Συγγραφέας:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Τίτλος:Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
 
Υπότιτλος:Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:38
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2003
 
Σελίδες:387
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Κροκύλειο Δωρίδας
 
Χρονική κάλυψη:αρχές 20ού αι.
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό είναι μία ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου, το Κροκύλειο (ως το 1915 Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο) της Φωκίδας, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει, δηλαδή, πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μία κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο παράδειγμα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.57 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 177-196 από: 395
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/177.gif&w=600&h=915

η θρησκεία στο να μην κάνουν το κακό, δηλαδή δε με βλέπει κανείς άλλος, αλλά με βλέπει ο θεός. — Α, ναι! Πιστεύαμε στο θεό. Και πιστεύαμε κι αυτό πίστευαν και οι μητέρες μας, οι οποίες μέσα στις δουλειές, ας πούμε, που μας έστελναν, βάζαν ανάμεσα και το θεό. Δηλαδή, «μην κλέβετε σταφύλια ξανά, γιατί σας βλέπει ο θεός από πάνω». Αυτό ήταν απειλή. Απειλή κατά της ειρήνης, της δικής μας ειρήνης.291

Πόση απόσταση χώριζε άραγε στην νοοτροπία του χωριού και τη φαντασία παιδιών και ενηλίκων τον ανθρωποφάγο γέροντα Καραμίδα από τον απειλητικό «Θεό», το γέροντα από το άγρυπνο μάτι του οποίου τα παιδιά δε μπορούν να ξεφύγουν; Πάντως οπωσδήποτε ο θεός ήταν μια μορφή κατά βάση φιλική προς τα παιδιά, μια μορφή που τιμωρούσε για να απονείμει δικαιοσύνη, ένα πρόσωπο για το οποίο τα παιδιά ενδόμυχα πίστευαν ότι θα είναι επιεικές μαζί τους, ότι θα τα συγχωρέσει. Οπωσδήποτε λιγότερη αναστάτωση προκαλούσε στον ψυχικό κόσμο των παιδιών η απειλή «σε βλέπει ο Θεός», από την απειλή «θα σε πάρει ο Καραμίδας» ή «το στοιχειό».

Δεν θα πρέπει ωστόσο να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι οι ίδιοι οι ενήλικες φοβόνταν τις υπερφυσικές και μαγικές δυνάμεις. Επομένως, αυτές οι μορφές διαπαιδαγώγησης δεν υπαγορεύονταν απλώς από πρακτικές ανάγκες αλλά αντανακλούσαν και ένα μέρος των αποκρυσταλλωμένων αντιλήψεων των ανθρώπων, του habitus, κατά Bourdieu. Δεν είναι, νομίζω, υπερβολή να υποθέσουμε ότι οι ενήλικες πίστευαν πραγματικά, έστω και υποσυνείδητα, ότι τα παιδιά κινδύνευαν από υπερφυσικές, μαγικές δυνάμεις.

Άλλωστε γενικά τα παιδιά θεωρούνταν ιδιαίτερα ευάλωτα στις μαγικές δυνάμεις των στοιχειών, των κακών πνευμάτων και στο «μάτι» (ίσως και λόγω των κινδύνων στους οποίους ήταν εκτεθειμένη η υγεία και η ζωή" τους) '298 γι' αυτό οι περισσότερες μανάδες ή γιαγιάδες τους φορούσαν φυλαχτά, τα λεγόμενα «χαϊμαλιά»: «Η πρώτη δουλειά ήταν αυτήνη της μάνας. Αυτό ήταν το γιατρικό για το μικρό παιδί. Το φυλαχτούλ'. Λιβάν' έβαναν μέσα, κάνα χόρταράκ' αν είχαν απ' τον Επιτάφιο, απ' την εκκλησία, τέτοια πραματάκια. Και μας το φόραε από μέσα εδώ και το είχαμε αυτό, κι αυτό ήταν τς μάνας φυλαχτό».299 Η συνταξιούχος φιλόλογος Π. Λ. επιβεβαιώνει με την αφήγηση της

297. Συν. με την Π. Λ., σ. 3' Συν. με τον Χ. T., σ. 18.

298. Για το ευάλωτο των μικρών παιδιών στη βασκανία πρβλ.: κεελ, Αρ. Χειρ. 3988, σ. 11, 22. Αυτό υποδηλώνουν και οι μαγικο-αποτρεπτικές επωνυμίες που χρησιμοποιούσαν οι χωριανοί για να προστατεύσουν τη ζωή και την υγεία των βρεφών: Στο χωριό αποκαλούσαν τα αρσενικά βρέφη «δράκς» (ον με μαγικές, υπεράνθρωπες δυνάμεις) και τα θηλυκά «κουτσιόρις» (προφανώς αναγραμματισμός της λέξης «κορίτσι») (Βλ. σχετικά το κείμενο του Θ. Αθανασόπουλου, «Τα Κλικούρδα», στην εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 44 (1991). Επίσης κεελ, αρ. Χειρ. 4221, σ. 208-211).

299. Συν. με την Α. Π., σ. 8, 9.

Σελ. 177
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/178.gif&w=600&h=915

το διαστρωματικό χαρακτήρα αυτών των νοοτροπιών (είναι η μοναχοκόρη του καθηγητή του Σχολαρχείου) και την ανεξίτηλη επιρροή τους στον ψυχικό κόσμο συνομιλητών και συνομιλητριών:

Πίστευαν πολύς κόσμος στα μάγια. Πάρα πολύς κόσμος και τη μητέρα μου τη θυμάμαι... Φορούσαν φυλαχτό βέβαια. Φορούσα πάντα φυλαχτό. Ένα φυλαχτό. Το οποίο δε μπόρεσα να πετάξω, ξέρεις πόσα χρόνια έζησε και δεν ξέρω κι αν υπάρχει σ' ένα συρτάρι. Υπάρχουν μερικά ταμπού που δε μπορείς να τα... Ξέρω γω τι είχε μέσα. Ένα πράγμα σα λιβανάκι. Κάτι είχε μέσα. Απέξω μ ' ένα κουρελάκι είναι φτιαγμένο, ένα τετραγωνάκι τόσο. Το τι είχε μέσα δεν το ξέρω, αλλά το θυμάμαι χρόνια ότι δεν το πέταγα. Όταν έπαψα να πιστεύω σε τέτοια, μέσα μου κάτι μ ' εμπόδιζε, ήταν το φυλαχτό μου. Φορούσαν όλα τα παιδιά φυλαχτό.300

Αφηγήσεις και τραγούδια λειτουργούσαν ως μέσα διαπαιδαγώγησης. Όμως ούτε οι αφηγήσεις ούτε τα τραγούδια απευθύνονταν αποκλειστικά στα παιδιά.301 Και το γεγονός ότι τα διαπαιδαγωγούσαν δε σημαίνει ότι αποσκοπούσαν σε κάτι τέτοιο. Επρόκειτο, περισσότερο, για μορφές επικοινωνίας και ψυχαγωγίας που στο παράδειγμά μας και γενικότερα σε παραδοσιακές, αγροτικές κοινωνίες αφορούσαν σε όλες τις ηλικίες. Ίσως γι' αυτό είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιορίσω ποια έκταση είχε αυτή η μορφή επικοινωνίας ανάμεσα σε παιδιά και ενήλικες. Ίσως γι' αυτό συνομιλητές και συνομιλήτριές μου απάντησαν ότι δε θυμούνται ποια παραμύθια τους διηγούνταν οι ηλικιωμένοι (αν και στην ερώτηση: «σας έλεγαν παραμύθια ο παππούς και η γιαγιά;» απάντησαν καταφατικά) . Η επικοινωνία με τους αφηγητές πρέπει πάντως να ήταν ουσιαστική για τη συναισθηματική ισορροπία των παιδιών. Αυτός που αφηγείται δεν το κάνει μηχανικά αλλά με ενσυνειδησία και δραματικότητα. Η ζωντανή προφορική αφήγηση αποτελεί μια άμεση και πολύπτυχη μορφή ανθρώπινης επικοινωνίας, επομένως και επικοινωνίας των παιδιών με τους ενήλικες.302

300. Συν. με την Π. Λ., σ. 10, 11.

301. Για τη μετατροπή του παραμυθιού σε «σχεδόν αποκλειστικό ανάγνωσμα ή ακρόαμα των παιδιών» βλ. Κ. Λιάπης, «Παραμύθι: Το αγαπημένο παιδί της παράδοσης και του λαϊκού προφορικού λόγου», στο Β. Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Λαϊχή παράδοση και παιδί, Αθήνα 1999, σ. 113-125, κυρίως σ. 121, 122. Η συνομιλήτρια Α. Π. κατέγραψε με δική της πρωτοβουλία μια σειρά τραγουδιών που άκουγε από τους ενήλικες, κυρίως από τον παππούλη της. Είναι σαφές ότι δεν πρόκειται για τραγούδια που προορίζονται για μια συγκεκριμένη ηλικία. Ένα παράδειγμα: «Του Χατζηγιαννάκη η κόρη, από τη Λειβαδιά / στο χαγιάτι μπαίνει, βγαίνει και στολίζεται / κι ο Μεχμέτ αγάς διαβαίνει και τη χαιρετά/ ρίχνει μήλο και κυδώνι δεν τα δέχεται/ ρίχνει μάλαμα κι ασήμι χαμογέλασε ...».

302. Πβ. όσα γράφει ο Renner για την αφήγηση ως μέσο διαπαιδαγώγησης (Renner, Andere Völker, andere Erziehung. Eine pädagogische Weltreise, Βούπερταλ 2001, σ. 87 κ.εξ.).

