Συγγραφέας:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Τίτλος:Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
 
Υπότιτλος:Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:38
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2003
 
Σελίδες:387
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Κροκύλειο Δωρίδας
 
Χρονική κάλυψη:αρχές 20ού αι.
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό είναι μία ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου, το Κροκύλειο (ως το 1915 Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο) της Φωκίδας, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει, δηλαδή, πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μία κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο παράδειγμα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.57 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 294-313 από: 395
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/294.gif&w=600&h=915

ποσότητας και ποιότητας πρέπει να ήταν σε γενικές γραμμές φτωχότερο από το διαιτολόγιο των περισσότερων αγοριών. Παράλληλα, τα αγόρια εξασκούνταν στο να διεκδικούν επιπλέον αγαθά ενώ τα κορίτσια μάθαιναν να αρκούνται στα υπάρχοντα: άραγε ως μελλοντικοί διαχειριστές της οικονομικής καθημερινότητας και της στενότητάς της;

Ε' Παρέκβαση: Ζωοκλοπή

Ορισμένες μαρτυρίες υποδεικνύουν ότι μεγαλύτερα αγόρια -τουλάχιστον πάνω από δεκατεσσάρων-δεκαπέντε ετών— που προέρχονταν από οικογένειες κτηνοτρόφων έκλεβαν κατά καιρούς ζώα άλλων κτηνοτρόφων. Όταν ρωτήθηκε, αν υπήρχαν ζωοκλέφτες στα χρόνια του, ο γιος ενός κτηνοτρόφου (τσοπάνης και ο ίδιος), γεννημένος το 1924, απάντησε: «Αφού εμείς οι ίδιοι ήμασταν κλέφτες. Απ' τα δεκατέσσερα αυτή τη δουλειά κάναμε» (αναφερόταν βεβαίως στα τέλη της δεκαετίας του 1930, επομένως σε μια όχι και τόσο πρώιμη περίοδο στη ζωή του ελληνικού κράτους). Τόνισε επίσης ότι με αυτό τον τρόπο η οικογένεια εξασφάλιζε κρέας χωρίς να έχει απώλειες από το δικό της κοπάδι.124

Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου η ζωοκλοπή στην ηπειρωτική Ελλάδα, τουλάχιστον στη Στερεά και τη Μακεδονία125, εξακολουθούσε να αποτελεί κοινή πρακτική («έθιμο» την αποκαλεί ο Λουκόπουλος το 1930) των τσοπάνηδων και να θεωρείται από τους κτηνοτρόφους ως ένδειξη παλικαριάς (πιθανόν να την προσμετρούσαν ακόμη στα προσόντα των υποψήφιων γαμπρών, όπως συνέβαινε σε ένα χωριό της Φθιώτιδας μέχρι την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και σε ένα χωριό της Κοζάνης στα τέλη της δεκαετία του 1920).126 Υποθέτω ότι σηματοδοτούσε για τους γιους των κτηνοτρόφων τη μετάβαση από την ηλικία που σήμερα θα αποκαλούσαμε παιδική σε μια άλλη που σήμερα θα αποκαλούσαμε νεανική. Η κλοπή μιας γίδας ή ενός προβάτου απαιτεί σωματικές δυνάμεις που αναπτύσσονταν σταδιακά κατά την περίοδο

124. Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 6' Επίσης Συν. με τον Χ. Μ., σ. 6.

125. Για τη Μακεδονία βλ. Δαμιανάκος, «Ληστρική Κοινωνία», ό.π., σ. 185, 186.

126. Βλ. Λουκόπουλος, Ποιμενικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 208-210. Βλ. επίσης τα όσα γράφει για τη ζωοκλοπή στον Πύργο της Υπάτης ο Αναγνωστόπουλος (Λαογραφικά Ρούμελης, Αθήνα 1955, σ. 63): «Μέχρι του 1914 η ζωοκλοπή εις το χωριό ήκμαζε μέχρι τοιούτου σημείου, ώστε ο νέος, ο οποίος δε θα είχε εις βάρος του πέντε τουλάχιστον καταδίκες για ζωοκλοπή, να κινδυνεύει να μείνει ανύπαντρος (...) ενθυμούμαι ότι από του 1900 έως το 1913 οι περισσότεροι ζωοκλέπται έκλεβαν όχι από ανάγκη αλλά από κακή συνήθεια κι έκλεβαν συχνά είκοσι και τριάντα ζώα μαζί». Σύμφωνα με τη δημοσιογραφική έρευνα του λογοτέχνη Στρατή Δούκα, στον Μεταξά Κοζάνης στα τέλη της δεκαετίας του 1920 προϋπόθεση για να παντρευτεί ένας νέος ήταν να έχει κλέψει τουλάχιστον 500 γίδες (Δαμιανάκος, «Ληστρική κοινωνία», ό.π., σ. 186). Για μαρτυρίες γύρω από τη διάδοση της ζωοκλοπής το 19ο αι. στο Πήλιο βλ. Αντμάν, Βία και Πονηριά, ό.π., σ. 45.

Σελ. 294
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/295.gif&w=600&h=915

της ενήβωσης. Και αν όντως τέτοιου είδους δραστηριότητες καθιστούσαν τους νεαρούς κτηνοτρόφους περιζήτητους γαμπρούς στον κύκλο τους, μήπως θα πρέπει να θεωρήσουμε τη ζωοκλοπή ως δραστηριότητα συνυφασμένη κατ' αρχήν με τη νεανική ηλικία και τους ανύπαντρους νέους άνδρες;

Πάντως στις αφηγήσεις τους οι γιοι κτηνοτρόφων (κατά κανόνα και οι ίδιοι τσοπάνηδες) δεν παρουσιάζουν τη ζωοκλοπή ως διασκέδαση παρ' όλο που οι ζωοκλέφτες πρέπει να βίωναν μια διασκεδαστικά αγωνιώδη εμπειρία δοκιμάζοντας το μυαλό και τις σωματικές δυνάμεις τους. Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι η πρακτική της ζωοκλοπής είναι σήμερα απαξιωμένη στην κοινωνική συνείδηση. Άλλωστε ούτε άλλοι συνομιλητές σκιαγραφούν τη ζωοκλοπή ως παιχνίδι (παιδιών ή ενηλίκων) και φαίνεται ότι για τους υπόλοιπους χωριανούς, εκτός από τους τσοπάνηδες, ανήκε ήδη τότε στα ενεργά κατάλοιπα του παρελθόντος" ιδεοτυπικά η θέση της ανήκει στις αφηγήσεις των γερόντων και όχι στην καθημερινή πρακτική.

ς' Τυχερά παιχνίδια και κάπνισμα

Σε αυτές τις παραβατικές-παιγνιώδεις δραστηριότητες των αγοριών μπορούμε να εντάξουμε τη συμμετοχή τους σε τυχερά παιχνίδια και το κάπνισμα. Η αναφορά στο κάπνισμα ως παιχνίδι ίσως ξενίζει τον αναγνώστη. Όμως, όπως θα φανεί και από την ανάλυση του υλικού στη συνέχεια, τα παιδιά, εκτός του ότι δεν κάπνιζαν υπό τους ίδιους όρους με τους ενήλικες, συνήθως δε χρησιμοποιούσαν πραγματικό καπνό, επομένως αναπαριστούσαν το κάπνισμα, «έπαιζαν ότι κάπνιζαν».

Τυχερά παιχνίδια και κάπνισμα αποτελούσαν αποκλειστικά, ή σχεδόν αποκλειστικά127, προνόμια των ανδρών. Στα τυχερά παιχνίδια διακυβεύονταν κατ' αρχήν χρήματα και σε μια ανδροκρατική κοινωνία, όπως αυτή στο παράδειγμα μας, η διαχείριση του χρήματος-διαβατήριου για την επικοινωνία με τον έξω κόσμο, αποτελούσε κατ' αρχήν και σε τελευταία ανάλυση υπόθεση των ανδρών.128 Ο καπνός δεν ήταν αγαθό που εξασφαλιζόταν εύκολα και ακίνδυνα σε

127. Στα σχόλια που συνοδεύουν τη δημοσίευση στην εφημερίδα Το Κροκύλιο μιας φωτογραφίας του 1912 περίπου, αναφέρεται ότι μια εικονιζόμενη που είχε γεννηθεί λίγο μετά τα μέσα του 19ου αι., «ήταν η μόνη γυναίκα που κάπνιζε στο χωριό μας και ίσως σ' όλη την επαρχία μας, φαινόμενο για κείνη την εποχή» (Εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 50 (1992): Η Παλιά μας Φωτογραφία, σ. 3).

128. Για παράδειγμα οι μαρτυρίες συμφωνούν ότι οι μετανάστες έστελναν εμβάσματα στο όνομα του πατέρα τους -εφόσον ζούσε- και όχι της μητέρας ή της γυναίκας τους, στην περίπτωση που ήταν παντρεμένοι. Ο Mitterauer τονίζει ότι στις αγροτικές κοινωνίες της κεντρικής Ευρώπης η μετατροπή μιας οικονομικής ασχολίας σε επάγγελμα και η ένταξη της σε μια εμπορευματική οικονομία την καθιστούσε ανδρική ασχολία (Mitterauer, «Geschlechtsspezifische Arbeitsteilung...», ό.π., σ. 899).

Σελ. 295
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/296.gif&w=600&h=915

προσιτή τιμή' στο μεγαλύτερο μάλιστα μέρος της περιόδου που εξετάζουμε (πιθανόν από το 1910 και μετά, περίπου) στο χωριό χρησιμοποιούσαν καπνό που εισαγόταν λαθραία.129 Προφανώς τυχερά παιχνίδια και κάπνισμα αποτελούσαν ανδρικά προνόμια και για έναν άλλο λόγο: επειδή οι άνδρες είχαν περισσότερο χρόνο στη διάθεση τους (είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο ότι το βάρος των περισσότερων εργασιών, οικιακών και αγροτικών, έπεφτε στους ώμους των γυναικών).

Παιχνίδια όπως οι «κοκόσιες» ή τα «κοκορέλια», στα οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, παίζονταν από παιδιά και των δύο φύλων και έχουν, όπως και οι βόλοι, χαρακτήρα τυχερών παιχνιδιών, αφού οι παίκτες βρίσκονται «ενώπιον της τυφλής ετυμηγορίας της τύχης»130. Όμως τυχερά παιχνίδια στα οποία διακυβεύονταν κατ' αρχήν χρήματα, όπως τα χαρτιά, τα ζάρια ή το λεγόμενο στριφτό,131 είχαν σαφώς έμφυλο χαρακτήρα και παίζονταν αποκλειστικά από αγόρια.

Στο χωριό όλοι οι άνδρες, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση,132

129. Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου ο καπνός ήταν το σημαντικότερο εξαγωγικό προϊόν της Ελλάδας (βλ. Mazower, Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση, ό.π., σ. 121-124). Το λαθρεμπόριο καπνού ήταν άλλωστε ευρέως διαδεδομένο' συνίστατο, προπάντων, σε λαθραίες εισαγωγές καπνού ή τσιγάρων που είχαν προηγουμένως εξαχθεί, επειδή τα τσιγάρα εξάγονταν χωρίς φορολογικές ταινίες (βλ. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. ΙΓ', Αθήνα 1930, σ. 752-760, λήμμα «καπνός», σ. 758: Λαθρεμπόριον του καπνού).

