Συγγραφέας:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Τίτλος:Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
 
Υπότιτλος:Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:38
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2003
 
Σελίδες:387
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Κροκύλειο Δωρίδας
 
Χρονική κάλυψη:αρχές 20ού αι.
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό είναι μία ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου, το Κροκύλειο (ως το 1915 Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο) της Φωκίδας, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει, δηλαδή, πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μία κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο παράδειγμα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.57 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 313-332 από: 395
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/313.gif&w=600&h=915

επαφή με πρότυπα ζωής που διαμορφώνονταν κατά πρώτο λόγο στα αστικά κέντρα. Παρ' όλο που πιθανόν οι περισσότεροι χωριανοί θα προτιμούσαν να εγκαταλείψουν την αγροτική ζωή, οι συγκυριακές αλλά και οι δομικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της μεσοπολεμικής περιόδου δεν επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Οι οικογένειες του μεσοπολεμικού χωριού μοιάζουν παγιδευμένες σε ένα παράδοξο παρόν, μεταξύ ενός παρελθόντος δίχως μέλλον και ενός μέλλοντος χωρίς επαρκή ευρύτητα ώστε να επιτρέψει δομικές μεταβολές στη ζωή τους. Στα μάτια της ορεινής αγροτικής κοινωνίας η εκπαίδευση των παιδιών, προπάντων των γιων, και η συνυφασμένη με τις σπουδές επαγγελματική αποκατάσταση τους από ένα κράτος που, μέσω και των πελατειακών πολιτικών δικτύων, έπαιζε από την εποχή της σύστασής του το ρόλο του εργοδότη σε συγκριτικά υπερθετικό βαθμό, αποτελούσε τη μόνη διέξοδο. Αλλά αυτό ήταν το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο και όχι η κυρίαρχη κοινωνική πραγματικότητα. Παρ' όλο που οι θέσεις του Κ. Τσουκαλά για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως εφαλτηρίου κοινωνικής κινητικότητας (βλ. αναλυτικά στο Τρίτο Κεφάλαιο) ελάχιστα ανταποκρίνονται στην κοινωνική πρακτική, νομίζω πως αποτυπώνουν τελικά το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο, το «κοινωνικό όνειρο» (που συνυπήρχε και ζωοδοτούνταν από το «αμερικανικό όνειρο») — αναφέρομαι βέβαια πάντοτε στην περίπτωση που πραγματεύτηκα.

2. ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΚΡΟ-ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗ ΜΑΚΡΟ-ΙΣΤΟΡΙΑ: ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Όπως συμβαίνει με κάθε μελέτη που εντοπίζει το ενδιαφέρον της σε ένα περιορισμένο στο χώρο παράδειγμα, προβάλλει και εδώ το ερώτημα για το αν και σε ποιο βαθμό οι παρατηρήσεις, τα συμπεράσματα, οι εύλογες υποθέσεις, ισχύουν πέρα από τα στενά γεωγραφικά όρια του χωριού. Συνυφασμένο με το παραπάνω είναι και το ερώτημα: κατά πόσο οι εκδοχές αυτές της παιδικής ηλικίας με το κοινό υπόστρωμα αφορούν ειδικά στον ορεινό ελλαδικό ή στον ορεινό στερεοελλαδικό χώρο, κατά πόσο δηλαδή μπορούμε να αναγνωρίσουμε έναν πολυπρισματικό «οικότυπο»2 - για να χρησιμοποιήσω, με άξονα αναφοράς την

2. Ο αυστριακός ιστορικός Michael Mitterauer χρησιμοποιεί τον όρο για να καταδείξει την πολλαπλότητα των οικογενειακών σχηματισμών στο χώρο της υπαίθρου, υπερβαίνοντας την απλουστευτική σχηματική αντίληψη περί της αγροτικής οικογένειας ως ενιαίου τύπου. Δανείζεται τον όρο από τη σκανδιναβική πολιτισμική ανθρωπολογία και τον Orvar Löfgren που ορίζει τον οικότυπο ως «ένα σχήμα εκμετάλλευσης οικονομικών πόρων εντός ενός δεδομένου μακρο-οικονομικού πλαισίου» [Μ. Mitterauer, «Οικογενειακοί σχηματισμοί της υπαίθρου στη σχέση τους με το φυσικό περιβάλλον και την τοπική οικονομία», μετάφραση Μ. Παπαθανασίου, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού - περ. Μνήμων, Αναζητήσεις της νεότερης γερμανόφωνης ιστοριογραφίας, (Θεωρία και Μελέτες Ιστορίας, 18), Αθήνα 2000, σ.

Σελ. 313
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/314.gif&w=600&h=915

παιδική ηλικία και υπό μια ευρύτερη έννοια, έναν ανθρωπολογικό όρο που έχουν καθιερώσει ιστορικοί της οικογένειας στην κεντρική Ευρώπη.

Τέτοιου τύπου ερωτήματα δεν είναι δυνατό να απαντηθούν εδώ γιατί, όπως ανέφερα και στην Εισαγωγή, η καθημερινότητα, οι εμπειρίες, τα βιώματα των παιδιών αλλά και των οικογενειών στον ελλαδικό χώρο ελάχιστα έχουν ερευνηθεί. Βέβαια επιχείρησα να ενσωματώσω στην εργασία υλικό λαογραφικών μελετών που αφορά σε κοινότητες της ευρύτερης ορεινής περιφέρειας της επαρχίας Δωρίδας. Ωστόσο, δεν διαθέτουμε ακόμη μονογραφίες που θα επέτρεπαν την συστηματική σύγκριση περιπτώσεων και την εξαγωγή, έστω και πρόχειρων, συμπερασμάτων.

