Συγγραφέας:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Τίτλος:Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
 
Υπότιτλος:Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:38
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2003
 
Σελίδες:387
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Κροκύλειο Δωρίδας
 
Χρονική κάλυψη:αρχές 20ού αι.
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό είναι μία ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου, το Κροκύλειο (ως το 1915 Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο) της Φωκίδας, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει, δηλαδή, πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μία κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο παράδειγμα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.57 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 303-322 από: 395
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/303.gif&w=600&h=915

Ζ' Ηλικιακοί διαχωρισμοί

Από τις μαρτυρίες για τα τυχερά παιχνίδια συμπεραίνουμε ότι σε επίπεδο λόγου και πράξης υφίστατο μια γενική, αλλά ουσιαστική ως προς τα δικαιώματα συμμετοχής στο παιχνίδι, διάκριση ανάμεσα σε «μικρά» και «μεγάλα» παιδιά. Τα τυχερά παιχνίδια, με την ευρύτερη έννοια -δηλαδή και όσα δεν παίζονταν με χρήματα- αποτελούσαν κατ' αρχήν προνόμιο των μεγαλύτερων παιδιών (αγοριών). Οι μικροί κατά κανόνα «χάζευαν» τους μεγάλους.152

Ανάμεσα στις σχηματικές αυτές ηλικιακές ομάδες, των «μικρών» και των «μεγάλων», με τα ρευστά μεταξύ τους όρια, αναπτύσσονταν σχέσεις εξουσίας και ιεραρχίας.153 Οι «μεγάλοι» λειτουργούσαν ως πρότυπα για τους «μικρούς». Στο χρονογράφημα ενός ιδιαίτερα αξιόπιστου συνομιλητή, διαβάζουμε πως οι γυμνασιόπαιδες που έπαιζαν βόλεϊ στην πλατεία εκτόπιζαν τα μικρότερα παιδιά από εκεί' μόνο το καταμεσήμερο, όταν οι «μεγάλοι» πήγαιναν να φάνε και να ξεκουραστούν, έβρισκαν οι «μικροί» ευκαιρία να παίξουν στην πλατεία. Απέναντι στα μεγάλα παιδιά οι μικροί ένιωθαν φόβο και σεβασμό, και κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια να τους αποδείξουν τη χρησιμότητά τους (μαζεύοντας λ.χ. τη μπάλα του βόλεϊ όταν ξέφευγε).154

Τα όρια μεταξύ «μικρών» και «μεγάλων» ήταν οπωσδήποτε ρευστά. Στις αφηγήσεις οι άνθρωποι υιοθετούν τις (θεσμικές) οριοθετήσεις του εκπαιδευτικού συστήματος για να προσδιορίσουν «μικρούς» και «μεγάλους». Οι γυμνα-

152. Και όταν οι «μεγάλοι» οργίζονταν πλήρωναν το τίμημα, όπως μας δείχνει πολύ γλαφυρά ένα μεταγενέστερο παράδειγμα από τη δεκαετία του 1940:

«Σας είπε κανείς ότι παίζαμε και τριάντα, το παιχνίδι αυτό; Αυτό ήταν ένα παιχνίδι, όπως είναι η ντάμα, το οποίο ζωγραφίζαμε πάνω σε πλάκα... Σα ντάμα ακριβώς. Πετραδάκια, οι δύο αντίπαλοι, κανονικά. Οι πιο μεγάλοι βέβαια -εμείς παρακολουθούσαμε τους πιο μεγάλους με δέος- και στην πλατεία, πριν ρίξουν το τσιμέντο στη μαντρούλα πούχε, γύρωγύρω είχε πλάκες ωραίες. Κι ήταν ό, τι έπρεπε για να ζωγραφίσεις. Και θυμάμαι ότι παρακολουθούσαμε κάτι πιο μεγάλους από μας και παίζαν και πηγαίναμε σα μελίσσι εμείς από πάνω και κοιτάζαμε έτσι. Τους εκνευρίζαμε τους παίχτες. Σε κάποια φάση, λοιπόν, έπαιζε ένας αείμνηστος Α. Π., και με κάποιον άλλον, αλλά τον Α. τον θυμάμαι γιατί συνέβη το εξής: Εμείς ήμασταν δέκα; Κοιτάζαμε όλοι να δούμε ποιος κερδίζει, ποιος χάνει κ.λπ. Οπότε ο Α. έχασε, θεώρησε ότι ήμασταν εμείς η αιτία, του αποσπάγαμε την προσοχή, και μας έδειρε όλους, ε; Δηλαδή μας έφερε γύρω-γύρω στην πλατεία, μας έδειρε όλους, όσους ήμασταν εκεί. Μιλάμε για ξύλο, ε;» (Συν. με τον T. T., σ. 22 - πρόκειται στην πραγματικότητα για μικρής διάρκειας συνομιλία με τον Χ. Τ. και το γιο του Τ. Τ. στο χωριό, που μαγνητοφώνησα στην ίδια κασέτα με την κύρια συνέντευξη του Χ. Τ.)

153. Όπως σημειώσαμε όταν μιλήσαμε για σχέσεις παιδιών-ενηλίκων, σύμφωνα με τον Eisenstadt: «Οι σχέσεις ανάμεσα στις διαφορετικές ηλικιακές βαθμίδες είναι αναπότρεπτα ασύμμετρες, από την άποψη της εξουσίας, του σεβασμού και της πρωτοβουλίας» (Eisenstadt, «Ηλικιακές ομάδες», ό.π., σ. 183).

154. Θανάσης Αθανασόπουλος, «Λαογραφικός Θησαυρός: Η Γρούνα κι τα Κουκουρέλια», εφ. Το Κροκύλειο, αρ. φ. 47 (1992), σ. 1.

Σελ. 303
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/304.gif&w=600&h=915

γυμνασιόπαιδες ανήκαν σαφώς στους «μεγάλους» και οι μαθητές του Δημοτικού (στη συντριπτική τους πλειοψηφία) ανήκαν σαφώς στους «μικρούς». Αυτό δε σημαίνει πως ο συγκεκριμένος ηλικιακός διαχωρισμός αποτελεί εκούσια ή ακούσια κατασκευή του εκπαιδευτικού συστήματος. Από τη στιγμή που απαντά στα τυχερά παιχνίδια, τα οποία νομοθέτες και παιδαγωγοί θεωρούσαν εντελώς ασύμβατα με την παιδική ηλικία ή εν πάση περιπτώσει με ό,τι οι ίδιοι αντιλαμβάνονταν ως παιδική ηλικία, πρέπει να αντανακλά επίσης κατηγορίες της παραδοσιακής κοινωνίας.

Φαίνεται πως τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, έπαιζαν κατά κύριο λόγο με συνομήλικους, κινούνταν προπάντων στο πλαίσιο μιας μικρότερης ή μεγαλύτερης σε μέγεθος ομάδας ομηλίκων (του λεγόμενου στα αγγλικά «peer group»). Τη σημασία της ομάδας των ομηλίκων για τα παιδιά αναδεικνύει εξάλλου και η έκφραση: «ήμασταν όντα (στν ηλικία)», δηλαδή «ήμασταν μαζί», «είχαμε την ίδια ηλικία», φράση την οποία χρησιμοποίησαν αυθόρμητα ορισμένες συνομιλήτριες όταν μου μιλούσαν για τα παιχνίδια τους:

Εγώ παραδέ (προπάντων), παντρεύαμε κούκλες με μία που είναι καταπάν' στο σπίτ' τς Α. της θυγατέρας μου ...Και τν έλεγαν Κωνσταντούλα, ήμασταν όντα στν ηλικία. Και μόλεε: «θα παντρέψουμε τς κούκλες, θάρθεις;» -«Θάρθω». Και πάαινα κει και γω. - Αμέ! (στεφανώναμε κούκλες με την Πηνελόπη Κ.) Αφού με τν Πηνελόπ' ήμασταν όντα, με τν Ασπασία όντα, με τν Οντούλα. Ναι, ναι. Παίζαμε. Παίζαμε λέει! Στεφανώναμε, φκιάναμε κούκλες, συ ο κουμπάρος, εγώ η συμπεθέρα και γλεντάγαμε μετά, και γλυκά...155

Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι παιδιά διαφορετικών ηλικιών δεν έπαιζαν μαζί. Υποδεικνύει όμως πως, κατ' αρχήν, έπαιζαν μαζί παιδιά τα οποία βρίσκονταν περίπου στην ίδια ηλικία.

