Συγγραφέας:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Τίτλος:Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
 
Υπότιτλος:Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:38
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2003
 
Σελίδες:387
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Κροκύλειο Δωρίδας
 
Χρονική κάλυψη:αρχές 20ού αι.
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό είναι μία ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου, το Κροκύλειο (ως το 1915 Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο) της Φωκίδας, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει, δηλαδή, πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μία κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο παράδειγμα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.57 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 256-275 από: 395
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/256.gif&w=600&h=915

Αυτό διαπιστώνει κανείς εξάλλου και όταν εξετάζει τη συμμετοχή παιδιών σε κοινωνικές εκδηλώσεις που -αντίθετα με τα διαβατήρια έθιμα ή με έθιμα που αφορούν σε βασικές χριστιανικές εορτές, όπως τα Χριστούγεννα, το Πάσχα ή τα Θεοφάνεια- δεν είχαν αυστηρά τελετουργικό χαρακτήρα και άφηναν μεγαλύτερα περιθώρια αυτενέργειας στους μετέχοντες: Τέτοιες εκδηλώσεις ήταν κατά πρώτο λόγο τα πανηγύρια αλλά και συγκεντρώσεις όπως τα «ξεφλουδίσια» ή τα νυχτέρια. Στις εκδηλώσεις όμως αυτές τα παιδιά δε φαίνεται να αναλάμβαναν συγκεκριμένους ρόλους. Γενικά η εικόνα που σχηματίζει κανείς από τις προφορικές μαρτυρίες είναι πως η θέση τους στα γλέντια που διοργανώνονταν στο χωριό ήταν περιθωριακή, κι ακόμη ότι η ενεργός συμμετοχή στα γλέντια αυτά σφράγιζε ουσιαστικά το πέρασμα από την παιδική στη νεανική ηλικία, το πέρασμα σε μια περίοδο ατελούς ενηλικίωσης των χωριανών.

Σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, κυρίως όμως κατά τους επιβαρυμένους με πλήθος αγροτικών εργασιών καλοκαιρινούς μήνες, διοργανώνονταν πανηγύρια που πρόσφεραν σωματική και ψυχική ανάπαυλα στους χωριανούς καθώς και την ευκαιρία να συναντηθούν, να επικοινωνήσουν, να ανταλλάξουν πληροφορίες και σκέψεις ή ακόμη να «κλείσουν» συμφωνίες. Οι γιορτές των εκκλησιών και ξωκλησιών μέσα στο χωριό και γύρω από αυτό λειτουργούσαν ουσιαστικά ως αφορμή για τα πανηγύρια. «Σαν πρώτο πανηγύρι ήταν τ' ΆιΓιωργιού, κι ύστερα συνέχιζαν τ' Αϊ-Κωνσταντίν', της Αναλήψεως, της ΑγιαΤριάδας, της Αγια-Μαρίνας, τ' Αϊ-Λιος, της Αγια-Παρασκευής, τού Αϊ-Παντελεήμονα, της Αγια-Σωτήρας, της Παναγίας του Δεκαπενταυγούστου και τέλειωναν πέρα τον Aï-Δημήτρη».19 Το σημαντικότερο πανηγύρι ήταν του Προφήτη-Ηλία, «τ' Αϊ-Λιος», όπως έλεγαν και λένε. Το πανηγύρι τούτο γινόταν -και γίνεται από τους παραθεριστές πλέον- στις 20 του Ιουλίου, του «Αλωνάρη» (τότε), στη γιορτή του Προφήτη-Ηλία" το ξωκλήσι είναι χτισμένο στην κορυφή ενός λόφου πάνω από το χωριό. Στα πανηγύρια οι χωριανοί συγκεντρώνονταν το πρωί στην εκκλησία και μετά τη λειτουργία ακολουθούσε φαγοπότι είτε στην περιοχή όπου βρισκόταν η εκκλησία, είτε στο χωριό' το απόγευμα ακολουθούσε γλέντι με φαγοπότι, χορό και τραγούδι στην πλατεία

του χωρίου. 20

Τα παιδιά συμμετείχαν σε αυτές τις κοινωνικές εκδηλώσεις -οι περισσότεροι συνομιλητές θυμούνται ότι πήγαιναν μικροί στα πανηγύρια- παρακολουθώντας τους «μεγάλους» και προσπαθώντας να τους μιμηθούν. Συγχρόνως τα

19. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 115.

20. Στο σπίτι της Παρασκευής Μαυραγάνη, υπάρχει μια μοναδική φωτογραφία, στην οποία εικονίζεται όλο το χωριό, 1000 περίπου άτομα, μικροί και μεγάλοι, στο ξωκλήσι της Παναγίας, που βρίσκεται περίπου 400 μ. ψηλότερα από το Κροκύλειο, τη Δευτέρα του Πάσχα του 1929. Κάθε Δευτέρα του Πάσχα το χωριό μαζευόταν στην «Παναγίτσα», όπως ονομάζεται η κορυφή, και γλεντούσε. Η φωτογραφία είναι «τραβηγμένη» με φακό ευρυγώνιο. Τη φωτογραφική μηχανή είχε φέρει ένας χωριανός από την Αμερική.

Σελ. 256
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/257.gif&w=600&h=915

πανηγύρια, όπως άλλωστε και όλες οι κοινωνικές εκδηλώσεις που συνδέονταν με τη θρησκευτική ζωή, πρόσφεραν στα αγόρια την ευκαιρία να κερδίσουν λίγα χρήματα:

Χαρά εμείς μεγάλη! Χαρά εμείς τα παιδιά, τρέχαμε, πιάναμε θέσεις γύρω στα όργανα. Τα όργανα ήτανε κλαρίνα και βιολιά, τρία συνήθως. Είχε τέτοια όργανα το χωριό. Είχε ανθρώπους που έπαιζαν κλαρίνο, βιολί και λαγούτο... Βγάζαν λεφτά τα παιδιά. Γαζέτα. Η γαζέτα είναι τα μετάλλινα νομίσματα. Όχι τα χάρτινα. Πού να δούμε χάρτινο; Τα χάρτινα ήταν ακριβά πράματα... Τα πετούσαν τα νομίσματα. Πετούσαν από μακριά στους οργανοπαίχτες. Άρπαζαν και κανένα τα παιδιά.21

Όπως θα δούμε και στην ενότητα για το παιχνίδι τα αγόρια είχαν γενικά μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και ευκολότερη πρόσβαση σε υλικά αγαθά από τα κορίτσια.

Φαίνεται όμως ότι τα παιδιά δε χόρευαν συστηματικά με τους «μεγάλους»' φαίνεται, επίσης, ότι η συστηματική, ενεργητική συμμετοχή στο χορό λειτουργούσε ως ηλικιακό και κοινωνικό ορόσημο, σηματοδοτούσε το τέλος της παιδικής και την απαρχή της νεανικής ηλικίας, όταν αγόρια και κορίτσια μπορούσαν πλέον θεωρητικά να παντρευτούν, ήταν «τς παντρειάς», σύμφωνα με την έκφραση των χωριανών:

Ιμείς στην πλατεία εδώ κάναμε χορούς. Ωρέ, χορεύαμι εδώ! Τήραγες χορούς! Όχ' χορούς τώρα! κείνα δεν είν' τίποτα, ούτε πανηγύρια καλά είναι τώρα. Τότεν εκεί κι άμα μεγάλωσα εγώ λιγάκ', άμ' ήμαν δεκαπέντε χρονών με δεκάξι, έρχεταν ο παπα-Γληγόρς ο Κρίτσας. Έρχεταν ο παπαΓληγόρς κι σήκωνε πρώτ' εμένα, ας ήμαν δεκάξι, δεκαεφτά χρονώ, έπτα σήκωνε μια π' τη λεν' Ευτυχία δω, τη μάνα τς, κι έπειτα πιάνουνταν ου χουρός και γένονταν τς κακομοίρας. Γιατ' εγώ χόρευα και τραγούδαγα, και χόρευα και τραγούδαγα.22

Η εντύπωση που έχω σχηματίσει από τις προφορικές μαρτυρίες είναι ότι πυρήνας του γλεντιού στα πανηγύρια ήταν οι νέοι αφού κυρίως αυτοί χόρευαν και τραγουδούσαν. Ο Λουκόπουλος εντάσσει το χορό που γινόταν στα πανηγύρια των χωριών της Ρούμελης, στις γαμήλιες στρατηγικές: «Στο πανηγύρι βγαίνουν τα κορίτσια στην πιάτσα και χορεύουν μπρος στα παλικάρια, κι έτσι το διάλεμα είναι εύκολο».23 Κι αν η συνομιλήτρια δεν θεωρεί «καλά» τα σημερινά πανηγύρια, ίσως αυτό οφείλεται στο ότι έχουν χάσει την οργανική θέση και λειτουργία που είχαν στη ζωή των ανθρώπων.

21. Συν. με τον Χ. T., σ. 9.

22. Συν. με την Π. Γ., σ. 11.

23. Λουκόπουλος, Γεωργικά, ό.π., σ. 59.

Σελ. 257
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/258.gif&w=600&h=915

Το ίδιο ισχύει και για τα «ξεφλουδίσια» ή τα νυχτέρια, εκδηλώσεις στις οποίες η εργασία συνδυαζόταν με τη διασκέδαση. Στα ξεφλουδίσια μετά τη συγκομιδή του αραβόσιτου, ομάδες χωριανών όλων των ηλικιών, ανάμεσά τους και παιδιά, μαζεύονταν σε αλώνια το βράδι με το φως του φεγγαριού, των άστρων ή της λάμπας πετρελαίου και ξεφλούδιζαν τα καλαμπόκια:

Ένας απ' τον άλλον. Έρχονταν σε μένα, πάαινες εσύ στον άλλον, στον άλλον, άμα είχες εσύ, μπορεί να είχες, νάηταν το χωράφι σ' στάρ' φέτο. Αν είχε το χουράφι μ' στάρ' φέτο, είχι άλλος καλαμπόκ' θα πάαινα σ' εκεινού τα ξεφλούδισα. Τα χρόνια που θα νείχα κι εγώ το χωράφι μ' καλαμπόκ' θα 'ρχιέταν σε μένα.

