147
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/148.gif&w=600&h=915

ένας κουμπάρος που επειδής έκανε όλο κορίτσια η μάνα μου, είπανε ν' αλλάξουν (κουμπάρο, για να γεννήσει η μάνα και αγόρια)... «Μετά έγινα εγώ και με ξεθύμωσε ο παππούς μου (θύμωσε μαζί μου ο παππούς)... Ήταν τα κορίτσια. Τα είχαν σε κακό τα κορίτσια».225

Ανεξάρτητα πάντως από το φύλο των εγγονών, η συμβίωση της πυρηνικής οικογένειας με τους γονείς του πατέρα πρέπει να προκαλούσε συχνά εντάσεις και να οδηγούσε σε συγκρούσεις, αναστατώνοντας με αυτόν τον τρόπο τη ζωή των παιδιών. Στην αφήγηση του Χ. Τ. αυτό φαίνεται πολύ καθαρά: Σε αυτή την οικογένεια ο πατέρας απουσίαζε συνεχώς στη Νότια Αμερική" η μητέρα και τα δύο παιδιά (ο Χ. Τ. και ο μεγαλύτερος αδελφός του) ζούσαν μαζί με τον παππού, τον πατέρα του πατέρα τους" η μητέρα του πατέρα είχε πεθάνει προ πολλού). Ο παππούς, ο οποίος σύμφωνα με τις χρονολογίες του Γενικού Μητρώου ήταν 58 ετών όταν γεννήθηκε ο Χ. T., το 1914, κατείχε ηγετική θέση μέσα στην οικογένεια, καθώς, μάλιστα, απουσίαζε ο πατέρας. Αρκεί να αναφέρουμε ότι στον παππού έστελνε ο πατέρας τα εμβάσματα από την Αμερική" αλλά και τα υπόλοιπα αδέλφια του πατέρα, τα οποία επίσης βρίσκονταν στη Νότια Αμερική, έστελναν χρήματα στον παππού. Η παρουσία του ενίσχυε σημαντικά τα οικονομικά της οικογένειας T., αλλά σύμφωνα με τον εγγονό του και συνομιλητή μου,

...καλύτερα να έλειπε ο παππούς από τη μάνα μου διότι πέρασε μαύρες μέρες. Ιδιότροπος, ιδιότροπος που δε λέγεται. Το ανεγνώριζαν και τα παιδιά του. Σε ένα άλλο σημείο της αφήγησης λέει χαρακτηριστικά: Παντρευόμενες οι μητέρες πήγαιναν στο σπίτι του συζύγου κι έβρισκαν και τα πεθερικά με τα οποία δεν περνούσαν και τόσο καλά... Ο παππούς ήταν σκληρός. Όχι σε μας. Στο φέρσιμο προς τη μάνα μου. Ναι. Την κατηγορούσε, την ύβριζε, την κακολογούσε κ.λπ., παρόλο ότι με την οικογένεια της μάνας μου είχαν αγαθότατες σχέσεις. Αλλά με τη μάνα μου μαλώνανε».226

Και ο παππούς του Χ. Τ. ανέθετε στα παιδιά καθήκοντα, λ.χ. να του φέρουν νερό από τη βρύση, αλλά δεν αναφέρονται επίμονες υποδείξεις και συμβουλές προς τους εγγονούς, ίσως γιατί ήταν αγόρια και ο κόσμος τους είχε πιο ρευστά σύνορα, πιο ρευστούς κανόνες από ό,τι ο κόσμος των κοριτσιών.

Όμως οι σχέσεις του συνομιλητή μου και του αδελφού του με τον παππού τους είχαν αναμφισβήτητα θετικές πλευρές: Ο παππούς τραγουδούσε με τα παιδιά, τα έπαιρνε στα πόδια του, τους διηγόταν ιστορίες από τα νιάτα του ως ληστή, ιστορίες που στη διάρκεια της συνομιλίας μας έφερναν δάκρυα στα μάτια του Χ. T., αναδεικνύοντας τη βαθειά επίδραση που πρέπει να είχε ο πατέρας του πατέρα του (παππούς του) στη διαμόρφωση του ψυχικού, συναισθηματικού και

225. Συν. με την Π. Κ., σ. 6.