Σελ. 178
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/179.gif&w=600&h=915

Είναι επίσης σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι τα παιδιά έρχονταν σε επαφή με άλλους κόσμους, φανταστικούς ή αληθινούς, μακρινούς γεωγραφικά ή/και χρονικά χάρη στα ακούσματα που είχαν: Παραμύθι διαδεδομένο στη Δωρίδα του πρώιμου 20ού αιώνα ήταν για παράδειγμα η «Σταχτο-Μάρου», μια παραλλαγή της δυτικοευρωπαϊκής «Σταχτοπούτας», την οποία η «κυρούλα» που τη διηγόταν στην εγγονή της έκλεινε με το χαρακτηριστικό επιμύθιο: «Γιατ' ου Θεός ...ορφανούς κάν', άμοιρς' δεν κάν'...» (αφού η Σταχτο-Μάρου τελικά «πήρι του βασιλόπλου») .303 Σε μια άλλη περίπτωση ο πατέρας διηγόταν στην κόρη ιστορίες τρόμου και την ιστορία της Γενοβέφας από βιβλία που είχε διαβάσει: «Μόλεγε τον Αρκουδόγιαννο, μόλεγε τη Γενοβέφα ... Ε, τόξερε αυτός, διάβαζε. Είχε πάει σχολείο και διάβαζε».304 Ο ρόλος των (εξωσχολικών τουλάχιστον) αναγνωσμάτων ήταν εξαιρετικά περιορισμένος: Μόνο ο Θ. Α., του οποίου ο πατέρας ήταν δάσκαλος, αναφέρθηκε σε «ένα βιβλίο με παραμύθια που είχε ο πατέρας μου, δεν ξέρω πόσες φορές το είχα διαβάσει».305

Πάνω απ' όλα συνομιλητές και συνομιλήτριες θυμούνται τις ιστορίες για τους ληστές, στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω, όταν μιλήσαμε για τη σχέση με τον παππού, και τις αφηγήσεις, τις διαδόσεις για στοιχειά που άκουγαν στα παιδικά τους χρόνια αλλά και αργότερα. Ίσως αυτό οφείλεται στο ότι παραμύθια, με την κλασική έννοια του όρου, υπάρχουν και σήμερα, ιστορίες όμως για ληστές και στοιχειά όχι. Οι ιστορίες για ληστές και στοιχειά πάντως προσλαμβάνονταν από αφηγητές και ακροατές, ενήλικες και παιδιά, ως αληθινές, παρ' όλο που σε τελευταία ανάλυση λειτουργούσαν όπως οι αφηγήσεις που αποκαλούμε σήμερα «παραμύθια», δηλαδή διασκεδάζοντας, μαγεύοντας, αναπτύσσοντας τη φαντασία, καλλιεργώντας συναισθηματικούς δεσμούς μεταξύ διαφορετικών γενεών της κοινότητας. Στις αυτοβιογραφικές αναδρομές του στο παρελθόν ο Δημήτρης Υφαντής που γεννήθηκε το 1912 στο χωριό γράφει: «Κλείνοντας για μια στιγμή τα μάτια μου, είδα να ξετυλίγονται, σαν σε κινηματογραφική ταινία, σκηνές κι εικόνες (...) Γνώρισα παλιούς γερόντους, από κείνους που ήταν οι στυλοβάτες του χωριού και που τόσο ζωντανή διατηρείται η μορφή τους στη μνήμη μου: τον παππούλη μου το γερο-Μιχάλη, το

303. Αναφέρεται από τον Γ. Ηλιόπουλο (Λαογραφικά Δωρίδας, Αθήνα 1987, σ. 204207). Για ελληνικά λαϊκά παραμύθια που έχουν τις ρίζες τους στον κεντρικό και βόρειο ευρωπαϊκό χώρο βλ. Α. Αγγελοπούλου, Α. Μπρούσκου, Επεξεργασία Παραμυθιακών Τύπων και Παραλλαγών 700-749, (Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 23), Αθήνα 1994.

304. Συν. με την Γ. Σ., σ. 49' επίσης Συν. με τον Θ. Α., σ. 240.

305. Ο Μπακαρέζος έχει σημειώσει ότι γύρω στα 1930 υπήρχαν στο χωριό 30 συνδρομητές εφημερίδων και ορισμένοι συνομιλητές ανέφεραν ότι ο πατέρας τους ήταν συνδρομητής, αλλά φαίνεται ότι τα ίδια τα παιδιά δε διάβαζαν εφημερίδες (αποτελούσαν προνόμιο του πατέρα - σύμφωνα με το Μπακαρέζο η συνδρομή ανερχόταν στις 300 δρχ. το χρόνο, ποσό που χονδρικά ήταν ίσο με 6 μεροκάματα σε χωράφια).

Σελ. 179
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/180.gif&w=600&h=915

γερο-Ζωγράφο, το γερο-Κρίτσα, το γερο-Σακαρέλλο, το γερο-Καραμήτρο, το Στουμπο-Γιαννάκη, το γερο-Γιωργούλα και τόσους και τόσους άλλους, που, ντυμένοι όλοι τους με τις κάτασπρες φουστανέλες κάθονταν, σαν τους παλιούς δημογέροντες στο πεζούλι της εκκλησιάς ή στους πάγκους που βρίσκονταν έξω από τα μαγαζιά ή στις καρέκλες του καφενείου, και θυμόντουσαν τα περασμένα κι έλεγαν χωρατά κι ιστορίες που τις είχαν ζήσει, κι ανιστορούσαν διάφορα περιστατικά για τις ληστοσυμμορίες που λυμαίνονταν την Ελλάδα τον περασμένο αιώνα. Κι εμείς, παιδιά μικρά τότε, τ' ακούγαμε σαν παραμύθια».306 Τα παιδιά άκουγαν επίσης ιστορίες για συγγενείς, φίλους, γνωστούς που είχαν συναντήσει στοιχειά, ποιες επιπτώσεις είχαν αυτές οι συναντήσεις στην υγεία τους, με ποιους τρόπους αντέδρασαν" άκουγαν ότι:

...στην τάδε μεριά βγαίν' ένας, νύχτα δηλαδή, αλλού βγαίν' ένας με φουστανέλλες και πιστόλια και με τέτοια... στην τάδε βρύσ' βγαίνε νεράιδες τη νύχτα. - Μια φορά η γιαγιά μας έλεγε, ότι πάαιναν, ας πούμε, στα ρέματα (τα στοιχειά). Πέρναε ένα πάν' με τούμπανα, βιολιά, χαραμούζες λέει πάαιναν, έφευγε ένα, σαν ανεμικό τς έρχεταν και περνούσε. Άλλος έλεγε εδώ πιο πέρα στη βρύση, εδώ στην Αγία Παρασκευή πιο κάτω ήταν μια βρυσούλα, τη χάλασαν τώρα πόφκιασαν το δρόμο. Ήταν ένας πλάτανος και τόχαν βάλ ' το νερό μέσα στον πλάτανο χι από κάτ' είχαν βρύσ' και κάποιος πέρασε, λέει, ένα ζλαπάκ', (ζωάκι), ανέβαινε πάνω στη βρύσ', πήδαγε κάτ' στη γούρνα, ανέβαινε παν', πήδαγε καταή και φοβάταν να περάσ', έλεγαν ότι βγαίνει στειο στη βρύσ'.307 Έλεγαν στα παιδιά, αλλά ηύρισκαν κι οι μεγάλοι όμως (στοιχειά), όπως λέγαν, κι έλεγαν ο ένας στον άλλον, ηύρα... στην τάδε μεριά, ηύρα ένα σκυλί τέτοιο, ηύρα μια γάτα που περπάταε εκεί να πούμε στη βρύση.308

Τα παιδιά εσωτερίκευαν μια δεισιδαιμονική, μαγική, παγανιστική αντίληψη για τον κόσμο. Μέχρι σήμερα πολλοί συνομιλητές μου πιστεύουν ότι την εποχή εκείνη υπήρξαν στοιχειά' και όσοι δεν πιστεύουν πλέον στην ύπαρξη τους ομολογούν ότι δεν έχουν αποβάλλει, μέχρι σήμερα ακόμη, το φόβο για τα στοιχειά που τους συνοδεύει από τα παιδικά τους χρόνια:

Φοβόμασταν, φοβόμασταν τα στοιχειά γιατ' έλεγαν, να πούμε, εγώ φοβώμαι και τώρα μεγάλη... μας κόβαν το αίμα. - Λέγαν, εδώ βγαιν' στειο, εκεί... Εγώ το θυμάμαι τώρα και που περνάω καμιά φορά, να πούμε...

306. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 242, 243.

307. Συν. με την Π. Μ., σ. 4' Συν. με την Κ. Μ. και τον Μ. Μ., σ. 3.

308. Συν. με τον Λ. Γ. και την Α. Γ., σ. 9. Σύμφωνα με τον Stewart ο οποίος μελέτησε την ορεινή Απείρανθο στη Νάξο «το νερό ήταν ο χώρος του δαιμονικού» (Ch. Stewart, Demons and the Devil. Πρίνστον 1991, σ. 245).

Σελ. 180
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/181.gif&w=600&h=915

Απ' τη μια μας άρενε κι ακούγαμε αλλά απ' την άλλ' όμως, όταν πααίναμε να περάσουμε... και γίνεται σκύλος και γίνεται..., τώρα ακόμα που περνάω εγώ, είμαι εβδομήντα τόσω χρονώ να πούμε...309

Η συνταξιούχος φιλόλογος και μοναχοπαίδι του καθηγητή του Σχολαρχείου αφηγείται:

Γενικά μιλούσε ο κόσμος την εποχή εκείνη πολύ για στοιχειά και τα παιδιά επηρεάζονταν, και τα περισσότερα παιδιά φοβόνταν τα στοιχειά. Αυτό το οποίο άκουγαν, τουλάχιστον εγώ αυτό το οποίο άκουγα, με τη φαντασία μου τόκανα μεγαλύτερο κι έπλαθα έναν κίνδυνο που είχα κι ότι έπρεπε πολύ να προφυλάσσομαι απ' αυτά. Ας φόβιζαν, ας αυτό, άμα άκουγα εκεί, έπρεπε να ακούσω, να είμαι ενήμερη τι γινόταν και είχανε τρομερή επίδραση επάνω μου, τόσο που ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να περάσω από ορισμένα μέρη εδώ (στο χωριό) και να μη φοβηθώ.310

Ο χωρόχρονος εντός του οποίου κινούνταν οι άνθρωποι ευνοούσε την πίστη στην ύπαρξη στοιχειών: Οι περιορισμένες δυνατότητες φωτισμού το βράδι με λάμπες πετρελαίου και το σκοτάδι που κυριαρχούσε, αλλά και η ψυχολογική ανάγκη να διακοπεί η μονοτονία της καθημερινής ζωής ωθούσαν τους ανθρώπους να αποδίδουν υπερφυσικές διαστάσεις σε ήχους και μορφές — αυτό τουλάχιστον υποδεικνύουν μαρτυρίες περί τυχαίων συναντήσεων το βράδι με συγχωριανούς που δεν αναγνωρίστηκαν και εκλήφθησαν ως στοιχειά!

