Συγγραφέας:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Τίτλος:Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
 
Υπότιτλος:Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:38
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2003
 
Σελίδες:387
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Κροκύλειο Δωρίδας
 
Χρονική κάλυψη:αρχές 20ού αι.
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό είναι μία ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου, το Κροκύλειο (ως το 1915 Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο) της Φωκίδας, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει, δηλαδή, πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μία κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο παράδειγμα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.57 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 236-255 από: 395
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/236.gif&w=600&h=915

όλα τα παιδιά πλέναν εκεί τα πόδια τους λίγο... Ο δάσκαλος μας έλεγε, την αριστερή κάλτσα όλοι, και μια φορά μας είπε, όλες τις κάλτσες, και τις δυο κάλτσες, και βρέθηκαν αρκετά παιδιά πούχαν μόνο τόνα πόδι πλύνει.11*

Πολλά παιδιά πρέπει να βίωναν το άγχος για αξιοπρεπή εμφάνιση στο δημόσιο χώρο του σχολείου, ιδιαίτερα όσα δεν είχαν παρά γουρνοτσάρουχα και μπαλωμένα ρούχα. Το σχολείο ευνοούσε με αυτό τον τρόπο τον κοινωνικό ανταγωνισμό μεταξύ των παιδιών σε επίπεδο κατ' αρχήν προσωπικό, ατομικό, και μόνο κατά δεύτερο λόγο οικογενειακό (ως εκπροσώπων των οικογενειών τους).

Πάντως οι διδάσκοντες δε φαίνεται να έκαναν διακρίσεις ανάμεσα στα παιδιά με κριτήριο την κοινωνική τους θέση μέσα στο χωριό, παρ' όλο που εκ των πραγμάτων η εμφάνιση αντανακλούσε ως ένα σημείο την κοινωνική θέση. Ακόμη και συνομιλητές οι οποίοι μιλούν με μια διάχυτη πικρία για τα παιδικά και νεανικά τους χρόνια στο χωριό, για τις λιγοστές ευκαιρίες που είχαν να μάθουν «κάτι» στο σχολείο, δηλώνουν κατηγορηματικά ότι οι δάσκαλοι δεν έκαναν διακρίσεις εις βάρος τους.115 Το επισημαίνω αυτό έχοντας υπόψη μαρτυρίες για την αυστριακή ύπαιθρο την ίδια περίοδο, που αφήνουν να εννοηθεί πως οι δάσκαλοι ή οι δασκάλες συχνά ευνοούσαν ανοιχτά παιδιά εύπορων και πολιτικά ισχυρών αγροτικών οικογενειών.116 Προφανώς, αυτές οι εκδηλώσεις εύνοιας συνδέονταν με την αυστηρότερη διαστρωμάτωση της αυστριακής αγροτικής κοινωνίας κατά το μεγαλύτερο μέρος της.117

7. ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ Από τις πρώτες δεκαετίες της ζωής του το νεοελληνικό κράτος επιχείρησε να

114. Συν. με την Π. Α., σ. 1, 2.

115. Βλ. λ. χ., Συν. με την Γ. Ζ., σ. 5.

116. Weber, Hauslerkindheit..., ό.π., σ. 33.

117. Στις περισσότερες περιοχές της ορεινής, και όχι μόνο, Αυστρίας η κοινωνικο-οικονομική διαστρωμάτωση αντανακλά προπάντων στις πολυεπίπεδες σχέσεις άμεσης εργασιακής εκμετάλλευσης και εξάρτησης των οικονομικά ασθενών από τους οικονομικά ισχυρούς, των αγροτικών υπηρετών από τους αγρότες, των γόνων των αγροτικών υπηρετών (συχνά νόθων) από τους νόμιμους γόνους των αγροτών κ.λπ. Στο παράδειγμά μου θα έλεγα ότι η κοινωνικο-οικονομική διαστρωμάτωση αντανακλά προπάντων στη διαβαθμισμένη πρόσβαση στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς και στον τρόπο ζωής των αστικών κέντρων: Υψηλότερα στην ιεραρχική κλίμακα βρίσκονται όσοι έχουν μεγαλύτερες προοπτικές να εγκαταλείψουν τον αγροτικό τρόπο ζωής. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η μορφή κοινωνικής διαστρωμάτωσης κατ' αρχήν δεν ευνοεί συγκρούσεις αφού το σημείο αναφοράς του κοινωνικού κεφαλαίου βρίσκεται εκτός των ορίων της αγροτικής οικονομίας και κοινωνίας.

Σελ. 236
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/237.gif&w=600&h=915

περιορίσει τη φυσική βία ως μέσο τιμωρίας των μαθητών από τους διδάσκοντες, απαγορεύοντας τους ραβδισμούς και τις μαστιγώσεις και επιτρέποντας ποινές που, όταν εφαρμόζονταν με μέτρο, κατ' αρχήν δεν απειλούσαν τη σωματική υγεία των παιδιών, όπως η γονυκλισία, η ασιτία ή ολιγοσιτία, η φυλάκιση. Το αρμόδιο υπουργείο απέστειλε στα σχολεία επανειλημμένως (το 1848, το 1854, το 1867, το 1884) σχετικές εγκυκλίους που εξέφραζαν αγανάκτηση για τις παρεκτροπές των δασκάλων και ανησυχία για την εκτράχυνση της νεολαίας.118 Αν κρίνουμε μάλιστα από Διάταγμα του 1893, κατά την περίοδο που μας απασχολεί, οι σωματικές (ή εν πάση περιπτώσει οι άμεσα αναγνωρίσιμες ως σωματικές) ποινές είχαν καταργηθεί ατεό το νόμο, σχεδόν ολοκληρωτικά ως μέσο τιμωρίας των μαθητών, με εξαίρεση την ποινή της ορθοστασίας.119 Ωστόσο, συχνά η πραγματικότητα ήταν όχι μόνο πολύ διαφορετική αλλά και κοινωνικά αποδεκτή αν όχι αυτονόητη.120 Ας μην ξεχνάμε ότι στον ορεινό χώρο η ληστεία και η σωματική βία με την οποία ήταν συνυφασμένη, δεν εξέλιπαν παρά σταδιακά τη δεκαετία του 1930 αλλά παρέμεναν, κατά κάποιο τρόπο, ζωντανές στις αφηγήσεις των γερόντων. Στη συνείδηση της ορεινής αγροτικής κοινωνίας η φυσική βία δεν αποτελούσε ταμπού.121 Σε ένα άλλο σημείο της εργασίας, εξετάζοντας τις ποινές που επέβαλλαν οι γονείς στα παιδιά, επεσήμανα ότι δε θα πρέπει να ταυτίζουμε το ξύλο με την κακοποίηση, ούτε να αντιμετωπίζουμε το ξύλο ως ακραία μορφή βίας, όταν μελετάμε κοινωνίες στην οικονομική-εργασιακή ζωή και στον αξιακό κώδικα των οποίων η δύναμη και η αντοχή του σώματος κατέχουν κεντρική θέση.

Η σωματική βία αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο της σχολικής καθημερινότητας και ήταν, ως ένα σημείο, αμφίδρομη: Δεν κατευθυνόταν μόνον από το δάσκαλο προς τους μαθητές αλλά και αντιστρόφως. Τούτο συνδέεται, ως ένα βαθμό, με το γεγονός ότι, όπως προανέφερα, τουλάχιστον στις αρχές του 20ού αι. φοιτούσαν στο Δημοτικό μαθητές ηλικίας πάνω από 15 χρόνων.

Οι αναμνήσεις από τους δασκάλους στο Δημοτικό και τους καθηγητές στο

118. Λέφας, Ιστορία της Εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 162-163.

119. Το διάταγμα αναφέρεται από την Κοντονή, Το Νεοελληνικό Σχολείο, ό.π., σ. 135.

120. Ανάλογη ήταν η κατάσταση στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης κατά την περίοδο που εξετάζουμε, παρ' όλο που και στην Αψβουργική Μοναρχία διάταγμα του 1905 χαρακτήριζε τη φυσική βία ως απαράδεκτο μέσο τιμωρίας στα σχολεία: Βλ. Eva Tesar (επιμ.), Hände auf die Bank. Erinerungen an den Schulalltag, Wien-Köln-Weimar, 1992 (Damit es nicht verlorengeht..., 7), σ. 40.

121. Πβ. Ν. Elias, The Germans, επιμ. M. Schröter, μετάφραση από τα γερμανικά Ε. Dunning, St. Mennell, Οξφόρδη 1997, σ. 176. (Ο Ελίας θεωρεί ότι εκ φύσεως τα βρέφη και τα παιδιά χρησιμοποιούν τη φυσική βία αλλά ότι η βία στη συνείδηση των νέων των ανεπτυγμένων κοινωνιών αποτελεί πλέον ταμπού, γεγονός που συνδέεται με την αυξανόμενη αποτελεσματικότητα του κρατικού μονοπώλιου εξουσίας).