226. Συν. με τον Χ. T., σ. 3, 7.

Σελ. 148
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/149.gif&w=600&h=915

αξιακού κόσμου του εγγονού. Φαίνεται ότι εξιστορούσε συχνά στους εγγονούς του τα κατορθώματά του: Σε μια περίπτωση, στην οποία αναφερόταν συχνά, είχε ξεκινήσει μαζί με 12 συγχωριανούς για τη Μικρά Ασία. Εκεί διέμειναν αρκετό καιρό ληστεύοντας οικισμούς και διερχόμενα καραβάνια, ξεπερνώντας κακουχίες και δυσκολίες χάρη στη μεταξύ τους αλληλεγγύη. Ο παππούς του Χ. Τ. τόνιζε στις αφηγήσεις του τα κατορθώματα της ομάδας προσδίνοντάς τους χαρακτήρα εθνικό, προφανώς για να τα νομιμοποιήσει στη συνείδηση του και στη συνείδηση μιας κοινωνίας, στην οποία οι παλιές αξίες μετατρέπονταν σταδιακά σε απαξίες: «Αυτά τα πράγματα εκείνοι τα θεωρούσαν ηρωικές πράξεις, γιατί πήγαμε λέει να χτυπήσουμε τον Τούρκο, Τούρκο, όχι Έλληνες, Τούρκο, δηλαδή να του κάνουνε ζημιά...».227 Υποθέτω ότι οι αφηγήσεις αυτές που εξήραν τη σωματική και ψυχική αντοχή των ανδρών, τον ηρωισμό, την πολεμική τέχνη, αργότερα επηρέασαν υποσυνείδητα την απόφαση του Χ. Τ. να προσχωρήσει στη αντίσταση (στον ΕΛΑΣ) και να πολεμήσει στα βουνά. Άλλωστε, όπως επισημαίνει ο Δαμιανάκος υποδεικνύοντας επιρροές της παράδοσης της κοινωνικής ληστείας στο αντάρτικο, «η λαϊκή μνήμη για την κλεφτουριά και την κοινωνική ληστεία παραμένει ζωντανή την περίοδο 1940-49».228

Τον παππού τον θμώμαι πολύ χαλά και πολλές συμβουλές (έδινε), αφη-

227. Συν. με τον Χ. T., σ. 7.

228. Στ. Δαμιανάκος, «Κοινωνική ληστεία και αγρο-ποιμενικός πολιτισμός στην Ελλάδα», στο Στ. Δαμιανάκος, Παράδοση Ανταρσίας, ό.π., σ. 71-107, κυρίως σ. 77. Στην πρωτοποριακή μελέτη της για το χωριό Ζιάκα Γρεβενών κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, η Ρ. Μπούσχοτεν συνδέει τη διάσπαση της παράδοσης του κλεφταρματολισμού στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, με την εμφάνιση νέων αξιών και την ανάπτυξη συλλογικών μορφών δράσης, που με τη σειρά τους ευνόησαν την μεταγενέστερη αριστερή πολιτική τοποθέτηση των Ζιακιτών και την ενεργό δράση τους στην Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο. Μεταξύ άλλων επισημαίνει το ρόλο των πολιτισμικών παραδόσεων του ορεσίβιου πληθυσμού (όπως της περηφάνειας, της παλικαριάς, της ανδροπρέπειας), που στην περίπτωση των ανταρτών μεταπλάστηκαν μέσα από τους κοινωνικούς αγώνες του Μεσοπολέμου και τις δομές του ΕΑΜ και προσαρμόστηκαν σε ένα νέο συλλογικό πλαίσιο αναφοράς (Μπούσχοτεν, Ανάποδα Χρόνια, ό.π., σ. 41-70, 148-153). Θα είχε, νομίζω, ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς επίσης το ενδεχόμενο αξίες της κλεφταρματολικής παράδοσης που μεταβιβάστηκαν στα παιδιά του Μεσοπολέμου μέσα από αφηγήσεις των ενηλίκων (εν μέρει, όπως στην περίπτωση του παππού του Χ. Τ. μεταπλασμένες από την οπτική των κυρίαρχων εθνικών αξιών), να επηρέασαν καθοριστικά τη μεταγενέστερη απόφαση τους να ενταχθούν σε αντάρτικες ομάδες.

