Συγγραφέας:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Τίτλος:Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
 
Υπότιτλος:Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:38
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2003
 
Σελίδες:387
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Κροκύλειο Δωρίδας
 
Χρονική κάλυψη:αρχές 20ού αι.
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό είναι μία ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου, το Κροκύλειο (ως το 1915 Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο) της Φωκίδας, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει, δηλαδή, πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μία κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο παράδειγμα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.57 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 23-42 από: 395
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/23.gif&w=600&h=915

βρίσκεται ο άνθρωπος στην ιστορία - οι χειρισμοί του, τα πάθη του, οι προσλήψεις του, οι συμπεριφορές του, οι θεμελιώδεις καταστάσεις της ζωής του».24

2. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΑ

Α' Πηγές25

Οι προσωπικές μαρτυρίες αποτελούν τις βασικές πηγές της μελέτης.26 Κατά το μεγαλύτερο μέρος στηρίζεται σε 40 συνεντεύξεις ή καλύτερα συνομιλίες, στο πλαίσιο των οποίων συζήτησα με 40 άτομα, 22 άνδρες και 18 γυναίκες, που πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της παιδικής τους ηλικίας στο Κροκύλειο. Σε ορισμένες περιπτώσεις συνομίλησα ταυτόχρονα με δύο -σε μία περίπτωση, μάλιστα, με τρία άτομα. Με επτά άτομα συζήτησα εκτενώς πάνω από μία φορά- με μια γυναίκα μάλιστα τέσσερις φορές. Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι ο όρος «συνέντευξη», με την έννοια της προσχεδιασμένης και αυστηρά οργανωμένης συνομιλίας, δεν αποδίδει τη ρευστή πραγματικότητα της έρευνας. Σε δύο περιπτώσεις λ.χ. επρόκειτο για απλή συνομιλία, μιας και οι συνομιλητές άρχισαν να αφηγούνται απρόσμενα (ενώ καθόμουν σε ένα από τα καφενεία του χωριού) ενώ στη συνέχεια έδειξαν απροθυμία να προχωρήσουν σε «κανονική» συνέντευξη. Σε μια περίπτωση η δεύτερη συνέντευξη εξελίχθηκε σε σύντομη, απλή, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα και γόνιμη συζήτηση αφού η συνομιλήτρια δεν ήταν πλέον βιολογικά σε θέση να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας σχετικά εξαντλητικής συζήτησης. Ακόμη πρέπει να πω ότι δεν επιδίωξα να μιλήσω με δύο ή τρία άτομα ταυτόχρονα, όπως έγινε στο ένα τρίτο των συνομιλιών: Όμως δεν ήταν ούτε δυνατό ούτε μεθοδολογικά σωστό να αγνοήσω την παρουσία του/της συζύγου, των αδελφών, ενός γιου, μιας κόρης ή ενός συνομήλικου ξαφνικού επισκέπτη. Πιθανότατα, σε μία πρό-

κυρίως μεθοδολογική επίδραση της ανθρωπολογίας», ο δεύτερος «την ανθρωπολογία που μελετά τους πολιτισμούς στο χρόνο»: (Παπαταξιάρχης, Ανθρωπολογία..., ό.π., όπου και παραπομπές στη διεθνή βιβλιογραφία).

24. G. Dressel, Historische Anthropologie. Eine Einführung, Βιέννη-Κολωνία-Βαϊμάρη 1996, σ. 25.

25. Πβ. Κατάλογο πηγών στο τέλος.

26. Πρεσβεύοντας τη δημιουργία μιας «καινούριας ιστορικής πειθαρχίας, που να είναι στενά συνδεδεμένη με την ανθρωπολογία: της ιστορικής ανθρωπολογίας», ο γάλλος ιστορικός του μεσαίωνα Jacques le Goff επισημαίνει την προνομιακή θέση της προφορικής ιστορίας στο σημείο συνάντησης ιστορίας και ανθρωπολογίας (Ζ. λε Γκοφ, Ιστορία και Μνήμη, μετάφραση: Γ. Κουμπουρλής, Αθήνα 1998, σ. 271-272).

Σελ. 23
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/24.gif&w=600&h=915

πρόσωπο με πρόσωπο συνέντευξη θα αντλούσα πλουσιότερες πληροφορίες για ευαίσθητα θέματα, όπως οι διαπροσωπικές σχέσεις ή και άλλου τύπου πληροφορίες (εκμυστηρεύσεις) που θα με έκαναν λιγότερο επιφυλακτική κατά την αξιολόγηση και χρησιμοποίηση του συγκεκριμένου υλικού. Από την άλλη πλευρά όμως οι παρεμβάσεις του ενός συνομιλητή στο λόγο του άλλου συμπλήρωναν συχνά τις μαρτυρίες και ενεργοποιούσαν τη μνήμη.27

Η επιλογή των ατόμων με τα οποία συνομίλησα έγινε κατ' αρχήν μέσω διαπροσωπικών σχέσεων και επαφών. Ξεκίνησα στην Αθήνα παίρνοντας την πρώτη συνέντευξη από ένα συνταξιούχο δάσκαλο, τον πατέρα του τότε επίτιμου προέδρου του Συλλόγου Κροκυλειωτών στην Αθήνα. Στη συνέχεια πήρα συνέντευξη από τη μητέρα ενός άλλου δραστήριου μέλους του συλλόγου, που με τη σειρά του με έφερε σε επικοινωνία με άλλους ηλικιωμένους. Στο χωριό πλέον, όπου έγιναν 30 από τις 40 συνεντεύξεις, ήρθα σε επαφή με τους συνομιλητές μου στο καφενείο, στο δρόμο, μέσω συστάσεων, αυτοσυστηνόμενη κ.λπ. Οι περισσότεροι ζουν μόνιμα στην Αθήνα αλλά παραθερίζουν στο χωριό. Το μεγαλύτερο μέρος του προφορικού υλικού συγκεντρώθηκε συστηματικά στο Κροκύλειο και στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1997 (όταν είχα τη δυνατότητα να παραμείνω μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο Κροκύλειο) καθώς και το καλοκαίρι του 2001. Ωστόσο, στο μεσοδιάστημα επισκεπτόμουν μερικές φορές το χρόνο το χωριό, συζητούσα με μόνιμους κατοίκους και εκδρομείς, περιδιάβαινα τον οικισμό και την ευρύτερη περιοχή και κατέγραφα παρατηρήσεις.

Οι άνθρωποι με τους οποίους συζήτησα προέρχονταν από διάφορα κοινωνικά περιβάλλοντα του χωριού' από αυτήν την άποψη το δείγμα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα της κοινωνικής πραγματικότητας, παρά μια αριθμητική υπερ-αντιπροσώπευση όσων ανδρών είχαν διέλθει όλες τις βαθμίδες της σχολικής εκπαίδευσης (οι μισοί περίπου), αναπόφευκτη λόγω της ενεργού παρουσίας τους σήμερα στα κοινά. Οι περισσότεροι συνομιλητές μου έχουν γεννηθεί ανάμεσα στο 1915 και το 1920, ελάχιστοι αργότερα ή νωρίτερα. Αυτό σημαίνει ότι διαθέτω περισσότερα στοιχεία για την παιδική ηλικία μεταξύ 1920 και 1935. Από την άλλη πλευρά, οι αφηγήσεις ορισμένων από την προηγούμενη ή και την επόμενη γενιά ανήκουν στις πιο πλούσιες, αναλυτικές, στοχαστικές, «ανοιχτές» μαρτυρίες, τις οποίες έχω στη διάθεσή μου, γεγονός το οποίο τις καθιστά, για να το πω έτσι, ποιοτικά αντιπροσωπευτικές.

Κατά τη διεξαγωγή των συνεντεύξεων ακολούθησα τη μέθοδο της ημικα-

27. Τέτοιου είδους πραγματικά και θεωρητικά προβλήματα αντιμετωπίζουν συχνά όσοι ιστορικοί χρησιμοποιούν τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας. Ούτως ή άλλως, η πρόσωπο με πρόσωπο συνέντευξη αποτελεί τον πλέον συνηθισμένο, όχι όμως τον μόνο ούτε πάντα τον καταλληλότερο τύπο συνέντευξης: βλ. Η. Slim, P. Thompson, με τους Ο. Bennett, Ν. Cross, «Ways of listening», στο R. Perks, A. Thomson (επιμ.), The Oral History Reader, Λονδίνο, Νέα Υόρκη 2000, σ. 114-125.