Διερωτώμαι μήπως μπορούμε να υποστηρίξουμε, παραφράζοντας τα λόγια του Campbell για τις δραστηριότητες των ανδρών στο καφενείο, ότι «τα παιχνίδια αποτελούν κοινωνικές δραστηριότητες ισότιμων και για το λόγο αυτό δε συμβιβάζονται με τη συμμετοχή (ή τουλάχιστον την ισότιμη συμμετοχή) διαφορετικών ηλικιακών κατηγοριών στο ίδιο παιχνίδι».

Στο σημείο αυτό ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα κεντρικό πρόβλημα της ιστορίας της παιδικής ηλικίας: Κατά πόσο δηλαδή αποτελούσε το παιχνίδι στην παραδοσιακή κοινωνία δραστηριότητα κατ' εξοχήν συνυφασμένη με την παιδική ηλικία, όπως συμβαίνει σήμερα; Οι περισσότεροι ερευνητές δέχονται ότι στις προκαπιταλιστικές, παραδοσιακές κοινωνίες γενικότερα και τις (προκαπιταλιστικού χαρακτήρα) αγροτικές κοινωνίες μέχρι τα μέσα περίπου του 20ού αι. ειδικότερα, «απουσιάζει η αίσθηση αναγνώρισης του δικαιώματος του παιχνιδιού ως αναπόφευκτα συνδεδεμένου με την παιδική ηλι-

155. Συν. με την Π. Γ., σ. 30' Συν. με την Μ. Ν. σ. 6.

Σελ. 304
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/305.gif&w=600&h=915

ηλικία».156 Είναι γεγονός ότι στο παράδειγμα μας το παιχνίδι των παιδιών δεν είχε αυστηρά καθορισμένο εκπαιδευτικό-παιδαγωγικό χαρακτήρα κι ακόμη ότι παιχνίδια δεν έπαιζαν μόνο τα παιδιά αλλά χωριανοί διαφορετικών γενιών (και δεν αναφέρομαι στα τυχερά παιχνίδια). Όμως οι προφορικές μαρτυρίες δείχνουν επίσης: α) ότι οι ενήλικες αναγνώριζαν ειδικά στο παιχνίδι των παιδιών κοινωνικοποιητικό ρόλο και β) ότι το παιχνίδι των παιδιών διαφοροποιούνταν σημαντικά από το παιχνίδι όσων δεν θεωρούνταν πλέον παιδιά (ας πούμε λοιπόν γενικευτικά και καταχρηστικά «των ενηλίκων»).

Η μικροκοινωνία την οποία εξετάζουμε αναγνώριζε τον κοινωνικοποιητικό ρόλο του παιχνιδιού για το παιδί, χωρίς να διανοείται να επέμβει καθοριστικά και να «παιδαγωγικοποιήσει» το παιχνίδι, που παρέμενε «ένας ιδιαίτερος χωρόχρονος για τα παιδιά ... ένα αυτόνομο μέρος του πολιτισμικού συστήματος με ιδιαίτερη δομή».157 Μελετητές που δίνουν έμφαση στη «συμπόρευση των ηλικιών» της παραδοσιακής κοινωνίας, επισημαίνουν ότι η κοινωνία αυτή αναγνώριζε ότι μέσα από το παιχνίδι τα παιδιά κοινωνικοποιούνταν.158 Είδαμε ότι πολλές φορές οι μητέρες κατασκεύαζαν κούκλες για τις κόρες ή τις βοηθούσαν να κατασκευάσουν κούκλες (παρ' όλο που ορισμένες συνομιλήτριες δηλώνουν ότι η μητέρα τους «δεν ευκαιρούσε» για κάτι τέτοιο), κι ακόμη ότι τους προμήθευαν άδεια κουτιά από βερνίκι παπουτσιών, και λίγο ζυμάρι για να πλάσουν πίτες. Είδαμε, ακόμη, ότι ενήλικες εμπόδιζαν το συγχρωτισμό παιδιών και των δύο φύλων στο παιχνίδι.

Άλλωστε, όσο μικρότερα ήταν τα παιδιά -προπάντων τα κορίτσια, τα οποία, όπως αναφέραμε και στο σχετικό κεφάλαιο, απασχολούνταν στις αγροτικές εργασίες σε μεγαλύτερο βαθμό από τα αγόρια-, όσο λιγότερο ανεπτυγμένες ήταν οι σωματικές δυνάμεις και δεξιότητες τους, τόσο περισσότερο χρόνο για παιχνίδι είχαν στη διάθεσή τους. Το παιχνίδι τα απασχολούσε και επέτρεπε στους ενήλικες να ολοκληρώνουν απερίσπαστοι τις εργασίες τους. Μια συνομιλήτρια η οποία από μια ηλικία και μετά είχε γίνει «το δεξί χέρι της μάνας της» στις «δλειεές» αφηγήθηκε χαρακτηριστικά:

Ε, παίζαμε. Ερχόμασταν απ' το σχολείο πίσω, διαβάζαμε, δε διαβάζαμε, κι έπειτα αρχινάγαμε και παίζαμε. Δε μας απαγόρευαν όμως να παίξουμε. Να μας φωνάξνε, να πούνε, μην πας στη γειτόνσα ή να μη 'ρθει το γειτονόπαιδο δω, όχι. Μαζευόμασταν εκεί, παίζαμε, παίζαμε τις κούκλες, παίζαμε αυτήνα και μας άφναν και παίζαμε. Τι να κάνουμε τότε; Δεν ήμασταν και πολύ μεγάλες να πάμε στο χωράφ'.159

156. Μπάδα, «Το παιχνίδι στην παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», ό.π., σ. 73.

157. Λυδίκος, Το παιδί στην παραδοσιακή και τη σύγχρονη κοινωνία, ό.π., σ. 304.

158. Μπάδα, «Το παιχνίδι στην παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», ό.π., σ. 78.

159. Συν. με την Π. Γ., σ. 41.

Σελ. 305
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/306.gif&w=600&h=915

Οπωσδήποτε τα παιδιά είχαν λόγω ηλικίας το χρόνο να παίξουν συστηματικότερα από τους ενήλικες, στο βαθμό μάλιστα που οι επιδόσεις τους στο σχολείο απασχολούσαν τους γονείς περιφερειακά ή καθόλου πράγμα που ίσχυε κατεξοχήν για τα κορίτσια.

Στο Κροκύλειο, χωριανοί τουλάχιστον πάνω από 15 ετών, έπαιζαν παιχνίδια τα οποία σήμερα, σε επίπεδο κανονιστικού λόγου, είναι συνυφασμένα με την παιδική ηλικία. Πότε όμως; Στις κοινωνικές εκδηλώσεις, στα πανηγύρια, τις Απόκριες. Και ποιοι; Οι πληροφορίες που έχω αφορούν κυρίως στα νέα και ανύπαντρα ακόμη μέλη της κοινότητας, τα μεταξύ 15 και 25 χρόνων περίπου. Τις Απόκριες μεταμφιέζονταν και γυρνούσαν τα σπίτια του χωριού για να τρομάξουν τους ενοίκους" οι κοπέλες έπαιζαν «τυφλόμυγα».160 Στα «ξεφλουδίσια» έπαιζαν διάφορα παιχνίδια, μεταξύ άλλων και το «λτσο» (το σημερινό «μπουγέλωμα») ,161

Οι φάρσες αποτελούσαν αγαπητό παιχνίδι των ενήλικων χωριανών κάθε ηλικίας, κατά κανόνα όμως των ανδρών. Οι ενήλικες προκαλούσαν και ανέτρεπαν την καθημερινή τάξη πραγμάτων, όπως τα αγόρια που έκλεβαν κεράσια και σταφύλια ή κρεμούσαν ζωντανά καβούρια σαν αψίδα πάνω από το δρόμο για να φοβίσουν περαστικούς ανθρώπους και ζώα: Πλήθος ανεκδοτολογικών μαρτυριών το πιστοποιούν" ίσως οι σκληρές συνθήκες διαβίωσης και η έλλειψη άλλων ψυχαγωγικών διεξόδων καθιστούσαν επιτακτική την ανάγκη των ανθρώπων να διασκεδάσουν διακωμωδώντας ανθρώπους, πράγματα και καταστάσεις. Ενδεικτικά αναφέρω μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση στην οποία ευυπόληπτοι χωριανοί (ανάμεσά τους ο ειρηνοδίκης και ο γραμματέας της κοινότητας) φόρεσαν ράσα και παρίσταναν τα στοιχειά για να τρομάξουν ένα συγχωριανό και να κόψουν σταφύλια από τ' αμπέλι του.162 (Οι μεταμφιέσεις σε στοιχειά ήταν αρκετά συνηθισμένες).