Οι ευχές και οι κατάρες αποτελούσαν μαγικούς τρόπους επιβράβευσης ή τιμωρίας των παιδιών αλλά και των χωριανών κάθε ηλικίας για τη συμπεριφορά τους. Η Α. Π. αφηγείται χαρακτηριστικά για τον παππού της:

Ο παππούς συμβούλευε πάντοτε, άμα θα τρώγαμε έπρεπε να πάρ' το ποτήρ' και να ειπεί: «εις υγείαν, να χαίρεσαι τη βασιλεία σ', παπά», τούλεγε του πατέρα μου, που ήταν παπάς τώρα. Η βασιλεία ήταν η παπαδοσύν' απούχε, να χαίρεται τη βασιλεία τ', που ήταν η παπαδοσύν'. - «Βλόγα το κιόλα», επειδή ήταν παπάς έλεγε «βλόγα το, εις υγείαν παπά». Το γιο τ', να χαίρεσαι τη βασιλεία σ'. Κι έπειτα έλεγε στη μάνα μ': «παπαδιά, να τ' χαίρεσαι τη φαμελιά σου» έλεγαν τότε, να χαίρεσαι τη φαμελιά σου. Στ' μεγάλ' την αδερφή μ' έλεγε: «καλή παντρεία Μυγδάλω», Μαγδαληνή τη λέγαν αυτή, 'καλή παντρεία'. Δεν έλεγε: «καλή τύχ' κι αυτό. Καλή παντρεία Μυγδάλω».311

Φαίνεται βέβαια ότι στην περίπτωση των παιδιών ευχές και κατάρες χρησιμοποιούνταν

309. Συν. με τον Λ. Γ. και την Α. Γ., σ. 9" Συν. με την Κ. Μ. και τον Μ. Μ., σ. 9.

310. Συν. με την Π. Λ., σ. 4.

311. Συν. με την Α. Π., σ. 2.

Σελ. 181
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/182.gif&w=600&h=915

ποιούνταν με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα ως μέσο πειθάρχησής τους. Παροιμίες συνηθισμένες στην ευρύτερη περιοχή, όπως «Ευχή γονιού αγόραζε και στα βουνά περπάτα», «Ευχή γονιού χτίζει παλάτια», «Κατάρα γονιού, σπιτιού ξεθεμελιώστρα»,312 καταδεικνύουν την πίστη στη μαγική δύναμη των γονιών. Μέσω των ευχών οι ενήλικες ενθάρρυναν τα παιδιά στη συμπεριφορά τους" με τις κατάρες ασκούσαν έλεγχο και τιμωρούσαν παραπτώματα. Η αδελφή της Λ. Π. έφερε νερό στον παππού της, πριν αυτός πεθάνει:

...και ψυχοτράβαε ο παππούς και είπε: «νεράκ', νερό», μίλσε και πήε η I. και τον έφερε νερό και τόσα δα πιτσιρικάκια ήμασταν ... πήγε όλ ' τη νύχτα κι έφερε νερό του παππού κι ο παππούλης μ' ο καημένος μ' όλη την αυτή που ψυχοτράβαε και το πρωί πέθανε, είχαμε κηδεία, και είπε: «παιδάκι μ' την ευχή μου νάεις», λέει, «την ευχή μου νάεις», λέει, «μόφερες χρύο νεράκ' απ' τη βρύσ'».313

Ο παππούς της Α. Π. έδινε πολλές ευχές στα παιδιά, όταν εκείνα κάθονταν ήσυχα και άκουγαν τις συμβουλές του:

«Εγώ λέω πολλά και σε κουράζω αλλά εσύ όσα σ' χρειάζονται βάλε στν τσέπη σου, παιδί μ'». Κι ευκές, χι ευχές. Άμα κάθεσαν τώρα, όπως κάθεσαι εσύ για να τον ακούσεις και να ταυτό, ευχές με το τσουβάλ': «Tv ευκή του θεού νάεις, καλή παντρεία νάεις, κόρη μ', καλή παντρεία νάεις», δεν έλεγαν καλή τύχ' αυτοί. «Καλή παντρεία νάεις», σόλεε.314

Ο παππούς του Χ. Τ. δεν καταριόταν τα εγγόνια του, καταριόταν όμως τον πατέρα του συνομιλητή όταν ήταν μικρός με μια φράση που, όπως φαίνεται, υιοθετήθηκε ευρύτατα στο χωριό:

Ο παππούς ήταν πιο μαλακός στα εγγόνια. «Χα, να σε πάρει η λαύρα, Τριαντάφυλλε», έλεγε στον πατέρα μου όταν ήταν μικρός. Το πήραν οι άλλοι και κράτησε για πολλά χρόνια η απειλή αυτή, να πούμε. «Να σε πάρει η λαύρα!» Λαύρα είναι η πολλή ζέστη·315

Η ευχή του ενήλικα είχε οπωσδήποτε ιδιαίτερη αξία για τα παιδιά γιατί ήταν δείγμα αποδοχής, στοργής και τους πρόσφερε ένα αίσθημα ασφάλειας. Δε συνέβαινε βέβαια το ίδιο με την κατάρα. Σε ποιο βαθμό όμως οι ενήλικες εκστόμιζαν στα σοβαρά τις κατάρες τους και όχι για να εκτονωθούν ψυχολογικά σε μια στιγμή εκνευρισμού; Πόσο σοβαρά έπαιρναν τα παιδιά υπόψη τις κατάρες των γονιών και των παππούδων; «Εγώ να σ' πω, το παραδέχουμαι ότι η

312. Ηλιόπουλος, Λαογραφικά Δωρίδας, ό.π., σ. 169.

313. Συν. με την Λ. Π., σ. 14.

314. Συν. με την Α. Π., σ. 8.

315. Συν. με τον Χ. T., σ. 13.

Σελ. 182
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/183.gif&w=600&h=915

γονική κατάρα θα πιάν'... Αυτό ήταν το όπλο στους γονέους. Θα σε καταραστώ, σ' έλεγε. Άμα ήταν μεγάλο βέβαια, δε δύνονταν να το δείρ', να το αυτό, και σόλεε: 'θα σε καταραστώ'»: Η μαρτυρία αυτή της Α. Π. συνοδεύει την αφήγησή της για τον άντρα της που ήταν πάνω από 30 χρονών όταν η μάνα του τον απειλούσε ότι θα τον καταραστεί, επειδή «χωράτευε» με την προοπτική του γάμου του με τη συνομιλήτρια. Αλλά η μαρτυρία αυτή υποδηλώνει ότι οι κατάρες που απευθύνονταν στα παιδιά δεν είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα, επομένως ούτε ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα. Σύμφωνα με τον Χ. T.:

Και κατάρες βέβαια (εκτόξευαν οι μητέρες) : «Να σε βαρέσει αστραπή». Η κατάρα, βέβαια! Ε, εμείς δεν τα πολυγράφαμε αυτά. Δε δίναμε σημασία στις κατάρες. Ξέραμε ότι προέρχεται από μάνα, η οποία δεν πιάνει η κατάρα. Έτσι πιστεύαμε. Η μάνα, ας πούμε, δε μπορεί να λέει κατάρα που να πιάνει, είναι μάνα. Αυτό το κατείχαμε καλά. Και γι' αυτό πολλές φορές ξεπερνούσαμε και τα opta της φρονιμάδας,316

Το ξύλο και γενικότερα οι σωματικές ποινές αποτελούσαν διαδεδομένο και κοινωνικά απολύτως αποδεκτό μέσο πειθάρχησης των παιδιών. Όπως εύστοχα σημειώνει η Αγγλίδα ιστορικός Anna Davin που μελέτησε όψεις της καθημερινής ζωής παιδιών εργατικών οικογενειών στο Λονδίνο του ύστερου 19ου και του πρώιμου 20ού αιώνα: «Για να κατανοήσουμε τι σήμαινε η σωματική τιμωρία σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο μπορεί να χρειαστεί να συγκρατήσουμε την αγανάκτηση που νιώθουμε και την τάση να απορρίψουμε τέτοιες μεθόδους, στάση που πηγάζει από αντιλήψεις του ύστερου 20ού αιώνα»317 (εδώ θα συμπλήρωνα: και του πρώιμου 21ου αιώνα). Σε κοινωνίες στις οποίες η μυϊκή δύναμη και η σωματική αντοχή είχαν μεγάλη οικονομική και κοινωνική σημασία οι σωματικές ποινές ήταν και ένας τρόπος να δοκιμάσει το παιδί το σώμα του. Όπως επισημαίνει ο Ariès για τις προβιομηχανικές κοινωνίες, εκεί «τα προβλήματα λύνονταν σώμα με σώμα και οι επιβαλλόμενες τιμωρίες ήταν πριν απ' όλα σωματικές ποινές. Καθώς ήταν φυσικό να χτυπιούνται, καθένας έπρεπε να μάθει τη δύναμή του».318

Δε θα έπρεπε επομένως να ταυτίζουμε τη σωματική ποινή με την κακοποίηση, προβάλλοντας άκριτα σύγχρονες αντιλήψεις στην κοινωνία του παρελθόντος. Υπήρχε οπωσδήποτε μια διαβάθμιση των σωματικών τιμωριών τόσο στην πράξη όσο και στη συνείδηση των συνομιλητών και συνομιλητριών. Στην

316. Συν. με τον Χ. T., σ. 18.

317. Α. Davin, Growing up poor. Home, School and Street in London, 1870-1914, Λονδίνο 1996, σ. 9.

318. Ph. Ariès, «L'enfance écartée», Autrement, Paris, nov. 1979, numéro consacré à Enfants et violences. Les 10-13 ans, 26 (το παράθεμα από την Αντμάν, Βία και Πονηριά, ό.π., σ. 202.