Στο βαθμό που και σε άλλες ορεινές κοινότητες επικρατούσαν οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες παρόμοιες με αυτές του Κροκύλειου, δικαιούμαστε να υποθέτουμε ότι τα βιώματα, οι εμπειρίες, οι βιογραφικές διαδρομές των παιδιών δε διέφεραν ριζικά.

Μελετώντας την ορεινή Ήπειρο μετά τη λήξη του Εμφυλίου ο γάλλος κοινωνιολόγος Henri Mendras -στις απόψεις του οποίου αναφέρθηκα συνοπτικά στο τρίτο κεφάλαιο, σε σχέση με το σχολείο- εντυπωσιάζεται από την αμφιταλάντευση της ζωής μεταξύ εσωστρέφειας και κοσμοπολιτισμού και τα όσα γράφει φέρνουν αναπόφευκτα στο νου το Κροκύλειο του Μεσοπολέμου με τους «Αμερικάνους» του:

«Εις την Ήπειρον δυσκόλως φθάνει ο έξω κόσμος, αλλά συγχρόνως ούτος είναι καταπληκτικά πλησίον. Είναι κατά κάποιον τρόπον παρών εις την ζωήν των χωρίων ... Είναι εκπληκτικόν να ευρίσκωνται εις το χωρίον εφημερίδες, άνθρωποι οι οποίοι επανήλθον εκ της Νέας Υόρκης ή του Σίδνεϋ, άλλοι οι οποίοι επέρασαν όλην των την ζωήν εις το Βουκουρέστιον ή την Κωνσταντινούπολη, και τέλος άλλοι οι οποίοι ετοιμάζονται να αναχωρήσουν εις το Βέλγιον ή την Αργεντινήν. Αι συζητήσεις δε περιστρέφονται αμέσως εις τα διεθνή πολιτικά προβλήματα...».

Ο Mendras συνδέει την αμφιταλάντευση αυτή με τα παιδιά, τον τρόπο σκέψης και τις προσδοκίες τους από τη ζωή και οι παρατηρήσεις του θυμίζουν έντονα το όνειρο του χωρικού της Ρούμελης να απαγκιστρώσει το παιδί του από την αγροτική ζωή, όπως το περιέγραψε ο Λουκόπουλος (έχοντας άραγε στο νου του τα ορεινά και ίσως τον τόπο καταγωγής του, την Αρτοτίνα;):

- «Διά τα παιδία, τα οποία ουδέποτε εγκατέλειψαν το χωρίον των και τα οποία ακούουν να γίνεται συζήτησις διά τον έξω κόσμον η αμφιταλάντευσις αύ-

279-305, κυρίως σ. 282, 283]. Οι οικότυποι των ιστορικών της οικογένειας θυμίζουν τα «οικολογικά σύνολα» για τα οποία έκανε λόγο η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, αναφερόμενη στην εγγραφή στο χώρο του συνεκτικού συνόλου των κάθε είδους ανθρώπινων δραστηριοτήτων και σχέσεων (βλ. Χ. Χατζητάκη-Καψωμένου, «Άξονες του επιστημονικού έργου της Άλκης Κυριακίδου-Νέστορος» στο Χατζητάκη-Καψωμένου (επιμ.), Ελληνικός παραδοσιακός πολιτισμός, ό.π., σ. 9-15, κυρίως σ. 13).

Σελ. 314
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/315.gif&w=600&h=915

τη είναι ιδιαιτέρως αισθητή. Παρασύρονται πολλάκις εις τον σχηματισμόν μιας φανταστικής εικόνος και σχεδόν πάντοτε τρέφουν την επιθυμίαν να εκπατρισθούν. Τα όρη καλύπτουν τον ορίζοντα, ο κόσμος αρχίζει από την άλλην πλευράν των ορέων τα οποία τους φαίνονται ως είδος παραπετάσματος απομονωτικού, το οποίον πρέπει απαραιτήτως να διασχίσουν». Με βάση εκθέσεις που συνέγραψαν τα παιδιά ο ερευνητής διαπιστώνει «την υπάρχουσαν γενικώς μεγάλην διαφοράν μεταξύ των παιδιών της πεδιάδος και των ορέων».3

