Συγγραφέας:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Τίτλος:Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
 
Υπότιτλος:Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:38
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2003
 
Σελίδες:387
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Κροκύλειο Δωρίδας
 
Χρονική κάλυψη:αρχές 20ού αι.
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό είναι μία ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου, το Κροκύλειο (ως το 1915 Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο) της Φωκίδας, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει, δηλαδή, πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μία κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο παράδειγμα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.57 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 228-247 από: 395
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/228.gif&w=600&h=915

Πολλά κεντήματα κάναν τα κορίτσια και κάναμε μια έκθεση, όταν τελείωνε η χρονιά στο σχολείο, κάναμε αυτή την έκθεση, τα βάζαμε στα σκοινιά με το όνομα της καθεμιανής και βραβεύεταν ανάλογα με το εργόχειρο που έκανε.91

Σε μια οικονομία και κοινωνία, που στηριζόταν σε σημαντικό βαθμό στη δεξιότητα των γυναικείων χεριών και πρόβαλλε το ιδεώδες της «νοικοκυράς» τα περισσότερα κορίτσια πρέπει να αντλούσαν ιδιαίτερη ικανοποίηση από το μάθημα του κεντήματος. Επιπλέον όμως, στο χώρο του σχολείου τα χειροτεχνήματα των κοριτσιών αποκτούσαν έντονα προσωπικό χαρακτήρα: τα κορίτσια μέσα από τα έργα τους εκπροσωπούσαν συνειδητά προπάντων τον εαυτό τους και λιγότερο την οικογένεια τους.92

6. ΧΩΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗΣ ΔΙΑΠΛΑΣΗΣ

Από την εποχή της εισαγωγής της υποχρεωτικής εκπαίδευσης το ελληνικό κράτος θεωρούσε το δάσκαλο πρωταρχικά υπεύθυνο για τη διαγωγή των μαθητών. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του νόμου του 1834 «έκαστος διδάσκαλος... χρεωστεί να επαγρυπνεί εις την επιμέλειαν και χρηστοήθειαν των μαθητών του».93 Μετά το 1880 το σχολείο στην Ελλάδα ταυτιζόταν σε επίπεδο επίσημης εκπαιδευτικής πολιτικής ουσιαστικά με το δάσκαλο, αφού το κυρίαρχο συνδιδακτικό (ή ερβαρτιανό -από το όνομα του γερμανού εισηγητή του) σύστημα διδασκαλίας προσέδιδε στον διδάσκοντα ηγεμονική θέση. Σύμφωνα με το συνδιδακτικό σύστημα θεμελιώδη σκοπό του σχολείου αποτελεί η ηθική διάπλαση των μαθητών. Στα Διδασκαλεία δάσκαλοι και δασκάλες είχαν εκπαιδευτεί με εγχειρίδια που σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό πρέσβευαν ή απηχούσαν αυτούσιες ή μεταπλασμένες αρχές του ερβαρτιανού συστήματος, όπως τη φιλοπατρία, τη θρησκευτική ευσέβεια, τη φιλοπονία, την κοσμιότητα, την καθαριότητα.94

91. Συν. με την Α. Σ., σ. 1. Με μεγάλη ζέση μου μίλησε για τα κεντήματα που τους μάθαινε η δασκάλα, στο γιορτινό τραπέζι την Καθαρά Δευτέρα του 1998 και η 76χρονη Π. Λ. {Τετράδιο Σημειώσεων, σ. 13).

92. Οι Α. Μπακαλάκη και Ε. Ελεγμίτου (ό.π., σ. 5) σχολιάζοντας την πρώτη έκθεση γυναικείων χειροτεχνημάτων, η οποία έγινε στο Αγρίνιο το 1897, γράφουν: «η ενασχόληση με τα εργόχειρα σηματοδοτεί την ταύτιση των γυναικών με τον οίκο και τον αποκλεισμό από τον 'κοινωνικό' βίο. Τα έργα των γυναικών όμως μπορούν να ταξιδέψουν και να εκτεθούν δημόσια, παρέχοντας στις δημιουργούς τους μια μικρή διέξοδο από την 'υγιή' αφάνεια του οίκου». Δεν ξέρω κατά πόσο στον αγροτικό χώρο όπου και τα του οίκου είναι και οφείλουν να είναι ελέγξιμα μπορεί να γίνει λόγος για αφάνεια. Οπωσδήποτε όμως μπορεί να γίνει λόγος για αφάνεια σε επίπεδο ατομικό υπό την έννοια ότι η γυναίκα ενεργεί, δημιουργεί ως μέλος της οικογένειας και όχι ως άτομο (βλ. τη συνέχεια στο κυρίως κείμενο).

93. Λέφας, Ιστορία της Εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 164.

94. Βλ. Κοντονή, Το Νεοελληνικό Σχολείο, ό.π., σ. 123 κ.εξ.

Σελ. 228
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/229.gif&w=600&h=915

Μέσω των διδασκόντων το σχολείο —προπάντων το Δημοτικό που ήταν υποχρεωτικό— επιτηρούσε και διαμόρφωνε τη συμπεριφορά των παιδιών. Από τις αφηγήσεις προκύπτει κατ' αρχήν ότι ασκούσε έλεγχο στην εμφάνιση, τις διαφυλικές σχέσεις, την εξωσχολική δραστηριότητα και τη θρησκευτική πρακτική, πρεσβεύοντας αρχές, ως ένα βαθμό, ξένες προς τη νοοτροπία των περισσότερων χωριανών και επιχειρώντας να υποκαταστήσει την οικογένεια ως χώρο διαμόρφωσης της προσωπικότητας. Ταυτόχρονα, έπαιζε κεντρικό ρόλο στην συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας των παιδιών. Μέσω, άλλωστε, του σχολείου τα παιδιά μετέφεραν στο οικογενειακό περιβάλλον νέα πρότυπα αν και στις προφορικές μαρτυρίες δε μπορώ να ανιχνεύσω με ποιους τρόπους επηρέαζαν τέτοιες διαδικασίες τους ενήλικες.

Η καθοριστική λειτουργία του σχολείου στη συγκρότηση εθνικής συνείδησης αποτελεί κοινό τόπο στην ελληνική και τη διεθνή σχετική βιβλιογραφία.95 Μαθητές και μαθήτριες έπαιρναν ενεργά μέρος στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου απαγγέλλοντας ποιήματα, πρωταγωνιστώντας ή συμπρωταγωνιστώντας σε θεατρικά δρώμενα, παρελαύνοντας. Με ικανοποίηση και υπερηφάνεια τα θυμούνται σήμερα οι αλλοτινοί μαθητές, με την ίδια νομίζω ικανοποίηση και υπερηφάνεια την οποία ένιωθαν όταν, τότε, το χωριό ολόκληρο τους χειροκροτούσε: «Έκαμναν, έκαμναν γιορτές. Ωραία ήταν. Ντύνονταν τ' αγόρια με φουστανέλες και ξεκινάγαν απ' το σχολείο, πήγαιναν στην εκκλησία, έλεγαν ποιήματα, ποιήματα, τραγούδια, σημαίες, κατάλαβες; Ωραία ήταν, ωραία»,96 θυμάται η Ε. Ζ., κόρη του θρυλικού δασκάλου του χωριού Θ. Ζ. η οποία γεννήθηκε το 1916. Η καθημερινή ανδρική ενδυμασία γενιών που βρίσκονταν ακόμη στη ζωή, η φουστανέλα, με την οποία συνομιλητές και συνομιλήτριες θυμόνταν τους παππούδες τους, μετατρεπόταν σε ενδυμασία εθνική και οι μαθητές ντύνονταν «φουστανελάδες». Ο γέροντας με τη φουστανέλα στο κοινό, ο μαθητής με τη φουστανέλα στην πρόχειρα στημένη εξέδρα: Εικόνα παράδοξη αλλά και εύγλωττη για την αργή αλλά σταθερή πορεία ένταξης της μικροκοινωνίας στο έθνος-κράτος, μέσω μιας σαφώς οριοθετημένης και διακριτής ηλικιακής ομάδας που περιλαμβάνει όσους φοιτούν στο σχολείο.

Στο πλαίσιο της συγκρότησης και συντήρησης της εθνικής συνείδησης αλλά και της εξασφάλισης λαϊκής υποστήριξης στην εθνική πολιτική του κράτους, το σχολείο συντελούσε καθοριστικά ώστε οι πόλεμοι που διεξήγε ο ελληνικός στρατός να νομιμοποιούνται στη συνείδηση των μαθητών και γενικότερα του

95. Για την προαγωγή της ιδέας του έθνους και τη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας μέσω των εκπαιδευτικών μηχανισμών στη σύγχρονη Ελλάδα βλ. Α. Φραγκουδάκη, Θ. Δραγώνα (επιμ.), «Τι είν' η πατρίδα μας;». Εθνοκεντρισμός στην εκπαίδευση, Αθήνα 1997.

96. Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 16.

