Συγγραφέας:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Τίτλος:Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
 
Υπότιτλος:Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:38
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2003
 
Σελίδες:387
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Κροκύλειο Δωρίδας
 
Χρονική κάλυψη:αρχές 20ού αι.
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό είναι μία ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου, το Κροκύλειο (ως το 1915 Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο) της Φωκίδας, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει, δηλαδή, πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μία κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο παράδειγμα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.57 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 57-76 από: 395
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/57.gif&w=600&h=915

εμβέλειας αυτοί κτηνοτρόφοι διέθεταν ένα μέρος των προϊόντων τους στην περιορισμένη αγορά του χωριού και ορισμένες φορές των γύρω χωριών: «Κάνα βούτυρο πούλαγαν, μωρέ, τυρί λίγο... Κάτ' λίγα πράματα (κέρδιζαν από χρήματα) Ψευτοζήγανε ... Στα μαγαζά 'δω πέρα πούλαγαν. Ήταν πολύς κόσμος ... Τόπηζαν τυράκ' το γάλα. Και δίναν κάνα, αν χρωστάγαν, κεφαλιακό, μισακό, να κρατήσνε για το σπίτ'. Αφού, σκέψ', κάναν 150 οκάδες τραχανά».58 Η συντήρηση των περιορισμένων σχετικά κοπαδιών δεν άφηνε περιθώρια για συσσώρευση ενός μικρού κεφαλαίου, απαραίτητου για τη σταδιακή υιοθέτηση ενός άλλου τρόπου και προτύπου ζωής. Άλλωστε η φροντίδα των ζώων απαιτούσε συνεχή ετοιμότητα: «Ήταν νοικοκυραίοι, αλλά σε κατώτερ' κατάσταση. Μην κοιτάς 'μεις, ο πατέρας μ' είχε μαγαζί ... Η τσοπανούρα είχε άλλο έτσι, είχε λέρωμα, πρέπ' να ξενυχτήσεις, να καθήσεις, να αρμέξεις, να κουρέψεις, να κάνς, να ράνς...».59

3. ΠΑΡΕΚΒΑΣΗ: ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Από πού και πώς προέκυψε η κοινωνία την οποία περιγράψαμε; Τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεση μας είναι ελάχιστα και διάσπαρτα. Αλλά καμιά κοινωνία δεν είναι απόλυτα απαλλαγμένη από το παρελθόν της, ούτε βέβαια τα βιώματα και οι εμπειρίες των ανθρώπων είναι στοιχεία απαλλαγμένα από το παρελθόν της κοινωνίας στην οποία έζησαν.

Ποια ίχνη έχει αφήσει το μακρινό παρελθόν του χωριού στις προφορικές αφηγήσεις; Σε ένα πρώτο επίπεδο οι άνθρωποι μιλούν για το παρελθόν του χωριού γενικά, χωρίς να το προσδιορίζουν χρονικά, και αναφέρονται σε δύο πράγματα: α) Στο στρατηγό Μακρυγιάννη που γεννήθηκε το 1797 στην τοποθεσία Κρύα Βρύση, στο συνοικισμό Αβορίτι, μόλις 3 χλμ. έξω από τον κεντρικό οικισμό60, και β) στην οικοδόμηση της Μεγάλης Βρύσης (1899) πέντε πέτρινων κρηνών, από πέντε προύχοντες, των οποίων οι κεφαλές έχουν σκαλιστεί πάνω από κάθε κρήνη. Η σταθερή αυτή αναφορά στη βρύση, που δεσπόζει, ακόμη, άθικτη σε ένα χώρο όπου τα σπίτια ανακατασκευάζονται και αποκτούν συνεχώς νέα μορφή, σχετίζεται προφανώς με την καίρια οικονομική και κοινωνική λειτουργία της, τότε και τώρα.61 Η αναφορά στο Μακρυγιάννη φανερώνει

58. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 3. Ο Μ. Μ. είναι ο ίδιος κτηνοτρόφος. Η αφήγηση του διακρίνεται για την αμεροληψία με την οποία επιχειρεί να αντιμετωπίσει το παρελθόν του χωριού, χωρίς διάθεση εξωραϊσμού του.

59. Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 9.

60. Υφαντής, Το Κροκύλιο..., ό.π., σ. 27.

61. «Η βρύση αποτελεί ένα κεντρικό στοιχείο της οργάνωσης του δομημένου χώρου με σημαντικές κοινωνικές λειτουργίες (συνάξεις, συνευρέσεις, τέλεση εθίμων κ.λπ.) αλλά και με έντονη τη συμβολική διάσταση, κάτι που την καθιστά βασικό σύμβολο ταυτότητος» (Β.

Σελ. 57
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/58.gif&w=600&h=915

περισσότερα για τη σύγχρονη διαδικασία συγκρότησης της ταυτότητας στο πλαίσιο μιας συμβολικής, φαντασιακής,62 κατ' ουσίαν κοινότητας -αφού η συντριπτική πλειοψηφία των μελών της δε ζει στο χωριό— και λιγότερα για το βιωμένο παρελθόν του χωριού. Άλλωστε, μόλις τα τελευταία είκοσι χρόνια προβλήθηκε η καταγωγή του στρατηγού από την περιοχή, σε μια προσπάθεια -κυρίως του αθηναϊκού συλλόγου Κροκυλειωτών- να αναβαθμιστεί το χωριό, μέσω της οργάνωσης πολιτιστικών εκδηλώσεων.63

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ορισμένοι συνομιλητές ανακαλούν στη μνήμη τους ιστορίες για την ίδρυση και τη συγκρότηση του χωριού, ιστορίες οι οποίες έχουν το χαρακτήρα μυθικών-παραμυθιακών αφηγήσεων αλλά εκφράζουν μια πραγματικότητα.

Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, να σκιαγραφήσουμε την ιστορία του χωριού στη διάρκεια κυρίως του 19ου αιώνα: Το Παλιοκάτουνο (όπως ονομαζόταν πριν από το 1915) δεν πρέπει να ακολούθησε πολύ διαφορετική πορεία από εκείνη άλλων ορεινών χωριών της περιοχής. Κατά την Τουρκοκρατία τα χωριά της ορεινής Δωρίδας ανήκαν διοικητικά στον καζά του Λιδωρικίου.64 Στην αρχή το Παλιοκάτουνο (όπως δηλώνει και η λέξη65) πρέπει να ήταν, τουλάχιστον κατ' ουσία, ένας από τους πολλούς συνοικισμούς τσοπάνηδων66 που είχαν σχέση με

Νιτσιάκος, Λαογραφικά ετερόκλητα, Αθήνα 1997, σ. 62).

62. Μπ. Άντερσον, Φαντασιακές Κοινότητες. Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, μετ. Π. Χαντζαρούλα, Αθήνα 1997.

63. Σήμερα ο μαρμάρινος αδριάντας του Μακρυγιάννη δεσπόζει στην είσοδο του χωριού' ο Σύλλογος Κροκυλειωτών της Αθήνας φέρει την επωνυμία «Ο Μακρυγιάννης», και κάθε τέσσερα χρόνια οργανώνονται το καλοκαίρι στο χωριό πολιτιστικές εκδηλώσεις που ονομάζονται «Μακρυγιάννεια».

64. I. Γιαννόπουλος, Η Διοικητική Οργάνωσις της Στερεάς Ελλάδος κατά την Τουρκοκρατίαν (1393-1821). Συμβολή εις την Μελέτην της Επαρχιακής Διοικήσεως του κυριάρχου Οθωμανικού κράτους, Διατριβή επί Διδακτορία (Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου, 18), Εν Αθήναις 1971, σ. 107.

65. Η λέξη «κατούνα» (δεύτερο συνθετικό της ονομασίας «Παλαιοκάτουνο») είναι πιθανόν (μεσαιωνικής) λατινικής προέλευσης και σήμαινε, τουλάχιστον αρχικά, «στρατιωτική ή κτηνοτροφική εγκατάσταση σε ορεινό χώρο» [Ε. Π. Αλεξάκης, Τα παιδιά της σιωπής. Οικογένεια, συγγένεια και γάμος στους Αρβανίτες της Ν.Α. Αττικής-Λαυρεωτικής (18501940), Αθήνα 1996, σ. 150]. Σύμφωνα με τον Käser (Hirtern, Kämpfer, Stammeshelden, Βιέννη-Κολωνία-Βαϊμάρη 1992, σ. 401) η λέξη katun απαντά στα βλάχικα, τα σερβοκροάτικα και τα αλβανικά και σημαίνει: α) ποιμενική εργασιακή οργάνωση, β) ομάδα ποιμένων που συνεργάζονται και συνδέονται μεταξύ τους με σχέσεις συγγενειακές ή αδελφοποιτών, γ) (στα αλβανικά) χωριό, δ) μέρος μιας φατρίας.

66. Πβ. τα όσα γράφει η Λουκοπούλου-Παττίχη για ένα άλλο χωριό της ορεινής Δωρίδας, την Κωστάριτσα (σημ. Διχώρι): «Όσο δύσκολο είναι να καθοριστεί ο χρόνος του σχηματισμού του οικισμού Κωστάριτσα, τόσο εύκολο είναι να καθοριστεί το πώς σχηματίστηκε ... μικροί ποιμενικοί οικισμοί με πυρήνα τους τις οικογένειες (σόγια) εξελίχθηκαν σε χωριάκοινότητες...» (Μ. Λουκοπούλου-Παττίχη, Επιστροφή..., ό.π., σ. 113, 114).

Σελ. 58
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/59.gif&w=600&h=915

τους ληστές67 της εποχής και, ενίοτε, προσχωρούσαν στις τάξεις τους. Ας μη φανταστούμε βέβαια μια σχεδόν ακίνητη, μια «ψυχρή» (για να θυμηθούμε τον Lévi-Strauss), κοινωνία. Την εποχή της κυριαρχίας του Αλή πασά στη Στερεά Ελλάδα ο καζάς Λιδωρικίου «ανήκεν ουσιαστικώς εις το κράτος του».68 Ο Γ. Π., γεννημένος στα 1898, μου αφηγήθηκε πως ένας πρόγονος του ξεκίνησε από το Σούλι την εποχή του Αλή πασά, εγκαταστάθηκε στη Ναύπακτο, στην κοινωνία της οποίας όμως δε μπόρεσε να ενταχθεί, με αποτέλεσμα οι γιοί του να εγκαταλείψουν την πόλη' ένας από αυτούς, ο προπάππος του συνομιλητή, «ήρθε εδώ και πέρασε σ' αυτά τα μέρη εδώ, κάθησε να καλλιεργήσει κι έφτιαξε και τη στάνη του, το μαντρί του δηλαδή εδώ από κάτ'».69

Τη δεκαετία του 1820 ο διάσημος γάλλος περιηγητής Pouqueville καταγράφοντας τον αριθμό των οικογενειών στις κώμες και τα χωριά της Δωρίδας, μέτρησε 60 οικογένειες στην «Palaea-Catouna»" το χωριό αποτελούσε, επομένως, τον τρίτο μεγαλύτερο σε πληθυσμό οικισμό μετά το Λιδωρίκι (180 οικογένειες) και την Αρτοτίνα (80 οικογένειες) .70 Ο σχετικά μεγάλος πληθυσμός δηλώνει ότι η συγκρότηση μόνιμου και οργανωμένου οικισμού είχε ήδη αρχίσει.

Στα χρόνια της Επανάστασης ο πληθυσμός του χωριού πρέπει να αυξήθηκε από τους πρόσφυγες που έρχονταν από την πεδιάδα και ίσως ήταν φορείς παραδόσεων αστικών ή, εν πάση περιπτώσει, ημι-αστικών, κέντρων. Σύμφωνα με τον Γ. Π. νέες οικογένειες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μετά την πτώση του Μεσολογγίου το 1826:

... εδώ ήρθανε οι φυγόδικοι των Τούρκων και κατοίκησαν το χωριό μας. Αποτελεί μια μεγάλη πανσπερμία. Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού μας ήσαν πέντε, εξ οικογένειες και μετά από τους κατοίκους αυτούς παρεισέφρησαν δύο, τρεις οικογένειες μετά την άλωση του Μεσολογγίου, από δω διήλθε η ομάδα η οποία εξεφυγε, και έμειναν εξ αυτών εδώ τρεις οικογένειες, Περλίγκας, Καντάς, Χαλιμούρδας.