Στο βαθμό που ο περιορισμένος πεδινός ελλαδικός χώρος διαφοροποιούνταν -κατ' αρχήν χάρη στις διαφορετικές εδαφολογικές και κλιματολογικές προϋποθέσεις-, ριζικά από τον ορεινό, εύλογα υποθέτει κανείς ότι απαντούν σε αυτόν διαφορετικά πρότυπα ζωής και συνακόλουθα, διαφορετικά παιδικά βιώματα. Αυτό υποδεικνύουν λ.χ. ορισμένα αποσπάσματα από μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του 1940 για τη γειτονική με το Κροκύλειο πεδιάδα του Μόρνου. Ο συγγραφέας της δέχεται ότι «το μορφωτικόν επίπεδον των χωρικών της πεδιάδος είναι αρκούντως ανεπτυγμένον», υπό την έννοια ότι «οι νεώτεροι γνωρίζουσι άπαντες γραφήν και ανάγνωσιν», αλλά αισθάνεται την ανάγκη να διευκρινίσει ότι τα 20 περίπου παιδιά από τα χωριά της πεδιάδας που φοιτούσαν τότε στα Γυμνάσια της Ναυπάκτου και της Πάτρας «δεν δεικνύουσιν πνευματικήν ιδιοφυίαν, αξίαν λόγου εν αντιθέσει με εκείνα των γειτονικών ορεινών διαμερισμάτων. Κατά το πλείστον αποπερατώνοντα ή όχι τα γυμνασιακά μαθήματα, επανέρχονται εις τας γεωργικάς εργασίας... Επιστήμονας ή ανωτέρους υπαλλήλους ουδένα έχει να επίδειξη η πεδιάς...». Και παρακάτω σημειώνει ότι «ολόκληρος ο πληθυσμός της πεδιάδος είναι εκ καταγωγής γεωργικός, έχει δημιουργήσει κατόπιν μακράς σειράς ετών ισχυράν και αναμφισβήτητον γεωργικήν συνείδησιν. ...Η κατάστασις αύτη δεν είναι άσχετος με την γονιμότητα του εδάφους... Το μεγαλύτερον ποσοστόν του πληθυσμού της πεδιάδος προέρχεται εξ ορεινών διαμερισμάτων... Με την ακατανίκητον έλξιν των ορεινών προς τας πεδιάδας και την διαρκή επιθυμίαν να αποκτήσωσιν εν τμήμα εξ αυτής, επωλούσαν μέρος της περιουσίας των ή εξενητεύοντο ... Ούτω εδημιουργήθη υλικόν με στερεάν γεωργικήν συνείδησιν. ...Ουδείς εγκατέλειψεν οριστικώς την γην του ίνα εγκατασταθή εις πόλεις».4 Είναι αλήθεια πως οι προτάσεις αυτές, δεν τεκμηριώνονται επαρκώς, επειδή ίσως η σύγκριση του πεδινού με τον ορεινό χώρο κατέχει περιφερειακή θέση στο κείμενο. Νομίζω όμως πως ο τεχνοκρατικός και εμπειρικός χαρακτήρας της μελέτης -ο συγγραφέας είναι γεωπόνος που στο πλαίσιο μιας σειράς ανάλογων μελετών καταγράφει παρατηρήσεις προκειμένου να αξιοποιηθούν για την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής-, καθώς και το νηφάλιο ύφος της υποδεικνύουν τουλάχιστον ότι τα παραπάνω στηρίζονται σε συγκεκριμένα στοιχεία. Πόσο διαφορετικά ήταν παι-

3. Μεντράς, «Κοινωνιολογική Διερεύνησις», ό.π., σ. 323.

4. Διαμαντόπουλος, Η πεδιάς του Μόρνου, ό.π., σ. 21-23, 30, 31.

Σελ. 315
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/316.gif&w=600&h=915

παιδικά χρόνια και βιογραφικές διαδρομές ανθρώπων που μεγάλωναν σε κοινωνίες της ελλαδικής υπαίθρου οι οποίες θεωρούσαν την αγροτική οικονομία άρρηκτα συνδεδεμένη με το παρόν και το μέλλον τους;

Προφανώς όμως θα πρέπει να αναζητήσουμε διαφορετικούς τύπους παιδικών ηλικιών και βιογραφικών διαδρομών ακόμη και στον εδαφικά περιορισμένο και μορφολογικά ομοιογενή ορεινό ελλαδικό χώρο. Αυτό τουλάχιστον υποδεικνύει ένα απόσπασμα από τη μελέτη του γάλλου ανθρωπογεωγράφου Bernard Kayser για τη μεταπολεμική Ελλάδα, όπου η περίπτωση μιας κατ' εξοχήν ορεινής, αραιοκατοικημένης περιοχής σε δημογραφική παρακμή, της Φωκίδας (στην οποία ανήκει και το Κροκύλειο), αντιπαρατίθεται προς την περίπτωση μιας επίσης κατ' εξοχήν ορεινής, αραιοκατοικημένης, σε δημογραφική παρακμή και μάλιστα γειτονικής περιοχής, της Ευρυτανίας:

«Παρ' όλα αυτά η συμπεριφορά των ευρίσκεται εις ακραίαν διάστασιν" η Ευρυτανία κατέχει το υψηλότερον ποσοστόν αγροτικής γεννητικότητος (28,6%ο) μετά το ποσοστόν της Ξάνθης, η δε Φωκίς το κατώτερον (15,6%ο) μετά το ποσοστόν της Λέσβου. ...η Φωκίς έχει πολύ υψηλόν ποσοστόν ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών, η Ευρυτανία υψηλόν ποσοστόν παιδίων κάτω των 14 ετών». Ο συγγραφέας συσχετίζει την αυξημένη γεννητικότητα στην Ευρυτανία με τα αισθητά υψηλότερα ποσοστά αναλφαβητισμού και χαμηλότερα ποσοστά φοίτησης στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση: «Το 32 % των κατοίκων της Ευρυτανίας είναι αναλφάβητοι και 65 % (ηλικίας άνω των 10 ετών) δεν έχουν αποφοιτήσει εκ του δημοτικού σχολείου" τα ποσοστά αυτά εις την Φωκίδα είναι αντιστοίχως 20% και 44%. Η Ευρυτανία επιπλέον ευρίσκεται κατά το ποσοστόν φοιτήσεως εις την Μέσην Εκπαίδευσιν εις την τελευταίαν σειράν (18,7% των μαθητών ενεγράφησαν εις την Μέσην Εκπαίδευσιν κατά το 1961), ενώ εις την Φωκίδα το ποσοστόν τούτο υπερβαίνει τον μέσον όρον (42,7%)».5