Βέβαια οι κοινωνικο-οικονομικές δομές στο Κροκύλειο και την ευρύτερη περιοχή γύρω από αυτό διαφέρουν από τις κοινωνικο-οικονομικές δομές της ευρύτερης περιοχής στην οποία εντάσσεται το παράδειγμα της Μπούσχοτεν. Οι οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά πολύ ισχυροί κτηνοτρόφοι της περιοχής των Γρεβενών, ο πρώιμος εξαστισμός σημαντικού μέρους του πληθυσμού (Μπούσχοτεν, ό.π., σ. 24 κ.εξ.) και οι συνακόλουθες έντονες κοινωνικο-οικονομικές εξαρτήσεις, δεν απαντούν στην περίπτωσή μας. Επιπλέον στο παράδειγμά μας η ληστεία φαίνεται να αποτελεί παρελθόν που έχει μετατραπεί σε αφήγηση ήδη στην αρχή της μεσοπολεμικής περιόδου, νωρίτερα από ότι στο παράδειγμα της Μπούσχοτεν (για τη γεωγραφία του ληστρικού φαινομένου βλ. εδώ, Πρώτο κεφάλαιο, σημ. 79).

Σελ. 149
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/150.gif&w=600&h=915

αφηγείται η Α. Π., που γεννήθηκε το 1911, τότε που ο πατέρας του πατέρα της (παππούς της) πλησίαζε τα 80 και ζούσε μαζί με το γιο, τη νύφη και τα έξι παιδιά τους. Ο πατέρας όμως ήταν ιερέας σε γειτονικά χωριά -τον συναντήσαμε και προηγουμένως όταν μιλήσαμε για το πρόσωπο του πατέρα- και απουσίαζε τον περισσότερο καιρό από το σπίτι. Και σ' αυτήν την περίπτωση ο παππούς έπαιζε σε μεγάλο βαθμό το ρόλο του αρχηγού της οικογένειας: «Ο παππούς ήταν αρχηγός, αρχηγός στο σπίτ', ναι, και μολονότι δεν μπόραγε να πάει έξω, να πάει για δουλειές κι αυτό, η γλώσσα τ' ήταν...».229 Και εδώ συναντάμε τις συνεχείς υποδείξεις προς τις εγγονές, όχι μόνο στην παιδική αλλά και στη νεανική τους ηλικία, υποδείξεις που συνδέονταν με την καθημερινή εργασία στο χώρο του σπιτιού:

Απ' τη γιαγιά δε θμώμαι πολλά πράματα... αλλά με τον παππούλη μ' έζησα όμως, και έζησα και μίλαε και μάρενε η κουβέντα τ' κι αυτά. Ευκιέταν, μόλεγε πώς να σκάβω, πώς να κάνω, γιατ' αυτή τη δουλειά κάναμε εμείς τότε, μόλεγε πώς να γυρίζω το ζευγάρ', και μόλεε μάλιστα: «μόεις, Αγγέλω μ', μόεις μοιάσ' στο ζευγάρ, κάνς καλό χωράφ', κάνς καλό χωράφ', κάνς γιομάτ' την αυλακιά, σε φοβάται το ζευγάρ', μόεις μοιάσ', Αγγέλω μ', μόεις μοιάσ'».230