Σελ. 24
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/25.gif&w=600&h=915

ημικατευθυνόμενης συνέντευξης' κατηύθυνα, δηλαδή, το συνομιλητή στα θέματα τα οποία με ενδιέφεραν, αποφεύγοντας ωστόσο να θέτω εξαρχής πολύ συγκεκριμένες ερωτήσεις.28 Συγχρόνως άφηνα τη αφήγηση να κυλά ελεύθερα, ιδιαίτερα όταν έβλεπα ότι ο συνομιλητής μου το επιθυμούσε. Οι περισσότερες μαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις διήρκεσαν τουλάχιστον δύο ώρες, χωρίς να υπολογίσουμε τις γενικότερες συζητήσεις γνωριμίας ή φιλικές συζητήσεις που προηγούνταν ή ακολουθούσαν. Για λόγους οικονομίας χρόνου οι καταγραμμένες συζητήσεις απομαγνητοφωνήθηκαν εν μέρει: Απομαγνητοφώνησα μόνο την αφήγηση, όχι τα ερωτήματα, και κατέγραψα περιληπτικά ορισμένα τμήματά της, τα οποία δεν αφορούσαν -άμεσα τουλάχιστον- στο θέμα μου. Όμως, κατά την επεξεργασία του υλικού έλαβα υπόψη τις συνομιλίες στο σύνολο τους, αφού «το τελικό αποτέλεσμα της συνέντευξης αποτελεί προϊόν τόσο του αφηγητή όσο και του ερευνητή», με αποτέλεσμα «όταν απαλείφεται η φωνή του ερευνητή, (να) διαστρεβλώνεται η φωνή του αφηγητή».29 Οι απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις καταγράφηκαν σε 525 εξαιρετικά πυκνογραμμένες σελίδες' στο κείμενο της μελέτης παραπέμπω στον αριθμό σελίδας κάθε συνέντευξης.30 Επίσης, στη διάρκεια της παραμονής μου στο χωριό κατέγραφα, όπως ανέφερα παραπάνω, πληροφορίες τις οποίες συγκέντρωνα μαζί με δικές μου παρατηρήσεις σε ένα τετράδιο σημειώσεων.

Εκτός από το προφορικό υλικό χρησιμοποίησα και μια σειρά αρχειακών πηγών που εντοπίστηκαν στο χωριό ή στην ευρύτερη περιοχή της Φωκίδας (βλ. εδώ Πηγές). Συγκεκριμένα:

α. Τα Βιβλία ληξιαρχικών πράξεων της Κοινότητας: Θεωρητικά το Βιβλίο Γεννήσεων καλύπτει την περίοδο από το 1914 ως το 1935, αλλά οι καταγραφές μέχρι και το 1931 -με εξαίρεση το 1930- δεν μπορούν να αξιοποιηθούν γιατί είναι ελάχιστες (1-4 για κάθε χρονιά) και οπωσδήποτε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Υπάρχει επίσης ένα Βιβλίο Θανάτων για το μεγα-

28. Για τα προβλήματα τα οποία προκύπτουν όταν οι συνομιλητές καλούνται να απαντήσουν σε ένα άκαμπτο ερωτηματολόγιο (οπότε κατά κάποιο τρόπο εξαναγκάζονται να δώσουν μια οποιαδήποτε απάντηση) ή όταν αφήνονται να μιλήσουν εντελώς ελεύθερα (οπότε το υλικό που συγκεντρώνεται καταλήγει να αφορά ελάχιστα ή καθόλου τα ερωτήματα της έρευνας) βλ. P. Thompson, Φωνές από το παρελθόν. Προφορική Ιστορία, (μετ. Ρ. Β. Μπούσχοτεν - Ν. Ποταμιάνος' επιμ. Κ. Μπάδα - Ρ. Β. Μπούσχοτεν), Αθήνα 2002, σ. 277282. Για τη λειτουργικότητα της ημι-κατευθυνόμενης συνέντευξης βλ. επίσης Α. Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 235.

29. Portelli, «What makes oral history different?», στο R. Pérks, A. Thomson (επιμ.), The Oral..., ό.π., σ. 71.

30. Χάριν ανωνυμίας, παραθέτω απλώς τα αρχικά του πληροφορητή-συνομιλητή και στη συνέχεια τον αριθμό σελίδας, ενώ η ένδειξη «Συν», σημαίνει φυσικά «συνέντευξη». Όταν πρόκειται για τη δεύτερη, τρίτη κ.ο.κ. συνέντευξη με το ίδιο πρόσωπο, η ένδειξη «Συν» συνοδεύεται από τον αντίστοιχο αριθμό.

Σελ. 25
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/26.gif&w=600&h=915

μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1930, ενώ σώζεται και μια ελλιπέστατη καταγραφή των αποβιώσεων για την περίοδο 1922-1925.

β. Το Γενικό Μητρώο Αρρένων και Θηλέων καθώς και το Μητρώο Αρρένων της Κοινότητας. Στο εξώφυλλο του Γενικού Μητρώου αναγράφεται ως έτος σύνταξής του το 1890, αλλά από το περιεχόμενο προκύπτει ότι αντιγράφηκε και επανασυντάχθηκε το 1915, ενώ συμπληρωνόταν διαρκώς μέχρι και τη δεκαετία του 1940. Σε αυτό αναγράφονται οι οικογενειακές μερίδες με τα ονοματεπώνυμα, τα πατρώνυμα και τις χρονολογίες γέννησης των μελών τους, καθώς και —κατά κανόνα— το πατρικό επώνυμο των παντρεμένων γυναικών. Στο Γενικό Μητρώο αναγράφονταν όλοι όσοι γεννήθηκαν στο χωριό και διατηρούσαν εκεί τα πολιτικά τους δικαιώματα, επομένως και όσοι είχαν εγκατασταθεί μόνιμα αλλού, κυρίως στην πρωτεύουσα' δίπλα σε 23 ονόματα σημειώνεται ότι τα άτομα αυτά μετέφεραν τα πολιτικά τους δικαιώματα σε άλλο δήμο, κυρίως τη δεκαετία του 1930, αν και δεν προσδιορίζεται πάντοτε η χρονολογία μεταφοράς. Γενικότερα το Μητρώο είναι διάσπαρτο από χειρόγραφες, πρόχειρες σημειώσεις μεταγενεστέρων, οι οποίοι φαίνεται, ότι καθώς το συμβουλεύονταν, κατέγραφαν και κάποιο στοιχείο που γνώριζαν για τον ένα ή τον άλλο εγγεγραμμένο, δίπλα στα επίσημα στοιχεία (χρονολογία θανάτου, ονοματεπώνυμο συζύγου, τόπο εγκατάστασης). Το Μητρώο Αρρένων που εξυπηρετούσε τις στρατολογικές ανάγκες των ανδρών, αφορά στην περίοδο 1830-1915, και, όπως προκύπτει από τους γραφικούς χαρακτήρες και τις μεταγενέστερες παρατηρήσεις που απαντούν, μάλλον αντιγράφηκε και συμπληρώθηκε γύρω στα 1915.

γ. Το Βιβλίο Γεννήσεων και Βαπτίσεων καθώς και το Βιβλίο Γάμων του ενοριακού ναού, τα οποία αναφέρονται στο έτος 1929 και εξής.

4. Όσα Μαθητολόγια και Γενικούς Ελέγχους του Δημοτικού σχολείου μπόρεσα να εντοπίσω στα υπόγεια του ξενώνα του χωριού, όπου βρίσκονταν φυλαγμένα -αφορούν κατά κύριο λόγο στην περίοδο μετά το 1930.

δ. Τον Γενικό Έλεγχο του Ελληνικού σχολείου (Σχολαρχείου) στο Κροκύλειο που καλύπτει την περίοδο λειτουργίας(1903-1929) και συνεχίζει μέχρι το 1933, οπότε αφορά πλέον στο Ημιγυμνάσιο που λειτούργησε στο χωριό, καθώς και το αντίστοιχο Μαθητολόγιο του Γυμνασίου Λιδωρικίου το οποίο καλύπτει την περίοδο από το 1924 —έτος ίδρυσης του Γυμνασίου στο Λιδωρίκι— μέχρι το 1944. Το υλικό αυτό εντοπίστηκε στο σημερινό Λύκειο στο Λιδωρίκι και μπόρεσα να το συμβουλευτώ και να το αξιοποιήσω χάρη στη συναίνεση της διευθύντριας του σχολείου στο γραφείο της οποίας φυλάσσεται.

ε. Τον Γενικό Έλεγχο του Γυμνασίου Αμφίσσης που καλύπτει την περίοδο από το σχολικό έτος 1921/22 έως το σχολικό έτος 1936/37 και εντοπίστηκε στο σημερινό Λύκειο της Άμφισσας. Και αυτό το υλικό μπόρεσα να το συμβουλευτώ και να το αξιοποιήσω χάρη στη συναίνεση του λυκειάρχη στο γραφείο του οποίου φυλάσσεται.

Σελ. 26
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/27.gif&w=600&h=915

Όσο εντυπωσιακός και αν φαίνεται ο παραπάνω κατάλογος, οι πηγές αυτές παρουσιάζουν συχνά (το έχουμε ήδη επισημάνει και θα το δούμε και παρακάτω) πολλές ελλείψεις και ασάφειες, πέρα από το γεγονός ότι οι περισσότερες δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις σε ζητήματα που αφορούν στην καθημερινή ζωή και τα ανθρώπινα βιώματα. Εν πάση περιπτώσει στο σύνολο τους παρέχουν ορισμένα στοιχεία, κυρίως ποσοτικά αλλά και ποιοτικά, τα οποία μας βοηθούν να σχηματίσουμε μια υποτυπώδη, έστω, δημογραφική εικόνα για τον πληθυσμό του χωριού -ιδιαίτερα τον παιδικό- την εποχή του Μεσοπολέμου, να διατυπώσουμε ορισμένες υποθέσεις για τη δομή και το μέγεθος των οικογενειακών σχηματισμών στο εσωτερικό των οποίων μεγάλωναν τα παιδιά, να συμπληρώσουμε και να ελέγξουμε τις προφορικές μαρτυρίες για το ρόλο του σχολείου στην ορεινή, αγροτική μικροκοινωνία που εξετάζουμε.