Σελ. 229
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/230.gif&w=600&h=915

πληθυσμού. Όταν ξέσπασαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι ο Α. Μ. ήταν 8 ή 9 ετών και ο Γ. Π. στα 12 με 14: «Το 1912», αφηγείται ο πρώτος γέροντας «μας πήγε ο δάσκαλος έξω και μας έβανε να σκύβουμε, να βάζουμε το αυτί μας στη γη, στο χώμα, για ν' ακούμε τα κανόνια που έριχναν, και ακούγαμε. Μμ, ακούγαμε τότε που πολεμάγαν».97 Και στη μνήμη του Γ. Π. είχε χαραχτεί η ζέση με την οποία τις παραμονές των Βαλκανικών πολέμων ο σχολάρχης οργάνωνε «στρατιωτικές» πορείες των μαθητών του Ελληνικού σχολείου:

Το δε ημιγυμνάσιο, το Ελληνικό σχολείο, που λέγαμε τότε... Μαζεύονταν όλα τα παιδιά των ευποροτέρων απ' την επαρχία, απ' την Αρτοτίνα και κάτω κι έρχονταν εδώ και μαζευόντουσαν πολλά παιδιά, αλλά παιδιά μεγάλης ηλικίας, όπου τότε υπήρχε και μια άλλη αυτή ακόμη, να μάθουν τα παιδιά οπλασκία. Ήταν ένας, θυμούμαι, τα είχε υποχρεώσει τα παιδιά να πάρουν από ένα κοντάρι ξύλινο, σχολάρχης, ο οποίος κατήγετο από το Ξυλόκαστρο της Αιγιαλείας, Κ. ονόματι, αλλά γερός διδάκτωρ και άτομο γερό' κι όταν έπαιρνε το Ελληνικό σχολείο να βγούνε περίπατο, τους έπαιρνε αυτουνούς όλους με τα κοντάρια στον ώμο και νόμιζες ότι βάδιζε λόχος ολόκληρος με το όπλο επ' ώμου... Μετά κατηργήθη αυτό, μετά τον πόλεμο το βαλκανικό·98

Ας μην ξεχνάμε ότι οι μαθητές ήταν οι μελλοντικοί στρατιώτες" σε εποχές ταραγμένες και απρόβλεπτες τα αγόρια προετοιμάζονταν από τα σχολικά θρανία για το μέτωπο, τουλάχιστον σε επίπεδο ηθικό. Σε διάστημα λιγότερο από 10 χρόνια μετά τη φαντασιακή βίωση των εθνικών πολέμων μέσω του σχολείου, ο Γ. Π. και ο Α. Μ. επιστρατεύτηκαν και συμμετείχαν σε έναν ανάλογο πόλεμο, τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο της περιόδου 1919-1922. Το μεσοπολεμικό χωριό βίωνε έμμεσα την πραγματικότητα του πολέμου αφού αρκετοί χωριανοί είχαν επιστρατευθεί τόσο στους Βαλκανικούς πολέμους όσο και στη Μικρασιατική εκστρατεία - το 1912-1913 το Κροκύλειο θρήνησε 5 νεκρούς και το 1921 1 νεκρό.99

Μέσω των σχολικών εγχειριδίων και της διδασκαλίας τους ο δάσκαλος εμφυσούσε στους μαθητές πίστη στην αξία του έθνους. Η λειτουργία αυτή βασικών σχολικών εγχειριδίων στην Ελλάδα του ύστερου 19ου και του πρώιμου 20ού αι. σε επίπεδο πολιτικών προθέσεων και πολιτικού λόγου έχει ερευνηθεί εκτεταμένα και σε βάθος.100 Δε διαθέτω αρκετές μαρτυρίες που να φωτίζουν αυτή τη λειτουργία τους στο επίπεδο της σχολικής πρακτικής και εμπειρίας.

97. Συν. με τον Α. Μ., σ. 5.

98. Συν. με τον Γ. Π., σ. 13, 14.

99. Υφαντής, Το Κροκύλιο, ό.π., σ. 35.

100. Βλ. Χρ. Κουλούρη, Ιστορία και γεωγραφία στα σχολεία (1834-1914). Ανθολόγιο Κειμένων - Βιβλιογραφία σχολικών εγχειριδίων, (Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, 18), Αθήνα 1988.

Σελ. 230
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/231.gif&w=600&h=915

Όμως, μια γραπτή αυτοβιογραφική μαρτυρία για το μάθημα της Ωδικής, δίνει μια εικόνα της απήχησης που έβρισκαν τα άσματα τα οποία διδάσκονταν οι μαθητές:101

Στα χρόνια των Βαλκανικών πολέμων και προς το τέλος του Α' Παγκοσμίου, την εποχή που ο ελληνικός στρατός πολεμούσε για την κυριαρχία στη Μακεδονία, στο χωριό τα παιδιά του Δημοτικού μάθαιναν το χαρακτηριστικό τραγούδι: «Απορώ, Μακεδονία, πως βαστάς υπομονή / αφού βλέπεις τα παιδιά σου μέρα νύχτα στη σφαγή, και τον όρκον φρικτόν πατρίς τα παιδιά σου / δίδουν εις σε, ως μόνα ποθούν / ή ελεύθερα όλα μια μέρα, ή σε μνήμα τιμής να ταφούν». Στους μαθητές εντυπωνόταν η εικόνα του Τούρκου ως του κατ' εξοχήν εχθρού του έθνους καθώς τραγουδούσαν τους ακόλουθους στίχους του Κωνσταντινουπολίτη γιατρού, ποιητή και αγωνιστή της ελληνικής επανάστασης Στέφανου Κανέλλου: «Ω, λυγερόν και κοφτερόν σπαθί μου / και συ ντουφέκι φλογερόν πουλί μου / Εσείς τον Τούρκο σφάξατε, τον τύραννο σπαράξατε / ν' αναστηθεί η πατρίς μου / να ζήσει το σπαθί μου», στίχους που τραγουδούσαν την εποχή εκείνη και οι μαθητές των Ελληνικών σχολείων της μακρινής Μικρασίας102. Ο βαθμός στον οποίο εσωτερίκευαν την ιδέα του έθνους και της αυτοθυσίας για τη δόξα του φανερώνεται στη θέρμη που διαπνέει το αυτοβιογραφικό κείμενο. «Όλοι μαζί!», προέτρεπε τα παιδιά να τραγουδήσουν «ο δάσκαλος ο Γιάννος» και ο συγγραφέας θυμάται χαρακτηριστικά: «έπαλλε η ψυχή μας από έξαρση και πατριωτικό ενθουσιασμό».103

Με την εκμάθηση πατριωτικών τραγουδιών καλλιεργούνταν επομένως στους μαθητές η διάθεση να πολεμήσουν και να θυσιάσουν τη ζωή τους για το έθνος και το ελληνικό κράτος. Υποθέτω, πάντως, ότι τα τραγούδια είχαν μεγαλύτερη απήχηση στα παιδιά από τα πεζά και συνεχή κείμενα των εγχειριδίων, επειδή τα παιδιά του χωριού ήταν στο σύνολο τους εξοικειωμένα με το τραγούδι ως μέσο έκφρασης (αν και όχι σε γραπτή μορφή), ενώ, εξάλλου, η μελωδικήρυθμική επανάληψη απευθυνόταν στο θυμικό" έτσι και οι αξίες τις οποίες πρέσβευαν οι στίχοι εγχαράσσονταν άμεσα στη συνείδηση των μαθητών. Ίσως δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο συγγραφέας της αυτοβιογραφικής μαρτυρίας ανακαλεί στη μνήμη του το μάθημα της Ωδικής και όχι κάποιο άλλο.

Η θρησκευτική πίστη και πρακτική αποτελούσαν βασικές αξίες της αγροτικής κοινωνίας, αλλά το σχολείο μυούσε-ενέτασσε τα παιδιά σε μια θρησκευτικότητα

101. Το 1882 προκηρύχθηκε διαγωνισμός για αναγνωστικά βιβλία και «Απάνθισμα» πενήντα περίπου παιδαγωγικών ασμάτων (Κοντονή, Το Νεοελληνικό Σχολείο, ό.π., σ. 141, 142).

102. Αναφέρεται στο Α. Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 236.

103. Π. Γ. Υφαντής, «Ιωάννης Γ. Αθανασόπουλος (ο δάσκαλος ο Γιάννος)», εφ. Το Κροκύλειο, αρ. φ. 49 (1992), σ. 3.