Οι ενήλικες όμως δεν έπαιζαν, ή τουλάχιστον δεν επεδίωκαν να παίζουν, σε καθημερινή βάση" επιπλέον δεν έπαιζαν τα περισσότερα από τα παιχνίδια που έπαιζαν τα παιδιά, όπως τη «γρούνα» ή τα πεντόβολα, και δεν έπαιζαν με αθύρματα όπως τα παιδιά.163 Φυσικά δε μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο οι ενήλικες να έπαιζαν παλαιότερα και τέτοιου είδους παιχνίδια τα οποία σταδιακά, λόγω της θεσμοθετημένης και αυξανόμενης αναγνώρισης της παιδικής ηλικίας ως ιδιαίτερης κοινωνικής κατηγορίας, «περιθωριοποιήθηκαν

160. Συν. με την Μ. Ν., σ. 5" Συν. με την Γ. Α., σ. 2.

161. Συν. με τον Χ. T., σ. 21.

162. Συν. με την Α. Σ., σ. 10.

163. Πβ. τις παρατηρήσεις της ψυχολόγου Μαριέλλας Χρηστέα-Δουμάνη στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν πραγματοποίησε έρευνα σε χωριά της ημιορεινής Ηπείρου: «Σχεδόν ποτέ δεν είδα ενήλικους να παίζουν παιδικά παιχνίδια με τα μικρά παιδιά» (Μ. Χρηστέα-Δουμάνη, Η Ελληνίδα Μητέρα άλλοτε και σήμερα, Αθήνα 1989, σ. 115).

Σελ. 306
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/307.gif&w=600&h=915

και απέμειναν ως παιχνίδια των παιδιών», όπως υποθέτει η Κ. Μπάδα.164

Τα παιδιά συμμετείχαν στα παιχνίδια των ενηλίκων; Έπαιζαν μαζί τους; Δεν έχω στοιχεία που να υποδεικνύουν κάτι τέτοιο. Βέβαια σε μια φωτογραφία που «τραβήχτηκε» Απόκριες, γύρω στα 1920, ανάμεσα στους μεταμφιεσμένους οι οποίοι φορώντας μάσκες και φουστανέλες συμμετείχαν σε «γάμο», απαντούν και παιδιά μεταμφιεσμένα σε «συμπεθερόπουλα»" οι περισσότεροι όμως είναι νέοι πάνω από 15 ετών (βλ. εικόνα 10). Οι ενήλικες συμμετείχαν στα παιχνίδια των παιδιών; Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι μαρτυρίες κάνουν λόγο, όπως ανέφερα παραπάνω, για ομάδες ομηλίκων. Σε μια περίπτωση δυο νεαροί χωριανοί συμμετείχαν στα παιχνίδια των κοριτσιών αλλά επικουρικά και εξαιτίας των επαγγελματικών γνώσεών τους: Ο ένας φοιτούσε σε ιερατική σχολή (γι' αυτό και «τον έλεγαν ξερόπαπα, ο ξερόπαπας, αλλά έγινε και χλωρός μιτά») και ερχόταν το καλοκαίρι στο χωριό' δέχθηκε να βοηθήσει τις γειτονοπούλες να παίξουν, παριστάνοντας τον παπά στα στεφανώματα. Δύο άλλοι, μαθητευόμενοι οργανοπαίχτες, έπαιξαν μουσική στο φανταστικό γλέντι του γάμου το οποίο οργάνωσαν τα κορίτσια.165

Συμπερασματικά, φαίνεται ότι κατ' αρχήν παιδιά και ενήλικες δεν έπαιζαν μαζί. Πρέπει άραγε να υποθέσουμε ότι αυτό οφειλόταν στην επιρροή αστικών προτύπων στο χωριό και ότι «κάποτε», οπωσδήποτε πριν από το 1900, όταν ακόμη δεν είχε αρχίσει η μετανάστευση προς την Αμερική και η κτηνοτροφία αποτελούσε μάλλον την κύρια πηγή εισοδήματος του πληθυσμού, ίσχυε το αντίθετο; Νομίζω πάντως ότι οι ανάγκες της αγροτικής οικονομίας, η εξάρτηση της από τη σωματική εργασία, επομένως και από τη βιολογική διαδρομή του ανθρώπινου σώματος, περιόριζαν τη συνύπαρξη των ηλικιών στο παιχνίδι.

164. Μπάδα, «Το παιχνίδι στην παραδοσιακή ελληνική κοινωνία», ό.π., σ. 79. Πβ. τις ενδιαφέρουσες πληροφορίες για παρόμοιες εξελίξεις στον ελλαδικό (αγροτικό και αστικό) χώρο που καταγράφει η συγγραφέας (ό.π., σ. 78). Η Γκουγκουλή εκφράζει ορισμένες επιφυλάξεις για την εξελικτική αυτή αντίληψη περί παιχνιδιού, επισημαίνοντας ότι τα περισσότερα παραδείγματα της Μπάδα αφορούν σε παιχνίδια εθιμικού/τελετουργικού χαρακτήρα ή αγωνίσματα που επιβάλλουν τη συμμετοχή διαφορετικών γενεών, και φαίνεται να θεωρεί πιθανότερο με βάση τα διαθέσιμα τεκμήρια (τα οποία πάντως παραμένουν ανεπαρκή) ότι και στην παραδοσιακή κοινωνία τα παιδιά έπαιζαν τα δικά τους παιχνίδια, μακριά από τα βλέμματα των ενηλίκων (Κ. Γκουγκουλή, «Ανθρωπολογικές και λαογραφικές προσεγγίσεις του παιδικού παιχνιδιού», στο Χατζητάκη-Καψωμένου (επιμ.), Ελληνικός παραδοσιακός πολιτισμός, ό.π., σ. 57-72, κυρίως σ. 65. Με τον όρο «παραδοσιακή κοινωνία», η Γκουγκουλή εννοεί προφανώς την κοινωνία των οθωμανικών χρόνων στην οποία αναφέρεται σε μεγάλο βαθμό στο άρθρο της η Μπάδα).

165. Συν. με την Λ. Π., σ. 7.

Σελ. 307
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/308.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 308
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/309.gif&w=600&h=915

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Παρ' όλο που οι χωριανοί αγνοούσαν τον όρο «παιδική ηλικία», αυτό που ο Ariès αποκάλεσε «αίσθημα» (sentiment) της παιδικής ηλικίας υπήρχε και εκφραζόταν με πολύ συγκεκριμένους τρόπους, μέσω μιας σειράς αποκλειστικών υποχρεώσεων και δικαιωμάτων στο πλαίσιο της οικογενειακής και κοινωνικής εθιμικής ζωής, που αφορούσαν σε γενικές γραμμές, όσους δεν ήταν πάνω από 15 ετών. Ταυτόχρονα υπήρχε και εκφραζόταν επίσης με πολύ συγκεκριμένους τρόπους, το αίσθημα ύπαρξης μιας νεανικής ηλικίας που χονδρικά συνέπιπτε με το διάστημα το οποίο ακολουθούσε την απαρχή της γόνιμης περιόδου στη ζωή των ανθρώπων και τουλάχιστον προηγούνταν του γάμου τους. Οπωσδήποτε, οι μηχανισμοί του σχολείου προώθησαν στη συνείδηση της μικροκοινωνίας την ιδέα περί διακριτών, αυστηρά οριοθετημένων ηλικιακών φάσεων στη ζωή των ανθρώπων και πρόσφεραν στους χωριανούς τις εκφράσεις που αποτύπωσαν τις φάσεις αυτές («τα παιδιά του σχολείου», «τα παιδιά του Δημοτικού, του Ελληνικού (του Σχολαρχείου), του Γυμνασίου»). Αλλά φαίνεται πως ένα πρώτο διάστημα της βιολογικής διαδρομής του ανθρώπου ήταν οριοθετημένο στην πράξη, ανεξάρτητα από τους σχολικούς μηχανισμούς, σε επίπεδο οικογενειακό, εθιμικό, κοινωνικό. Φυσικά η οριοθέτηση αυτή δεν ήταν θεσμοθετημένη και για το λόγο αυτό σε μια πρώτη ματιά ωχριά μπροστά στον σαφή, επίσημο διαχωρισμό των νέων γενεών σε συγκεκριμένες ηλικιακές κατηγορίες που εξυπηρετούσαν τη λειτουργία του σχολείου.