Επίσης, χάρη στην ευγενική παραχώρηση του ερευνητή-οικονομολόγου Παρασκευά Μπακαρέζου μπόρεσα να συμβουλευτώ και να αξιοποιήσω μέρος του υλικού το οποίο είχε επίπονα συγκεντρώσει στις αρχές της δεκαετίας του 1980, προκειμένου να συντάξει μια οικονομική μελέτη για την ορεινή αγροτική οικονομία.31 Τα στοιχεία αυτά με βοήθησαν πολύ να σχηματίσω μια εικόνα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης στο χωριό. Ο Μπακαρέζος πραγματοποίησε ένα είδος οικονομικής απογραφής των νοικοκυριών του χωριού για το 1983 και ένα είδος αναδρομικής οικονομικής απογραφής για το 1930 και το 1960. Το υλικό που αφορά στη μεσοπολεμική περίοδο και χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη συγκεντρώθηκε ως εξής: Ο ερευνητής έθεσε σε ηλικιωμένους χωριανούς πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα για τα εισοδήματα των οικογενειών του χωριού γύρω στα 1930" με βάση τις πληροφορίες τους και τις δικές του τοπογραφικές παρατηρήσεις κατέγραψε τα σπίτια του χωριού, τον αριθμό των ενήλικων και των ανήλικων μελών κάθε οικογένειας καθώς και τη θέση τους σ' αυτήν, σημείωσε πόσα περίπου στρέμματα γης καλλιεργούσε και πόσα περίπου ζώα συντηρούσε κάθε σπίτι, την ποιότητα των στρεμμάτων αυτών (αν ήταν ξηρικά ή ποτιστικά), το είδος των ζώων, τα συμπληρωματικά εισοδήματα μιας οικογένειας και το είδος της εξω-αγροτικής απασχόλησης των μελών της. Τα στοιχεία αυτά είναι πολύτιμα, καθώς μάλιστα δεν διαθέτουμε ανάλογη επίσημη απογραφή των νοικοκυριών του χωριού.32

Θα πρέπει ωστόσο να έχουμε κατά νου ότι δεν πρόκειται για επίσημα ή σύγ-

31. Π. Μπακαρέζος, «Διαχρονική ανάπτυξη μικρού αγροτικού-ορεινού χώρου: Μια πρακτική εφαρμογή», Οικονομικά Χρονικά 29 (1987), 20-28.

32. Η ανάλυση των συμβολαίων (προικοσυμφώνων, πωλητηρίων, διαθηκών κ.λπ.), τα οποία σώζονται σε έναν ημι-υπόγειο ιδιωτικό χώρο, θα επέτρεπε να εμβαθύνουμε στην κοινωνική και οικονομική δομή του χωριού και γενικότερα των ορεινών χωριών της περιοχής -αφού τα συμβόλαια αφορούν στην ευρύτερη περιοχή της Δωρίδας- από το τελευταίο τρίτο του 19ου αι. και εξής. Όμως τα κείμενα αυτά είναι αδύνατο να χρησιμοποιηθούν συστηματικά

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/28.gif&w=600&h=915

σύγχρονα στοιχεία αλλά για στοιχεία τα οποία αναφέρονται σε μια σχετικά αόριστα προσδιορισμένη εποχή -τα χρόνια γύρω στα 1930- και στηρίζονται προπάντων στις αναμνήσεις των πληροφοριοδοτών. Γι' αυτό και δεν είναι παράξενο που η όποια αντανάκλαση της διεθνούς οικονομικής κρίσης στην οικονομία και την κοινωνία του χωριού μεταξύ 1929 και 193233 δεν μπορεί να ανιχνευθεί σε αυτά τα στοιχεία, μολονότι το γεγονός ότι δε μπορεί να ανιχνευθεί ίσως υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι δε βίωσαν την κρίση ως δραματική τομή στην καθημερινότητά τους. Κατ' ανάγκη λοιπόν τα δεδομένα, ιδίως τα ποσοτικά, έχουν σχηματικό χαρακτήρα: Μας προσφέρουν μια κατά προσέγγιση εικόνα της μικροκοινωνίας και της μικροοικονομίας του χωριού' εξάλλου, επειδή συνήθως αναγράφεται μόνο το επώνυμο της οικιακής ομάδας ή ένα παρωνύμιο, το υλικό αυτό δεν μπορεί να διασταυρωθεί με τα στοιχεία του Γενικού Μητρώου.

Συμπληρωματικό υλικό άντλησα ακόμη από παλιές φωτογραφίες και χρονογραφήματα ηλικιωμένων χωριανών, τα οποία έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς στην εφημερίδα Το Κροκύλ(ε)ιο που εκδίδει ο αθηναϊκός σύλλογος, από τα χειρόγραφα του Λαογραφικού Σπουδαστηρίου του Παν/μίου Αθηνών και του Κέντρου Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας (ΚΕΕΛ) στην Αθήνα που αφορούν στο Κροκύλειο,34 από το νέο ηλεκτρονικό αρχείο στο Διαδίκτυο στο οποίο καταγράφηκαν, και καταγράφονται ακόμη, βασικές πληροφορίες για τους μετανάστες στις ΗΠΑ κατά τον ύστερο 19ο και τον πρώιμο 20ό αιώνα. Το εθνογραφικό υλικό το οποίο συγκέντρωσαν και κατέθεσαν στις μονογραφίες τους για τους τόπους καταγωγής τους άνθρωποι που κατάγονται από άλλα χωριά της ορεινής Δωρίδας -το Δάφνο (πρώην Βοστινίτσα), το Διχώρι (πρώην Κωστάριτσα), το Ψηλό Χωριό (πρώην Νούτσομπρο), την Ποτιδάνεια (πρώην Παλιοξάρια)35- επιτρέπει ορισμένες συγκρίσεις με την περίπτωση που μελετώ και ως ένα βαθμό την ένταξή της στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο.

κά από τους ερευνητές, προτού ταξινομηθούν από μια επιστημονική ομάδα και τοποθετηθούν σε κατάλληλο χώρο, κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ τις τεχνικές δυνατότητες της παρούσας έρευνας' άλλωστε, προς το παρόν, δεν έχει κανείς πρόσβαση σε αυτά. Ωστόσο μπόρεσα να ρίξω μια ματιά σε ορισμένα (ελάχιστα) έγγραφα και να σχηματίσω μια ιδέα για το υλικό αυτό (Βλ. εδώ Πηγές).

33. Κλασικό πλέον το έργο του Mazower για μια σφαιρική πολιτική και οικονομική ιστορία της κρίσης του Μεσοπολέμου στην Ελλάδα (Μ. Mazower, Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου, μετάφραση Σ. Μαρκέτος, Αθήνα 2002.

34. Συνολικά υπάρχουν πέντε χειρόγραφα, δύο από τα οποία είναι ίδια και φυλάσσονται το ένα στη συλλογή του Λαογραφικού Σπουδαστηρίου, το άλλο στο ΚΕΕΛ. (Βλ. εδώ Πηγές) . Τα χειρόγραφα αυτά αποτελούνται από 12, 34, 53 και 124 σελίδες αντίστοιχα και περιέχουν υλικό, το οποίο έχουν συλλέξει ερευνητές στις αρχές της δεκαετίας του 1950, το 1973, το 1975 και τη δεκαετία του 1980.

35. Χ. Θάνος, Ο Δάφνος Δωρίδος, πρώην Βοστινίτσα. Ιστορία. Χωρογραφία. Κάτοικοι

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/29.gif&w=600&h=915

Β' Παρατηρήσεις για τη μνήμη και τον αφηγηματικό λόγο

Κατά το μεγαλύτερο μέρος της η εργασία αυτή χρησιμοποιεί τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας προκειμένου να διερευνήσει ζητήματα για τα οποία ελάχιστα μπορούν να μας διαφωτίσουν άλλες πηγές, ζητήματα τα οποία αφορούν στην ανθρώπινη εμπειρία και την καθημερινή πρακτική.36 Η προβληματική κάθε εργασίας υπαγορεύει και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει/χρησιμοποιεί κανείς τις προφορικές αφηγήσεις. Η ανάλυση του αφηγηματικού λόγου, ο τρόπος με τον οποίο συγκροτείται η μνήμη, η ανάλυση αυτο-αναπαραστάσεων δεν αποτελούν εδώ τον πρωταρχικό στόχο, όπως συμβαίνει σε άλλες εργασίες που μελετούν ιστορίες ζωής, υιοθετώντας συνήθως τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας,37 αλλά οπωσδήποτε απασχολούν αυτή τη μελέτη στο πλαίσιο της κριτικής αξιοποίησης του υλικού.38 Όπως υποστηρίζει ο Σπύρος Ασδραχάς,

κοι. Ασχολίαι. Λαογραφία, Αθήνα 1975' Μ. Λουκοπουλου-Παττίχη, Επιστροφή. Κωστάριτσα (Διχώρι) ορεινής Δωρίδας, Αθήνα 1990' Γ. Παπαϊωάννου, Τα Κλειδιά του Ψηλού Χωριού (Δωρίδος), Αθήνα 1987' Κ. Μπρούμας, ΙΙοτιδάνεια, Αθήνα 1980.