Μελέτες εθνογραφικού, ανθρωπολογικού ή/και ιστορικού-δημογραφικού χαρακτήρα για ορεινές ή ημι-ορεινές κοινότητες προπάντων στην Ήπειρο, αλλά και στη Θεσσαλία, στην Πελοπόννησο, στο νησιωτικό ελλαδικό χώρο, αποκαλύπτουν ορεινές κοινωνίες και οικονομίες με διαφορετικές δομές και εξέλιξη από το παράδειγμά μας.6 Μια συγκριτική ιστορία των βιογραφικών δια-

5. Bernard Kayser, Ανθρωπογεωγραφία της Ελλάδος, μετ. Τ. Τσαβέας, Μ. Μερακλής, Αθήναι 1968, σ. 50.

6. Μια εικόνα για μελέτες ορεινών (ή ημι-ορεινών) κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο κατά την τελευταία εικοσαετία δίνουν οι σχετικές συμβολές στους τόμους: α) Πρακτικά του Ελληνογαλλικού Συνεδρίου. Ο Αγροτικός Κόσμος στον Μεσογειακό Χώρο, Αθήνα 4-7 Δεκ. 1984, Αθήνα 1988 (κείμενα των Καπετανάκη, Καυταντζόγλου-Ναούμη, Tsili, Bournova), β) Νιτσιάκος, Κασίμης, Ο ορεινός χώρος της Βαλκανικής..., ό.π. (κείμενα

Σελ. 316
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/317.gif&w=600&h=915

διαδρομών και των εμπειριών των παιδιών στον ορεινό χώρο θα συνέβαλε ώστε να εμβαθύνουμε στη διαδικασία εξαστισμού της ελλαδικής κοινωνίας και ίσως να οριοθετήσουμε τις εκδοχές της στο χρόνο και το χώρο, συγκρίνοντας λ.χ. παραδείγματα από τη Στερεά με παραδείγματα από την Ήπειρο, όπου οι διαδικασίες εξαστισμού αγροτικών πληθυσμών ανάγονται στο 17ο αιώνα και συνδέθηκαν άρρηκτα με τη συγκρότηση εμπορικών αστικών στρωμάτων.7

Με δυο λόγια: Οι διαδικασίες αστικοποίησης δεν συντελούνται αποκομένες από το πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας'8 μικρο-ιστορία της παιδικής ηλικίας (και της οικογένειας) και μακρο-ιστορία της εξέλιξης της κοινωνίας στον ελλαδικό χώρο σχετίζονται λειτουργικά μεταξύ τους. Όπως σημειώνει ένας γερμανός παιδαγωγός στο πλαίσιο μιας εργασίας θεωρητικού χαρακτήρα «ιστορική θεώρηση της παιδικής ηλικίας και της κοινωνικοποίησης δε σημαίνει μόνο ότι αντιμετωπίζουμε την παιδική ηλικία ως προϊόν της ιστορίας ή ως κατηγορία που μεταβάλλεται, αλλά σημαίνει επίσης ότι την αντιλαμβανόμαστε ως συστατικό στοιχείο των περίπλοκων μηχανισμών μεταβολής της ίδιας της κοινωνίας».9

Στο επίπεδο αυτό, όπως και στο επίπεδο της μελέτης της ανθρώπινης εμπειρίας και της καθημερινότητας, η ιστορία των παιδιών, των παιδικών ηλικιών, της παιδικής ηλικίας, αποτελεί πρόκληση για την ιστοριογραφία γενικότερα και την ελληνική ιστοριογραφία ειδικότερα.

των Αλεξάκη, Οικονόμου, Ψυχογιού, Αράπογλου), και. γ) Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, Numéro Spécial: Aspects du changement social dans la campagne grecque. 18 (1981) (κείμενα των Collard, Couroucli, Piault, Saulnier, Capetanakis) ' βλ. επίσης Σ. Δαμιανάκος (επιμ.), Διαδικασίες Κοινωνικού μετασχηματισμού στην αγροτική Ελλάδα, Αθήνα 1987 (κείμενα των Collard, Κουρούκλη, Piault, Saulnier μεταφρασμένα στα ελληνικά από το ειδικό τεύχος της Επιθεώρησης Κοινωνικών Ερευνών).

7. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή, ό.π., σ. 428' πβ. και Γ. Παπαγεωργίου, Οικονομικοί και Κοινωνικοί Μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Ζαγόρι (μέσα 18ου-αρχές 20ού αιώνα), Ιωάννινα 1995, σ. 182' Β. Ρόκου, «Μεταναστεύσεις στον ορεινό χώρο», Πρακτικά του Ελληνογαλλικού Συνεδρίου, ό.π., σ. 251, 252.

8. Πβ. τη μελέτη της κοινωνιολόγου Γεωργίας Πετράκη για τη διαδικασία προλεταριοποίησης των χωρικών μέσω της απασχόλησης στη βιομηχανία. Η μελέτη της Πετράκη εξετάζει την περίπτωση των Θεσσαλών χωρικών που μετά το 1960 περίπου εργάστηκαν στην κλωστοϋφαντουργία ΑΙΓΑΙΟΝ στο Λαύριο. Η εργασία της στηρίζεται κατά μεγάλο μέρος σε προφορικές συνεντεύξεις: Γ. Πετράκη, Από το χωράφι στο εργοστάσιο. Η διαμόρφωση του βιομηχανικού προλεταριάτου στο σύγχρονο Λαύριο, (μετ. Δ. Τσιφλικά, Γ. Πετράκη), Αθήνα 2002.