Επίσης ο παππούς της Α. Π., όπως και ο παππούς του Χ. T., διηγόταν ιστορίες από τη δράση του ως ληστή:

Λοιπόν ο παππούλης μ' τώρα έκαμε κλέφτς εκείνα τα χρόνια... Μας διήγείταν πως έκαμε αυτός κλέφτς εδώ στ' Αρβανιτοχώρια ... εκεί έκαμε κλέφτς κι αρματολός κι έλεγε ότι πήραν κάνα δυο παιδάκια, τα πήραν για εξαγορά απ' τς Αρβανίτες εκεί, τα πήραν να τα ξαγοράσουν, να πάρνε λύτρα...231.

Μέσα από την επικοινωνία με τον «παππούλη», συχνά αγόρια και κορίτσια γνώριζαν έναν κόσμο αρκετά διαφορετικό από το δικό τους, από τον κόσμο που πρόβαλλε το σχολείο, το έθνος-κράτος, τα αστικά κέντρα με τα οποία η κοινότητα διατηρούσε επαφή, έναν κόσμο, στον οποίο η κλοπή, η απαγωγή, η βία γενικότερα, αποτελούσε τρόπο επιβίωσης και ζωής, είχε θέση και αξία και ήταν, φυσικά, ανδρικό προνόμιο. Υποθέτω ότι παρόμοιες διηγήσεις νομιμοποιούσαν, ως ένα βαθμό, στη συνείδηση αγοριών και κοριτσιών τη βία -με την ευρύτερη έννοιά της και όχι μόνο με την έννοια της φυσικής βίας —ως ανδρικό προνόμιο και συντελούσαν στην αναπαραγωγή της ανδρικής εξουσίας μέσα στην οικογένεια.

229. Συν. με την Α. Π., σ. 7.

230. Συν. με την Α. Π., σ. 3.

231. Συν. με την Α. Π., σ. 2.

Σελ. 150
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/151.gif&w=600&h=915

Υπάρχουν και άλλες μαρτυρίες για τη σημασία που είχε για τα παιδιά του χωριού, την καθημερινότητα και την κοινωνικοποίηση τους η συμβίωση με τον πατέρα του πατέρα.232 Σε όλες, η γιαγιά από την πλευρά του πατέρα, προβάλλει λιγότερο έντονα. Φυσικά δε διηγούνται όλοι οι άνθρωποι το ίδιο αναλυτικά αλλά το ερώτημα που με απασχολεί είναι το εξής: Γιατί συνομιλητές που αφηγούνται με λεπτομέρειες και έζησαν μεγάλο μέρος της παιδικής τους ηλικίας όχι μόνο με τον πατέρα του πατέρα αλλά και με τη μητέρα του πατέρα, όπως οι αδελφές Π. Κ. και Β. Κ. ή ο Λ. Γ., μιλούν εκτενώς για τον «παππούλη» τους και ελάχιστα για την «κυρούλα» τους; Ίσως επειδή με τον «παππούλη» περνούσαν περισσότερο χρόνο, αφού η «κυρούλα» ήταν απασχολημένη στο σπίτι και τα χωράφια, ίσως επειδή η επικοινωνία με τον παππού ήταν περισσότερο λεκτική,233 ακριβώς λόγω του άφθονου χρόνου, που ο τελευταίος είχε στη διάθεσή του, και γι' αυτό η σχέση τους μαζί του μπορεί να ανακληθεί με μεγαλύτερη ευκολία στη μνήμη και να μετατραπεί σε αφήγηση. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την περίπτωση η μητέρα του πατέρα να έπαιζε σημαντικότερο ρόλο στην καθημερινότητα των παιδιών και τη διαδικασία κοινωνικοποίησης τους από όσο μπορούμε να ανιχνεύσουμε στο προφορικό υλικό.234 Σε ορισμένες περιπτώσεις, βέβαια, η σχέση των παιδιών με τη γιαγιά προβάλλει με την ίδια ένταση, με την οποία, στα παραδείγματα που αναλύσαμε παραπάνω, οι άνθρωποι μιλούν για τον παππού τους. Πρόκειται όμως πάντοτε για τη μητέρα της μητέρας, στοιχείο που αναδεικνύει τη σημασία των μητροπλευρικών συγγενών σε κοινωνίες όπου κυριαρχεί η πατροπλευρική συγγένεια, σημασία στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω. Η στενή σχέση με τη για-

232. Συν. με την Ε. Ζ., σ. 1, 9, 15' Συν. με τους Λ. και Α. Γ., σ. 1, 5, 7.