Το ξεφλούδισμα ήταν σχετικά απλή δουλειά" στη διάρκεια της προπάντων, οι χωριανοί τραγουδούσαν, αστειεύονταν μεταξύ τους, πείραζαν ο ένας τον άλλον ενώ, όταν το ξεφλούδισμα τελείωνε, «πιάνονταν» στο χορό, προπάντων οι νέοι:

...Μαζεύονταν, μαζεύονταν, γένονταν τς κακομοίρας. Καθόμασταν ένα γύρο. Εδώ ήταν ο σωρός το καλαμπόκ' και καθόμασταν ένα γύρο. Αρχινάγαμ' τα τραγούδια, ό,τ' τραγούδια ήξερ' ο καθένας, τραγούδαγαν, γλένταγαν, έφκιαναν πότε χαλβά, χαλβά στν κατσαρόλα, πότε τραχανόπτα και τ' μοίραζαν στο γύρου. Άμα ήταν πουλλοί έφκιαναν χαλβά για νάχνε πουλύ, να πάρουν απόνα κομάτ' ούλοι. Έπτα το σήκωναν στου χουρό. Δηλαδή εκεί π' ξεφλουδάγαμε, τραγούδαγαν... Έξω, όχ' μέσα στο σπίτι καθόλου ... Έπτα θα σκώνονταν τα μεγάλα πιδιά, τα μεγάλα κορίτσα αυτήνα στο χουρό... Από δεκαπέντε απάν'. Από δεκαπέντε, είκοσι, εικοσπέντε ... Ανύπαντρα. Μεγάλες γναίκες. Παντρεμένες. ... Ωρέ, θα χόρευαν κι οι παντρεμένες και θα τραγούδαγαν. Και γένεταν ένα γλέντ'.24

Τα νυχτέρια γίνονταν τα βράδια του χειμώνα και ήταν μια γυναικεία κοινωνική εκδήλωση στην οποία οι κοπέλες συμμετείχαν με τραγούδια, αστεία και «παιχνίδια». Οι γυναίκες μαζεύονταν στο σπίτι μιας από την παρέα παίρνοντας πάντα μαζί τα εργόχειρά τους και «νυχτερεύανε». Το εργόχειρο ήταν απαραίτητο για να τηρηθούν τα προσχήματα' η γυναίκα δεν είχε δικαίωμα στην ελεύθερη ομαδική διασκέδαση μακριά από το σπίτι της και την επίβλεψη των ενήλικων ανδρών της οικογένειας της: «Να κάνουμε και κάτ' δουλειά. Να μην πάμε να καθήσουμε και μετά παρεξηγηθεί ο κόσμος... Α, έπρεπε στην επίσκεψη νάχεις μαζί και το εργόχειρο».25

Συνομιλητές και συνομιλήτριες δηλώνουν ότι παρευρίσκονταν στα ξεφλουδίσια ή στα νυχτέρια από την ηλικία των 5-6 ετών, αλλά όταν αφηγούνται τις

24. Συν. 4 με την Π. Γ., σ. 21. Πβ. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 200209, κυρίως σ. 206.

25. Συν. με την Μ. Ν., σ. 9.

Σελ. 258
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/259.gif&w=600&h=915

εμπειρίες τους αναφέρονται στα νεανικά τους χρόνια, στην εποχή που ήταν τουλάχιστον 15-16 ετών (ενώ δεν ισχύει το ίδιο λ.χ. για το σκάρο, το παιχνίδι, τους αγερμούς). Υπήρχε λοιπόν το αίσθημα της νεανικής ηλικίας ως διακριτής κοινωνικής κατηγορίας, έστω ρευστά οριοθετημένης. Η κατηγορία αυτή περιλάμβανε όσα μέλη της κοινότητας βρίσκονταν σε ηλικία γάμου -με τα κριτήρια του συγκεκριμένου κοινωνικο-οικονομικού και πολιτισμικού χώρου—, και εκφραζόταν μέσα από κοινωνικές εκδηλώσεις στις οποίες πρωτοστατούσε η νεολαία του χωριού. Εξάλλου, πανηγύρια και ξεφλουδίσια αποτελούσαν μοναδικές, κοινωνικά αποδεκτές ευκαιρίες για επαφές ανάμεσα στα δύο φύλα και προετοίμαζαν το έδαφος για γάμους.26

Πάντως, από τη δεκαετία του 1920 και μετά άρχισαν να οργανώνονται στο χωριό αποκλειστικά νεανικά γλέντια, γλέντια δηλαδή στα οποία μετείχαν μόνο νέοι' οι διασκεδάσεις αυτές γνώρισαν τη μεγαλύτερη ακμή τους την περίοδο της Κατοχής, ως αντίδοτο στη σωματική και την ψυχική ταλαιπωρία των ανθρώπων. Στο Μεσοπόλεμο την πρωτοβουλία για την οργάνωση των γλεντιών αυτών είχαν οι πλέον εξαστισμένοι χωριανοί, κατά κύριο λόγο οι φοιτητές και οι σπουδαστές από την Αθήνα και άλλα αστικά κέντρα που έφεραν άλλωστε στο χωριό γύρω στα 1920 τους λεγόμενους «ευρωπαϊκούς» χορούς (το ταγκό και το βαλς). Τα γλέντια οργανώνονταν σε αποθήκες και αχυρώνες αλλά και στα καφενεία του χωριού με τη βοήθεια γραμμοφώνου' αποκαλούνταν «χοροεσπερίδες» ή απλώς «εσπερίδες», ονομασίες που παραπέμπουν στην αστική προέλευσή τους.27 Η διάδοση των νεανικών κοινωνικών εκδηλώσεων δηλώνει και τη διάκριση μιας νεανικής ηλικίας με τη σύγχρονη έννοια του όρου, μιας νεανικής ηλικίας που αναζητεί το δικό της αποκλειστικό χώρο έκφρασης και τον θεωρεί ως αυτονόητο δικαίωμά της. Μέσα από την ένταξη τους στο εκπαιδευτικό σύστημα και τη συνακόλουθη συχνή μετάβαση

26. Τον κεντρικό ρόλο που είχαν οι νέοι στα ξεφλουδίσματα αφήνει να φανεί ο Λουκόπουλος όταν επισημαίνει: «Σωστό πανηγύρι είναι τα ξεφλουδίσματα στα χωριά. Πώς τα περιμένουν! προπάντων οι νέες κι οι νέοι» (Λουκόπουλος, Γεωργικά, ό.π., σ. 267).

27. Η διάδοση αυτών των εκφράσεων του αστικού τρόπου ζωής φαίνεται και από το γεγονός ότι ορισμένοι συνομιλητές κάνουν λόγο για «χοροεσπερίδες» ενώ αναφέρονται σε παραδοσιακά γλέντια, στο χορό που γινόταν λ.χ. μετά τα μεσάνυχτα όταν τελείωναν τα καθεαυτό ξεφλουδίσια (Συν. με τον Μ. Μ., σ. 12). Πβ. επίσης την ανθρωπολογική ανάλυση της Cowan για τις χοροεσπερίδες σε μια κοινότητα της Μακεδονίας, το Σοχό, στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Η συγγραφέας επισημαίνει ότι: «Οι χοροεσπερίδες που χρηματοδοτούνται από τοπικούς, αστικού χαρακτήρα συλλόγους, υιοθετούν ένα συνειδητά «ευρωπαϊκό» ιδίωμα. Σε αυτές οι Σοχινοί δεν εορτάζουν τις συλλογικές κατηγορίες της συγγένειας, της εκκλησίας και της κοινότητας, αλλά κάποιες κοσμικού χαρακτήρα συμμαχίες μέσα στο Σοχό που βασίζονται στην ηλικία, στην τάξη και στις πολιτικές ταυτότητες και συμφέροντα». Στο Σοχό οι χοροεσπερίδες έκαναν την εμφάνιση τους τη δεκαετία του 1940, πολύ αργότερα από ότι στο παράδειγμα μας (J. Cowan, Η πολιτική του σώματος. Χορός και κοινωνικότητα στη βόρεια Ελλάδα, Αθήνα 1998, σ. 141-143).

Σελ. 259
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/260.gif&w=600&h=915

τους σε αστικά κέντρα τα αγόρια -κατά κανόνα γιοι των λιγοστών σχετικά εύπορων οικογενειών του χωριού— υιοθετούσαν τις νέες αντιλήψεις και πρακτικές και γίνονταν φορείς τους: αποστασιοποιούνταν από παραδοσιακές νοοτροπίες και αξίες.

Ορισμένα κορίτσια μυούνταν στις νέες νοοτροπίες χάρη στους αδελφούς τους. Ο Θ. Α. που γεννήθηκε το 1920 και μεγάλωσε σε μια σχετικά εύπορη οικογένεια -ο πατέρας του ήταν δάσκαλος- αφηγείται:

Εμείς πρώτα αρχίσαμε απ' τις αδελφές μας. «Μέσα στο σπίτι, άντε πάτε παρέα εσείς, τι θέλει η Κωνσταντούλα» (η αδελφή του), μόλεγε η μάνα μου. -«Α, τη θέλω μαζί μου». Την έπαιρνα 'γω σε γλέντια, σε τούτο, σε κείνο ...Τη μικρή αδερφή. Λοιπόν. Κοπέλες που δεν είχανε κανένα καβαλιέρο πηγαίναμε μεις και τις ζητάγαμε απ' τους γονείς. Τους λέγαμε: «θα πάμε μια βόλτα ή θα κάνουμε ένα χορό. Νάρθουμε να πάρουμε την Παναγιώτα, ας πούμε;...» Στο καφενείο γινόταν ο χορός. Βεβαίως, μας τις εμπιστεύονταν τις κοπέλες... Και γίνονταν κάτι γλέντια, γλέντια, όχι αστεία. Γλέντια τέτοια απ' το γυμνάσιο. Δεκαεφτά, δεκαοχτώ χρονώ.

Και η Α. Σ. που γεννήθηκε το 1922 θυμάται: «Αργότερα κι εγώ απέκτησα ελευθερία με τον αδερφό μου (ο οποίος σημειωτέον ήταν μόνο ένα χρόνο μεγαλύτερος της), όταν πήγαινε, όταν γύρισε απ' το γυμνάσιο και γίνονταν πάρτι. Κάναμε χορούς, πάρτι, εσπερίδες τα λέγαν τότε, χοροεσπερίδες».29

Όπως άφησα να εννοηθεί παραπάνω, φαίνεται ότι τα παιδιά αποκλείονταν από τις «χοροεσπερίδες». Στις προφορικές μαρτυρίες οι «χοροεσπερίδες» παρουσιάζονται ως αποκλειστικά νεανικές εκδηλώσεις, ως εκδηλώσεις που απευθύνονταν σε συγκεκριμένες ηλικίες, στους νέους ή έστω στα μεγαλύτερα παιδιά και τους νέους. Σύμφωνα με τη Β. Σ. που γεννήθηκε γύρω στα 1915, τα παιδιά χόρευαν κρυμμένα, υπό τους ήχους όμως του ραδιόφωνου του καφενείου όπου γινόταν το γλέντι: «Εδώ μέσα στο καφενείο χόρευαν πάρα πολύ. Πολλά ζευγάρια... Αλλά εμείς ήμασταν εδώ κοντά και τραγουδούσαν, είχαν το ραδιόφωνο, εκείνα τα κλαπατσίμπαλα που είχαν και μεις από πάνω στην αυλή, δε μας έβλεπαν και χορεύαμε εκεί, ήμασταν πέντε, έξι».30 Η εκμάθηση του χορού μέσα από την παρατήρηση και τη μίμηση, στους γάμους και τα πανηγύρια ήταν πολύ σημαντικό στοιχείο κοινωνικοποίησης των παιδιών, αφού οι χορευτικές ικανότητες προσμετρούνταν στα προσόντα των νέων και των δύο φύλων ώστε να παντρευτούν: «τότε δώδεκα χρονών και πέρα χόρευαν τα παιδιά όλα... Κράταγες, και τα μικρά έρχονταν γυροβολιά».31 Στην ενότητα για το

28. Συν. με τον Θ. Α., σ. 17.

29. Συν. με την Α. Σ., σ. 3.

30. Συν. με την Β. Σ., σ. 1, 2.

31. Συν. 2 με την Π. Γ., σ. 28.

Σελ. 260
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/261.gif&w=600&h=915

παιχνίδι θα αναφερθούμε στη σημασία του χορού στη ζωή των παιδιών και στο χορό ως παιγνιώδη, κοινωνικοποιητική δραστηριότητα. Χορεύοντας οι άνθρωποι είχαν την ευκαιρία να εκφραστούν -πάντοτε στη βάση ορισμένων κανόνωνμε το σώμα τους, στο πλαίσιο μιας κοινωνίας η οποία ασκούσε αυστηρό έλεγχο στη σεξουαλικότητα των μελών της και φυσικά περιόριζε αυστηρά τη σωματική έκφραση.32

Τα παιδιά των τσοπάνηδων, αλλά και όσων κατοικούσαν σε αγροτικούς συνοικισμούς γύρω από τον κεντρικό οικισμό, πρέπει να μετείχαν σε περιορισμένο βαθμό στην κοινωνική ζωή του χωριού, επειδή έμεναν σε αρκετή απόσταση από το κυρίως χωριό και μάλιστα επειδή συχνά δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθούν στις υλικές, και συγχρόνως συμβολικές, επιταγές της μικροκοινωνίας.