9. M. S. Honig, Entwurf einer Theorie der Kindheit, Φρανκφούρτη στο Μάιν 1999, σ.

Σελ. 317
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/318.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 318
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/319.gif&w=600&h=915

ΕΙΚΟΝΕΣ

Σελ. 319
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/320.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 320
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/321.gif&w=600&h=915

Εικόνα 1

Γύρω στα 1900. Καθιστοί: στη δεύτερη σειρά: ο Θόδωρος Καντάς με τη δεύτερη γυναίκα του Ευαγγελία. Όρθιοι από δεξιά: δύο από τα τρία παιδιά τους, πιθανότατα ο Αντώνης με τη γυναίκα του, και η Μαρία. Στην πρώτη σειρά: 3 από τα 60 εγγόνια του Θόδωρου Καντά, παιδιά του πρωτότοκου γιου του Χαράλαμπου: από αριστερά προς τα δεξιά: η Τασιούλα, ο Παναγιώτης, η Μαρία (η Τασιούλα πρέπει να είναι ηλικίας περίπου 5 ετών, ο Παναγιώτης 3 ή 4 (παρά το μαθητικό πηλίκιο) και η Μαρία 10 ετών. Στο Μητρώο δεν καταγράφεται το νοικοκυριό του Θόδωρου Καντά, γεγονός που σημαίνει ότι είχε πεθάνει όταν άρχισε να τηρείται συστηματικά (γύρω στα 1915).

Δε νομίζω ότι είναι τυχαίο το γεγονός ότι το αγόρι φωτογραφίζεται ανάμεσα στα πόδια του παππούλη και όχι της κυρούλας του: παραπέμπει στην αξία της αρρενογονίας και τη συνέχεια μέσω της πατρογραμμικής συγγένειας.

(Σχετικά με την εμφάνιση των παιδιών βλ. τις παρατηρήσεις μου στο κείμενο: σ. 116-125). Πηγή: Εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 56 (1994): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3.

Σελ. 321
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/322.gif&w=600&h=915

Εικόνα 2

Γύρω στα 1905. Καθιστοί: ο Ζαχαρίας Λουκόπουλος (σε ηλικία 60 ετών), η γυναίκα του, Ασήμω (51 ετών) και ανάμεσα τους η μικρή τους κόρη Πολυξένη, 10 περίπου ετών στη φωτογραφία. Όρθιες από αριστερά προς τα δεξιά: η μεγάλη κόρη Ασπασία 21 ετών, η Μαρία 15 ετών, μια φίλη της οικογένειας από τη Ναύπακτο και η Βασιλική, ίσως 18 ετών (στο Μητρώο ως χρονολογία γέννησής της αναφέρεται το 1897, αλλά είναι προφανές ότι είναι μεγαλύτερη από την Πολυξένη που σύμφωνα με το Μητρώο γεννήθηκε το 1895). Στην εφημερίδα αναφέρεται ρητά ότι η Πολυξένη ήταν η μικρότερη κόρη των Ζαχαρία και Ασήμως Λουκοπούλου. Η ανάμιξη παραδοσιακών και δυτικών-αστικών στοιχείων στην εμφάνιση των εικονιζόμενων είναι εμφανής. Το παιδί είναι ντυμένο με λευκό φόρεμα αλλά τα μαλλιά είναι χτενισμένα παραδοσιακά (σε κοτσίδες). Η πρωτότοκη κόρη είναι χαρακτηριστικά ντυμένη με παραδοσιακή γιορτινή φορεσιά προφανώς για τη φωτογράφιση.

Πηγή: Εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 70 (1998): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3

Σελ. 322
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/323.gif&w=600&h=915

Εικόνα 3

Στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο φωτογραφίες, από τις οποίες η νεότερη με τους τρεις άνδρες αριστερά είναι ένθετη στην παλαιότερη. Από τα πρόσωπα, τις πληροφορίες της εφημερίδας και τα στοιχεία του Γενικού Μητρώου του χωριού προκύπτει πως η μεταγενέστερη πρέπει να χρονολογείται γύρω στα 1915 με 1920 και η παλαιότερη στα 1908. Δεν γνωρίζουμε πού έγινε το μοντάζ, στην Αμερική ή στην Αθήνα. Δηλώνει πάντως τη συνοχή της οικογένειας παρά τη γεωγραφική απόσταση που χωρίζει τα μέλη της. Καθιστός με τα τσαρούχια ο Αριστείδης Καντάς σε ηλικία 53 ετών. Στα δεξιά του καθιστή η γυναίκα του Κωνσταντινιά, 48 ετών. Αριστερά, στη μεταγενέστερη φωτογραφία, οι γιοι του Ανάργυρος, Χαράλαμπος και Δημήτριος. Πίσω από τον Αριστείδη και τη γυναίκα του όρθιοι από αριστερά προς τα δεξιά οι κόρες του Μαρία (28 ετών) και Σταυρούλα (21 ετών), ο γιος του Παναγιώτης και η κόρη του Κατίνα (15 ετών). Καθισμένη ανάμεσα στους γονείς της η Φροσύνη (το πολύ 10 ετών) και στην «ποδιά» της μάνας της το στερνοπαίδι της οικογένειας, η Διαμάντω (το πολύ 7 ετών, μάλλον μικρότερη). Η χρονολογία γέννησης του Παναγιώτη, κατά το Γενικό Μητρώο (1882) είναι προφανώς λανθασμένη, αφού στη φωτογραφία δεν είναι 26, ούτε καν 20 ετών. Εάν γεννήθηκε το 1892 (που εκ παραδρομής καταγράφηκε ως 1882), απεικονίζεται σε ηλικία 15 περίπου ετών.