Σελ. 183
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/184.gif&w=600&h=915

πράξη αλλά και στη συνείδηση της μικροκοινωνίας που εξετάζουμε τα παιδιά κακοποιούνταν μόνον όταν τους επιβάλλονταν σωματικές ποινές που έθεταν σε κίνδυνο την υγεία, τη σωματική ακεραιότητα ή και τη ζωή τους. Δε μπορούμε να γνωρίζουμε πόσο συχνή ήταν η κακοποίηση των παιδιών από ενήλικες, αλλά ούτε και να υιοθετήσουμε τις απόψεις εκείνες ορισμένων ιστορικών της παιδικής ηλικίας (με προεξάρχοντα τον Lloyd de Mause) που ταυτίζουν τη σωματική τιμωρία με την κακοποίηση και θεωρούν ότι τα παιδιά στο παρελθόν (και επομένως γενικότερα τα παιδιά στις προβιομηχανικές κοινωνίες) κακοποιούνταν συστηματικά.319

Για ενήλικες και παιδιά η χειροδικία ως τιμωρία και μέσο διαπαιδαγώγησης ήταν αυτονόητη και επομένως θεμιτή: «Συνεχώς δεν τα χάιδευαν τα παιδιά. Έπαρχε ξύλο τότε!»,320 δήλωσε αποφθεγματικά ο Χ. Μ., που γεννήθηκε το 1908, συγκρίνοντας το παρελθόν με το παρόν. Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι όλοι οι γονείς έδερναν συστηματικά τα παιδιά τους. Αρκετοί συνομιλητές ισχυρίστηκαν ότι ο πατέρας ή η μάνα ή και οι δυο γονείς δεν τους είχαν δείρει, ή μάλλον ότι εκείνοι δε θυμούνται κάτι τέτοιο: «εγώ δε θμώμαι ξύλο», είναι η φράση που χρησιμοποιούν. Δεν είναι φυσικά απίθανο είτε να έχουν απωθήσει τραυματικές εμπειρίες, είτε να ανησυχούν μήπως αμαυρώσουν την εικόνα των γονιών τους τη στιγμή που το ξύλο στη σύγχρονη κοινωνία δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό.

Όταν για παράδειγμα δύο συνομιλητές ισχυρίζονται ότι ο πατέρας τους ήταν αυστηρός αλλά ότι δεν τους έδερνε ενώ έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι η συμπεριφορά του πατέρα προκαλούσε σοβαρά προβλήματα στην οικογένεια σε καθημερινό επίπεδο, πιθανόν έχουν απωθήσει στη μνήμη τους ιδιαίτερα αρνητικές, τραυματικές εμπειρίες ή επιλέγουν να σιωπήσουν: «Ο πατέρας μου δεν άπλωσε ποτέ χέρ' απάνω μας. Δεν πήγαμε όμως και κανένα παιδί στην ποδιά τ'. Άμα τον ακούγαμε τρέμαμε. - ...άμα φταίγαμε μας μάλωνε (ο πατέρας) αλλά δε θμώμαι ξύλο».321 Ειδικά για αγόρια είναι εξαιρετικά δύσκολο να δεχθούμε ότι δεν «έτρωγαν ξύλο» από τους γονείς ή γενικότερα τους ενήλικες γιατί μεγάλωναν με μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και ήταν γενικά ζωηρότερα από τα κορίτσια. Δύο συνομιλητές μου εξάλλου δήλωσαν κατηγορηματικά ότι οι γονείς τους δεν τους έδειραν ποτέ.322 Επειδή όμως οι αφηγήσεις τους διέπονταν από μια τάση εξιδανίκευσης του οικογενειακού περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσαν και επειδή δεν αφηγούνταν στοχαστικά και αναλυτικά, οι ισχυρισμοί τους δε μπορούν να αντιμετωπιστούν παρά με ιδιαίτερη επιφύλαξη.

Σε στερεότερο έδαφος πατά ο ερευνητής όταν ο συνομιλητής διαφοροποιεί

319. Ντε Μωζ, «Η εξέλιξη της παιδικής ηλικίας», ό.π., σ. 15, 95.

320. Συν. με τον Χ. Μ., σ. 8.

321. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 4' Συν. με τον Α. Μ., σ. 3.

322. Συν. με τον Π. Π., σ. 2' Συν. με τον Γ. Σ., σ. 5.

Σελ. 184
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/185.gif&w=600&h=915

πρόσωπα, χρονικές στιγμές και καταστάσεις: όταν ισχυρίζεται ότι τον έδερνε η μάνα αλλά όχι ο πατέρας ή αντιστρόφως, όταν συνδέει το ξύλο με συγκεκριμένα περιστατικά και παραπτώματα κ.λπ. Δεν υπάρχει λόγος λ.χ. να αμφισβητήσουμε την αφήγηση της Π. Κ. η οποία γύρω στα 1920 όταν ήταν 8-9 ετών, πέρασε ένα χρόνο κοντά στη γιαγιά της από την πλευρά της μητέρας της στο Παλιοξάρι (σημερινή Ποτιδάνεια). Η Π. Κ. είχε αναλάβει ένα μέρος της φροντίδας της γιαγιάς που ήταν κατάκοιτη για να ξεκουράσει τις αδελφές της μητέρας της:

Ξύλο δεν έχω φάει ούτε από τον πατέρα ούτε από τη μάνα, μόνο απ' τη θεία... Είχα μια θεία που με χτύπαγε γιατί έκλαιγα να πάω στο χωριό. Έβγαινα στο μπαλκόνι, έβλεπα τον Άγιο Νικόλα (ξωκκλήσι στην κορυφή ενός λόφου στα περίχωρα του Κροκυλείου) κι έλεγα: Στο χωριό μου το Κροκύλειο και το Ελληνικό Βασίλειο... Και τόσο χτύπαγε. Δεν είχε παιδιά αυτή. Και τόσο χτύπαγε.323

Όλοι οι πληροφορητές συμφωνούν πως έτρωγαν ξύλο συχνότερα από τη μητέρα παρά από τον πατέρα. Η άποψη αυτή είναι πιθανό να ανταποκρίνεται σε γενικές γραμμές στην πραγματικότητα γιατί η μητέρα ήταν υπεύθυνη για τα παιδιά σε καθημερινό επίπεδο και ερχόταν πολύ συχνότερα σε επαφή μαζί τους. Κατά κανόνα τα παιδιά περνούσαν ελάχιστο χρόνο με τον πατέρα τους. «Έτρωγα ξύλο από τη μητέρα μου πιο πολύ, ο πατέρας μου δε θυμάμαι να μ' έδειρε ποτέ», δηλώνει η Κ. Σ. η οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια σχετικά εύπορη οικογένεια του χωριού. Συνεχίζοντας την αφήγηση της η συνομιλήτρια θυμάται πολύ έντονα τη μοναδική φορά που ο πατέρας της τη μάλωσε με ιδιαίτερη αυστηρότητα. Αιτία ένα παράπτωμα σοβαρό για το χωριό και την εποχή: η παράβαση των κανόνων σεμνής αμφίεσης και συμπεριφοράς που έπρεπε να ακολουθεί ένα κορίτσι («έβαζα τις κάλτσες... και φάνκε το πόδι μ'»).324

Επειδή πολλές γυναίκες που έζησαν τουλάχιστον ως τη δεκαετία του 1950 στο χωριό, έχουν βιώματα ανάλογα με εκείνα των μανάδων τους αναγνωρίζουν πως η συμπεριφορά της μητέρας δεν ήταν ανεξάρτητη από κοινωνικο-οικονομικούς και εργασιακούς καταναγκασμούς. Η Π. Γ. αποδίδει το ξύλο που η μάνα, αντίθετα με τον πατέρα, δίνει στα παιδιά, στις καθημερινές τριβές και εντάσεις ανάμεσα τους και συσχετίζει τη δική της συμπεριφορά ως μητέρας με τη συμπεριφορά της μητέρας της προς εκείνη και τ' αδέλφια της:

Εμείς ξύλο δε θμώμαι... Ξύλο απ' τον πατέρα μ' ποτέ. Α, απ' τη μάνα μας, αλώνζε καμιά μπάτσα, μας αλώνζε καμιά φουρά, γιατ' έτρωγαν και

323. Συν. με την Π. Κ., σ. 2.

324. Συν. με την Κ. Σ., σ. 6.

Σελ. 185
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/186.gif&w=600&h=915

τα δκά μ' καμιά φορά ξύλο, άμα τα μάλωνα, τους ήφερνα καμιά μπάτσα καμιά φορά. Τον άνδρα μ' δε θμώμαι πουτέ, πουτί, πουτέ, να τα μαλάξ', πουτέ. ...Η γυναίκα ήταν μέσ' το σπίτ'.325

Η Π. Μ. συσχετίζει το ξύλο που έδιναν οι μανάδες στα παιδιά με την εργασιακή επιβάρυνση των γυναικών:

Έτρωγαν και καμιά ξυλιά. Τότε δεν καθόνταν οι μανάδες στο σπίτι. Τότε είχαν δουλειές. Ε, κι άμα ήθελε εκείνο, ιδιοτρόπιαζε τίποτα, έτρωγε κάνα δυο ξυλιές και σταμάταγε. Εκείν' έπρεπε να πάει να ταΐσ' το γουρούν, να παχνιάσ' το μουλάρ', να παχνιάσ' τις γίδες, είχε δουλειές.326

Η σχέση τους με τον ενήλικα και το πνεύμα με το οποίο ο ενήλικας επέβαλε σωματικές ποινές προσδιόριζαν σε μεγάλο βαθμό τη στάση των παιδιών. Από τις προφορικές μαρτυρίες αποκομίζει κανείς την εντύπωση ότι το ξύλο που έδινε η μητέρα είχε συνήθως χαρακτήρα αιφνίδιο και προσωρινό, αποτελούσε κατά κανόνα μια γρήγορη, αυτόματη αντίδραση που δεν έπαιρνε ιδιαίτερη έκταση στη συνείδηση των παιδιών τα οποία, επιπλέον, θεωρούσαν ότι τους άξιζε.327 Συχνά η μητέρα πετούσε στα παιδιά μέσα στον εκνευρισμό της διάφορα αντικείμενα (τη μασιά λ.χ. ή ένα ζευγάρι παπούτσια328), μια μορφή σωματικής ποινής, την οποία οι συνομιλητές μου κατατάσσουν στο «ξύλο».