Σελ. 231
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/232.gif&w=600&h=915

τα αρκετά διαφορετική από εκείνη την οποία ανέπτυσσαν στο πλαίσιο της οικογένειας. Μέσα στην οικογένεια μάθαινε κανείς να κάνει το σταυρό του και να προσκυνά τα εικονίσματα στο εικονοστάσι του σπιτιού. Οι συνομιλητές μου είναι κατηγορηματικοί σε αυτό: Προσευχές έμαθαν στο σχολείο από το δάσκαλο104 με τον οποίο, ήταν, άλλωστε, υποχρεωμένοι να πηγαίνουν στην εκκλησία κάθε Κυριακή καθώς και στις μεγάλες θρησκευτικές εορτές:

Πηγαίναμε, πηγαίναμε στην εκκλησία. Προπαντός στο σχολείο. Αυτό το θυμάμαι και ήταν πολύ ωραίο. Πηγαίναμε έξω στην πλατεία και μαζευόμασταν, μας έβαζαν στη σειρά, απ' τη μια μεριά τ' αγόρια κι απ' την άλλη, τα κορίτσια και πηγαίναμε στην εκκλησία.105

Τα παιδιά προσέρχονταν στην εκκλησία με «στρατιωτική» οργάνωση και πειθαρχία:

Ο δάσκαλος ήταν υποχρεωμένος να μαζέψει τα παιδιά έξω απ' την εκκλησία, να τα βάλ' στη σειρά, να μοιράσ' το σιτάρ', αν ήταν μνημόσυνο, να μην σπρώχνονται και να μη φωνάζουν... Μάζευαν όλα τα λεπτά που ήθελαν ν' ανάψουν κερί, τα μάζευαν όλα τα λεπτά και πάαιναν και τάδιναν μέσα για να μην κάνουν, να μη διαλυθούν απ' τη σειρά και πάαιναν ν' ανάψουν κερί, να κάνουν. Ήταν σούζα.'06

Το μάθημα των Θρησκευτικών, η εκμάθηση προσευχών, ο υποχρεωτικός εβδομαδιαίος εκκλησιασμός, την τήρηση του οποίου ρύθμιζαν επανειλημμένες εγκύκλιοι του Υπουργείου Παιδείας από τις πρώτες δεκαετίες ζωής του νεοελληνικού κράτους,107 προωθούσαν μια νέα σχέση με τη θρησκεία, στο πλαίσιο της οποίας ο μαγικός, παγανιστικός χαρακτήρας της θρησκείας των χωριανών, και μάλιστα των τσοπάνηδων που τόσο ωραία περιέγραψε ο Λουκόπουλος,108 εξασθενούσε. Ενώ από την οικογένεια εκκλησιάζονταν όσοι «ευκαιρούσαν», κατά κανόνα ο παππούλης ή η κυρούλα, το σχολείο υποχρέωνε τα παιδιά ηλικίας μεταξύ 6-13 περίπου ετών να εκκλησιάζονται ανεξάρτητα από τις ανάγκες της οικογενειακής οικονομίας. Στην πράξη και τη συνείδηση της νέας γενιάς η θρησκεία αυτονομούνταν από τις άλλες εκδηλώσεις της οικογενειακής ζωής και μετατρεπόταν σε απόλυτα διακριτό, οργανωμένο, ομοιογενή και επομένως ευ-

104. Συν. με την Π. Μ., σ. 5' Συν. με την Κ. Σ., σ. 9' Συν. με την Β. Κ., σ. 5' Συν. με τον Π. Π., σ. 4' Συν. με τον Γ. Π., σ. 9

105. Συν. με την Π. Κ., σ. 5.

106. Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 11.

107. Λέφας, Ιστορία της Εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 66, 67.

108. Λουκόπουλος, Ποιμενικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 171 («Δεν είναι αδιάφοροι οι τσοπάνηδες στη θρησκεία (...) Την περιορίζουν σε ορισμένους τύπους (...) Έχουν φόβο Θεού μέσα τους, αλλά πιο πολύ φοβούνται τους αγίους, κι όταν λέγουν αγίους εννοούν τις εικόνες τους»).

Σελ. 232
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/233.gif&w=600&h=915

ευκολότερα ελεγχόμενο από την κρατική εξουσία χώρο έκφρασης. Οπωσδήποτε, μέσω του σχολείου το παιδί εκπροσωπούσε την οικογένεια του στο θρησκευτικό χώρο' αλλά από τη στιγμή που το σχολείο καθίστατο υπεύθυνο για τη θρησκευτικότητα, η θρησκευτική πρακτική έπαυε να αποτελεί αποκλειστικά υπόθεση της οικογένειας. Το παιδί στην εκκλησία εκπροσωπούσε επίσης και προπάντων τον εαυτό του ως μέλος του σχολείου, ενός κατ' εξοχήν κρατικού θεσμού την εποχή αυτή. Μέσω του σχολείου η θρησκεία αποκτούσε ταυτόχρονα εθνική διάσταση, αφορούσε στο κάθε παιδί ως πολίτη του εθνικού κράτους, το οποίο αποθεωνόταν στον εθνικό και θρησκευτικό εορτασμό της 25ης Μαρτίου. Στην πράξη βέβαια οι οικογένειες συχνά αγνοούσαν σχολικές (και κρατικές) επιταγές. Μετά την αποφοίτηση από το Δημοτικό ή την εγκατάλειψή του, η θρησκευτική ζωή, τουλάχιστον για όσους έμεναν έξω από το χωριό, δηλαδή κατά κύριο λόγο για τα παιδιά των τσοπάνηδων, έβρισκε τον παλιό, παραδοσιακό ρυθμό της:

Nat, όποιος ευκαιρούσε, πήγαινε εκκλησία. Πήγαινε ένας απ' το σπίτ', πήγαιναν δύο. Όποιος είχε πράματα και δλειές δεν πήγαινε... Όσο πηγαίναμε σκολείο, μας πήγαιν' η δασκάλα κάθε Κυριακή. Ήταν υποχρεωμένη, δεν είν' όπως τώρα. Τα πάαινε η δασκάλα, τα πάαινε στη γραμμή τα παιδιά σκολείο... Ναι, άμα δεν πήγαινες σχολείο υπήρχε τιμωρία, αλλά σάματ' και δε μας κράταγαν κιόλα οι γονείς μας, πούταν σης δουλειές; Ε, ύστερα μεγαλώσαμε, μας άρενε να πάμε στην εκκλησία. Όποτε ευκαιρούσαμε, πηγαίναμε στην εκκλησία.

Όσα παιδιά δε γνώριζαν την προσευχή ή απουσίαζαν από την εκκλησία τιμωρούνταν, παρ' όλο που η άγνοιά τους οφειλόταν σε μεγάλο μέρος στις συνθήκες διαβίωσής τους και τις ανάγκες της οικογενειακής οικονομίας. Φόβος και άγχος πρέπει να σημάδευαν την καθημερινότητα αρκετών παιδιών:

Το Πάτερ Ημών το μάθαμε στο σχολείο, στο σχολείο αυτά τα πράματα. Ο δάσκαλος, μας μάλωνε άμα δεν πηγαίναμε εκκλησία. Μια φορά είχα το δάσκαλο στην Τρίτη τάξ' κι είχαμε έναν που ήταν λίγο αυστηρός. «Γιατί Σ. δεν ήρθες εχθές στο σχολείο;» Εγώ με την ξαδέρφη μου... Εγώ δεν ήξερα την προσευχή, το Πάτερ Ημών. Κι αφού δεν ήξερα δεν πήγα στο σχολείο. Άμα πήγα... Μας μάλωνε... Ξύλο! Πρήστκε το χέρι μου. Μελάνιασε!109

Τα πρότυπα συμπεριφοράς τα οποία υποστήριζε το σχολείο απέκλιναν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό από την πρακτική της πλειοψηφίας των χωριανών, με εξαίρεση τις διαφυλικές σχέσεις. Η προσπάθεια διαχωρισμού αγοριών και κοριτσιών ήταν συνειδητή, συνεχής και ξεκινούσε από τη χωριστή τοποθέτησή τους στα θρανία. Το γεγονός, όμως, ότι το σχολείο ήταν, κατά το μεγα-

109. Συν. με την Γ. Σ., σ. 4.

Σελ. 233
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/234.gif&w=600&h=915

μεγαλύτερο μέρος της περιόδου που πραγματεύομαι, μικτό απέκλειε τον απόλυτο διαχωρισμό των δύο φύλων αφού αγόρια και κορίτσια περνούσαν αρκετές ώρες της ημέρας στον ίδιο χώρο. Το ειδύλλιο ενός μαθητή και μιας μαθήτριας στο Δημοτικό έληξε υποχρεωτικά και άδοξα" μετά από αυτό το περιστατικό το κορίτσι δεν ξαναπήγε στο σχολείο: «Κι αστεία κάναμε κι αυτά, και η μία η κοπέλα αγαπούσε κάποιο παιδί εκεί, αλλά την έπιασε ο Θ. και ...σταμάτσε το σχολείο από κει... Δάσκαλος ο Θ., κοίταε και τ' μικρή τ' μύγα... Άλλαζαν γράμματα. Με τα γράμματ' τν έπιασε».110 Φαίνεται λοιπόν πως στην πράξη το Δημοτικό σχολείο στην ύπαιθρο —όπου ουσιαστικά δεν υπήρχε οικονομική δυνατότητα συγκρότησης και λειτουργίας χωριστών σχολείων κατά φύλο- λειτουργούσε ως χώρος συνεύρεσης αγοριών και κοριτσιών παρά τη θέληση του και παρά τον σαφή χωροχρονικό διαχωρισμό των δύο φύλων που χαρακτήριζε την καθημερινή ζωή στο χωριό.

Στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος του πρώτου μισού του 19ου αι. η άποψη ότι οι ενήλικες, κυρίως οι δημόσιοι λειτουργοί, οφείλουν να απαγορεύουν στα παιδιά να παίζουν εκτός του οικιακού ή του σχολικού χώρου και γενικότερα εκτός χώρων οριοθετημένων από τους ενήλικες, κυριαρχούσε στους κύκλους των παιδαγωγών που διαμόρφωναν ή επηρέαζαν τη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι, εκτός των διδασκόντων, την εξωσχολική συμπεριφορά των μαθητών επιτηρούσαν από το 1856-1918 και οι επιστάτες των σχολείων ως άτυποι παιδονόμοι. Από το 1918-1932 επιλέγονταν παιδονόμοι από τους δήμους και τις αρμόδιες σχολικές επιτροπές.111 Υποθέτω, όμως, ότι στην πράξη συχνά, τουλάχιστον στην ύπαιθρο και μάλιστα στον γεωγραφικά απομονωμένο ορεινό χώρο, καθήκοντα παιδονόμων αναλάμβαναν οι δάσκαλοι, ελλείψει προσωπικού ή πόρων. Ο Αλέξανδρος Κρίκος στην αυτοβιογραφία του αναφέρεται σε ιδιαίτερα αυστηρούς περιορισμούς που επιβάλλονταν στα παιδιά από τους δασκάλους στο Σουρούστι (σημ. Κερασιά) γύρω στα 1890 και τους αποδίδει στην έλλειψη παιδαγωγικής μόρφωσης των γραμματοδιδασκάλων -ως επί το πλείστον ιερέων- οι οποίοι απαιτούσαν ουσιαστικά να μην παίζουν τα παιδιά (τα αγόρια), παρά μόνο να μελετούν.112

Ανεξάρτητα από την επίσημη κατάργηση του θεσμού του παιδονόμου το 1932, οι δάσκαλοι πρέπει να προωθούσαν πρότυπα συμπεριφοράς τα οποία εξέφραζαν σύγχρονες κυρίαρχες παιδαγωγικές αντιλήψεις για τον σαφή διαχωρισμό των παιδιών από τους ενήλικες και ουσιαστικά συγκρούονταν με το έθος (habitus) και την καθημερινή πρακτική της τοπικής κοινωνίας. Η παρουσία

110. Συν. με την Λ. Π., σ. 13.

111. Λέφας, Ιστορία της Εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 164' Π. Δορμπαράκης, Π. Χαραμής, Χ. Ξενάκη (επιμ.), Παιδαγωγική-Ψυχολογική Εγκυκλοπαίδεια-Λεξικό, τ. 7, Αθήνα 1991, λήμμα «παιδονόμος», σ. 3664-3665.

112. Α. Κρίκος, Αυτοβιογραφία, ό.π., σ. 11, 12.

Σελ. 234
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/235.gif&w=600&h=915

αγοριών που έπαιζαν στον ευρύτερο χώρο της αγοράς φαίνεται πως ήταν αυτονόητη για τους περισσότερους γονείς αλλά όχι και για τους δασκάλους. Τουλάχιστον μετά το 1925, όταν δάσκαλος στο χωριό ήταν ο θρυλικός Θ. Ζ., απαγορευόταν να παίζουν τα παιδιά στην αγορά ή γύρω από αυτήν, στο χώρο δηλαδή όπου υπήρχαν δύο καφενεία και μαζεύονταν οι άνδρες του χωριού για να πιούνε και να παίξουν χαρτιά. Οι απαγορεύσεις αυτές αφορούσαν κυρίως στα αγόρια που επεδείκνυαν και την πιο ατίθαση συμπεριφορά. Ο τσοπάνης Μ. Μ. θυμάται:

Πάαινα σχολείο, μωρέ, και κάποτε πήγαινα, δε θυμάμαι, ποιο παιχνίδ' παίζαν απάνω στο, απάν' πουν' το ξενοδοχείο τώρα, ήταν ένα αλώνι εκεί πέρα κι εκεί μαζευόμασταν. Κι άμα ερχιέταν ο Θ. κι έπιανε ένα παιδί, δεν ήθελε και πολλά, ένα να γνώρζες, ένα... Δε μας άφηνε αυτός να γυρίζουμε στο χωριό, απάνω στην αγορά. Ήτανε σχολείο άλλο. Με ποια παιδιά ήσουν χθες το βράδι; Πέστε, από ένα, ένα να σηκωθούν απάνω. Πααίναμε εκεί, μας έβανε τιμωρία."3

Μέσω του σχολείου η παιδική και νεανική ηλικία αποκτούσε κοινωνικά όρια, διαχωριζόταν αυστηρά πλέον από την ενήλικη ζωή και αποκρυσταλλωνόταν σιγά-σιγά ως ξεχωριστή οντότητα στη συνείδηση της μικροκοινωνίας.

Η τήρηση κανόνων ατομικής υγιεινής ήταν κάτι άγνωστο στους περισσότερους γονείς και οι δάσκαλοι κατέβαλλαν προσπάθεια να «διαφωτίσουν» τον πληθυσμό. Χαρακτηριστική η περίπτωση του δασκάλου που ζητούσε από τα παιδιά να βγάλουν την κάλτσα από το αριστερό τους πόδι για να δει αν είχαν πλυθεί. Την ιστορία αυτή αφηγήθηκε η μοναχοκόρη του καθηγητή του Σχολαρχείου που γεννήθηκε το 1918. Εκείνη ανήκε στα προνομιούχα παιδιά: η οικογένειά της είχε τη δυνατότητα να αγοράζει σαπούνι από το παντοπωλείο, η μητέρα της είχε το χρόνο να την πλένει τακτικά και η ίδια δε χρειαζόταν να τρέχει ξυπόλητη στα χωράφια ή πίσω από κάποιο κοπάδι, όπως πολλοί συμμαθητές και συμμαθήτριές της, για τους οποίους η σχολική επιταγή σωματικής καθαριότητας συγκρουόταν με τις προϋποθέσεις και τις απαιτήσεις της καθημερινότητάς τους και εντέλει με τη νοοτροπία τους:

Ένα άλλο που μπορεί να σ' ενδιαφέρει -έντονη ανάμνηση— είναι ότι τα παιδιά δεν πλένονταν τότε. Ο δάσκαλος στο σχολείο μας έλεγε: «Βγάλτε τις κάλτσες να δω αν είναι πλυμένα τα πόδια σας», κι όποιου δεν ήταν τούδινε και μια εκεί, κι είχαμε το φόβο (η έκφραση παραπέμπει στο φόβο ως μέσο διαπαιδαγώγησης)για να πλένουμε τα πόδια μας... εμένα μ' έβαζε κάθε Σάββατο η μάνα μου στη σκάφη και μ ' έπλενε, αλλά αμφιβάλλω, αν απ'

113. Συν. με τον Μ. Μ. και την Κ. Μ., σ. 12.

Σελ. 235
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/236.gif&w=600&h=915

όλα τα παιδιά πλέναν εκεί τα πόδια τους λίγο... Ο δάσκαλος μας έλεγε, την αριστερή κάλτσα όλοι, και μια φορά μας είπε, όλες τις κάλτσες, και τις δυο κάλτσες, και βρέθηκαν αρκετά παιδιά πούχαν μόνο τόνα πόδι πλύνει.11*

Πολλά παιδιά πρέπει να βίωναν το άγχος για αξιοπρεπή εμφάνιση στο δημόσιο χώρο του σχολείου, ιδιαίτερα όσα δεν είχαν παρά γουρνοτσάρουχα και μπαλωμένα ρούχα. Το σχολείο ευνοούσε με αυτό τον τρόπο τον κοινωνικό ανταγωνισμό μεταξύ των παιδιών σε επίπεδο κατ' αρχήν προσωπικό, ατομικό, και μόνο κατά δεύτερο λόγο οικογενειακό (ως εκπροσώπων των οικογενειών τους).

Πάντως οι διδάσκοντες δε φαίνεται να έκαναν διακρίσεις ανάμεσα στα παιδιά με κριτήριο την κοινωνική τους θέση μέσα στο χωριό, παρ' όλο που εκ των πραγμάτων η εμφάνιση αντανακλούσε ως ένα σημείο την κοινωνική θέση. Ακόμη και συνομιλητές οι οποίοι μιλούν με μια διάχυτη πικρία για τα παιδικά και νεανικά τους χρόνια στο χωριό, για τις λιγοστές ευκαιρίες που είχαν να μάθουν «κάτι» στο σχολείο, δηλώνουν κατηγορηματικά ότι οι δάσκαλοι δεν έκαναν διακρίσεις εις βάρος τους.115 Το επισημαίνω αυτό έχοντας υπόψη μαρτυρίες για την αυστριακή ύπαιθρο την ίδια περίοδο, που αφήνουν να εννοηθεί πως οι δάσκαλοι ή οι δασκάλες συχνά ευνοούσαν ανοιχτά παιδιά εύπορων και πολιτικά ισχυρών αγροτικών οικογενειών.116 Προφανώς, αυτές οι εκδηλώσεις εύνοιας συνδέονταν με την αυστηρότερη διαστρωμάτωση της αυστριακής αγροτικής κοινωνίας κατά το μεγαλύτερο μέρος της.117

7. ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ Από τις πρώτες δεκαετίες της ζωής του το νεοελληνικό κράτος επιχείρησε να

114. Συν. με την Π. Α., σ. 1, 2.

115. Βλ. λ. χ., Συν. με την Γ. Ζ., σ. 5.