36. Όπως γράφει η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος «οι προσωπικές μαρτυρίες ... φωτίζουν τις πλευρές εκείνες της ιστορίας που χωρίς γραπτές μαρτυρίες θα έμεναν στο σκοτάδι - γιατί όλα δεν καταγράφονται, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, για το πώς αυτοί καταναλώνουν, σιωπηλά, την ιστορία» (Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 239). Για τις αυτοβιογραφίες ως πολύτιμη πηγή για την ιστορία της παιδικής ηλικίας πβ. I. Hardach-Pinke, G. Hardach, «Einer Sozialgeschichte der Kindheit entgegen», στο I. Hardach-Pinke, G. Hardach (επιμ.), Deutsche Kindheiten. Autobiographische Zeugnisse 1700-1900, Κρόνμπεργκ 1978, σ, 9-307 κυρίως 68, 69.

37. Σύμφωνα με την Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος -στο πλαίσιο της ενασχόλησης της με προφορικές μαρτυρίες Μικρασιατών προσφύγων- «στόχος της προφορικής ιστορίας είναι η συλλογική εμπειρία ενός συγκεκριμένου ιστορικού γεγονότος και ο τρόπος με τον οποίο η εμπειρία αυτή μετουσιώνεται σε συλλογική μνήμη»' διαφορετικά «η προφορική ιστορία ... θα έπαιζε αναγκαστικά το παιχνίδι της Ψυχολογίας» (Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 263). Για μια κριτική στη σχεδόν μονοπωλιακή θέση την οποία κατείχε μέχρι πρότινος η συλλογική υποκειμενικότητα και η μνήμη στην προφορική ιστορία βλ. Λ. Πασσερίνι, «Υποκειμενικότητα και Ιστορία», μετάφραση I. Πεντάζου, στο Λ. Πασσερίνι, Σπαράγματα του 20ού αιώνα. Η ιστορία ως βιωμένη εμπειρία, μετάφραση Ο. Βαρών-Βασάρ, I. Λαλιώτου, I. Πεντάζου, Αθήνα 1998, σ. 13-19, κυρίως σ. 16. Πιστεύω πάντως ότι πέρα από το επίπεδο ανάλυσης της συλλογικής ή ατομικής μνήμης, χωρίς ωστόσο να το αγνοεί, η μέθοδος της προφορικής ιστορίας μπορεί και οφείλει να αξιοποιείται ευρύτερα στην κατεύθυνση επίλυσης παλαιών ή νέων προβλημάτων της κοινωνικής ιστορίας.

38. Με αυτή την οπτική αντιμετωπίζει την προφορική ιστορία ο Ρ. Thompson, όταν γράφει πως οι ιστορικοί βρίσκονται «αντιμέτωποι με μια απαραίτητη αλλά οδυνηρή επιλογή» αφού «για να μπορέσουμε να φτάσουμε στο επίπεδο της γενίκευσης πρέπει να συγκεντρώσουμε τις μαρτυρίες σχετικά με κάθε ζήτημα αποσπώντας τις από μια σειρά συνεντεύξεων, αναδιατάσσοντάς τις έτσι ώστε να τις δούμε από μια νέα οπτική γωνία, οριζόντια κι

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/30.gif&w=600&h=915

στοχαζόμενος πάνω στο χαρακτήρα, την αξία και την αξιοποίηση της προφορικής πληροφορίας από τους ιστορικούς, «είναι πρόδηλο ότι στην ιστοριογραφική πράξη και στο βαθμό όπου αυτή κινείται στο γαλαξία της συνολικής ιστορίας, οι δυο τρόποι αντιμετώπισης της προφορικής ιστορίας πρέπει να συνυπάρχουν ...το ξεχώρισμα του πραγματικού από την πρόσληψή του παραπέμπει στους χρόνους όπου το ένα και η άλλη ανήκουν...».39

Στην πραγματικότητα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ιστορικός κατά τη συλλογή και αξιοποίηση του προφορικού-αυτοβιογραφικού υλικού δεν είναι ούτε περισσότερα, ούτε δυσκολότερα, από όσα αντιμετωπίζει με τις υπόλοιπες κατηγορίες πηγών.40 Η ιδιαιτερότητά τους, ωστόσο, οφείλεται στο ό,τι συνδέονται προπάντων με τον τρόπο λειτουργίας της ανθρώπινης μνήμης. Το ερώτημα λοιπόν είναι προφανές: Πόσο αξιόπιστες είναι οι προφορικές μαρτυρίες;

Οι αναμνήσεις συνιστούν στο σύνολο τους μια εκ των υστέρων ανασυγκρότηση του παρελθόντος. Αναμφισβήτητα «το θεμελιώδες πρόβλημα κάθε ανασυγκρότησης μέσω της μνήμης είναι εκείνο της λήθης και της απώθησης».41 Επιπλέον, η καθημερινότητα του παρελθόντος, επομένως και η καθημερινότητα της παιδικής ηλικίας που μας απασχολούν εδώ, ανακαλούνται στη μνήμη με ιδιαίτερη δυσκολία42 λόγω του αυτονόητου χαρακτήρα τους. Στο βαθμό όμως που είμαστε σε θέση να διακρίνουμε πώς λειτουργεί και πώς συγκροτείται η μνήμη, είμαστε και σε θέση να αξιοποιήσουμε κριτικά και επομένως γόνιμα το υλικό μας.

όχι κάθετα' και κάνοντας αυτό, τους δίνουμε ένα νέο νόημα»' και παρακάτω προσθέτει: «Όπου (...) πρωταρχικός σκοπός είναι η ανάλυση, η οργάνωση του κειμένου δεν μπορεί πια να καθορίζεται από τη μορφή της αφήγησης ζωής που έχουν οι μαρτυρίες, αλλά πρέπει να προκύπτει από την εσωτερική λογική της επιχειρηματολογίας». Ταυτόχρονα όμως δέχεται ότι συχνά απαιτείται συνδυασμός φαινομενικά αντιτιθέμενων αφηγηματικών τεχνικών (Thompson, Φωνές... ό.π., σ. 326-328). Πβ. επίσης την άποψη του Müller, συμφωνά με την οποία οι ιστορικοί οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις κοινωνικές και ατομικές συνθήκες υπό τις οποίες παράγονται οι αυτοβιογραφικές μαρτυρίες, αλλά δεν είναι υποχρεωμένοι να αναλύουν ολόκληρες τις ιστορίες ζωής των ανθρώπων σε κάθε ερώτημα που επιχειρούν να απαντήσουν (G. Müller, «"So vieles ließe sich erzählen...". Von der Geschichte im Ich und dem Ich in den Geschichten der populären Autobiographik», στο Institut für Wirtschaftsund Sozialgeschichte (επιμ.), Wiener Wege der Sozialgeschichte. Themen - Perspektiven Vermittlungen, Michael Mitterauer zum 60. Geburttstag», Βιέννη - Κολωνία - Βαϊμάρη 1997, σ. 335-356, κυρίως 336-337).

39. Σ. Ασδραχάς, Ιστορικά Απεικάσματα, Αθήνα 1995, σ. 195.

40. Πβ. Thompson, The voice..., ό.π., σ. 134.

41. R. Sieder, Zur alltäglichen Praxis der Wiener Arbeiterschaft im ersten Drittel des 20. Jahrhunderts (Διατριβή επί υφηγεσία), Βιέννη 1988.

42. Βλ. G. Rosenthal, Erzählte und erlebte Lehensgeschichte, Φρανκφούρτη 1995, στο, Ρ. Βαν Μπούσχοτεν, Ανάποδα Χρόνια..., ό.π., σ. 213. Εκτός αν, όπως γράφει η Μπού-

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/31.gif&w=600&h=915

Οι αναμνήσεις που αφορούν στα πρώτα χρόνια της ζωής ενός ανθρώπου παρουσιάζουν ιδιαίτερα προβλήματα. Σε σύγκριση με τις εμπειρίες και τα βιώματα από την περίοδο της ενήβωσης και μετά, οι εμπειρίες και τα βιώματα των παιδικών χρόνων ανακαλούνται στη μνήμη με μεγαλύτερη δυσκολία και με αποσπασματικό τρόπο, αφού τα νοητικά σχήματα στα οποία είχαν αρχικά ενταχθεί έχουν τις περισσότερες φορές μεταβληθεί ριζικά.43 Και φυσικά οι εμπειρίες της βρεφικής αλλά και -κατά περίπτωση— της πρώιμης νηπιακής ηλικίας, είναι αδύνατον να ανακληθούν στη μνήμη. Συγχρόνως όμως η μνήμη των ηλικιωμένων είναι περισσότερο αξιόπιστη για το μακρινό απ' όσο για το εγγύς παρελθόν. Άλλωστε οι αναμνήσεις που αφορούν στα παιδικά χρόνια παρουσιάζουν επίσης σημαντικά πλεονεκτήματα για το μελετητή. Με τη δυσκολία ανάκλησης στη μνήμη των πρώτων χρόνων της ζωής συνδέεται νομίζω ένα πλεονέκτημα: Τα παιδικά βιώματα και εμπειρίες εντοπίζονται συνήθως στο λανθάνον πεδίο της αδρανούς μνήμης' «αναβλύζουν ανεπηρέαστα από μεταγενέστερες επανερμηνείες και έχουν μια αθωότητα που τα καθιστά ιδιαίτερα αξιόπιστα»44. Οι άνθρωποι παραποιούν σε μικρότερο βαθμό ενσυνείδητα τις αναμνήσεις από τα παιδικά τους χρόνια απ' όσο τις αναμνήσεις από την ενήλικη ζωή τους. Αυτό πιστεύω ότι εννοεί ο Roy Pascal όταν γράφει, σχολιάζοντας την αξιοπιστία των αυτοβιογραφιών: «Δε νιώθουμε υπεύθυνοι για το παιδί το οποίο υπήρξαμε, μπορούμε να διατηρούμε μαζί του μια άνετη, αντικειμενική σχέση, πράγμα που ευνοεί μια ήρεμη, πλούσια αφήγηση»45 - αν και η διατύπωσή του μοιάζει υπερβολικά αισιόδοξη, αφού οι άνθρωποι λ.χ. συχνά απωθούν τραυματικές εμπειρίες των παιδικών χρόνων.