Σύμφωνα με τον εκατοντάχρονο Γ. Π. μέχρι το 1910 περίπου, στο χωριό καλλιεργούσαν καπνό' υπήρχαν μικρά, υποτυπώδη καπνοχώραφα για την κάλυψη των αναγκών των κατοίκων (Συν. με τον Γ. Π., σ. 20, 21). Στη συνέχεια η καπνοκαλλιέργεια απαγορεύτηκε. Στα 1938 ο Ρουμελιώτης λαογράφος Δ. Λουκόπουλος έγραφε τα εξής: «η Κυβέρνηση απαγόρεψε να φυτεύουν καπνά σ' όποιο κι όποιο χωράφι. Γιατί, όπως το πολύ καπνό δεν ξοδεύεται εύκολα, έτσι δεν ξοδεύεται και το άσχημο που βγάζουν τα βαρκοχώραφα» (Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 349). Υποθέτω ότι προστατεύονταν έτσι και τα συμφέροντα των μεγάλων καπνεμπορικών οίκων στη Δυτική Ρούμελη, που είχαν τις αποθήκες τους στο Αγρίνιο (ό.π., σ. 350). Αρκετοί χωριανοί έφερναν και πουλούσαν στο Κροκύλειο λαθραίο καπνό (Συν. με τον Γ. Π., σ. 21' Συν. με τον Χ. Μ., σ..5).

130. Caillois, Τα Παιγνίδια και οι Άνθρωποι, ό.π., σ. 59.

131. Σύμφωνα με μαρτυρίες που συγκέντρωσε η Μ. Αργυριάδη το «στριφτό», όπως και ένα άλλο τυχερό παιχνίδι με κέρματα, ο «ντόκος», παίζονταν στην Αμαλιάδα την περίοδο της Κατοχής (Μ. Αργυριάδη, «Στην Κατοχή και την Απελευθέρωση. Τα αυτοσχέδια και ομαδικά παιχνίδια που έπαιζαν παιδιά μέσα από προσωπικές μαρτυρίες», Η Καθημερινή, ένθετο Επτά Ημέρες..., ό.π., σ. 27-30, κυρίως σ. 28.) Υποθέτω ότι τα παιχνίδια αυτά ήταν ευρύτατα διαδεδομένα μεταξύ των αγοριών σε όλη τη χώρα, τουλάχιστον κατά το πρώτο μισό του 20ού αι.

132. Στη μελέτη του για τον ανδρικό συμποσιασμό στο χωριό Μουριά (Σκαμιά) της ΒΑ Λέσβου στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο Ε. Παπαταξιάρχης επισημαίνει ότι το βασικό κοινωνικό μόρφωμα του συμποσιασμου, η «παρέα», «αρχικά συγκροτείται ανεξάρτητα και συχνά αντιθετικά προς τη συγγένεια ή άλλες όψεις της κοινωνικής θέσης» (οι πλάγιοι χαρακτήρες δικοί μου): Παπαταξιάρχης, «Ο κόσμος του καφενείου...», ό.π., σ. 216.

Σελ. 296
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/297.gif&w=600&h=915

έπαιζαν συστηματικά στα «μαγαζιά» του χωριού τυχερά παιχνίδια, χαρτιά ή ζάρια" ορισμένοι έχαναν στο χαρτοπαίγνιο ή στα ζάρια τις οικονομίες τους και έφταναν στο σημείο να παίζουν ακόμη και ρούχα τους.133 Σύμφωνα με την επίσημη, κρατική αντίληψη, όπως εκφραζόταν μέσα από τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς και τα όργανα της έννομης τάξης -στο χωριό έδρευε αστυνομικός σταθμός-, τα τυχερά παιχνίδια, το κάπνισμα, το ποτό, εξομοίωναν πρώιμα τα παιδιά με τους ενήλικες και τα εξαγρίωναν' στο πλαίσιο τέτοιου είδους απολαύσεων τα παιδιά αποκτούσαν ελευθερίες που δε συμβιβάζονταν με την επίσημη αντίληψη περί διαπαιδαγώγησης και εύκολα μπορούσαν να ξεφύγουν από τον έλεγχο των ενηλίκων. Θεωρητικά, λοιπόν, το κράτος και το σχολείο (λειτουργώντας στο πλαίσιο της επίσημης παιδαγωγικής-αστικής λογικής) καταπολεμούσε τη διάδοση των τυχερών παιχνιδιών, όπως και του καπνίσματος.134 Ωστόσο, οι συνήθειες αυτές ήταν βαθιά ριζωμένες στην τοπική κοινωνία' αναφέρεται ακόμη και δάσκαλος ο οποίος χρησιμοποιούσε κατά τη διδασκαλία και την εξέταση των μαθητών όρους από το χαρτοπαίγνιο, λέγοντας λ.χ.: «στο Austerlitz ο Ναπολέων έφερε καρέ του άσσου», ή «πήγαινε πάσο και κάτσε κάτω», στους μαθητές που έβρισκε αμελέτητους ·135

Τα αγόρια εξασφάλιζαν κέρματα για τα τυχερά παιχνίδια από τη συμμετοχή τους σε αγερμούς και άλλες εθιμικές εκδηλώσεις ή πανηγύρια (μαζεύοντας από το έδαφος νομίσματα που έριχναν οι παριστάμενοι στους οργανοπαίκτες) ή, ακόμη, κρατώντας τα χρήματα που τους έδινε η μητέρα τους για να ανάψουν κερί στην εκκλησία. Ωστόσο, κατ' αρχήν τα παιδιά δεν είχαν πρόσβαση σε χρήματα. Τα περισσότερα δεν έπαιρναν χαρτζιλίκι από τους γονείς τους' μόνο η μοναχοκόρη (και μοναχοπαίδι) του καθηγητή του Ελληνικού σχολείου αναφέρει ότι της έδινε ο πατέρας της τακτικά χαρτζιλίκι διευκρινίζοντας,

133. Συν. με τον Μ. Μ., σ. 17" Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 18. Ο Μ. Μ. διηγήθηκε ότι ο πατέρας του επέστρεψε μια φορά σπίτι έχοντας κερδίσει το παντελόνι ενός συγχωριανού στα χαρτιά' η Π. Γ. με πληροφόρησε ότι μια φορά την εβδομάδα οι χωριανοί έπαιζαν ζάρια με Ζοριανίτες (από το γειτονικό χωριό Ζοριάνο): είτε πήγαιναν οι Κροκυλειώτες στο Ζοριάνο, είτε έρχονταν οι Ζοριανίτες στο Κροκύλειο και συγκεκριμένα στο μαγαζί του πατέρα της (οινομαγειρείο και παντοπωλείο ταυτόχρονα). Το Ζοριάνο αποκαλούνταν μάλιστα σκωπτικά «χαρτοπαικτικό Εφετείο», επειδή είχε πολλούς αξιόλογους χαρτοπαίκτες (Υφαντής, Αγνάντια στο Κροκύλιο, ό.π., σ. 73).

134. Για την προπαγάνδα υπέρ του ηθικοπλαστικού παιχνιδιού ή του παιχνιδιού με όρους σε συσχετισμό και με τυχερά παιχνίδια κατά το 19ο αι. βλ. Κ. Μπάδα, «Το παιχνίδι στην παραδοσιακή ελληνική κοινωνία. Μια πρόταση μελέτης», Εθνογραφικά 9 (1993), 73-81, κυρίως σ. 77. Πβ. την κυρίαρχη πολιτική-εκπαιδευτική αντίληψη για το παιχνίδι ως δραστηριότητα των παιδιών η οποία οφείλει να ελέγχεται από ενήλικες και παίζει σημαντικό ρόλο στην αξιολογική κρίση του παιδικού χαρακτήρα, όπως προβάλλει στα αναγνωστικά βιβλία του ύστερου 19ου και του πρώιμου 20ού αι." βλ. Δ. Μακρυνιώτη, Η παιδική ηλικία στα αναγνωστικά βιβλία, Αθήνα-Γιάννινα 1986, σ. 189-198.

135. Τετράδιο Σημειώσεων, σ. 6.

Σελ. 297
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/298.gif&w=600&h=915

ωστόσο, πως αποτελούσε εξαίρεση μια και «τότε δεν υπήρχε, χαρτζιλίκι δεν είχαν τα παιδιά, μη φανταστείς».136

Δεν είναι λοιπόν παράξενο που στις αφηγήσεις το «στριφτό» προβάλλει προπάντων ως παιχνίδι των μεγαλύτερων αγοριών -ηλικίας μεταξύ 12 και 15 ετών- και της νεολαίας του χωριού, χονδρικά των χωριανών μεταξύ 15 και 25 ετών. Γύρω όμως από τους παίκτες των τυχερών παιχνιδιών, συγκεντρώνονταν αγόρια μικρής ηλικίας, παρακολουθούσαν, ενθάρρυναν και ορισμένες φορές έπαιρναν μέρος στο παιχνίδι. Στο φως της εμπειρικής έρευνας, η άποψη του γάλλου κοινωνιολόγου Roger Caillois πως το παιδί, επειδή στερείται οικονομικής ανεξαρτησίας και δεν διαθέτει δικό του χρήμα, δεν συγκινείται από την υποταγή στην τύχη που αποτελεί και τη βασική γοητεία των τυχερών παιχνιδιών, φαίνεται γενικευτική, ανιστορική και βαθιά επηρεασμένη από τον σύγχρονο της κανονιστικό/παιδαγωγικό λόγο για το παιχνίδι.137 Γνωρίζουμε, άλλωστε, ότι και σε άλλες προκαπιταλιστικές, παραδοσιακές αγροτικές κοινωνίες του ευρωπαϊκού χώρου, όπως λ.χ. στη Γαλλία των πρώιμων Νέων Χρόνων, ενήλικες και παιδιά έπαιζαν με πάθος τυχερά παιχνίδια, καθώς οι δυνατότητες ψυχαγωγίας ήταν πολύ περιορισμένες και η καθημερινή ζωή κυλούσε μονότονα.138

Μικροί πολύ δεν παίζαν στριφτό. Οι μεγάλ' παίζαν. Από δεκαπέντε χρονώ κι απάν', δεκαοχτώ, είκοσι, εικοσιπέντε. Έρχονταν κει τα μικρά. Κοιτάζαν. Δεν είχαν και λεφτά τώρα πολύ μικρά. ... Αλλά μερικά ακούγαν, βάζαν και κείνα, βάζω και κείνο γω, λέει, τα ρίχνανε κάτω.139 - Καμιά φορά τα παιδιά, βέβαια τα πιο ζωηρά των μεγάλων τάξεων, τα παίζαν τα λεφτά που βγάζαν, τα παίζαν. Είναι το λεγόμενο στριφτό. Δηλαδή δυο δεκάρες μαζί. Το στριφτό ήταν δεκάρες του Όθωνα, έτσι τις λέγαμε, χάλκινες, κι έγραφαν επάνω «λεπτά 10». Δύο τέτοιες λοιπόν έκαναν το ζευγάρι με το οποίο οι νεαροί βλαστοί των χωριών έπαιζαν... Μπορεί νάταν και δέκα χρονών και δεκαπέντε χρονών. Βέβαια. Έξω γινόταν αυτό... Πριν στρίψουν τις δεκάρες βάζανε κάτω οι ενδιαφερόμενοι που θα παίζανε για να κερδίσουν, βάζανε μια δεκάρα, δυο, τρεις, πέντε, κάτω αυτά, κάτω στο έδαφος, κι όποιος έφερνε κορώνες και στα δυο (και στις δύο δεκάρες, οι οποίες λειτουργούσαν ως ζά-

136. Συν. με την Π. Λ., σ. 9.