Η εμφάνιση των μικρών κοριτσιών έχει σαφώς αστικό χαρακτήρα (όπως και ο φιόγκος στα μαλλιά). Άλλωστε, το αστικό στοιχείο κυριαρχεί στην εμφάνιση όλων των παιδιών (λ.χ. τσεμπέρι φορά μόνο η μια κόρη). Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται για την καθημερινή εμφάνιση των μελών της οικογένειας· προφανώς έχουν φορέσει «τα καλά τους» για να φωτογραφηθούν. Ωστόσο το γεγονός ότι φωτογραφίζονται με ενδύματα και κομμώσεις δυτικού-αστικού τύπου συνδηλώνει την υψηλή αξία που τους αποδίδουν.

Πηγή: Εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 52 (1993): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3.

Σελ. 323
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/324.gif&w=600&h=915

Εικόνα 4

Γύρω στο 1913. Ο ιερέας Ζαχαρίας Νασιόπουλος (Παπαζαχαρίας) σε ηλικία 67 ετών περίπου. με την κατά τέσσερα χρόνια νεότερη γυναίκα του Παρασκευή και τρία από τα πέντε παιδιά του: από αριστερά προς τα δεξιά η περίπου 22 ετών Ερατώ, η περίπου 26 ετών Μαρία και η Τασιούλα, περίπου 18 ετών. στη φωτογραφία. Η δυτικότροπη εμφάνιση των κοριτσιών έρχεται σε προφανή αντίθεση με την παραδοσιακή εμφάνιση της μητέρας.

Πηγή: Εφ. Το Κροκύλιο, up. φ. 51 (1993): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3.

Σελ. 324
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/325.gif&w=600&h=915

Εικόνα 5

Γύρω στα 1900. Ο Αναστάσιος Σακκαρέλλος (22 περίπου ετών στη φωτογραφία) και η γυναίκα του Παναγιούλα ( 17 περίπου ετών στη φωτογραφία) το γένος Ζωγράφου, με τον κροπότοκο γιο τους και το πρώτο από τα 7 παιδιά τους Παναγιώτη.

Το μωρό φορά το αστικής προέλευσης φουστανάκι για παιδιά βρεφικής και νηπιακής ηλικία (πβ. Μπάδα-Τσομώκου. Ενδυματολογικοί Κώδικες της παιδικής-νεανικής ηλικίας, σ. 69) αλλά και παραδοσιακό «φεσάκι» στο κεφάλι. Νομίζω πως το γεγονός ότι ο γιος φωτογραφίζεται στην αγκαλιά του πατέρα και όχι της μάνας συνδέεται με τον κυρίαρχο πατρογραμμικό και ανδροπατροτοπικό χαρακτήρα του οικογενειακού-συγγενειακού συστήματος. Μόνο τα άρρενα μέλη της οικογένειας μπορούν να εγγυηθούν τη συνέχειά της στο χώρο και το χρόνο. Από την άλλη πλευρά ο Αναστάσιος Σακκαρέλλος ανήκε στους ελάχιστους που έστειλαν όχι απλώς τους γιους αλλά και τις κόρες τους στο Γυμνάσιο (Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι «Σακκαρελλαίοι» είναι καταγεγραμμένοι στη μνήμη των ανθρώπων ως ένα από τα «αρχοντόσογα» του χωριού).

Πηγή: Εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 54 (1994): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3.

Σελ. 325
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/326.gif&w=600&h=915

Εικόνα 6

Μάιος 1926. Οι Κροκυλειώτισσες μαθήτριες του Γυμνασίου Λιδωρικίου με συμμαθήτριές τους από το Λιδωρίκι και τους καθηγητές τους. Όρθιες από αριστερά προς τα δεξιά: Ξένη Θρασυβούλου Ζωγράφου (16 ετών), Σοφία Αθανασίου Σταυροπούλου (21 ή 19 ετών), Κωνσταντούλα Αναστασίου Σακκαρέλλου (21 ετών), η Λιδωρικιώτισσα Ευθυμία Τριανταφύλλου, Αλεξάνδρα Κων/νου Στράτου (15 ή 14 ετών), Ευαγγελία Αναστασίου Σακκαρέλλου (14 ετών), Αφροδίτη Γεωργίου Παπαζαχαρίου (17 ή 15 ετών) και η Λιδωρικιώτισσα Βασιλική Καγκάλου.

Οι ηλικίες υπολογίστηκαν με βάση τα στοιχεία του Γενικού Μητρώου και του Γενικού Ελέγχου του Γυμνασίου Λιδωρικίου - όπου υπήρχε απόκλιση σημείωσα και τις δύο πιθανές ηλικίες. Στην περίπτωση της Ευαγγελίας Σακκαρέλλου έλαβα υπόψη μόνο τα δεδομένα του Γενικού Ελέγχου, επειδή η χρονολογία γέννησης που αναγράφεται στο Γενικό Μητρώο είναι προφανώς λανθασμένη (1916, οπότε θα έπρεπε να εικονίζεται σε ηλικία 10-11 ετών, πράγμα αδύνατο).