Για τους συνομιλητές και τις συνομιλήτριες από το Κροκύλειο ο όρος «παιδική ηλικία» ή «παιδί» δεν ήταν πάντοτε αυτονόητος ή ευκολονόητος, αφού για τους περισσότερους «παιδί» -ιδίως σε σχέση με το παρελθόν- σήμαινε «αγόρι». Είναι χαρακτηριστικό και πολύ ενδιαφέρον ότι, σε περιπτώσεις όπου εκ παραδρομής αναφέρθηκα στο παρελθόν μιας συνομιλήτριας χρησιμοποιώντας τη λέξη «παιδί», δημιουργήθηκε προς στιγμήν σύγχυση και έπρεπε να αποσαφηνιστεί αν αναφέρομαι στα «παιδιά» ή στα «κορίτσια». Επίσης σε περιπτώσεις στις οποίες ρώτησα γενικά για «τα παιδιά τότε», οι περισσότεροι συνομιλητές και όλες σχεδόν οι συνομιλήτριες, θεώρησαν -όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια της συζήτησης— ότι αναφερόμουν στα αγόρια. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι χωριανοί δεν αντιλαμβάνονταν αυτό που αποκα-

Μπούσχοτεν στηριζόμενη στη Rosenthal, οι ρουτίνες της καθημερινής ζωής «διατηρούνται μέχρι σήμερα ή απέκτησαν σημασία για την κατασκευή της κοινωνικής ταυτότητας».

43. Βλ. Schachtel, «On Memory and Childhood Amnesia», στο U. Neisser (επιμ.), Memory Observed. Remembering in Natural Contexts, Σαν Φραντσίσκο 1982 (το παράθεμα στο, Βαν Μπούσχοτεν, Ανάποδα Χρόνια..., ό.π., σ. 215).

44. Βαν Μπούσχοτεν, Ανάποδα Χρόνια..., ό.π., σ. 217, 218.

45. R. Pascal, Die Autobiographie, Στουτγάρδη 1965, σ. 105.

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/32.gif&w=600&h=915

αποκαλούμε σήμερα τόσο αυτονόητα «παιδικά χρόνια» ως ξεχωριστή φάση στη ζωή ενός ανθρώπου" υποδεικνύει όμως ότι η αντίληψή τους εκείνη δεν ταυτίζεται με τη σημερινή (αστική-δυτική και κυρίαρχη) αντίληψη, και ότι ο ερευνητής θα πρέπει να αμβλύνει την οπτική γωνία του παρόντος από την οποία αναπόφευκτα επιχειρεί να διεισδύσει στο παρελθόν.

Στο σύνολο τους συνομιλητές και συνομιλήτριες ανακαλούσαν τα βιώματα της πρώτης δεκαετίας ή δεκαπενταετίας της ζωής τους με τρόπο αποσπασματικό: Οι αναμνήσεις από την παιδική ηλικία διακόπτονταν από άλλες, επανέρχονταν -είτε εξαιτίας δικής μου παρέμβασης, είτε όχι-, ξαναδιακόπτονταν κ.ο.κ. Από το λόγο των ανθρώπων απουσίαζε κατά κανόνα η γραμμική χρονική-βιογραφική αντίληψη: Δεν άρχιζαν να αφηγούνται τη ζωή τους ξεκινώντας από τα παιδικά τους χρόνια, ακόμη κι όταν οι ερωτήσεις τους προέτρεπαν. Ορισμένοι είχαν την τάση να επανέρχονται σε γεγονότα ή περιόδους που σημάδεψαν τη ζωή τους, λ.χ., μια γυναίκα στο γάμο της, ένας άνδρας στα χρόνια του πολέμου στο αλβανικό μέτωπο. Όλα αυτά είναι αναμενόμενα και σε καμιά περίπτωση δεν απαξιώνουν το περιεχόμενο μαρτυριών που αφορούν άμεσα στην προβληματική αυτής της εργασίας.46

Άλλωστε, σχεδόν όλοι οι συνομιλητές διακατέχονταν από πηγαία και ειλικρινή διάθεση να μιλήσουν για το παρελθόν τους. Κι αυτό γιατί, όπως προκύπτει από το λόγο τους, βίωναν και βιώνουν έντονες αντιθέσεις μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Το παρελθόν των παιδικών και νεανικών τους χρόνων αντιπροσωπεύει την εποχή της στέρησης, σε αντίθεση με τη σύγχρονη εποχή της αφθονίας. Συγχρόνως όμως, αντιπροσωπεύει την εποχή της ακμής του χωριού, του τόπου όπου ουσιαστικά διαμόρφωσαν τα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους, σε αντίθεση με τη μεταπολεμική, και προπάντων τη σημερινή εποχή της παρακμής του. Συνομιλητές και συνομιλήτριες βιώνουν τραυματικά τη βαθμιαία ερήμωση του χωριού, παρ' όλο που και οι ίδιοι το έχουν στην πλειοψηφία τους εγκαταλείψει. Αναφέρονται με νοσταλγία στο χωριό με τους χίλιους κατοίκους, με τα εκατό παιδιά του δημοτικού σχολείου, την αστυνομία και το ταχυδρομείο, τα καφενεία και τα παντοπωλεία. «Υπήρχε κόσμος τότε στο χωριό»: σε όλες σχεδόν τις συζητήσεις συνάντησα αυτή τη φράση με παραλλαγές. Βιώνουν τραυματικά την αλλαγή του τοπίου, γιατί στη θέση του δάσους υπήρχαν λιβάδια και χωράφια, «ήταν σπαρμένος ο τόπος», άνθρωποι και περιβάλλον βρίσκονταν σε μια άμεσα ορατή σχέση αλληλεξάρτησης. Και την ίδια στιγμή απουσιάζει η βαθιά νοσταλγία για μια παιδική ηλικία απαλλαγμένη από στερήσεις και δυσκολίες, μοντέλο πολλών αστικών αυτοβιογραφικών αφηγημάτων.

46. Ο χρόνος των προφορικών αφηγήσεων «συστρέφεται συνεχώς όπως το φίδι-χρόνος στις παραστάσεις της μεταγενέστερης αρχαιότητας: προστρέχει στο μέλλον, ανατρέχει στο παρελθόν και καθορίζεται από το παρόν» (Α. Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 262).

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/33.gif&w=600&h=915

Δεν έχουν βέβαια όλες οι ιστορίες ζωής την ίδια αξία για τους σκοπούς αυτής, αλλά και οποιασδήποτε, εργασίας. Και αυτό γιατί οι αφηγήσεις των ανθρώπων φυσικά διαφέρουν μεταξύ τους, ως προς το βαθμό συγκρότησης, αυθορμητισμού, κριτικής και αυτοκριτικής διάθεσης, στοχαστικότητας, αυτοσυνείδησης.47 Εκτός αυτού δεν αφηγούνται όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο: Άλλοι είναι λακωνικοί και άλλοι χειμαρρώδεις στο λόγο τους, άλλοι προτιμούν να διαλέγονται με τον ερευνητή και άλλοι να μονοπωλούν τη συζήτηση.48

Ορισμένες τέτοιες διαφορές μπορούν να μας διαφωτίσουν στην έρευνα μας. Διαπίστωσα μια βασική γενική διαφορά μεταξύ του γυναικείου και του ανδρικού λόγου: Οι γυναίκες, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, χρησιμοποιούσαν την τοπική διάλεκτο, επομένως τη γλώσσα της παιδικής τους ηλικίας -αναμεμειγμένη με λιγότερα ή περισσότερα στοιχεία της αθηναϊκής γλώσσας- σε μεγαλύτερο βαθμό απ' όσο οι άνδρες. Πολλοί άνδρες -και όχι μόνον όσοι σπούδασαν, ούτε καν μόνον όσοι αποφοίτησαν από το Γυμνάσιο- χρησιμοποιούσαν την αστική αθηναϊκή γλώσσα, καταβάλλοντας μάλιστα συχνά εμφανή προσπάθεια να εμπλουτίσουν το λόγο τους με λόγιες λέξεις. Όπως θα δούμε, τα αγόρια —μέσω της εκπαίδευσης— λειτουργούσαν, τουλάχιστον ιδεοτυπικά, ως φορείς εξαστισμού της κοινωνίας του χωριού, συμβάλλοντας τελικά στην αργή αποδιάρθρωση της. Η μεγαλύτερη σημασία που αποδιδόταν στη σχολική μόρφωση των αγοριών, ήδη από τα χρόνια του Δημοτικού, πρέπει να απομάκρυνε αρκετά νωρίς ορισμένα από αυτά από την τοπική διάλεκτο, την τόσο διαφορετική από τη γλώσσα των σχολικών βιβλίων μολονότι αυτή ακριβώς η απόμακρη γλώσσα των σχολικών βιβλίων μπορεί να έφραξε το δρόμο άλλων αγοριών.