Ο Δημήτρης Υφαντής που γεννήθηκε το 1912, σημειώνει στα αυτοβιογραφικά του αφηγήματα ότι όσοι κατοικούσαν μόνιμα εκτός του κεντρικού οικισμού «πολύ σπάνια πήγαιναν στο χωριό και μονάχα στις μεγάλες γιορτές, Χριστούγεννα και Λαμπρή, ή στο παγγύρι του χωριού ή τ' Αη-Γιωργιού που γιόρταζε η εκκλησία του χωριού ή για κάτι άλλο έκτακτο, χαρούμενο ή λυπητερό».33 Παρ' όλο που τους παρουσιάζει να συμμετέχουν στις κοινωνικές εκδηλώσεις δε διευκρινίζεται πόσο συχνά ή τακτικά συμμετείχαν ή αν συμμετείχαν όλοι. Οι εκφράσεις «πολύ σπάνια», «και μονάχα» δημιουργούν την εντύπωση ότι η συμμετοχή στην εθμική-κοινωνική ζωή του καθεαυτό χωριού ήταν περιορισμένη.

Γεγονός είναι ότι όταν ρώτησα ανθρώπους που γεννήθηκαν και ανατράφηκαν σε οικογένειες κτηνοτρόφων αν συμμετείχαν στα πανηγύρια και τα γλέντια γενικότερα του χωριού απάντησαν πως προϋπόθεση ήταν να υπάρχουν τα κατάλληλα ρούχα:

Με τι να πάμε; Δεν είχαμε τι ρούχα να βάλουμε. Νάχς παπούτσια, φουστάνι..., άμα δεν είχες, που θα πας; ... Τώρα μεγάλ' πήγαινα, μκρή δε θυμάμαι αν πήγα καμιά φορά. - Τα πανηγύρια, άμα είχαμε ρούχα κατεβαίναμε, άμα δεν είχαμε ρούχα κρυβόμασταν. Σε γάμους, σε τέτοια, άμα είχαμε ρούχα πηγαίναμε.34

Οπωσδήποτε, όπως επισημαίνει ο Νιτσιάκος, η πολιτισμική έκφραση μιας μι-

32. Η συμμετοχική παρατήρηση θα αποκάλυπτε προφανώς κοινωνικές, ηλικιακές, έμφυλες και, τελικά με την ευρεία έννοια του όρου, πολιτικές διαστάσεις της χορευτικής πρακτικής και θα φώτιζε σε βάθος την κοινωνικοποιητική λειτουργία του χορού: Βλ. την υποδειγματική μελέτη της Cowan, Η πολιτική του σώματος, ό.π., και την εισαγωγή της Παπαγαρουφάλη στην ελληνική έκδοση (Ε. Παπαγαρουφάλη, «Ο χορός ως κοινωνική πράξη», στο Cowan, ό.π., σ. ix-ixx).

33. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 88, 89.

34. Συν. με την Γ. Σ., σ. 10' Συν. με τον Μ. Μ., σ. 5.

Σελ. 261
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/262.gif&w=600&h=915

μικρής κοινότητας έχει ομοιογενή χαρακτήρα και δεν διαφοροποιείται έντονα ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα και την κοινωνική θέση των ανθρώπων.35 Ίσως όμως οικονομικές και κοινωνικές διαφοροποιήσεις περιορίζουν ή διευρύνουν καθοριστικά τις δυνατότητες συμμετοχής των ανθρώπων στη συλλογική κοινωνική ζωή, με αποτέλεσμα η εμπειρία, τα βιώματα των μελών μιας μικροκοινωνίας να διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ τους, ενισχύοντας με τη σειρά τους προϋπάρχουσες κοινωνικές διαφοροποιήσεις.

Β' Στον κόσμο των ομηλίκων

Πέρα από τη συμμετοχή τους σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στην κοινωνική ζωή στο πλευρό των ενηλίκων, τα παιδιά -προπάντων τα αγόρια αλλά και τα κορίτσια- έπαιζαν ουσιαστικό, αυτόνομο ρόλο στο πλαίσιο της εθιμικής ζωής, αυτής της οικείας, αυτονόητης, σχετικά σταθερής πλευράς στη ζωή της κοινότητας. Αναφέρομαι εδώ στους αγερμούς στο πλαίσιο θρησκευτικών εορτών (Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Θεοφάνεια, Πάσχα) αλλά και ονομαστικών εορτών. Διεξάγονταν ως επί το πλείστον από ομάδες παιδιών, με δική τους πρωτοβουλία και γενικά χωρίς -ουσιαστική τουλάχιστον— παρέμβαση των ενηλίκων.

Εξαίρεση αποτελούσαν οι αγερμοί κοριτσιών το Σάββατο του Λαζάρου επειδή σε αυτούς πρέπει να μετείχαν μόνο κορίτσια μεγαλύτερης ηλικίας, 1520 χρόνων περίπου. Στο «Λαζαρή»36, όπως ονομαζόταν το έθιμο, τετράδες κοριτσιών επισκέπτονταν τα σπίτια του χωριού και γειτονικών χωριών, τραγουδώντας στίχους που ποίκιλλαν ανάλογα με την περίσταση και αμείβονταν κατά κανόνα με αυγά. Στη διαδρομή, την κάθε τετράδα συνόδευε ένα άνδρας, ο «φυλαχτής», ο οποίος και συγκέντρωνε τα αυγά. Βέβαια, αρκετές συνομιλήτριες δήλωσαν ότι δεν είχαν ποτέ μετάσχει στο έθιμο" προφανώς μόνο ένας λογικός, σε σχέση με τον πληθυσμό και την οικονομική κατάσταση της περιοχής, αριθμός τετράδων από όλα τα χωριά μπορούσε να λειτουργήσει απρόσκοπτα και αποτελεσματικά. Όμως είναι αξιοσημείωτο ότι προφορικές μαρτυρίες και λαογραφικές καταγραφές συμφωνούν πως στο «Λαζαρή» είχαν δικαίωμα συμμετοχής μόνο κορίτσια μεγαλύτερης ηλικίας -από 14, 15 χρονών και πάνω. Κατά συνέπεια το δικαίωμα συμμετοχής σε αυτούς τους αγερμούς, που ήταν διαδεδομένοι στην ορεινή Δωρίδα και μαρτυρούνται στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων,37 σηματοδοτούσε ουσιαστικά την είσοδο των κοριτσιών σε μια

35. Νιτσιάκος, Παραδοσιακές κοινωνικές δομές, ό.π., σ. 61, 62.

36. Πβ. Ηλιόπουλος, Λαογραφικά Δωρίδας, ό.π., σ. 313 κ.ε.

37. Αυτοί οι αγερμοί συναντώνται και στους Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας (Γ. Β. Καββαδίας, Καραγκούνηδες: Συμβολή στην Κοινωνιολογία των Δοξασιών, Αθήνα 1980,

Σελ. 262
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/263.gif&w=600&h=915

νέα ηλικιακή φάση, τη μετάβασή τους από την παιδική στη νεανική ηλικία (όπως άλλωστε και το δικαίωμα συμμετοχής στα λεγόμενα «ριζικάρια», έθιμο στη γιορτή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου)38. Στο «Λαζαρή» μετείχαν προφανώς κορίτσια σε γόνιμη ηλικία' αυτό πρέπει να υποδηλώνει και η αμοιβή τους με αυγά αφού το αυγό συμβολίζει τη γονιμότητα. Παραπέμποντας σε λαογραφικές μελέτες για την Ήπειρο και το βορειοελλαδικό χώρο, η Κ. Μπάδα επισημαίνει ότι τέτοιου είδους εθιμικές εκδηλώσεις σηματοδοτούσαν τη συμμετοχή των κοριτσιών στη «γαμήλια αγορά» και νομιμοποιούσαν την υποψηφιότητά τους για γάμο.39

Επιβεβαιώνεται, επομένως, ότι στην κοινωνική συνείδηση υπήρχε τόσο το αίσθημα της παιδικής όσο και το αίσθημα της νεανικής ηλικίας (στην προκειμένη περίπτωση σε σχέση με τα κορίτσια), παρ' όλο που και για τις δυο ηλικίες οι χωριανοί χρησιμοποιούσαν αδιακρίτως τον όρο «κορίτσι» ο οποίος, σε αντίθεση με τον όρο «γυναίκα», συνδηλώνει σεξουαλική αθωότητα. Γεγονός είναι ότι τα κορίτσια που τραγουδούσαν το «Λάζαρο» δεν είχαν ουσιαστικά κανένα δικαίωμα διαχείρισης των αγαθών που κέρδιζαν. Ο «φυλαχτής» που τα συνόδευε διαφύλαττε, υποθέτω, την αγνότητα και την αμοιβή τους. Γνωρίζουμε ότι συγκέντρωνε και μοίραζε τα αυγά (ενίοτε και χρήματα) κρατώντας δικαιωματικά ένα μέρος για τον εαυτό του. Τουλάχιστον ιδεοτυπικά η γυναίκα αποκτούσε δικαίωμα στη διαχείριση υλικών αγαθών μόνο μέσω του γάμου.

Με εξαίρεση το «Λαζαρή» στους αγερμούς μετείχαν χωριανοί ηλικίας, που μολονότι δεν ήταν αυστηρά προσδιορισμένη, δεν υπερέβαινε το όριο των 15 ετών. Υπήρχε οπωσδήποτε ένα ανώτατο όριο ηλικίας αφού οι περισσότεροι συνομιλητές δηλώνουν ότι ένα συγκεκριμένο διάστημα, επί δυο, τρία, τέσσερα ή

σ. 60-64) αλλά και στον βορειοελλαδικό χώρο (Μπάδα, «Παιδικοί-νεανικοί ενδυματολογικοί κώδικες», ό.π., σ. 191). Ο Mitterauer στη μελέτη του για την κοινωνική ιστορία της νεανικής ηλικίας περιγράφει ανάλογο έθιμο με την ίδια επωνυμία που απαντά σε αγροτικές περιοχές της Βουλγαρίας' αναφέρεται σε συγκεκριμένες τελετές προετοιμασίας των κοριτσιών ώστε να συμμετάσχουν στους αγερμούς και σημειώνει ότι οι τελετές αυτές το Σάββατο του Λαζάρου παρέχουν το δικαίωμα στα σεξουαλικά ώριμα κορίτσια να μετέχουν από κει και πέρα σε χορούς, σε βραδινές συναντήσεις των νέων και σε εορταστικές εκδηλώσεις (Mitterauer, Sozialgeschichte der Jugend, σ. 71, 72).

38. Στ' «Αϊ-Γιαννιού του Ριγανά», όπως έλεγαν, καθώς ήταν η εποχή που μάζευαν τη ρίγανη, τα ανύπαντρα κορίτσια συμμετείχαν στα «ριζικάρια», έθιμο στο πλαίσιο του οποίου οι κοπέλες «έβλεπαν» το «ριζικό» τους: Ένα μικρό αγόρι «τραβούσε» στην τύχη από μια κανάτα με νερό στην οποία η κάθε κοπέλα είχε ρίξει ένα προσωπικό της αντικείμενο, τα αντικείμενα αυτά - με τη σειρά που τα «τραβούσε» θα παντρεύονταν και οι κοπέλες (βλ. ΚΕΕΛ, χειρόγραφο 1682, σ. 10). Στο έθιμο συμμετείχαν, σύμφωνα με μαρτυρίες, μόνο κορίτσια πάνω από 15 ετών, επομένως μόνο κορίτσια σε γόνιμη ηλικία και σε ηλικία γάμου. Άρα το δικαίωμα συμμετοχής συνδεόταν με την ένταξη σε μια σχετικά οριοθετημένη ηλικιακή-κοινωνική κατηγορία, στη νεανική, θα λέγαμε, ηλικία.

