Συγγραφέας:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Τίτλος:Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
 
Υπότιτλος:Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:38
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2003
 
Σελίδες:387
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Κροκύλειο Δωρίδας
 
Χρονική κάλυψη:αρχές 20ού αι.
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό είναι μία ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου, το Κροκύλειο (ως το 1915 Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο) της Φωκίδας, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει, δηλαδή, πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μία κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο παράδειγμα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.57 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 309-328 από: 395
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/309.gif&w=600&h=915

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Παρ' όλο που οι χωριανοί αγνοούσαν τον όρο «παιδική ηλικία», αυτό που ο Ariès αποκάλεσε «αίσθημα» (sentiment) της παιδικής ηλικίας υπήρχε και εκφραζόταν με πολύ συγκεκριμένους τρόπους, μέσω μιας σειράς αποκλειστικών υποχρεώσεων και δικαιωμάτων στο πλαίσιο της οικογενειακής και κοινωνικής εθιμικής ζωής, που αφορούσαν σε γενικές γραμμές, όσους δεν ήταν πάνω από 15 ετών. Ταυτόχρονα υπήρχε και εκφραζόταν επίσης με πολύ συγκεκριμένους τρόπους, το αίσθημα ύπαρξης μιας νεανικής ηλικίας που χονδρικά συνέπιπτε με το διάστημα το οποίο ακολουθούσε την απαρχή της γόνιμης περιόδου στη ζωή των ανθρώπων και τουλάχιστον προηγούνταν του γάμου τους. Οπωσδήποτε, οι μηχανισμοί του σχολείου προώθησαν στη συνείδηση της μικροκοινωνίας την ιδέα περί διακριτών, αυστηρά οριοθετημένων ηλικιακών φάσεων στη ζωή των ανθρώπων και πρόσφεραν στους χωριανούς τις εκφράσεις που αποτύπωσαν τις φάσεις αυτές («τα παιδιά του σχολείου», «τα παιδιά του Δημοτικού, του Ελληνικού (του Σχολαρχείου), του Γυμνασίου»). Αλλά φαίνεται πως ένα πρώτο διάστημα της βιολογικής διαδρομής του ανθρώπου ήταν οριοθετημένο στην πράξη, ανεξάρτητα από τους σχολικούς μηχανισμούς, σε επίπεδο οικογενειακό, εθιμικό, κοινωνικό. Φυσικά η οριοθέτηση αυτή δεν ήταν θεσμοθετημένη και για το λόγο αυτό σε μια πρώτη ματιά ωχριά μπροστά στον σαφή, επίσημο διαχωρισμό των νέων γενεών σε συγκεκριμένες ηλικιακές κατηγορίες που εξυπηρετούσαν τη λειτουργία του σχολείου.

Στην πραγματικότητα βέβαια δεν υπήρχε μια ενιαία, παιδική ηλικία για όλους όσοι μεγάλωσαν στο χωριό τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., αλλά πολλές: η παιδική ηλικία των αγοριών και των κοριτσιών, των παιδιών των μεταναστών και όσων ζούσαν στο χωριό, των παιδιών των κτηνοτρόφων και όσων κατοικούσαν μόνιμα στο καθεαυτό χωριό, δηλαδή στον κεντρικό οικισμό, των παιδιών όσων οικογενειών διέθεταν μια τακτική πηγή χρηματικού εισοδήματος και των υπόλοιπων, των παιδιών των οποίων ο πατέρας ήταν λιγότερο ή περισσότερο «γραμματισμένος» και όσων ο πατέρας γνώριζε ελάχιστα ή καθόλου γράμματα, των παιδιών των λιγοστών παλαιών, «αρχοντικών» οικογενειών

Σελ. 309
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/310.gif&w=600&h=915

και των υπόλοιπων, των παιδιών των οποίων ο πατέρας ήταν λιγότερο ή περισσότερο «γραμματισμένος» και όσων ο πατέρας γνώριζε ελάχιστα ή καθόλου γράμματα, των παιδιών των λιγοστών παλαιών, «αρχοντικών» οικογενειών (προυχόντων) που φαίνεται ότι είχαν συγκεντρώσει μια σχετικά σημαντική περιουσία αρκετά νωρίς, ήδη στις αρχές του 20ού αι., και των παιδιών των υπόλοιπων χωριανών. Αυτές οι κατηγορίες δεν ήταν κατά κανένα τρόπο απόλυτα διακριτές η μια από την άλλη, αλληλοεπικαλύπτονταν και συγκροτούσαν διαφορετικές, πολυπρισματικές περιπτώσεις.

Οπωσδήποτε το πόνημα αυτό δεν κάλυψε κάθε περίπτωση, κάθε εμπειρία ή βιογραφική διαδρομή. Ακόμη και στην περίπτωση που τα χρονικά και γενικότερα τα πρακτικά όρια διεξαγωγής της μελέτης ήταν περισσότερο ελαστικά, κάτι τέτοιο δε θα ήταν δυνατό: «Κάθε ιστορική δουλειά που χρησιμοποιεί προφορικές πηγές είναι ημιτελής εξαιτίας της φύσης των πηγών» που είναι κατ' αρχήν «ανεξάντλητες».1 Όντας όμως εντοπισμένο γεωγραφικά και αντλώντας υλικό από διαφορετικού τύπου πηγές (παρά την αναγκαία έμφαση στο προφορικό υλικό), νομίζω πως κατόρθωσε να ανιχνεύσει τα βασικά, τουλάχιστον, νήματα της ζωής του συνόλου των παιδιών στο χωριό.

Σε γενικές γραμμές αγόρια και κορίτσια που, -όταν επιβίωναν κατά τα δύο πρώτα έτη της ζωής τους- μεγάλωναν στο Κροκύλειο τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. (με βάση το υλικό, προπάντων στις δεκαετίες του 1920 και του 1930): Συνήθως περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος των παιδικών τους χρόνων με τους γονείς (προπάντων με τη μάνα, αφού συχνά ο πατέρας είχε μεταναστεύσει στην Αμερική) και τα αδέλφια τους' στο πλαίσιο του κυρίαρχου ανδροπατροτοπικού συστήματος συγκρότησης οικιακών ομάδων, κατά κανόνα συγκατοικούσαν για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα της παιδικής τους ηλικίας (ανάλογα με τη σειρά γέννησής τους), με ένα γονέα ή και τους δυο γονείς του πατέρα. Διαβίωναν γενικά σε στενόχωρα υλικά περιβάλλοντα. Στο πλαίσιο τους αναλάμβαναν από πολύ νωρίς (ήδη από την προσχολική ηλικία) ενεργό ρόλο. Οι ενήλικες τους ανέθεταν συγκεκριμένα καθήκοντα και καθόριζαν τα δικαιώματά τους στην κατανάλωση και τους τρόπους με τους οποίους θα χρησιμοποιούσαν τα υλικά αγαθά.