Ας δεχθούμε, ωστόσο, ότι η εκμάθηση του γλωσσικού ιδιώματος του καθενός συνδέεται με τη διαδικασία συγκρότησης του ασυνείδητου αποθέματος ζωής στο άτομο (του αποθέματος που «στα πρώτα νεανικά χρόνια ενσταλάζεται απλώς μέσω των «επιρροών» του περιβάλλοντος» και «έχει την τάση να εμπεδώνεται ως φυσική κοσμοεικόνα και να σταθεροποιείται») και ότι οι δύο διαδικασίες ολοκληρώνονται ταυτόχρονα, όπως γράφει ένας διάσημος κοινωνιολόγος.49 Σε αυτή την περίπτωση πρώτη η έμφυλη γλωσσική διαφοροποίηση που

47. Ανάλογες απόψεις με βάση την ερευνητική εμπειρία διατυπώνει η Η. Rosenbaum, Proletarische Familien. Arbeiterfamilien und Arbeiterväter im frühen 20. Jahrhundert zwischen traditioneller, sozialdemokratischer und kleinbürgerlicher Orientierung, Γκέτινγκεν 1991, σ. 22.

48. Πβ. και τα όσα γράφει η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος: «Η ποιότητα της προφορικής αφήγησης, εξαρτάται από τις ικανότητες και το χαρακτήρα τόσο του πληροφορητή, όσο και του ερευνητή... εκείνο που παίζει το μεγαλύτερο ρόλο είναι ο χαρακτήρας και οι ικανότητες του πληροφορητή» (Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, ό.π., σ. 259).

49. Κ. Mannheim, «Το κοινωνιολογικό πρόβλημα των γενεών», μετάφραση: Λ. Αναγνώστου στο Δ. Μακρυνιώτη (επιμ.), Παιδική ηλικία στα αναγνωστικά 1834-1919, Αθήνα-Γιάννινα 1986, σ. 153-173, κυρίως 172.

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/34.gif&w=600&h=915

απαντά στις συνεντεύξεις, υποδεικνύει στον ερευνητή ότι μέσω των εκπαιδευτικών μηχανισμών ορισμένα αγόρια διαμόρφωναν, με το πέρασμα των χρόνων, μια φυσική κοσμοεικόνα αρκετά διαφορετική από εκείνη των κοριτσιών και διαφορετική από την φυσική κοσμοεικόνα που κυριαρχούσε στην κοινωνία στην οποία είχαν γεννηθεί.

Η μέθοδος της προφορικής ιστορίας θεμελιώνεται στη μνήμη και γι' αυτό δε μπορεί να προσφέρει το πλούσιο και λεπτομερές υλικό που αντλεί κανείς από τη συμμετοχική παρατήρηση, προνόμιο των κοινωνικών ανθρωπολόγων. Πολλές φορές θα ευχόταν ο ιστορικός να μπορούσε να παρατηρήσει από κοντά τα παιδιά του χωριού. Στην περίπτωσή μας -κι αυτό ισχύει για τη συντριπτική πλειοψηφία των ορεινών χωριών στον ελλαδικό τουλάχιστον χώρο— δε μπορούμε καν να παρατηρήσουμε σημερινά παιδιά στο χωριό για τον απλούστατο λόγο ότι ουσιαστικά δεν υπάρχουν παιδιά.50 Δεν μπορούμε να εντοπίσουμε συνέχειες που θα μας βοηθούσαν να εμβαθύνουμε στο παρελθόν. Θα πρέπει, λοιπόν, να αρκεστούμε στη μνήμη και να αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το υλικό που μας προσφέρει. Βέβαια, το γεγονός ότι η αλλοτινή κοινότητα ουσιαστικά δεν υφίσταται, δεν είναι αποκλειστικά ή κατ' ανάγκην αρνητικό. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι οι συνομιλητές βρίσκονται σε ικανή χρονική και επομένως βιωματική απόσταση από την κοινότητα, ώστε να αφηγούνται με μεγαλύτερη άνεση, και ακόμη, ότι το παρελθόν φαντάζει αρκετά διαφορετικό από το παρόν και, ίσως γι' αυτό, είναι ευκολότερα αφηγήσιμο.

3. ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

Η κυρίως μελέτη απαρτίζεται από τέσσερα κεφάλαια. Στο πρώτο, το μικρότερο σε έκταση, σκιαγραφείται το οικονομικό, κοινωνικό και δημογραφικό πλαίσιο ζωής των παιδιών σε συσχετισμό με τη συνολική οικονομικο-κοινωνική εξέλιξη της Ελλάδας. Στα επόμενα τρία κεφάλαια εξετάζονται θέσεις, ρόλοι και βιώματα σε τρία πεδία, αντίστοιχα:

α) στο πεδίο της οικογένειας (κυρίως υπό την έννοια της οικιακής ομάδας) παρουσιάζεται πολύ συνοπτικά η δομή και το μέγεθος των οικιακών ομάδων

50. Σε μια περίπτωση, 6 παιδιά λόγω του επαγγέλματος του πατέρα που είναι κτηνοτρόφος και μέχρι πρόσφατα της μητέρας -η οποία έχει πεθάνει και ήταν υπεύθυνη για το ξενοδοχείο του χωριού-, περνούν το καλοκαίρι στο χωριό, αν και κατοικούν στο Λιδωρίκι. Εξάλλου, σήμερα ζει στο χωριό μια οικογένεια μεταναστών από την Αλβανία με δύο παιδιά, τα οποία πηγαίνουν στο Δημοτικό σχολείο, που επαναλειτούργησε πριν από δύο χρόνια γι' αυτόν ακριβώς το λόγο. Τα καλοκαίρια, λοιπόν, ζουν στο χωριό περίπου δέκα παιδιά.

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/35.gif&w=600&h=915

και στη συνέχεια αναλύονται όψεις των υλικών συνθηκών διαβίωσης των παιδιών, της συμμετοχής τους στην οικογενειακή οικονομία, των διαπροσωπικών σχέσεων και της διαπαιδαγώγησης τους.

β) στο πεδίο του σχολείου: δίνεται έμφαση στη σχέση παιδιών-σχολείου κατά φύλο, εξετάζεται το ζήτημα της αντιμετώπισης του θεσμού από την τοπική κοινωνία και η λειτουργία του ως θεσμικά οριοθετημένου χώρου κοινωνικοποίησης.

γ) στο πεδίο της μικρο-κοινωνίας (συμπεριλαμβανομένης της ομάδας των ομηλίκων) αναλύεται η συμμετοχή των παιδιών σε κοινωνικές εκδηλώσεις που οργανώνουν και κατευθύνουν ενήλικες αλλά και μορφές της αυτόνομης παιδικής κουλτούρας, προπάντων το παιχνίδι.

Στον επίλογο συνοψίζονται τα αποτελέσματα και διατυπώνονται ορισμένες σκέψεις για τη σύνδεση της μικρο-ιστορίας των παιδιών σε μια τοπική κοινωνία με τη μακρο-ιστορία της ελλαδικής κοινωνίας της υπαίθρου και της ελλαδικής κοινωνίας γενικότερα.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/36.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/37.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/38.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/39.gif&w=600&h=915

Μέσα σε ποιες γενικές οικονομικές, κοινωνικές και δημογραφικές συνθήκες μεγάλωναν τα παιδιά στο Κροκύλειο; Θα επιχειρήσω να τις σκιαγραφήσω εντάσσοντας το τοπικό παράδειγμα στο ευρύτερο ελλαδικό πλαίσιο, στο βαθμό που επιτρέπει η βιβλιογραφία και μου υπαγορεύει η ανάγκη να μην υπερβώ τα όρια του κεντρικού προβληματισμού της εργασίας.

1. ΤΑ ΣΤΕΝΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥΣ

Οι κάτοικοι του Κροκυλείου ανήκαν σε ένα, αριθμητικά, πολύ σημαντικό τμήμα του ελλαδικού πληθυσμού, αφού το 1907 πάνω από το 70%, το 1920 πάνω από το 60 % και στις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου πάνω από το 50% των Ελλήνων ζούσαν στην ύπαιθρο.1 Όμως, ταυτόχρονα, οι κάτοικοι του χωριού αποτελούσαν τμήμα μιας πληθυσμιακής μειονότητας, τουλάχιστον στα μεσοπολεμικά χρόνια: Ανήκαν στο 17,7% του συνολικού πληθυσμού και στο 11% περίπου του αγροτικού πληθυσμού (1.150.929 άτομα) που σύμφωνα με την απογραφή του 1928 ζούσε στις ορεινές περιοχές της χώρας, δηλαδή σε υψόμετρο άνω των 500 μ.2 (Το Κροκύλειο βρίσκεται σε υψόμετρο 850 μ. περίπου).