Σελ. 237
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/238.gif&w=600&h=915

Σχολαρχείο (στη συντριπτική τους πλειοψηφία και κατά το μεγαλύτερο διάστημα της περιόδου που εξετάζουμε οι διδάσκοντες ήταν άνδρες) αφορούν πολύ συχνά στις τιμωρίες, τις σωματικές ποινές που επέβαλλαν. Σχεδόν όλοι, όσοι μου έδωσαν συνέντευξη, αναφέρθηκαν σε ένα ακραίο περιστατικό που έλαβε χώρα ανάμεσα στο 1910 και το 1920: Ένας δάσκαλος τιμώρησε μαθητή με πολύωρο εγκλεισμό στο υπόγειο του σχολείου' το παιδί πέθανε, σύμφωνα με ορισμένους από το φόβο του, σύμφωνα με άλλους επειδή το δάγκωσαν οχιές. Το γεγονός συγκλόνισε το χωριό.

Μαρτυρίες για σωματικές ποινές στο σχολείο υπάρχουν και για άλλα χωριά της βρεινής Δωρίδας" ανάμεσά τους αναφέρεται και η τιμωρία «πέτρα στο λαιμό», επινόηση ενός δασκάλου στο Διχώρι (Κωστάριτσα) που έβαζε τα παιδιά να στέκονται στο ένα πόδι με μια πέτρα κρεμασμένη με σκοινί στον λαιμό τους. Αλλά οι πιο συνηθισμένες τιμωρίες ήταν ο περιορισμός στο σχολείο και η στέρηση τροφής κατά τη μεσημεριανή διακοπή, η ορθοστασία ή γονυκλισία στη διάρκεια του μαθήματος και προπάντων το ξύλο με τη βέργα.122

Το ξύλο με τη βέργα αποτελούσε φυσικά και στο παράδειγμά μου την πλέον συνηθισμένη ποινή" και δεν εφαρμοζόταν μόνο όταν τα παιδιά δεν πειθαρχούσαν την ώρα της διδασκαλίας, αλλά επίσης, και όταν δεν είχαν μελετήσει. Πολλές φορές οι δάσκαλοι έστελναν τα ίδια τα παιδιά να κόψουν τις βέργες -το όργανο με το οποίο θα τιμωρούνταν-, από τις ρεματιές, διαδικασία που οφειλόταν βέβαια σε πρακτικούς λόγους -αφού η ίδια βέργα δε μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά πολλές φορές- αλλά συμβόλιζε, συγχρόνως, την παραδοχή της ενοχής του μαθητή από τον ίδιο και την πλήρη υποταγή του στην κρίση και τη βούληση του δασκάλου.

Η αφήγηση της Γ. Α. δίνει μια γενική εικόνα των πρακτικών που υιοθετούνταν:

Όποιο παιδί δεν ήξερε γράμματα, τόβανε ο δάσκαλος τιμωρία, τόστελνε κι έκοβε σ' ένα ρέμα κάτ' βέργες από ιτέα. Κι αφού δεν ξέραν πολλά παιδιά γράμματα, τάδερνε στα χέρια. Τότε ήταν κακό κι αυτό. Τάκανε τα χέρια τς εδώ... Υπήρχαν πολλά παιδιά που έτρωγαν ξύλο... προπαντός για τα μαθήματα. Ή για καμιά πέτρα, πέταξε κι έσπασε ένα τζάμι, ή για καμιά ζημιά, για κάτι τέτοια.123

Φαίνεται ότι κυρίως τιμωρούνταν αγόρια επειδή παρουσίαζαν συχνότερα παραβατική συμπεριφορά. Αυτό οφειλόταν οπωσδήποτε και στη μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων με την οποία ανατρέφονταν. Η χαμηλή επίδοση στα μαθήματα αναφέρεται ως αποκλειστική αιτία ξυλοδαρμού των μαθητριών παρ' όλο

122. Λουκοπούλου-Παττίχη, Επιστροφή, ό.π., σ. 144' Παπαϊωάννου, Τα Κλειδιά..., ό.π., σ. 45' Κρίκος, Αυτοβιογραφία, ό.π., σ. 11-13.

123. Συν. με την Γ. Α., σ. 9.

Σελ. 238
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/239.gif&w=600&h=915

που οι δάσκαλοι γνώριζαν πολύ καλά ότι τα παιδιά, και μάλιστα τα κορίτσια, επωμίζονταν ένα σωρό ευθύνες από μικρή ηλικία και είχαν στη διάθεση τους ελάχιστο χρόνο για μελέτη. Αναμφισβήτητα, ο μεγάλος αριθμός των μαθητών και οι δύσκολες υλικές συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξαγόταν το μάθημα δεν άφηναν πολλά περιθώρια στους δασκάλους ώστε να δείχνουν κατανόηση στα παιδιά. Ίσως σκέφτονταν ότι η παραμικρή επιείκεια θα αποθράσυνε εκείνους τους μαθητές που ζητούσαν αφορμή να προκαλέσουν αναστάτωση και να εγκαταλείψουν το σχολείο. Εν πάση περιπτώσει, τιμωρώντας το παιδί που «δεν ήξερε το μάθημα» ο δάσκαλος, εκούσια ή ακούσια, το καθιστούσε αποκλειστικά υπεύθυνο για την επίδοσή του στο σχολείο. Επομένως, δεν αναγνώριζε ή δεν είχε την πολυτέλεια να αναγνωρίσει ότι στο χώρο της οικογένειας η ζωή των ενηλίκων παρέμενε άρρηκτα συνδεμένη με αυτή των παιδιών, παρ' όλο που το σχολείο οριοθετούσε θεσμικά το χωρόχρονο των μαθητών, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη συγκρότηση μιας παιδικής-νεανικής ηλικίας σαφώς διαχωρισμένης από την ενήλικη ζωή.

Η υποχρεωτική σχολική παρακολούθηση και οι απαιτήσεις των δασκάλων συγκρούονταν με τις απαιτήσεις της οικογενειακής οικονομίας και ενέπλεκαν πολλά παιδιά, ιδιαίτερα κορίτσια, σε ένα φαύλο κύκλο:

Στο δημοτικό που πήγαινα εγώ είχα το δάσκαλο το... Ήταν πολύ ζωηρός δάσκαλος κι ήμασταν γειτόν' και τς έλεγε τς μάνας μου: «Ασήμω, Ασήμω το κορίτσ' θα το στείλς σχολείο;» —«Όχ' δε 'ρχιέται σήμερα, θα πετάξει σπόρο το κορίτσ». Και τότες παρέμενε και παρέμενε το σχολείο, πάαινα γω στο σχολείο, με κοπάναε ο δάσκαλος, χτύπαγε κιόλας ο... Ήταν όμως καλός δάσκαλος, δεν ήταν άσκημος. Για καλό με χτύπαγε. Να μάθω κάτι, ήμασταν στραβοί,124

Οι αφηγήσεις των ανδρών για το ξύλο που «έφαγαν» από τους δασκάλους στο σχολείο είναι δραματικότερες: Τα αγόρια συχνά αμφισβητούσαν ανοιχτά την εξουσία του δασκάλου, τολμούσαν να παραβούν στοιχειώδεις κανόνες πειθαρχίας και αντιδρούσαν δυναμικά στην προσπάθεια του να επιβάλει σωματικές ποινές. Αυτό ίσχυε, προπάντων, για όσα αγόρια δεν παρακολουθούσαν τακτικά τα μαθήματα και ήταν ιδιαίτερα αδύνατοι μαθητές. Και στο χώρο του σχολείου, όπως και της οικογένειας, η πειθαρχία, η υποταγή στην εξουσία των ενηλίκων αφορά πρώτα απ' όλα τα κορίτσια, κι ας ήταν το σχολείο, όπως έχω αναφέρει παραπάνω, κατ' αρχήν «υπόθεση των αγοριών».

Χαρακτηριστικό για την απειθαρχία των αγοριών στο σχολείο αλλά και για την αμφισβήτηση της εξουσίας του δασκάλου και κατ' επέκταση των σχολικών μηχανισμών είναι το περιστατικό που αφηγείται ο Α. Μ. και υπολογίζω ότι συνέβη μεταξύ 1910 και 1913:

124. Συν. με την Λ. Π., σ. 4.