Αλλά ήδη στο πεδίο της συμμετοχής στην οικογενειακή οικονομία η εμπειρία των αγοριών διαφοροποιούνταν από την εμπειρία των κοριτσιών. Με το πέρασμα του χρόνου, προπάντων τα κορίτσια, επιβαρύνονταν με οικιακές και αγροτικές εργασίες, με τον ίδιο τρόπο που μάλλον οι γυναίκες παρά οι άνδρες επωμίζονταν τις μεγαλύτερες εργασιακές ευθύνες σε καθημερινό επίπεδο.

Η εμπειρία αγοριών και κοριτσιών διαφοροποιούνταν, άλλωστε, ουσιαστικά στο πεδίο της συμμετοχής στην εθιμική ζωή και προπάντων στο πεδίο του

1. Portelli, «What makes Oral History different», ό.π., σ. 71.

Σελ. 310
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/311.gif&w=600&h=915

παιχνιδιού, που την εποχή εκείνη και στο χώρο εκείνο αποτελούσε κατ' εξοχήν αυτόνομη, πολιτισμική έκφρασης των παιδιών.

Σε σύγκριση με τα κορίτσια, τα αγόρια έπαιζαν κατ' αρχήν μεγαλύτερο, πιο συγκεκριμένο και γι' αυτό προνομιακό ρόλο στην εθιμική και κοινωνική ζωή της κοινότητας. Αγόρια και κορίτσια έπαιζαν εξάλλου κατά πρώτο λόγο με συνομήλικα παιδιά του ίδιου φύλου.

Τα αγόρια προτιμούσαν ανταγωνιστικά παιχνίδια τα οποία στηρίζονταν στο χάρισμα του κάθε παίκτη και ανέπτυσσαν το αίσθημα του εγωισμού και παιχνίδια στα οποία δοκιμαζόταν η φυσική δύναμη και η σωματική αντοχή, βασικές συνιστώσες του κυρίαρχου ανδρικού προτύπου και στερεοτύπου" συχνά προκαλούσαν με το παιχνίδι τους την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων και έπαιζαν συνήθως σε αρκετή απόσταση από τον οικιακό χώρο, σε μακρινά αλώνια, βρύσες ή και εκτός του κεντρικού οικισμού. Κάπνιζαν και αναμιγνύονταν σε τυχερά παιχνίδια από πολύ μικρά, μυούνταν δηλαδή σε απολαύσεις που αποτελούσαν ουσιαστικά ανδρικά προνόμια, συνυφασμένα με το βασικό ανδρικό προνόμιο του ελεύθερου χρόνου στο πλαίσιο της καθημερινής ζωής της κοινότητας.

Από την πλευρά τους τα κορίτσια έπαιζαν προπάντων παιχνίδια που δεν απαιτούσαν έντονες κινήσεις ή κινήσεις σε μεγάλη ακτίνα και, πολύ συχνά, παιχνίδια κοινωνικών ρόλων μέσω των οποίων εσωτερίκευαν το γυναικείο συλλογικό πρότυπο. Με εξαίρεση το σκάρο, δεν είχαν δικαίωμα να παίζουν παρά στο εσωτερικό του οικιακού χώρου ή σε μικρή απόσταση από αυτόν.

Στη συνείδηση αγοριών και κοριτσιών εγχαρασσόταν η πεποίθηση ότι ανήκαν σε κόσμους χωριστούς και ιεραρχημένους: στον κόσμο των ανδρών, έναν κόσμο στο πλαίσιο του οποίου κυριαρχούσε μια σχετική ελευθερία κινήσεων και όπου οι αποκλίνοντες από τους συλλογικούς κανόνες συμπεριφοράς αντιμετωπίζονταν με επιείκεια' και στον κόσμο των γυναικών, έναν κόσμο στον οποίο αυτονόητα οι υποχρεώσεις ήταν πολλές, τα δικαιώματα ελάχιστα και η απόκλιση από συλλογικά πρότυπα συμπεριφοράς αδιανόητη.

Πέρα όμως από το κοινό, ανά φύλο, βιωματικό αυτό υπόστρωμα, οι εμπειρίες των παιδιών διαφοροποιούνταν ανάλογα με την κοινωνικο-οικονομική θέση της οικογένειας. Τα αδιέξοδα της ορεινής αγροτικής οικονομίας συγκροτούσαν ένα αυστηρά περιοριστικό υλικό πλαίσιο ζωής για το σύνολο των χωριανών. Αλλά στο εσωτερικό αυτού του πλαισίου οι υλικές συνθήκες διαβίωσης δεν ήταν το ίδιο στενόχωρες για όλους. Οι αφηγήσεις υποδεικνύουν πως τα παιδιά είχαν συνείδηση αυτών των διαφορών και επομένως πως οι διαφορές αν και δεν ήταν κραυγαλέες, ήταν ουσιαστικές: Επικύρωναν τη σημαντική θέση της οικογένειας στην άτυπη και ρευστή μικρο-κοινωνική ιεραρχία. Στην κορυφή μιας κατ' αρχήν δυσδιάκριτης αλλά υπαρκτής κοινωνικής πυραμίδας θα τοποθετούσαμε, με διαβαθμίσεις, όσες οικογένειες διέθεταν ένα σχετικά σταθερό χρηματικό εισόδημα (σε μια οικονομία με χαμηλό βαθμό εκχρηματισμού και έντονα αυτοκαταναλωτικό χαρακτήρα) και στη βάση τις οικογένειες των τσο-

Σελ. 311
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/312.gif&w=600&h=915

τσοπάνηδων, δέσμιων των χρονοβόρων και αδιάλειπτων απαιτήσεων της εκτατικής κτηνοτροφίας αλλά και των αδιεξόδων μιας τοπικής κτηνοτροφίας μικρής εμβέλειας.