Στην πραγματικότητα βέβαια δεν υπήρχε μια ενιαία, παιδική ηλικία για όλους όσοι μεγάλωσαν στο χωριό τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., αλλά πολλές: η παιδική ηλικία των αγοριών και των κοριτσιών, των παιδιών των μεταναστών και όσων ζούσαν στο χωριό, των παιδιών των κτηνοτρόφων και όσων κατοικούσαν μόνιμα στο καθεαυτό χωριό, δηλαδή στον κεντρικό οικισμό, των παιδιών όσων οικογενειών διέθεταν μια τακτική πηγή χρηματικού εισοδήματος και των υπόλοιπων, των παιδιών των οποίων ο πατέρας ήταν λιγότερο ή περισσότερο «γραμματισμένος» και όσων ο πατέρας γνώριζε ελάχιστα ή καθόλου γράμματα, των παιδιών των λιγοστών παλαιών, «αρχοντικών» οικογενειών

Σελ. 309
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/310.gif&w=600&h=915

και των υπόλοιπων, των παιδιών των οποίων ο πατέρας ήταν λιγότερο ή περισσότερο «γραμματισμένος» και όσων ο πατέρας γνώριζε ελάχιστα ή καθόλου γράμματα, των παιδιών των λιγοστών παλαιών, «αρχοντικών» οικογενειών (προυχόντων) που φαίνεται ότι είχαν συγκεντρώσει μια σχετικά σημαντική περιουσία αρκετά νωρίς, ήδη στις αρχές του 20ού αι., και των παιδιών των υπόλοιπων χωριανών. Αυτές οι κατηγορίες δεν ήταν κατά κανένα τρόπο απόλυτα διακριτές η μια από την άλλη, αλληλοεπικαλύπτονταν και συγκροτούσαν διαφορετικές, πολυπρισματικές περιπτώσεις.

Οπωσδήποτε το πόνημα αυτό δεν κάλυψε κάθε περίπτωση, κάθε εμπειρία ή βιογραφική διαδρομή. Ακόμη και στην περίπτωση που τα χρονικά και γενικότερα τα πρακτικά όρια διεξαγωγής της μελέτης ήταν περισσότερο ελαστικά, κάτι τέτοιο δε θα ήταν δυνατό: «Κάθε ιστορική δουλειά που χρησιμοποιεί προφορικές πηγές είναι ημιτελής εξαιτίας της φύσης των πηγών» που είναι κατ' αρχήν «ανεξάντλητες».1 Όντας όμως εντοπισμένο γεωγραφικά και αντλώντας υλικό από διαφορετικού τύπου πηγές (παρά την αναγκαία έμφαση στο προφορικό υλικό), νομίζω πως κατόρθωσε να ανιχνεύσει τα βασικά, τουλάχιστον, νήματα της ζωής του συνόλου των παιδιών στο χωριό.

Σε γενικές γραμμές αγόρια και κορίτσια που, -όταν επιβίωναν κατά τα δύο πρώτα έτη της ζωής τους- μεγάλωναν στο Κροκύλειο τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. (με βάση το υλικό, προπάντων στις δεκαετίες του 1920 και του 1930): Συνήθως περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος των παιδικών τους χρόνων με τους γονείς (προπάντων με τη μάνα, αφού συχνά ο πατέρας είχε μεταναστεύσει στην Αμερική) και τα αδέλφια τους' στο πλαίσιο του κυρίαρχου ανδροπατροτοπικού συστήματος συγκρότησης οικιακών ομάδων, κατά κανόνα συγκατοικούσαν για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα της παιδικής τους ηλικίας (ανάλογα με τη σειρά γέννησής τους), με ένα γονέα ή και τους δυο γονείς του πατέρα. Διαβίωναν γενικά σε στενόχωρα υλικά περιβάλλοντα. Στο πλαίσιο τους αναλάμβαναν από πολύ νωρίς (ήδη από την προσχολική ηλικία) ενεργό ρόλο. Οι ενήλικες τους ανέθεταν συγκεκριμένα καθήκοντα και καθόριζαν τα δικαιώματά τους στην κατανάλωση και τους τρόπους με τους οποίους θα χρησιμοποιούσαν τα υλικά αγαθά.

Αλλά ήδη στο πεδίο της συμμετοχής στην οικογενειακή οικονομία η εμπειρία των αγοριών διαφοροποιούνταν από την εμπειρία των κοριτσιών. Με το πέρασμα του χρόνου, προπάντων τα κορίτσια, επιβαρύνονταν με οικιακές και αγροτικές εργασίες, με τον ίδιο τρόπο που μάλλον οι γυναίκες παρά οι άνδρες επωμίζονταν τις μεγαλύτερες εργασιακές ευθύνες σε καθημερινό επίπεδο.

Η εμπειρία αγοριών και κοριτσιών διαφοροποιούνταν, άλλωστε, ουσιαστικά στο πεδίο της συμμετοχής στην εθιμική ζωή και προπάντων στο πεδίο του

1. Portelli, «What makes Oral History different», ό.π., σ. 71.

Σελ. 310
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/311.gif&w=600&h=915

παιχνιδιού, που την εποχή εκείνη και στο χώρο εκείνο αποτελούσε κατ' εξοχήν αυτόνομη, πολιτισμική έκφρασης των παιδιών.

Σε σύγκριση με τα κορίτσια, τα αγόρια έπαιζαν κατ' αρχήν μεγαλύτερο, πιο συγκεκριμένο και γι' αυτό προνομιακό ρόλο στην εθιμική και κοινωνική ζωή της κοινότητας. Αγόρια και κορίτσια έπαιζαν εξάλλου κατά πρώτο λόγο με συνομήλικα παιδιά του ίδιου φύλου.

Τα αγόρια προτιμούσαν ανταγωνιστικά παιχνίδια τα οποία στηρίζονταν στο χάρισμα του κάθε παίκτη και ανέπτυσσαν το αίσθημα του εγωισμού και παιχνίδια στα οποία δοκιμαζόταν η φυσική δύναμη και η σωματική αντοχή, βασικές συνιστώσες του κυρίαρχου ανδρικού προτύπου και στερεοτύπου" συχνά προκαλούσαν με το παιχνίδι τους την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων και έπαιζαν συνήθως σε αρκετή απόσταση από τον οικιακό χώρο, σε μακρινά αλώνια, βρύσες ή και εκτός του κεντρικού οικισμού. Κάπνιζαν και αναμιγνύονταν σε τυχερά παιχνίδια από πολύ μικρά, μυούνταν δηλαδή σε απολαύσεις που αποτελούσαν ουσιαστικά ανδρικά προνόμια, συνυφασμένα με το βασικό ανδρικό προνόμιο του ελεύθερου χρόνου στο πλαίσιο της καθημερινής ζωής της κοινότητας.

Από την πλευρά τους τα κορίτσια έπαιζαν προπάντων παιχνίδια που δεν απαιτούσαν έντονες κινήσεις ή κινήσεις σε μεγάλη ακτίνα και, πολύ συχνά, παιχνίδια κοινωνικών ρόλων μέσω των οποίων εσωτερίκευαν το γυναικείο συλλογικό πρότυπο. Με εξαίρεση το σκάρο, δεν είχαν δικαίωμα να παίζουν παρά στο εσωτερικό του οικιακού χώρου ή σε μικρή απόσταση από αυτόν.

Στη συνείδηση αγοριών και κοριτσιών εγχαρασσόταν η πεποίθηση ότι ανήκαν σε κόσμους χωριστούς και ιεραρχημένους: στον κόσμο των ανδρών, έναν κόσμο στο πλαίσιο του οποίου κυριαρχούσε μια σχετική ελευθερία κινήσεων και όπου οι αποκλίνοντες από τους συλλογικούς κανόνες συμπεριφοράς αντιμετωπίζονταν με επιείκεια' και στον κόσμο των γυναικών, έναν κόσμο στον οποίο αυτονόητα οι υποχρεώσεις ήταν πολλές, τα δικαιώματα ελάχιστα και η απόκλιση από συλλογικά πρότυπα συμπεριφοράς αδιανόητη.

Πέρα όμως από το κοινό, ανά φύλο, βιωματικό αυτό υπόστρωμα, οι εμπειρίες των παιδιών διαφοροποιούνταν ανάλογα με την κοινωνικο-οικονομική θέση της οικογένειας. Τα αδιέξοδα της ορεινής αγροτικής οικονομίας συγκροτούσαν ένα αυστηρά περιοριστικό υλικό πλαίσιο ζωής για το σύνολο των χωριανών. Αλλά στο εσωτερικό αυτού του πλαισίου οι υλικές συνθήκες διαβίωσης δεν ήταν το ίδιο στενόχωρες για όλους. Οι αφηγήσεις υποδεικνύουν πως τα παιδιά είχαν συνείδηση αυτών των διαφορών και επομένως πως οι διαφορές αν και δεν ήταν κραυγαλέες, ήταν ουσιαστικές: Επικύρωναν τη σημαντική θέση της οικογένειας στην άτυπη και ρευστή μικρο-κοινωνική ιεραρχία. Στην κορυφή μιας κατ' αρχήν δυσδιάκριτης αλλά υπαρκτής κοινωνικής πυραμίδας θα τοποθετούσαμε, με διαβαθμίσεις, όσες οικογένειες διέθεταν ένα σχετικά σταθερό χρηματικό εισόδημα (σε μια οικονομία με χαμηλό βαθμό εκχρηματισμού και έντονα αυτοκαταναλωτικό χαρακτήρα) και στη βάση τις οικογένειες των τσο-

Σελ. 311
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/312.gif&w=600&h=915

τσοπάνηδων, δέσμιων των χρονοβόρων και αδιάλειπτων απαιτήσεων της εκτατικής κτηνοτροφίας αλλά και των αδιεξόδων μιας τοπικής κτηνοτροφίας μικρής εμβέλειας.