39. Κ. Μπάδα, «Παιδικοί-νεανικοί ενδυματολογικοί κώδικες», ό.π., σ. 191.

Σελ. 263
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/264.gif&w=600&h=915

πέντε χρόνια στη συνέχεια, πήγαιναν να ευχηθούν, να τραγουδήσουν κ.λπ. Πιθανόν, μάλιστα, τα περισσότερα παιδιά να μην ήταν πάνω από 12 χρονών. «Πηγαίνανε, πηγαίνανε (τα παιδιά για κάλαντα, για να ευχηθούν κ.λπ.) αλλά όταν περνάγαμε τα δώδεκα και μετά ντρεπόμασταν, δεν κάναμε. Μικρά παιδιά, μικρά παιδιά (πήγαιναν)».40

Παρ' όλα αυτά, ορισμένοι συνομιλητές δήλωσαν ρητά ότι δε μετείχαν σε αγερμούς. Οι ερμηνείες που έδωσαν οι ίδιοι («δεν έτυχε», «δεν ευκαιρούσα», «δεν ήθελα») έχουν πολύ γενικό χαρακτήρα για να μας διαφωτίσουν ως προς τους πραγματικούς λόγους. Δύο συνομιλήτριες δήλωσαν ωστόσο ότι οι γονείς τους δεν τους επέτρεπαν να συμμετέχουν. Και οι δύο προέρχονται από σχετικά εύπορες, και πάντως ολιγομελείς, οικογένειες του χωριού. Η μία είναι, όπως ίσως ήδη φαντάζεται ο αναγνώστης, η μοναχοκόρη του καθηγητή του Ελληνικού σχολείου:

Μένα δε μ' άφηνε η μάνα μου να πάω. Δεν ξέρω γιατί. Δεν είχα και θάρρος έτσι, δεν ήμουνα απ' τα παιδιά..., αλλά πήγαιναν τα παιδιά στα κάλαντα και πηγαίνανε -μια συνήθεια που υπήρχε στις γιορτές (αν γιόρταζε ο Κώστας λ. χ. του Αγίου Κωνσταντίνου)- όλα τα παιδιά του χωριού πηγαίνανε, χτυπούσανε την πόρτα και λέγαν " Χρόνια Πολλά" και τους έδιναν ένα χαλβά, μια τηγανίτα... Πήγαινα σε κάνα συγγενικό σπίτι και μου δίνανε, ναι, αλλά... υπήρχαν παιδιά που πήγαιναν απ' την κορφή του χωριού ως κάτω σ' όλους τους Κωστάδες.*1

Η άλλη συνομιλήτρια είχε έναν αδελφό κι ο πατέρας της ήταν ταχυδρομικός διανομέας στο χωριό: «Δε μ' άφηνε ο πατέρας μου να 1τάω στο Λάζαρο... Δεν το 'θελε. Σα ζητιανιά το περνούσε. Λέει: 'πόσα αυγά θέλεις να σ' αγοράσω; Θα πας, λέει, να μαζέψεις αυγά εσύ, τι να μας κάνεις, να μας σώσεις; Να γυρνάς δω στα σπίτια, να τραγουδάς, να βραχνιάζεις, όχι, όχι, καθόλου δε μ' άφηνε'».42 Στα μάτια λοιπόν ορισμένων γονιών οι αγερμοί αποτελούσαν ένα είδος υποτιμητικής επαιτείας, πολύ περισσότερο όταν αφορούσαν κορίτσια, οπότε εμπλεκόταν και το ζήτημα της τιμής τους. Πρόκειται άραγε για επιρροές αστικών αντιλήψεων, σύμφωνα με τις οποίες τα παιδιά όφειλαν να βρίσκονται υπό την αδιάλειπτη επίβλεψη των ενηλίκων;43

Εν πάση περιπτώσει οι αγερμοί, όπως και ορισμένα άλλα έθιμα στα οποία ο ρόλος των παιδιών, και ειδικότερα των αγοριών, είναι συγκεκριμένος, απο-

40. Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 10.

41. Συν. με την Π. Λ., σ. 8.

42. Συν. με την Α. Σ., σ. 11.

43. Ανάλογα στοιχεία για υποτιμητική αντιμετώπιση των αγερμών, ιδίως όταν αυτοί αφορούσαν σε μη συγγενικά σπίτια ή σε σπίτια εκτός των πλαισίων της κοινότητας απαντούν σε αυτοβιογραφικές μαρτυρίες της Κεντρικής Ευρώπης (βλ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit. Spiel..., ό.π., σ. 185, 186).

Σελ. 264
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/265.gif&w=600&h=915

αποκλειστικός και καθοριστικός αναδεικνύουν την πίστη στη μαγική δύναμη του παιδιού και συνακόλουθα την αξία και σημασία του σε μια κοινωνία, η οποία τιμά και επιζητεί τη γονιμότητα των μελών της και ιδιαίτερα την αρρενογονία. Η αιτία που οι αγερμοί ή τα έθιμα τα οποία συνδέονται με αυτούς ανήκουν στη δικαιοδοσία των παιδιών, ή έστω νεαρών μελών της κοινότητας, είναι ένα σημαντικό ερώτημα που αφορά γενικότερα τις αγροτικές, τουλάχιστον, κοινωνίες στον ελληνικό και τον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι θεωρούνταν κατά κάποιο τρόπο υποτιμητικοί για τον ενήλικα, σαν ένα είδος εθιμικά και θρησκευτικά νομιμοποιημένης επαιτείας και ότι το αίσθημα αυτό συνυπήρχε με την πίστη στη μαγική δύναμη του παιδιού.44 Οπωσδήποτε οι αγερμοί λειτουργούσαν ως μηχανισμοί θεμελιώδους κοινωνικοποίησης και ίσως αυτή η λειτουργία τους ενθάρρυνε την αποκλειστική διεξαγωγή τους από παιδιά τα οποία με αυτό τον τρόπο εξασφάλιζαν υλικά αγαθά, εξοικειώνονταν με τον περιβάλλοντα χώρο και τους ανθρώπους του, λειτουργούσαν και αισθάνονταν ως μέλη μιας ομάδας, κατ' αρχήν της ομάδας των ομηλίκων, σε ένα δεύτερο επίπεδο όμως του συνόλου της κοινότητας.

Τα έθιμα αυτά είχαν και την οικονομική τους διάσταση: «Είχα πάει κι εγώ πολλές φορές», αφηγείται ο Γ. Π. που γεννήθηκε περίπου στην καμπή από το 19ο προς τον 20ό αι., «ήταν κάτι ήθη, έθιμα, όπου τρέχαν τα παιδάκια, προπαντός για να 'κονομήσουν κάτι...».45 Ομάδες αγοριών ή κοριτσιών γυρνούσαν τα σπίτια του χωριού για να ευχηθούν στις ονομαστικές εορτές των ανδρών46 ή να τραγουδήσουν τα κάλαντα στις παραμονές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς, των Φώτων και να εισπράξουν ένα κομμάτι γλυκό ή μερι-

44. Στη μελέτη του για την εθιμική ζωή στον ελληνικό χώρο ο Γεώργιος Μέγας παρουσιάζει τους αγερμούς ως κατ' αρχήν αλλά όχι αποκλειστικά προνόμιο/καθήκον των παιδιών (Γ.Α. Μέγας, Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας, Αθήνα 2001 (α' έκδ. 1956), σ. 73: «Όπως την παραμονή των Χριστουγέννων, έτσι και το βράδι της παραμονής του Νέου έτους, τα παιδιά, ή και ενήλικες, γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και λέγουν τα κάλαντα»: οι πλάγιοι χαρακτήρες είναι δικοί μου). Αλλά στα παραδείγματα που παραθέτει στη συνέχεια εμφανίζονται μόνο παιδιά (ό.π., σ. 73 κ.εξ.).

45. Συν. με τον Γ. Π., σ. 10.

46. Μόνο οι ενήλικες άνδρες μιας οικογένειας δέχονταν ευχές με αυτό τον πανηγυρικό, δημόσιο τρόπο στην ονομαστική τους εορτή. Στην ανδροκρατούμενη κοινωνία η ονομαστική εορτή αφορούσε τους άνδρες και οι γυναίκες δέχονταν τις ευχές των παιδιών ως διαμεσολαβήτριες για τους άνδρες τους. Άλλωστε οι γυναίκες αποκαλούνταν συχνά με το όνομα του άντρα τους (Παναγιώταινα, Βασίλαινα κ.λπ.). Πβ. τις παρατηρήσεις της Α. Κλωνή σχετικά με τις ονομαστικές εορτές και το προσωπικό εορταστικό βίωμα ως προνόμιο των ανδρών στην κοινότητα Λυγαριά Θεσπρωτίας στα τέλη της δεκαετίας του 1970 (Α. Κλωνή, «Εργασία, παιδί και παιχνίδι στην ελληνική ύπαιθρο: Η περίπτωση της Λυγαριάς. Ανθρωπολογική Προσέγγιση», στο Κ. Γκουγκουλή, Α. Κούρια (επιμ.), Παιδί και παιχνίδι στη νεοελληνική κοινωνία (19ος και 20ός αιώνας), Αθήνα 2000, σ. 417-473, κυρίως σ. 425, 426).

Σελ. 265
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/266.gif&w=600&h=915

μερικές δεκάρες. Τη Μεγάλη Παρασκευή ομάδες αγοριών γυρνούσαν τα σπίτια του χωριού για να τραγουδήσουν τα Πάθη του Χριστού, τα «Χριστοπάθη», και να κερδίσουν μερικές δεκάρες ή να μαζέψουν αυγά. Είναι ευνόητο ότι σε μια οικονομία με περιορισμένο βαθμό εκχρηματισμού και έντονα αυτοκαταναλωτικό χαρακτήρα τέτοιου είδους κέρδη είχαν ιδιαίτερη αξία.