Φαίνεται ότι το χωριό αναπτύχθηκε οικοδομικά κατά το δεύτερο μισό του

67. Για τη ληστεία και την κοινωνική της λειτουργία στον ελληνικό χώρο βλ. Ρ. Βαν Μπούσχοτεν, «Κλεφταρματολοί, ληστές και κοινωνική ληστεία», Μνήμων 13 (1991), 924' βλ. επίσης τα σχετικά άρθρα του Στ. Δαμιανάκου, Παράδοση Ανταρσίας και Λαϊκός Πολιτισμός, Αθήνα, χ.χ. (μετάφραση από τα γαλλικά), σ. 41-69 και σ. 71-107' «Ληστρική κοινωνία και ληστρικός πολιτισμός στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου (με αφορμή ένα λησμονημένο κείμενο του Στρατή Δούκα)», στο Χ. Χατζητάκη-Καψωμένου (επιμ.), Ελληνικός Παραδοσιακός Πολιτισμός. Λαογραφία και Ιστορία, Συνέδριο στη μνήμη της Άλκης Κυριακίδου-Νεστορος, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 183-200.

68. Γιαννόπουλος, Η Διοικητική Οργάνωσις, ό.π., σ. 107.

69. Συν. με τον Γ. Π., σ. 1.

70. F.-C.-H.L. Pouqueville, Voyage de lu Grèce, Παρίσι 1826-27, σ. 45.

Σελ. 59
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/60.gif&w=600&h=915

19ου αι. και ίσως η οικοδομική αυτή ανάπτυξη εκφράζει μια πληθυσμιακή αύξηση και μια προϊούσα οικονομική και κοινωνική διαφοροποίηση στους κόλπους της τοπικής κοινωνίας. Η ενοριακή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, στην πλατεία του χωριού, κτίστηκε το 1857, η εκκλησία του νεκροταφείου (Άγιος Κωνσταντίνος) κτίστηκε -οπότε οργανώθηκε και το νεκροταφείο- το 1896, σε οικόπεδο που δωρήθηκε στην κοινότητα από δύο μέλη της οικογένειας Σακκαρέλλου,71 ενός «αρχοντόσογου» του χωριού. Ο ένας από τους δύο δωρητές είχε διατελέσει δήμαρχος του δήμου Κροκυλείου -στα τέλη του 1869 περιλάμβανε 17 οικισμούς ή συνοικισμούς, στη συνέχεια 11 και το 1912 καταργήθηκε, οπότε και δημιουργήθηκε η κοινότητα Παλαιοκατούνου)72— ενώ το 1851 δύο Σακκαρελλαίοι είναι οι πλουσιότεροι στο χωριό (η αξία των περιουσιών τους είχε υπολογιστεί στις 8 και τις 6 χιλιάδες δραχμές) και διακρίνονται μαζί με 8 άλλους συγχωριανούς τους για τη νομιμοφροσύνη τους73, διάκριση που υποδεικνύει την σχετικά αδύναμη παρουσία του νεαρού ελληνικού κράτους στην ορεινή ύπαιθρο.

Πάντως, γενικά υποθέτω, ότι μέχρι το δεύτερο μισό του 19ου αι. η πλειονότητα των χωριανών ήταν κτηνοτρόφοι, τσοπάνηδες, οι οποίοι σταδιακά -ίσως από τις αρχές του 20ού αι.-, εγκατέλειψαν την κτηνοτροφία, είτε επειδή τους προσφέρθηκαν άλλες επαγγελματικές δυνατότητες (λ.χ. η δυνατότητα να εργαστούν στα μεταλλεία του Λαυρίου, τα οποία απασχολούσαν αρκετούς εργάτες στα τέλη του 19ου αι.), είτε επειδή είχαν συγκεντρώσει ένα κεφάλαιο ικανό να τους επιτρέψει να εκμισθώνουν σε άλλους τα ζώα τους, να μεταναστεύσουν (οι ίδιοι ή τα παιδιά τους) στην Αμερική, να δανείζουν τους συγχωριανούς τους και να εισπράττουν τόκους,74 είτε ακόμη εξαιτίας της φυσικής

71. Υφαντής, Το Κροκύλιο..., ό.π., σ. 40, 41.

72. Δρακάκης, Κούνδουρος, Αρχεία περί της Συστάσεως..., ό.π., τ. Λ', σ. 43, 96, 155, 226. Αν δεν συνυπολογίσουμε τους συνοικισμούς μερικών δεκάδων κατοίκων που αναφέρουν οι συγγραφείς, [το Αβορίτι, την Κερασιά και το Βλαχοβούνι πριν από το 1869, το Αβορίτι, τον Άγιο Παντελεήμονα, τα Διάσελα, την Παναγιώτα (Χάνι Καρά) μετά το 1869], θεωρώντας τους τμήματα των βασικών οικισμών, τότε μπορούμε να πούμε χονδρικά ότι ο δήμος Κροκυλείου αποτελούνταν από 14 και 7 χωριά αντίστοιχα.

73. Γ. Καψάλης, Στη Φωκίδα του 1851. Άνθρωποι, λίμνες, μετάξια, μπαμπάκια, Αθήνα 1974, σ. 51.