Σελ. 239
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/240.gif&w=600&h=915

Είχαμε δυο δασκάλους πρωταρχικά, μετά είχαμε δασκάλα, πέθανε. Ο ένας ήταν πολύ αυστηρός, αλλά εγώ δεν είχα φάει ξύλο, έδερνε τα κακοποιά στοιχεία. Ήταν τότε άγρια τα παιδιά. Εγώ ήμαν κάπως μαλακός εκεί. Κάποτε, τότε κάθε Πέμπτη μας μάζευε ο δάσκαλος και πηγαίναμε εκδρομή... Μια μέρα δεν ήρθε το πρωί, κάτ' δουλειά θα είχε στο σπίτι τ'. Το σπίτι τ' ήταν εδώ πιο δώθε, κι ήταν απέναντι απ' το σχολείο και τον βλέπαμε το δάσκαλο. Περιμέναμε να' ρθει, δεν ήρθε. Αφού δεν ήρθε, λένε κάτ' μεγάλ', να σκωθούμε να φύγουμε, να πάμε μοναχοί μας. Πού να πάνε ξέρω γω, σκώνονται, φεύγουνε. Σκώνομαι, πάω κι εγώ κοντά ήμαν μικρός εγώ τότε, μικρότερος. ...Πήγαμε εκεί στη ράχ' πιο πέρα και παίζαμε αλλά κοιτάγαμε και για το δάσκαλο, τον είδαμε, κίνησε απ' το σπίτι τ' κι έρχεταν. Τώρα, αν σηκωνόμασταν τρέχοντας να πάμε στο σχολείο, θα προφθάναμε, αλλά ποιος (να σηκωθεί) ; Εκείνα τα μεγάλα ήταν κακοποιά στοιχεία' πήε εκεί, βρίσκ' ένα κορίτσ' κι ένα παιδί, δε θμάμαι τώρα, κάνα δυο τα θμάμαι, αν ήταν και τρίτος δε θμάμαι καλά, ε, τς είπε εκεί, τι έγινε εκεί, φύγαμε εμείς οι άλλ', μπήκε μέσα ο δάσκαλος, έκλεισε η πόρτα, πάει. Τν άλλη μέρα πήγαμε, έλεγαν, μας είπαν οι μεγάλ', έλεγαν, άμα μας δείρει, αρχίσει να μας δέρν', να φύγουμ' όλ', να πηδούμε όξω, να φύγουμε. Ο δάσκαλος, ήρθ' ο δάσκαλος, σκωθήκαμε όρθιοι, όπως άνξε τν πόρτα, γυρίζ και παίρν' το κλειδάκ' πάλ' και κλειδών' από μέσα. Ήταν και άλλ' πόρτα αλλά ήταν κλειδωμέν' από πρωτύτερα. Κολλητοί, γύρω γύρω, να καθήστε στο δωμάτιο. Ε, ήρθαν, κίνσαν τα παιδιά, κίνσα κι εγώ κοντά, δυο, τρεις, τέσσερις θα ήταν μπροστά από μένα απ' την πόρτα, κι εγώ ήμαν παραπίσω εδώ. Όσα ήξερε ότι ήταν κακοποιά στοιχεία, ξύλο. Γυρίζ' σε μένα: «Γιατί έφγες εσύ;» -«Ε, έφγαν τ' άλλα και πήγα κι εγώ κοντά». Ε, ήμαν και μικρός εγώ. Μ' ήφερε μια μπατσούλα και μένα, άλλο τίποτα. Πάν' στο ξύλο είχε δυο λούρες. Έστειλε ένα παιδί να φέρ' λούρες, βέργους.125

Τα αγόρια χάραζαν τις βέργες ώστε να σπάσουν, όταν θα τις χρησιμοποιούσε ο δάσκαλος, πηδούσαν από τα παράθυρα και έτρεχαν για να γλιτώσουν το ξύλο, έστηναν ακόμη και ενέδρες στο δάσκαλο για να τον εκδικηθούν επειδή τα έδειρε. Στη συνείδηση των μεγαλύτερων, ιδίως των νεαρών εκείνων που στα 18 και τα 20 τους χρόνια ήταν υποχρεωμένοι να πάνε στο Δημοτικό για να μάθουν να γράφουν και να διαβάζουν, η εξουσία του δασκάλου και γενικότερα του σχολείου δεν είχε νομιμοποιηθεί.

Σε μια περίπτωση οι μαθητές έστησαν ενέδρα στο δάσκαλο με σκοπό να τον σκοτώσουν - τα όπλα δεν έλειπαν από το χωριό. Παραθέτω τη σχετική μαρτυρία του Γ. Π. που γεννήθηκε γύρω στα 1898:

125. Συν. με τον Α. Μ., σ. 5.

Σελ. 240
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/241.gif&w=600&h=915

Ε, στο δημοτικό σχολείο, παιδί μου, τότες πηγαίνανε παιδιά δεκαοχτώ ετών, είκοσι ... Πήγαιναν και μεγάλα παιδιά και με κουμπούρια μάλιστα. Πηγαίνανε να μάθουν γράμματα, να μάθουν τ' όνομά τους. Μάλιστα μερικοί μεθάγανε κιόλα, πηγαίνοντας στο σχολείο και κυλάγαν κάτ' με τς καπότες που είχαν τότε, τις κάπες ...Μάλιστα ένας εξ αυτών, τον οποίο είχε δείρει ο... του κάμαν ενέδρα στις βρύσες με το όπλο να τον σκοτώσουν, επειδή τους έδειρε στο σχολείο. Το δάσκαλο οι μαθηταί κάμαν ενέδρα! Αυτοί λέγονταν... Κρατήσανε καρτέρι, και τον ειδοποιήσαν το δάσκαλο, να μην περάσ' από κει, θα τον σκοτώσουν.126

Αναφέρονται και λιθοβολισμοί εναντίον του αυστηρού αυτού δασκάλου. Σύμφωνα με μια μαρτυρία: «Ήταν και πολύ σκληρός αυτός. Σε χτύπαγε στο κεφάλι... Αλλά άμα έβγαινε έξω, τον παίρναν με τις πέτρες τα παιδιά».127

Ο Κρίκος αφηγείται στην αυτοβιογραφία του ένα περιστατικό από τη σχολική του ζωή στο Σουρούστι, στο οποίο ο γιος ενός τσοπάνη αντιστέκεται όταν ο δάσκαλος επιχειρεί να τον χτυπήσει με τη βέργα, κατηγορώντας τον άδικα ότι μαζί με συμμαθητές του έκλεψαν τα κεράσια ενός χωριανού" ο μαθητής απειλεί το δάσκαλο ότι θα ανταποδώσει και τον υποχρεώνει τελικά να υποχωρήσει: «ήλλαξεν πορείαν' ίσως εφοβήθη μη τυχόν τον εξευτελίζαμε ... επέταξε την λούρα από τα χέρια του και είπε: "Τέτοιοι που είσθε εσείς οι Σουρουστιώτες, βόιδια θα πεθάνετε"»128 -σημειώνω ότι ο συγκεκριμένος δάσκαλος (και ιερέας) καταγόταν από άλλο χωριό της περιοχής, την Αρτοτίνα. Η θεσμική σχέση εξουσίας δασκάλου και μαθητών δεν ήταν επομένως παγιωμένη στη συνείδηση των τελευταίων, όπως ίσως φαντάζει μέσα από το ρομαντικό πρίσμα ενός αόριστου, α-ιστορικού παρελθόντος, στο οποίο υποτίθεται ότι τα παιδιά ήταν περισσότερο πειθαρχημένα από σήμερα.

Ορισμένοι συνομιλητές υποστήριξαν πως η εξουσιαστική συμπεριφορά των δασκάλων γινόταν αιτία να εγκαταλείψουν κάποια παιδιά για ένα χρονικό διάστημα ή ακόμη και οριστικά το σχολείο.129 Από την πλευρά τους οι γονείς φαίνεται ότι γενικά αναγνώριζαν στο δάσκαλο το δικαίωμα να τιμωρήσει αυστηρά τα παιδιά:130 «Αλλά όταν πήγαινες σχολείο, τι έλεγε η μάνα; "Δάσκαλε, το πετσί και το κόκκαλο να μου φέρεις πίσω. Να μάθουνε γράμματα"». - «Οι δάσκαλοι ήταν αυστηροί. Μερικοί παραήτανε ... και το ζητούσαν και οι γο-

126. Συν. με τον Γ. Π., σ. 13. Επίσης, Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 10.

127. Συν. με τον Χ. Μ., σ. 4.

128. Κρίκος, Αυτοβιογραφία, ό.π., σ. 12, 13.

129. Συν. με τον Γ. Σ. και την Φ. Σ., σ. 4, 5' Συν. με τον Γ. Π., σ. 17' Συν. με τον Χ. T., σ. 3.

130. Πβ. όσα γράφει η Αντμάν, Βία και Πονηριά, ό.π., σ. 200 για τη συμπεριφορά των γονιών, στο χωριό του Πηλίου που μελετά, κατά τη δεκαετία του '70. Και στο Κροκύλειο άλλωστε ο ξυλοδαρμός των παιδιών στο σχολείο ήταν συνηθισμένος, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας και επικροτούνταν γενικά από τους γονείς.