Το γλυκό αποτελούσε σπάνιο, ακριβό και γι' αυτό πολύτιμο αγαθό το οποίο κατ' αρχήν προοριζόταν για τους ενήλικες και μάλιστα για τους επισκέπτες. Ακόμη και η χαϊδεμένη μοναχοκόρη του καθηγητή του Ελληνικού σχολείου το αναφέρει στη μαρτυρία της: «Και κάτι άλλο που θυμάμαι, ότι το γλυκό ήταν πολύτιμο στην παιδική μου ηλικία και μεγάλωσα με την εντύπωση ότι το γλυκό είναι μόνο για τους ξένους».47 Εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς πόση σημασία, πραγματική και συμβολική, είχε για τα παιδιά το γλυκό που εξασφάλιζαν τις μέρες των ονομαστικών εορτών, τα Χριστούγεννα ή την Πρωτοχρονιά. Αλλά κατά κανόνα τα παιδιά, ιδίως τα μικρότερα, αμείβονταν με χαλβά, γλυκό που παρασκευαζόταν εύκολα, με σχετικά οικονομικά υλικά και δεν προσμετρούνταν στα πραγματικά γλυκά. Πολύ σπάνια και μόνο αν η νοικοκυρά ήταν ιδιαίτερα γενναιόδωρη ή τα παιδιά προέρχονταν από στενά συγγενικό σπίτι, θα εξασφάλιζαν μια τηγανίτα ή ένα κομάτι μπακλαβά από τις γωνίες του ταψιού. Τα τελευταία προορίζονταν για τους ενήλικες «μουσαφίρηδες» :

Ε, άλλ ' δίναν, άλλ ' δε δίναν, αναλόγως. Άμα ήσαν και πολύ μκρός... τα μπακλαβάδια τάχαν για τς μεγάλους. Εμάς μας δίναν κάνα λουκουμάκ', κάνα κουραμπιούλ', κάνα χαλβά εμάς, άμα ήμασταν μικρά. Άμα μεγαλώσαμε, πήγαμε έντεκα χρονών, δώδεκα, μας δίναν κάνα γλυκό, κάπ', κάπ'.48

Σε άλλες μαρτυρίες και το λουκούμι ή ο κουραμπιές προβάλλουν ως προνόμια των ενηλίκων. Η ουσία πάντως είναι ότι τα καταναλωτικά δικαιώματα των μελών της κοινότητας ήταν ιεραρχημένα ανάλογα με την ηλικία' όσα υλικά αγαθά απαιτούσαν σημαντικό χρηματικό ποσό, χρόνο και κόπο για να αποκτηθούν ή να παρασκευαστούν και αποτελούσαν περισσότερο μια απόλαυση, παρά μια απόλυτη αναγκαιότητα (το είδος των αγαθών αυτών μπορεί να διέφερε κάπως από τη μία περίπτωση στην άλλη) προορίζονταν κατ' αρχήν για βιολογικά και διανοητικά ώριμα μέλη της κοινότητας, δηλαδή για τους ενήλικες. Ίσως με τη σειρά τους τα καταναλωτικά δικαιώματα των ενηλίκων ήταν ιεραρχημένα κατά ηλικίες και τα γηραιότερα μέλη είχαν προτεραιότητα' εξίσου πιθανή είναι μια ιεράρχηση κατά φύλο στο πλαίσιο της οποίας προηγούνταν οι άνδρες, ανεξάρτητα από την ηλικία τους, ή η λειτουργία ανάλογων ιε-

47. Συν. με την Π. Λ., σ. 7.

48. Συν. 2 με την Γ. Σ., σ. 6.

Σελ. 266
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/267.gif&w=600&h=915

ιεραρχήσεων στο εσωτερικό των ομάδων των παιδιών. Περιορίζομαι στη διατύπωση αυτών των υποθέσεων αφού το υλικό δε μου επιτρέπει τη διερεύνηση τους.

Η αμοιβή ειδικά με αυγά στη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας είχε φυσικά συμβολικές διαστάσεις. Ανεξάρτητα από αυτό, το αυγό αποτελούσε σημαντικό μέσο συναλλαγών μικρής εμβέλειας για τις αγροτικές κοινωνίες στον ελληνικό χώρο, σε όλη την εποχή του Μεσοπολέμου αλλά και αργότερα.49 Τα χρήματα ήταν σπάνιο αγαθό και επειδή μόνο οι προφορικές μαρτυρίες ανδρών αναφέρονται σε αμοιβή με δεκάρες πιθανολογώ ότι, προπάντων τα αγόρια, αμείβονταν με χρήματα. Εάν αυτό ισχύει, επιβεβαιώνει πως η διαχείριση του χρήματος ήταν ανδρικό προνόμιο σε όλες τις ηλικίες και υποδεικνύει ότι τα αγόρια ενθαρρύνονταν στην ανάπτυξη ενός περισσότερου εγωκεντρικού και αυτόνομου χαρακτήρα, αφού το χρήμα λειτουργεί ως μέσο απόκτησης υλικών αγαθών και χρησιμοποιείται κατά βούληση. Σύμφωνα με μια μαρτυρία «καμιά φορά τα παιδιά, βέβαια τα πιο ζωηρά, των μεγάλων τάξεων, τα παίζαν τα λεφτά που βγάζαν, τα παίζαν. Είναι το λεγόμενο στριφτό».50 Όπως θα δούμε στην επόμενη ενότητα, «στριφτό» έπαιζαν μόνο αγόρια" άλλωστε ο όρος «παιδιά» στην παραπάνω αφήγηση σημαίνει «αγόρια».

Στους αγερμούς τα παιδιά ανέπτυσσαν την εφευρετικότητά τους, επιστράτευαν όλη την πονηριά τους προκειμένου να εξοικονομήσουν κάτι παραπάνω. Ένα συνηθισμένο τέχνασμα για να μαζέψουν περισσότερα αυγά λ.χ. στα «Χριστοπάθη» ήταν η διάσπαση της παρέας -της «κομπανίας», όπως έλεγαν— των αγοριών σε ζευγάρια, τα οποία πήγαιναν χωριστά στο ίδιο σπίτι να ευχηθούν και να τραγουδήσουν,51 να ευχηθούν: Στο πλαίσιο των εθίμων, της ομάδας, τα παιδιά είχαν ένα δικαίωμα που υπό άλλες συνθήκες αποτελούσε προνόμιο των ενηλίκων.52 Αλλά είχαν και δικαίωμα να καταραστούν: Δε δέχονταν πάντοτε παθητικά τη μικροψυχία ορισμένων που τα «υποδέχονταν» με σφαλισμένη πόρτα' ορισμένες φορές αντιδρούσαν στο γεγονός ότι έπρεπε να αρκεστούν στο χαλβά ενώ η νοικοκυρά είχε φτιάξει λ.χ. μπακλαβά. Μέσω της ιδιαίτερης θέσης τους στην εθιμική ζωή λειτουργούσαν ως φόβητρο, ασκούσαν κοινωνικό έλεγχο.

Ο αδερφός μου πάγαινε, θυμάται η Α. Σ., γιατί παγαίναν δυο αγόρια, και

49. Βλ. Ζ. Ξηροτύρης, Έθιμα και Δοξασίες του Λαού μας, τ. Δ', Αθήνα 1988, σ. 188194.

50. Συν. με τον Χ. T., σ. 10' πβ. Ηλιόπουλος, Λαογραφικά Δωρίδας, ό.π., σ. 303.

51. Συν. με τον Π. Π., σ. 7.

52. Για τους παιδικούς αγερμούς ως δρώμενα που «αποβλέπουν στην ευετηρία με την ευρύτερη διάστασή της, της καλής δηλαδή υγείας και της πλούσιας παραγωγής» βλ. το άρθρο του Γ. Αικατερινίδη, «Το παιδί σε εθιμικούς αγερμούς και ευετηρικά δρώμενα», στο Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Λαϊκή Παράδοση και Παιδί, ό.π., σ. 57-68.

Σελ. 267
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/268.gif&w=600&h=915

πάγαινε και πολλοί δεν τον βάζαν μέσα. Κλείναν την πόρτα, να μη δώσουν τίποτα... Και λέγαν τα παιδιά, "του χρόνου με παλιούρια", δηλαδή νάναι κλειστή χαλά η πόρτα σας... Όχι δεν ήταν φτωχοί αυτοί που κλείναν την πόρτα... Συνήθως οι μεγάλοι άνθρωποι, οι ηλικιωμένοι, τα κάναν αυτά53.

«Και του χρόνου με παλιούρια»: μια παιδική κατάρα συνηθισμένη στα ορεινά χωριά της Δωρίδας που σήμαινε ότι τα παλιούρια -θάμνοι με αγκάθια που χρησιμοποιούνταν για την περίφραξη κήπων, αλωνιών κ.λπ.- θα έφραζαν τις πόρτες των σπιτιών. Ορισμένοι θυμούνται τα κατορθώματα της Β. Σ., που όντας «αγοροκόριτσο» έπαιρνε εκδίκηση από όσες νοικοκυρές αρνούνταν να δώσουν στα παιδιά λίγο μπακλαβά ή έναν κουραμπιέ: Βούλωνε τις κλειδαρότρυπες στις πόρτες τους με το χαλβά που έδιναν.54 Όταν σε μια περίπτωση η νοικοκυρά τους έδωσε «καϊμένο», δηλαδή καμένο χαλβά, το κορίτσι έδωσε το σύνθημα και η παρέα άρχισε να πετά το χαλβά στους τοίχους, φωνάζοντας: «Να μη χρονιάσει ο Κώστας». Όχι ότι η Β. Σ. έμεινε ατιμώρητη" αντίθετα η μητέρα της την έδειρε πολύ.55 Γεγονός είναι όμως ότι οι αγερμοί -με εξαίρεση το «Λαζαρή»- συγκροτούσαν γενικά, όπως άλλωστε και ο σκάρος ή το παιχνίδι, έναν χωρόχρονο στη ζωή του χωριού που οριζόταν και ελεγχόταν σε πολύ μεγάλο βαθμό από τα παιδιά' οι αγερμοί αποτελούσαν, με άλλα λόγια, ένα σημαντικό κομμάτι του κόσμου των παιδιών στην κοινωνία του χωριού.

Ένας τύπος αγερμού ήταν το ποδαρικό που έκαναν παιδιά στα σπίτια την Πρωτοχρονιά, «τ' Αϊ-Βασιλιού», όπως λένε στο χωριό, κατά προτίμηση «ένα μ'κρό πιδί (αγόρι) συγγινικό».56 Υπάρχει μια αστεία και εύγλωττη συνάμα ιστορία σχετικά' μια ιστορία που δείχνει την εφευρετικότητα και την πονηριά των παιδιών, τις πρωτοβουλίες τις οποίες ανέπτυσσαν μέσα στα περιορισμένα πλαίσια στα οποία κινούνταν, τους τρόπους με τους οποίους —κατά πρώτο λόγο τα αγόρια-, διασάλευαν, χωρίς όμως ποτέ να αμφισβητούν, την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων, ακόμη και εκείνη της εθιμικής ζωής, μια ιστορία που αναδεικνύει το παιδί ως υποκείμενο:

Την Πρωτοχρονιά τι κάνανε; Οι μητέρες να πούμε φτιάχνανε ένα πιάτο γλυκά, σε στέλναν στο πιο συγγενικό σπίτ', π.χ. η μητέρα μου μ' έστελνε με τα γλυκά να πάω στον αδελφό τς, γλυκά. Και τι έγινε; Πήγα εκεί πέρα στο θείο το δάσκαλο και μούδωσε λεφτά και μ ' άλλαξε τα γλυκά. Πήγαμε μεις κουραμπιέδες, μου αλλάζει τα γλυκά, μου βάζει καταΐφι. Αλλά εγώ, εμπορικό πνεύμα, λέω πήρα τα λεφτά, πάω στο διπλανό σπίτι το οποίο

53. Συν. με την Α. Σ., σ. 11.

54. Συν. με τον Αρ. Μ., σ. 10.

55. Τετράδιο Σημειώσεων, σ. 8.

56. Αρχείο Λαογραφικού Σπουδαστηρίου, 1974/75, χειρόγραφο 2227, σ. 92 (μαρτυρία Ελένης Πτ. Αρμάου, ετών 95).