137. Caillois, Τα Παιγνίδια και οι Άνθρωποι, ό.π., σ. 60, 61.

138. N.Castan, «Le public et le particulier», στο Ph. Ariès, G. Duby (επιμ.), Histoire de la vie privée, x. 3, Παρίσι 1986, σ. 413-453, κυρίως σ. 414.

139. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 9. Μικρότερα και μεγαλύτερα αγόρια εικονίζονται να παίζουν χαρτιά σε μια από τις φωτογραφίες τις οποίες «τράβηξε» ο γιατρός Απόστολος Κρίκος στο χωριό του, την Κερασιά (Σουρούστι) της ορεινής Δωρίδας το 1939-40 (Μ. Λουκοπούλου-Παττίχη, Βαρδουσία. Στα χωριά της ορεινής Δωρίδας, Αθήνα 1996, σ. 205, εικ. 9).

Σελ. 298
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/299.gif&w=600&h=915

ζάρια) τάπαιρνε όλα τα λεφτά, όσα είχαν βάλ' την ώρα εκείνη κάτω... Τ' αγόρια, τα κορίτσια ποτέ. Δεν παίζαν τα κορίτσια τέτοια πράματα.140

Τα αγόρια έπαιζαν επίσης χαρτιά. Φαίνεται ότι με χρήματα έπαιζαν κυρίως τα μεγαλύτερα αγόρια" τα μικρότερα, αλλά και τα μεγαλύτερα όταν δεν είχαν χρήματα, έπαιζαν στα χαρτιά κάποιο γλυκό, ένα λουκούμι λ.χ.: «Παίζαμε και τότε χαρτιά (όταν ήμασταν παιδιά) Αλλά δεν παίζαμε με λεφτά γιατί δεν έπαρχαν λεφτά... Παίζαμε καμιά φορά κανένα γλυκό. Είχε τότε μια δεκάρα το γλυκό».141 Η χαρτοπαιξία μπορούσε να αποβεί καταστρεπτική για όσα αγόρια έφευγαν από το χωριό και πήγαιναν στο Γυμνάσιο. Το χαρτοπαίγνιο πρέπει να ήταν αγαπημένη διασκέδαση μαθητών του Γυμνασίου στην Άμφισσα ή το Λιδωρίκι. Σε μια περίπτωση, γύρω στα 1916, ο συνομιλητής «έπαιξε» και έχασε σχεδόν όλα τα χρήματα που του είχε στείλει ο πατέρας του για να περάσει το μήνα. Κάποιοι συγχωριανοί του

είχαν κάν' το σπίτι του ενός, λέσχη και παίζανε. Και με φώναξαν μια μέρα να πάω να κάνουμε παρέα. Τετάρτη απόγεμα, οπού δεν είχαμε μάθημα, πηγαίναμε στο σχολείο τότε, θέλησα να πα να ιδώ το χωριανό μου. Κι όταν πήγα στο σπίτ' αντίκρυσα μια κατάστασ', τριάντα, τριάντα πέντε μαθηταί, γύρω σ' ένα τραπέζ' και χάμω γεμάτο χρήματα το τραπέζι και ένας έπαιζε ένα παιχνίδ', το λέγανε κοφτό. Ένα δικό σου, ένα δικό μου. Λοιπόν ...Ε, έκατσα κι εγώ να δω τι θα γίν'. Με πλησιάζει ένας μαθητής ... Βάζω μια πεντάρα ... Τότες η ζωή εστοίχιζε μία δραχμή την ημέρα ενοίκιο, σχολείο, φαγητό, χρηστικά, όλα, μια δραχμή ήταν αρκετή να τα καλύφει όλα. Στην Άμφισσα. Και, είχα λάβ' απ' τον πατέρα μου τριάντα δραχμές. Είχα στην τσέπη μου εικοσιεφτά δραχμές. Όταν κάποια δόση κατάλαβα ότι δεν είχα παραπάνω από τρεις δραχμές στην τσέπη μ', τότε συνήλθα. Με είχε τόσο πολύ ρουφήξ' το παιχνίδι που δεν καταλάβαινα. Έπαιζα και δεν καταλάβαινα τι μου γινότανε. Αφού είδα ότι δεν είχα άλλα λεφτά από τρεις δραχμές, σηκώνομαι, αποσύρομαι και φεύγω. Βγήκα έξω και δεν έβλεπα το δρόμο να πάω πίσω στο σπίτι μου. Απ' τη στενοχώρια σε σημείο, μπορώ να πω ότι παραλίγο να παραφρονήσω. Διότι δεν μπορούσα να καλύψω τα λεφτά αυτά τα οποία έχασα, στον πατέρα μου. Περνούσα στο δρόμο και, το νερό στην Άμφισσα τότε δεν το είχαν στα σπίτια, είχανε βρύσες στους δρόμους. Η γειτονιά ήξερε τι γίνεται στο δωμάτιο του μαθητού. Κι όταν περνούσα εγώ λέει μια γυναίκα: «Αυτό το καημένο, χαϊμένο είναι. Δεν το βλέπεις; Τα μούτρα του είναι φούρνος», λέει κάποια άλλη. Αυτά τα άκουγα και δε μίλαγα, από ντροπή.142

140. Συν. με τον Χ. T., σ. 10.

141. Συν. με τον Μ. Μ. και την Κ. Μ., σ. 17, 18.

142. Συν. 2 με τον Γ. Π., σ. 19, 20.

Σελ. 299
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/300.gif&w=600&h=915

Αυτό που φαίνεται ότι διαφοροποιούσε καθοριστικά τα τυχερά παιχνίδια των αγοριών από εκείνα των ανδρών ήταν ο χώρος στον οποίο παίζονταν. Τα παιδιά, ή εν πάση περιπτώσει τα αγόρια σχολικής ηλικίας, έπαιζαν στο δρόμο, στην πλατεία, στο δωμάτιο του συμμαθητή. Οι άνδρες έπαιζαν πίνοντας ή/και καπνίζοντας στο καφενείο ή το οινομαγειρείο (που μπορούσε συγχρόνως να λειτουργεί και ως παντοπωλείο). Οι αποκλειστικοί αυτοί χώροι συνεύρεσης των ανδρών ήταν απαγορευμένοι στα νεαρά αγόρια. Σύμφωνα με τους συνομιλητές τα παιδιά δεν πήγαιναν στο καφενείο, αφού απαγορευόταν από το νόμο και «είχε αστυνομία στο χωριό μέσα».143

Αλλά και στη συνείδηση της παραδοσιακής κοινωνίας οι χώροι αυτοί συνεύρεσης των ανδρών ήταν κατ' αρχήν προορισμένοι για ενήλικες. Τα στοιχεία μας δείχνουν ότι οι άνδρες σύχναζαν στο καφενείο αφού τελείωναν το Γυμνάσιο ή τη στρατιωτική θητεία τους και συμφωνούν με τις παρατηρήσεις του βρετανού ανθρωπολόγου John Campbell και του αμερικανού Irwin Sanders για την ελλαδική ύπαιθρο κατά τη δεκαετία του 1950. Οι ερευνητές αυτοί επεσήμαναν, εξάλλου, ότι διαφορετικές γενιές ανδρών σύχναζαν σε διαφορετικά καφενεία και το απέδωσαν στην κοινωνική ιεράρχηση των ηλικιακών κατηγοριών. Σύμφωνα με τον Campbell «το πιοτό, το κάπνισμα και η χαρτοπαιξία στο καφενείο αποτελούν κοινωνικές δραστηριότητες ισότιμων, και για το λόγο αυτό δε συμβιβάζονται με το σεβασμό που ο γιος οφείλει στον πατέρα».144

Υποθέτω όμως πως στην πράξη τα αγόρια έρχονταν συχνά σε επαφή με τους κλειστούς αυτούς ανδρικούς χώρους συνεύρεσης επειδή, όπως έχουμε δει αλλού, αναλάμβαναν τη διεκπεραίωση διαφόρων θελημάτων στην αγορά του χωριού. Άλλωστε, φαίνεται ότι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, όταν λόγω ζέστης τα τραπέζια μεταφέρονταν έξω, αμβλυνόταν κατά κάποιο τρόπο ο αποκλειστικός σε φυλετικό και ηλικιακό επίπεδο χαρακτήρας των καφενείων:145

143. Συν. με το Ν. Ζ. και την Ε. Ζ., σ. 270.

144. Στην ερευνά του τη δεκαετία του 1950 σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου ο Campbell διαπίστωσε ότι το 23ο έτος που συνέπιπτε με την απόλυση από το στρατό αποτελούσε το ηλικιακό όριο μετά το οποίο οι άνδρες σύχναζαν στο καφενείο (Campbell, Honour, Family and Patronage, ό.π., σ. 160). Κατά την έρευνά του σε χωριά της Αττικής και της Βόρειας Ελλάδας ο Sanders διαπίστωσε ότι οι γιοι, κατά κανόνα, δε σύχναζαν στο ίδιο καφενείο με τον πατέρα τους κι ακόμη ότι υπήρχαν συνήθως τρία καφενεία κάθε ένα από τα οποία προοριζόταν για διαφορετική ηλικιακή κατηγορία (ηλικιωμένους, μεσήλικες και νέους): Sanders, Rainbow in the Rock, ό.π., σ. 210. Βλ. επίσης ανάλογες παρατηρήσεις του Παπαταξιάρχη για το χωριό Μουριά (Σκαμνιά) της ΒΑ Λέσβου στις αρχές της δεκαετίας του 1990 (Παπαταξιάρχης, «Ο κόσμος του καφενείου...», ό.π., σ. 225, 226).

145. Ο Παπαταξιάρχης τονίζει ότι «το κέρασμα συνιστά το ουσιαστικό δικαίωμα ενεργής συμμετοχής στη ζωή του καφενείου, αφού αποτελεί το αποκλειστικό ιδίωμα της δράσης και της δημιουργίας σχέσεων στο χώρο αυτό. Το δικαίωμα αυτό στερούνται οι ανήλικοι, οι γυναίκες και οι ξένοι» (Παπαταξιάρχης, «Ο κόσμος του καφενείου», ό.π., σ. 219.) Στο παράδειγμα μας θα μπορούσε κανείς να πει το ίδιο για το χαρτοπαίγνιο ή τα ζάρια.