Η κοινωνική διαφοροποίηση εκφραζόταν με τον πλέον εμφατικό τρόπο στο ζήτημα της σχολικής εκπαίδευσης των παιδιών. Όλα, ή σχεδόν όλα, τα παιδιά του χωριού εγγράφονταν στο Δημοτικό σχολείο και φοιτούσαν σ' αυτό, άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο τακτικά. Εξαιτίας των απαιτητικών συνθηκών ζωής και εργασίας των κτηνοτρόφων τα παιδιά τους, συνήθως, δεν παρακολουθούσαν τακτικά τα μαθήματα και συχνά εγκατέλειπαν το σχολείο, πριν ακόμη ολοκληρώσουν την -πάντως όχι αυστηρά οριοθετημένη— υποχρεωτική εκπαίδευση. Το ίδιο ίσχυε και για τη συντριπτική πλειοψηφία των κοριτσιών. Τα περισσότερα αγόρια, άλλωστε, δεν συνέχιζαν τη φοίτηση από την πρωτοβάθμια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ωστόσο ο αριθμός όσων φοιτούσαν στο Ελληνικό σχολείο (μέχρι την κατάργηση του, το 1929) δεν ήταν ευκαταφρόνητος και δεν αφορούσε αποκλειστικά στην «ελίτ» του χωριού. Ελάχιστα αγόρια όμως συνέχιζαν στο Γυμνάσιο της Άμφισσας ή του Λιδωρικίου: προπάντων οι γιοι των σχετικά εύπορων οικογενειών και κατά προτίμηση οι προικισμένοι μαθητές. Ελάχιστα κορίτσια φοιτούσαν στο Ελληνικό σχολείο (μέχρι το 1929) αλλά ο αριθμός των κοριτσιών που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο δεν ήταν κατά κανένα τρόπο εντυπωσιακά μικρότερος από τον αριθμό των αγοριών. Η «ελίτ» του χωριού, ο συμβολαιογράφος, ο γόνος μιας οικογένειας προυχόντων, ο δραστήριος και θρυλικός δάσκαλος, ο απόστρατος αξιωματικός, ο μικρέμπορος, ο καθηγητής του Σχολαρχείου θα φρόντιζε να σπουδάσει και τις θυγατέρες, ή τουλάχιστον, όσες είχαν ιδιαίτερη έφεση για μάθηση.

Με τη σειρά του το σχολείο αντιμετωπιζόταν ως όχημα μιας πιο κατηγορηματικής κοινωνικής διαφοροποίησης, όχημα απομάκρυνσης από τη ζωή της υπαίθρου και εξαστισμού. Η ορεινή μικρο-κοινωνία δεν έβλεπε το μέλλον της -και σε τελευταία ανάλυση τα παιδιά είναι το μέλλον μιας κοινωνίας, όσο τετριμμένο και αν ακούγεται— στην αγροτική οικονομία αλλά στην οικονομία των πόλεων ή, εν πάση περιπτώσει, την οικονομία που σχετίζεται με την αστική συγκρότηση.

Τα παιδιά ζούσαν μεταξύ παραδοσιακών και αστικών προτύπων ζωής, σε έναν κόσμο ταυτόχρονα κλειστό και ανοιχτό. Κλειστό, επειδή διατηρούσε παραδοσιακές οικονομικές και κοινωνικές δομές και νοοτροπίες (αρκεί να φέρουμε στο νου την κυρίαρχη ενδογαμική σε επίπεδο γεωγραφίας συμπεριφορά), που έβρισκαν έκφραση και ζωογονούνταν από τις κοινωνικές εκδηλώσεις της κοινότητας και το παιχνίδι των παιδιών. Ανοιχτό, εξαιτίας της φτώχειας, του άγονου εδάφους, των περιορισμένων και όχι ιδιαίτερα παραγωγικών κοπαδιών, στοιχεία που εξωθούσαν τους ανθρώπους στην υπερατλαντική και (σε πολύ μικρότερο βαθμό) στην εσωτερική μετανάστευση και έφερναν τους χωριανούς σε

Σελ. 312
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/313.gif&w=600&h=915

επαφή με πρότυπα ζωής που διαμορφώνονταν κατά πρώτο λόγο στα αστικά κέντρα. Παρ' όλο που πιθανόν οι περισσότεροι χωριανοί θα προτιμούσαν να εγκαταλείψουν την αγροτική ζωή, οι συγκυριακές αλλά και οι δομικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της μεσοπολεμικής περιόδου δεν επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Οι οικογένειες του μεσοπολεμικού χωριού μοιάζουν παγιδευμένες σε ένα παράδοξο παρόν, μεταξύ ενός παρελθόντος δίχως μέλλον και ενός μέλλοντος χωρίς επαρκή ευρύτητα ώστε να επιτρέψει δομικές μεταβολές στη ζωή τους. Στα μάτια της ορεινής αγροτικής κοινωνίας η εκπαίδευση των παιδιών, προπάντων των γιων, και η συνυφασμένη με τις σπουδές επαγγελματική αποκατάσταση τους από ένα κράτος που, μέσω και των πελατειακών πολιτικών δικτύων, έπαιζε από την εποχή της σύστασής του το ρόλο του εργοδότη σε συγκριτικά υπερθετικό βαθμό, αποτελούσε τη μόνη διέξοδο. Αλλά αυτό ήταν το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο και όχι η κυρίαρχη κοινωνική πραγματικότητα. Παρ' όλο που οι θέσεις του Κ. Τσουκαλά για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως εφαλτηρίου κοινωνικής κινητικότητας (βλ. αναλυτικά στο Τρίτο Κεφάλαιο) ελάχιστα ανταποκρίνονται στην κοινωνική πρακτική, νομίζω πως αποτυπώνουν τελικά το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο, το «κοινωνικό όνειρο» (που συνυπήρχε και ζωοδοτούνταν από το «αμερικανικό όνειρο») — αναφέρομαι βέβαια πάντοτε στην περίπτωση που πραγματεύτηκα.

2. ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΚΡΟ-ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗ ΜΑΚΡΟ-ΙΣΤΟΡΙΑ: ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Όπως συμβαίνει με κάθε μελέτη που εντοπίζει το ενδιαφέρον της σε ένα περιορισμένο στο χώρο παράδειγμα, προβάλλει και εδώ το ερώτημα για το αν και σε ποιο βαθμό οι παρατηρήσεις, τα συμπεράσματα, οι εύλογες υποθέσεις, ισχύουν πέρα από τα στενά γεωγραφικά όρια του χωριού. Συνυφασμένο με το παραπάνω είναι και το ερώτημα: κατά πόσο οι εκδοχές αυτές της παιδικής ηλικίας με το κοινό υπόστρωμα αφορούν ειδικά στον ορεινό ελλαδικό ή στον ορεινό στερεοελλαδικό χώρο, κατά πόσο δηλαδή μπορούμε να αναγνωρίσουμε έναν πολυπρισματικό «οικότυπο»2 - για να χρησιμοποιήσω, με άξονα αναφοράς την

2. Ο αυστριακός ιστορικός Michael Mitterauer χρησιμοποιεί τον όρο για να καταδείξει την πολλαπλότητα των οικογενειακών σχηματισμών στο χώρο της υπαίθρου, υπερβαίνοντας την απλουστευτική σχηματική αντίληψη περί της αγροτικής οικογένειας ως ενιαίου τύπου. Δανείζεται τον όρο από τη σκανδιναβική πολιτισμική ανθρωπολογία και τον Orvar Löfgren που ορίζει τον οικότυπο ως «ένα σχήμα εκμετάλλευσης οικονομικών πόρων εντός ενός δεδομένου μακρο-οικονομικού πλαισίου» [Μ. Mitterauer, «Οικογενειακοί σχηματισμοί της υπαίθρου στη σχέση τους με το φυσικό περιβάλλον και την τοπική οικονομία», μετάφραση Μ. Παπαθανασίου, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού - περ. Μνήμων, Αναζητήσεις της νεότερης γερμανόφωνης ιστοριογραφίας, (Θεωρία και Μελέτες Ιστορίας, 18), Αθήνα 2000, σ.