Σύμφωνα με τον Χ. T.: «Ε, τα παιδιά τα δέρναν οι μητέρες και σπάνια, για βαρύτερα εγκλήματα, οι πατεράδες, είχαν και το πιο βαρύ χέρι».329 Τη γενική αυτή πληροφορία έρχεται να επιβεβαιώσει ο Θ. Α., γιος ενός αυστηρότατου δασκάλου του χωριού (το ξύλο και γενικότερα οι σωματικές ποινές χαρακτήριζαν άλλωστε και τη σχολική καθημερινότητα, όπως θα δούμε στο σχετικό κεφάλαιο): «Ο πατέρας μου αν χρειαζόταν, αν έπρεπε κάποιος να φάει ξύλο, δεν το γλίτωνε σε καμιά περίπτωση. Και νάφευγε, όταν θα επέστρεφε, θα τότρωγε το ξύλο. Σε αντίθεση με τη μάνα μου. Το γλίτωνες εκείνη τη στιγμή; Σ' ένα, δυο λεπτά, δεν τότρωγες και το ξέραμε». Ο Θ. Α. διηγείται, εξάλλου, με άνεση διάφορα παραπτώματα για τα οποία τον έδειρε η μητέρα του. Γενικά θα έλεγα ότι συνήθως οι άνθρωποι αναφέρονται με άνεση στο ξύλο

325. Συν. με την Π. Γ., σ. 17.

326. Συν. με την Π. Μ., σ. 3.

327. Οι παρατηρήσεις της Davin για τα παιδιά εργατικών οικογενειών στο Λονδίνο του ύστερου 19ου και του πρώιμου 20ού αιώνα ισχύουν και στο παράδειγμα μας: «Το ξύλο πονούσε πάντα αλλά τα παιδιά μπορεί να το ανέχονταν, επειδή πίστευαν ότι ήταν αναπόφευκτο ή ακόμη ότι το άξιζαν' μπορεί ακόμη να το απέρριπταν με πικρία. Πολλά εξαρτώνταν από τη σχέση ενήλικα-παιδιού, το πνεύμα με το οποίο δινόταν το ξύλο (κάτι που πιθανόν προσδιόριζε τη σοβαρότητά του), και από το εάν το παιδί το δεχόταν ως κάτι που του άξιζε» (Davin, Growing up poor..., ό.π., σ. 9).

328. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 19' Συν. με τον Θ. Α., σ. 7.

329. Συν. με τον Χ. T., σ. 2.

Σελ. 186
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/187.gif&w=600&h=915

που κατά καιρούς «έτρωγαν» από τη μητέρα τους. Όλες οι μαρτυρίες προέρχονται από άνδρες και είναι πιθανόν τα αγόρια λόγω μεγαλύτερης ελευθερίας κινήσεων να «έτρωγαν» ξύλο συχνότερα από τα κορίτσια.

Ας μη φανταστούμε όμως ότι πάντοτε τα παιδιά έμεναν «με σταυρωμένα χέρια» περιμένοντας να τα δείρει η μητέρα τους. Έχουμε μαρτυρίες ότι έφευγαν και τα κυνηγούσε ή ακόμη ότι τη σταματούσαν πιάνοντάς της τα χέρια. Φαίνεται ότι ήταν πολύ δύσκολο για τη μητέρα να δείρει τα μεγαλύτερα αγόρια, λόγω του ύψους και της μυϊκής τους δύναμης. Η μητέρα του Θ. Α. νομίζοντας ότι ο αδελφός του είχε αδειάσει το βάζο με το γλυκό προσπάθησε να τον δείρει, μάλλον χωρίς επιτυχία:

Κάποτε εμφανίζεται ο Α., ξένοιαστος βέβαια. Μόλις μπαίνει μέσα τον αρχίζει στο ξύλο. «Για στάσου ρε, γιατί με δέρνεις;», της λέει. Βέβαια δεν μπορούσε να τον δείρει και της προκοπής τώρα. Ήταν μεγάλος και... Πολλές φορές της έπιασε τα χέρια έτσι, της τα κράταγε.330

Ένας άλλος συνομιλητής αφηγείται: «...κι εμείς πάντα κάναμε ζημιούλες κι η γρια βάραγε και καμιά φορά. Εγώ έτρωγα τις πιο λίγες, επειδή ήμαν ο πιο μεγάλος, έφευγα».331 Ειδικά για τα αγόρια η σωματική τιμωρία αποτελούσε προφανώς και ευκαιρία να δοκιμάσουν και να αποδείξουν τις σωματικές και ψυχικές ικανότητές τους, την αντοχή, το κουράγιο, τη σωματική και ψυχική τους δύναμη, όλα συστατικά στοιχεία του κυρίαρχου ανδρικού προτύπου στην ορεινή κοινωνία.

Δεν υπάρχουν μαρτυρίες για παιδιά που επιχειρούσαν ανοιχτά να αποφύγουν ποινές τις οποίες επέβαλε ο πατέρας. Ήταν ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός της οικογένειας, το πρόσωπο εκείνο που όφειλαν να σέβονται απόλυτα και δεν είχαν δικαίωμα να το αμφισβητήσουν ανοιχτά, όταν ασκούσε -δίκαια ή άδικα— βία επάνω τους. Δεν υπάρχουν επίσης μαρτυρίες για παιδιά που τα έδειραν ο παππούς ή η γιαγιά τους. Φαίνεται ότι τα ηλικιωμένα μέλη της οικογένειας απέφευγαν τη σωματική αντιπαράθεση με τα παιδιά.

Επεσήμανα παραπάνω ότι αφηγήσεις, τραγούδια, ευχές, κατάρες δεν απευθύνονταν αποκλειστικά σε παιδιά, ή τουλάχιστον δεν υπήρχαν κατηγορίες τους που προορίζονταν αποκλειστικά γι' αυτά. Φαίνεται όμως ότι αφηγήσεις, τραγούδια, ευχές, κατάρες, αλλά και υποδείξεις ή οδηγίες απευθύνονταν από τους μεγαλύτερους προς τους μικρότερους σε ηλικία, στην περίπτωση μας από τους ενήλικες προς τα παιδιά (όσο ρευστά και αν ήταν τα όρια μεταξύ αυτών των ηλικιακών κατηγοριών στο μυαλό των ανθρώπων) και ποτέ, ή σχεδόν ποτέ, αντιστρόφως. Επομένως έχουμε να κάνουμε με ασύμμετρες μορφές επικοινωνίας

330. Συν. με τον Θ. Α., σ. 11.

331. Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 3.

Σελ. 187
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/188.gif&w=600&h=915

νίας που επικύρωναν την εξουσία των μεγαλύτερων -φορέων γνώσης, εμπειρίας, κοινωνικής ισχύος- επί των νεότερων. Στην πράξη λοιπόν τα παιδιά αναγνωρίζονταν ως ξεχωριστή ηλικιακή κατηγορία.332

Ευχές και κατάρες μεταξύ παιδιών δεν αναφέρονται στο υλικό μου" επομένως ακόμη και αν εκστομίζονταν θα είχαν ελάχιστη βαρύτητα και λειτουργικότητα, θα αποτελούσαν ένα είδος παιχνιδιού. Στο κεφάλαιο που αφορά στο παιχνίδι θα δούμε ότι το ξύλο μεταξύ αγοριών εντασσόταν στο πλαίσιο του παιχνιδιού, μιας σχέσης συμμετρικής, τουλάχιστον θεωρητικά. Όταν όμως παιδιά αναλάμβαναν κοινωνικούς ρόλους ενηλίκων -όταν για παράδειγμα αναλάμβαναν τη φύλαξη και φροντίδα μικρότερων παιδιών— προσέφευγαν σε όλα τα μέσα τιμωρίας όχι για να αστειευτούν, να διασκεδάσουν, να παίξουν αλλά προκειμένου να κρατήσουν την κατάσταση υπό τον έλεγχο τους. Φαίνεται ότι ήταν κοινωνικά αποδεκτό τα μεγαλύτερα αδέλφια να χτυπούν τα μικρότερα όταν τα τελευταία δεν πειθαρχούσαν. Ακόμη και αν προκαλούσαν την ευθυμία των ενηλίκων τα παιδιά ενεργούσαν με σοβαρότητα και αίσθημα ευθύνης. Η περίπτωση της Ε. Γ. είναι χαρακτηριστική. Η Ε. Γ. γεννήθηκε το 1905. Ο πατέρας της είχε μεταναστεύσει στην Αμερική. Η οικογένεια είχε 5 παιδιά. Η συνομιλήτρια ήταν το δεύτερο παιδί της οικογένειας και το πρώτο από τα 4 κορίτσια" οι αδελφές της ήταν ένα, τρία και οχτώ χρόνια μικρότερες από εκείνη. Από τα 10 της κιόλας χρόνια η Ε. Γ. επωμίστηκε τη φροντίδα του νοικοκυριού προκειμένου η μητέρα της να μπορεί να εργάζεται στα χωράφια. Μεταξύ άλλων πρόσεχε τις μικρότερες αδελφές:

... και τα φύλαγα πίσω, τα φύλαγα, κι άκουγα τότε εκείνα που είχαν τότε, λεγαν, καταρώνταν, λεγαν: «αστραπή να σε βαρέσ'», κι έλεγα κι εγώ. Και πέρναγε ένας μπάρμπας μ' κι έλεγε: «βαριά κατάρα τους λες, Ελενίτσα», λέει. Θα ήμανε, δέκα χρονών ήμανε; ...έπαιζαν εκεί πιο πέρα... Μεγαλούτσικα τα θυμάμαι εγώ. Εγώ τα θυμάμαι τώρα μεγαλούτσικα. Παίζανε, τσακώνονταν μοναχά τους. Μετά, σιγά, σιγά, αρχίσαν και το σχολείο, αλλά τα φύλαγα εγώ, να μαγειρέψω, να ζυμώσω, είχαμε φούρνους τότε. Φούρνους. Έτρωγαν και ξύλο. Έτρωγαν. Αλλά γιλάγανε, οι γειτόν' γιλάγανε με μένα. Η γειτόνσα, έρχεταν η μάνα μ' το βράδ και τς έλεγε, τάφκιασες, μωρέ, και την τυραννάς, το κοριτσάκ το τυραννάς ...

332. Όπως θα δούμε σε επόμενο κεφάλαιο, τα παιδιά αποκτούσαν προσωρινά τέτοιου είδους δικαιώματα (πιο συγκεκριμένα το δικαίωμα να απευθύνουν ευχές ή κατάρες στους ενήλικες) όταν συμμετείχαν στους εθιμικούς αγυρμούς.