Σελ. 300
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/301.gif&w=600&h=915

Υπάρχουν μαρτυρίες πως το καλοκαίρι τα παιδιά μπορούσαν να καθήσουν σε ένα τραπέζι του καφενείου (εκτός του κλειστού χώρου) και να πιουν μια πορτοκαλάδα ή πως ορισμένες μεικτές από πλευράς φύλου παρέες νέων του χωριού συναντιόταν το καλοκαίρι στα τραπέζια του καφενείου και έπιναν ούζα. Αλλά ως προς το δεύτερο προσδιορίζεται ότι οι νεαροί ήταν «φοιτητές» και έχω την αίσθηση ότι τέτοιου είδους συναντήσεις αφενός ήταν σπάνιες, αφετέρου αφορούσαν σε μια μειοψηφία που ανήκε στη στραμμένη προς δυτικά-αστικά πρότυπα «ελίτ» του χωριού.146

Τα αγόρια κάπνιζαν, εξάλλου, από 8 και 10 χρόνων" «τσοπανούδια» και «παιδιά του χωριού» (και μάλιστα παιδιά σχετικά εύπορων οικογενειών, όπως οι γιοι του περίφημου δασκάλου Θ. Ζ.) «έστριβαν» τσιγάρα όταν σκάριζαν. Δεν κάπνιζαν απαραίτητα αληθινό καπνό που ήταν, όπως είπαμε, σπάνιος αλλά «έστριβαν» συχνά τσιγάρα τυλίγοντας ρίγανη σε φλούδες από καλαμπόκι:

Του χωριού τα παιδιά έφκιαναν κάνα τσγάρο αλλά το τσγάρο τότε δεν ήταν με καπνό, ήτανε ρίγανη, βάναν ρίγαν' και το στρίβανε, επειδή έβλεπαν τους μεγάλους πώς καπνίζνε ... Ξεφλουδάγαν τα καλαμπόκια και το φλουδ' το στρίβανε σε τσιγάρο. Και βάναν και ρίγανη μέσα. Η ρίγαν' δεν καπνίζεται, καίγεται. Αλλά εμείς, παιδιά τότε, φκιάναμε με ρίγανη, στρίβαμε τσιγάρο, να λέμε ότι κάτι κάναμε,147

Συχνά τα αγόρια έκλεβαν καπνό από τους ενήλικες για να καπνίσουν:

Είχαν τις μανάρες τους τότε (τα παιδιά του χωριού) και σκαρίζαμε μαζί, διηγείται ένας τσοπάνης, και καπνίζαμε κιόλα από οχτώ χρονών. Ένας Μ. Ηλίας, ξάδερφος του Θ. του δάσκαλου και αδελφός τ' αλλουνού του Μ. του Θ., πρέπει να τον ξέρς, τς Ε. ο πατέρας. Αυτόν τον λέγαν Πατσαλίκα, τον είχαμε βγάλει, να πούμε. Αλλά αυτός μας πρόδωσε στους γονείς. Τον έβανε τον καπνό εδώ μέσα... Λαθραίο, μωρέ, λαθραίο που φέρναν απ' τη Λαμία και καπνίζαν, τον κλέβαμε εμείς, και τον βάναμε εδώ στο ποντίκι, εδώ το βάναμε, αλλά από πάνω ήταν φανέλα, και μας ψάχναν, μας ξεβρακώναν κιόλα οι γονείς. Αλλά δεν το βρίσκαν πουθενά γιατί δεν πονηρεύονταν οι φουκαράδες. Και κάποτε ήταν ο Ηλίας, λέει ο πατέρας μου: «δω μου ένα τσιγάρο». Κάνει έτσι ο Ηλίας, τον βγάνει τον καπνό, κατάλαβε ο πατέρας μου, και...148.

Και ένας άλλος συνομιλητής, γιος σχετικά εύπορης οικογένειας του χωριού —ο

146. Συν. με το Ν. Ζ. και την Ε. Ζ. σ. 264, 270. Στη μνήμη της Ε. Ζ. η συνάντηση της με την παρέα ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι στο καφενείο και η «ουζοποσία» είναι χαραγμένα ως εξαιρετικά γεγονότα.

147. Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 4.

148. Συν. με τον Μ. Μ. και την Κ. Μ., σ. 11.

Σελ. 301
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/302.gif&w=600&h=915

πατέρας εργαζόταν ως μαραγκός και είχε «προκόψει» στην Αμερική- θυμάται: «Κάπνιζε ο πατέρας μας κι εγώ κάπνιζα από μικρό παιδί... Δε θυμάμαι ποτέ ότι δεν κάπνιζα δηλαδή. Λοιπόν, έπαιρνε καπνό ο πατέρας μας από τον λαθραίο, άκοπο και κομμένο βέβαια, πήγαινα και τόβρισκα, βάζαμε εδώ στις τσέπες και πηγαίναμε πέρα και καπνίζαμε».149

Τα αγόρια αποκτούσαν κοινωνικά το δικαίωμα να καπνίσουν με αληθινό καπνό, αργότερα, όταν κέρδιζαν τα δικά τους χρήματα. Το κάπνισμα με αληθινό καπνό οριοθετούσε κατά κάποιο τρόπο, τη μετάβαση από την παιδική-νεανική ηλικία στην ενήλικη ζωή.150

Οι περισσότεροι ενήλικες χωριανοί δε θεωρούσαν κατ' αρχήν ότι τα τυχερά παιχνίδια ή το κάπνισμα βλάπτουν τα παιδιά επιδρώντας αρνητικά στο χαρακτήρα τους, δε θεωρούσαν αδιανόητη τη συμμετοχή των παιδιών σε τέτοιες δραστηριότητες. Τουλάχιστον, κανείς συνομιλητής δεν αναφέρει αντιδράσεις ή ενέργειες που να υποδηλώνουν κάτι τέτοιο, παρά τις επίσημες, κυρίαρχες αντιλήψεις περί ασύμβατου παιδικής ηλικίας και τυχερών παιχνιδιών ή καπνίσματος. Αν η τοπική και γενικότερα η παραδοσιακή αγροτική κοινωνία αρνιόταν στα παιδιά την είσοδο στο καφενείο, το κάπνισμα ενός τσιγάρου κ.λπ., αυτό το έκανε κυρίως όχι με σκοπό να προστατεύσει την υποτιθέμενη «παιδικότητά τους», αλλά προκειμένου να τηρηθούν οι κανόνες ηλικιακής ιεραρχίας, βάσει των οποίων -σε μια κοινωνία με περιορισμένους υλικούς πόρους- τα δικαιώματα των παιδιών σε ό,τι αφορά στην κατανάλωση και γενικότερη διαχείριση των υλικών αγαθών ήταν περιορισμένα και εξαρτιόνταν από τη βούληση των μεγαλύτερων. Αυτό όμως υποδεικνύει, για μια ακόμη φορά, ότι υπήρχαν όρια ανάμεσα στη ζωή των παιδιών και των υπόλοιπων μελών μιας κοινωνίας, ρευστά έστω, σε σύγκριση με τα όρια της σύγχρονης δυτικής-αστικής κοινωνίας. Επειδή οι όροι υπό τους οποίους παιδιά και ενήλικες έπαιζαν τα ίδια τυχερά παιχνίδια ή κάπνιζαν δεν ήταν ίδιοι και για τις δύο αυτές γενικές ηλικιακές κατηγορίες, μπορούμε, παραφράζοντας τη γαλλίδα ψυχολόγο και κοινωνιολόγο Mauriras-Bousquet, να υποστηρίξουμε ότι από μια άποψη παίζοντας τυχερά παιχνίδια ή καπνίζοντας τα αγόρια «βίωναν γεγονότα του πραγματικού κόσμου πριν τα συναντήσουν».151

149. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 3.

150. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του αδελφού μιας συνομιλήτριας: Στα δεκαοχτώ του διορίστηκε δάσκαλος σε γειτονικό χωριό. «Πάρε ένα πακέτο, του είπ' ο πατέρας μου, να κεράσς και συ τσιγάρο, να δουν ότ' είσαι δάσκαλος, γιατ' είπαν ότι, αχ, μας στείλαν ένα γυμνασιόπαιδο εδώ, τι δάσκαλος, κοροϊδίες είν' αυτές. Δεν τον λέγαν για δάσκαλο, φαίνονταν μικρός» (Συν. με την Α. Σ., σ. 6).

151. Μ. Mauriras-Bousquet, «Συμβολή της ηθολογίας στην κατανόηση των σχέσεων μεταξύ παιχνιδιού και παιχνιδιών», Εθνογραφικά 9 (1993), 29-33 (μετάφραση Α. Κλώνη).

Σελ. 302
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/303.gif&w=600&h=915

Ζ' Ηλικιακοί διαχωρισμοί

Από τις μαρτυρίες για τα τυχερά παιχνίδια συμπεραίνουμε ότι σε επίπεδο λόγου και πράξης υφίστατο μια γενική, αλλά ουσιαστική ως προς τα δικαιώματα συμμετοχής στο παιχνίδι, διάκριση ανάμεσα σε «μικρά» και «μεγάλα» παιδιά. Τα τυχερά παιχνίδια, με την ευρύτερη έννοια -δηλαδή και όσα δεν παίζονταν με χρήματα- αποτελούσαν κατ' αρχήν προνόμιο των μεγαλύτερων παιδιών (αγοριών). Οι μικροί κατά κανόνα «χάζευαν» τους μεγάλους.152

Ανάμεσα στις σχηματικές αυτές ηλικιακές ομάδες, των «μικρών» και των «μεγάλων», με τα ρευστά μεταξύ τους όρια, αναπτύσσονταν σχέσεις εξουσίας και ιεραρχίας.153 Οι «μεγάλοι» λειτουργούσαν ως πρότυπα για τους «μικρούς». Στο χρονογράφημα ενός ιδιαίτερα αξιόπιστου συνομιλητή, διαβάζουμε πως οι γυμνασιόπαιδες που έπαιζαν βόλεϊ στην πλατεία εκτόπιζαν τα μικρότερα παιδιά από εκεί' μόνο το καταμεσήμερο, όταν οι «μεγάλοι» πήγαιναν να φάνε και να ξεκουραστούν, έβρισκαν οι «μικροί» ευκαιρία να παίξουν στην πλατεία. Απέναντι στα μεγάλα παιδιά οι μικροί ένιωθαν φόβο και σεβασμό, και κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια να τους αποδείξουν τη χρησιμότητά τους (μαζεύοντας λ.χ. τη μπάλα του βόλεϊ όταν ξέφευγε).154

Τα όρια μεταξύ «μικρών» και «μεγάλων» ήταν οπωσδήποτε ρευστά. Στις αφηγήσεις οι άνθρωποι υιοθετούν τις (θεσμικές) οριοθετήσεις του εκπαιδευτικού συστήματος για να προσδιορίσουν «μικρούς» και «μεγάλους». Οι γυμνα-

152. Και όταν οι «μεγάλοι» οργίζονταν πλήρωναν το τίμημα, όπως μας δείχνει πολύ γλαφυρά ένα μεταγενέστερο παράδειγμα από τη δεκαετία του 1940:

«Σας είπε κανείς ότι παίζαμε και τριάντα, το παιχνίδι αυτό; Αυτό ήταν ένα παιχνίδι, όπως είναι η ντάμα, το οποίο ζωγραφίζαμε πάνω σε πλάκα... Σα ντάμα ακριβώς. Πετραδάκια, οι δύο αντίπαλοι, κανονικά. Οι πιο μεγάλοι βέβαια -εμείς παρακολουθούσαμε τους πιο μεγάλους με δέος- και στην πλατεία, πριν ρίξουν το τσιμέντο στη μαντρούλα πούχε, γύρωγύρω είχε πλάκες ωραίες. Κι ήταν ό, τι έπρεπε για να ζωγραφίσεις. Και θυμάμαι ότι παρακολουθούσαμε κάτι πιο μεγάλους από μας και παίζαν και πηγαίναμε σα μελίσσι εμείς από πάνω και κοιτάζαμε έτσι. Τους εκνευρίζαμε τους παίχτες. Σε κάποια φάση, λοιπόν, έπαιζε ένας αείμνηστος Α. Π., και με κάποιον άλλον, αλλά τον Α. τον θυμάμαι γιατί συνέβη το εξής: Εμείς ήμασταν δέκα; Κοιτάζαμε όλοι να δούμε ποιος κερδίζει, ποιος χάνει κ.λπ. Οπότε ο Α. έχασε, θεώρησε ότι ήμασταν εμείς η αιτία, του αποσπάγαμε την προσοχή, και μας έδειρε όλους, ε; Δηλαδή μας έφερε γύρω-γύρω στην πλατεία, μας έδειρε όλους, όσους ήμασταν εκεί. Μιλάμε για ξύλο, ε;» (Συν. με τον T. T., σ. 22 - πρόκειται στην πραγματικότητα για μικρής διάρκειας συνομιλία με τον Χ. Τ. και το γιο του Τ. Τ. στο χωριό, που μαγνητοφώνησα στην ίδια κασέτα με την κύρια συνέντευξη του Χ. Τ.)

153. Όπως σημειώσαμε όταν μιλήσαμε για σχέσεις παιδιών-ενηλίκων, σύμφωνα με τον Eisenstadt: «Οι σχέσεις ανάμεσα στις διαφορετικές ηλικιακές βαθμίδες είναι αναπότρεπτα ασύμμετρες, από την άποψη της εξουσίας, του σεβασμού και της πρωτοβουλίας» (Eisenstadt, «Ηλικιακές ομάδες», ό.π., σ. 183).

154. Θανάσης Αθανασόπουλος, «Λαογραφικός Θησαυρός: Η Γρούνα κι τα Κουκουρέλια», εφ. Το Κροκύλειο, αρ. φ. 47 (1992), σ. 1.

Σελ. 303
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/304.gif&w=600&h=915

γυμνασιόπαιδες ανήκαν σαφώς στους «μεγάλους» και οι μαθητές του Δημοτικού (στη συντριπτική τους πλειοψηφία) ανήκαν σαφώς στους «μικρούς». Αυτό δε σημαίνει πως ο συγκεκριμένος ηλικιακός διαχωρισμός αποτελεί εκούσια ή ακούσια κατασκευή του εκπαιδευτικού συστήματος. Από τη στιγμή που απαντά στα τυχερά παιχνίδια, τα οποία νομοθέτες και παιδαγωγοί θεωρούσαν εντελώς ασύμβατα με την παιδική ηλικία ή εν πάση περιπτώσει με ό,τι οι ίδιοι αντιλαμβάνονταν ως παιδική ηλικία, πρέπει να αντανακλά επίσης κατηγορίες της παραδοσιακής κοινωνίας.

Φαίνεται πως τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, έπαιζαν κατά κύριο λόγο με συνομήλικους, κινούνταν προπάντων στο πλαίσιο μιας μικρότερης ή μεγαλύτερης σε μέγεθος ομάδας ομηλίκων (του λεγόμενου στα αγγλικά «peer group»). Τη σημασία της ομάδας των ομηλίκων για τα παιδιά αναδεικνύει εξάλλου και η έκφραση: «ήμασταν όντα (στν ηλικία)», δηλαδή «ήμασταν μαζί», «είχαμε την ίδια ηλικία», φράση την οποία χρησιμοποίησαν αυθόρμητα ορισμένες συνομιλήτριες όταν μου μιλούσαν για τα παιχνίδια τους:

Εγώ παραδέ (προπάντων), παντρεύαμε κούκλες με μία που είναι καταπάν' στο σπίτ' τς Α. της θυγατέρας μου ...Και τν έλεγαν Κωνσταντούλα, ήμασταν όντα στν ηλικία. Και μόλεε: «θα παντρέψουμε τς κούκλες, θάρθεις;» -«Θάρθω». Και πάαινα κει και γω. - Αμέ! (στεφανώναμε κούκλες με την Πηνελόπη Κ.) Αφού με τν Πηνελόπ' ήμασταν όντα, με τν Ασπασία όντα, με τν Οντούλα. Ναι, ναι. Παίζαμε. Παίζαμε λέει! Στεφανώναμε, φκιάναμε κούκλες, συ ο κουμπάρος, εγώ η συμπεθέρα και γλεντάγαμε μετά, και γλυκά...155

Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι παιδιά διαφορετικών ηλικιών δεν έπαιζαν μαζί. Υποδεικνύει όμως πως, κατ' αρχήν, έπαιζαν μαζί παιδιά τα οποία βρίσκονταν περίπου στην ίδια ηλικία.

Διερωτώμαι μήπως μπορούμε να υποστηρίξουμε, παραφράζοντας τα λόγια του Campbell για τις δραστηριότητες των ανδρών στο καφενείο, ότι «τα παιχνίδια αποτελούν κοινωνικές δραστηριότητες ισότιμων και για το λόγο αυτό δε συμβιβάζονται με τη συμμετοχή (ή τουλάχιστον την ισότιμη συμμετοχή) διαφορετικών ηλικιακών κατηγοριών στο ίδιο παιχνίδι».

Στο σημείο αυτό ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα κεντρικό πρόβλημα της ιστορίας της παιδικής ηλικίας: Κατά πόσο δηλαδή αποτελούσε το παιχνίδι στην παραδοσιακή κοινωνία δραστηριότητα κατ' εξοχήν συνυφασμένη με την παιδική ηλικία, όπως συμβαίνει σήμερα; Οι περισσότεροι ερευνητές δέχονται ότι στις προκαπιταλιστικές, παραδοσιακές κοινωνίες γενικότερα και τις (προκαπιταλιστικού χαρακτήρα) αγροτικές κοινωνίες μέχρι τα μέσα περίπου του 20ού αι. ειδικότερα, «απουσιάζει η αίσθηση αναγνώρισης του δικαιώματος του παιχνιδιού ως αναπόφευκτα συνδεδεμένου με την παιδική ηλι-

155. Συν. με την Π. Γ., σ. 30' Συν. με την Μ. Ν. σ. 6.

Σελ. 304
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/305.gif&w=600&h=915

ηλικία».156 Είναι γεγονός ότι στο παράδειγμα μας το παιχνίδι των παιδιών δεν είχε αυστηρά καθορισμένο εκπαιδευτικό-παιδαγωγικό χαρακτήρα κι ακόμη ότι παιχνίδια δεν έπαιζαν μόνο τα παιδιά αλλά χωριανοί διαφορετικών γενιών (και δεν αναφέρομαι στα τυχερά παιχνίδια). Όμως οι προφορικές μαρτυρίες δείχνουν επίσης: α) ότι οι ενήλικες αναγνώριζαν ειδικά στο παιχνίδι των παιδιών κοινωνικοποιητικό ρόλο και β) ότι το παιχνίδι των παιδιών διαφοροποιούνταν σημαντικά από το παιχνίδι όσων δεν θεωρούνταν πλέον παιδιά (ας πούμε λοιπόν γενικευτικά και καταχρηστικά «των ενηλίκων»).

Η μικροκοινωνία την οποία εξετάζουμε αναγνώριζε τον κοινωνικοποιητικό ρόλο του παιχνιδιού για το παιδί, χωρίς να διανοείται να επέμβει καθοριστικά και να «παιδαγωγικοποιήσει» το παιχνίδι, που παρέμενε «ένας ιδιαίτερος χωρόχρονος για τα παιδιά ... ένα αυτόνομο μέρος του πολιτισμικού συστήματος με ιδιαίτερη δομή».157 Μελετητές που δίνουν έμφαση στη «συμπόρευση των ηλικιών» της παραδοσιακής κοινωνίας, επισημαίνουν ότι η κοινωνία αυτή αναγνώριζε ότι μέσα από το παιχνίδι τα παιδιά κοινωνικοποιούνταν.158 Είδαμε ότι πολλές φορές οι μητέρες κατασκεύαζαν κούκλες για τις κόρες ή τις βοηθούσαν να κατασκευάσουν κούκλες (παρ' όλο που ορισμένες συνομιλήτριες δηλώνουν ότι η μητέρα τους «δεν ευκαιρούσε» για κάτι τέτοιο), κι ακόμη ότι τους προμήθευαν άδεια κουτιά από βερνίκι παπουτσιών, και λίγο ζυμάρι για να πλάσουν πίτες. Είδαμε, ακόμη, ότι ενήλικες εμπόδιζαν το συγχρωτισμό παιδιών και των δύο φύλων στο παιχνίδι.

Άλλωστε, όσο μικρότερα ήταν τα παιδιά -προπάντων τα κορίτσια, τα οποία, όπως αναφέραμε και στο σχετικό κεφάλαιο, απασχολούνταν στις αγροτικές εργασίες σε μεγαλύτερο βαθμό από τα αγόρια-, όσο λιγότερο ανεπτυγμένες ήταν οι σωματικές δυνάμεις και δεξιότητες τους, τόσο περισσότερο χρόνο για παιχνίδι είχαν στη διάθεσή τους. Το παιχνίδι τα απασχολούσε και επέτρεπε στους ενήλικες να ολοκληρώνουν απερίσπαστοι τις εργασίες τους. Μια συνομιλήτρια η οποία από μια ηλικία και μετά είχε γίνει «το δεξί χέρι της μάνας της» στις «δλειεές» αφηγήθηκε χαρακτηριστικά:

Ε, παίζαμε. Ερχόμασταν απ' το σχολείο πίσω, διαβάζαμε, δε διαβάζαμε, κι έπειτα αρχινάγαμε και παίζαμε. Δε μας απαγόρευαν όμως να παίξουμε. Να μας φωνάξνε, να πούνε, μην πας στη γειτόνσα ή να μη 'ρθει το γειτονόπαιδο δω, όχι. Μαζευόμασταν εκεί, παίζαμε, παίζαμε τις κούκλες, παίζαμε αυτήνα και μας άφναν και παίζαμε. Τι να κάνουμε τότε; Δεν ήμασταν και πολύ μεγάλες να πάμε στο χωράφ'.159

156. Μπάδα, «Το παιχνίδι στην παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», ό.π., σ. 73.

157. Λυδίκος, Το παιδί στην παραδοσιακή και τη σύγχρονη κοινωνία, ό.π., σ. 304.

158. Μπάδα, «Το παιχνίδι στην παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», ό.π., σ. 78.

159. Συν. με την Π. Γ., σ. 41.