116. Weber, Hauslerkindheit..., ό.π., σ. 33.

117. Στις περισσότερες περιοχές της ορεινής, και όχι μόνο, Αυστρίας η κοινωνικο-οικονομική διαστρωμάτωση αντανακλά προπάντων στις πολυεπίπεδες σχέσεις άμεσης εργασιακής εκμετάλλευσης και εξάρτησης των οικονομικά ασθενών από τους οικονομικά ισχυρούς, των αγροτικών υπηρετών από τους αγρότες, των γόνων των αγροτικών υπηρετών (συχνά νόθων) από τους νόμιμους γόνους των αγροτών κ.λπ. Στο παράδειγμά μου θα έλεγα ότι η κοινωνικο-οικονομική διαστρωμάτωση αντανακλά προπάντων στη διαβαθμισμένη πρόσβαση στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς και στον τρόπο ζωής των αστικών κέντρων: Υψηλότερα στην ιεραρχική κλίμακα βρίσκονται όσοι έχουν μεγαλύτερες προοπτικές να εγκαταλείψουν τον αγροτικό τρόπο ζωής. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η μορφή κοινωνικής διαστρωμάτωσης κατ' αρχήν δεν ευνοεί συγκρούσεις αφού το σημείο αναφοράς του κοινωνικού κεφαλαίου βρίσκεται εκτός των ορίων της αγροτικής οικονομίας και κοινωνίας.

Σελ. 236
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/237.gif&w=600&h=915

περιορίσει τη φυσική βία ως μέσο τιμωρίας των μαθητών από τους διδάσκοντες, απαγορεύοντας τους ραβδισμούς και τις μαστιγώσεις και επιτρέποντας ποινές που, όταν εφαρμόζονταν με μέτρο, κατ' αρχήν δεν απειλούσαν τη σωματική υγεία των παιδιών, όπως η γονυκλισία, η ασιτία ή ολιγοσιτία, η φυλάκιση. Το αρμόδιο υπουργείο απέστειλε στα σχολεία επανειλημμένως (το 1848, το 1854, το 1867, το 1884) σχετικές εγκυκλίους που εξέφραζαν αγανάκτηση για τις παρεκτροπές των δασκάλων και ανησυχία για την εκτράχυνση της νεολαίας.118 Αν κρίνουμε μάλιστα από Διάταγμα του 1893, κατά την περίοδο που μας απασχολεί, οι σωματικές (ή εν πάση περιπτώσει οι άμεσα αναγνωρίσιμες ως σωματικές) ποινές είχαν καταργηθεί ατεό το νόμο, σχεδόν ολοκληρωτικά ως μέσο τιμωρίας των μαθητών, με εξαίρεση την ποινή της ορθοστασίας.119 Ωστόσο, συχνά η πραγματικότητα ήταν όχι μόνο πολύ διαφορετική αλλά και κοινωνικά αποδεκτή αν όχι αυτονόητη.120 Ας μην ξεχνάμε ότι στον ορεινό χώρο η ληστεία και η σωματική βία με την οποία ήταν συνυφασμένη, δεν εξέλιπαν παρά σταδιακά τη δεκαετία του 1930 αλλά παρέμεναν, κατά κάποιο τρόπο, ζωντανές στις αφηγήσεις των γερόντων. Στη συνείδηση της ορεινής αγροτικής κοινωνίας η φυσική βία δεν αποτελούσε ταμπού.121 Σε ένα άλλο σημείο της εργασίας, εξετάζοντας τις ποινές που επέβαλλαν οι γονείς στα παιδιά, επεσήμανα ότι δε θα πρέπει να ταυτίζουμε το ξύλο με την κακοποίηση, ούτε να αντιμετωπίζουμε το ξύλο ως ακραία μορφή βίας, όταν μελετάμε κοινωνίες στην οικονομική-εργασιακή ζωή και στον αξιακό κώδικα των οποίων η δύναμη και η αντοχή του σώματος κατέχουν κεντρική θέση.

Η σωματική βία αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο της σχολικής καθημερινότητας και ήταν, ως ένα σημείο, αμφίδρομη: Δεν κατευθυνόταν μόνον από το δάσκαλο προς τους μαθητές αλλά και αντιστρόφως. Τούτο συνδέεται, ως ένα βαθμό, με το γεγονός ότι, όπως προανέφερα, τουλάχιστον στις αρχές του 20ού αι. φοιτούσαν στο Δημοτικό μαθητές ηλικίας πάνω από 15 χρόνων.

Οι αναμνήσεις από τους δασκάλους στο Δημοτικό και τους καθηγητές στο

118. Λέφας, Ιστορία της Εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 162-163.

119. Το διάταγμα αναφέρεται από την Κοντονή, Το Νεοελληνικό Σχολείο, ό.π., σ. 135.

120. Ανάλογη ήταν η κατάσταση στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης κατά την περίοδο που εξετάζουμε, παρ' όλο που και στην Αψβουργική Μοναρχία διάταγμα του 1905 χαρακτήριζε τη φυσική βία ως απαράδεκτο μέσο τιμωρίας στα σχολεία: Βλ. Eva Tesar (επιμ.), Hände auf die Bank. Erinerungen an den Schulalltag, Wien-Köln-Weimar, 1992 (Damit es nicht verlorengeht..., 7), σ. 40.

121. Πβ. Ν. Elias, The Germans, επιμ. M. Schröter, μετάφραση από τα γερμανικά Ε. Dunning, St. Mennell, Οξφόρδη 1997, σ. 176. (Ο Ελίας θεωρεί ότι εκ φύσεως τα βρέφη και τα παιδιά χρησιμοποιούν τη φυσική βία αλλά ότι η βία στη συνείδηση των νέων των ανεπτυγμένων κοινωνιών αποτελεί πλέον ταμπού, γεγονός που συνδέεται με την αυξανόμενη αποτελεσματικότητα του κρατικού μονοπώλιου εξουσίας).

Σελ. 237
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/238.gif&w=600&h=915

Σχολαρχείο (στη συντριπτική τους πλειοψηφία και κατά το μεγαλύτερο διάστημα της περιόδου που εξετάζουμε οι διδάσκοντες ήταν άνδρες) αφορούν πολύ συχνά στις τιμωρίες, τις σωματικές ποινές που επέβαλλαν. Σχεδόν όλοι, όσοι μου έδωσαν συνέντευξη, αναφέρθηκαν σε ένα ακραίο περιστατικό που έλαβε χώρα ανάμεσα στο 1910 και το 1920: Ένας δάσκαλος τιμώρησε μαθητή με πολύωρο εγκλεισμό στο υπόγειο του σχολείου' το παιδί πέθανε, σύμφωνα με ορισμένους από το φόβο του, σύμφωνα με άλλους επειδή το δάγκωσαν οχιές. Το γεγονός συγκλόνισε το χωριό.

Μαρτυρίες για σωματικές ποινές στο σχολείο υπάρχουν και για άλλα χωριά της βρεινής Δωρίδας" ανάμεσά τους αναφέρεται και η τιμωρία «πέτρα στο λαιμό», επινόηση ενός δασκάλου στο Διχώρι (Κωστάριτσα) που έβαζε τα παιδιά να στέκονται στο ένα πόδι με μια πέτρα κρεμασμένη με σκοινί στον λαιμό τους. Αλλά οι πιο συνηθισμένες τιμωρίες ήταν ο περιορισμός στο σχολείο και η στέρηση τροφής κατά τη μεσημεριανή διακοπή, η ορθοστασία ή γονυκλισία στη διάρκεια του μαθήματος και προπάντων το ξύλο με τη βέργα.122

Το ξύλο με τη βέργα αποτελούσε φυσικά και στο παράδειγμά μου την πλέον συνηθισμένη ποινή" και δεν εφαρμοζόταν μόνο όταν τα παιδιά δεν πειθαρχούσαν την ώρα της διδασκαλίας, αλλά επίσης, και όταν δεν είχαν μελετήσει. Πολλές φορές οι δάσκαλοι έστελναν τα ίδια τα παιδιά να κόψουν τις βέργες -το όργανο με το οποίο θα τιμωρούνταν-, από τις ρεματιές, διαδικασία που οφειλόταν βέβαια σε πρακτικούς λόγους -αφού η ίδια βέργα δε μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά πολλές φορές- αλλά συμβόλιζε, συγχρόνως, την παραδοχή της ενοχής του μαθητή από τον ίδιο και την πλήρη υποταγή του στην κρίση και τη βούληση του δασκάλου.

Η αφήγηση της Γ. Α. δίνει μια γενική εικόνα των πρακτικών που υιοθετούνταν:

Όποιο παιδί δεν ήξερε γράμματα, τόβανε ο δάσκαλος τιμωρία, τόστελνε κι έκοβε σ' ένα ρέμα κάτ' βέργες από ιτέα. Κι αφού δεν ξέραν πολλά παιδιά γράμματα, τάδερνε στα χέρια. Τότε ήταν κακό κι αυτό. Τάκανε τα χέρια τς εδώ... Υπήρχαν πολλά παιδιά που έτρωγαν ξύλο... προπαντός για τα μαθήματα. Ή για καμιά πέτρα, πέταξε κι έσπασε ένα τζάμι, ή για καμιά ζημιά, για κάτι τέτοια.123

Φαίνεται ότι κυρίως τιμωρούνταν αγόρια επειδή παρουσίαζαν συχνότερα παραβατική συμπεριφορά. Αυτό οφειλόταν οπωσδήποτε και στη μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων με την οποία ανατρέφονταν. Η χαμηλή επίδοση στα μαθήματα αναφέρεται ως αποκλειστική αιτία ξυλοδαρμού των μαθητριών παρ' όλο

122. Λουκοπούλου-Παττίχη, Επιστροφή, ό.π., σ. 144' Παπαϊωάννου, Τα Κλειδιά..., ό.π., σ. 45' Κρίκος, Αυτοβιογραφία, ό.π., σ. 11-13.

123. Συν. με την Γ. Α., σ. 9.