Σελ. 241
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/242.gif&w=600&h=915

γονείς, το δυσάρεστο αυτό ήταν. Α, τα παιδιά θέλουνε ξύλο, θέλουνε ξύλο για να μάθουνε γράμματα».131 Προφανώς για τους περισσότερους το σχολείο αποτελούσε ένα ευπρόσδεκτο, επιπλέον μέσο πειθάρχησης των παιδιών, ανεξάρτητα από τη σημασία που απέδιδαν στη μάθηση.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

Μαθητές Δημοτικού σχολείου Κροκυλείου (1927-1939)

(Α = Άρρενες, Θ = Θήλεις, Σ = Σύνολο)

Έτος Τάξεις Εγγραφέντες Φοιτήσαντες Εξετασθέντες Προαχθέντες

Έτος Τάξεις Εγγραφέντες Φοιτήσαντες Εξετασθέντες Προαχθέντες

Α

Θ

Σ

Α

Θ

Σ

Α

Θ

Σ

Α

Θ

Σ

1927/28

Α'-Δ'

51

48

99

51

47

98

51

47

98

41

41

82

1930/31

Α'-Δ'

44

34

78

40

31

71

40

31

71

35

25

60

Ε'-ς'

17

15

32

15

8

23

15

8

23

15

6

21

Σύνολα

61

49

110

55

39

94

55

39

94

50

31

81

1934/35

Α'-Δ'

50

40

90

49

37

86

49

37

86

43

32

75

Ε'-ς'

12

10

22

11

10

21

11

10

21

11

10

21

Σύνολα

62

50

112

60

47

107

60

47

107

54

52

96

1938/39

Α'-Δ'

44

46

90

44

41

85

41

40

81

46

40

86

[Ε'-ς'

28

8

36

20

6

26]

Σύνολα

72

54

126

66

46

112

Διευκρινίσεις: Τα στοιχεία για το 1927/28 αφορούν μόνο στις τέσσερις πρώτες τάξεις του Δημοτικού αφού αυτό ήταν τετραετές μέχρι το 1929. Για τα έτη 1930/31, 1934/35 και 1938/39 παραθέτω χωριστά τους αριθμούς για τις τέσσερις πρώτες τάξεις του Δημοτικού και τους αριθμούς για την πέμπτη και την έκτη τάξη' τα πλάγια στοιχεία αντιπροσωπεύουν το αντίστοιχο άθροισμα. Τα στοιχεία για το 1938-39 αφορούν στην πρώτη σειρά στις τέσσερις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, στην τρίτη σειρά στο σύνολο των τάξεων του Δημοτικού. Στην δεύτερη η αναγραφή είναι υποθετική γιατί δεν εντόπισα (χωριστά) στοιχεία για τις δυο τελευταίες τάξεις. Από τα Μαθητολόγια που εντόπισα προκύπτει ότι άλλοι 36 μαθητές είχαν εγγραφεί στην Ε' και την ς' τάξη.

Πηγές; Γενικός Έλεγχος Α', Β', Γ', Δ' τάξεων του Δημοτικού Σχολείου Κροκυλείου και Γενικός Έλεγχος Ε' και ς' τάξεων του Δημοτικού Σχολείου Κροκυλείου. Πίνακες Γενικών Αποτελεσμάτων των ετών 1927/28, 1930/31, 1934/35, 1938/39.

131. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 10' Συν. με τον Χ. T., σ. 2.

Σελ. 242
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/243.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

Μαθητές Ελληνικού Σχολείου και Ημιγυμνασίου Κροκυλείου (1905-1933)

(Φ= Φοιτήσαντες, Π. ή Α.= Προβιβασθέντες ή Απολυθέντες)

Έτος

Κροκυλειώτες

Κορίτσια

Σύνολο

Φ

Π. ή Α.

Ελληνικό

1905-06

12

0

19

19

17

1906-07

29

1

40

40

18

1910-11

27

0

62

58

48

1915-16

39

0

84

1920-21

31

6(7)

78

75

67

1925-26

21

3(5)

97

91

1928-29

33

5(7)

72

67

-

Ημιγυμνάσιο

1929-30 28 1 28 12 9

1932-33 11 0 11 9 3

Διευκρινίσεις: Σε ό,τι αφορά στο Ελληνικό παραθέτω τα στοιχεία των δύο πρώτων ετών για τα οποία διαθέτουμε αρχειακές πληροφορίες και στη συνέχεια τα στοιχεία για κάθε σχολικό έτος ανά πενταετία' σε ότι αφορά στο Ημιγυμνάσιο που λειτούργησε προσωρινά, παραθέτω τα στοιχεία του πρώτου και τελευταίου σχολικού έτους λειτουργίας του. Στη στήλη που επιγράφεται «Κροκυλειώτες» παρατίθενται οι αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων από το Κροκύλειο κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη. Στη διπλανή στήλη παρατίθενται οι αριθμοί των κοριτσιών από το Κροκύλειο που φοιτούσαν και σε παρένθεση ο συνολικός αριθμός των μαθητριών του Ελληνικού σχολείου. Στις τρεις τελευταίες στήλες παρατίθενται οι συνολικοί αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη, όπου υπάρχουν. Στην περίπτωση του Ημιγυμνασίου δεν απαντούν πλέον μαθητές από άλλα χωριά (αφού η φοίτηση στο Δημοτικό είχε γίνει παντού εξαετής).

Πηγές: Ελληνικόν Σχολείον Κροκυλίου. Γενικός Έλεγχος Αποτελεσμάτων Ενιαυσίων Εξετάσεων, 1903/04-1932/33. Ημιγυμνάσιον εν Κροκυλίω. Γενικός Έλεγχος Αποτελεσμάτων Ενιαυσίων Εξετάσεων (από του έτους 1929/30) (Λύκειο Λιδωρικίου).

Σελ. 243
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/244.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 3

Μαθητές από το Κροκύλειο στο Γυμνάσιο της Άμφισσας (1921-1926)

Έτος Κροκυλειώτες Κορίτσια Σύνολο

1921-22 9 0 278

1922-23 9 1 272

1923-24 11 4 269

1924-25 1 0 60*

1925-26 0 0 207

*Για το σχολικό έτος 1924/25 διαθέτω μόνο τον αριθμό των μαθητών της πρώτης τάξης (60).

Διευκρινίσεις: Παρατίθενται στοιχεία μέχρι και ένα σχολικό έτος μετά την έναρξη λειτουργίας του Γυμνασίου στο Λιδωρίκι. Στη στήλη που επιγράφεται «Κροκυλειώτες» παρατίθενται οι αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων από το Κροκύλειο κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη. Στη διπλανή στήλη παρατίθενται οι αριθμοί των κοριτσιών από το Κροκύλειο που φοιτούσαν. Στην τελευταία στήλη παρατίθενται οι συνολικοί αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο Άμφισσας κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη. Στο Γυμνάσιο της Άμφισσας φοιτούσαν και μαθητές από άλλες κοινότητες της ορεινής Δωρίδας: το Κουπάκι, το Ζοριάνο, το Σουρούστι (Κερασιά), τις Καρούτες, την Αμυγδαλιά και το Λιδωρίκι (που βρίσκεται σε υψόμετρο 560 μ.), καθώς και μαθητές από την Ερατεινή, την Άμφισσα (που ήταν και συντριπτικά περισσότεροι), τους Δελφούς, την Αράχωβα, την Αγία Ευθυμία, την Κίρρα, τα Τοπόλια (Ελαιώνα), το Γαλαξείδι, τη Γραβιά, την Κουκουβίστα (Καλοσκοπή), τη Δεσφίνα, το Χρυσό, την Ιτέα, το Σερνικάκι, τα Πεντεόρεια.

Πηγή: Γυμνάσιον Αμφίσσης Ν. Γιαγτζή. Γενικός Έλεγχος από Σχολικού Έτους 1921-22 έως Σχολικόν Έτος 1936/37 (Λύκειο Άμφισσας).