Η κοινωνική διαφοροποίηση εκφραζόταν με τον πλέον εμφατικό τρόπο στο ζήτημα της σχολικής εκπαίδευσης των παιδιών. Όλα, ή σχεδόν όλα, τα παιδιά του χωριού εγγράφονταν στο Δημοτικό σχολείο και φοιτούσαν σ' αυτό, άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο τακτικά. Εξαιτίας των απαιτητικών συνθηκών ζωής και εργασίας των κτηνοτρόφων τα παιδιά τους, συνήθως, δεν παρακολουθούσαν τακτικά τα μαθήματα και συχνά εγκατέλειπαν το σχολείο, πριν ακόμη ολοκληρώσουν την -πάντως όχι αυστηρά οριοθετημένη— υποχρεωτική εκπαίδευση. Το ίδιο ίσχυε και για τη συντριπτική πλειοψηφία των κοριτσιών. Τα περισσότερα αγόρια, άλλωστε, δεν συνέχιζαν τη φοίτηση από την πρωτοβάθμια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ωστόσο ο αριθμός όσων φοιτούσαν στο Ελληνικό σχολείο (μέχρι την κατάργηση του, το 1929) δεν ήταν ευκαταφρόνητος και δεν αφορούσε αποκλειστικά στην «ελίτ» του χωριού. Ελάχιστα αγόρια όμως συνέχιζαν στο Γυμνάσιο της Άμφισσας ή του Λιδωρικίου: προπάντων οι γιοι των σχετικά εύπορων οικογενειών και κατά προτίμηση οι προικισμένοι μαθητές. Ελάχιστα κορίτσια φοιτούσαν στο Ελληνικό σχολείο (μέχρι το 1929) αλλά ο αριθμός των κοριτσιών που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο δεν ήταν κατά κανένα τρόπο εντυπωσιακά μικρότερος από τον αριθμό των αγοριών. Η «ελίτ» του χωριού, ο συμβολαιογράφος, ο γόνος μιας οικογένειας προυχόντων, ο δραστήριος και θρυλικός δάσκαλος, ο απόστρατος αξιωματικός, ο μικρέμπορος, ο καθηγητής του Σχολαρχείου θα φρόντιζε να σπουδάσει και τις θυγατέρες, ή τουλάχιστον, όσες είχαν ιδιαίτερη έφεση για μάθηση.

Με τη σειρά του το σχολείο αντιμετωπιζόταν ως όχημα μιας πιο κατηγορηματικής κοινωνικής διαφοροποίησης, όχημα απομάκρυνσης από τη ζωή της υπαίθρου και εξαστισμού. Η ορεινή μικρο-κοινωνία δεν έβλεπε το μέλλον της -και σε τελευταία ανάλυση τα παιδιά είναι το μέλλον μιας κοινωνίας, όσο τετριμμένο και αν ακούγεται— στην αγροτική οικονομία αλλά στην οικονομία των πόλεων ή, εν πάση περιπτώσει, την οικονομία που σχετίζεται με την αστική συγκρότηση.

Τα παιδιά ζούσαν μεταξύ παραδοσιακών και αστικών προτύπων ζωής, σε έναν κόσμο ταυτόχρονα κλειστό και ανοιχτό. Κλειστό, επειδή διατηρούσε παραδοσιακές οικονομικές και κοινωνικές δομές και νοοτροπίες (αρκεί να φέρουμε στο νου την κυρίαρχη ενδογαμική σε επίπεδο γεωγραφίας συμπεριφορά), που έβρισκαν έκφραση και ζωογονούνταν από τις κοινωνικές εκδηλώσεις της κοινότητας και το παιχνίδι των παιδιών. Ανοιχτό, εξαιτίας της φτώχειας, του άγονου εδάφους, των περιορισμένων και όχι ιδιαίτερα παραγωγικών κοπαδιών, στοιχεία που εξωθούσαν τους ανθρώπους στην υπερατλαντική και (σε πολύ μικρότερο βαθμό) στην εσωτερική μετανάστευση και έφερναν τους χωριανούς σε

Σελ. 312
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/313.gif&w=600&h=915

επαφή με πρότυπα ζωής που διαμορφώνονταν κατά πρώτο λόγο στα αστικά κέντρα. Παρ' όλο που πιθανόν οι περισσότεροι χωριανοί θα προτιμούσαν να εγκαταλείψουν την αγροτική ζωή, οι συγκυριακές αλλά και οι δομικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της μεσοπολεμικής περιόδου δεν επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Οι οικογένειες του μεσοπολεμικού χωριού μοιάζουν παγιδευμένες σε ένα παράδοξο παρόν, μεταξύ ενός παρελθόντος δίχως μέλλον και ενός μέλλοντος χωρίς επαρκή ευρύτητα ώστε να επιτρέψει δομικές μεταβολές στη ζωή τους. Στα μάτια της ορεινής αγροτικής κοινωνίας η εκπαίδευση των παιδιών, προπάντων των γιων, και η συνυφασμένη με τις σπουδές επαγγελματική αποκατάσταση τους από ένα κράτος που, μέσω και των πελατειακών πολιτικών δικτύων, έπαιζε από την εποχή της σύστασής του το ρόλο του εργοδότη σε συγκριτικά υπερθετικό βαθμό, αποτελούσε τη μόνη διέξοδο. Αλλά αυτό ήταν το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο και όχι η κυρίαρχη κοινωνική πραγματικότητα. Παρ' όλο που οι θέσεις του Κ. Τσουκαλά για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως εφαλτηρίου κοινωνικής κινητικότητας (βλ. αναλυτικά στο Τρίτο Κεφάλαιο) ελάχιστα ανταποκρίνονται στην κοινωνική πρακτική, νομίζω πως αποτυπώνουν τελικά το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο, το «κοινωνικό όνειρο» (που συνυπήρχε και ζωοδοτούνταν από το «αμερικανικό όνειρο») — αναφέρομαι βέβαια πάντοτε στην περίπτωση που πραγματεύτηκα.

2. ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΚΡΟ-ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗ ΜΑΚΡΟ-ΙΣΤΟΡΙΑ: ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Όπως συμβαίνει με κάθε μελέτη που εντοπίζει το ενδιαφέρον της σε ένα περιορισμένο στο χώρο παράδειγμα, προβάλλει και εδώ το ερώτημα για το αν και σε ποιο βαθμό οι παρατηρήσεις, τα συμπεράσματα, οι εύλογες υποθέσεις, ισχύουν πέρα από τα στενά γεωγραφικά όρια του χωριού. Συνυφασμένο με το παραπάνω είναι και το ερώτημα: κατά πόσο οι εκδοχές αυτές της παιδικής ηλικίας με το κοινό υπόστρωμα αφορούν ειδικά στον ορεινό ελλαδικό ή στον ορεινό στερεοελλαδικό χώρο, κατά πόσο δηλαδή μπορούμε να αναγνωρίσουμε έναν πολυπρισματικό «οικότυπο»2 - για να χρησιμοποιήσω, με άξονα αναφοράς την

2. Ο αυστριακός ιστορικός Michael Mitterauer χρησιμοποιεί τον όρο για να καταδείξει την πολλαπλότητα των οικογενειακών σχηματισμών στο χώρο της υπαίθρου, υπερβαίνοντας την απλουστευτική σχηματική αντίληψη περί της αγροτικής οικογένειας ως ενιαίου τύπου. Δανείζεται τον όρο από τη σκανδιναβική πολιτισμική ανθρωπολογία και τον Orvar Löfgren που ορίζει τον οικότυπο ως «ένα σχήμα εκμετάλλευσης οικονομικών πόρων εντός ενός δεδομένου μακρο-οικονομικού πλαισίου» [Μ. Mitterauer, «Οικογενειακοί σχηματισμοί της υπαίθρου στη σχέση τους με το φυσικό περιβάλλον και την τοπική οικονομία», μετάφραση Μ. Παπαθανασίου, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού - περ. Μνήμων, Αναζητήσεις της νεότερης γερμανόφωνης ιστοριογραφίας, (Θεωρία και Μελέτες Ιστορίας, 18), Αθήνα 2000, σ.