Σελ. 238
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/239.gif&w=600&h=915

που οι δάσκαλοι γνώριζαν πολύ καλά ότι τα παιδιά, και μάλιστα τα κορίτσια, επωμίζονταν ένα σωρό ευθύνες από μικρή ηλικία και είχαν στη διάθεση τους ελάχιστο χρόνο για μελέτη. Αναμφισβήτητα, ο μεγάλος αριθμός των μαθητών και οι δύσκολες υλικές συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξαγόταν το μάθημα δεν άφηναν πολλά περιθώρια στους δασκάλους ώστε να δείχνουν κατανόηση στα παιδιά. Ίσως σκέφτονταν ότι η παραμικρή επιείκεια θα αποθράσυνε εκείνους τους μαθητές που ζητούσαν αφορμή να προκαλέσουν αναστάτωση και να εγκαταλείψουν το σχολείο. Εν πάση περιπτώσει, τιμωρώντας το παιδί που «δεν ήξερε το μάθημα» ο δάσκαλος, εκούσια ή ακούσια, το καθιστούσε αποκλειστικά υπεύθυνο για την επίδοσή του στο σχολείο. Επομένως, δεν αναγνώριζε ή δεν είχε την πολυτέλεια να αναγνωρίσει ότι στο χώρο της οικογένειας η ζωή των ενηλίκων παρέμενε άρρηκτα συνδεμένη με αυτή των παιδιών, παρ' όλο που το σχολείο οριοθετούσε θεσμικά το χωρόχρονο των μαθητών, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη συγκρότηση μιας παιδικής-νεανικής ηλικίας σαφώς διαχωρισμένης από την ενήλικη ζωή.

Η υποχρεωτική σχολική παρακολούθηση και οι απαιτήσεις των δασκάλων συγκρούονταν με τις απαιτήσεις της οικογενειακής οικονομίας και ενέπλεκαν πολλά παιδιά, ιδιαίτερα κορίτσια, σε ένα φαύλο κύκλο:

Στο δημοτικό που πήγαινα εγώ είχα το δάσκαλο το... Ήταν πολύ ζωηρός δάσκαλος κι ήμασταν γειτόν' και τς έλεγε τς μάνας μου: «Ασήμω, Ασήμω το κορίτσ' θα το στείλς σχολείο;» —«Όχ' δε 'ρχιέται σήμερα, θα πετάξει σπόρο το κορίτσ». Και τότες παρέμενε και παρέμενε το σχολείο, πάαινα γω στο σχολείο, με κοπάναε ο δάσκαλος, χτύπαγε κιόλας ο... Ήταν όμως καλός δάσκαλος, δεν ήταν άσκημος. Για καλό με χτύπαγε. Να μάθω κάτι, ήμασταν στραβοί,124

Οι αφηγήσεις των ανδρών για το ξύλο που «έφαγαν» από τους δασκάλους στο σχολείο είναι δραματικότερες: Τα αγόρια συχνά αμφισβητούσαν ανοιχτά την εξουσία του δασκάλου, τολμούσαν να παραβούν στοιχειώδεις κανόνες πειθαρχίας και αντιδρούσαν δυναμικά στην προσπάθεια του να επιβάλει σωματικές ποινές. Αυτό ίσχυε, προπάντων, για όσα αγόρια δεν παρακολουθούσαν τακτικά τα μαθήματα και ήταν ιδιαίτερα αδύνατοι μαθητές. Και στο χώρο του σχολείου, όπως και της οικογένειας, η πειθαρχία, η υποταγή στην εξουσία των ενηλίκων αφορά πρώτα απ' όλα τα κορίτσια, κι ας ήταν το σχολείο, όπως έχω αναφέρει παραπάνω, κατ' αρχήν «υπόθεση των αγοριών».

Χαρακτηριστικό για την απειθαρχία των αγοριών στο σχολείο αλλά και για την αμφισβήτηση της εξουσίας του δασκάλου και κατ' επέκταση των σχολικών μηχανισμών είναι το περιστατικό που αφηγείται ο Α. Μ. και υπολογίζω ότι συνέβη μεταξύ 1910 και 1913:

124. Συν. με την Λ. Π., σ. 4.

Σελ. 239
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/240.gif&w=600&h=915

Είχαμε δυο δασκάλους πρωταρχικά, μετά είχαμε δασκάλα, πέθανε. Ο ένας ήταν πολύ αυστηρός, αλλά εγώ δεν είχα φάει ξύλο, έδερνε τα κακοποιά στοιχεία. Ήταν τότε άγρια τα παιδιά. Εγώ ήμαν κάπως μαλακός εκεί. Κάποτε, τότε κάθε Πέμπτη μας μάζευε ο δάσκαλος και πηγαίναμε εκδρομή... Μια μέρα δεν ήρθε το πρωί, κάτ' δουλειά θα είχε στο σπίτι τ'. Το σπίτι τ' ήταν εδώ πιο δώθε, κι ήταν απέναντι απ' το σχολείο και τον βλέπαμε το δάσκαλο. Περιμέναμε να' ρθει, δεν ήρθε. Αφού δεν ήρθε, λένε κάτ' μεγάλ', να σκωθούμε να φύγουμε, να πάμε μοναχοί μας. Πού να πάνε ξέρω γω, σκώνονται, φεύγουνε. Σκώνομαι, πάω κι εγώ κοντά ήμαν μικρός εγώ τότε, μικρότερος. ...Πήγαμε εκεί στη ράχ' πιο πέρα και παίζαμε αλλά κοιτάγαμε και για το δάσκαλο, τον είδαμε, κίνησε απ' το σπίτι τ' κι έρχεταν. Τώρα, αν σηκωνόμασταν τρέχοντας να πάμε στο σχολείο, θα προφθάναμε, αλλά ποιος (να σηκωθεί) ; Εκείνα τα μεγάλα ήταν κακοποιά στοιχεία' πήε εκεί, βρίσκ' ένα κορίτσ' κι ένα παιδί, δε θμάμαι τώρα, κάνα δυο τα θμάμαι, αν ήταν και τρίτος δε θμάμαι καλά, ε, τς είπε εκεί, τι έγινε εκεί, φύγαμε εμείς οι άλλ', μπήκε μέσα ο δάσκαλος, έκλεισε η πόρτα, πάει. Τν άλλη μέρα πήγαμε, έλεγαν, μας είπαν οι μεγάλ', έλεγαν, άμα μας δείρει, αρχίσει να μας δέρν', να φύγουμ' όλ', να πηδούμε όξω, να φύγουμε. Ο δάσκαλος, ήρθ' ο δάσκαλος, σκωθήκαμε όρθιοι, όπως άνξε τν πόρτα, γυρίζ και παίρν' το κλειδάκ' πάλ' και κλειδών' από μέσα. Ήταν και άλλ' πόρτα αλλά ήταν κλειδωμέν' από πρωτύτερα. Κολλητοί, γύρω γύρω, να καθήστε στο δωμάτιο. Ε, ήρθαν, κίνσαν τα παιδιά, κίνσα κι εγώ κοντά, δυο, τρεις, τέσσερις θα ήταν μπροστά από μένα απ' την πόρτα, κι εγώ ήμαν παραπίσω εδώ. Όσα ήξερε ότι ήταν κακοποιά στοιχεία, ξύλο. Γυρίζ' σε μένα: «Γιατί έφγες εσύ;» -«Ε, έφγαν τ' άλλα και πήγα κι εγώ κοντά». Ε, ήμαν και μικρός εγώ. Μ' ήφερε μια μπατσούλα και μένα, άλλο τίποτα. Πάν' στο ξύλο είχε δυο λούρες. Έστειλε ένα παιδί να φέρ' λούρες, βέργους.125

Τα αγόρια χάραζαν τις βέργες ώστε να σπάσουν, όταν θα τις χρησιμοποιούσε ο δάσκαλος, πηδούσαν από τα παράθυρα και έτρεχαν για να γλιτώσουν το ξύλο, έστηναν ακόμη και ενέδρες στο δάσκαλο για να τον εκδικηθούν επειδή τα έδειρε. Στη συνείδηση των μεγαλύτερων, ιδίως των νεαρών εκείνων που στα 18 και τα 20 τους χρόνια ήταν υποχρεωμένοι να πάνε στο Δημοτικό για να μάθουν να γράφουν και να διαβάζουν, η εξουσία του δασκάλου και γενικότερα του σχολείου δεν είχε νομιμοποιηθεί.

Σε μια περίπτωση οι μαθητές έστησαν ενέδρα στο δάσκαλο με σκοπό να τον σκοτώσουν - τα όπλα δεν έλειπαν από το χωριό. Παραθέτω τη σχετική μαρτυρία του Γ. Π. που γεννήθηκε γύρω στα 1898:

125. Συν. με τον Α. Μ., σ. 5.