ΠΙΝΑΚΑΣ 4

Μαθητές από το Κροκύλειο στο Γυμνάσιο του Λιδωρικίου (1924-1939)

Έτος Κροκυλειώτες Κορίτσια Σύνολο

1924-25 7 2 73

1925-26 18 5 141

1926-27 22 6 182 1929-30 7 0 186 1932-33 7 0 133 1935-36 7 1 145 1938-39 8 1 203

Σελ. 244
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/245.gif&w=600&h=915

Διευκρινίσεις: Παρατίθενται ανά διετία τα στοιχεία των σχολικών ετών από την έναρξη λειτουργίας του Γυμνασίου στο Λιδωρίκι και για όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Στη στήλη που επιγράφεται «Κροκυλειώτες» παρατίθενται οι αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων από το Κροκύλειο κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη. Στη διπλανή στήλη παρατίθενται οι αριθμοί των κοριτσιών από το Κροκύλειο που φοιτούσαν. Στην τελευταία στήλη παρατίθενται οι συνολικοί αριθμοί των μαθητών και των δύο φύλων που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο Λιδωρικίου κατά τα αντίστοιχα σχολικά έτη. Στο Γυμνάσιο Λιδωρικίου φοιτούσαν κατά βάση μαθητές από κοινότητες της επαρχίας Δωρίδας: Λιδωρίκι, Αλποχώρι, Βιτρινίτσα (Τολοφώνα), Αρτοτίνα, Δάφνο, Διακόπι, Ερατεινή, Ζοριάνο, Καρούτες, Κερασιά, Κίσσελη (Πάνορμος), Κουπάκι, Λευκαδίτι, Λούτσοβο (Κόκκινο), Μηλιά, Κάτω Παλιοξάρι, Πενταγιούς, Περιθιώτισσα, Πλέσσα (Αμυγδαλιά), Στυλια, Ψηλό Χωριό. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι παραπάνω κοινότητες βρίσκονται σε υψόμετρο πάνω από 700 μ.

Πηγή: Γυμνάσιον εν Λιδωρικίω. Γενικός Έλεγχος από Σχολικού Έτους 1924/25 έως Σχολικόν Έτος 1943/44 (Λύκειο Λιδωρικίου).

Σελ. 245
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/246.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 246
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/247.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΔΕΣΜΟΙ ΜΕ ΤΙΣ ΔΟΜΕΣ ΠΟΥ ΑΠΟΔΙΑΡΘΡΩΝΟΝΤΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ

Σελ. 247
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/248.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 248
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/249.gif&w=600&h=915

1. ΕΘΙΜΙΚΗ-ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ

Σε μια περίοδο όπου στοιχεία της αστικής ζωής διείσδυαν στην ορεινή αγροτική κοινωνία η συμμετοχή σε εθιμικές-κοινωνικές εκδηλώσεις εξέφραζε και συγχρόνως συντηρούσε τους δεσμούς με τη ζωή της υπαίθρου και τον αξιακό της κώδικα, με τη συμβίωση στο πλαίσιο μιας εποπτεύσιμης, ελέγξιμης κοινότητας, με τις υφιστάμενες κοινωνικές και οικονομικές δομές. «Η εθιμική ζωή περικλείει όλα όσα συγκροτούν το σύνηθες, το ρυθμισμένο, το οικείο, το σταθεροποιητικό, το εποπτεύσιμο, το αυτονόητο στη ζωή μιας κοινωνίας, εκείνο το οποίο εφαρμόζεται γενικά από όλους και για το οποίο τα μέλη της κοινωνίας φέρουν κοινή ευθύνη».1 Αυτό δεν σημαίνει ότι τα έθιμα παραμένουν αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου αλλά ότι μεταβάλλονται εξαιρετικά αργά, αφού σε αυτά αποκρυσταλλώνονται τα ήθη μιας κοινότητας ή μιας κοινωνίας.2

Α' Στον κόσμο των ενηλίκων

Στη βιβλιογραφία κυριαρχεί η άποψη ότι στις προβιομηχανικές κοινωνίες και σε όσες αγροτικές κοινωνίες του ευρωπαϊκού χώρου διατήρησαν τον προβιομηχανικό χαρακτήρα τους μέχρι τις πρώτες δεκαετίες ή και το πρώτο μισό του 20ου αι. η παιδική ηλικία δεν ήταν περιχαρακωμένη, «οχυρωμένη» απέναντι στην πραγματική ζωή ούτε αυστηρά οριοθετημένη σε επίπεδο κοινωνικό' επομένως η συμμετοχή των παιδιών σε όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής ήταν αυτονόητη. Ως ένα βαθμό η άποψη αυτή αντανακλά θέσεις του Αριές και των διαδόχων του. Μεταξύ άλλων ο Αριές υποστήριξε ότι στη μεσαιωνική κοινωνία τα παιδιά ανήκαν πλήρως στον κόσμο των ενηλίκων και είχαν θέση σε κάθε συλλογική εκδήλωσή του επειδή απουσίαζε η συνείδηση της παιδικής ιδιαιτερότητας που διακρίνει το παιδί από τον ενήλικα, ακόμη και από το νέο ενήλικα.3 Νομίζω, όμως, πως η αυτονόητη ένταξη των παιδιών στη ζωή των

1. Ο. Wiebel-Fanderl, «'Frömmigkeit war nicht Inbrust, sondern Brauch'. Die Bedeutung von Brauchtum und Ritus für die religiöse Beheimatung», Beiträge zur historischen Sozialkunde 4 (1989), 104-110.

2. Νιτσιάκος, Λαογραφικά Ετερόκλητα, ό.π., σ. 132.

3. Ariès, L' enfant et la vie familiale, ό.π., σ. 177, 178 [Αριές, Αιώνες παιδικής ηλικίας

Σελ. 249
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/250.gif&w=600&h=915

ενηλίκων δεν αποκλείει την παρουσία και λειτουργία διαχωριστικών γραμμών μεταξύ παιδιών και ενηλίκων και επομένως τη συνείδηση της παιδικής ηλικίας ως ιδιαίτερης περιόδου στη ζωή του ανθρώπου.

Οπωσδήποτε τα παιδιά στο Κροκύλειο μετείχαν σε βαφτίσεις, γάμους, κηδείες, πανηγύρια και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις του χωριού' ωστόσο υπήρχαν συγχρόνως όρια και όροι στη συμμετοχή τους που αντανακλούσαν την ιδιαίτερη θέση τους στην κοινωνική ζωή, και επομένως το γεγονός ότι οι άνθρωποι αναγνώριζαν τα παιδιά ως ιδιαίτερη, διακριτή κοινωνική ομάδα. Αυτό ακριβώς δείχνουν οι γνωστοί από πλήθος λαογραφικών μελετών συγκεκριμένοι, προκαθορισμένοι ρόλοι τους οποίους αναλάμβαναν αποκλειστικά παιδιά, προπάντων αγόρια, στο πλαίσιο των λεγόμενων διαβατηρίων εθίμων και των θρησκευτικών εορτασμών.4

Στις βαφτίσεις παιδιά έτρεχαν να αναγγείλουν στους γονείς που δεν παρευρίσκονταν στο μυστήριο, το όνομα που δόθηκε. Στους γάμους δυο παιδιά —ένα αγόρι κι ένα κορίτσι- «έπιαναν τα προζύμια», δηλαδή κοσκίνιζαν, σταύρωναν και ανακάτωναν το αλεύρι με νερό ώστε να γίνει το προζύμι, τόσο στο σπίτι της νύφης, όσο και στο σπίτι του γαμπρού την Τετάρτη πριν από την Κυριακή του γάμου ή, την ημέρα του γάμου, έτρεχαν ν' αναγγείλουν στο σόι της νύφης ότι ο γαμπρός έρχεται να την παραλάβει και να δώσουν τα συχαρίκια. Στις κηδείες τα μεγαλύτερα αγόρια χτυπούσαν πένθιμα τις καμπάνες και κρατούσαν το σταυρό και τα εξαπτέρυγα, τα λεγόμενα «ξεφτέρια», στη νεκρική πομπή από το σπίτι στην εκκλησία και στο νεκροταφείο του χωριού. Στα Φώτα παιδιά αναλάμβαναν να ραντίσουν με αγιασμό τα κτήματα έξω από το χωριό. Στη γιορτή του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (24 Ιουνίου), «τ' Αϊ-Γιαννιού του Ριγανά» (γιατί την εποχή αυτή μάζευαν τη ρίγανη) ή «Λαμπαδιάρη» (γιατί το βράδι της παραμονής άναβαν φωτιές σε πλατείες και σταυροδρόμια και πηδούσαν πάνω από αυτές), ένα αγόρι βοηθούσε τις κοπέλες να μαντέψουν το «ριζικό τους», τη σειρά με την οποία θα παντρεύονταν, τραβώντας στην τύχη από ένα κανάτι με νερό μικροαντικείμενα (σκουλαρίκια, βραχιόλια, δαχτυλίδια κ.ά.) που η καθεμιά αποβραδίς είχε ρίξει μέσα.5 Σε επίπεδο εθιμικήςκοινωνικής ζωής η παιδική ηλικία διαρκούσε όσο διάστημα ένα παιδί διατηρούσε το δικαίωμα να αναλαμβάνει και να εκπληρώνει τους συγκεκριμένους αυτούς ρόλους. Η συμμετοχή στην τελετουργική πράξη εκτός του οικιακού χώρου

κίας, σ. 197, 198]' πβ. Αυδίκος, Το παιδί στην παραδοσιακή και τη σύγχρονη κοινωνία, Αθήνα 1996,σ. 24, 26.