Σελ. 313
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/314.gif&w=600&h=915

παιδική ηλικία και υπό μια ευρύτερη έννοια, έναν ανθρωπολογικό όρο που έχουν καθιερώσει ιστορικοί της οικογένειας στην κεντρική Ευρώπη.

Τέτοιου τύπου ερωτήματα δεν είναι δυνατό να απαντηθούν εδώ γιατί, όπως ανέφερα και στην Εισαγωγή, η καθημερινότητα, οι εμπειρίες, τα βιώματα των παιδιών αλλά και των οικογενειών στον ελλαδικό χώρο ελάχιστα έχουν ερευνηθεί. Βέβαια επιχείρησα να ενσωματώσω στην εργασία υλικό λαογραφικών μελετών που αφορά σε κοινότητες της ευρύτερης ορεινής περιφέρειας της επαρχίας Δωρίδας. Ωστόσο, δεν διαθέτουμε ακόμη μονογραφίες που θα επέτρεπαν την συστηματική σύγκριση περιπτώσεων και την εξαγωγή, έστω και πρόχειρων, συμπερασμάτων.

Στο βαθμό που και σε άλλες ορεινές κοινότητες επικρατούσαν οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες παρόμοιες με αυτές του Κροκύλειου, δικαιούμαστε να υποθέτουμε ότι τα βιώματα, οι εμπειρίες, οι βιογραφικές διαδρομές των παιδιών δε διέφεραν ριζικά.

Μελετώντας την ορεινή Ήπειρο μετά τη λήξη του Εμφυλίου ο γάλλος κοινωνιολόγος Henri Mendras -στις απόψεις του οποίου αναφέρθηκα συνοπτικά στο τρίτο κεφάλαιο, σε σχέση με το σχολείο- εντυπωσιάζεται από την αμφιταλάντευση της ζωής μεταξύ εσωστρέφειας και κοσμοπολιτισμού και τα όσα γράφει φέρνουν αναπόφευκτα στο νου το Κροκύλειο του Μεσοπολέμου με τους «Αμερικάνους» του:

«Εις την Ήπειρον δυσκόλως φθάνει ο έξω κόσμος, αλλά συγχρόνως ούτος είναι καταπληκτικά πλησίον. Είναι κατά κάποιον τρόπον παρών εις την ζωήν των χωρίων ... Είναι εκπληκτικόν να ευρίσκωνται εις το χωρίον εφημερίδες, άνθρωποι οι οποίοι επανήλθον εκ της Νέας Υόρκης ή του Σίδνεϋ, άλλοι οι οποίοι επέρασαν όλην των την ζωήν εις το Βουκουρέστιον ή την Κωνσταντινούπολη, και τέλος άλλοι οι οποίοι ετοιμάζονται να αναχωρήσουν εις το Βέλγιον ή την Αργεντινήν. Αι συζητήσεις δε περιστρέφονται αμέσως εις τα διεθνή πολιτικά προβλήματα...».

Ο Mendras συνδέει την αμφιταλάντευση αυτή με τα παιδιά, τον τρόπο σκέψης και τις προσδοκίες τους από τη ζωή και οι παρατηρήσεις του θυμίζουν έντονα το όνειρο του χωρικού της Ρούμελης να απαγκιστρώσει το παιδί του από την αγροτική ζωή, όπως το περιέγραψε ο Λουκόπουλος (έχοντας άραγε στο νου του τα ορεινά και ίσως τον τόπο καταγωγής του, την Αρτοτίνα;):

- «Διά τα παιδία, τα οποία ουδέποτε εγκατέλειψαν το χωρίον των και τα οποία ακούουν να γίνεται συζήτησις διά τον έξω κόσμον η αμφιταλάντευσις αύ-

279-305, κυρίως σ. 282, 283]. Οι οικότυποι των ιστορικών της οικογένειας θυμίζουν τα «οικολογικά σύνολα» για τα οποία έκανε λόγο η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, αναφερόμενη στην εγγραφή στο χώρο του συνεκτικού συνόλου των κάθε είδους ανθρώπινων δραστηριοτήτων και σχέσεων (βλ. Χ. Χατζητάκη-Καψωμένου, «Άξονες του επιστημονικού έργου της Άλκης Κυριακίδου-Νέστορος» στο Χατζητάκη-Καψωμένου (επιμ.), Ελληνικός παραδοσιακός πολιτισμός, ό.π., σ. 9-15, κυρίως σ. 13).

Σελ. 314
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/315.gif&w=600&h=915

τη είναι ιδιαιτέρως αισθητή. Παρασύρονται πολλάκις εις τον σχηματισμόν μιας φανταστικής εικόνος και σχεδόν πάντοτε τρέφουν την επιθυμίαν να εκπατρισθούν. Τα όρη καλύπτουν τον ορίζοντα, ο κόσμος αρχίζει από την άλλην πλευράν των ορέων τα οποία τους φαίνονται ως είδος παραπετάσματος απομονωτικού, το οποίον πρέπει απαραιτήτως να διασχίσουν». Με βάση εκθέσεις που συνέγραψαν τα παιδιά ο ερευνητής διαπιστώνει «την υπάρχουσαν γενικώς μεγάλην διαφοράν μεταξύ των παιδιών της πεδιάδος και των ορέων».3