Στις συζητήσεις για την αγροτική πολιτική του ύστερου 19ου και του πρώιμου 20ού αιώνα και συνακόλουθα στη σχετική ιστοριογραφία, κυριαρχούν μάλλον τα γνωστά κεντρικά προβλήματα της πεδινής αγροτικής οικονομίας, δηλαδή το ζήτημα των τσιφλικιών και το σταφιδικό ζήτημα, παρά η πορεία της ορεινής αγροτικής οικονομίας. Το πρώτο αφορούσε στη διανομή μεγάλων και εύφορων εκτάσεων γης (προπάντων στη θεσσαλική πεδιάδα), ιδιοκτησιών βαθύπλουτων Ελλήνων της Διασποράς, στους καλλιεργητές τους' το σταφιδικό ζήτημα αφορούσε εξάλλου τους πολυάριθμους μικροϊδιοκτήτες χωρικούς στις περιορισμένες πεδιάδες της βόρειας και δυτικής Πελοποννήσου, οι οποίοι καλλιεργούσαν σχεδόν αποκλειστικά ένα εμπορευματικό-εξαγωγικό προϊόν, τη σταφίδα, και βρίσκονταν στο έλεος κάθε κρίσης στη διεθνή αγορά. Το σταφιδικό ζήτημα κυριάρχησε ως το 1910 περίπου' στο Μεσοπόλεμο ο καπνός, που

1. Κ. Κωστής, Αγροτική Οικονομία και Γεωργική Τράπεζα. Όψεις της ελληνικής οικονομίας στο Μεσοπόλεμο (1919-1928), Αθήνα 1987, σ. 78.

2. Στο ίδιο, σ. 75.

Σελ. 39
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/40.gif&w=600&h=915

καλλιεργούνταν προπάντων στο βόρειο τμήμα της χώρας, αντικατέστησε τη σταφίδα ως κύριο αγροτικό-εξαγωγικό προϊόν. Το ζήτημα της διανομής των τσιφλικιών ταλάνισε την αγροτική οικονομία και κοινωνία μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1930: Από το 1919 έως το 1932 το ελληνικό κράτος έθεσε σε εφαρμογή την πολυσυζητημένη αγροτική μεταρρύθμιση.3

Ωστόσο, η ορεινή αγροτική οικονομία δεν πορευόταν ανεξάρτητα από την υπόλοιπη αγροτική οικονομία της χώρας. Τα προβλήματα επιβίωσης των κατοίκων του ορεινού χώρου δεν οφείλονταν αποκλειστικά στις δυσμενείς κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες. Είναι χαρακτηριστικό ότι η διανομή των τσιφλικιών και οι σταφιδικές κρίσεις αφαίρεσαν από ορεινούς πληθυσμούς τη δυνατότητα να συμπληρώνουν το πενιχρό εισόδημά τους από την εποχική απασχόληση τους στα τσιφλίκια ή στη συγκομιδή της σταφίδας4.

Οι αγροτικοί πληθυσμοί της χώρας στο σύνολο τους αντιμετώπιζαν προβλήματα τα οποία οφείλονταν σε δομικά χαρακτηριστικά της ελλαδικής αγροτικής οικονομίας:

Η έκταση των γεωργικών κλήρων ήταν περιορισμένη, η αγροτική τεχνολογία υποτυπώδης, η απόδοση χαμηλή. Υπολογίζεται ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1920 πάνω από τα δύο τρίτα των ελλήνων αγροτών καλλιεργούσαν εκτάσεις οι οποίες, στην καλύτερη περίπτωση, δεν ξεπερνούσαν τα 30 στρέμματα.5 Στις αρχές του 20ού αιώνα οι περισσότεροι αγρότες καλλιεργούσαν τη γη με τα αρχέγονα ξύλινα άροτρα και χρησιμοποιούσαν ελάχιστα σιδερένια εργαλεία, επιλεγμένους σπόρους, οργανικά ή χημικά λιπάσματα.6 Αλλά και στα τέλη της δεκαετίας του 1920 χρησιμοποιούνταν ακόμα στον ελλαδικό χώρο σχεδόν αποκλειστικά ξύλινα και σιδερένια άροτρα αλλά ελάχιστα βενζινάροτρα.7

Η κτηνοτροφία ήταν υπαίθρια και είχε συνεπώς εκτατικό χαρακτήρα, στηριζόταν

3. Για μια σφαιρική ανάλυση της ελληνικής αγροτικής οικονομίας κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα βλ.: Σ. Πετμεζάς, «Αγροτική Οικονομία», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ. ), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, 1900-1922. Οι απαρχές, τ. ΑΙ, Αθήνα 1999, σ. 53-85 και Σ. Πετμεζάς, «Αγροτική Οικονομία», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, 1922-1940. Ο Μεσοπόλεμος, τ. Β1, Αθήνα 2002, όπου και η σχετική βασική βιβλιογραφία. Για μια συστηματική ανάλυση των αγροτικών ζητημάτων στην Ελλάδα από την εποχή της συγκρότησης του ελληνικού κράτους βλ. το κλασικό έργο: Κ. Βεργόπουλος, Το Αγροτικό Ζήτημα στην Ελλάδα. Η Κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας, Αθήνα 1975.

4. Πετμεζάς, «Αγροτική Οικονομία»... (1999), ό.π., σ. 66' Κ. Κωστής, «Ο Καραβίδας και η 'ανακάλυψη' των χωρικών στη μεσοπολεμική Ελλάδα», στο Μ. Κομνηνού, Ε. Παπαταξιάρχης (επιμ.), Κοινότητα και Ιδεολογία. Ο Κωνσταντίνος Καραβίδας και η προβληματική των Κοινωνικών Επιστημών, Αθήνα 1990, σ. 69-72, 81.

5. Β. Χατζήολος, Το Πρόβλημα της Κτηνοτροφίας στην Ελλάδα, Αθήναι 1941, σ. 290.

6. Πετμεζάς, «Αγροτική Οικονομία»... (1999), ό.π., σ. 56, 57.

7. Πετμεζάς, «Αγροτική Οικονομία»... (2002), ό.π., σ. 242, 243.

Σελ. 40
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/41.gif&w=600&h=915

ταν σε αιγοπρόβατα -δηλαδή σε μικρόσωμα και λιγότερο αποδοτικά ζώα-, τα οποία τρέφονταν κατά βάση σε βοσκοτόπια. Οι κτηνοτρόφοι ήταν υποχρεωμένοι να μετακινούνται προκειμένου να βρουν τροφή τα ζώα τους. Από αυτούς άλλοι διένυαν μεγάλες αποστάσεις μεταναστεύοντας από τα ορεινά στα πεδινά τους χειμερινούς μήνες και από τα πεδινά στα ορεινά τους θερινούς. Άλλοι, όπως οι κτηνοτρόφοι στο Κροκύλειο, κατέφευγαν σε χαμηλότερο υψόμετρο κατά τους χειμερινούς μήνες, διανύοντας μικρότερες αποστάσεις και παραμένοντας εντός του κοινοτικού χώρου.8 Βέβαια η μετακινούμενη κτηνοτροφία μεγάλων αποστάσεων παρήκμασε σταδιακά στη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα: Από τη στιγμή που τα σύνορα στο χώρο της Βαλκανικής χερσονήσου μετατοπίστηκαν δραματικά μετά τους πολέμους του 1912-13, από τη στιγμή που οι μεγάλες γαιοκτησίες άρχισαν να διανέμονται στους καλλιεργητές τους και να κατακερματίζονται, διασπάστηκε και η ενότητα νομής των βοσκών και κλονίστηκε ανεπανόρθωτα η βάση της νομαδικής κτηνοτροφίας. Επιπλέον, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα οι νομάδες κτηνοτρόφοι βρίσκονταν στο στόχαστρο του ελληνικού κράτους, που επιχειρούσε να τους μετατρέψει σε εδραίους ή τουλάχιστον σε ημινομάδες και να τους θέσει έτσι υπό τον έλεγχο του.9 Όμως αυτές οι εξελίξεις δεν οδήγησαν, άμεσα τουλάχιστον, στην παρακμή κτηνοτροφικών πρακτικών όπως η εξώσταβλη, εκτατική κτηνοτροφία.

Ενδεικτικό των εγγενών αδυναμιών της αγροτικής οικονομίας είναι το γεγονός ότι σε όλη τη μεσοπολεμική περίοδο η αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα δεν επαρκούσε για να καλυφθούν βασικές ανάγκες του πληθυσμού σε αγροτικά προϊόντα.10 Σε αυτό το κάθε άλλο παρά ευνοϊκό πλαίσιο οι ορεινοί πληθυσμοί αντιμετώπιζαν ιδιαίτερα εγγενή προβλήματα. Στην καλύτερη περίπτωση η καλλιέργεια της γης και η εκτροφή ζώων τους επέτρεπαν να επιβιώσουν καταναλώνοντας όσα παρήγαν. Στον ορεινό χώρο τα εδάφη ήταν άγονα και οι εκτάσεις των αγροτεμαχίων εξαιρετικά περιορισμένες. Το 1864 στις ορεινές περιοχές δεν υπήρχαν αγροτεμάχια μεγαλύτερα από 10 στρέμματα, ενώ η έκταση των περισσότερων δεν ξεπερνούσε τα 5 στρέμματα-11 έτσι δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι πενήντα, εξήντα, εβδομήντα χρόνια αργότερα τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά. Πράγματι μελετώντας ενδεικτικά ορισμένα συμβολαιογραφικά έγγραφα από το Κροκύλειο, διαπιστώνουμε

8. Χατζήολος, Το Πρόβλημα..., ό.π., σ. 291-298.

9. Στο ίδιο, σ. 302' Κωστής, Αγροτική Οικονομία..., ό.π., σ. 125,127' Κ. Κωστής, «Αγροτική Μεταρρύθμιση και οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα, 1917-1940», στο Γ. Μαυρογορδάτος, Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Βενιζελισμός και Αστικός Εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο 1988, σ. 151-157, κυρίως σ. 151' Γ. Κολιόπουλος, Ληστές. Η κεντρική Ελλάδα στα μέσα του 19ου αιώνα, Αθήνα 21988, σ. 168.