Σελ. 240
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/241.gif&w=600&h=915

Ε, στο δημοτικό σχολείο, παιδί μου, τότες πηγαίνανε παιδιά δεκαοχτώ ετών, είκοσι ... Πήγαιναν και μεγάλα παιδιά και με κουμπούρια μάλιστα. Πηγαίνανε να μάθουν γράμματα, να μάθουν τ' όνομά τους. Μάλιστα μερικοί μεθάγανε κιόλα, πηγαίνοντας στο σχολείο και κυλάγαν κάτ' με τς καπότες που είχαν τότε, τις κάπες ...Μάλιστα ένας εξ αυτών, τον οποίο είχε δείρει ο... του κάμαν ενέδρα στις βρύσες με το όπλο να τον σκοτώσουν, επειδή τους έδειρε στο σχολείο. Το δάσκαλο οι μαθηταί κάμαν ενέδρα! Αυτοί λέγονταν... Κρατήσανε καρτέρι, και τον ειδοποιήσαν το δάσκαλο, να μην περάσ' από κει, θα τον σκοτώσουν.126

Αναφέρονται και λιθοβολισμοί εναντίον του αυστηρού αυτού δασκάλου. Σύμφωνα με μια μαρτυρία: «Ήταν και πολύ σκληρός αυτός. Σε χτύπαγε στο κεφάλι... Αλλά άμα έβγαινε έξω, τον παίρναν με τις πέτρες τα παιδιά».127

Ο Κρίκος αφηγείται στην αυτοβιογραφία του ένα περιστατικό από τη σχολική του ζωή στο Σουρούστι, στο οποίο ο γιος ενός τσοπάνη αντιστέκεται όταν ο δάσκαλος επιχειρεί να τον χτυπήσει με τη βέργα, κατηγορώντας τον άδικα ότι μαζί με συμμαθητές του έκλεψαν τα κεράσια ενός χωριανού" ο μαθητής απειλεί το δάσκαλο ότι θα ανταποδώσει και τον υποχρεώνει τελικά να υποχωρήσει: «ήλλαξεν πορείαν' ίσως εφοβήθη μη τυχόν τον εξευτελίζαμε ... επέταξε την λούρα από τα χέρια του και είπε: "Τέτοιοι που είσθε εσείς οι Σουρουστιώτες, βόιδια θα πεθάνετε"»128 -σημειώνω ότι ο συγκεκριμένος δάσκαλος (και ιερέας) καταγόταν από άλλο χωριό της περιοχής, την Αρτοτίνα. Η θεσμική σχέση εξουσίας δασκάλου και μαθητών δεν ήταν επομένως παγιωμένη στη συνείδηση των τελευταίων, όπως ίσως φαντάζει μέσα από το ρομαντικό πρίσμα ενός αόριστου, α-ιστορικού παρελθόντος, στο οποίο υποτίθεται ότι τα παιδιά ήταν περισσότερο πειθαρχημένα από σήμερα.

Ορισμένοι συνομιλητές υποστήριξαν πως η εξουσιαστική συμπεριφορά των δασκάλων γινόταν αιτία να εγκαταλείψουν κάποια παιδιά για ένα χρονικό διάστημα ή ακόμη και οριστικά το σχολείο.129 Από την πλευρά τους οι γονείς φαίνεται ότι γενικά αναγνώριζαν στο δάσκαλο το δικαίωμα να τιμωρήσει αυστηρά τα παιδιά:130 «Αλλά όταν πήγαινες σχολείο, τι έλεγε η μάνα; "Δάσκαλε, το πετσί και το κόκκαλο να μου φέρεις πίσω. Να μάθουνε γράμματα"». - «Οι δάσκαλοι ήταν αυστηροί. Μερικοί παραήτανε ... και το ζητούσαν και οι γο-

126. Συν. με τον Γ. Π., σ. 13. Επίσης, Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 10.

127. Συν. με τον Χ. Μ., σ. 4.

128. Κρίκος, Αυτοβιογραφία, ό.π., σ. 12, 13.

129. Συν. με τον Γ. Σ. και την Φ. Σ., σ. 4, 5' Συν. με τον Γ. Π., σ. 17' Συν. με τον Χ. T., σ. 3.

130. Πβ. όσα γράφει η Αντμάν, Βία και Πονηριά, ό.π., σ. 200 για τη συμπεριφορά των γονιών, στο χωριό του Πηλίου που μελετά, κατά τη δεκαετία του '70. Και στο Κροκύλειο άλλωστε ο ξυλοδαρμός των παιδιών στο σχολείο ήταν συνηθισμένος, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας και επικροτούνταν γενικά από τους γονείς.

Σελ. 241
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/242.gif&w=600&h=915

γονείς, το δυσάρεστο αυτό ήταν. Α, τα παιδιά θέλουνε ξύλο, θέλουνε ξύλο για να μάθουνε γράμματα».131 Προφανώς για τους περισσότερους το σχολείο αποτελούσε ένα ευπρόσδεκτο, επιπλέον μέσο πειθάρχησης των παιδιών, ανεξάρτητα από τη σημασία που απέδιδαν στη μάθηση.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

Μαθητές Δημοτικού σχολείου Κροκυλείου (1927-1939)

(Α = Άρρενες, Θ = Θήλεις, Σ = Σύνολο)

Έτος Τάξεις Εγγραφέντες Φοιτήσαντες Εξετασθέντες Προαχθέντες

Έτος Τάξεις Εγγραφέντες Φοιτήσαντες Εξετασθέντες Προαχθέντες

Α

Θ

Σ

Α

Θ

Σ

Α

Θ

Σ

Α

Θ

Σ

1927/28

Α'-Δ'

51

48

99

51

47

98

51

47

98

41

41

82

1930/31

Α'-Δ'

44

34

78

40

31

71

40

31

71

35

25

60

Ε'-ς'

17

15

32

15

8

23

15

8

23

15

6

21

Σύνολα

61

49

110

55

39

94

55

39

94

50

31

81

1934/35

Α'-Δ'

50

40

90

49

37

86

49

37

86

43

32

75

Ε'-ς'

12

10

22

11

10

21

11

10

21

11

10

21

Σύνολα

62

50

112

60

47

107

60

47

107

54

52

96

1938/39

Α'-Δ'

44

46

90

44

41

85

41

40

81

46

40

86

[Ε'-ς'

28

8

36

20

6

26]

Σύνολα

72

54

126

66

46

112

Διευκρινίσεις: Τα στοιχεία για το 1927/28 αφορούν μόνο στις τέσσερις πρώτες τάξεις του Δημοτικού αφού αυτό ήταν τετραετές μέχρι το 1929. Για τα έτη 1930/31, 1934/35 και 1938/39 παραθέτω χωριστά τους αριθμούς για τις τέσσερις πρώτες τάξεις του Δημοτικού και τους αριθμούς για την πέμπτη και την έκτη τάξη' τα πλάγια στοιχεία αντιπροσωπεύουν το αντίστοιχο άθροισμα. Τα στοιχεία για το 1938-39 αφορούν στην πρώτη σειρά στις τέσσερις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, στην τρίτη σειρά στο σύνολο των τάξεων του Δημοτικού. Στην δεύτερη η αναγραφή είναι υποθετική γιατί δεν εντόπισα (χωριστά) στοιχεία για τις δυο τελευταίες τάξεις. Από τα Μαθητολόγια που εντόπισα προκύπτει ότι άλλοι 36 μαθητές είχαν εγγραφεί στην Ε' και την ς' τάξη.

Πηγές; Γενικός Έλεγχος Α', Β', Γ', Δ' τάξεων του Δημοτικού Σχολείου Κροκυλείου και Γενικός Έλεγχος Ε' και ς' τάξεων του Δημοτικού Σχολείου Κροκυλείου. Πίνακες Γενικών Αποτελεσμάτων των ετών 1927/28, 1930/31, 1934/35, 1938/39.

131. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 10' Συν. με τον Χ. T., σ. 2.

Σελ. 242
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/243.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

Μαθητές Ελληνικού Σχολείου και Ημιγυμνασίου Κροκυλείου (1905-1933)

(Φ= Φοιτήσαντες, Π. ή Α.= Προβιβασθέντες ή Απολυθέντες)

Έτος

Κροκυλειώτες

Κορίτσια

Σύνολο

Φ

Π. ή Α.

Ελληνικό

1905-06

12

0

19

19

17

1906-07

29

1

40

40

18

1910-11

27

0

62

58

48

1915-16

39

0

84

1920-21

31

6(7)

78

75

67

1925-26

21

3(5)

97

91

1928-29

33

5(7)

72

67

-

Ημιγυμνάσιο

1929-30 28 1 28 12 9

1932-33 11 0 11 9 3

Διευκρινίσεις: Σε ό,τι αφορά στο Ελληνικό παραθέτω τα στοιχεία των δύο πρώτων ετών για τα οποία διαθέτουμε αρχειακές πληροφορίες και στη συνέχεια τα στοιχεία για κάθε σχολικό έτος ανά πενταετία' σε ότι αφορά στο Ημιγυμνάσιο που λειτούργησε προσωρινά, παραθέτω τα στοιχεία του πρώτου και τελευταίου σχολικού έτους λειτουργίας του. Στη στήλη που επιγράφεται «Κροκυλειώτες» παρατίθενται οι αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων από το Κροκύλειο κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη. Στη διπλανή στήλη παρατίθενται οι αριθμοί των κοριτσιών από το Κροκύλειο που φοιτούσαν και σε παρένθεση ο συνολικός αριθμός των μαθητριών του Ελληνικού σχολείου. Στις τρεις τελευταίες στήλες παρατίθενται οι συνολικοί αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη, όπου υπάρχουν. Στην περίπτωση του Ημιγυμνασίου δεν απαντούν πλέον μαθητές από άλλα χωριά (αφού η φοίτηση στο Δημοτικό είχε γίνει παντού εξαετής).