Στο βαθμό που ο περιορισμένος πεδινός ελλαδικός χώρος διαφοροποιούνταν -κατ' αρχήν χάρη στις διαφορετικές εδαφολογικές και κλιματολογικές προϋποθέσεις-, ριζικά από τον ορεινό, εύλογα υποθέτει κανείς ότι απαντούν σε αυτόν διαφορετικά πρότυπα ζωής και συνακόλουθα, διαφορετικά παιδικά βιώματα. Αυτό υποδεικνύουν λ.χ. ορισμένα αποσπάσματα από μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του 1940 για τη γειτονική με το Κροκύλειο πεδιάδα του Μόρνου. Ο συγγραφέας της δέχεται ότι «το μορφωτικόν επίπεδον των χωρικών της πεδιάδος είναι αρκούντως ανεπτυγμένον», υπό την έννοια ότι «οι νεώτεροι γνωρίζουσι άπαντες γραφήν και ανάγνωσιν», αλλά αισθάνεται την ανάγκη να διευκρινίσει ότι τα 20 περίπου παιδιά από τα χωριά της πεδιάδας που φοιτούσαν τότε στα Γυμνάσια της Ναυπάκτου και της Πάτρας «δεν δεικνύουσιν πνευματικήν ιδιοφυίαν, αξίαν λόγου εν αντιθέσει με εκείνα των γειτονικών ορεινών διαμερισμάτων. Κατά το πλείστον αποπερατώνοντα ή όχι τα γυμνασιακά μαθήματα, επανέρχονται εις τας γεωργικάς εργασίας... Επιστήμονας ή ανωτέρους υπαλλήλους ουδένα έχει να επίδειξη η πεδιάς...». Και παρακάτω σημειώνει ότι «ολόκληρος ο πληθυσμός της πεδιάδος είναι εκ καταγωγής γεωργικός, έχει δημιουργήσει κατόπιν μακράς σειράς ετών ισχυράν και αναμφισβήτητον γεωργικήν συνείδησιν. ...Η κατάστασις αύτη δεν είναι άσχετος με την γονιμότητα του εδάφους... Το μεγαλύτερον ποσοστόν του πληθυσμού της πεδιάδος προέρχεται εξ ορεινών διαμερισμάτων... Με την ακατανίκητον έλξιν των ορεινών προς τας πεδιάδας και την διαρκή επιθυμίαν να αποκτήσωσιν εν τμήμα εξ αυτής, επωλούσαν μέρος της περιουσίας των ή εξενητεύοντο ... Ούτω εδημιουργήθη υλικόν με στερεάν γεωργικήν συνείδησιν. ...Ουδείς εγκατέλειψεν οριστικώς την γην του ίνα εγκατασταθή εις πόλεις».4 Είναι αλήθεια πως οι προτάσεις αυτές, δεν τεκμηριώνονται επαρκώς, επειδή ίσως η σύγκριση του πεδινού με τον ορεινό χώρο κατέχει περιφερειακή θέση στο κείμενο. Νομίζω όμως πως ο τεχνοκρατικός και εμπειρικός χαρακτήρας της μελέτης -ο συγγραφέας είναι γεωπόνος που στο πλαίσιο μιας σειράς ανάλογων μελετών καταγράφει παρατηρήσεις προκειμένου να αξιοποιηθούν για την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής-, καθώς και το νηφάλιο ύφος της υποδεικνύουν τουλάχιστον ότι τα παραπάνω στηρίζονται σε συγκεκριμένα στοιχεία. Πόσο διαφορετικά ήταν παι-

3. Μεντράς, «Κοινωνιολογική Διερεύνησις», ό.π., σ. 323.

4. Διαμαντόπουλος, Η πεδιάς του Μόρνου, ό.π., σ. 21-23, 30, 31.

Σελ. 315
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/316.gif&w=600&h=915

παιδικά χρόνια και βιογραφικές διαδρομές ανθρώπων που μεγάλωναν σε κοινωνίες της ελλαδικής υπαίθρου οι οποίες θεωρούσαν την αγροτική οικονομία άρρηκτα συνδεδεμένη με το παρόν και το μέλλον τους;

Προφανώς όμως θα πρέπει να αναζητήσουμε διαφορετικούς τύπους παιδικών ηλικιών και βιογραφικών διαδρομών ακόμη και στον εδαφικά περιορισμένο και μορφολογικά ομοιογενή ορεινό ελλαδικό χώρο. Αυτό τουλάχιστον υποδεικνύει ένα απόσπασμα από τη μελέτη του γάλλου ανθρωπογεωγράφου Bernard Kayser για τη μεταπολεμική Ελλάδα, όπου η περίπτωση μιας κατ' εξοχήν ορεινής, αραιοκατοικημένης περιοχής σε δημογραφική παρακμή, της Φωκίδας (στην οποία ανήκει και το Κροκύλειο), αντιπαρατίθεται προς την περίπτωση μιας επίσης κατ' εξοχήν ορεινής, αραιοκατοικημένης, σε δημογραφική παρακμή και μάλιστα γειτονικής περιοχής, της Ευρυτανίας:

«Παρ' όλα αυτά η συμπεριφορά των ευρίσκεται εις ακραίαν διάστασιν" η Ευρυτανία κατέχει το υψηλότερον ποσοστόν αγροτικής γεννητικότητος (28,6%ο) μετά το ποσοστόν της Ξάνθης, η δε Φωκίς το κατώτερον (15,6%ο) μετά το ποσοστόν της Λέσβου. ...η Φωκίς έχει πολύ υψηλόν ποσοστόν ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών, η Ευρυτανία υψηλόν ποσοστόν παιδίων κάτω των 14 ετών». Ο συγγραφέας συσχετίζει την αυξημένη γεννητικότητα στην Ευρυτανία με τα αισθητά υψηλότερα ποσοστά αναλφαβητισμού και χαμηλότερα ποσοστά φοίτησης στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση: «Το 32 % των κατοίκων της Ευρυτανίας είναι αναλφάβητοι και 65 % (ηλικίας άνω των 10 ετών) δεν έχουν αποφοιτήσει εκ του δημοτικού σχολείου" τα ποσοστά αυτά εις την Φωκίδα είναι αντιστοίχως 20% και 44%. Η Ευρυτανία επιπλέον ευρίσκεται κατά το ποσοστόν φοιτήσεως εις την Μέσην Εκπαίδευσιν εις την τελευταίαν σειράν (18,7% των μαθητών ενεγράφησαν εις την Μέσην Εκπαίδευσιν κατά το 1961), ενώ εις την Φωκίδα το ποσοστόν τούτο υπερβαίνει τον μέσον όρον (42,7%)».5

Μελέτες εθνογραφικού, ανθρωπολογικού ή/και ιστορικού-δημογραφικού χαρακτήρα για ορεινές ή ημι-ορεινές κοινότητες προπάντων στην Ήπειρο, αλλά και στη Θεσσαλία, στην Πελοπόννησο, στο νησιωτικό ελλαδικό χώρο, αποκαλύπτουν ορεινές κοινωνίες και οικονομίες με διαφορετικές δομές και εξέλιξη από το παράδειγμά μας.6 Μια συγκριτική ιστορία των βιογραφικών δια-

5. Bernard Kayser, Ανθρωπογεωγραφία της Ελλάδος, μετ. Τ. Τσαβέας, Μ. Μερακλής, Αθήναι 1968, σ. 50.

6. Μια εικόνα για μελέτες ορεινών (ή ημι-ορεινών) κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο κατά την τελευταία εικοσαετία δίνουν οι σχετικές συμβολές στους τόμους: α) Πρακτικά του Ελληνογαλλικού Συνεδρίου. Ο Αγροτικός Κόσμος στον Μεσογειακό Χώρο, Αθήνα 4-7 Δεκ. 1984, Αθήνα 1988 (κείμενα των Καπετανάκη, Καυταντζόγλου-Ναούμη, Tsili, Bournova), β) Νιτσιάκος, Κασίμης, Ο ορεινός χώρος της Βαλκανικής..., ό.π. (κείμενα

Σελ. 316
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/317.gif&w=600&h=915