Σελ. 268
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/269.gif&w=600&h=915

ήταν άγνωστο. Αυτοί μ' είδανε που πήγα μέσα, ε, σου λέει, καλωσήρθες. Παίρνουν τα γλυκά, μου δίνουνε λεφτά, αλλάζουν τα γλυκά. Παίρνω εγώ τα λεφτά. Μέχρι va' ρθω εδώ πέρα, τι έγινε από ατυχία; Έτυχε ο διάολος τα γλυκά που μούδωσε η δασκάλα (η γυναίκα του θείου, που ήταν δάσκαλος) δεν ήταν τα ίδια με τα τελευταία, και λέει τώρα η μάνα μου, η συχωρεμένη, για να της κάνει να πούμε, να την ευχαριστήσει, λέει: «ωραίος ο μπακλαβάς που μας έστειλες». -«Ποιος μπακλαβάς; Εγώ είχα καταΐφι βάλει». -«Καταΐφι;», λέει. «Έλα δω, πού τα βρήκες αυτά;»51

Για να γυρίσουν τα σπίτια του χωριού τα παιδιά έπρεπε να έχουν γνώσεις τοπογραφικές. Επιπλέον στις ονομαστικές γιορτές, έπρεπε να γνωρίζουν τα ονόματα των χωριανών για να δώσουν τις ευχές τους εγκαίρως στα «σωστά» σπίτια, έπρεπε επομένως να έχουν γνώσεις «κοινωνικής τοπογραφίας». Οι αγερμοί συντελούσαν, λοιπόν, έμμεσα στη σύσφιξη των κοινωνικών δεσμών ανάμεσα στις οικογένειες του χωριού και προετοίμαζαν τα παιδιά για μια ζωή όπου οι δεσμοί με τους άλλους και η αλληλεγγύη αποτελούσαν απαραίτητες προϋποθέσεις επιβίωσης, τα προετοίμαζαν για μια ζωή στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία. Άλλωστε τις μέρες των εορτών, ονομαστικών και θρησκευτικών, οι πόρτες των σπιτιών έμεναν ξεκλείδωτες, έκφραση της εξωστρέφειας που χαρακτήριζε την κοινωνική ζωή μέσα πάντοτε στα πλαίσια του χωριού: «Λοιπόν τς πόρτες δεν τς κλείναν τότε. Έρχεταν ο ξένος, δε χτύπαγε, τακ, δηλαδή εδώ στο δικό μας το σπίτ'. Έρχεταν εδώ η Λεωνίδαινα, δε χτύπαγε, τσακ έμπαινε, και την έβλεπες από πίσω σου».58

Ας μη φανταστούμε όμως ένα χωριό στο οποίο όλοι είχαν σχέσεις με όλους. Το χωριό χωριζόταν σε γειτονιές, οι χωριανοί δεν είχαν όλοι τα κτήματά τους στο ίδιο μέρος και μιλώντας με τους ανθρώπους πολύ γρήγορα αντιλαμβάνεσαι ότι η εικόνα που έχεις πλάσει με το νου σου, η εικόνα δηλαδή ενός χωριού ενιαίου σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, είναι κάπως αυθαίρετη, μηχανιστική. Κατ' αρχήν τα παιδιά γνώριζαν και επιδίωκαν να γνωρίσουν τη γειτονιά τους και τις γειτονιές που συνόρευαν με τη δική τους. Παιδιά που έμεναν λ.χ. στην Πάνω Γειτονιά, ψηλά στο χωριό, ελάχιστες σχέσεις είχαν με τον Κάτω Μαχαλά, την περιοχή του χωριού που απλωνόταν κάτω από την αγορά. Δεν ξέρω αν οι συνομιλητές το εννοούν κυριολεκτικά όταν ισχυρίζονται ότι τα παιδιά πήγαιναν να ευχηθούν σε «όλα» τα σπίτια' η άγνοια όμως για ορισμένες περιοχές μπορούσε να έχει δυσάρεστες συνέπειες: Σε μια περίπτωση τα παιδιά πήγαν σε μια άγνωστη γειτονιά και χτύπησαν την πόρτα ενός διώ-

57. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 10 (έχω αλλάξει τα ονόματα των γλυκών επειδή υπήρχε στη μαρτυρία μια ταυτολογία' προφανώς ο συνομιλητής δε θυμόταν ακριβώς για τι είδους γλυκά επρόκειτο).

58. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 5.

Σελ. 269
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/270.gif&w=600&h=915

διώροφου παλιού σπιτιού, το οποίο όμως οι ιδιοκτήτες χρησιμοποιούσαν πλέον σαν αχυρώνα. Μέσα βρισκόταν ένα άγριο τσοπανόσκυλο και ακολούθησε «μάχη».59

2. ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Τα όρια μεταξύ παιχνιδιού και εορταστικών εκδηλώσεων δεν είναι σαφή. Όπως γράφει σε ένα πάλω και κλασικό έργο ο Ολλανδός ιστορικός Γιόχαν Χουιζίνγκα «η σχέση ανάμεσα στη γιορτή και στο παιχνίδι είναι πολύ στενή. Και η πρώτη και το δεύτερο κηρύσσουν μια αναστολή της καθημερινής ζωής». Επισημαίνει, όμως, ότι «το γνήσιο παιχνίδι έχει ... ένα τουλάχιστον επιπλέον ουσιώδες γνώρισμα, δηλαδή τη συνείδηση, οσοδήποτε λανθάνουσα κι αν είναι, του ότι πρόκειται για κάτι που γίνεται "μόνο στα ψέματα"».60 Σε αντίθεση με το παιχνίδι, τα γλέντια εκλαμβάνονται από όσους παίρνουν μέρος σε αυτά ως πραγματικότητες της τρέχουσας ζωής. Από κει και πέρα είναι δυνατόν στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων οι συμμετέχοντες να παίξουν, να λάβουν μέρος σε δραστηριότητες τις οποίες αντιλαμβάνονται ως μη πραγματικές σε συσχετισμό με την τρέχουσα ζωή.61

Το παιχνίδι των παιδιών έχει εδώ και καιρό σταματήσει να απασχολεί μόνο περιφερειακά τους επιστήμονες στη χώρα μας. Πέρα από πλούσιες λαογραφικές καταγραφές και μορφολογικές ταξινομήσεις παιδικών παιχνιδιών διαθέτουμε πλέον σημαντικές προσεγγίσεις κοινωνικών ανθρωπολόγων, εθνογράφων, κοινωνιολόγων, παιδαγωγών και ψυχολόγων. Στο βαθμό που οι προσεγγίσεις αυτές ασχολούνται με την ιστορία του παιχνιδιού ενδιαφέρονται προπάντων για τον κανονιστικό λόγο, την εκπαιδευτική πολιτική και τις αναπαρα-

59. Ό.π.

60. Γ. Χουιζίνγκα, Ο άνθρωπος και το παιχνίδι (Homo Ludens), μετ. Σ. Ροζάνης - Γ. Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα 1989 (α' έκδ. 1938), σ. 40, 41.

61. Σε ένα κλασικό έργο που πρόσφατα μεταφράστηκε στα ελληνικά ο γάλλος κοινωνιολόγος Roger Caillois ορίζει το παιχνίδι ως δραστηριότητα ταυτόχρονα «ελεύθερη», «διαχωρισμένη», «αβέβαιη», «μη-παραγωγική», «ρυθμισμένη από κανόνες» και «μυθοπλαστική»: Όταν οι άνθρωποι παίζουν, ενεργούν κατ' αρχήν αυτόβουλα, δηλαδή δεν υποχρεώνονται να παίξουν (παρ' όλο που αυτό δεν ισχύει για τα παιχνίδια τα οποία τα παιδιά σε τελευταία ανάλυση υποχρεώνονται να παίξουν στο πλαίσιο σύγχρονων παιδαγωγικών πρακτικών: Μαρία Παπαθανασίου). Επίσης κινούνται σε σαφώς προκαθορισμένο χώρο και χρόνο, υπακούουν σε ρυθμίσεις με προσωρινή αλλά απόλυτη ισχύ, δεν παράγουν οικονομικά αγαθά (πλούτο) με τη στενή έννοια του όρου, δεν μπορούν να γνωρίζουν εκ των προτέρων τα αποτελέσματα και έχουν συνείδηση ότι ενεργούν σε επίπεδο μη πραγματικό ή μιας πραγματικότητας δευτερεύουσας ως προς την τρέχουσα ζωή: βλ. R. Caillois, Τα Παιγνίδια και οι Άνθρωποι, μετ. Ν. Κούρκουλος, Αθήνα 2001 (α' έκδ. 1958), σ. 48.

Σελ. 270
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/271.gif&w=600&h=915

στάσεις του παιδικού παιχνιδιού στην τέχνη και τη λογοτεχνία.62 Θα επιχειρήσω να συμπληρώσω την οπτική μελετώντας την εμπειρία των ίδιων των ιστορικών υποκειμένων, μέσω μιας αναδρομικής και επομένως ιστορικής ανθρωπολογικής προσέγγισης, με βάση το υλικό μου και με επίγνωση των στενών ορίων του -αφού μάλιστα δεν πρόκειται για υλικό που προέκυψε από συμμετοχική παρατήρηση—, αλλά οπωσδήποτε χάρη σε αυτό.

Σύμφωνα με τον τίτλο του κεφαλαίου το παιχνίδι των παιδιών αποτελούσε κατά βάση έκφραση των παραδεδομένων, των κοινωνικών, οικονομικών, πολιτισμικών δομών του χωριού, της συστημικής και γι' αυτό δυσκίνητης -αλλά κατά κανένα τρόπο ακίνητης— διάρθρωσης της ζωής. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία η καταγωγή των παιχνιδιών που κατέγραψα χάνεται στο παρελθόν και τα παιδιά του χωριού συνεχίζουν να παίζουν τα ίδια παιχνίδια τις δεκαετίες του 1940 και του 1950. Όπως θα δούμε, τα παιχνίδια λειτουργούσαν σε μεγάλο βαθμό ως μηχανισμοί ένταξης των παιδιών στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία και τις αξίες της. Από αυτή την άποψη ο Ariès φαίνεται να έχει δίκιο όταν, αναφερόμενος στο παιδικό παιχνίδι, υποστηρίζει ότι «τα παιδιά συγκροτούν τις πλέον συντηρητικές ανθρώπινες κοινωνίες» («Les enfants costituent les sociétés humaines les plus conservatrices») ,63

Άλλωστε, σε αρκετές μελέτες έχει καταδειχθεί ότι το παιχνίδι το οποίο δεν «διδάσκεται» από τον ενήλικα αλλά μεταβιβάζεται προφορικά από παιδί σε παιδί αποτελεί φορέα συντήρησης παραδοσιακών μοτίβων, λεξιλογίου και στερεοτύπων.64 Και τα παιδιά στο χωριό έπαιζαν παιχνίδια τα οποία μάθαιναν το ένα στο άλλο, έπαιζαν επομένως «τα δικά τους παιχνίδια, όχι ...τα παιχνίδια των μεγάλων, ούτε τα παιχνίδια της παράδοσης, ούτε τα παιχνίδια της αγοράς, ούτε τα παιχνίδια της παιδαγωγικής, ούτε τα παιχνίδια της ψυχολογίας, των κοινωνικών επιστημών ή όποιου άλλου», για να δανειστώ φράσεις από ένα ποιητικό, «αιρετικό» κείμενο της ανθρωπολόγου Ε. Σκουτέρη-Διδασκάλου στο οποίο μεταξύ άλλων στηλιτεύει τη σύγχρονη παρεμβατικότητα (δασκάλων, ενηλίκων, αγοράς) στο παιχνίδι των παιδιών.65

62. Για μια σφαιρική εικόνα της πορείας της έρευνας βλ. προπάντων το συλλογικό τόμο που εκδόθηκε με επιμέλεια της Κλειώς Γκουγκουλή και της Αφροδίτης Κουρία: Παιδί και παιχνίδι, ό.π. Επίσης βλ. το αφιέρωμα της εφημερίδας Η Καθημερινή (Επτά Ημέρες, «Το Ελληνικό Παιχνίδι», ένθετο της 21ης Δεκεμβρίου 1997). Για μια κατατοπιστική επισκόπηση των θεωρητικών απόψεων της διεθνούς βιβλιογραφίας καθώς και για μια συνολική παρουσίαση και ανάλυση παιχνιδιών στον ελλαδικό χώρο που αντλεί από το υλικό λαογραφικών μελετών βλ. επίσης Ε. Αυδίκος, Το παιδί, ό.π., σ. 297-323.