4. Βλ. κυρίως Ηλιόπουλος, Λαογραφικά Δωρίδας, ό.π.

5. Ο Ηλιόπουλος (ό.π., σ. 18, 306 κ.εξ.) δεν αναφέρεται στον αγιασμό των κτημάτων την ημέρα των Φώτων ή στην αναγγελία της βάφτισης ως καθήκοντα των παιδιών, αλλά από συζητήσεις στο χωριό κατέληξα σε αυτό το συμπέρασμα. Για τον αγιασμό των χωραφιών από αγόρια τη μέρα των Φώτων βλ. άλλωστε Θ. Αθανασόπουλος, «Λαογραφικός Θησαυρός: Χρουνιάρις Μέρες», εφ. Το Κροκύλειο, αρ. φ. 56 (1994), 1.

Σελ. 250
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/251.gif&w=600&h=915

ρου, σε δημόσια θέα, αποτελούσε συνήθως προνόμιο των αγοριών τα οποία γενικά ανατρέφονταν με λιγότερους περιορισμούς κινήσεων απ' όσο τα κορίτσια.

Συμμετέχοντας καθοριστικά στις εθιμικές τελετουργίες τα παιδιά —προπάντων τα αγόρια- εισέπρατταν κοινωνική αναγνώριση και ανέπτυσσαν το αίσθημα ότι αποτελούσαν μέλη ενός οργανικού συνόλου, της μικροκοινωνίας του χωριού. Τα αγόρια λαχταρούσαν να χτυπήσουν τις καμπάνες στις κηδείες, να μεγαλώσουν, να ψηλώσουν αρκετά ώστε να μπορούν να κρατήσουν τα «ξεφτέρια» (εξαπτέρυγα) σε μια κηδεία:

Πήρα κι εγώ κι ο αδελφός μου ξεφτέρια, ναι, (θυμάται ο Χ. Τ. που γεννήθηκε το 1914), όταν είχαμε βέβαια κάποιο ανάστημα ως μικροί, γιατί εφόσον ήταν μεγάλα παιδιά δεν τα δίναν σε μας, όταν ήμαστε πολύ μικροί. Βέβαια επιθυμούσαμε πάρα πολύ να τα πάρουμε... Ήταν ζήτημα αναστήματος αυτό. Νάχει κάποια μεγαλοπρέπεια, μην είναι κάνα μικρό παιδάκι.6

Τέτοιου είδους πρώιμα βιώματα συμμετοχής στην κοινωνική ζωή του χωριού ίσως συνδέονται με τον σημερινό έντονο τοπικισμό ανθρώπων που πέρασαν το συντριπτικά μεγαλύτερο διάστημα της ζωής τους στην Αθήνα, ή και γεννήθηκαν στην πρωτεύουσα, αλλά αυτοαποκαλούνται και εν πολλοίς αισθάνονται «χωριανοί».

Η συμμετοχή των παιδιών στην εθιμική ζωή της κοινότητας είχε πάντοτε μια οικονομική διάσταση' όπως λέει χαρακτηριστικά ένας συνομιλητής για τα «προζύμια»: «Πηγαίναμε γιατί κολλάγαμε να φάμε και τίποτα».7 Τα παιδιά εξασφάλιζαν φιλοδωρήματα, μερικές δεκάρες, κάποιο γλυκό ή «ψυχούδια» (ιδιαίτερα αρτοσκευάσματα) στις κηδείες.

Όμως μιλώντας με τους ανθρώπους διαπίστωσα ότι η παρουσία των παιδιών στους γάμους και τις κηδείες ήταν μεν αυτονόητη αυτή καθεαυτή, σε επίπεδο κυρίαρχης νοοτροπίας, αλλά ήταν λιγότερο αυτονόητη σε επίπεδο κοινωνικής πράξης και προπάντων δεν ήταν γενικευμένη. Με άλλα λόγια: Δε παρευρίσκονταν όλα τα παιδιά του χωριού σε όλες τις εκδηλώσεις ενός αρραβώνα, ενός γάμου ή μιας κηδείας, όπως αφήνει να εννοηθεί η αναπόφευκτη ίσως χρήση του οριστικού άρθρου σε φράσεις όπως: «στους γάμους τα παιδιά έπιαναν τα προζύμια», «στις κηδείες τα αγόρια κρατούσαν τα ξεφτέρια» κ.λπ.

Κατ' αρχήν φαίνεται ότι η συμμετοχή των παιδιών στα διάφορα έθιμα εξαρτιόταν από το βαθμό συγγένειας. Στα προζύμια λ.χ. έπαιρναν μέρος παιδιά που ανήκαν στο (στενό) συγγενικό κύκλο των μελλονύμφων: «Ε, στα προζύμια τώρα, άμα ήταν αποκλειστικά, ήταν συγγένειο (πήγαινες), δε μπόραγες να πας στην άλλ' γειτονιά για να πας στα προζύμια, έπρεπε να είσαι αποκλει-

6. Συν. με τον Χ. T., σ. 15.

7. Συν. με τον Γ. P., σ. 7' επίσης Συν. με την Α. Σ., σ. 11.

Σελ. 251
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/252.gif&w=600&h=915

αποκλειστικός».8 Τα στέφανα τα μετέφερε σε δίσκο το μικρότερο αγόρι από το στενό συγγενικό κύκλο του γαμπρού ή της νύφης.9 Τα αγόρια που κρατούσαν τα εξαπτέρυγα στις κηδείες είχαν συνήθως στενή συγγένεια με το νεκρό.

Ούτως ή άλλως στο τραπέζι του γάμου όπως και στο τραπέζι της παρηγοριάς δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα να παραστεί, όχι όλο το χωριό, αλλά ούτε και όλο το σόι. Άλλωστε οι παριστάμενοι έφερναν μαζί τους τρόφιμα, χαλβάδες, πίτες και κρέατα. Από το ίδιο σπιτικό συμμετείχαν προπάντων οι ενήλικες και σε μικρότερο βαθμό τα παιδιά. Γενικά οι μεγαλύτεροι σε ηλικία είχαν περισσότερες πιθανότητες από τους νεότερους να συμμετάσχουν.

Μια συνομιλήτρια θυμάται ότι έκλαιγε γοερά όταν οι μεγαλύτερες αδελφές της αρνήθηκαν να την πάρουν μαζί τους σε κάποιους αρραβώνες:

Μια φορά γίνονταν κάτι αρραβώνες εκεί, αρραβωνιαζόνταν και πήγαιναν τα κορίτσια την Κυριακή να συγχαρούνε όλα. Κι εκεί συνήθως είχαν το λουκούμ', τα βάζαν τα λουκούμια. Και μια φορά θα πήγαιναν οι μεγάλες, δύο μεγάλες. Λέω: «θα 'ρθω κι εγώ». -«Όχι» λέει η μεγάλη. «Άμα θα' ρθεις εσύ δε θα πάω 'γω». Έκλαιγα εγώ, έκλαιγα, και δεν πήγα. Δεν τα παίρναν μαζί τα μικρά, δεν τα παίρνανε παντού.

Όταν ρώτησα τη συνομιλήτρια αν τα παιδιά πήγαιναν στα «προζύμια», μου απάντησε: «Στα προζύμια ναι, αλλά στα λουκούμια, σου λέει πολλοί θα πάμε οικογενειακώς, εσύ είσαι μικρή ακόμα, κάτσε».10 Είναι προφανές ότι η παρουσία πολλών ατόμων θα επιβάρυνε οικονομικά την οικογένεια της νύφης, αφού έπρεπε να κεράσει τους παριστάμενους λουκούμια (έχουμε ήδη αναφερθεί στη σπανιότητα και την αξία των γλυκών στο διαιτολόγιο της αγροτικής κοινωνίας την εποχή εκείνη). Ίσως ακόμη οι μεγαλύτερες αδελφές ήθελαν να αποφύγουν τις «σκοτούρες» που πιθανόν θα δημιουργούσε η παρουσία της μικρής αδελφής και να διασκεδάσουν ελεύθερα. Μια άλλη συνομιλήτρια ανέφερε χαρακτηριστικά ότι άρχισε να πηγαίνει σε γάμους

...όταν φύγαν τα μεγάλα και λάβαμε και μεις σειρά. Γιατ' πάαιναν με τ' σειρά, πάαιναν οι μεγαλύτερ' πρώτα... Ε, κάθε οικογένεια, προτιμούσαν, πήγαιναν τα μεγάλα τα κορίτσια, τα μεγάλα τα παιδιά (αγόρια). Εμείς..., είσαι μικρή ακόμα εσύ. Θα μεγαλώσεις και τότε θα πας, να'ρθει η σειρά, σόλεε.11

Ενώ λοιπόν τα παιδιά εντάσσονταν γενικά στη ζωή των ενηλίκων ορισμένες φορές αποκλείονταν για αλληλένδετους οικονομικούς και νοοτροπικούς λόγους

8. Ό. π., σ. 15.

9. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 24. Βλ. εικόνα 9.

10. Συν. με την Β. Κ., σ. 5, 6.

11. Συν. με την Α. Π., σ. 15.

Σελ. 252
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/253.gif&w=600&h=915

από κοινωνικές εκδηλώσεις. Ο αποκλεισμός, ειδικά των μικρών ηλικιών, καταδεικνύει την ύπαρξη μιας ιεραρχικής κλίμακας καταναλωτικών δικαιωμάτων και δικαιωμάτων συμμετοχής στην κοινωνική ζωή, στην κατώτερη βαθμίδα της οποίας βρίσκονταν τα παιδιά.

Βέβαια, αντίθετα με κυρίαρχες σύγχρονες αντιλήψεις, σε καμιά περίπτωση ο θάνατος δεν αποτελούσε ταμπού, μια κατάσταση δηλαδή με την οποία το παιδί δεν έπρεπε να έρθει σε επαφή για παιδαγωγικούς λόγους' η παιδική ηλικία δε συγκροτούσε ένα χωρόχρονο προστατευμένο από πόνο και θλιβερές εικόνες. Ο θάνατος αποτελούσε μια πραγματικότητα, ήταν έντονα παρών στην κοινωνία που εξετάζουμε, μια κοινωνία πολύ περιορισμένη πληθυσμικά ώστε να εξαφανίζει τα ίχνη του. Τα αριθμητικά στοιχεία που έχουμε για την περίοδο 1932-1939 είναι εύγλωττα. Εκτός από μια χρονιά (1936) κάθε χρόνο τουλάχιστον 10 άνθρωποι πεθαίνουν στο χωριό' το 1933 και το 1935 μάλιστα πάνω από 20, το 1936 και το 1937 τουλάχιστον 15. Άλλωστε, όπως ανέφερα αλλού, κάθε χρόνο 3-8 θάνατοι αφορούν παιδιά, κυρίως βρέφη και νήπια.12 Οι αριθμοί είναι σημαντικοί για έναν πληθυσμό που στην καλύτερη περίπτωση δεν υπερβαίνει τα 1000 άτομα.13

Ο Μ. Ζ. ήταν εννέα χρονών όταν έχασε τη μητέρα του το 1931:

Καθόμαστε κάτω στο τζάκι γύρω-γύρω. Τότε φέρνανε χαλβά, γλυκό, φαγητά, πίτες για τους λυπημένους, για να μη μαγειρεύουν. Λοιπόν καθόμουνα εκεί κάτ' στο τζάκι και διάβαζα èva βιβλίο, κάτι διάβαζα. Τη μάνα μ' πεθαμέν' την είχανε βάλ' απάνω στο δωμάτιο πούταν το σαλόν', το θυμάμαι. Κάποιος μου λέει να πάω εκεί πέρα, να πάρω κάτι ... Λοιπόν και πάω ανεβαίνω γω απάν' με φόβο. Είχαν όμως ένα καντήλ' ανάψει μέσα εκεί που ήταν, καίγαν καντήλ ' μετά. Ανεβαίνω λοιπόν τη σκάλα με φόβο, δε μπορούσα να μην πάω, γιατί και ντρεπόμουνα εγώ ν' αρνηθώ και φοβόμουν και τον πατέρα μου, μη μου πει τίποτα. Όταν ανεβαίνω λοιπόν και βγαίνω στην πόρτα, Παναγία μου, βλέπω τη μάνα μου ολόκληρη, ζωντανή, όπως την είχανε, να βγαίν' από την πίσω πόρτα έτσ', φαντασία μου. Την είδα, την είδα, κι ακόμα το λέω τώρα, το διηγούμαι και δεν το πιστεύουν, λένε ότι οι πεθαμέν' γυρί-

12. Βιβλίον Ληξιαρχικών Πράξεων Κοινότητος Κροκυλείου. Θανάτων, τ. Α', 1.1.1932 31.12 1939. Η φυματίωση θερίζει: Σε διάστημα οκτώ ετών ένα 10% περίπου των θανάτων οφείλεται αποκλειστικά στη φυματίωση' σε δύο περιπτώσεις συνομιλητές είχαν χάσει αδέλφια εξαιτίας αυτής της ασθένειας.

13. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία το ποσοστό μέσης γενικής θνησιμότητας (αριθμός θανάτων επί 1000 κατοίκων) για το διάστημα 1932-1939 στο χωριό προσεγγίζει το αντίστοιχο της Ελλάδας για την πενταετία 1935-1939: 14,2%η έναντι 14,5%ο (Βαλαώρας, Στοιχεία Βιομετρίας και Στατιστικής, ό.π., σ. 60). Το ποσοστό της Ελλάδας είναι σαφώς υψηλότερο από τα ποσοστά των περισσότερων χωρών του δυτικού κόσμου κατά την ίδια πενταετία, εκτός της Γαλλίας (Στο ίδιο, σ. 107).

Σελ. 253
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/254.gif&w=600&h=915

γυρίζουνε λίγες μέρες ακόμα πριν πάνε εκεί που... Και την είδα ολοζώντανη, όπως την είχανε ντυμέν' με κάτι άσπρα φορέματα.1*

Ο Μ. Ζ. ήταν γιος του θρυλικού δασκάλου του χωριού' αν υπήρχε κάποιος ενδοιασμός ως προς την επαφή των παιδιών με το θάνατο θα τον συναντούσα, νομίζω, πρώτα-πρώτα σε αυτήν την οικογένεια της οποίας η ζωή είχε έντονα επηρεαστεί από αστικά πρότυπα και αντιλήψεις (αρκεί να αναφέρω ότι τα δύο ετεροθαλή αδέλφια, το ένα μάλιστα κορίτσι, του Μ. Ζ. ήταν απόφοιτοι του Πανεπιστημίου Αθηνών). Όμως είναι φανερό ότι οι ενήλικες θεωρούσαν πολύ φυσικό να στείλουν το αγόρι στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η πεθαμένη. Το αγόρι όφειλε να υπερνικήσει το φόβο του.

Σε μια άλλη περίπτωση η παρουσία του παιδιού στο δωμάτιο την ώρα που τοποθετούσαν τη νεκρή κυρούλα στην κάσα δεν απασχολούσε κανέναν για όσο διάστημα δεν ήταν ενοχλητική, παρ' όλο που το παιδί θεωρήθηκε πολύ μικρό για να παρευρεθεί στην κηδεία χωρίς να δημιουργήσει προβλήματα:

Και θμώμαι γω πήραν τρεις πέτρες μεγάλες απόνα αλών' και τς τέντωσαν τα πόδια (της γιαγιάς) να τν βάλνε μες στην κάσα. Αυτό το θμώμαι κι έκλαφα μετά, είδα κείν' τα ποδάρια με τς πέτρες. «Βγάλτε τα αυτήνα», τσόλεγα, «βγάλτε τς πέτρες απ' τη γιαγιά». Ναι. Και τι νάκαναν; Πώς να την έβαναν; Θρονιασμέν' να την έβαναν; ... Όχ' εγώ δεν έφερα τις πέτρες, εγώ ήμαν μικρή! Εγώ τάβλεπα. Τάφερε ο πατέρας μ' εκεί με το μπάρμπα μ'... Ούτε το θμώμαι, να πάω κοντά στην κηδεία. Μόνο την κάσα μοναχά εκεί. Πού να πάω; Θα νήμαν μκρό. Δεν το θμώμαι, να πάω στην κηδεία ... «Βγάλτε τς πέτρες απ' τη γιαγιά», έλεγα γω. «Δεν τς θέλω να τς βλέπω κεί». -«Πάρτε το όξω», λέει, «αυτό το κορίτσ' παραδέ για να κάνουμε τ' δουλειά μας», είπαν. Αφού γω θα νήμαν μκρό, πόσο να σε ειπώ, να ήμαν σαν την εγγονούλα τώρα που ήρθε εδά μέσα; (προ ολίγου είχε μπει στο δωμάτιο μια τετράχρονη δισεγγονούλα της συνομιλήτριας) Δεν πιστεύω15.

Σε ένα άλλο σημείο της αφήγησης της η συνομιλήτρια θυμάται:

Μκρή πάαινα γω στην κηδεία, πάαινα τακτικά και πάαινα στο νεκροταφείο κει πέρα κοντά το νεκρό... και θμώμαι συγκεκριμένα σε κάποια κηδεία, αλλά σε ποια δε θμώμαι τώρα, είχε βρέξ' κι είχε ο τάφος γεμάτος, ήταν γεμάτος νερό. Και τόριχνα το νερό όξω με τον τενεκέ. Αλλά πού ν' αδειάσ' ο τάφος; Τον πέταξαν μέσα στο νερό... όχ' είχαμε συνηθίσ', δε φοβόμασταν. Εγώ ποτέ δε φοβόμουν. Ό,τ' νάβλεπα στην κηδεία, δε φοβόμουν. Κι ήμαν, ήμαν και περίεργη, να πάω εκεί σιμά, να δω.16

14. Συν. με τον Μ. Ζ., σ. 7.