διαδρομών και των εμπειριών των παιδιών στον ορεινό χώρο θα συνέβαλε ώστε να εμβαθύνουμε στη διαδικασία εξαστισμού της ελλαδικής κοινωνίας και ίσως να οριοθετήσουμε τις εκδοχές της στο χρόνο και το χώρο, συγκρίνοντας λ.χ. παραδείγματα από τη Στερεά με παραδείγματα από την Ήπειρο, όπου οι διαδικασίες εξαστισμού αγροτικών πληθυσμών ανάγονται στο 17ο αιώνα και συνδέθηκαν άρρηκτα με τη συγκρότηση εμπορικών αστικών στρωμάτων.7

Με δυο λόγια: Οι διαδικασίες αστικοποίησης δεν συντελούνται αποκομένες από το πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας'8 μικρο-ιστορία της παιδικής ηλικίας (και της οικογένειας) και μακρο-ιστορία της εξέλιξης της κοινωνίας στον ελλαδικό χώρο σχετίζονται λειτουργικά μεταξύ τους. Όπως σημειώνει ένας γερμανός παιδαγωγός στο πλαίσιο μιας εργασίας θεωρητικού χαρακτήρα «ιστορική θεώρηση της παιδικής ηλικίας και της κοινωνικοποίησης δε σημαίνει μόνο ότι αντιμετωπίζουμε την παιδική ηλικία ως προϊόν της ιστορίας ή ως κατηγορία που μεταβάλλεται, αλλά σημαίνει επίσης ότι την αντιλαμβανόμαστε ως συστατικό στοιχείο των περίπλοκων μηχανισμών μεταβολής της ίδιας της κοινωνίας».9

Στο επίπεδο αυτό, όπως και στο επίπεδο της μελέτης της ανθρώπινης εμπειρίας και της καθημερινότητας, η ιστορία των παιδιών, των παιδικών ηλικιών, της παιδικής ηλικίας, αποτελεί πρόκληση για την ιστοριογραφία γενικότερα και την ελληνική ιστοριογραφία ειδικότερα.

των Αλεξάκη, Οικονόμου, Ψυχογιού, Αράπογλου), και. γ) Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Numéro Spécial: Aspects du changement social dans la campagne grecque. 18 (1981) (κείμενα των Collard, Couroucli, Piault, Saulnier, Capetanakis) ' βλ. επίσης Σ. Δαμιανάκος (επιμ.), Διαδικασίες Κοινωνικού μετασχηματισμού στην αγροτική Ελλάδα, Αθήνα 1987 (κείμενα των Collard, Κουρούκλη, Piault, Saulnier μεταφρασμένα στα ελληνικά από το ειδικό τεύχος της Επιθεώρησης Κοινωνικών Ερευνών).

7. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή, ό.π., σ. 428' πβ. και Γ. Παπαγεωργίου, Οικονομικοί και Κοινωνικοί Μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Ζαγόρι (μέσα 18ου-αρχές 20ού αιώνα), Ιωάννινα 1995, σ. 182' Β. Ρόκου, «Μεταναστεύσεις στον ορεινό χώρο», Πρακτικά του Ελληνογαλλικού Συνεδρίου, ό.π., σ. 251, 252.

8. Πβ. τη μελέτη της κοινωνιολόγου Γεωργίας Πετράκη για τη διαδικασία προλεταριοποίησης των χωρικών μέσω της απασχόλησης στη βιομηχανία. Η μελέτη της Πετράκη εξετάζει την περίπτωση των Θεσσαλών χωρικών που μετά το 1960 περίπου εργάστηκαν στην κλωστοϋφαντουργία ΑΙΓΑΙΟΝ στο Λαύριο. Η εργασία της στηρίζεται κατά μεγάλο μέρος σε προφορικές συνεντεύξεις: Γ. Πετράκη, Από το χωράφι στο εργοστάσιο. Η διαμόρφωση του βιομηχανικού προλεταριάτου στο σύγχρονο Λαύριο, (μετ. Δ. Τσιφλικά, Γ. Πετράκη), Αθήνα 2002.

9. M. S. Honig, Entwurf einer Theorie der Kindheit, Φρανκφούρτη στο Μάιν 1999, σ.

Σελ. 317
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/318.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 318
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/319.gif&w=600&h=915

ΕΙΚΟΝΕΣ

Σελ. 319
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/320.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 320
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/321.gif&w=600&h=915

Εικόνα 1

Γύρω στα 1900. Καθιστοί: στη δεύτερη σειρά: ο Θόδωρος Καντάς με τη δεύτερη γυναίκα του Ευαγγελία. Όρθιοι από δεξιά: δύο από τα τρία παιδιά τους, πιθανότατα ο Αντώνης με τη γυναίκα του, και η Μαρία. Στην πρώτη σειρά: 3 από τα 60 εγγόνια του Θόδωρου Καντά, παιδιά του πρωτότοκου γιου του Χαράλαμπου: από αριστερά προς τα δεξιά: η Τασιούλα, ο Παναγιώτης, η Μαρία (η Τασιούλα πρέπει να είναι ηλικίας περίπου 5 ετών, ο Παναγιώτης 3 ή 4 (παρά το μαθητικό πηλίκιο) και η Μαρία 10 ετών. Στο Μητρώο δεν καταγράφεται το νοικοκυριό του Θόδωρου Καντά, γεγονός που σημαίνει ότι είχε πεθάνει όταν άρχισε να τηρείται συστηματικά (γύρω στα 1915).

Δε νομίζω ότι είναι τυχαίο το γεγονός ότι το αγόρι φωτογραφίζεται ανάμεσα στα πόδια του παππούλη και όχι της κυρούλας του: παραπέμπει στην αξία της αρρενογονίας και τη συνέχεια μέσω της πατρογραμμικής συγγένειας.

(Σχετικά με την εμφάνιση των παιδιών βλ. τις παρατηρήσεις μου στο κείμενο: σ. 116-125). Πηγή: Εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 56 (1994): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3.

Σελ. 321
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/322.gif&w=600&h=915

Εικόνα 2

Γύρω στα 1905. Καθιστοί: ο Ζαχαρίας Λουκόπουλος (σε ηλικία 60 ετών), η γυναίκα του, Ασήμω (51 ετών) και ανάμεσα τους η μικρή τους κόρη Πολυξένη, 10 περίπου ετών στη φωτογραφία. Όρθιες από αριστερά προς τα δεξιά: η μεγάλη κόρη Ασπασία 21 ετών, η Μαρία 15 ετών, μια φίλη της οικογένειας από τη Ναύπακτο και η Βασιλική, ίσως 18 ετών (στο Μητρώο ως χρονολογία γέννησής της αναφέρεται το 1897, αλλά είναι προφανές ότι είναι μεγαλύτερη από την Πολυξένη που σύμφωνα με το Μητρώο γεννήθηκε το 1895). Στην εφημερίδα αναφέρεται ρητά ότι η Πολυξένη ήταν η μικρότερη κόρη των Ζαχαρία και Ασήμως Λουκοπούλου. Η ανάμιξη παραδοσιακών και δυτικών-αστικών στοιχείων στην εμφάνιση των εικονιζόμενων είναι εμφανής. Το παιδί είναι ντυμένο με λευκό φόρεμα αλλά τα μαλλιά είναι χτενισμένα παραδοσιακά (σε κοτσίδες). Η πρωτότοκη κόρη είναι χαρακτηριστικά ντυμένη με παραδοσιακή γιορτινή φορεσιά προφανώς για τη φωτογράφιση.