74. Μεταξύ των συμβολαιογραφικών εγγράφων τα οποία μελέτησα υπάρχει ένα που αναφέρεται σε έντοκο δανεισμό από ιδιώτη και υποδεικνύει μια οικονομική διαφοροποίηση του πληθυσμού που στηριζόταν ακόμη -και παρά τις κρατικές προσπάθειες- στη δυνατότητα ή μη, παροχής χρηματικού δανείου (Αρ. 11596, Δάνειον δραχμών 1995, της 28. 9. 1931: αφορά σε κατοίκους του Ζοριάνου και εκχωρείται με τόκο 2%). Άλλωστε, στο «Βιβλίο Γεννήσεων και Βαπτίσεων του ενοριακού Ναού Αγίου Γεωργίου Δωρίδος» που αρχίζει από το έτος 1929, ανάμεσα στους αναδόχους απαντούν και δύο με τον επαγγελματικό προσδιορισμό «τοκιστής»: ο ένας ζει στο Κροκύλειο και ο άλλος στο γειτονικό Κουπάκι. Το κυρίαρχο δίκτυο πιστώσεων πρέπει να λειτουργούσε σε επίπεδο τοπικό. Προφανώς όμως το φαινόμενο της τοκογλυφίας μειώθηκε μετά την πρώτη δεκαετία του 20ού αι. Σύμφωνα με τον σύγχρονο και πρωτοποριακό για την εποχή αγροτικό κοινωνιολόγο Κ. Καραβίδα, στην ελληνική

Σελ. 60
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/61.gif&w=600&h=915

πληθυσμιακής αύξησης, που δεν επέτρεπε σε όλους να συντηρούν κοπάδια αιγοπροβάτων στα διαθέσιμα βοσκοτόπια. Φαίνεται, ότι κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. στις κοινωνίες του ευρύτερου χώρου της ορεινής Δωρίδας οι κάτοικοι εγκατέλειψαν σταδιακά την κτηνοτροφία.75 Πάντως από τα στοιχεία του Μπακαρέζου προκύπτει ότι το 1930 εκτρέφονταν στο Κροκύλειο 3.5004.000 αιγοπρόβατα. Προφορικές μαρτυρίες κάνουν λόγο, με αρκετή δόση υπερβολής, για 17.000 γιδοπρόβατα «παλιά» στο χωριό76 (άραγε «παλιά» σημαίνει στα τέλη του 19ου αι. και πριν αρχίσει η υπερατλαντική μετανάστευση;)

Ο Α. Μ., γεννημένος το 1903 και ιδιαίτερα αξιόπιστος πληροφορητής μου αφηγήθηκε τη βιογραφική διαδρομή του παππού του. Η αφήγηση του έχει τη δομή και το ύφος λαϊκού αφηγήματος και επομένως εμπεριέχει στοιχεία φανταστικού-παραμυθιακού χαρακτήρα' ζωντανεύει όμως, με μοναδικό πιστεύω τρόπο, την ανοδική πορεία χωριανών, που ξεκίνησαν το 19ο αι. ως κτηνοτρόφοι, συγκέντρωσαν χρηματικό κεφάλαιο και το εκμεταλλεύτηκαν ώστε να ενισχύσουν την κοινωνική τους θέση - «η πίστωση και το χρέος», όπως γενικά στις αγροτικές κοινωνίες προκαπιταλιστικού τύπου, αποτελούσαν «ένα θεμελιώδη κοινωνικό δεσμό και μια κεντρική οικονομική σχέση»77:

Ο παππούς μου ήταν... Είχαν κατέβει απ' τη Λάρισα πάνω, από κείνα τα

μέρη, μια οικογένεια, δυο-τρία παιδιά και ήταν ορφανά. Ο παππούς μου

ύπαιθρο χάρη στα μεταναστευτικά εμβάσματα «εξεχρεώθησαν αι μικραί ιδιοκτησίαι των χωρικών από τους τοκογλύφους» (Κ. Καραβίδας, Αγροτικά. Μελέτη Συγκριτική, Αθήνα 1991 (α' έκδοση 1931)).

75. Βλ. για το Ψηλό Χωριό (πρώην Νούτσομπρο), Παπαϊωάννου, Τα Κλειδιά του Ψηλού Χωριού, ό.π., σ. 84, 85 όπου παρατίθενται 17 ονόματα τσοπάνηδων για τη δεκαετία του 1930 και 9 ονόματα χωριανών που διατηρούσαν αιγοπρόβατα «παλιότερα». Όπως αναφέρει ο συγγραφέας που γεννήθηκε στο Ψηλό Χωριό το 1915, «Μέχρι το 1900 όλοι σχεδόν οι κάτοικοι ήταν γεωργοκτηνοτρόφοι. Μα σαν πλήθυνε το χωριό, ο τόπος όλος καλλιεργήθηκε και δε σήκωνε πολύ πράμα (ζώα). Έτσι ο κόσμος άρχισε να ξενιτεύεται».

76. ΚΕΕΛ, Χειρόγραφο 4221 (1984), σ. 173. Στη μελέτη του για το ορεινό χωριό Καστάνιανη της Ηπείρου ο Ε. Αλεξάκης υποστηρίζει ότι σε βοσκότοπο έκτασης 17.000 στρεμμάτων δε μπορούν να διατηρηθούν πάνω από 1500 ζώα. Η κοινοτική έκταση του Κροκυλείου, η οποία βέβαια δεν ταυτίζεται με την έκταση των βοσκοτόπων, ανέρχεται, όπως έγραψα στην Εισαγωγή, σε 23 τετρ. χλμ. (Ε. Αλεξάκης, «Ο κύκλος ανάπτυξης...», ό.π., σ. 119-148, κυρίως σ. 139).

77. L. Fontaine, «La montagne et la ville: le crédit enchaîné», στο G.B. Dertilis (επιμ.), Banquiers, Usuriers et Paysans. Réseaux de crédit et stratégies du capital en Grèce, 17801930, Παρίσι 1988, σ. 95-104, κυρίως σ. 95. Το άρθρο αναφέρεται σε ποικίλες μορφές έντοκου δανεισμού που λειτουργούσαν στον ελληνικό ορεινό χώρο, με ιδιαίτερη αναφορά στην περίπτωση των Σαρακατσάνων, μετακινούμενων κτηνοτρόφων της Ηπείρου που μελέτησε ο βρετανός ανθρωπολόγος John Campbell τη δεκαετία του 1950, και στις γαλλικές Άλπεις, και συνδέουν τόσο τη μία αγροτική κοινότητα με την άλλη, όσο και τις αγροτικές κοινότητες με τις πόλεις.