333. Συν. με την Ε. Γ., σ. 3. Βλ. και τη μαρτυρία της Α. Π. για τη μεγαλύτερη αδελφή της: «Τον πατέρα, γω δε θμώμαι ξύλο... ούτ' απ' αδέρφια θμώμαι να φάω μια μπάτσα, που λέει ο λόγος, που ήταν μεγαλύτερα... Εκείν' η αδερφή μ' η πρώτη ήταν λίγο αυτό και μας έδινε κάνα φούσκο εδώ» (Συν. με την Α. Π., σ. 7).

Σελ. 188
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/189.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ: ΣΧΟΛΕΙΟ

Σελ. 189
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/190.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 190
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/191.gif&w=600&h=915

1. ΓΕΝΙΚΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Το 1962 στη μελέτη του για την ελληνική κοινωνία με βάση επιτόπια έρευνα σε βορειοελλαδικές κοινότητες και χωριά της Αττικής που έκανε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο αμερικανός ανθρωπολόγος Irwin Sanders διαπίστωνε πως το κοινωνικό κύρος μιας οικογένειας ήταν συνυφασμένο με τη δυνατότητα της να χρηματοδοτήσει τις σπουδές και γενικότερα την εκπαίδευση των παιδιών.1 Λίγα χρόνια νωρίτερα ο γάλλος κοινωνιολόγος Henri Mendras παρατηρούσε, ότι οι χωρικοί της Ηπείρου είχαν ασπαστεί το ιδεώδες της αστικής ζωής, δεν ήταν συνδεδεμένοι με τη γεωργία, και ακόμη, ότι με εμπεδωμένη αυτή τη νοοτροπία, οποιαδήποτε βελτίωση της παραγωγής θα εξυπηρετούσε καταναλωτικές και αποταμιευτικές ανάγκες και όχι επενδύσεις στην αγροτική οικονομία. Ο Mendras άφηνε να εννοηθεί ή επισήμαινε ανοιχτά ότι τα παραπάνω ίσχυαν μάλλον για τις ορεινές παρά για τις πεδινές κοινότητες, ότι οι ορεινοί πληθυσμοί, όντας αναγκασμένοι να αναζητήσουν την τύχη τους μακριά από τον τόπο τους, βρίσκονταν σε καλύτερη οικονομική και πνευματική κατάσταση από τους πεδινούς και ενδιαφέρονταν περισσότερο για τη μόρφωση και τη συνακόλουθη επαγγελματική ανέλιξη των παιδιών τους, κι ακόμη ότι τα παιδιά των ορεινών περιοχών αντιμετώπιζαν τη ζωή με μεγαλύτερη φιλοδοξία και αισιοδοξία από τα άλλα.2

Στη βασική ιστορική-κοινωνιολογική μελέτη του για τον κοινωνικό ρόλο των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα κατά το 19ο και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., ο Κ. Τσουκαλάς επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι συγκριτικά με δυτικοευρωπαϊκές χώρες το ποσοστό των αγοριών που φοιτούν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι πολύ υψηλό, συνδέει αυτή την υπερεκπαίδευση με την αγροτική έξοδο και γενικότερα με τη διαδικασία εξαστισμού των μικροϊδιοκτητών αγροτών, πιθανολογεί ότι το φαινόμενο αυτό συνδέεται με δυνατότητες επαγγελματικής αποκατάστασης των αποφοίτων στον υπερτροφικό δημοσιο-υπαλληλικό κρατικό μηχανισμό και στην περιφέρεια του λόγου του υποδεικνύει πως ίσως η διαδικασία αυτή αφορά ιδιαίτερα τις ορεινές περιοχές.3 Η προβληματική των Sanders, Mendras και Τσουκαλά τέμνονται στο ση-

1. Sanders, Rainbow in the Rock, ό.π., σ. 250, 280.

2. Μεντράς, «Κοινωνιολογική διερεύνησις», ό.π., σ. 59, 323, 493, 494, 501.

3. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή, ό.π., σ. 398, 399, 401, 408, 420, 422,

Σελ. 191
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/192.gif&w=600&h=915

σημείο που συσχετίζουν -έστω υπαινικτικά- τη σχολική εκπαίδευση στον ελλαδικό χώρο προπολεμικά και μεταπολεμικά με την κοινωνική καταξίωση καθώς και με την ανάγκη των αγροτικών (ορεινών) πληθυσμών να υπερβούν τα στενά γεωγραφικά και οικονομικά όρια των κοινοτήτων τους.

Σε ένα σχετικά πρόσφατο άρθρο για την ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα αμφισβητούνται οι απόψεις του Τσουκαλά περί μαζικής πρόσβασης των κατώτερων στρωμάτων σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες και περί δημοκρατικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης συγκριτικά με δυτικοευρωπαϊκές χώρες' επισημαίνονται, προπάντων, αδυναμίες στη συγκριτική και στατιστική τεκμηρίωση των θέσεών του. Διαπιστώνεται ακόμη ότι στο φοιτητικό σώμα οι γόνοι των αγροτών υπο-αντιπροσωπεύονται συγκριτικά με άλλες κοινωνικο-οικονομικές ομάδες και διατυπώνεται η άποψη ότι η αποφοίτηση από το Δημοτικό δεν ήταν δεδομένη, επειδή τα λαϊκά στρώματα στην πλειοψηφία τους δεν ήταν εξοικειωμένα με τους σχολικούς μηχανισμούς. Συγχρόνως όμως ο μελετητής Παντελής Κυπριανός δέχεται αφενός ότι η αριθμητική παρουσία των γόνων αγροτών στο φοιτητικό σώμα «δεν είναι ευκαταφρόνητη», αφετέρου ότι το σχολείο κατά τον ύστερο 19ο και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα ήταν «θετικά αξιοδοτημένο».4 Σε μια ακόμη πιο πρόσφατη μελέτη ο Στρατής Μπουρνάζος επισημαίνει την ανάγκη για «πιο σύνθετες εικόνες» της πραγματικότητας.5

Η κριτική που έχει ασκηθεί στις, από θεωρητική και μεθοδολογική άποψη, πολύ γόνιμες θέσεις του Τσουκαλά υποδεικνύει, νομίζω, ότι οι σχέσεις των αγροτικών στρωμάτων με τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς θα πρέπει πλέον να εξεταστούν σε επίπεδο τοπικό, περιφέρειας ή κοινότητας για να αποφευχθούν σχηματικές γενικεύσεις. Εδώ, λοιπόν, θα επιχειρήσω να εξετάσω όψεις των σχέσεων αυτών στο επίπεδο της ανθρώπινης εμπειρίας και γενικότερα μιας

424, 428, 429. Οι παρατηρήσεις του Τσουκαλά για τους ορεινούς πληθυσμούς αφορούν κυρίως την Πελοπόννησο του ύστερου 19ου και του πρώιμου 20ού αι.' συνδέει, άλλωστε, τη συμπεριφορά των μικρο-ιδιοκτητών πεδινών περιοχών της Πελοποννήσου με την ορεινή καταγωγή τους (ό.π., σ. 420, 429). Ως προς τη Στερεά Ελλάδα σε μια υποσημείωση παρατηρεί ότι το 1910-11 στο νομό Φθιώτιδας ο αριθμός μαθητών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ήταν μικρότερος στην επαρχία της Λαμίας, όπου κυριαρχεί η μεγάλη ιδιοκτησία, από τις άλλες επαρχίες με εκτεταμένες ορεινές περιοχές - αναφέρει μάλιστα την επαρχία Δωρίδας, όπου έχουμε 10 μαθητές ανά 1000 κατοίκους σε αντιδιαστολή με 5 μαθητές στην επαρχία της Λαμίας (ό.π., σ. 422). Για τη συγκρότηση και το χαρακτήρα ενός υπετροφικού διοικητικού μηχανισμού και την καθοριστική λειτουργία του κράτους ως εργοδότη, ήδη από τα πρώτα χρόνια ζωής του ελλαδικού κρατικού μηχανισμού' βλ. Κ. Τσουκαλάς, Κοινωνική ανάπτυξη και κράτος. Η Συγκρότηση του Δημόσιου χώρου στην Ελλάδα, Αθήνα 1986.

4. Π. Κυπριανός, «Φοιτητικός πληθυσμός και ζήτηση σπουδών στην Ελλάδα (18911936)», Τα Ιστορικά 13 (1996), 225-252 (βλ. κυρίως σ. 233, 234, 243, 244, 246, 251, 252).

5. Σ. Μπουρνάζος, «Η Εκπαίδευση στο ελληνικό κράτος», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, τ. Α2, Αθήνα 1999, σ. 189-281, κυρίως σ. 204-205.

Σελ. 192
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/193.gif&w=600&h=915

ιστορικής-ανθρωπολογικής ή μικρο-ιστορικής προσέγγισης: Πόση και ποια αξία είχε η σχολική εκπαίδευση στα μάτια των ενηλίκων, αλλά και των ίδιων των παιδιών στο παράδειγμά μας; Με ποιους τρόπους λειτουργούσε η σχολική εκπαίδευση ως φορέας εξαστισμού της κοινωνίας;

2. ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. η ύπαρξη και η λειτουργία του σχολείου ως θεσμού ήταν πλέον αυτονόητη στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. Η σχολική εκπαίδευση είχε καταστεί υποχρεωτική για ορισμένο αριθμό ετών από τα πρώτα χρόνια ζωής του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Στις αρχές του 1834 εκδόθηκε το πρώτο σχετικό νομοθέτημα. Αφορούσε στα δημοτικά σχολεία και καθιστούσε υποχρεωτική την παρακολούθηση των μαθημάτων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, κατά τρόπο γενικό και απόλυτο. Στα αμέσως επόμενα χρόνια (1835, 1836, 1837) με μια σειρά Βασιλικών Διαταγμάτων τέθηκαν τα νομοθετικά θεμέλια για την οργάνωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, των τριετών Ελληνικών σχολείων (ή Σχολαρχείων) και των τετραετών Γυμνασίων.6