Πηγή: Εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 70 (1998): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3

Σελ. 322
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/323.gif&w=600&h=915

Εικόνα 3

Στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο φωτογραφίες, από τις οποίες η νεότερη με τους τρεις άνδρες αριστερά είναι ένθετη στην παλαιότερη. Από τα πρόσωπα, τις πληροφορίες της εφημερίδας και τα στοιχεία του Γενικού Μητρώου του χωριού προκύπτει πως η μεταγενέστερη πρέπει να χρονολογείται γύρω στα 1915 με 1920 και η παλαιότερη στα 1908. Δεν γνωρίζουμε πού έγινε το μοντάζ, στην Αμερική ή στην Αθήνα. Δηλώνει πάντως τη συνοχή της οικογένειας παρά τη γεωγραφική απόσταση που χωρίζει τα μέλη της. Καθιστός με τα τσαρούχια ο Αριστείδης Καντάς σε ηλικία 53 ετών. Στα δεξιά του καθιστή η γυναίκα του Κωνσταντινιά, 48 ετών. Αριστερά, στη μεταγενέστερη φωτογραφία, οι γιοι του Ανάργυρος, Χαράλαμπος και Δημήτριος. Πίσω από τον Αριστείδη και τη γυναίκα του όρθιοι από αριστερά προς τα δεξιά οι κόρες του Μαρία (28 ετών) και Σταυρούλα (21 ετών), ο γιος του Παναγιώτης και η κόρη του Κατίνα (15 ετών). Καθισμένη ανάμεσα στους γονείς της η Φροσύνη (το πολύ 10 ετών) και στην «ποδιά» της μάνας της το στερνοπαίδι της οικογένειας, η Διαμάντω (το πολύ 7 ετών, μάλλον μικρότερη). Η χρονολογία γέννησης του Παναγιώτη, κατά το Γενικό Μητρώο (1882) είναι προφανώς λανθασμένη, αφού στη φωτογραφία δεν είναι 26, ούτε καν 20 ετών. Εάν γεννήθηκε το 1892 (που εκ παραδρομής καταγράφηκε ως 1882), απεικονίζεται σε ηλικία 15 περίπου ετών.

Η εμφάνιση των μικρών κοριτσιών έχει σαφώς αστικό χαρακτήρα (όπως και ο φιόγκος στα μαλλιά). Άλλωστε, το αστικό στοιχείο κυριαρχεί στην εμφάνιση όλων των παιδιών (λ.χ. τσεμπέρι φορά μόνο η μια κόρη). Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται για την καθημερινή εμφάνιση των μελών της οικογένειας· προφανώς έχουν φορέσει «τα καλά τους» για να φωτογραφηθούν. Ωστόσο το γεγονός ότι φωτογραφίζονται με ενδύματα και κομμώσεις δυτικού-αστικού τύπου συνδηλώνει την υψηλή αξία που τους αποδίδουν.

Πηγή: Εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 52 (1993): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3.

Σελ. 323
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/324.gif&w=600&h=915

Εικόνα 4

Γύρω στο 1913. Ο ιερέας Ζαχαρίας Νασιόπουλος (Παπαζαχαρίας) σε ηλικία 67 ετών περίπου. με την κατά τέσσερα χρόνια νεότερη γυναίκα του Παρασκευή και τρία από τα πέντε παιδιά του: από αριστερά προς τα δεξιά η περίπου 22 ετών Ερατώ, η περίπου 26 ετών Μαρία και η Τασιούλα, περίπου 18 ετών. στη φωτογραφία. Η δυτικότροπη εμφάνιση των κοριτσιών έρχεται σε προφανή αντίθεση με την παραδοσιακή εμφάνιση της μητέρας.

Πηγή: Εφ. Το Κροκύλιο, up. φ. 51 (1993): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3.

Σελ. 324
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/325.gif&w=600&h=915

Εικόνα 5

Γύρω στα 1900. Ο Αναστάσιος Σακκαρέλλος (22 περίπου ετών στη φωτογραφία) και η γυναίκα του Παναγιούλα ( 17 περίπου ετών στη φωτογραφία) το γένος Ζωγράφου, με τον κροπότοκο γιο τους και το πρώτο από τα 7 παιδιά τους Παναγιώτη.

Το μωρό φορά το αστικής προέλευσης φουστανάκι για παιδιά βρεφικής και νηπιακής ηλικία (πβ. Μπάδα-Τσομώκου. Ενδυματολογικοί Κώδικες της παιδικής-νεανικής ηλικίας, σ. 69) αλλά και παραδοσιακό «φεσάκι» στο κεφάλι. Νομίζω πως το γεγονός ότι ο γιος φωτογραφίζεται στην αγκαλιά του πατέρα και όχι της μάνας συνδέεται με τον κυρίαρχο πατρογραμμικό και ανδροπατροτοπικό χαρακτήρα του οικογενειακού-συγγενειακού συστήματος. Μόνο τα άρρενα μέλη της οικογένειας μπορούν να εγγυηθούν τη συνέχειά της στο χώρο και το χρόνο. Από την άλλη πλευρά ο Αναστάσιος Σακκαρέλλος ανήκε στους ελάχιστους που έστειλαν όχι απλώς τους γιους αλλά και τις κόρες τους στο Γυμνάσιο (Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι «Σακκαρελλαίοι» είναι καταγεγραμμένοι στη μνήμη των ανθρώπων ως ένα από τα «αρχοντόσογα» του χωριού).

Πηγή: Εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 54 (1994): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3.

Σελ. 325
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/326.gif&w=600&h=915

Εικόνα 6

Μάιος 1926. Οι Κροκυλειώτισσες μαθήτριες του Γυμνασίου Λιδωρικίου με συμμαθήτριές τους από το Λιδωρίκι και τους καθηγητές τους. Όρθιες από αριστερά προς τα δεξιά: Ξένη Θρασυβούλου Ζωγράφου (16 ετών), Σοφία Αθανασίου Σταυροπούλου (21 ή 19 ετών), Κωνσταντούλα Αναστασίου Σακκαρέλλου (21 ετών), η Λιδωρικιώτισσα Ευθυμία Τριανταφύλλου, Αλεξάνδρα Κων/νου Στράτου (15 ή 14 ετών), Ευαγγελία Αναστασίου Σακκαρέλλου (14 ετών), Αφροδίτη Γεωργίου Παπαζαχαρίου (17 ή 15 ετών) και η Λιδωρικιώτισσα Βασιλική Καγκάλου.