Σελ. 61
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/62.gif&w=600&h=915

ήταν ορφανό παιδάχ' και το πήρε ο νονός του, είχε ένα νονό εδώ, το πήρε μικρούτσκο παιδάκ'... μεγάλωσε το παιδάκ' και σκάρζε γίδια και πρόβατα, το παιδάκ' το έστειλε στο κοπάδ' και φύλαε τα πρόβατα. Αυτό όμως ήταν πρόθυμο, τα περιποιείταν πολύ τα γιδοπρόβατα κι αφού είδ' ο νονός τ' ότ' είχε τέτοια όρεξη, τ' δίν' ένα κατσικάκ' και το λέει, όσα γεννήσ' αυτό θα είναι δικά σ' και έφκιασε 15 γίδες, έφκιασε 15 γίδες, ε, μεγάλωσε το παιδί, έφυγε κι ήρθε στ' αδέρφια τ', είχε δυο αδέρφια, κάθησε λίγον καιρό, είπαν να μοιράσουν κει ότ' είχαν, δεν είχαν τίποτα, αφού ήταν έρμα, παιδιά έτσ'... Παίρνει τς 15 γίδες, τς μέρασαν και τ' άφσαν 5. Αυτός όμως τς πέντε τς έφκιασε κοπάδ', οι άλλ'τς έφαγαν, τς ξόδεφαν ... και πλούτισε ... ο παππούς μου είχε λεφτά, είχε γραμμάτια και τόκιζε. Από μηδέν περιουσία έφτασε στο σημείο να είναι ο πρώτος του Κροκυλείου. Είχαμε ένα συμβολαιογράφο και μόλεγε, όπου να γυρίσω χαρτί, βρίσκω του παππούλη σ' τ' όνομα μέσα γιατί δάνειζε...78.

Στην ορεινή Ελλάδα του 19ου αι. εκτός από την κτηνοτροφία οι επιδρομές ληστρικών ομάδων σε πεδινά, πλούσια μέρη, εντός και εκτός των ορίων του ελληνικού κράτους, αποτελούσαν ακόμη βασικές πηγές συσσώρευσης κεφαλαίου - και μάλιστα χρηματικού.79 Η οικονομική εξαθλίωση της υπαίθρου, οι λειτουργικές αδυναμίες του ελληνικού κράτους, η σύγκρουση παραδοσιακών προτύπων αυτονομίας με τα συγκεντρωτικά ιδεώδη του έθνους-κράτους ευνοούν τη ληστεία, ενθαρρύνουν τους νέους άνδρες να συγκροτήσουν ληστρικές ομάδες ή να ενταχθούν σε αυτές. Σύμφωνα με ορισμένα στοιχεία, το 1872-73 δρουν 105 ληστές στη Φθιωτιδοφωκίδα, 28 από τους οποίους είναι ντόπιοι.80 Στην περίοδο και στο χώρο που μας απασχολεί, ίσως υπήρχαν ακόμη ορισμένοι ληστές81 αλλά η ληστεία είχε πλέον περάσει στη συλλογική μνήμη, ως πα-

78. Συν. με τον Α. Μ., σ. 1, 3, 4.

79. Για τον πλουτισμό ληστών στη μετεπαναστατική Ελλάδα βλ. στο Χ. Χαλατσάς, «Εισαγωγή», Χ. Χαλατσάς (επιμ.), Ληστρικά Τραγούδια, Αθήνα 2000, σ. 19-131, κυρίως σ. 41.

80. Κολιόπουλος, Ληστές, ό.π., σ. 149, 186, 193.

81. Φαίνεται ότι το ληστρικό φαινόμενο έτεινε να εκλείψει στην κεντρική και νότια Ελλάδα κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, ενώ εξακολουθούσε να παίζει καίριο ρόλο στις αγροτικές κοινωνίες και οικονομίες του βορειοελλαδικού χώρου. Οπωσδήποτε, το ληστρικό φαινόμενο στην Ελλάδα των πρώτων δεκαετιών του 20ού αι. δεν έχει μελετηθεί εκτεταμένα και σε βάθος (Δαμιανάκος, «Ληστρική Κοινωνία», ό.π., σ. 187, σημ. 2). Είναι όμως ενδεικτικό για τη γεωγραφία του ότι το άρθρο του Δαμιανάκου που αναφέρεται στο Μεσοπόλεμο αφορά στη Μακεδονία. Ωστόσο ο Άγγελος Ελεφάντης στο, βασισμένο σε προφορικές μαρτυρίες και προσωπικές αναμνήσεις, ποιητικό αφήγημά του για τον παππού του και τη ζωή σε ένα ορεινό χωριό της Ευρυτανίας, αναφέρεται σε έξαρση του ληστρικού φαινομένου μετά το 1922, που εκδηλώθηκε, προπάντων, με απαγωγές, οι οποίες είχαν ως στόχο την είσπραξη λύτρων από τους ευκατάστατους παλιννοστούντες «Αμερικάνους» και παρουσιάζει

Σελ. 62
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/63.gif&w=600&h=915

παρελθόν αμαρτωλό και ηρωικό συνάμα. Οι γέροντες αισθάνονταν ένοχοι για το παρελθόν τους, ιδίως για τους φόνους που μπορεί να είχαν διαπράξει" αγωνίζονταν για τη σωτηρία της ψυχής τους απευθύνοντας προσευχές στο θεό και χρηματοδοτώντας την κατασκευή μικρών έργων (λ.χ. μιας βρύσης) στην κοινότητα. Συγχρόνως όμως αισθάνονταν περήφανοι για το παρελθόν τους, για την εποχή της «κλεφτουριάς», για τη σωματική τους ρώμη, την τόλμη και τα κατορθώματά τους.

Για τα παιδιά τα οποία μεγάλωναν στο χωριό των πρώτων δεκαετιών του 20ού αι. το κτηνοτροφικό και ληστρικό παρελθόν του δεν ήταν πολύ μακρινό. Η διαδικασία αποδιάρθρωσης της τοπικής κοινωνίας είχε αρχίσει, αλλά η απόσταση από τη σημερινή φαντασιακή, συμβολική κοινότητα82 ήταν ακόμη πολύ μεγάλη. Πολλά παιδιά ανατρέφονταν σε οικογένειες κτηνοτρόφων, ενώ η ληστεία ήταν, όπως θα δούμε και παρακάτω, αγαπημένο θέμα στις αφηγήσεις των γερόντων του χωριού, με ακροατήριο, πολύ συχνά, τα παιδιά.

4. ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Σε αυτή την εργασία αναφερόμαστε συχνά σε ένα μέσο όρο 1.000 κατοίκων στο χωριό κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Το 1907 εμφανίζονται να κατοικούν στο χωριό 1031 άτομα - 474 άνδρες και 557 γυναίκες. Περίπου είκοat χρόνια αργότερα, το 1928, τόσο ο ανδρικός όσο και ο γυναικείος πληθυσμός έχει μειωθεί: 916 άνθρωποι -399 άνδρες και 517 γυναίκες- δηλαδή 40 γυναίκες και 75 άνδρες λιγότεροι ζουν στο Κροκύλειο.83 Στις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου οι απογραφείς καταμετρούν 800 κατοίκους' ο πληθυσμός έχει μειωθεί αλλά κινείται στα ίδια επίπεδα με τον πληθυσμό που παρουσιάζεται

αναλυτικά μια περίπτωση στην οποία κινδύνευσαν η μητέρα του και η αδελφή της (Α. Ελεφάντης, Minima Memorialia. Η ιστορία του παππού μου, Αθήνα 2001, σ. 61, 62, 67-69). Για τη φθίνουσα πορεία της ληστείας, λόγω και των συστηματικών κρατικών διώξεων των ληστοσυμμοριών από τα τέλη του 19ου και μετά, μέχρι τη δεκαετία του 1930 βλ. Χαλατσάς, Ληστρικά τραγούδια, ό.π., σ. 47-48. Ο Δαμιανάκος κάνει λόγο για «εντυπωσιακή έξαρση των κρουσμάτων» ληστείας στην καμπή από τη δεκαετία του 1920 προς τη δεκαετία του 1930 (ό.π., σ. 187)

82. Για την ιδεολογική ανασυγκρότηση των ορεινών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο μακριά από το χωριό, κυρίως μέσω αδελφοτήτων και συλλόγων βλ. Νιτσιάκος, Οι ορεινές κοινότητες..., ό.π., σ. 37 και 110-116.

83. Βασίλειον της Ελλάδος, Υπουργείον των Εσωτερικών, Γραφείον Απογραφής, Στατιστικά Αποτελέσματα της Απογραφής του Πληθυσμού. Κατά την 27 Οκτωβρίου 1907, Μέρος Δεύτερον - Πίνακες Αριθμητικοί, Εν Αθήναις 1908, σ. 59 και Ελληνική Δημοκρατία, Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Στατιστικά Αποτελέσματα της Απογραφής του Πληθυσμού της Ελλάδος της 15-16 Μαΐου 1928, Πραγματικός και Νόμιμος Πληθυσμός - Πρόσφυγες, Εν Αθήναις 1933, σ. 59.

Σελ. 63
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/64.gif&w=600&h=915

ται στην απογραφή του 187984 και παραμένει σημαντικός, αν λάβουμε μάλιστα υπόψη τα στενά όρια της αγροτικής οικονομίας στα οποία αναφερθήκαμε παραπάνω. Πόσοι από τους ανθρώπους αυτούς είχαν ηλικία κάτω των 15 ετών; Πόσα ήταν τα παιδιά στα οποία αναφέρεται αυτή η μελέτη;

Τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. τα παιδιά αποτελούσαν ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού της ελληνικής υπαίθρου. Αυτό τουλάχιστον συνάγεται από τα στατιστικά στοιχεία τα οποία διαθέτουμε για τον αριθμό των γεννήσεων ζώντων επί 1000 κατοίκων για τις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Μεταξύ του 1921 και του 1939 σε 1000 κατοίκους της ελληνικής υπαίθρου ανιστοιχούσαν από 21 έως 34 παιδιά περίπου, ενώ στα αστικά κέντρα, χονδρικά, από 16 έως 29. Οι αριθμοί αυτοί ήταν σαφώς υψηλότεροι από τους αντίστοιχους των χωρών της δυτικής και βόρειας Ευρώπης και, λιγότερο ή περισσότερο, αισθητά χαμηλότεροι από τους αντίστοιχους των Βαλκανικών χωρών, όπως λ.χ. η Βουλγαρία και η Ρουμανία.85

Αριθμητικά αξιόλογος ήταν κατ' αναλογία ο παιδικός πληθυσμός της μικροκοινωνίας που εξετάζουμε. Τα λιγοστά και σκόρπια στοιχεία τα οποία έχουμε στα χέρια μας και αφορούν μόνο τη δεκαετία του 1930 επιβεβαιώνουν τις προφορικές μαρτυρίες που κάνουν λόγο για υψηλό αριθμό παιδιών, όπου με τον όρο «παιδιά» εννοούμε σε γενικές γραμμές άτομα κάτω των 15 ετών. Με βάση λοιπόν τα Μαθητολόγια, και τα Βιβλία βαπτίσεων, γεννήσεων, θανάτων υπολογίζω ότι τη δεκαετία του 1930 κατοικούσαν μόνιμα στο χωριό τουλάχιστον 250 παιδιά και επομένως αυτά αποτελούσαν τουλάχιστον το 1/4 του πληθυσμού του χωριού.86 Ακόμη μεγαλύτερος πρέπει να ήταν ο αριθμός των

84. Το 1879 οι απογραφείς καταμετρούν 848 κατοίκους. Το 1961 ο πληθυσμός του 1940 έχει μειωθεί περίπου στο μισό (απογράφονται 444 κάτοικοι): Χουλιαράκης, Γεωγραφική, Διοικητική..., ό.π., τ. Λ', Μέρος II, σ. 105 και Μ. Χουλιαράκης, Εξελίξεις του πληθυσμού των αγροτικών περιοχών της Ελλάδος, 1920-1981, Αθήνα 1988, σ. 214 (Το 1981 απογράφονται στο χωριό 225 άτομα: ό.π., σ. 560).

85. Βλ. τους πίνακες στο έργο του Β. Βαλαώρα: Στοιχεία Βιομετρίας και Στατιστικής. Δημογραφική μελέτη του πληθυσμού της Ελλάδος, Αθήναι 1943, σ. 80, 84.