233. Σε αυτό το σημείο τα συμπεράσματα μου διαφέρουν από εκείνα της κοινωνικής ανθρωπολόγου Μαρί-Ελιζαμπέτ Αντμάν, η οποία μελέτησε ένα ημιορεινό χωριό του Πηλίου στη δεκαετία του 1970: «Στο Πουρνάρι, αυτός ο ιδιαίτερος δεσμός, που δημιουργείται με τις λέξεις, δεν υπάρχει. Τα παιδιά έχουν πιο σπάνια απ' όσο στο Minot [ένα χωριό της Γαλλίας, με το οποίο η συγγραφέας συγκρίνει την περίπτωση, την οποία μελετά] την ευκαιρία να έρχονται σε επαφή με τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν τους μιλούν. Μιλούν, βέβαια, αλλά χωρίς ν' απευθύνονται ειδικά σ' αυτά: μιλούν μπροστά τους για χίλια δυο πράγματα, για τη διαγωγή των γειτόνων, για τη δουλειά, για την πολιτική, και αυτά μαθαίνουν, ακούγοντας τα λόγια των μεγάλων, τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν.» (Αντμάν, Βία και πονηριά, ό.π., σ. 197).

234. Πβ. Κ. Καραπατάκης, Η Μάνα και το Παιδί στα παλιότερα χρόνια, Αθήνα 1979, σ. 164-167: Ο Καραπατάκης εξετάζει την καθημερινότητα των παιδιών στη Μακεδονία, κυρίως στην περιοχή Γρεβενών, από όπου και ξεκίνησε την έρευνά του το 1932. Στις σελίδες 164-167 μιλά για το σημαντικότατο ρόλο του παππού και της γιαγιάς μέσα στην οικογένεια: «Ο "καλός παππούς" πάντα έβαζε τα παιδιά να κάνουν ορισμένες δουλειές και τα επαινούσε με μπράβο (...) Ο ρόλος της γιαγιάς ήταν ακόμα σπουδαιότερος. Η γιαγιά μένοντας ώρες ολόκληρες με τα παιδιά, έμπαινε πολύ βαθιά στην ψυχή τους». Το υλικό μου δεν επιβεβαιώνει την εικόνα αυτή της γιαγιάς που περνά πολύ χρόνο με τα εγγόνια.

Σελ. 151
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/152.gif&w=600&h=915

γιαγιά δε φαίνεται να κυριαρχείται από υποδείξεις ή συμβουλές, δε μοιάζει να στηρίζεται στη στενή επιτήρηση και τον έλεγχο, αλλά μάλλον στη φροντίδα του ενήλικα προς το παιδί και την αλληλεγγύη μεταξύ τους' είναι μια, κατά βάση, σιωπηλή αλλά ισχυρότατη σχέση στοργής:

- Η Γ. Σ. γεννήθηκε το 1917' η μητέρα της πέθανε λίγο μετά τη γέννησή της. Ο πατέρας της ξαναπαντρεύτηκε, όταν εκείνη ήταν 3 ετών. Οι σχέσεις της με τη μητριά της ήταν πολύ καλές' αντίθετα ο πατέρας ήταν σκληρός μαζί της. Δεν της επέτρεπε να επισκεφτεί τη γιαγιά από τη μητέρα της, επειδή η οικογένεια της πρώτης του γυναίκας τού χρωστούσε ακόμη χρήματα από την προίκα. Η Γ. Σ., ενάντια στη θέληση του πατέρα της και με την κάλυψη της μητριάς της, διατηρούσε στενή σχέση με τη γιαγιά της, μια σχέση αγάπης και στοργής που σφράγισε τη ζωή της συνομιλήτριας μου:

Από μία γιαγιά μ' είχα στοργή. Τς μάνας μου. Από κείνη γνώρσα στοργή και την αγαπούσα πάρα πολύ... Αγάπη. Πήγαινα εκεί και ό,τ' νάχε -φτωχούλα ήταν και είχε μια νύφη εκεί, δεν πολυτς έδινε σημασία, δεν την αγαπούσε- μόδινε φωμάκ', μόδινε ό,τ' φαγάκ είχε, «όχι», λέω, «γιατί τι θα φας εσύ άμα το φάω εγώ;» — «Άμα τρως εσύ, χορταίνω γω, παιδάκι μ'». Θα ήμαν δέκα χρονών, εννιά χρονών. Έπαιρνα ξυλάκια, κλαρούλες, καμιά πατατούλα, φασολάκια μάζευα απ' το περιβόλ' και τς πήγαινα να μαγειρέφ' η κακομοίρα,235

Για την Γ. Σ. η γιαγιά της, που το 1917 -όταν γεννήθηκε η συνομιλήτρια— πλησίαζε τα 60, ήταν το πρόσωπο στο οποίο στηρίχθηκε ψυχολογικά στη διάρκεια των παιδικών της χρόνων" και η ανάμνηση της γιαγιάς τη στηρίζει ψυχολογικά ακόμη και σήμερα, που η Γ. Σ. έχει χάσει με τραγικό τρόπο τη μια από τις δύο κόρες της, αναδεικνύοντας τη σημασία που έχουν για τη ζωή ενός ανθρώπου, τα πρόσωπα αναφοράς στα πρώτα χρόνια της ζωής του: «Πολλές φορές τη βλέπω (τη γιαγιά) στον ύπνο μου, να την κρατάω στα χέρια μου, στην αγκαλιά μου, να τη σφίγγω, να τη φιλάω».236

- Η Π. Α., περίπου συνομήλικη της Γ. Σ., είναι η μοναχοκόρη και μοναχοπαίδι του καθηγητή του Σχολαρχείου, στην οποία έχουμε επανειλημμένα αναφερθεί. Η σχέση της με τη μητέρα της μητέρας της στα παιδικά της χρόνια υπήρξε ιδιαίτερα στενή. Σε αυτή την περίπτωση η γιαγιά, που ήταν περίπου 55 ετών το 1918, όταν γεννήθηκε η συνομιλήτρια, ζούσε μαζί με την πυρηνική οικογένεια, αφού ο πατέρας της Π. Λ. ήταν σώγαμπρος.

Η χαρά μου, —αφηγείται η συνομιλήτρια—, ήτανε να πηγαίνω με τη γιαγιά στο μύλο, ο οποίος μύλος είχε χώμα κάτω, είχε ένα τζακάκι, που έκαιγε βέβαια μια φωτιά, γιατί δε .μπορούσες μέσ' τη ρεματιά να σταθείς χωρίς

235. Συν. με την Γ. Σ., σ. 11.

236. Συν. με την Γ. Σ., σ. 11.