Σελ. 305
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/306.gif&w=600&h=915

Οπωσδήποτε τα παιδιά είχαν λόγω ηλικίας το χρόνο να παίξουν συστηματικότερα από τους ενήλικες, στο βαθμό μάλιστα που οι επιδόσεις τους στο σχολείο απασχολούσαν τους γονείς περιφερειακά ή καθόλου πράγμα που ίσχυε κατεξοχήν για τα κορίτσια.

Στο Κροκύλειο, χωριανοί τουλάχιστον πάνω από 15 ετών, έπαιζαν παιχνίδια τα οποία σήμερα, σε επίπεδο κανονιστικού λόγου, είναι συνυφασμένα με την παιδική ηλικία. Πότε όμως; Στις κοινωνικές εκδηλώσεις, στα πανηγύρια, τις Απόκριες. Και ποιοι; Οι πληροφορίες που έχω αφορούν κυρίως στα νέα και ανύπαντρα ακόμη μέλη της κοινότητας, τα μεταξύ 15 και 25 χρόνων περίπου. Τις Απόκριες μεταμφιέζονταν και γυρνούσαν τα σπίτια του χωριού για να τρομάξουν τους ενοίκους" οι κοπέλες έπαιζαν «τυφλόμυγα».160 Στα «ξεφλουδίσια» έπαιζαν διάφορα παιχνίδια, μεταξύ άλλων και το «λτσο» (το σημερινό «μπουγέλωμα») ,161

Οι φάρσες αποτελούσαν αγαπητό παιχνίδι των ενήλικων χωριανών κάθε ηλικίας, κατά κανόνα όμως των ανδρών. Οι ενήλικες προκαλούσαν και ανέτρεπαν την καθημερινή τάξη πραγμάτων, όπως τα αγόρια που έκλεβαν κεράσια και σταφύλια ή κρεμούσαν ζωντανά καβούρια σαν αψίδα πάνω από το δρόμο για να φοβίσουν περαστικούς ανθρώπους και ζώα: Πλήθος ανεκδοτολογικών μαρτυριών το πιστοποιούν" ίσως οι σκληρές συνθήκες διαβίωσης και η έλλειψη άλλων ψυχαγωγικών διεξόδων καθιστούσαν επιτακτική την ανάγκη των ανθρώπων να διασκεδάσουν διακωμωδώντας ανθρώπους, πράγματα και καταστάσεις. Ενδεικτικά αναφέρω μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση στην οποία ευυπόληπτοι χωριανοί (ανάμεσά τους ο ειρηνοδίκης και ο γραμματέας της κοινότητας) φόρεσαν ράσα και παρίσταναν τα στοιχειά για να τρομάξουν ένα συγχωριανό και να κόψουν σταφύλια από τ' αμπέλι του.162 (Οι μεταμφιέσεις σε στοιχειά ήταν αρκετά συνηθισμένες).

Οι ενήλικες όμως δεν έπαιζαν, ή τουλάχιστον δεν επεδίωκαν να παίζουν, σε καθημερινή βάση" επιπλέον δεν έπαιζαν τα περισσότερα από τα παιχνίδια που έπαιζαν τα παιδιά, όπως τη «γρούνα» ή τα πεντόβολα, και δεν έπαιζαν με αθύρματα όπως τα παιδιά.163 Φυσικά δε μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο οι ενήλικες να έπαιζαν παλαιότερα και τέτοιου είδους παιχνίδια τα οποία σταδιακά, λόγω της θεσμοθετημένης και αυξανόμενης αναγνώρισης της παιδικής ηλικίας ως ιδιαίτερης κοινωνικής κατηγορίας, «περιθωριοποιήθηκαν

160. Συν. με την Μ. Ν., σ. 5" Συν. με την Γ. Α., σ. 2.

161. Συν. με τον Χ. T., σ. 21.

162. Συν. με την Α. Σ., σ. 10.

163. Πβ. τις παρατηρήσεις της ψυχολόγου Μαριέλλας Χρηστέα-Δουμάνη στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν πραγματοποίησε έρευνα σε χωριά της ημιορεινής Ηπείρου: «Σχεδόν ποτέ δεν είδα ενήλικους να παίζουν παιδικά παιχνίδια με τα μικρά παιδιά» (Μ. Χρηστέα-Δουμάνη, Η Ελληνίδα Μητέρα άλλοτε και σήμερα, Αθήνα 1989, σ. 115).

Σελ. 306
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/307.gif&w=600&h=915

και απέμειναν ως παιχνίδια των παιδιών», όπως υποθέτει η Κ. Μπάδα.164

Τα παιδιά συμμετείχαν στα παιχνίδια των ενηλίκων; Έπαιζαν μαζί τους; Δεν έχω στοιχεία που να υποδεικνύουν κάτι τέτοιο. Βέβαια σε μια φωτογραφία που «τραβήχτηκε» Απόκριες, γύρω στα 1920, ανάμεσα στους μεταμφιεσμένους οι οποίοι φορώντας μάσκες και φουστανέλες συμμετείχαν σε «γάμο», απαντούν και παιδιά μεταμφιεσμένα σε «συμπεθερόπουλα»" οι περισσότεροι όμως είναι νέοι πάνω από 15 ετών (βλ. εικόνα 10). Οι ενήλικες συμμετείχαν στα παιχνίδια των παιδιών; Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι μαρτυρίες κάνουν λόγο, όπως ανέφερα παραπάνω, για ομάδες ομηλίκων. Σε μια περίπτωση δυο νεαροί χωριανοί συμμετείχαν στα παιχνίδια των κοριτσιών αλλά επικουρικά και εξαιτίας των επαγγελματικών γνώσεών τους: Ο ένας φοιτούσε σε ιερατική σχολή (γι' αυτό και «τον έλεγαν ξερόπαπα, ο ξερόπαπας, αλλά έγινε και χλωρός μιτά») και ερχόταν το καλοκαίρι στο χωριό' δέχθηκε να βοηθήσει τις γειτονοπούλες να παίξουν, παριστάνοντας τον παπά στα στεφανώματα. Δύο άλλοι, μαθητευόμενοι οργανοπαίχτες, έπαιξαν μουσική στο φανταστικό γλέντι του γάμου το οποίο οργάνωσαν τα κορίτσια.165

Συμπερασματικά, φαίνεται ότι κατ' αρχήν παιδιά και ενήλικες δεν έπαιζαν μαζί. Πρέπει άραγε να υποθέσουμε ότι αυτό οφειλόταν στην επιρροή αστικών προτύπων στο χωριό και ότι «κάποτε», οπωσδήποτε πριν από το 1900, όταν ακόμη δεν είχε αρχίσει η μετανάστευση προς την Αμερική και η κτηνοτροφία αποτελούσε μάλλον την κύρια πηγή εισοδήματος του πληθυσμού, ίσχυε το αντίθετο; Νομίζω πάντως ότι οι ανάγκες της αγροτικής οικονομίας, η εξάρτηση της από τη σωματική εργασία, επομένως και από τη βιολογική διαδρομή του ανθρώπινου σώματος, περιόριζαν τη συνύπαρξη των ηλικιών στο παιχνίδι.

164. Μπάδα, «Το παιχνίδι στην παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», ό.π., σ. 79. Πβ. τις ενδιαφέρουσες πληροφορίες για παρόμοιες εξελίξεις στον ελλαδικό (αγροτικό και αστικό) χώρο που καταγράφει η συγγραφέας (ό.π., σ. 78). Η Γκουγκουλή εκφράζει ορισμένες επιφυλάξεις για την εξελικτική αυτή αντίληψη περί παιχνιδιού, επισημαίνοντας ότι τα περισσότερα παραδείγματα της Μπάδα αφορούν σε παιχνίδια εθιμικού/τελετουργικού χαρακτήρα ή αγωνίσματα που επιβάλλουν τη συμμετοχή διαφορετικών γενεών, και φαίνεται να θεωρεί πιθανότερο με βάση τα διαθέσιμα τεκμήρια (τα οποία πάντως παραμένουν ανεπαρκή) ότι και στην παραδοσιακή κοινωνία τα παιδιά έπαιζαν τα δικά τους παιχνίδια, μακριά από τα βλέμματα των ενηλίκων (Κ. Γκουγκουλή, «Ανθρωπολογικές και λαογραφικές προσεγγίσεις του παιδικού παιχνιδιού», στο Χατζητάκη-Καψωμένου (επιμ.), Ελληνικός παραδοσιακός πολιτισμός, ό.π., σ. 57-72, κυρίως σ. 65. Με τον όρο «παραδοσιακή κοινωνία», η Γκουγκουλή εννοεί προφανώς την κοινωνία των οθωμανικών χρόνων στην οποία αναφέρεται σε μεγάλο βαθμό στο άρθρο της η Μπάδα).

165. Συν. με την Λ. Π., σ. 7.

Σελ. 307
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/308.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 308
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/309.gif&w=600&h=915

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Παρ' όλο που οι χωριανοί αγνοούσαν τον όρο «παιδική ηλικία», αυτό που ο Ariès αποκάλεσε «αίσθημα» (sentiment) της παιδικής ηλικίας υπήρχε και εκφραζόταν με πολύ συγκεκριμένους τρόπους, μέσω μιας σειράς αποκλειστικών υποχρεώσεων και δικαιωμάτων στο πλαίσιο της οικογενειακής και κοινωνικής εθιμικής ζωής, που αφορούσαν σε γενικές γραμμές, όσους δεν ήταν πάνω από 15 ετών. Ταυτόχρονα υπήρχε και εκφραζόταν επίσης με πολύ συγκεκριμένους τρόπους, το αίσθημα ύπαρξης μιας νεανικής ηλικίας που χονδρικά συνέπιπτε με το διάστημα το οποίο ακολουθούσε την απαρχή της γόνιμης περιόδου στη ζωή των ανθρώπων και τουλάχιστον προηγούνταν του γάμου τους. Οπωσδήποτε, οι μηχανισμοί του σχολείου προώθησαν στη συνείδηση της μικροκοινωνίας την ιδέα περί διακριτών, αυστηρά οριοθετημένων ηλικιακών φάσεων στη ζωή των ανθρώπων και πρόσφεραν στους χωριανούς τις εκφράσεις που αποτύπωσαν τις φάσεις αυτές («τα παιδιά του σχολείου», «τα παιδιά του Δημοτικού, του Ελληνικού (του Σχολαρχείου), του Γυμνασίου»). Αλλά φαίνεται πως ένα πρώτο διάστημα της βιολογικής διαδρομής του ανθρώπου ήταν οριοθετημένο στην πράξη, ανεξάρτητα από τους σχολικούς μηχανισμούς, σε επίπεδο οικογενειακό, εθιμικό, κοινωνικό. Φυσικά η οριοθέτηση αυτή δεν ήταν θεσμοθετημένη και για το λόγο αυτό σε μια πρώτη ματιά ωχριά μπροστά στον σαφή, επίσημο διαχωρισμό των νέων γενεών σε συγκεκριμένες ηλικιακές κατηγορίες που εξυπηρετούσαν τη λειτουργία του σχολείου.