10. Κωστής, «Αγροτική Μεταρρύθμιση...», ό.π., σ. 155.

11.Λ. Καλλιβρετάκης, Η δυναμική του αγροτικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα, Αθήνα 1990, σ. 318.

Σελ. 41
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/42.gif&w=600&h=915

με ότι το μεγαλύτερο αγροτεμάχιο κάλυπτε έκταση ίση με 8 στρέμματα.12 Στο πλαίσιο αυτό πολλοί εγκατέλειπαν την ύπαιθρο αναζητώντας την τύχη τους στα αστικά κέντρα του εσωτερικού ή, προπάντων, στο εξωτερικό, πέρα από τα όρια της ευρωπαϊκής ηπείρου, στο λεγόμενο «Νέο Κόσμο», η βιομηχανία του οποίου είχε ανάγκη από εργατικά χέρια. Η υπερατλαντική μετανάστευση δεν αφορούσε μόνο τις ορεινές περιοχές. Στην Ελλάδα η μαζική υπερατλαντική μετανάστευση ξεκίνησε από την Πελοπόννησο πυροδοτούμενη από τη σταφιδική κρίση που ξέσπασε προς τα τέλη του 19ου αιώνα.13 Οι τουλάχιστον 144 άνδρες που υπολογίζω ότι μετανάστευσαν από το Κροκύλειο στις Ηνωμένες Πολιτείες στο διάστημα 1905-1920 περίπου,14 συγκαταλέγονται στο μισό περίπου εκατομμύριο Έλληνες (στη συντριπτική πλειοψηφία τους άνδρες) που υπολογίζεται ότι μετανάστευσαν ανάμεσα στα 1890 και 1920. Όπως οι περισσότεροι μετανάστες από τον ελλαδικό χώρο, έτσι και στο παράδειγμά μας, οι περισσότεροι μετανάστες ήταν νέοι άνθρωποι, ηλικίας 18-40 περίπου ετών. Ένας, συγκριτικά, μικρός αριθμός χωριανών, 10-20, εγκατα-

12. Στα σχετικά έγγραφα αναφέρονται: η έκταση, η θέση, η ποιότητα, και η χρηματική αξία των μεταβιβαζόμενων αγροτεμαχίων. Το μεγαλύτερο αγροτεμάχιο αναφέρεται σε έγγραφο του 1900, όπου ο I. Δ. Μπαρμπούτης μεταβιβάζει στη γυναίκα του αγρό έκτασης 8 στρεμμάτων «ως έγγιστα... εν μέρει ποτιστικόν» σε αναπλήρωση της προίκας της (500 δρχ. σε μετρητά) την οποία είχε ξοδέψει (αρ. 496, Κροκύλειο, Αντικατάστασις προικός δρχ. 500).

13. Α. Κιτροέφ, «Υπερατλαντική μετανάστευση», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας..., τ. Α', Μέρος πρώτο, σ. 123-171, κυρίως σ. 124, 133, 144.

14. Οι υπολογισμοί μου βασίζονται σε στοιχεία τα οποία κατέγραψα από το Αρχείο της νήσου Έλλις, που έχει εγγραφεί και συνεχίζει να εγγράφεται στο Διαδίκτυο. Σ' αυτόν τον ηλεκτρονικό αρχειακό κατάλογο αναγράφονται το επώνυμο, το όνομα, η χρονολογία άφιξης, η ηλικία κατά την άφιξη και ο τόπος καταγωγής των μεταναστών. Αναζήτησα τους Κροκυλειώτες μετανάστες με βάση τα επίθετα τα οποία είναι καταγεγραμμένα στο Γενικό Μητρώο και στο Μητρώο Αρρένων του χωριού και κατέγραψα όσους έφεραν τα επίθετα αυτά και κατάγονταν με απόλυτη βεβαιότητα ή κατά πάσα πιθανότητα από το Κροκύλειο Δωρίδας. Για όσους έφτασαν στις ΗΠΑ πριν από τη μετονομασία του χωριού σε Κροκύλειο το 1915, αναφερόταν ως τόπος προέλευσης το «Παλαιοκάτουνο». Όπου δεν κατόρθωσα να ταυτίσω τον μετανάστη με τόπο προέλευσης «Παλαιοκάτουνο» στο Μητρώο Αρρένων, δεν τον συμπεριέλαβα στις τελικές καταμετρήσεις μου, επειδή χωριό με την ονομασία «Παλαιοκάτουνο» υπήρχε και στην Ευρυτανία. Το ίδιο ισχύει και για τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες αναφερόταν γενικά η «Δωρίδα» ως τόπος καταγωγής. Θα ήθελα να σημειώσω εδώ ότι ονοματεπώνυμα και τόποι καταγωγής έχουν καταγραφεί από τους τότε Αμερικανούς υπαλλήλους με διάφορες ορθογραφίες και ο ερευνητής είναι υποχρεωμένος να πειραματίζεται με διαφορετικούς συνδυασμούς των λατινικών αλφαβητικών χαρακτήρων ώστε να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν πληρέστερα στοιχεία. Θα ήθελα, επίσης, να επισημάνω ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι χρονολογίες γέννησης που προέκυπταν από τα στοιχεία του ηλεκτρονικού αρχειακού καταλόγου και οι χρονολογίες γέννησης του Μητρώου Αρρένων παρουσίαζαν απόκλιση ενός έως δύο ετών. Νομίζω όμως ότι ανακρίβειες και στρογγυλοποιήσεις αριθμών είναι αναμενόμενες για την εποχή, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ελληνική ύπαιθρο (Βλ. Διαδίκτυο, www.ellisisland.org (Passenger Search) - Στοιχεία Δεκεμβρίου 2001).

Σελ. 42
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 23
    

    βρίσκεται ο άνθρωπος στην ιστορία - οι χειρισμοί του, τα πάθη του, οι προσλήψεις του, οι συμπεριφορές του, οι θεμελιώδεις καταστάσεις της ζωής του».24

    2. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΑ

    Α' Πηγές25

    Οι προσωπικές μαρτυρίες αποτελούν τις βασικές πηγές της μελέτης.26 Κατά το μεγαλύτερο μέρος στηρίζεται σε 40 συνεντεύξεις ή καλύτερα συνομιλίες, στο πλαίσιο των οποίων συζήτησα με 40 άτομα, 22 άνδρες και 18 γυναίκες, που πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της παιδικής τους ηλικίας στο Κροκύλειο. Σε ορισμένες περιπτώσεις συνομίλησα ταυτόχρονα με δύο -σε μία περίπτωση, μάλιστα, με τρία άτομα. Με επτά άτομα συζήτησα εκτενώς πάνω από μία φορά- με μια γυναίκα μάλιστα τέσσερις φορές. Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι ο όρος «συνέντευξη», με την έννοια της προσχεδιασμένης και αυστηρά οργανωμένης συνομιλίας, δεν αποδίδει τη ρευστή πραγματικότητα της έρευνας. Σε δύο περιπτώσεις λ.χ. επρόκειτο για απλή συνομιλία, μιας και οι συνομιλητές άρχισαν να αφηγούνται απρόσμενα (ενώ καθόμουν σε ένα από τα καφενεία του χωριού) ενώ στη συνέχεια έδειξαν απροθυμία να προχωρήσουν σε «κανονική» συνέντευξη. Σε μια περίπτωση η δεύτερη συνέντευξη εξελίχθηκε σε σύντομη, απλή, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα και γόνιμη συζήτηση αφού η συνομιλήτρια δεν ήταν πλέον βιολογικά σε θέση να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας σχετικά εξαντλητικής συζήτησης. Ακόμη πρέπει να πω ότι δεν επιδίωξα να μιλήσω με δύο ή τρία άτομα ταυτόχρονα, όπως έγινε στο ένα τρίτο των συνομιλιών: Όμως δεν ήταν ούτε δυνατό ούτε μεθοδολογικά σωστό να αγνοήσω την παρουσία του/της συζύγου, των αδελφών, ενός γιου, μιας κόρης ή ενός συνομήλικου ξαφνικού επισκέπτη. Πιθανότατα, σε μία πρό-

    κυρίως μεθοδολογική επίδραση της ανθρωπολογίας», ο δεύτερος «την ανθρωπολογία που μελετά τους πολιτισμούς στο χρόνο»: (Παπαταξιάρχης, Ανθρωπολογία..., ό.π., όπου και παραπομπές στη διεθνή βιβλιογραφία).

    24. G. Dressel, Historische Anthropologie. Eine Einführung, Βιέννη-Κολωνία-Βαϊμάρη 1996, σ. 25.

    25. Πβ. Κατάλογο πηγών στο τέλος.

    26. Πρεσβεύοντας τη δημιουργία μιας «καινούριας ιστορικής πειθαρχίας, που να είναι στενά συνδεδεμένη με την ανθρωπολογία: της ιστορικής ανθρωπολογίας», ο γάλλος ιστορικός του μεσαίωνα Jacques le Goff επισημαίνει την προνομιακή θέση της προφορικής ιστορίας στο σημείο συνάντησης ιστορίας και ανθρωπολογίας (Ζ. λε Γκοφ, Ιστορία και Μνήμη, μετάφραση: Γ. Κουμπουρλής, Αθήνα 1998, σ. 271-272).