Το γεγονός ότι σε σύνολο 6 κοριτσιών απαντά μια μαθήτρια (της Τρίτης Γυμνασίου) σε ηλικία 21 και μια άλλη (της Τετάρτης) σε ηλικία 19 ή 21 ετών υποδεικνύει άραγε πως οι γυμνασιακές σπουδές ορισμένες φορές καθυστερούσαν λόγω των εξόδων που απαιτούνταν; (Πρόκειται για μαθήτριες που προάγονταν χωρίς καθυστερήσεις στο σχολείο - άλλωστε διαφορετικά οι οικογένειές τους δε θα τις έστελναν να φοιτήσουν στο Γυμνάσιο).

Πηγή: Εφ. Το Κροκύλειο, αρ. φ. 77 (1999): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3

Σελ. 326
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/327.gif&w=600&h=915

Εικόνα 7

Γύρω στα 1924. Κροκυλειώτες μαθητές του Γυμνασίου της Άμφισσας. Από αριστερά προς τα δεξιά: Όρθιοι οι: Χαράλαμπος I. Αθανασόπουλος (16 ετών), Ιωάννης Γ. Περλίγκας (19 ετών), Χρήστος Θρ. Ζωγράφος (16 ετών), Παναγιώτης Ν. Σακκαρέλλος (19 ετών). Καθιστοί οι: Γεώργιος Τρ. Τριανταφύλλου (17 ετών), Σπυρίδων Χαρ. Κατσίμπας (17 ετών), Αθανάσιος Ευθ. Σαΐτης (20 ετών). Το σχολικό έτος 1923/24 ο Χ. Αθανασόπουλος φοιτούσε στην πρώτη, ο Γ. Τριανταφύλλου στην τρίτη και οι άλλοι πέντε στη δευτέρα Γυμνασίου. Από τις ηλικίες των μαθητών είναι σαφές ότι οι περισσότεροι είτε δεν ξεκινούσαν τις γυμνασιακές σπουδές αμέσως μετά την αποφοίτηση από το Ελληνικό, είτε αποφοιτούσαν από αυτό με καθυστέρηση και επομένως ότι οι γυμνασιακές σπουδές κάθε άλλο παρά απλή υπόθεση ήταν για όσες οικογένειες ήθελαν να στείλουν παιδιά στο Γυμνάσιο.

Κρατούν στα χέρια το μαθητικό πηλίκιο με τη γλαύκα της Αθηνάς. Όλοι φορούν κοστούμια και γραβάτες, έχουν καρφιτσωμένο στο πέτο λουλουδάκι, μαντηλάκι στην τσέπη και είναι καλοχτενισμένοι. Ορισμένοι έχουν στο γιλέκο κρεμασμένες αλυσιδίτσες (ίσως ρολόγια). Φορούν μποτάκια ή άρβυλα και κάλτσες (μάλλον τσουράπια πλεχτά με βελονάκι).

Πηγή: Εφ. Το Κροκύλιο, αρ. φ. 44 (1991): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3.

Σελ. 327
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/328.gif&w=600&h=915

Εικόνα

Άποψη του Κροκυλείου. Φωτογραφία

Σελ. 328
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/329.gif&w=600&h=915

όνα 8

φία μάλλον της δεκαετίας του 1950

Σελ. 329
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/330.gif&w=600&h=915

Εικόνα 9

8 Ιουλίου 1928. Όσοι παρευρέθηκαν στο γαμήλιο γεύμα για το γάμο του Χαράλαμπου Χρήστου Τριανταφύλλου στα 30 του χρόνια και της Μαρίας Ιωαν. Αθανασοπούλου στα 22 της χρόνια (στο κέντρο της φωτογραφίας): 47 άτομα, εκ των οποίων 9 με 10 παιδιά. Στα δεξιά του γαμπρού ο πατέρας της νύφης (59 ετών) και στα δεξιά της νύφης ο πατέρας του γαμπρού (52 ετών). Χαρακτηριστικά τα μεγαλύτερα αγόρια (όχι όμως τα κορίτσια) υψώνουν όπως οι ενήλικες ποτήρια με κρασί. Ένα μικρό αγόρι (ο εξάχρονος Παναγιώτης Δ. Αρμάος), πρώτος εξάδελφος της νύφης κρατά το δίσκο με τα στέφανα.

Όλα τα κορίτσια που εικονίζονται δεν φορούν μαντήλια και έχουν τα μαλλιά κομμένα «καρρέ», σύμφωνα με τη μόδα της εποχής. Από τις γυναίκες οι γηραιότερες φορούν μαντήλια, όσες δίνουν την εντύπωση πως είναι άνω των 40 ετών, είτε έχουν τα μαλλιά πλεγμένα σε κοτσίδες, γυρισμένες «στεφάνι», είτε φορούν μαντήλια. Μια γυναίκα έχει κομμένα μαλλιά.

Πηγή: Εφ., Το Κροκύλιο, αρ. φ. 49 (1992): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3.

Σελ. 330
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/331.gif&w=600&h=915

Εικόνα 10

Γύρω στα 1920. Αποκριάτικος γάμος: Η φωτογραφία είναι βγαλμένη στην πλατεία του χωριού. Τρίτο από αριστερά και δεύτερο από δεξιά δύο αγόρια ντυμένα συμπεθερόπουλα ανάμεσα στους μεταμφιεσμένους χωριανούς. Ολοι είναι άνδρες και φορούν μάσκες (στο χωριό τις αποκαλούσαν προσωπίδες). Έκτος και έβδομος από αριστερά ο γαμπρός και η νύφη. Πίσω (στα σκαλοπάτια του καφενείου) κάθονται άνδρες και γυναίκες χωρίς μάσκες, καθώς και ένας χωροφύλακας. Δεξιά ο καλοντυμένος άντρας με το μπαστούνι και τη χρυσή αλυσίδα στο γιλέκο ίσως είναι μετανάστης - Αμερικάνος όπως έλεγαν.