Στην πραγματικότητα βέβαια δεν υπήρχε μια ενιαία, παιδική ηλικία για όλους όσοι μεγάλωσαν στο χωριό τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., αλλά πολλές: η παιδική ηλικία των αγοριών και των κοριτσιών, των παιδιών των μεταναστών και όσων ζούσαν στο χωριό, των παιδιών των κτηνοτρόφων και όσων κατοικούσαν μόνιμα στο καθεαυτό χωριό, δηλαδή στον κεντρικό οικισμό, των παιδιών όσων οικογενειών διέθεταν μια τακτική πηγή χρηματικού εισοδήματος και των υπόλοιπων, των παιδιών των οποίων ο πατέρας ήταν λιγότερο ή περισσότερο «γραμματισμένος» και όσων ο πατέρας γνώριζε ελάχιστα ή καθόλου γράμματα, των παιδιών των λιγοστών παλαιών, «αρχοντικών» οικογενειών

Σελ. 309
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/310.gif&w=600&h=915

και των υπόλοιπων, των παιδιών των οποίων ο πατέρας ήταν λιγότερο ή περισσότερο «γραμματισμένος» και όσων ο πατέρας γνώριζε ελάχιστα ή καθόλου γράμματα, των παιδιών των λιγοστών παλαιών, «αρχοντικών» οικογενειών (προυχόντων) που φαίνεται ότι είχαν συγκεντρώσει μια σχετικά σημαντική περιουσία αρκετά νωρίς, ήδη στις αρχές του 20ού αι., και των παιδιών των υπόλοιπων χωριανών. Αυτές οι κατηγορίες δεν ήταν κατά κανένα τρόπο απόλυτα διακριτές η μια από την άλλη, αλληλοεπικαλύπτονταν και συγκροτούσαν διαφορετικές, πολυπρισματικές περιπτώσεις.

Οπωσδήποτε το πόνημα αυτό δεν κάλυψε κάθε περίπτωση, κάθε εμπειρία ή βιογραφική διαδρομή. Ακόμη και στην περίπτωση που τα χρονικά και γενικότερα τα πρακτικά όρια διεξαγωγής της μελέτης ήταν περισσότερο ελαστικά, κάτι τέτοιο δε θα ήταν δυνατό: «Κάθε ιστορική δουλειά που χρησιμοποιεί προφορικές πηγές είναι ημιτελής εξαιτίας της φύσης των πηγών» που είναι κατ' αρχήν «ανεξάντλητες».1 Όντας όμως εντοπισμένο γεωγραφικά και αντλώντας υλικό από διαφορετικού τύπου πηγές (παρά την αναγκαία έμφαση στο προφορικό υλικό), νομίζω πως κατόρθωσε να ανιχνεύσει τα βασικά, τουλάχιστον, νήματα της ζωής του συνόλου των παιδιών στο χωριό.

Σε γενικές γραμμές αγόρια και κορίτσια που, -όταν επιβίωναν κατά τα δύο πρώτα έτη της ζωής τους- μεγάλωναν στο Κροκύλειο τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. (με βάση το υλικό, προπάντων στις δεκαετίες του 1920 και του 1930): Συνήθως περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος των παιδικών τους χρόνων με τους γονείς (προπάντων με τη μάνα, αφού συχνά ο πατέρας είχε μεταναστεύσει στην Αμερική) και τα αδέλφια τους' στο πλαίσιο του κυρίαρχου ανδροπατροτοπικού συστήματος συγκρότησης οικιακών ομάδων, κατά κανόνα συγκατοικούσαν για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα της παιδικής τους ηλικίας (ανάλογα με τη σειρά γέννησής τους), με ένα γονέα ή και τους δυο γονείς του πατέρα. Διαβίωναν γενικά σε στενόχωρα υλικά περιβάλλοντα. Στο πλαίσιο τους αναλάμβαναν από πολύ νωρίς (ήδη από την προσχολική ηλικία) ενεργό ρόλο. Οι ενήλικες τους ανέθεταν συγκεκριμένα καθήκοντα και καθόριζαν τα δικαιώματά τους στην κατανάλωση και τους τρόπους με τους οποίους θα χρησιμοποιούσαν τα υλικά αγαθά.

Αλλά ήδη στο πεδίο της συμμετοχής στην οικογενειακή οικονομία η εμπειρία των αγοριών διαφοροποιούνταν από την εμπειρία των κοριτσιών. Με το πέρασμα του χρόνου, προπάντων τα κορίτσια, επιβαρύνονταν με οικιακές και αγροτικές εργασίες, με τον ίδιο τρόπο που μάλλον οι γυναίκες παρά οι άνδρες επωμίζονταν τις μεγαλύτερες εργασιακές ευθύνες σε καθημερινό επίπεδο.

Η εμπειρία αγοριών και κοριτσιών διαφοροποιούνταν, άλλωστε, ουσιαστικά στο πεδίο της συμμετοχής στην εθιμική ζωή και προπάντων στο πεδίο του

1. Portelli, «What makes Oral History different», ό.π., σ. 71.

Σελ. 310
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/311.gif&w=600&h=915

παιχνιδιού, που την εποχή εκείνη και στο χώρο εκείνο αποτελούσε κατ' εξοχήν αυτόνομη, πολιτισμική έκφρασης των παιδιών.

Σε σύγκριση με τα κορίτσια, τα αγόρια έπαιζαν κατ' αρχήν μεγαλύτερο, πιο συγκεκριμένο και γι' αυτό προνομιακό ρόλο στην εθιμική και κοινωνική ζωή της κοινότητας. Αγόρια και κορίτσια έπαιζαν εξάλλου κατά πρώτο λόγο με συνομήλικα παιδιά του ίδιου φύλου.

Τα αγόρια προτιμούσαν ανταγωνιστικά παιχνίδια τα οποία στηρίζονταν στο χάρισμα του κάθε παίκτη και ανέπτυσσαν το αίσθημα του εγωισμού και παιχνίδια στα οποία δοκιμαζόταν η φυσική δύναμη και η σωματική αντοχή, βασικές συνιστώσες του κυρίαρχου ανδρικού προτύπου και στερεοτύπου" συχνά προκαλούσαν με το παιχνίδι τους την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων και έπαιζαν συνήθως σε αρκετή απόσταση από τον οικιακό χώρο, σε μακρινά αλώνια, βρύσες ή και εκτός του κεντρικού οικισμού. Κάπνιζαν και αναμιγνύονταν σε τυχερά παιχνίδια από πολύ μικρά, μυούνταν δηλαδή σε απολαύσεις που αποτελούσαν ουσιαστικά ανδρικά προνόμια, συνυφασμένα με το βασικό ανδρικό προνόμιο του ελεύθερου χρόνου στο πλαίσιο της καθημερινής ζωής της κοινότητας.

Από την πλευρά τους τα κορίτσια έπαιζαν προπάντων παιχνίδια που δεν απαιτούσαν έντονες κινήσεις ή κινήσεις σε μεγάλη ακτίνα και, πολύ συχνά, παιχνίδια κοινωνικών ρόλων μέσω των οποίων εσωτερίκευαν το γυναικείο συλλογικό πρότυπο. Με εξαίρεση το σκάρο, δεν είχαν δικαίωμα να παίζουν παρά στο εσωτερικό του οικιακού χώρου ή σε μικρή απόσταση από αυτόν.

Στη συνείδηση αγοριών και κοριτσιών εγχαρασσόταν η πεποίθηση ότι ανήκαν σε κόσμους χωριστούς και ιεραρχημένους: στον κόσμο των ανδρών, έναν κόσμο στο πλαίσιο του οποίου κυριαρχούσε μια σχετική ελευθερία κινήσεων και όπου οι αποκλίνοντες από τους συλλογικούς κανόνες συμπεριφοράς αντιμετωπίζονταν με επιείκεια' και στον κόσμο των γυναικών, έναν κόσμο στον οποίο αυτονόητα οι υποχρεώσεις ήταν πολλές, τα δικαιώματα ελάχιστα και η απόκλιση από συλλογικά πρότυπα συμπεριφοράς αδιανόητη.

Πέρα όμως από το κοινό, ανά φύλο, βιωματικό αυτό υπόστρωμα, οι εμπειρίες των παιδιών διαφοροποιούνταν ανάλογα με την κοινωνικο-οικονομική θέση της οικογένειας. Τα αδιέξοδα της ορεινής αγροτικής οικονομίας συγκροτούσαν ένα αυστηρά περιοριστικό υλικό πλαίσιο ζωής για το σύνολο των χωριανών. Αλλά στο εσωτερικό αυτού του πλαισίου οι υλικές συνθήκες διαβίωσης δεν ήταν το ίδιο στενόχωρες για όλους. Οι αφηγήσεις υποδεικνύουν πως τα παιδιά είχαν συνείδηση αυτών των διαφορών και επομένως πως οι διαφορές αν και δεν ήταν κραυγαλέες, ήταν ουσιαστικές: Επικύρωναν τη σημαντική θέση της οικογένειας στην άτυπη και ρευστή μικρο-κοινωνική ιεραρχία. Στην κορυφή μιας κατ' αρχήν δυσδιάκριτης αλλά υπαρκτής κοινωνικής πυραμίδας θα τοποθετούσαμε, με διαβαθμίσεις, όσες οικογένειες διέθεταν ένα σχετικά σταθερό χρηματικό εισόδημα (σε μια οικονομία με χαμηλό βαθμό εκχρηματισμού και έντονα αυτοκαταναλωτικό χαρακτήρα) και στη βάση τις οικογένειες των τσο-

Σελ. 311
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/312.gif&w=600&h=915

τσοπάνηδων, δέσμιων των χρονοβόρων και αδιάλειπτων απαιτήσεων της εκτατικής κτηνοτροφίας αλλά και των αδιεξόδων μιας τοπικής κτηνοτροφίας μικρής εμβέλειας.

Η κοινωνική διαφοροποίηση εκφραζόταν με τον πλέον εμφατικό τρόπο στο ζήτημα της σχολικής εκπαίδευσης των παιδιών. Όλα, ή σχεδόν όλα, τα παιδιά του χωριού εγγράφονταν στο Δημοτικό σχολείο και φοιτούσαν σ' αυτό, άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο τακτικά. Εξαιτίας των απαιτητικών συνθηκών ζωής και εργασίας των κτηνοτρόφων τα παιδιά τους, συνήθως, δεν παρακολουθούσαν τακτικά τα μαθήματα και συχνά εγκατέλειπαν το σχολείο, πριν ακόμη ολοκληρώσουν την -πάντως όχι αυστηρά οριοθετημένη— υποχρεωτική εκπαίδευση. Το ίδιο ίσχυε και για τη συντριπτική πλειοψηφία των κοριτσιών. Τα περισσότερα αγόρια, άλλωστε, δεν συνέχιζαν τη φοίτηση από την πρωτοβάθμια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ωστόσο ο αριθμός όσων φοιτούσαν στο Ελληνικό σχολείο (μέχρι την κατάργηση του, το 1929) δεν ήταν ευκαταφρόνητος και δεν αφορούσε αποκλειστικά στην «ελίτ» του χωριού. Ελάχιστα αγόρια όμως συνέχιζαν στο Γυμνάσιο της Άμφισσας ή του Λιδωρικίου: προπάντων οι γιοι των σχετικά εύπορων οικογενειών και κατά προτίμηση οι προικισμένοι μαθητές. Ελάχιστα κορίτσια φοιτούσαν στο Ελληνικό σχολείο (μέχρι το 1929) αλλά ο αριθμός των κοριτσιών που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο δεν ήταν κατά κανένα τρόπο εντυπωσιακά μικρότερος από τον αριθμό των αγοριών. Η «ελίτ» του χωριού, ο συμβολαιογράφος, ο γόνος μιας οικογένειας προυχόντων, ο δραστήριος και θρυλικός δάσκαλος, ο απόστρατος αξιωματικός, ο μικρέμπορος, ο καθηγητής του Σχολαρχείου θα φρόντιζε να σπουδάσει και τις θυγατέρες, ή τουλάχιστον, όσες είχαν ιδιαίτερη έφεση για μάθηση.