Υποχρεωτική παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που μας αφορά η πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Όμως τα Δημοτικά σχολεία διακρίνονταν από το 1895 και μετά σε τετραετούς φοίτησης (κοινά) και εξαετούς φοίτησης (πλήρη). Πλήρη Δημοτικά προβλέπονταν μόνο για τις πρωτεύουσες νομών και επαρχιών και τις πόλεις άνω των 6.000 κατοίκων. Όπου οι διαθέσιμοι πόροι δεν επαρκούσαν για την ίδρυση πλήρους Δημοτικού σχολείου ιδρυόταν κοινό. Στην πραγματικότητα λοιπόν υποχρεωτική ήταν η φοίτηση στις τέσσερις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Εάν μάλιστα οι δημοτικοί πόροι δεν επαρκούσαν ούτε για την ίδρυση δημοτικού σχολείου ή ο αριθμός των μαθητών ήταν πολύ μικρός, προβλεπόταν η λειτουργία Γραμματοδιδασκαλείου, ενός σχολείου που πρόσφερε στα παιδιά στοιχειώδη κατάρτιση. Οι μαθητές μπορούσαν να εισαχθούν με εξετάσεις στα Ελληνικά σχολεία μετά την αποφοίτηση τους από την τέταρτη τάξη του Δημοτικού.7

6. Χ. Λέφας, Ιστορία της εκπαιδεύσεως, Εν Αθήναις 1942, σ. 48 κ.εξ." Κ. Σοφιανός, Το Νομικό καθεστώς της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, 1833-1900. Συναγωγή Νόμων, Διαταγμάτων, Εγκυκλίων, Καταστατικών, τ. Α' (Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 16), Αθήνα 1988, σ. 11, 12, 18, 21, 31' πβ. επίσης Γ. Ληξουριώτης, Κοινωνικές και νομικές αντιλήψεις για το παιδί τον πρώτο αιώνα του Νεοελληνικού Κράτους, ΑθήναΓιάννινα 1986, σ. 64, 65, 66.

7. Α. Κοντονή, Το Νεοελληνικό Σχολείο και ο πολιτικός ρόλος των Παιδαγωγικών Συστημάτων, Αθήνα 1997, σ. 31' Ληξουριώτης, Κοινωνικές και νομικές αντιλήψεις, ό.π., σ. 78, 79.

Σελ. 193
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/194.gif&w=600&h=915

Στο Κροκύλειο λειτουργούσαν στη διάρκεια του Μεσοπολέμου Δημοτικό τετραετούς φοίτησης και Ελληνικό σχολείο. Το κτίριο του Δημοτικού σχολείου ανεγέρθηκε το 1904 «δαπάναις Α. Συγγρού», σε οικόπεδο που δώρησε στο χωριό ο ιερέας Χαράλαμπος Παπαδημητρίου (παπα-Χαράλαμπος), στην είσοδο του κεντρικού οικισμού. Το κτίριο του Σχολαρχείου ανεγέρθηκε το 1915 στην πλατεία του χωριού, με χρήματα που πρόσφεραν Κροκυλειώτες εργάτες στα μεταλλεία του Λαυρίου8 (κίνηση ενδεικτική της αξίας την οποία είχαν αποκτήσει «τα γράμματα» στη συνείδηση των ανθρώπων). Ωστόσο, σύμφωνα με τους συνομιλητές αρκετά χρόνια πριν από την ανέγερση του κτιρίου το 1904, λειτουργούσε στο χωριό Δημοτικό σχολείο (προφανώς Γραμματοδιδασκαλείο). Ο συνταξιούχος δάσκαλος Χ. Τ. με πληροφόρησε μάλιστα ότι τα μαθήματα γίνονταν σε παλιά, εγκαταλελειμμένα μονώροφα σπίτια (χαμοκέλες).

Φαίνεται ότι στη διάρκεια του 19ου αι. τα Δημοτικά σχολεία στα χωριά και τις κωμοπόλεις στεγάζονταν κατά κανόνα σε πρόχειρα ή παλιά οικήματα τα οποία είχε κατορθώσει να εξασφαλίσει για το σκοπό αυτό η κοινότητα.9 Όμως από την τελευταία δεκαετία του 19ου αι. η ανέγερση ομοιόμορφων σχολικών κτιρίων χρηματοδοτήθηκε αποτελεσματικότερα" όλο και περισσότερα σχολικά κτίρια, σχεδιασμένα σύμφωνα με τα παιδαγωγικά πιστεύω της εποχής και με νεοκλασική πρόσοψη, έκαναν την εμφάνιση τους σε ολόκληρη τη χώρα — κατά προτεραιότητα σε αγροτικούς οικισμούς όπου έρχονταν σε έντονη αντίθεση με το αρχιτεκτονικό περιβάλλον.10 Ένα τέτοιο σχολικό κτίριο κτίστηκε και το 1904 στο Κροκύλειο, που τότε ονομαζόταν ακόμη «Παλιοκάτουνο», για να στεγάσει τους μαθητές του Δημοτικού σχολείου.

Το Δημοτικό ήταν «κοινό», δηλαδή τετραετούς φοίτησης, αλλά είχε δύο αίθουσες διδασκαλίας και δύο δασκάλους, ήταν δηλαδή, σύμφωνα με την επί-

8. Υφαντής, Το Κροκύλιο, ό.π., σ. 39, 40.

9. Πβ. Ε. Καλαφάτη, Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (18211929). Από τις προδιαγραφές στον προγραμματισμό, Αθήνα 1987, σ. 135, 142 (Η συγγραφέας αναφέρει: α) ότι ο στυλοβάτης της αλληλοδιδακτικής μεθόδου στην Ελλάδα Π. Κοκκώνης, θεωρούσε τις στενόμακρες αγροτικές οικίες, τις αποθήκες και τις εγκαταλελειμμένες εκκλησίες ως χώρους κατάλληλους για διδασκαλία και β) ότι στις κωμοπόλεις και τα χωριά σε όλη τη διάρκεια του 19ου αι. τα σχολικά κτίρια διαιωνίζουν τον τύπο της αγροτικής κατοικίας, γυμνής από κάθε διακοσμητικό στοιχείο. Προφανώς επρόκειτο σε μεγάλο βαθμό για αγροικίες οι οποίες τέθηκαν στη διάθεση του σχολείου από την κοινότητα). Στο Απάνω Παλιοξάρι, που το 1940 μετονομάστηκε σε Ποτιδάνεια, πριν από το 1900 το Δημοτικό στεγαζόταν στη μοναδική αίθουσα ενός παλιού κτιρίου (Κ. Μπρούμας, Ποτιδάνεια, Αθήνα 1980, σ. 42). Σε ένα άλλο χωριό της ορεινής Δωρίδας, το Ψηλό Χωριό (Νούτσομπρο), το κτίριο του σχολείου ήταν ιδιοκτησία της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου και χτίστηκε το 1890 με πρωτοβουλία του γραμματοδιδάσκαλου. Μέχρι τότε το μάθημα γινόταν το χειμώνα μέσα στην εκκλησία και το καλοκαίρι κάτω από τα πλατάνια (Παπαϊωάννου, Τα Κλειδιά του Ψηλού Χωριού, ό.π., σ. 31).

10. Καλαφάτη, Τα σχολικά κτίρια, ό.π., σ. 177, 178.

Σελ. 194
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/195.gif&w=600&h=915

επίσημη ορολογία, «διτάξιο», όπως προβλεπόταν για τα σχολεία στα οποία φοιτούσαν πάνω από 80 και μέχρι 140 μαθητές.11 Ο αριθμός των παιδιών σχολικής ηλικίας δεν επέβαλε τη σύσταση πλήρους Δημοτικού σχολείου και προφανώς ούτε η κοινότητα διέθετε τους απαραίτητους πόρους για κάτι τέτοιο. Ωστόσο, πόροι και πληθυσμιακά μεγέθη επαρκούσαν ώστε να στεγαστεί το Δημοτικό σε δικό του, ιδιαίτερο κτίριο. Σε άλλα, λιγότερο σημαντικά από διοικητικής πλευράς ορεινά χωριά της ευρύτερης περιοχής, τα δημοτικά σχολεία στεγάζονταν για μεγάλο διάστημα ή και σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του Μεσοπολέμου σε διάφορα οικήματα.12

Στο χωριό λειτουργούσε Ελληνικό σχολείο πριν από την ανέγερση σχολικού κτιρίου για τη στέγασή του το 1915. Είχε ιδρυθεί το Δεκέμβριο του 1887 ως μονοτάξιο και το 1890 έγινε διτάξιο.13 Μέχρι το 1915 στεγαζόταν σε ιδιοκτησία του ενοριακού ναού έναντι ενοικίου.14 Το Σχολαρχείο (όπως ονομαζόταν ανεπίσημα το Ελληνικό σχολείο τουλάχιστον μέχρι το 1918),15 στο Κροκύλειο ήταν ένα από τα τέσσερα της επαρχίας Δωρίδας την εποχή εκείνη (τα άλλα τρία βρίσκονταν στο Λιδωρίκι και στους παραλιακούς οικισμούς Ευπάλιο και Βιτρινίτσα) ·16 Στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της κυβερνήσεως Βενιζέλου το 1929 το δημοτικό σχολείο έγινε παντού εξαετούς φοίτησης, το Ελληνικό σχολείο καταργήθηκε και λειτούργησε στο χωριό, τουλάχιστον μέχρι τις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ημιγυμνάσιο (διετούς φοίτησης) . Το ημιγυμνάσιο αντιστοιχούσε στην παλαιά τρίτη τάξη του Ελληνικού σχολείου και την πρώτη του Γυμνασίου στο οποίο η φοίτηση από τετραετής έγινε εξαετής.17

11. Λέφας, Ιστορία της εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 40.

12. Την ίδια εποχή στο Διχώρι (Κωστάριτσα) της ορεινής Δωρίδας το Δημοτικό σχολείο στεγαζόταν στη μοναδική αίθουσα ενός μικρού ορθογώνιου κτιρίου στον περίβολο της πλατείας' οι μεγάλες τάξεις στεγάστηκαν κάποια στιγμή στις αρχές του 20ού αι., με πρωτοβουλία της κοινότητας, στο σπίτι ενός χωριανού που ήταν ήδη εγκατεστημένος στην Αθήνα. Στο Δάφνο (Βοστινίτσα) το Δημοτικό σχολείο στεγαζόταν μέχρι το 1926 έναντι ενοικίου σε δύο ανώγειες οικίες. Στο κάθε χωριό κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., 100 περίπου παιδιά παρακολουθούσαν κατά μέσο όρο -τουλάχιστον τυπικά- το Δημοτικό σχολείο (Λουκοπούλου-Παττίχη, Επιστροφή, ό.π., σ. 143' Θάνος, Ο Δάφνος Δωρίδος, ό.π., σ. 72, 73)

13. Σοφιανός, Το Νομικό καθεστώς, ό.π., σ. 392, 488.