Οι ηλικίες υπολογίστηκαν με βάση τα στοιχεία του Γενικού Μητρώου και του Γενικού Ελέγχου του Γυμνασίου Λιδωρικίου - όπου υπήρχε απόκλιση σημείωσα και τις δύο πιθανές ηλικίες. Στην περίπτωση της Ευαγγελίας Σακκαρέλλου έλαβα υπόψη μόνο τα δεδομένα του Γενικού Ελέγχου, επειδή η χρονολογία γέννησης που αναγράφεται στο Γενικό Μητρώο είναι προφανώς λανθασμένη (1916, οπότε θα έπρεπε να εικονίζεται σε ηλικία 10-11 ετών, πράγμα αδύνατο).

Το γεγονός ότι σε σύνολο 6 κοριτσιών απαντά μια μαθήτρια (της Τρίτης Γυμνασίου) σε ηλικία 21 και μια άλλη (της Τετάρτης) σε ηλικία 19 ή 21 ετών υποδεικνύει άραγε πως οι γυμνασιακές σπουδές ορισμένες φορές καθυστερούσαν λόγω των εξόδων που απαιτούνταν; (Πρόκειται για μαθήτριες που προάγονταν χωρίς καθυστερήσεις στο σχολείο - άλλωστε διαφορετικά οι οικογένειές τους δε θα τις έστελναν να φοιτήσουν στο Γυμνάσιο).

Πηγή: Εφ. Το Κροκύλειο, αρ. φ. 77 (1999): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3

Σελ. 326
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/327.gif&w=600&h=915

Εικόνα 7

Γύρω στα 1924. Κροκυλειώτες μαθητές του Γυμνασίου της Άμφισσας. Από αριστερά προς τα δεξιά: Όρθιοι οι: Χαράλαμπος I. Αθανασόπουλος (16 ετών), Ιωάννης Γ. Περλίγκας (19 ετών), Χρήστος Θρ. Ζωγράφος (16 ετών), Παναγιώτης Ν. Σακκαρέλλος (19 ετών). Καθιστοί οι: Γεώργιος Τρ. Τριανταφύλλου (17 ετών), Σπυρίδων Χαρ. Κατσίμπας (17 ετών), Αθανάσιος Ευθ. Σαΐτης (20 ετών). Το σχολικό έτος 1923/24 ο Χ. Αθανασόπουλος φοιτούσε στην πρώτη, ο Γ. Τριανταφύλλου στην τρίτη και οι άλλοι πέντε στη δευτέρα Γυμνασίου. Από τις ηλικίες των μαθητών είναι σαφές ότι οι περισσότεροι είτε δεν ξεκινούσαν τις γυμνασιακές σπουδές αμέσως μετά την αποφοίτηση από το Ελληνικό, είτε αποφοιτούσαν από αυτό με καθυστέρηση και επομένως ότι οι γυμνασιακές σπουδές κάθε άλλο παρά απλή υπόθεση ήταν για όσες οικογένειες ήθελαν να στείλουν παιδιά στο Γυμνάσιο.

Κρατούν στα χέρια το μαθητικό πηλίκιο με τη γλαύκα της Αθηνάς. Όλοι φορούν κοστούμια και γραβάτες, έχουν καρφιτσωμένο στο πέτο λουλουδάκι, μαντηλάκι στην τσέπη και είναι καλοχτενισμένοι. Ορισμένοι έχουν στο γιλέκο κρεμασμένες αλυσιδίτσες (ίσως ρολόγια). Φορούν μποτάκια ή άρβυλα και κάλτσες (μάλλον τσουράπια πλεχτά με βελονάκι).

Πηγή: Εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 44 (1991): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3.

Σελ. 327
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/328.gif&w=600&h=915

Εικόνα

Άποψη του Κροκυλείου. Φωτογραφία

Σελ. 328
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 309
    

    ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

    Παρ' όλο που οι χωριανοί αγνοούσαν τον όρο «παιδική ηλικία», αυτό που ο Ariès αποκάλεσε «αίσθημα» (sentiment) της παιδικής ηλικίας υπήρχε και εκφραζόταν με πολύ συγκεκριμένους τρόπους, μέσω μιας σειράς αποκλειστικών υποχρεώσεων και δικαιωμάτων στο πλαίσιο της οικογενειακής και κοινωνικής εθιμικής ζωής, που αφορούσαν σε γενικές γραμμές, όσους δεν ήταν πάνω από 15 ετών. Ταυτόχρονα υπήρχε και εκφραζόταν επίσης με πολύ συγκεκριμένους τρόπους, το αίσθημα ύπαρξης μιας νεανικής ηλικίας που χονδρικά συνέπιπτε με το διάστημα το οποίο ακολουθούσε την απαρχή της γόνιμης περιόδου στη ζωή των ανθρώπων και τουλάχιστον προηγούνταν του γάμου τους. Οπωσδήποτε, οι μηχανισμοί του σχολείου προώθησαν στη συνείδηση της μικροκοινωνίας την ιδέα περί διακριτών, αυστηρά οριοθετημένων ηλικιακών φάσεων στη ζωή των ανθρώπων και πρόσφεραν στους χωριανούς τις εκφράσεις που αποτύπωσαν τις φάσεις αυτές («τα παιδιά του σχολείου», «τα παιδιά του Δημοτικού, του Ελληνικού (του Σχολαρχείου), του Γυμνασίου»). Αλλά φαίνεται πως ένα πρώτο διάστημα της βιολογικής διαδρομής του ανθρώπου ήταν οριοθετημένο στην πράξη, ανεξάρτητα από τους σχολικούς μηχανισμούς, σε επίπεδο οικογενειακό, εθιμικό, κοινωνικό. Φυσικά η οριοθέτηση αυτή δεν ήταν θεσμοθετημένη και για το λόγο αυτό σε μια πρώτη ματιά ωχριά μπροστά στον σαφή, επίσημο διαχωρισμό των νέων γενεών σε συγκεκριμένες ηλικιακές κατηγορίες που εξυπηρετούσαν τη λειτουργία του σχολείου.

    Στην πραγματικότητα βέβαια δεν υπήρχε μια ενιαία, παιδική ηλικία για όλους όσοι μεγάλωσαν στο χωριό τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., αλλά πολλές: η παιδική ηλικία των αγοριών και των κοριτσιών, των παιδιών των μεταναστών και όσων ζούσαν στο χωριό, των παιδιών των κτηνοτρόφων και όσων κατοικούσαν μόνιμα στο καθεαυτό χωριό, δηλαδή στον κεντρικό οικισμό, των παιδιών όσων οικογενειών διέθεταν μια τακτική πηγή χρηματικού εισοδήματος και των υπόλοιπων, των παιδιών των οποίων ο πατέρας ήταν λιγότερο ή περισσότερο «γραμματισμένος» και όσων ο πατέρας γνώριζε ελάχιστα ή καθόλου γράμματα, των παιδιών των λιγοστών παλαιών, «αρχοντικών» οικογενειών