Σελ. 152
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 133
    

    μεταβιβάζεται ουσιαστικά το πολιτισμικό κεφάλαιο της παλαιότερης στη νεότερη γενιά (ως ένα βαθμό βέβαια, προπάντων μέσω του σχολείου, και η νεότερη γενιά μεταβιβάζει πολιτισμικά αγαθά στην παλαιότερη). Όπως γράφει εξάλλου ο S. Eisenstadt «η δυνατότητα αλληλεπίδρασης με άλλα άτομα, ιδιαίτερα με ενηλίκους, και η διασφάλιση μιας διαρκούς προσκόλλησης σε αυτούς συνιστούν ίσως την πιο βασική ανάγκη της ανθρώπινης προσωπικότητας».187 Οι προφορικές μαρτυρίες αποτελούν πολύτιμες και αναντικατάστατες πηγές για τις σχέσεις των παιδιών με τους γονείς, τους παππούδες, τα αδέλφια και άλλους συγγενείς τους, τις αρχές, τα μέσα και τους τρόπους με τους οποίους ανατρέφονταν τα παιδιά. Αν και οι άνθρωποι, κατά κανόνα, αποφεύγουν να αναφερθούν σε σκοτεινές πλευρές των διαπροσωπικών σχέσεων και έχουν την τάση να τις εξιδανικεύουν ή να τις ωραιοποιούν -συνειδητά, ή ασυνείδητα-, ο ιστορικός δεν κινδυνεύει να αποπροσανατολιστεί αν εξετάσει τις απόψεις των πληροφορητών με προσοχή στο πλαίσιο του συνόλου των αφηγημάτων τους.188 Οι εκδοχές και οι όψεις διαπροσωπικών σχέσεων και διαπαιδαγώγησης που παρουσιάζονται και αναλύονται εδώ, καλύπτουν φυσικά ένα μόνο μέρος του πολυπρισματικού φάσματος τους.

    Α' Πρόσωπα αναφοράς189

    1. Οι «γονήδες»: Ο «πατέρας» και η «μάνα»190

    Σε αντίθεση με άλλες διαπροσωπικές σχέσεις στο εσωτερικό της οικογένειας, οι σχέσεις γονέων-παιδιών έχουν απασχολήσει έντονα τους ιστορικούς της παιδικής

    φράση: Κ. Αθανασίου, στο Δ. Μακρυνιώτη (επιμ.), Παιδική Ηλικία, Αθήνα 1997, σ. 174-

    183.

    187. Eisenstadt, «Ηλικιακές ομάδες...», ό.π., σ. 179.

    188. Πβ. όσα γράφει η Rosenbaum στην ερευνά της για τη ζωή εργατικών οικογενειών

    στην περιοχή του Ανοβέρου κατά τον πρώιμο 20ό αιώνα (Rosenbaum, Proletarische Familien,

    ό.π., σ. 27): «Αναμφισβήτητα θα πρέπει να υποθέσουμε ότι οι περισσότεροι πληροφορητές

    προσπαθούσαν να δώσουν μια αρμονική εικόνα της ζωής στην οικογένεια των γονιών τους. Όμως στη διαδικασία της ίδιας της αφήγησης προέκυπταν αρκετά στοιχεία που διατάρασσαν αυτή την εικόνα και έδειχναν πως η αρμονία ήταν επιφανειακή ή και ανύπαρκτη.

    189. Μεταφράζω ως «πρόσωπα αναφοράς» τον γερμανικό όρο «Bezugspersonen» που δηλώνει τα πρόσωπα με τα οποία σχετίζεται άμεσα το παιδί.

    190. Από υπολογισμούς μου με βάση το Γενικό Μητρώο προκύπτει ότι στη διάρκεια του Μεσοπολέμου οι πατέρες σε ποσοστό περίπου 60% ήταν ηλικίας 26-35 ετών όταν γεννιόταν το πρώτο τους παιδί, ενώ, οι μητέρες, επίσης σε ίδιο περίπου ποσοστό, ήταν ηλικίας 21-30 ετών. Χονδρικά, κατά μέσο όρο, το μεγαλύτερο παιδί μιας οικογένειας είχε ηλικιακή διαφορά 12 ετών από το μικρότερο. Σπάνια οι νέοι γονείς ήταν κάτω από 20 ή πάνω από 45 ετών. Το ποσοστό των μητέρων ηλικίας 15-20 ετών αγγίζει το 16%, αν και συνήθως πρόκειται για κοπέλες ηλικίας πάνω από 17 ετών. Το αντίστοιχο ποσοστό για τους άνδρες δεν