15. Συν. με την Π. Γ., σ. 40.

16. Ό. π., σ. 43.

Σελ. 254
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/255.gif&w=600&h=915

Η έκφραση «δε φοβόμουν» δε θα πρέπει να ερμηνευθεί κυριολεκτικά, γιατί υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες ότι τα παιδιά αισθάνονταν φόβο και γιατί σε άλλα σημεία της αφήγησης η συνομιλήτρια αναιρεί ακούσια αυτόν τον ισχυρισμό. «Δε φοβόμουν», σημαίνει μάλλον «τολμούσα», «είχα αρκετό θάρρος ώστε να παρακολουθώ όσα συνέβαιναν».

Ο φόβος απέναντι στο θάνατο, το νεκρό, ήταν συναίσθημα αυτονόητο και για τα παιδιά, τα οποία όμως ήταν υποχρεωμένα να επιστρατεύουν τη φαντασία και τις ψυχικές τους δυνάμεις για να τον υπερνικήσουν. Και από αυτή την άποψη η κοινωνία ευνοούσε την ταχεία ένταξη των παιδιών στην πραγματικότητα της. Στις προφορικές μαρτυρίες οι ενήλικες που δεν επέτρεπαν σε παιδιά να παραστούν σε κηδείες υιοθετούσαν αυτή τη στάση για να προστατεύσουν όχι τα ίδια αλλά την οικογενειακή ηρεμία από τους επακόλουθους εφιάλτες που έβλεπαν ορισμένα παιδιά στον ύπνο τους.17

Οπωσδήποτε η εξοικείωση με το θάνατο δεν ήταν δεδομένη' η θέαση του νεκρού ή του ετοιμοθάνατου και η ίδια η ιδέα του θανάτου προκαλούσε συχνά φόβο. Το χωριό ήταν σε μεγάλο βαθμό παγανιστικό" ενήλικες και παιδιά πίστευαν, όπως είδαμε, σε νεράιδες και στοιχειά. Αιφνίδιοι ή βίαιοι θάνατοι προκαλούσαν ανατριχιαστικές διαδόσεις και έδιναν τροφή στη φαντασία των παιδιών:

Το πατρικό σπίτ' τότε ήτανε, τζάμια δεν υπήρχαν, κάτι παλιοπατζούρια είχαμε απέξω και θυμάμαι μια δόση, παιδί τώρα, μικρός, είχε σκοτωθεί δίπλα. .. δίπλα το σπίτ' το είχε κάποιος Γραβάνς... Λοιπόν κι είχαν πάει για ξύλα εδώ στο δάσος και κόβαν ένα δέντρο για καυσόξυλα, και πέφτει το δέντρο και σκοτών' τη γυναίκα του... Λοιπόν αρχίσαν εδώ, βγαίναν κάτι παιδαρέλια, παιδιά, κι ανάβαν κάτι κεριά, νύχτα στο δρόμο, και λέγαν ότι η Γραβανογιώργαινα βρυκολάκιασε. Εμείς οι μικροί τώρα, σφήνες, φόβο! Πηγαίναμε λοιπόν μόλις νύχτωνε, θυμάμαι, το θυμάμαι αυτό καλά, στα παράθυρα, όπου ήταν καμιά χαραμάδα, βάναμε πανιά και τα στουπώναμε να μη μπει μέσα ο βρυκόλακας.18

Νομίζω λοιπόν ότι τα παιδιά συμμετείχαν στην κοινωνική ζωή του χωριού στο πλαίσιο ενός οροθετημένου χωρόχρονου αλλά η οροθέτηση αυτή είχε διαφορετικό περιεχόμενο και ήταν από πολλές πλευρές περισσότερο ελαστική τόσο από τη σύγχρονη αστική όσο και από τη σημερινή ιδεοτυπική αντίληψη περί συμμετοχής των παιδιών σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Κατά κάποιο τρόπο ο χωρόχρονος των παιδιών αποτελούσε μικρό ή/και λειτουργικά περιφερειακό τμήμα του χωρόχρονου των ενηλίκων, αλλά οπωσδήποτε εντασσόταν αυτονόητα σε αυτόν.

17. Συν. με την Λ. Π., σ. 4' Συν. με την Α. Π., σ. 17" Συν. με τον Χ. T., σ. 15. Ας μη λησμονούμε ότι ενήλικες και παιδιά κοιμόνταν κατά κανόνα στο ίδιο δωμάτιο.

18. Συν. με τον Γ. P., σ. 1.

Σελ. 255
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 236
    

    όλα τα παιδιά πλέναν εκεί τα πόδια τους λίγο... Ο δάσκαλος μας έλεγε, την αριστερή κάλτσα όλοι, και μια φορά μας είπε, όλες τις κάλτσες, και τις δυο κάλτσες, και βρέθηκαν αρκετά παιδιά πούχαν μόνο τόνα πόδι πλύνει.11*

    Πολλά παιδιά πρέπει να βίωναν το άγχος για αξιοπρεπή εμφάνιση στο δημόσιο χώρο του σχολείου, ιδιαίτερα όσα δεν είχαν παρά γουρνοτσάρουχα και μπαλωμένα ρούχα. Το σχολείο ευνοούσε με αυτό τον τρόπο τον κοινωνικό ανταγωνισμό μεταξύ των παιδιών σε επίπεδο κατ' αρχήν προσωπικό, ατομικό, και μόνο κατά δεύτερο λόγο οικογενειακό (ως εκπροσώπων των οικογενειών τους).

    Πάντως οι διδάσκοντες δε φαίνεται να έκαναν διακρίσεις ανάμεσα στα παιδιά με κριτήριο την κοινωνική τους θέση μέσα στο χωριό, παρ' όλο που εκ των πραγμάτων η εμφάνιση αντανακλούσε ως ένα σημείο την κοινωνική θέση. Ακόμη και συνομιλητές οι οποίοι μιλούν με μια διάχυτη πικρία για τα παιδικά και νεανικά τους χρόνια στο χωριό, για τις λιγοστές ευκαιρίες που είχαν να μάθουν «κάτι» στο σχολείο, δηλώνουν κατηγορηματικά ότι οι δάσκαλοι δεν έκαναν διακρίσεις εις βάρος τους.115 Το επισημαίνω αυτό έχοντας υπόψη μαρτυρίες για την αυστριακή ύπαιθρο την ίδια περίοδο, που αφήνουν να εννοηθεί πως οι δάσκαλοι ή οι δασκάλες συχνά ευνοούσαν ανοιχτά παιδιά εύπορων και πολιτικά ισχυρών αγροτικών οικογενειών.116 Προφανώς, αυτές οι εκδηλώσεις εύνοιας συνδέονταν με την αυστηρότερη διαστρωμάτωση της αυστριακής αγροτικής κοινωνίας κατά το μεγαλύτερο μέρος της.117

    7. ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ Από τις πρώτες δεκαετίες της ζωής του το νεοελληνικό κράτος επιχείρησε να

    114. Συν. με την Π. Α., σ. 1, 2.

    115. Βλ. λ. χ., Συν. με την Γ. Ζ., σ. 5.

    116. Weber, Hauslerkindheit..., ό.π., σ. 33.

    117. Στις περισσότερες περιοχές της ορεινής, και όχι μόνο, Αυστρίας η κοινωνικο-οικονομική διαστρωμάτωση αντανακλά προπάντων στις πολυεπίπεδες σχέσεις άμεσης εργασιακής εκμετάλλευσης και εξάρτησης των οικονομικά ασθενών από τους οικονομικά ισχυρούς, των αγροτικών υπηρετών από τους αγρότες, των γόνων των αγροτικών υπηρετών (συχνά νόθων) από τους νόμιμους γόνους των αγροτών κ.λπ. Στο παράδειγμά μου θα έλεγα ότι η κοινωνικο-οικονομική διαστρωμάτωση αντανακλά προπάντων στη διαβαθμισμένη πρόσβαση στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς και στον τρόπο ζωής των αστικών κέντρων: Υψηλότερα στην ιεραρχική κλίμακα βρίσκονται όσοι έχουν μεγαλύτερες προοπτικές να εγκαταλείψουν τον αγροτικό τρόπο ζωής. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η μορφή κοινωνικής διαστρωμάτωσης κατ' αρχήν δεν ευνοεί συγκρούσεις αφού το σημείο αναφοράς του κοινωνικού κεφαλαίου βρίσκεται εκτός των ορίων της αγροτικής οικονομίας και κοινωνίας.