Σελ. 313
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/314.gif&w=600&h=915

παιδική ηλικία και υπό μια ευρύτερη έννοια, έναν ανθρωπολογικό όρο που έχουν καθιερώσει ιστορικοί της οικογένειας στην κεντρική Ευρώπη.

Τέτοιου τύπου ερωτήματα δεν είναι δυνατό να απαντηθούν εδώ γιατί, όπως ανέφερα και στην Εισαγωγή, η καθημερινότητα, οι εμπειρίες, τα βιώματα των παιδιών αλλά και των οικογενειών στον ελλαδικό χώρο ελάχιστα έχουν ερευνηθεί. Βέβαια επιχείρησα να ενσωματώσω στην εργασία υλικό λαογραφικών μελετών που αφορά σε κοινότητες της ευρύτερης ορεινής περιφέρειας της επαρχίας Δωρίδας. Ωστόσο, δεν διαθέτουμε ακόμη μονογραφίες που θα επέτρεπαν την συστηματική σύγκριση περιπτώσεων και την εξαγωγή, έστω και πρόχειρων, συμπερασμάτων.

Στο βαθμό που και σε άλλες ορεινές κοινότητες επικρατούσαν οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες παρόμοιες με αυτές του Κροκύλειου, δικαιούμαστε να υποθέτουμε ότι τα βιώματα, οι εμπειρίες, οι βιογραφικές διαδρομές των παιδιών δε διέφεραν ριζικά.

Μελετώντας την ορεινή Ήπειρο μετά τη λήξη του Εμφυλίου ο γάλλος κοινωνιολόγος Henri Mendras -στις απόψεις του οποίου αναφέρθηκα συνοπτικά στο τρίτο κεφάλαιο, σε σχέση με το σχολείο- εντυπωσιάζεται από την αμφιταλάντευση της ζωής μεταξύ εσωστρέφειας και κοσμοπολιτισμού και τα όσα γράφει φέρνουν αναπόφευκτα στο νου το Κροκύλειο του Μεσοπολέμου με τους «Αμερικάνους» του:

«Εις την Ήπειρον δυσκόλως φθάνει ο έξω κόσμος, αλλά συγχρόνως ούτος είναι καταπληκτικά πλησίον. Είναι κατά κάποιον τρόπον παρών εις την ζωήν των χωρίων ... Είναι εκπληκτικόν να ευρίσκωνται εις το χωρίον εφημερίδες, άνθρωποι οι οποίοι επανήλθον εκ της Νέας Υόρκης ή του Σίδνεϋ, άλλοι οι οποίοι επέρασαν όλην των την ζωήν εις το Βουκουρέστιον ή την Κωνσταντινούπολη, και τέλος άλλοι οι οποίοι ετοιμάζονται να αναχωρήσουν εις το Βέλγιον ή την Αργεντινήν. Αι συζητήσεις δε περιστρέφονται αμέσως εις τα διεθνή πολιτικά προβλήματα...».

Ο Mendras συνδέει την αμφιταλάντευση αυτή με τα παιδιά, τον τρόπο σκέψης και τις προσδοκίες τους από τη ζωή και οι παρατηρήσεις του θυμίζουν έντονα το όνειρο του χωρικού της Ρούμελης να απαγκιστρώσει το παιδί του από την αγροτική ζωή, όπως το περιέγραψε ο Λουκόπουλος (έχοντας άραγε στο νου του τα ορεινά και ίσως τον τόπο καταγωγής του, την Αρτοτίνα;):

- «Διά τα παιδία, τα οποία ουδέποτε εγκατέλειψαν το χωρίον των και τα οποία ακούουν να γίνεται συζήτησις διά τον έξω κόσμον η αμφιταλάντευσις αύ-

279-305, κυρίως σ. 282, 283]. Οι οικότυποι των ιστορικών της οικογένειας θυμίζουν τα «οικολογικά σύνολα» για τα οποία έκανε λόγο η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, αναφερόμενη στην εγγραφή στο χώρο του συνεκτικού συνόλου των κάθε είδους ανθρώπινων δραστηριοτήτων και σχέσεων (βλ. Χ. Χατζητάκη-Καψωμένου, «Άξονες του επιστημονικού έργου της Άλκης Κυριακίδου-Νέστορος» στο Χατζητάκη-Καψωμένου (επιμ.), Ελληνικός παραδοσιακός πολιτισμός, ό.π., σ. 9-15, κυρίως σ. 13).

Σελ. 314
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/315.gif&w=600&h=915

τη είναι ιδιαιτέρως αισθητή. Παρασύρονται πολλάκις εις τον σχηματισμόν μιας φανταστικής εικόνος και σχεδόν πάντοτε τρέφουν την επιθυμίαν να εκπατρισθούν. Τα όρη καλύπτουν τον ορίζοντα, ο κόσμος αρχίζει από την άλλην πλευράν των ορέων τα οποία τους φαίνονται ως είδος παραπετάσματος απομονωτικού, το οποίον πρέπει απαραιτήτως να διασχίσουν». Με βάση εκθέσεις που συνέγραψαν τα παιδιά ο ερευνητής διαπιστώνει «την υπάρχουσαν γενικώς μεγάλην διαφοράν μεταξύ των παιδιών της πεδιάδος και των ορέων».3

Στο βαθμό που ο περιορισμένος πεδινός ελλαδικός χώρος διαφοροποιούνταν -κατ' αρχήν χάρη στις διαφορετικές εδαφολογικές και κλιματολογικές προϋποθέσεις-, ριζικά από τον ορεινό, εύλογα υποθέτει κανείς ότι απαντούν σε αυτόν διαφορετικά πρότυπα ζωής και συνακόλουθα, διαφορετικά παιδικά βιώματα. Αυτό υποδεικνύουν λ.χ. ορισμένα αποσπάσματα από μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του 1940 για τη γειτονική με το Κροκύλειο πεδιάδα του Μόρνου. Ο συγγραφέας της δέχεται ότι «το μορφωτικόν επίπεδον των χωρικών της πεδιάδος είναι αρκούντως ανεπτυγμένον», υπό την έννοια ότι «οι νεώτεροι γνωρίζουσι άπαντες γραφήν και ανάγνωσιν», αλλά αισθάνεται την ανάγκη να διευκρινίσει ότι τα 20 περίπου παιδιά από τα χωριά της πεδιάδας που φοιτούσαν τότε στα Γυμνάσια της Ναυπάκτου και της Πάτρας «δεν δεικνύουσιν πνευματικήν ιδιοφυίαν, αξίαν λόγου εν αντιθέσει με εκείνα των γειτονικών ορεινών διαμερισμάτων. Κατά το πλείστον αποπερατώνοντα ή όχι τα γυμνασιακά μαθήματα, επανέρχονται εις τας γεωργικάς εργασίας... Επιστήμονας ή ανωτέρους υπαλλήλους ουδένα έχει να επίδειξη η πεδιάς...». Και παρακάτω σημειώνει ότι «ολόκληρος ο πληθυσμός της πεδιάδος είναι εκ καταγωγής γεωργικός, έχει δημιουργήσει κατόπιν μακράς σειράς ετών ισχυράν και αναμφισβήτητον γεωργικήν συνείδησιν. ...Η κατάστασις αύτη δεν είναι άσχετος με την γονιμότητα του εδάφους... Το μεγαλύτερον ποσοστόν του πληθυσμού της πεδιάδος προέρχεται εξ ορεινών διαμερισμάτων... Με την ακατανίκητον έλξιν των ορεινών προς τας πεδιάδας και την διαρκή επιθυμίαν να αποκτήσωσιν εν τμήμα εξ αυτής, επωλούσαν μέρος της περιουσίας των ή εξενητεύοντο ... Ούτω εδημιουργήθη υλικόν με στερεάν γεωργικήν συνείδησιν. ...Ουδείς εγκατέλειψεν οριστικώς την γην του ίνα εγκατασταθή εις πόλεις».4 Είναι αλήθεια πως οι προτάσεις αυτές, δεν τεκμηριώνονται επαρκώς, επειδή ίσως η σύγκριση του πεδινού με τον ορεινό χώρο κατέχει περιφερειακή θέση στο κείμενο. Νομίζω όμως πως ο τεχνοκρατικός και εμπειρικός χαρακτήρας της μελέτης -ο συγγραφέας είναι γεωπόνος που στο πλαίσιο μιας σειράς ανάλογων μελετών καταγράφει παρατηρήσεις προκειμένου να αξιοποιηθούν για την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής-, καθώς και το νηφάλιο ύφος της υποδεικνύουν τουλάχιστον ότι τα παραπάνω στηρίζονται σε συγκεκριμένα στοιχεία. Πόσο διαφορετικά ήταν παι-

3. Μεντράς, «Κοινωνιολογική Διερεύνησις», ό.π., σ. 323.