Με τη σειρά του το σχολείο αντιμετωπιζόταν ως όχημα μιας πιο κατηγορηματικής κοινωνικής διαφοροποίησης, όχημα απομάκρυνσης από τη ζωή της υπαίθρου και εξαστισμού. Η ορεινή μικρο-κοινωνία δεν έβλεπε το μέλλον της -και σε τελευταία ανάλυση τα παιδιά είναι το μέλλον μιας κοινωνίας, όσο τετριμμένο και αν ακούγεται— στην αγροτική οικονομία αλλά στην οικονομία των πόλεων ή, εν πάση περιπτώσει, την οικονομία που σχετίζεται με την αστική συγκρότηση.

Τα παιδιά ζούσαν μεταξύ παραδοσιακών και αστικών προτύπων ζωής, σε έναν κόσμο ταυτόχρονα κλειστό και ανοιχτό. Κλειστό, επειδή διατηρούσε παραδοσιακές οικονομικές και κοινωνικές δομές και νοοτροπίες (αρκεί να φέρουμε στο νου την κυρίαρχη ενδογαμική σε επίπεδο γεωγραφίας συμπεριφορά), που έβρισκαν έκφραση και ζωογονούνταν από τις κοινωνικές εκδηλώσεις της κοινότητας και το παιχνίδι των παιδιών. Ανοιχτό, εξαιτίας της φτώχειας, του άγονου εδάφους, των περιορισμένων και όχι ιδιαίτερα παραγωγικών κοπαδιών, στοιχεία που εξωθούσαν τους ανθρώπους στην υπερατλαντική και (σε πολύ μικρότερο βαθμό) στην εσωτερική μετανάστευση και έφερναν τους χωριανούς σε

Σελ. 312
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/313.gif&w=600&h=915

επαφή με πρότυπα ζωής που διαμορφώνονταν κατά πρώτο λόγο στα αστικά κέντρα. Παρ' όλο που πιθανόν οι περισσότεροι χωριανοί θα προτιμούσαν να εγκαταλείψουν την αγροτική ζωή, οι συγκυριακές αλλά και οι δομικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της μεσοπολεμικής περιόδου δεν επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Οι οικογένειες του μεσοπολεμικού χωριού μοιάζουν παγιδευμένες σε ένα παράδοξο παρόν, μεταξύ ενός παρελθόντος δίχως μέλλον και ενός μέλλοντος χωρίς επαρκή ευρύτητα ώστε να επιτρέψει δομικές μεταβολές στη ζωή τους. Στα μάτια της ορεινής αγροτικής κοινωνίας η εκπαίδευση των παιδιών, προπάντων των γιων, και η συνυφασμένη με τις σπουδές επαγγελματική αποκατάσταση τους από ένα κράτος που, μέσω και των πελατειακών πολιτικών δικτύων, έπαιζε από την εποχή της σύστασής του το ρόλο του εργοδότη σε συγκριτικά υπερθετικό βαθμό, αποτελούσε τη μόνη διέξοδο. Αλλά αυτό ήταν το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο και όχι η κυρίαρχη κοινωνική πραγματικότητα. Παρ' όλο που οι θέσεις του Κ. Τσουκαλά για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως εφαλτηρίου κοινωνικής κινητικότητας (βλ. αναλυτικά στο Τρίτο Κεφάλαιο) ελάχιστα ανταποκρίνονται στην κοινωνική πρακτική, νομίζω πως αποτυπώνουν τελικά το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο, το «κοινωνικό όνειρο» (που συνυπήρχε και ζωοδοτούνταν από το «αμερικανικό όνειρο») — αναφέρομαι βέβαια πάντοτε στην περίπτωση που πραγματεύτηκα.

2. ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΚΡΟ-ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗ ΜΑΚΡΟ-ΙΣΤΟΡΙΑ: ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Όπως συμβαίνει με κάθε μελέτη που εντοπίζει το ενδιαφέρον της σε ένα περιορισμένο στο χώρο παράδειγμα, προβάλλει και εδώ το ερώτημα για το αν και σε ποιο βαθμό οι παρατηρήσεις, τα συμπεράσματα, οι εύλογες υποθέσεις, ισχύουν πέρα από τα στενά γεωγραφικά όρια του χωριού. Συνυφασμένο με το παραπάνω είναι και το ερώτημα: κατά πόσο οι εκδοχές αυτές της παιδικής ηλικίας με το κοινό υπόστρωμα αφορούν ειδικά στον ορεινό ελλαδικό ή στον ορεινό στερεοελλαδικό χώρο, κατά πόσο δηλαδή μπορούμε να αναγνωρίσουμε έναν πολυπρισματικό «οικότυπο»2 - για να χρησιμοποιήσω, με άξονα αναφοράς την

2. Ο αυστριακός ιστορικός Michael Mitterauer χρησιμοποιεί τον όρο για να καταδείξει την πολλαπλότητα των οικογενειακών σχηματισμών στο χώρο της υπαίθρου, υπερβαίνοντας την απλουστευτική σχηματική αντίληψη περί της αγροτικής οικογένειας ως ενιαίου τύπου. Δανείζεται τον όρο από τη σκανδιναβική πολιτισμική ανθρωπολογία και τον Orvar Löfgren που ορίζει τον οικότυπο ως «ένα σχήμα εκμετάλλευσης οικονομικών πόρων εντός ενός δεδομένου μακρο-οικονομικού πλαισίου» [Μ. Mitterauer, «Οικογενειακοί σχηματισμοί της υπαίθρου στη σχέση τους με το φυσικό περιβάλλον και την τοπική οικονομία», μετάφραση Μ. Παπαθανασίου, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού - περ. Μνήμων, Αναζητήσεις της νεότερης γερμανόφωνης ιστοριογραφίας, (Θεωρία και Μελέτες Ιστορίας, 18), Αθήνα 2000, σ.

Σελ. 313
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 294
    

    ποσότητας και ποιότητας πρέπει να ήταν σε γενικές γραμμές φτωχότερο από το διαιτολόγιο των περισσότερων αγοριών. Παράλληλα, τα αγόρια εξασκούνταν στο να διεκδικούν επιπλέον αγαθά ενώ τα κορίτσια μάθαιναν να αρκούνται στα υπάρχοντα: άραγε ως μελλοντικοί διαχειριστές της οικονομικής καθημερινότητας και της στενότητάς της;

    Ε' Παρέκβαση: Ζωοκλοπή

    Ορισμένες μαρτυρίες υποδεικνύουν ότι μεγαλύτερα αγόρια -τουλάχιστον πάνω από δεκατεσσάρων-δεκαπέντε ετών— που προέρχονταν από οικογένειες κτηνοτρόφων έκλεβαν κατά καιρούς ζώα άλλων κτηνοτρόφων. Όταν ρωτήθηκε, αν υπήρχαν ζωοκλέφτες στα χρόνια του, ο γιος ενός κτηνοτρόφου (τσοπάνης και ο ίδιος), γεννημένος το 1924, απάντησε: «Αφού εμείς οι ίδιοι ήμασταν κλέφτες. Απ' τα δεκατέσσερα αυτή τη δουλειά κάναμε» (αναφερόταν βεβαίως στα τέλη της δεκαετίας του 1930, επομένως σε μια όχι και τόσο πρώιμη περίοδο στη ζωή του ελληνικού κράτους). Τόνισε επίσης ότι με αυτό τον τρόπο η οικογένεια εξασφάλιζε κρέας χωρίς να έχει απώλειες από το δικό της κοπάδι.124

    Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου η ζωοκλοπή στην ηπειρωτική Ελλάδα, τουλάχιστον στη Στερεά και τη Μακεδονία125, εξακολουθούσε να αποτελεί κοινή πρακτική («έθιμο» την αποκαλεί ο Λουκόπουλος το 1930) των τσοπάνηδων και να θεωρείται από τους κτηνοτρόφους ως ένδειξη παλικαριάς (πιθανόν να την προσμετρούσαν ακόμη στα προσόντα των υποψήφιων γαμπρών, όπως συνέβαινε σε ένα χωριό της Φθιώτιδας μέχρι την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και σε ένα χωριό της Κοζάνης στα τέλη της δεκαετία του 1920).126 Υποθέτω ότι σηματοδοτούσε για τους γιους των κτηνοτρόφων τη μετάβαση από την ηλικία που σήμερα θα αποκαλούσαμε παιδική σε μια άλλη που σήμερα θα αποκαλούσαμε νεανική. Η κλοπή μιας γίδας ή ενός προβάτου απαιτεί σωματικές δυνάμεις που αναπτύσσονταν σταδιακά κατά την περίοδο

    124. Συν. με τον Γ. Ψ., σ. 6' Επίσης Συν. με τον Χ. Μ., σ. 6.

    125. Για τη Μακεδονία βλ. Δαμιανάκος, «Ληστρική Κοινωνία», ό.π., σ. 185, 186.

    126. Βλ. Λουκόπουλος, Ποιμενικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 208-210. Βλ. επίσης τα όσα γράφει για τη ζωοκλοπή στον Πύργο της Υπάτης ο Αναγνωστόπουλος (Λαογραφικά Ρούμελης, Αθήνα 1955, σ. 63): «Μέχρι του 1914 η ζωοκλοπή εις το χωριό ήκμαζε μέχρι τοιούτου σημείου, ώστε ο νέος, ο οποίος δε θα είχε εις βάρος του πέντε τουλάχιστον καταδίκες για ζωοκλοπή, να κινδυνεύει να μείνει ανύπαντρος (...) ενθυμούμαι ότι από του 1900 έως το 1913 οι περισσότεροι ζωοκλέπται έκλεβαν όχι από ανάγκη αλλά από κακή συνήθεια κι έκλεβαν συχνά είκοσι και τριάντα ζώα μαζί». Σύμφωνα με τη δημοσιογραφική έρευνα του λογοτέχνη Στρατή Δούκα, στον Μεταξά Κοζάνης στα τέλη της δεκαετίας του 1920 προϋπόθεση για να παντρευτεί ένας νέος ήταν να έχει κλέψει τουλάχιστον 500 γίδες (Δαμιανάκος, «Ληστρική κοινωνία», ό.π., σ. 186). Για μαρτυρίες γύρω από τη διάδοση της ζωοκλοπής το 19ο αι. στο Πήλιο βλ. Αντμάν, Βία και Πονηριά, ό.π., σ. 45.