Πηγές: Ελληνικόν Σχολείον Κροκυλίου. Γενικός Έλεγχος Αποτελεσμάτων Ενιαυσίων Εξετάσεων, 1903/04-1932/33. Ημιγυμνάσιον εν Κροκυλίω. Γενικός Έλεγχος Αποτελεσμάτων Ενιαυσίων Εξετάσεων (από του έτους 1929/30) (Λύκειο Λιδωρικίου).

Σελ. 243
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/244.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 3

Μαθητές από το Κροκύλειο στο Γυμνάσιο της Άμφισσας (1921-1926)

Έτος Κροκυλειώτες Κορίτσια Σύνολο

1921-22 9 0 278

1922-23 9 1 272

1923-24 11 4 269

1924-25 1 0 60*

1925-26 0 0 207

*Για το σχολικό έτος 1924/25 διαθέτω μόνο τον αριθμό των μαθητών της πρώτης τάξης (60).

Διευκρινίσεις: Παρατίθενται στοιχεία μέχρι και ένα σχολικό έτος μετά την έναρξη λειτουργίας του Γυμνασίου στο Λιδωρίκι. Στη στήλη που επιγράφεται «Κροκυλειώτες» παρατίθενται οι αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων από το Κροκύλειο κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη. Στη διπλανή στήλη παρατίθενται οι αριθμοί των κοριτσιών από το Κροκύλειο που φοιτούσαν. Στην τελευταία στήλη παρατίθενται οι συνολικοί αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο Άμφισσας κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη. Στο Γυμνάσιο της Άμφισσας φοιτούσαν και μαθητές από άλλες κοινότητες της ορεινής Δωρίδας: το Κουπάκι, το Ζοριάνο, το Σουρούστι (Κερασιά), τις Καρούτες, την Αμυγδαλιά και το Λιδωρίκι (που βρίσκεται σε υψόμετρο 560 μ.), καθώς και μαθητές από την Ερατεινή, την Άμφισσα (που ήταν και συντριπτικά περισσότεροι), τους Δελφούς, την Αράχωβα, την Αγία Ευθυμία, την Κίρρα, τα Τοπόλια (Ελαιώνα), το Γαλαξείδι, τη Γραβιά, την Κουκουβίστα (Καλοσκοπή), τη Δεσφίνα, το Χρυσό, την Ιτέα, το Σερνικάκι, τα Πεντεόρεια.

Πηγή: Γυμνάσιον Αμφίσσης Ν. Γιαγτζή. Γενικός Έλεγχος από Σχολικού Έτους 1921-22 έως Σχολικόν Έτος 1936/37 (Λύκειο Άμφισσας).

ΠΙΝΑΚΑΣ 4

Μαθητές από το Κροκύλειο στο Γυμνάσιο του Λιδωρικίου (1924-1939)

Έτος Κροκυλειώτες Κορίτσια Σύνολο

1924-25 7 2 73

1925-26 18 5 141

1926-27 22 6 182 1929-30 7 0 186 1932-33 7 0 133 1935-36 7 1 145 1938-39 8 1 203

Σελ. 244
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/245.gif&w=600&h=915

Διευκρινίσεις: Παρατίθενται ανά διετία τα στοιχεία των σχολικών ετών από την έναρξη λειτουργίας του Γυμνασίου στο Λιδωρίκι και για όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Στη στήλη που επιγράφεται «Κροκυλειώτες» παρατίθενται οι αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων από το Κροκύλειο κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη. Στη διπλανή στήλη παρατίθενται οι αριθμοί των κοριτσιών από το Κροκύλειο που φοιτούσαν. Στην τελευταία στήλη παρατίθενται οι συνολικοί αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο Λιδωρικίου κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη. Στο Γυμνάσιο Λιδωρικίου φοιτούσαν κατά βάση μαθητές από κοινότητες της επαρχίας Δωρίδας: Λιδωρίκι, Αλποχώρι, Βιτρινίτσα (Τολοφώνα), Αρτοτίνα, Δάφνο, Διακόπι, Ερατεινή, Ζοριάνο, Καρούτες, Κερασιά, Κίσσελη (Πάνορμος), Κουπάκι, Λευκαδίτι, Λούτσοβο (Κόκκινο), Μηλιά, Κάτω Παλιοξάρι, Πενταγιούς, Περιθιώτισσα, Πλέσσα (Αμυγδαλιά), Στυλια, Ψηλό Χωριό. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι παραπάνω κοινότητες βρίσκονται σε υψόμετρο πάνω από 700 μ.

Πηγή: Γυμνάσιον εν Λιδωρικίω. Γενικός Έλεγχος από Σχολικού Έτους 1924/25 έως Σχολικόν Έτος 1943/44 (Λύκειο Λιδωρικίου).

Σελ. 245
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/246.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 246
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/247.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΔΕΣΜΟΙ ΜΕ ΤΙΣ ΔΟΜΕΣ ΠΟΥ ΑΠΟΔΙΑΡΘΡΩΝΟΝΤΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ

Σελ. 247
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 228
    

    Πολλά κεντήματα κάναν τα κορίτσια και κάναμε μια έκθεση, όταν τελείωνε η χρονιά στο σχολείο, κάναμε αυτή την έκθεση, τα βάζαμε στα σκοινιά με το όνομα της καθεμιανής και βραβεύεταν ανάλογα με το εργόχειρο που έκανε.91

    Σε μια οικονομία και κοινωνία, που στηριζόταν σε σημαντικό βαθμό στη δεξιότητα των γυναικείων χεριών και πρόβαλλε το ιδεώδες της «νοικοκυράς» τα περισσότερα κορίτσια πρέπει να αντλούσαν ιδιαίτερη ικανοποίηση από το μάθημα του κεντήματος. Επιπλέον όμως, στο χώρο του σχολείου τα χειροτεχνήματα των κοριτσιών αποκτούσαν έντονα προσωπικό χαρακτήρα: τα κορίτσια μέσα από τα έργα τους εκπροσωπούσαν συνειδητά προπάντων τον εαυτό τους και λιγότερο την οικογένεια τους.92

    6. ΧΩΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗΣ ΔΙΑΠΛΑΣΗΣ

    Από την εποχή της εισαγωγής της υποχρεωτικής εκπαίδευσης το ελληνικό κράτος θεωρούσε το δάσκαλο πρωταρχικά υπεύθυνο για τη διαγωγή των μαθητών. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του νόμου του 1834 «έκαστος διδάσκαλος... χρεωστεί να επαγρυπνεί εις την επιμέλειαν και χρηστοήθειαν των μαθητών του».93 Μετά το 1880 το σχολείο στην Ελλάδα ταυτιζόταν σε επίπεδο επίσημης εκπαιδευτικής πολιτικής ουσιαστικά με το δάσκαλο, αφού το κυρίαρχο συνδιδακτικό (ή ερβαρτιανό -από το όνομα του γερμανού εισηγητή του) σύστημα διδασκαλίας προσέδιδε στον διδάσκοντα ηγεμονική θέση. Σύμφωνα με το συνδιδακτικό σύστημα θεμελιώδη σκοπό του σχολείου αποτελεί η ηθική διάπλαση των μαθητών. Στα Διδασκαλεία δάσκαλοι και δασκάλες είχαν εκπαιδευτεί με εγχειρίδια που σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό πρέσβευαν ή απηχούσαν αυτούσιες ή μεταπλασμένες αρχές του ερβαρτιανού συστήματος, όπως τη φιλοπατρία, τη θρησκευτική ευσέβεια, τη φιλοπονία, την κοσμιότητα, την καθαριότητα.94

    91. Συν. με την Α. Σ., σ. 1. Με μεγάλη ζέση μου μίλησε για τα κεντήματα που τους μάθαινε η δασκάλα, στο γιορτινό τραπέζι την Καθαρά Δευτέρα του 1998 και η 76χρονη Π. Λ. {Τετράδιο Σημειώσεων, σ. 13).

    92. Οι Α. Μπακαλάκη και Ε. Ελεγμίτου (ό.π., σ. 5) σχολιάζοντας την πρώτη έκθεση γυναικείων χειροτεχνημάτων, η οποία έγινε στο Αγρίνιο το 1897, γράφουν: «η ενασχόληση με τα εργόχειρα σηματοδοτεί την ταύτιση των γυναικών με τον οίκο και τον αποκλεισμό από τον 'κοινωνικό' βίο. Τα έργα των γυναικών όμως μπορούν να ταξιδέψουν και να εκτεθούν δημόσια, παρέχοντας στις δημιουργούς τους μια μικρή διέξοδο από την 'υγιή' αφάνεια του οίκου». Δεν ξέρω κατά πόσο στον αγροτικό χώρο όπου και τα του οίκου είναι και οφείλουν να είναι ελέγξιμα μπορεί να γίνει λόγος για αφάνεια. Οπωσδήποτε όμως μπορεί να γίνει λόγος για αφάνεια σε επίπεδο ατομικό υπό την έννοια ότι η γυναίκα ενεργεί, δημιουργεί ως μέλος της οικογένειας και όχι ως άτομο (βλ. τη συνέχεια στο κυρίως κείμενο).

    93. Λέφας, Ιστορία της Εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 164.

    94. Βλ. Κοντονή, Το Νεοελληνικό Σχολείο, ό.π., σ. 123 κ.εξ.