4. Διαμαντόπουλος, Η πεδιάς του Μόρνου, ό.π., σ. 21-23, 30, 31.

Σελ. 315
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/316.gif&w=600&h=915

παιδικά χρόνια και βιογραφικές διαδρομές ανθρώπων που μεγάλωναν σε κοινωνίες της ελλαδικής υπαίθρου οι οποίες θεωρούσαν την αγροτική οικονομία άρρηκτα συνδεδεμένη με το παρόν και το μέλλον τους;

Προφανώς όμως θα πρέπει να αναζητήσουμε διαφορετικούς τύπους παιδικών ηλικιών και βιογραφικών διαδρομών ακόμη και στον εδαφικά περιορισμένο και μορφολογικά ομοιογενή ορεινό ελλαδικό χώρο. Αυτό τουλάχιστον υποδεικνύει ένα απόσπασμα από τη μελέτη του γάλλου ανθρωπογεωγράφου Bernard Kayser για τη μεταπολεμική Ελλάδα, όπου η περίπτωση μιας κατ' εξοχήν ορεινής, αραιοκατοικημένης περιοχής σε δημογραφική παρακμή, της Φωκίδας (στην οποία ανήκει και το Κροκύλειο), αντιπαρατίθεται προς την περίπτωση μιας επίσης κατ' εξοχήν ορεινής, αραιοκατοικημένης, σε δημογραφική παρακμή και μάλιστα γειτονικής περιοχής, της Ευρυτανίας:

«Παρ' όλα αυτά η συμπεριφορά των ευρίσκεται εις ακραίαν διάστασιν" η Ευρυτανία κατέχει το υψηλότερον ποσοστόν αγροτικής γεννητικότητος (28,6%ο) μετά το ποσοστόν της Ξάνθης, η δε Φωκίς το κατώτερον (15,6%ο) μετά το ποσοστόν της Λέσβου. ...η Φωκίς έχει πολύ υψηλόν ποσοστόν ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών, η Ευρυτανία υψηλόν ποσοστόν παιδίων κάτω των 14 ετών». Ο συγγραφέας συσχετίζει την αυξημένη γεννητικότητα στην Ευρυτανία με τα αισθητά υψηλότερα ποσοστά αναλφαβητισμού και χαμηλότερα ποσοστά φοίτησης στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση: «Το 32 % των κατοίκων της Ευρυτανίας είναι αναλφάβητοι και 65 % (ηλικίας άνω των 10 ετών) δεν έχουν αποφοιτήσει εκ του δημοτικού σχολείου" τα ποσοστά αυτά εις την Φωκίδα είναι αντιστοίχως 20% και 44%. Η Ευρυτανία επιπλέον ευρίσκεται κατά το ποσοστόν φοιτήσεως εις την Μέσην Εκπαίδευσιν εις την τελευταίαν σειράν (18,7% των μαθητών ενεγράφησαν εις την Μέσην Εκπαίδευσιν κατά το 1961), ενώ εις την Φωκίδα το ποσοστόν τούτο υπερβαίνει τον μέσον όρον (42,7%)».5

Μελέτες εθνογραφικού, ανθρωπολογικού ή/και ιστορικού-δημογραφικού χαρακτήρα για ορεινές ή ημι-ορεινές κοινότητες προπάντων στην Ήπειρο, αλλά και στη Θεσσαλία, στην Πελοπόννησο, στο νησιωτικό ελλαδικό χώρο, αποκαλύπτουν ορεινές κοινωνίες και οικονομίες με διαφορετικές δομές και εξέλιξη από το παράδειγμά μας.6 Μια συγκριτική ιστορία των βιογραφικών δια-

5. Bernard Kayser, Ανθρωπογεωγραφία της Ελλάδος, μετ. Τ. Τσαβέας, Μ. Μερακλής, Αθήναι 1968, σ. 50.

6. Μια εικόνα για μελέτες ορεινών (ή ημι-ορεινών) κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο κατά την τελευταία εικοσαετία δίνουν οι σχετικές συμβολές στους τόμους: α) Πρακτικά του Ελληνογαλλικού Συνεδρίου. Ο Αγροτικός Κόσμος στον Μεσογειακό Χώρο, Αθήνα 4-7 Δεκ. 1984, Αθήνα 1988 (κείμενα των Καπετανάκη, Καυταντζόγλου-Ναούμη, Tsili, Bournova), β) Νιτσιάκος, Κασίμης, Ο ορεινός χώρος της Βαλκανικής..., ό.π. (κείμενα

Σελ. 316
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/317.gif&w=600&h=915

διαδρομών και των εμπειριών των παιδιών στον ορεινό χώρο θα συνέβαλε ώστε να εμβαθύνουμε στη διαδικασία εξαστισμού της ελλαδικής κοινωνίας και ίσως να οριοθετήσουμε τις εκδοχές της στο χρόνο και το χώρο, συγκρίνοντας λ.χ. παραδείγματα από τη Στερεά με παραδείγματα από την Ήπειρο, όπου οι διαδικασίες εξαστισμού αγροτικών πληθυσμών ανάγονται στο 17ο αιώνα και συνδέθηκαν άρρηκτα με τη συγκρότηση εμπορικών αστικών στρωμάτων.7

Με δυο λόγια: Οι διαδικασίες αστικοποίησης δεν συντελούνται αποκομένες από το πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας'8 μικρο-ιστορία της παιδικής ηλικίας (και της οικογένειας) και μακρο-ιστορία της εξέλιξης της κοινωνίας στον ελλαδικό χώρο σχετίζονται λειτουργικά μεταξύ τους. Όπως σημειώνει ένας γερμανός παιδαγωγός στο πλαίσιο μιας εργασίας θεωρητικού χαρακτήρα «ιστορική θεώρηση της παιδικής ηλικίας και της κοινωνικοποίησης δε σημαίνει μόνο ότι αντιμετωπίζουμε την παιδική ηλικία ως προϊόν της ιστορίας ή ως κατηγορία που μεταβάλλεται, αλλά σημαίνει επίσης ότι την αντιλαμβανόμαστε ως συστατικό στοιχείο των περίπλοκων μηχανισμών μεταβολής της ίδιας της κοινωνίας».9

Στο επίπεδο αυτό, όπως και στο επίπεδο της μελέτης της ανθρώπινης εμπειρίας και της καθημερινότητας, η ιστορία των παιδιών, των παιδικών ηλικιών, της παιδικής ηλικίας, αποτελεί πρόκληση για την ιστοριογραφία γενικότερα και την ελληνική ιστοριογραφία ειδικότερα.

των Αλεξάκη, Οικονόμου, Ψυχογιού, Αράπογλου), και. γ) Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Numéro Spécial: Aspects du changement social dans la campagne grecque. 18 (1981) (κείμενα των Collard, Couroucli, Piault, Saulnier, Capetanakis) ' βλ. επίσης Σ. Δαμιανάκος (επιμ.), Διαδικασίες Κοινωνικού μετασχηματισμού στην αγροτική Ελλάδα, Αθήνα 1987 (κείμενα των Collard, Κουρούκλη, Piault, Saulnier μεταφρασμένα στα ελληνικά από το ειδικό τεύχος της Επιθεώρησης Κοινωνικών Ερευνών).

7. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή, ό.π., σ. 428' πβ. και Γ. Παπαγεωργίου, Οικονομικοί και Κοινωνικοί Μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Ζαγόρι (μέσα 18ου-αρχές 20ού αιώνα), Ιωάννινα 1995, σ. 182' Β. Ρόκου, «Μεταναστεύσεις στον ορεινό χώρο», Πρακτικά του Ελληνογαλλικού Συνεδρίου, ό.π., σ. 251, 252.

8. Πβ. τη μελέτη της κοινωνιολόγου Γεωργίας Πετράκη για τη διαδικασία προλεταριοποίησης των χωρικών μέσω της απασχόλησης στη βιομηχανία. Η μελέτη της Πετράκη εξετάζει την περίπτωση των Θεσσαλών χωρικών που μετά το 1960 περίπου εργάστηκαν στην κλωστοϋφαντουργία ΑΙΓΑΙΟΝ στο Λαύριο. Η εργασία της στηρίζεται κατά μεγάλο μέρος σε προφορικές συνεντεύξεις: Γ. Πετράκη, Από το χωράφι στο εργοστάσιο. Η διαμόρφωση του βιομηχανικού προλεταριάτου στο σύγχρονο Λαύριο, (μετ. Δ. Τσιφλικά, Γ. Πετράκη), Αθήνα 2002.