86. Από τα σωζόμενα αρχεία του Δημοτικού και του Ημιγυμνασίου (το οποίο το 1929 αντικατέστησε το Ελληνικό σχολείο) συνάγεται ότι τη δεκαετία του 1930 ζούσαν στο χωριό περίπου 150 παιδιά ηλικίας μεταξύ 6 και 15 ετών. Με βάση τα στοιχεία των βιβλίων γεννήσεων και θανάτων, κατά τη δεκαετία του '30 γεννιόνταν στο χωριό κάθε χρόνο, κατά μέσο όρο, 22-23 και πέθαιναν, κατά μέσο όρο, 4 παιδιά (σχεδόν όλα μέχρι 2 ετών) αντίστοιχα. Αν αφαιρέσουμε τα 4 παιδιά που πέθαιναν, από τα 22-23 που γεννιόνταν, μπορούμε να πούμε ότι 18-19 παιδιά κατορθώνουν να υπερβούν το δεύτερο έτος ηλικίας και οδηγούμαστε έτσι στο συμπέρασμα ότι ζούσαν στο χωριό πάνω από 100 παιδιά προσχολικής ηλικίας. Αν προσθέσουμε αυτά τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας στα 150 παιδιά των Μαθητολογίων, τότε μπορούμε να καταλήξουμε, με επιφύλαξη, σε έναν αριθμό 250 και παραπάνω παιδιών για τη δεκαετία του 1930. Σημειώνω βέβαια εδώ ότι το Βιβλίο θανάτων ξεκινά από το 1932' θεώρησα λοιπόν ότι ο μέσος όρος που συνάγεται για την περίοδο 1932-1939 ίσχυε και τα δύο προηγούμενα χρόνια (Βλ. εδώ Πηγές).

Σελ. 64
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/65.gif&w=600&h=915

παιδιών που κατοικούσαν στο Κροκύλειο πριν από το 1929, όταν ακόμη λειτουργούσε το τριετές Ελληνικό σχολείο στο οποίο φοιτούσε υψηλός αριθμός παιδιών από τα γειτονικά χωριά, που συνήθως διέμεναν έναντι ενοικίου σε σπίτια του χωριού κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους.

Ποια εικόνα προκύπτει από τα Βιβλία γεννήσεων, γάμων, θανάτων; Ότι μεταξύ 1929 και 1939 τελούνται κάθε χρόνο στο χωριό 4-12 γάμοι, ότι μεταξύ 1929 και 1940 γεννιούνται και βαφτίζονται κάθε χρόνο στο χωριό κατά κανόνα πάνω από 20 παιδιά' το 1933 και το 1934, μάλιστα, γεννιούνται και βαφτίζονται στο χωριό 27 παιδιά κάθε χρονιά, ενώ ο μεγαλύτερος αριθμός καταγράφεται το 1930: 29 παιδιά. (Το 1940 βρίσκουμε 17, το 1950 μόλις 7, το 1960 μόλις 4 παιδιά γεννιούνται και βαφτίζονται στο χωριό). Υπολογίζοντας τον πληθυσμό σε 1000 περίπου άτομα η γεννητικότητα ανταποκρίνεται στη μέση γεννητικότητα των ετών 1935-1939 στο νομό Φθιωτιδοφωκίδος, όπου σε 1000 κατοίκους αντιστοιχούσαν 24-25 γεννήσεις ζώντων και ανέρχεται σε ποσοστό λίγο μεγαλύτερο από το μέσο όρο όλης της χώρας (αλλά όχι εξαιρετικά υψηλό σε σχέση με τις βόρειες περιοχές της) .8?

Στο Γενικό Μητρώο καταγράφονται 550 άτομα που έχουν γεννηθεί από το 1900 ως το 1915. Επειδή το Μητρώο, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, τηρήθηκε -τουλάχιστον με συστηματικό τρόπο- μετά το 1915, ίσως μπορούμε να πούμε ότι το 1915 ζούσαν στο χωριό 550 παιδιά (ηλικίας μέχρι 15 ετών), αν και είναι μάλλον απίθανο όλες οι καταγεγραμμένες οικογένειες να κατοικούσαν μόνιμα στο χωριό, όπου όμως διατηρούσαν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Σε αυτή την περίπτωση τα παιδιά αποτελούσαν πάνω από το μισό πληθυσμό. Ίσως, λοιπόν, το ποσοστό των παιδιών στο σύνολο του πληθυσμού μειώθηκε σταδιακά στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Η μετανάστευση έγγαμων ανδρών, ιδίως κατά την πρώτη εικοσαετία του αιώνα, μάλλον λειτούργησε ανασχετικά ως προς το ρυθμό και επομένως τον αριθμό των γεννήσεων' άλλωστε η μείωση της γεννητικότητας λόγω της μετανάστευσης των ανδρών αποτελεί φαινόμενο το οποίο έχει παρατηρηθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές αγροτικές (και μάλιστα ορεινές) κοινωνίες.88

Γενικά, ο παιδικός πληθυσμός του χωριού ήταν σημαντικός, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο αριθμός των παιδιών ανά οικογένεια ήταν ιδιαίτερα υψηλός. Συνειδητά ή αναγκαστικά, οι άνθρωποι στην πλειοψηφία τους δεν αποκτούσαν πάνω από 4 και σπάνια πάνω από 5 παιδιά. Όπως φαίνεται και από τον Πίνακα, μετρώντας τον αριθμό των παιδιών ανά πυρηνική οικογένεια -υπό την έννοια του ζευγαριού ή ενός γονέα με παιδιά- στο Γενικό Μητρώο, διαπιστώνουμε ότι μια (πυρηνική) οικογένεια είχε κατά κανόνα (σχεδόν στα 3/4 των περιπτώσεων)

87. Βαλαώρας, Στοιχεία Βιομετρίας και Στατιστικής..., ό.π., σ. 60.

88. Για τις κοινωνίες των δυτικών Άλπεων βλ. Viazzo, Upland communities, ό.π., σ. 245.