Από τα ονόματα που είναι γραμμένα στο πίσω μέρος αυτής της φωτογραφίας σε συνδυασμό με τις χρονολογίες γέννησης που είναι καταγεγραμμένες στο Γενικό Μητρώο μπορεί κανείς να υπολογίσει κατά προσέγγιση τις ηλικίες των περισσότερων εικονιζομένων. Το ένα παιδί (το τρίτο από αριστερά) ήταν περίπου 8 ετών, 9 από τους 11 «μεγάλους» είχαν γεννηθεί μεταξύ 1903 και 1906. Επειδή δε γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία φωτογράφισης μπορούμε να πούμε χονδρικά ότι τα 9 αυτά άτομα ήταν ηλικίας 15 με 20 ετών (το ανώτερο). Αυτό σημαίνει ότι ο «αποκριάτικος γάμος» αποτελούσε υπόθεση των νέων, ανύπαντρων ανδρών της κοινότητας.

Πηγή: Εφ., Το Κροκύλιο, αρ. φ. 48 (1992): Η Παληά μας Φωτογραφία, σ. 3.

Σελ. 331
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/332.gif&w=600&h=915

Εικόνα 11

Χάρτης της Φωκίδας πριν την κατασκευή του φράγματος Μόρνου

Σελ. 332
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 313
    

    επαφή με πρότυπα ζωής που διαμορφώνονταν κατά πρώτο λόγο στα αστικά κέντρα. Παρ' όλο που πιθανόν οι περισσότεροι χωριανοί θα προτιμούσαν να εγκαταλείψουν την αγροτική ζωή, οι συγκυριακές αλλά και οι δομικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της μεσοπολεμικής περιόδου δεν επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Οι οικογένειες του μεσοπολεμικού χωριού μοιάζουν παγιδευμένες σε ένα παράδοξο παρόν, μεταξύ ενός παρελθόντος δίχως μέλλον και ενός μέλλοντος χωρίς επαρκή ευρύτητα ώστε να επιτρέψει δομικές μεταβολές στη ζωή τους. Στα μάτια της ορεινής αγροτικής κοινωνίας η εκπαίδευση των παιδιών, προπάντων των γιων, και η συνυφασμένη με τις σπουδές επαγγελματική αποκατάσταση τους από ένα κράτος που, μέσω και των πελατειακών πολιτικών δικτύων, έπαιζε από την εποχή της σύστασής του το ρόλο του εργοδότη σε συγκριτικά υπερθετικό βαθμό, αποτελούσε τη μόνη διέξοδο. Αλλά αυτό ήταν το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο και όχι η κυρίαρχη κοινωνική πραγματικότητα. Παρ' όλο που οι θέσεις του Κ. Τσουκαλά για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως εφαλτηρίου κοινωνικής κινητικότητας (βλ. αναλυτικά στο Τρίτο Κεφάλαιο) ελάχιστα ανταποκρίνονται στην κοινωνική πρακτική, νομίζω πως αποτυπώνουν τελικά το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο, το «κοινωνικό όνειρο» (που συνυπήρχε και ζωοδοτούνταν από το «αμερικανικό όνειρο») — αναφέρομαι βέβαια πάντοτε στην περίπτωση που πραγματεύτηκα.

    2. ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΚΡΟ-ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗ ΜΑΚΡΟ-ΙΣΤΟΡΙΑ: ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

    Όπως συμβαίνει με κάθε μελέτη που εντοπίζει το ενδιαφέρον της σε ένα περιορισμένο στο χώρο παράδειγμα, προβάλλει και εδώ το ερώτημα για το αν και σε ποιο βαθμό οι παρατηρήσεις, τα συμπεράσματα, οι εύλογες υποθέσεις, ισχύουν πέρα από τα στενά γεωγραφικά όρια του χωριού. Συνυφασμένο με το παραπάνω είναι και το ερώτημα: κατά πόσο οι εκδοχές αυτές της παιδικής ηλικίας με το κοινό υπόστρωμα αφορούν ειδικά στον ορεινό ελλαδικό ή στον ορεινό στερεοελλαδικό χώρο, κατά πόσο δηλαδή μπορούμε να αναγνωρίσουμε έναν πολυπρισματικό «οικότυπο»2 - για να χρησιμοποιήσω, με άξονα αναφοράς την

    2. Ο αυστριακός ιστορικός Michael Mitterauer χρησιμοποιεί τον όρο για να καταδείξει την πολλαπλότητα των οικογενειακών σχηματισμών στο χώρο της υπαίθρου, υπερβαίνοντας την απλουστευτική σχηματική αντίληψη περί της αγροτικής οικογένειας ως ενιαίου τύπου. Δανείζεται τον όρο από τη σκανδιναβική πολιτισμική ανθρωπολογία και τον Orvar Löfgren που ορίζει τον οικότυπο ως «ένα σχήμα εκμετάλλευσης οικονομικών πόρων εντός ενός δεδομένου μακρο-οικονομικού πλαισίου» [Μ. Mitterauer, «Οικογενειακοί σχηματισμοί της υπαίθρου στη σχέση τους με το φυσικό περιβάλλον και την τοπική οικονομία», μετάφραση Μ. Παπαθανασίου, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού - περ. Μνήμων, Αναζητήσεις της νεότερης γερμανόφωνης ιστοριογραφίας, (Θεωρία και Μελέτες Ιστορίας, 18), Αθήνα 2000, σ.