9. M. S. Honig, Entwurf einer Theorie der Kindheit, Φρανκφούρτη στο Μάιν 1999, σ.

Σελ. 317
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/318.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 318
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/319.gif&w=600&h=915

ΕΙΚΟΝΕΣ

Σελ. 319
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/320.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 320
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/321.gif&w=600&h=915

Εικόνα 1

Γύρω στα 1900. Καθιστοί: στη δεύτερη σειρά: ο Θόδωρος Καντάς με τη δεύτερη γυναίκα του Ευαγγελία. Όρθιοι από δεξιά: δύο από τα τρία παιδιά τους, πιθανότατα ο Αντώνης με τη γυναίκα του, και η Μαρία. Στην πρώτη σειρά: 3 από τα 60 εγγόνια του Θόδωρου Καντά, παιδιά του πρωτότοκου γιου του Χαράλαμπου: από αριστερά προς τα δεξιά: η Τασιούλα, ο Παναγιώτης, η Μαρία (η Τασιούλα πρέπει να είναι ηλικίας περίπου 5 ετών, ο Παναγιώτης 3 ή 4 (παρά το μαθητικό πηλίκιο) και η Μαρία 10 ετών. Στο Μητρώο δεν καταγράφεται το νοικοκυριό του Θόδωρου Καντά, γεγονός που σημαίνει ότι είχε πεθάνει όταν άρχισε να τηρείται συστηματικά (γύρω στα 1915).

Δε νομίζω ότι είναι τυχαίο το γεγονός ότι το αγόρι φωτογραφίζεται ανάμεσα στα πόδια του παππούλη και όχι της κυρούλας του: παραπέμπει στην αξία της αρρενογονίας και τη συνέχεια μέσω της πατρογραμμικής συγγένειας.

(Σχετικά με την εμφάνιση των παιδιών βλ. τις παρατηρήσεις μου στο κείμενο: σ. 116-125). Πηγή: Εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 56 (1994): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3.

Σελ. 321
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/322.gif&w=600&h=915

Εικόνα 2

Γύρω στα 1905. Καθιστοί: ο Ζαχαρίας Λουκόπουλος (σε ηλικία 60 ετών), η γυναίκα του, Ασήμω (51 ετών) και ανάμεσα τους η μικρή τους κόρη Πολυξένη, 10 περίπου ετών στη φωτογραφία. Όρθιες από αριστερά προς τα δεξιά: η μεγάλη κόρη Ασπασία 21 ετών, η Μαρία 15 ετών, μια φίλη της οικογένειας από τη Ναύπακτο και η Βασιλική, ίσως 18 ετών (στο Μητρώο ως χρονολογία γέννησής της αναφέρεται το 1897, αλλά είναι προφανές ότι είναι μεγαλύτερη από την Πολυξένη που σύμφωνα με το Μητρώο γεννήθηκε το 1895). Στην εφημερίδα αναφέρεται ρητά ότι η Πολυξένη ήταν η μικρότερη κόρη των Ζαχαρία και Ασήμως Λουκοπούλου. Η ανάμιξη παραδοσιακών και δυτικών-αστικών στοιχείων στην εμφάνιση των εικονιζόμενων είναι εμφανής. Το παιδί είναι ντυμένο με λευκό φόρεμα αλλά τα μαλλιά είναι χτενισμένα παραδοσιακά (σε κοτσίδες). Η πρωτότοκη κόρη είναι χαρακτηριστικά ντυμένη με παραδοσιακή γιορτινή φορεσιά προφανώς για τη φωτογράφιση.

Πηγή: Εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 70 (1998): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3

Σελ. 322
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 303
    

    Ζ' Ηλικιακοί διαχωρισμοί

    Από τις μαρτυρίες για τα τυχερά παιχνίδια συμπεραίνουμε ότι σε επίπεδο λόγου και πράξης υφίστατο μια γενική, αλλά ουσιαστική ως προς τα δικαιώματα συμμετοχής στο παιχνίδι, διάκριση ανάμεσα σε «μικρά» και «μεγάλα» παιδιά. Τα τυχερά παιχνίδια, με την ευρύτερη έννοια -δηλαδή και όσα δεν παίζονταν με χρήματα- αποτελούσαν κατ' αρχήν προνόμιο των μεγαλύτερων παιδιών (αγοριών). Οι μικροί κατά κανόνα «χάζευαν» τους μεγάλους.152

    Ανάμεσα στις σχηματικές αυτές ηλικιακές ομάδες, των «μικρών» και των «μεγάλων», με τα ρευστά μεταξύ τους όρια, αναπτύσσονταν σχέσεις εξουσίας και ιεραρχίας.153 Οι «μεγάλοι» λειτουργούσαν ως πρότυπα για τους «μικρούς». Στο χρονογράφημα ενός ιδιαίτερα αξιόπιστου συνομιλητή, διαβάζουμε πως οι γυμνασιόπαιδες που έπαιζαν βόλεϊ στην πλατεία εκτόπιζαν τα μικρότερα παιδιά από εκεί' μόνο το καταμεσήμερο, όταν οι «μεγάλοι» πήγαιναν να φάνε και να ξεκουραστούν, έβρισκαν οι «μικροί» ευκαιρία να παίξουν στην πλατεία. Απέναντι στα μεγάλα παιδιά οι μικροί ένιωθαν φόβο και σεβασμό, και κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια να τους αποδείξουν τη χρησιμότητά τους (μαζεύοντας λ.χ. τη μπάλα του βόλεϊ όταν ξέφευγε).154

    Τα όρια μεταξύ «μικρών» και «μεγάλων» ήταν οπωσδήποτε ρευστά. Στις αφηγήσεις οι άνθρωποι υιοθετούν τις (θεσμικές) οριοθετήσεις του εκπαιδευτικού συστήματος για να προσδιορίσουν «μικρούς» και «μεγάλους». Οι γυμνα-

    152. Και όταν οι «μεγάλοι» οργίζονταν πλήρωναν το τίμημα, όπως μας δείχνει πολύ γλαφυρά ένα μεταγενέστερο παράδειγμα από τη δεκαετία του 1940:

    «Σας είπε κανείς ότι παίζαμε και τριάντα, το παιχνίδι αυτό; Αυτό ήταν ένα παιχνίδι, όπως είναι η ντάμα, το οποίο ζωγραφίζαμε πάνω σε πλάκα... Σα ντάμα ακριβώς. Πετραδάκια, οι δύο αντίπαλοι, κανονικά. Οι πιο μεγάλοι βέβαια -εμείς παρακολουθούσαμε τους πιο μεγάλους με δέος- και στην πλατεία, πριν ρίξουν το τσιμέντο στη μαντρούλα πούχε, γύρωγύρω είχε πλάκες ωραίες. Κι ήταν ό, τι έπρεπε για να ζωγραφίσεις. Και θυμάμαι ότι παρακολουθούσαμε κάτι πιο μεγάλους από μας και παίζαν και πηγαίναμε σα μελίσσι εμείς από πάνω και κοιτάζαμε έτσι. Τους εκνευρίζαμε τους παίχτες. Σε κάποια φάση, λοιπόν, έπαιζε ένας αείμνηστος Α. Π., και με κάποιον άλλον, αλλά τον Α. τον θυμάμαι γιατί συνέβη το εξής: Εμείς ήμασταν δέκα; Κοιτάζαμε όλοι να δούμε ποιος κερδίζει, ποιος χάνει κ.λπ. Οπότε ο Α. έχασε, θεώρησε ότι ήμασταν εμείς η αιτία, του αποσπάγαμε την προσοχή, και μας έδειρε όλους, ε; Δηλαδή μας έφερε γύρω-γύρω στην πλατεία, μας έδειρε όλους, όσους ήμασταν εκεί. Μιλάμε για ξύλο, ε;» (Συν. με τον T. T., σ. 22 - πρόκειται στην πραγματικότητα για μικρής διάρκειας συνομιλία με τον Χ. Τ. και το γιο του Τ. Τ. στο χωριό, που μαγνητοφώνησα στην ίδια κασέτα με την κύρια συνέντευξη του Χ. Τ.)

    153. Όπως σημειώσαμε όταν μιλήσαμε για σχέσεις παιδιών-ενηλίκων, σύμφωνα με τον Eisenstadt: «Οι σχέσεις ανάμεσα στις διαφορετικές ηλικιακές βαθμίδες είναι αναπότρεπτα ασύμμετρες, από την άποψη της εξουσίας, του σεβασμού και της πρωτοβουλίας» (Eisenstadt, «Ηλικιακές ομάδες», ό.π., σ. 183).

    154. Θανάσης Αθανασόπουλος, «Λαογραφικός Θησαυρός: Η Γρούνα κι τα Κουκουρέλια», εφ. Το Κροκύλειο, αρ. φ. 47 (1992), σ. 1.