63. Ariès, L'enfant et la vie familiale sous 1'Ancien Régime, σ. 98 [Αριές, Η Καθημερινή Ζωή, ό.π., σ. 115].

64. Αυδίκος, Το παιδί, ό.π., σ. 302 (σημ. 396).

65. Ε. Σκουτέρη-Διδασκάλου, «Αύριο θα παίζουμε-ελπίζω», Η Καθημερινή-Επτά Ημέρες

Σελ. 271
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/272.gif&w=600&h=915

Γράφοντας ότι τα παιδιά στο χωριό δεν έπαιζαν «τα παιχνίδια της παράδοσης» δεν εννοώ ότι δεν έπαιζαν παραδοσιακά παιχνίδια, αλλά ότι δεν έπαιζαν παιχνίδια επειδή ήταν παραδοσιακά' και υποστηρίζοντας ότι έπαιζαν «τα δικά τους παιχνίδια» δεν εννοώ βέβαια ότι νέες πρακτικές και νέα πρότυπα ζωής που έβρισκαν απήχηση σε τμήματα της κοινωνίας του χωριού δεν επηρέαζαν τον τρόπο με τον οποίο έπαιζαν τα παιδιά. Τεχνολογικές εξελίξεις και δυσεύρετα αγαθά του αστικού πολιτισμού λειτουργούσαν ως πηγή έμπνευσης νέων παιχνιδιών: Υπάρχει η πληροφορία ότι παιδιά έπαιζαν το «τηλέφωνο» χρησιμοποιώντας ένα κουτί από σπίρτα για ακουστικό και το νήμα μιας κουβαρίστρας για καλώδιο'66 μια συνομιλήτρια θυμάται πώς έπαιζε με μια ομπρέλα, αντικείμενο που αντίκρυζε για πρώτη φορά στη ζωή της και είχε φέρει από την Αθήνα ο άντρας τής κατά 10 χρόνια μεγαλύτερης αδελφής της.67

Το παιχνίδι «Κύρου Ανάβασις», εφεύρεση μαθητών του Σχολαρχείου στα τέλη της δεκαετίας του 1920, φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά αυτά εσωτερίκευαν εθνικές αξίες: μέσω των εκπαιδευτικών μηχανισμών αλλά πέρα από τα στενά óptà τους, μετατρέποντας το μάθημα, τη διδασκόμενη ύλη, σε πηγή έμπνευσης για παιχνίδι:

Παίζανε τα μεγαλύτερα αγόρια και κάνανε μια μάχη απ' την Κύρου Ανάβαση και πήγαιναν να καταλάβουν το νεκροταφείο. Στο Ελληνικό σχολείο. Πήγαιναν να καταλάβουν το νεκροταφείο, οι μισοί ήταν απέξω κι οι άλλ' ήταν από μέσα από τον τοίχο. Και μένα με είχανε βάλει, ήμουνα η πληγωμένη, σε δύο ξύλα είχαν βάλει ένα σεντόνι, έτσι, τόχαν τυλίξει και με ξάπλωναν, ήταν το φορείο. Κι όπως με τρέχανε, με πήρανε ένας απ' τη μια μεριά κι ένας απ' την άλλη, γύρισε αυτό και πάω κάτω εγώ. Κι έτσ' έγινα πραγματικός τραυματίας·68

Ακόμη, μαθητές γυμνασίου και φοιτητές από την Αθήνα οι οποίοι περνούσαν τα καλοκαίρια τους στο χωριό εισήγαγαν νέα ομαδικά αθλητικά παιχνίδια όπως το βόλεϊ. Έπαιζαν στην πλατεία όπου είχαν στήσει ένα δίχτυ κινώντας την περιέργεια των μικρότερων παιδιών, σύμφωνα με πληροφορίες που συνέλεξα τυχαία μιλώντας με χωριανούς. Σύμφωνα με μια μαρτυρία, σε άλλα χωριά της ορεινής Δωρίδας, όπως το Σουρούστι (Κερασιά) και το Νούτσομπρο (Ψηλό Χωριό), αγόρια έπαιζαν συστηματικά ποδόσφαιρο σε οργανωμένες μάλιστα συναντήσεις' το είχαν εισαγάγει στα χωριά παιδιά από την Αθήνα που στην πλειοψηφία τους κατάγονταν από την περιοχή και παραθέριζαν εκεί.69

ρες: ένθετο Το Ελληνικό Παιχνίδι, 21 Δεκεμβρίου 1997, σ. 8, 9.

66. Συν. με τον Λ. Γ. και την Α. Γ., σ. 9.

67. Συν. με την Β. Σ., σ. 1.

68. Συν. με την Κ. Σ., σ. 16 (στην οποία παρευρίσκεται η Π. Λ.).

69. Συν. με τον Η. Χ. και τον Κ. Χ., σ. 5.

Σελ. 272
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/273.gif&w=600&h=915

Πέρα, πάντως, από τις λιγοστές αυτές μαρτυρίες, στη μνήμη συνομιλητών και συνομιλητριών κυριαρχούν παιχνίδια παραδοσιακά που απαντούν σε πανελλαδικό -ορισμένα σε πανευρωπαϊκό ή και παγκόσμιο- επίπεδο. Βέβαια τα παραδοσιακά παιχνίδια δεν αποτελούν απολιθώματα: Στην πράξη είναι πιθανό να εξέφραζαν συχνά, ταυτόχρονα με τις υφιστάμενες πολιτισμικές δομές και με τρόπο ανεπαίσθητο, την αργή διάβρωση των δομών αυτών. Κατά κανόνα όμως οι πληροφορίες για τους τρόπους με τους οποίους τα παιδιά οργάνωναν το παιχνίδι τους δεν είναι τόσο λεπτομερείς, ώστε να επιτρέπουν την ανίχνευση τέτοιου είδους παράπλευρων λειτουργιών.

Στη διάρκεια των συνεντεύξεων οι άνθρωποι μού μίλησαν για διάφορα παιχνίδια, παιχνίδια κανόνων (ή αλλιώς ανταγωνιστικά) και κοινωνικών ρόλων,70 πολλά από τα οποία συναντώνται γενικά στην περιοχή της Ρούμελης ή και σε πολλές περιοχές του ελλαδικού χώρου.71 Οπωσδήποτε δεν αναφέρθηκαν σε όλα τα παιχνίδια τα οποία έπαιζαν ως παιδιά αλλά προπάντων σε όσα ανακαλούσαν αυτόματα στη μνήμη τους. Θα αναφερθώ επομένως, κατά κύριο λόγο, σε παιχνίδια που παίζονταν συχνά, που ήταν «συνηθισμένα».

Οι μαρτυρίες αφορούν προπάντων σε παιχνίδια ομαδικά, παιχνίδια που παίζονταν από ομάδες παιδιών. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός πως οι άνθρωποι θυμούνται συχνότερα και με μεγαλύτερη σαφήνεια τη συμμετοχή τους σε τέτοιου είδους παιχνίδια, επειδή συνήθως δεν αρχίζουν να παίζουν κατά ομάδες πριν τα πέντε τους χρόνια. Ίσως όμως ο σχετικός πλούτος των αναμνήσεων σχετίζεται επίσης με την καταλυτική κοινωνικοποιητική λειτουργία του ομαδικού παιχνιδιού: Μέσα από ομαδικά παιχνίδια τα παιδιά μάθαιναν να λειτουργούν στο πλαίσιο μιας κοινότητας, ακολουθώντας ορισμένους κανόνες, εσωτερίκευαν αυτό που ο Mead αποκάλεσε «ο γενικευμένος άλλος»72, απο-

70. Υιοθετώ εδώ τη βασική διάκριση την οποία ακολουθεί στα έργα της η Hildegard Hetzer, μέλος της πρωτοπόρας σχολής Ψυχολογίας που συγκροτήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης κατά το Μεσοπόλεμο. Φυσικά όλα τα παιχνίδια ρυθμίζονται από κανόνες αλλά η ονομασία «παιχνίδια κανόνων» αναφέρεται στα ανταγωνιστικά παιχνίδια οι κανόνες των οποίων είναι πολύ συγκεκριμένοι και ιδιαίτερα περιοριστικοί. Εννοείται, ότι ανάλογα με τα κριτήρια κάθε μελετητή διαφοροποιούνται και οι ταξινομήσεις των παιχνιδιών. Βλ. κυρίως Η. Hetzer, Das volkstümliche Kinderspiel, Βερολίνο-Βιέννη-Λειψία-Νέα Υόρκη 1927.

71. Τα περισσότερα παιχνίδια κανόνων τα οποία κατέγραψα, περιγράφονται στον λεπτομερή κατάλογο παιχνιδιών (κανόνων) από τον ελληνικό χώρο του λαογράφου Δημητρίου Λουκόπουλου (Ποια παιγνίδια παίζουν τα Ελληνόπουλα. Περιγραφές ελληνικών παιγνιδιών απ' όλα τα μέρη της Ελλάδας, Αθήνα 1926). Κατάλογος παιχνιδιών κανόνων από την περιοχή της Δωρίδας περιέχεται επίσης στο βιβλίο του Γιάννη Ηλιόπουλου, Λαογραφικά Δωρίδας, ό.π., σ. 192-198.

72. G. Η. Mead, «Το ιστορικό της γένεσης του εαυτού», στο Μακρυνιώτη (επιμ.), Παιδική Ηλικία, ό.π., σ. 285-296, κυρίως σ. 288: «Η θεμελιακή διαφορά ανάμεσα στο ατομικό παιχνίδι και το ομαδικό παιχνίδι είναι ότι στο δεύτερο το παιδί πρέπει να έχει τη στάση όλων των άλλων που εμπλέκονται σε αυτό... Το κάθε του ενέργημα καθορίζεται από

Σελ. 273
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/274.gif&w=600&h=915

αποκτούσαν μια αίσθηση ενότητας του εαυτού τους και επομένως ταυτότητας, ξεκινούσαν ενεργά πλέον τη ζωή τους στη μικροκοινωνία στην οποία είχαν γεννηθεί και προετοιμάζονταν ταυτόχρονα να αναλάβουν αργότερα δράση στο πλαίσιο της ομάδας των ενηλίκων. Ο Sutton-Smith έχει δίκιο όταν επισημαίνει πως «η κυρίαρχη φύση του παιχνιδιού στην ιστορία είναι το παιχνίδι με άλλους [επομένως το παιχνίδι στην κοινωνική-επικοινωνιακή του διάσταση], όχι το παιχνίδι με αντικείμενα».73