14. I. Χ. Χατζηιωάννου, Πανελλήνιον Λεύκωμα Εθνικής Εκατονταετηρίδος 18211930. Η Χρυσή Βίβλος του Ελληνισμού, τ. Ε', Παιδεία-Νεοελληνική Φιλολογία, Εν Αθήναις 1930, σ. 164.

15. Το 1918 εξέλιπε ο υπηρεσιακός τίτλος και βαθμός του σχολάρχη που ήταν μέχρι τότε ο διευθυντής του Ελληνικού σχολείου και δίδασκε στην τρίτη τάξη (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. KB', Αθήνα 1933, σ. 696). Συνομιλητές και συνομιλήτριες κάθε γενιάς χρησιμοποιούν πάντως ευρέως τον όρο «σχολαρχείο».

16. Λουκοπούλου-Παττίχη, Επιστροφή, ό.π., σ. 141, 142.

17. Για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929 βλ. Α. Δημαράς, Νεοελληνική Εκπαίδευση (Ιστορικόν Σχεδίασμα), Αθήναι 1965, σ. 44. Ο Τσουκαλάς σημειώνει ότι η

Σελ. 195
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/196.gif&w=600&h=915

Το Κροκύλειο λοιπόν, λόγω της λειτουργίας του ως διοικητικού κέντρου στην ευρύτερη περιοχή της ορεινής Δωρίδας, βρισκόταν στη μεσοπολεμική περίοδο σε συγκριτικά ευνοϊκή θέση ως προς τη σχολική εκπαίδευση. Συνομιλητές και συνομιλήτριες είχαν από τεχνικής πλευράς άμεση πρόσβαση όχι μόνο στην πρωτοβάθμια αλλά ως ένα βαθμό και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ενώ υπήρχε και κατάλληλη κτιριακή υποδομή.

Όπως πολύ σωστά παρατήρησε ο Ariès, για τη δυτική Ευρώπη του Μεσαίωνα και των πρώιμων Νέων Χρόνων, «το να είσαι στην ηλικία που πηγαίνει κανείς σχολείο, δε σήμαινε υποχρεωτικά ότι ήσουν παιδί».18 Στο παράδειγμά μας ούτως ή άλλως ο περιορισμένος διαθέσιμος χώρος επέβαλε τη συνεύρεση διαφορετικών ηλικιών και μαθησιακών βαθμίδων μέσα στην ίδια αίθουσα διδασκαλίας (το Δημοτικό σχολείο ήταν τετραετούς φοίτησης αλλά είχε όπως είπαμε δύο αίθουσες διδασκαλίας). Πέρα όμως από αυτό, σύμφωνα με ορισμένες προφορικές μαρτυρίες, μέχρι το 1915, περίπου, φοιτούσαν στο Δημοτικό σχολείο του Κροκυλείου μαθητές ηλικίας 17 και 18 χρονών, άνθρωποι που ήθελαν να μάθουν ανάγνωση και γραφή. Ας σημειωθεί ότι θεωρητικά άρχιζε κανείς να φοιτά στο Δημοτικό σχολείο του χωριού σε ηλικία 5-6 ετών, οπότε -εφόσον προβιβαζόταν κάθε χρόνο στην επόμενη τάξη- ολοκλήρωνε τη φοίτηση σε ηλικία 10-11 ετών, κι ακόμη πως η υποχρεωτική εκπαίδευση αφορούσε (από το 1834) ρητά σε παιδιά από 5-12 ετών.19 Φαίνεται ότι σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου παιδιά 15 και 16 ετών τα οποία προέρχονταν από οικογένειες τσοπάνηδων και δεν είχαν κατορθώσει να εμπεδώσουν τις βασικές γνώσεις ανάγνωσης και γραφής παρακολουθούσαν κατά διαστήματα το Δημοτικό σχολείο.20 Επομένως το σχολείο δεν είχε αποκρυσταλλωθεί ακόμη ως θεσμός δομημένος αυστηρά με βάση την ηλικία, ούτε καν το Δημοτικό σχολείο είχε αποκρυσταλλωθεί στην πράξη και τη συνείδηση του συνόλου της μικροκοινωνίας ως θεσμός που αφορούσε αποκλειστικά σε μια συγκεκριμένη φάση της παιδικής ηλικίας.

Παρ' όλα αυτά, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η σχολική παρακολούθηση

μεγάλη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929 απέβλεπε στη συγκρότηση ενός κοινωνικά πιο κλειστού εκπαιδευτικού συστήματος μέσω της μείωσης του αριθμού των μαθητών στο Γυμνάσιο και του αριθμού των φοιτητών και υποθέτει εύλογα ότι η συνολική μείωση έγινε μάλλον σε βάρος των φτωχότερων στρωμάτων (Τσουκαλάς, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή, ό.π., σ. 441).

18. Ariès, L'enfant et la vie familiale..., ό.π., σ. 208 [Αριές, Αιώνες Παιδικής Ηλιχίας, σ. 245],

19. Λέφας, Ιστορία της εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 48.

20. Πβ. για τα χωριά της περιοχής των Γρεβενών την ίδια περίοδο στο Καραπατάκης, Η Μάνα και το Παιδί, ό.π., σ. 170 («Παιδιά έξι κι επτά χρονών δίπλα από παιδιά δεκαπέντε και δεκαέξι χρονών, καθισμένα σταυροπόδι κάτω στο πάτωμα μάθαιναν τα ίδια γράμματα που μάθαιναν τα παιδιά που πρωτοπήγαιναν στο σκολειό»). Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 13' Συν. 2 με τον Γ. Π., σ. 17.

Σελ. 196
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 177
    

    η θρησκεία στο να μην κάνουν το κακό, δηλαδή δε με βλέπει κανείς άλλος, αλλά με βλέπει ο θεός. — Α, ναι! Πιστεύαμε στο θεό. Και πιστεύαμε κι αυτό πίστευαν και οι μητέρες μας, οι οποίες μέσα στις δουλειές, ας πούμε, που μας έστελναν, βάζαν ανάμεσα και το θεό. Δηλαδή, «μην κλέβετε σταφύλια ξανά, γιατί σας βλέπει ο θεός από πάνω». Αυτό ήταν απειλή. Απειλή κατά της ειρήνης, της δικής μας ειρήνης.291

    Πόση απόσταση χώριζε άραγε στην νοοτροπία του χωριού και τη φαντασία παιδιών και ενηλίκων τον ανθρωποφάγο γέροντα Καραμίδα από τον απειλητικό «Θεό», το γέροντα από το άγρυπνο μάτι του οποίου τα παιδιά δε μπορούν να ξεφύγουν; Πάντως οπωσδήποτε ο θεός ήταν μια μορφή κατά βάση φιλική προς τα παιδιά, μια μορφή που τιμωρούσε για να απονείμει δικαιοσύνη, ένα πρόσωπο για το οποίο τα παιδιά ενδόμυχα πίστευαν ότι θα είναι επιεικές μαζί τους, ότι θα τα συγχωρέσει. Οπωσδήποτε λιγότερη αναστάτωση προκαλούσε στον ψυχικό κόσμο των παιδιών η απειλή «σε βλέπει ο Θεός», από την απειλή «θα σε πάρει ο Καραμίδας» ή «το στοιχειό».

    Δεν θα πρέπει ωστόσο να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι οι ίδιοι οι ενήλικες φοβόνταν τις υπερφυσικές και μαγικές δυνάμεις. Επομένως, αυτές οι μορφές διαπαιδαγώγησης δεν υπαγορεύονταν απλώς από πρακτικές ανάγκες αλλά αντανακλούσαν και ένα μέρος των αποκρυσταλλωμένων αντιλήψεων των ανθρώπων, του habitus, κατά Bourdieu. Δεν είναι, νομίζω, υπερβολή να υποθέσουμε ότι οι ενήλικες πίστευαν πραγματικά, έστω και υποσυνείδητα, ότι τα παιδιά κινδύνευαν από υπερφυσικές, μαγικές δυνάμεις.

    Άλλωστε γενικά τα παιδιά θεωρούνταν ιδιαίτερα ευάλωτα στις μαγικές δυνάμεις των στοιχειών, των κακών πνευμάτων και στο «μάτι» (ίσως και λόγω των κινδύνων στους οποίους ήταν εκτεθειμένη η υγεία και η ζωή" τους) '298 γι' αυτό οι περισσότερες μανάδες ή γιαγιάδες τους φορούσαν φυλαχτά, τα λεγόμενα «χαϊμαλιά»: «Η πρώτη δουλειά ήταν αυτήνη της μάνας. Αυτό ήταν το γιατρικό για το μικρό παιδί. Το φυλαχτούλ'. Λιβάν' έβαναν μέσα, κάνα χόρταράκ' αν είχαν απ' τον Επιτάφιο, απ' την εκκλησία, τέτοια πραματάκια. Και μας το φόραε από μέσα εδώ και το είχαμε αυτό, κι αυτό ήταν τς μάνας φυλαχτό».299 Η συνταξιούχος φιλόλογος Π. Λ. επιβεβαιώνει με την αφήγηση της

    297. Συν. με την Π. Λ., σ. 3' Συν. με τον Χ. T., σ. 18.

    298. Για το ευάλωτο των μικρών παιδιών στη βασκανία πρβλ.: κεελ, Αρ. Χειρ. 3988, σ. 11, 22. Αυτό υποδηλώνουν και οι μαγικο-αποτρεπτικές επωνυμίες που χρησιμοποιούσαν οι χωριανοί για να προστατεύσουν τη ζωή και την υγεία των βρεφών: Στο χωριό αποκαλούσαν τα αρσενικά βρέφη «δράκς» (ον με μαγικές, υπεράνθρωπες δυνάμεις) και τα θηλυκά «κουτσιόρις» (προφανώς αναγραμματισμός της λέξης «κορίτσι») (Βλ. σχετικά το κείμενο του Θ. Αθανασόπουλου, «Τα Κλικούρδα», στην εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 44 (1991). Επίσης κεελ, αρ. Χειρ. 4221, σ. 208-211).

    299. Συν. με την Α. Π., σ. 8, 9.