Λ' Διαχωρισμός των φύλων

Στο παιχνίδι των παιδιών έβρισκε την ενεργό έκφραση του εντονότερα και πρωιμότερα από οπουδήποτε αλλού ο διαχωρισμός των φύλων. Όλοι οι συνομιλητές συμφωνούν ότι γενικά δεν έπαιζαν με παιδιά του άλλου φύλου και καθιστούν σαφές -χωρίς να το διατυπώνουν ανοιχτά- ότι το παιχνίδι αγοριών και κοριτσιών, ιδίως όταν επρόκειτο για μεγαλύτερα παιδιά, αντέβαινε στους κοινωνικο-ηθικούς κανόνες του χωριού. Αγόρια και κορίτσια έπαιζαν χωριστά, ενίοτε σε διαφορετικούς χώρους, και κατά το μεγαλύτερο μέρος διαφορετικά παιχνίδια. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Θ. Α. που έπαιζε με τον κατά 5 χρόνια μεγαλύτερο αδελφό του, ελάχιστα όμως με την κατά 3 χρόνια μικρότερη αδελφή του, αφού «τα κορίτσια συνήθως παίζανε χωριστά».74 Όσα χρόνια ο παιδικός πληθυσμός του χωριού ήταν αριθμητικά αξιόλογος, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950, αγόρια και κορίτσια έπαιζαν χωριστά. Ο γιος του Χ. T., γεννημένος το 1938, δεν έπαιζε στα παιδικά του χρόνια με κορίτσια, όπως δεν είχε παίξει με κορίτσια και ο πατέρας του ο οποίος είχε γεννηθεί το 1914, δηλαδή 24 χρόνια νωρίτερα: «Με τα κορίτσια δε θυμάμαι να παίζαμε ποτέ τίποτα. Πού να τα δούμε τα κορίτσια; Δεν τα βλέπαμε».75 Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι τα αγόρια δεν έπαιζαν ποτέ με κορίτσια. Απαντήσεις στο σχετικό ερώτημα όπως: «Χώρια τα αγόρια παίζανε, χώρια τα κορίτσια, είχαν άλλα παιχνίδια κείνα, χωριστά ο καθένας, είχε μεγάλη πει-

το τι θεωρεί δεδομένο για τις πράξεις των άλλων που συμμετέχουν στο ομαδικό παιχνίδι... Η οργανωμένη κοινότητα ή κοινωνική ομάδα που δίνει στο άτομο την ενότητα του εαυτού του, μπορεί να ονομαστεί 'ο γενικευμένος άλλος'. Η στάση του γενικευμένου άλλου είναι η στάση ολόκληρης της κοινότητας». Βέβαια τα παιχνίδια κοινωνικών ρόλων είναι ομαδικά παιχνίδια που χαρακτηρίζονται από ευελιξία, ομαδικά παιχνίδια στο πλαίσιο των οποίων οι ενέργειες των «παικτών» μπορούν να διαφοροποιηθούν, χωρίς να παραβαίνουν ορισμένους βασικούς κανόνες.

73. Sutton-Smith, Toys as culture, Νέα Υόρκη 1986, σ. 26, αναφέρεται η πληροφορία από τον Corsaro (επιμ.), The Sociology of Childhood, ό.π., σ. 110.

74. Συν. με τον Θ. Α., σ. 9.

75. Συν. με τον Χ. T., σ. 22.

Σελ. 274
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/275.gif&w=600&h=915

πειθαρχία», «Δεν παίζανε κορίτσια με αγόρια»76 κ.ο.κ. είναι ενδεικτικές, αλλά έχουν γενικό χαρακτήρα: Δηλώνουν το κοινωνικά θεμιτό και την τάση που υπήρχε. Αναλυτικές μαρτυρίες σχετικοποιούν τις γενικές διαπιστώσεις. Καταδεικνύουν ότι οι απαγορεύσεις των ενηλίκων είχαν σχετική ισχύ και εφαρμογή στον κόσμο των παιδιών" και επιβεβαιώνουν τις θέσεις κοινωνικών ανθρωπολόγων που υποστηρίζουν ότι τα παιδιά δεν αποτελούν παθητικούς δέκτες της βούλησης των ενηλίκων αλλά συμμετέχουν στη διαδικασία της κοινωνικοποίησης ως ενεργητικοί δρώντες.77

Πιθανότατα, τις περισσότερες φορές, η πλειοψηφία των παιδιών δεν τολμούσε, ίσως δεν διανοούνταν καν, να παραβεί τις σχετικές απαγορεύσεις των ενηλίκων. Ορισμένα παιδιά όμως αδιαφορούσαν γι' αυτές: Η Κ. Σ. λ.χ., ιδιαίτερα δυναμικό και ζωηρό παιδί, μου δήλωσε ότι έπαιζε με αγόρια και όταν τη ρώτησα κατά πόσο επιτρεπόταν κάτι τέτοιο, απάντησε αποφασιστικά: «Όχι, αλλά έπαιζα. Έπαιζα με τ' αγόρια, έπαιζα. Πολύ δυναμική». Και η Α. Σ. θυμάται: «Παίζαμε με τ' αγόρια αλλά όχι και τόσο ελεύθερα, μη μας δει η μάνα μας και μας φωνάξει, φοβόμασταν, πώς να στο πω;».78

Άλλωστε στην πράξη αγόρια και κορίτσια περνούσαν αναγκαστικά πολλές ώρες μαζί αφενός στο σχολείο, αφετέρου όταν σκάριζαν.

Αντίθετα με τις προθέσεις των νομοθετών και λόγω ελλείψεων στην υλικοτεχνική υποδομή και τον αριθμό των διδασκόντων, το σχολείο ήταν, όπως ανέφερα στο προηγούμενο κεφάλαιο, μεικτό" αποτελούσε επομένως χώρο συνεύρεσης των δύο φύλων. Ως εκ τούτου προσφέρονταν ευκαιρίες σε αγόρια και κορίτσια να παίξουν μαζί, έστω κρυφά και προσεκτικά, ώστε να μη γίνουν αντιληπτά από τους ενήλικες:

Στα θρανία ήμασταν από δω ως εκεί εμείς τα κορίτσια, από κει ως εκεί τ' αγόρια. Είχαμε απέξω μετά (συναντήσεις). Άλλοι παίζανε και με τ' αγόρια και με τη γρούνα που λέγαμε αυτό, κι αυτός ο Α., ο Βασίλς, ήταν πολύ γουστόζκος και μόλεγ': «Έλα, ρε Μαρία, καλά που σ' ηύρα. Τα κανονίσαμε. Θα παίξουμε». «Εμ τι, δε θα παίξουμε, Βασίλ', αν δε με ιδεί η μάνα μ '». Είχαμε και το φύλακα.

Όταν ρώτησα την αφηγήτρια: «Γιατί, δε σας άφηναν να παίξετε;» απάντησε: «Ε, τη γρούνα τώρα... Σ' λέει, είναι ανδρικό παιγνίδ' αυτό. Σεις πάτε με τ' αγόρια. Αλλά εμείς στο σχολειό δεν τς ρωτάγαμε. Κάναμε τς ζαβολιούλες μας».79 (Είδαμε άλλωστε προηγουμένως ένα κορίτσι να συμμετέχει στο παιχνίδι των μαθητών του Σχολαρχείου «Κύρου Ανάβαση»).

76. Συν. με τον Λ. Γ., σ. 4' Συν. με την Π. Κ., σ. 4.

77. Γκουγκουλή Κ., «Εισαγωγή», Εθνογραφικά 9 (1993) (επιμέλεια Γκουγκουλή Κ.), Το παιδικό παιχνίδι, σ. 9-15, σ. 11.

78. Συν. με την Κ. Σ., σ. 4' Συν. με την Α. Σ., σ. 3.

79. Συν. με την Μ. Ν., σ. 4.

Σελ. 275
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 256
    

    Αυτό διαπιστώνει κανείς εξάλλου και όταν εξετάζει τη συμμετοχή παιδιών σε κοινωνικές εκδηλώσεις που -αντίθετα με τα διαβατήρια έθιμα ή με έθιμα που αφορούν σε βασικές χριστιανικές εορτές, όπως τα Χριστούγεννα, το Πάσχα ή τα Θεοφάνεια- δεν είχαν αυστηρά τελετουργικό χαρακτήρα και άφηναν μεγαλύτερα περιθώρια αυτενέργειας στους μετέχοντες: Τέτοιες εκδηλώσεις ήταν κατά πρώτο λόγο τα πανηγύρια αλλά και συγκεντρώσεις όπως τα «ξεφλουδίσια» ή τα νυχτέρια. Στις εκδηλώσεις όμως αυτές τα παιδιά δε φαίνεται να αναλάμβαναν συγκεκριμένους ρόλους. Γενικά η εικόνα που σχηματίζει κανείς από τις προφορικές μαρτυρίες είναι πως η θέση τους στα γλέντια που διοργανώνονταν στο χωριό ήταν περιθωριακή, κι ακόμη ότι η ενεργός συμμετοχή στα γλέντια αυτά σφράγιζε ουσιαστικά το πέρασμα από την παιδική στη νεανική ηλικία, το πέρασμα σε μια περίοδο ατελούς ενηλικίωσης των χωριανών.

    Σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, κυρίως όμως κατά τους επιβαρυμένους με πλήθος αγροτικών εργασιών καλοκαιρινούς μήνες, διοργανώνονταν πανηγύρια που πρόσφεραν σωματική και ψυχική ανάπαυλα στους χωριανούς καθώς και την ευκαιρία να συναντηθούν, να επικοινωνήσουν, να ανταλλάξουν πληροφορίες και σκέψεις ή ακόμη να «κλείσουν» συμφωνίες. Οι γιορτές των εκκλησιών και ξωκλησιών μέσα στο χωριό και γύρω από αυτό λειτουργούσαν ουσιαστικά ως αφορμή για τα πανηγύρια. «Σαν πρώτο πανηγύρι ήταν τ' ΆιΓιωργιού, κι ύστερα συνέχιζαν τ' Αϊ-Κωνσταντίν', της Αναλήψεως, της ΑγιαΤριάδας, της Αγια-Μαρίνας, τ' Αϊ-Λιος, της Αγια-Παρασκευής, τού Αϊ-Παντελεήμονα, της Αγια-Σωτήρας, της Παναγίας του Δεκαπενταυγούστου και τέλειωναν πέρα τον Aï-Δημήτρη».19 Το σημαντικότερο πανηγύρι ήταν του Προφήτη-Ηλία, «τ' Αϊ-Λιος», όπως έλεγαν και λένε. Το πανηγύρι τούτο γινόταν -και γίνεται από τους παραθεριστές πλέον- στις 20 του Ιουλίου, του «Αλωνάρη» (τότε), στη γιορτή του Προφήτη-Ηλία" το ξωκλήσι είναι χτισμένο στην κορυφή ενός λόφου πάνω από το χωριό. Στα πανηγύρια οι χωριανοί συγκεντρώνονταν το πρωί στην εκκλησία και μετά τη λειτουργία ακολουθούσε φαγοπότι είτε στην περιοχή όπου βρισκόταν η εκκλησία, είτε στο χωριό' το απόγευμα ακολουθούσε γλέντι με φαγοπότι, χορό και τραγούδι στην πλατεία

    του χωρίου. 20

    Τα παιδιά συμμετείχαν σε αυτές τις κοινωνικές εκδηλώσεις -οι περισσότεροι συνομιλητές θυμούνται ότι πήγαιναν μικροί στα πανηγύρια- παρακολουθώντας τους «μεγάλους» και προσπαθώντας να τους μιμηθούν. Συγχρόνως τα

    19. Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 115.

    20. Στο σπίτι της Παρασκευής Μαυραγάνη, υπάρχει μια μοναδική φωτογραφία, στην οποία εικονίζεται όλο το χωριό, 1000 περίπου άτομα, μικροί και μεγάλοι, στο ξωκλήσι της Παναγίας, που βρίσκεται περίπου 400 μ. ψηλότερα από το Κροκύλειο, τη Δευτέρα του Πάσχα του 1929. Κάθε Δευτέρα του Πάσχα το χωριό μαζευόταν στην «Παναγίτσα», όπως ονομάζεται η κορυφή, και γλεντούσε. Η φωτογραφία είναι «τραβηγμένη» με φακό ευρυγώνιο. Τη φωτογραφική μηχανή είχε φέρει ένας χωριανός από την Αμερική.