Σελ. 65
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/66.gif&w=600&h=915

από 2-5 παιδιά σε ποσοστά που κυμαίνονται χονδρικά από το 13%-14% των περιπτώσεων για οικογένειες με 5 παιδιά, έως 23%-24% για οικογένειες με 3 παιδιά. Πάνω από 10% των οικογενειών εμφανίζονται να έχουν 1 μόνο παιδί. Αρκετές οικογένειες (σε ποσοστό της τάξης του 8% -9%) αριθμούσαν 6, λιγοστές όμως 7, 8 ή 9 παιδιά (σε ποσοστό το οποίο δεν υπερέβαινε το 5% περίπου).89

πινακασ 1

Κατανομή αριθμού παιδιών στις πυρηνικές οικογένειες (1915-1939 περίπου)

Αριθμός παιδιών

Α.

Α.

Β.

Β.

Οικογ.

%

Οικογ.

%

1 παιδί

34

11,3

66

16,3

2 παιδιά

50

16,6

75

18,6

3 παιδιά

73

24,3

89

22

4 παιδιά

55

18,3

73

18

5 παιδιά

43

14,3

52

12,9

6 παιδιά

28

9,3

30

7,4

7 παιδιά

12

4

12

3

8 και πάνω παιδιά

5

1,6

6

1,5

Σύνολο

300

100%

403

100%

Πηγή: Γενικό Μητρώο Αρρένων και Θηλέων Κοινότητος Κροκυλείου. Οι στήλες Β αφορούν στο σύνολο των 403 πυρηνικών οικογενειών, είτε αυτές ανήκαν σε ευρύτερους οικιακούς σχηματισμούς, είτε όχι. Στις στήλες Α. δεν συνυπολόγισα 103 πυρηνικές οικογένειες στις οποίες, σύμφωνα με το Μητρώο, οι γονείς ανήκαν στην πρώτη γενιά σύνθετων οικιακών ομάδων. Αυτό έγινε επειδή, όπως φαίνεται στις στήλες Β, όταν λαμβάνουμε υπόψη τις πυρηνικές οικογένειες της πρώτης γενιάς μιας οικιακής ομάδας, προκύπτει ένα σημαντικό ποσοστό πυρηνικών οικογενειών με 1 παιδί, ποσοστό που υπερβαίνει το 16% και πρέπει να είναι τεχνητό, να οφείλεται δηλαδή στο γεγονός ότι συχνά οι γονείς συγκατοικούσαν με την οικογένεια ενός μόνο παιδιού τους. Στους υπολογισμούς μου δεν συμπεριλαμβάνονται, εξάλλου, όσες οικογένειες (48) απέκτησαν παιδιά μετά την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, προκειμένου οι διαπιστώσεις να κινηθούν στα χρονικά όρια της εργασίας.

Δεν έχω πληροφορίες σχετικά με αντισυλληπτικές μεθόδους: αν και δεν απο-

89. Αυτό συνάγεται από το Γενικό Μητρώο Αρρένων και Θηλέων που τηρήθηκε, όπως προαναφέραμε, μάλλον μετά το 1915. Τα στοιχεία συμφωνούν με την αριθμητική εικόνα την οποία κατέγραψε από το παλιό Δημοτολόγιο ο Ε. Αλεξάκης [ΚΕΕΛ, Χειρόγραφο 4221 (1984), σ. 178-183] και εναρμονίζονται με τις προφορικές μαρτυρίες. Πάντως, οι αριθμοί αυτοί θα πρέπει να εκληφθούν ως τάξεις μεγέθους, καθώς μάλιστα, δεν αποτελούν καταγραφή η οποία έγινε σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή αλλά προκύπτουν από τη συνεχή καταγραφή χωριανών που γεννήθηκαν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από τα τέλη του 19ου αιώνα και εξής.

Σελ. 66
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/67.gif&w=600&h=915

αποκλείεται να εφαρμόζονταν ορισμένες εμπειρικές τεχνικές, ο οικογενειακός προγραμματισμός ήταν άγνωστος και προφανώς ακατανόητος στις ελληνικές αγροτικές κοινωνίες του Μεσοπολέμου. Όμως οι γυναίκες πρέπει να εγκυμονούσαν συχνότερα απ' όσο υποδεικνύουν οι αριθμοί των γεννήσεων, αφού οι αποβολές φαίνεται ότι αποτελούσαν συνηθισμένο φαινόμενο, κυρίως λόγω της εντατικής απασχόλησης των γυναικών στις γεωργικές εργασίες. Παρ' όλο που οι άνθρωποι αποφεύγουν τις αναφορές σε τέτοια θέματα-ταμπού, η αυθόρμητη μαρτυρία μιας συνομιλήτριας είναι αρκετά εύγλωττη:

Είχε όμως και τρεις αποβολές η μαμά μ με συγχωρείτε. Τρεις αποβολές. Η μάνα μ' ήταν πολύ αψά στις δουλειές, στα κτήματα, και τα πέταγε τα παιδιά' και μια άλλη θυμάται: Έχασε κι η μάνα μ', πώς δεν έχασε, απουβολές έκαμε κι η μάνα μ' πουλλές. Κι η θειά μ', μια αδερφή του πατέρα μ', κι εκείν' έκανε απουβολές αράδα. Πώς να γένουν μωρέ; ήταν κουρασμένες οι γυναίκες. Και σήκωναν τα φουρτιά, να φορτώσνε το μλάρ, να πα να φορτώσνε τριφύλλ', να πα να φορτώσνε ξύλα..,90.

Η απώλεια του εμβρύου πρέπει να ήταν για τις γυναίκες τόσο αυτονόητη, όσο και η εγκυμοσύνη.

Σύμφωνα με το σωζόμενο Βιβλίο θανάτων, από το 1932-1939 πεθαίνουν στο χωριό κάθε χρόνο, κατά κανόνα, 10-15 άνθρωποι (το 1933 21, το 1935 23), από τους οποίους 3-8 είναι παιδιά, στην πλειοψηφία τους βρέφη.91 Μόνο 4 από τα 29 παιδιά που καταγράφονται στα βιβλία αποβιώσεων της εποχής αυτής είναι πάνω από δύο χρονών. Οι περισσότεροι θάνατοι παιδιών οφείλονταν σε βρογχοπνευμονίες (δεν είναι τυχαίο, όπως θα αναφέρουμε και σε επόμενο κεφάλαιο, ότι οι γονείς ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα «να μην κρυώσουν» τα παιδιά, ούτε εξάλλου το γεγονός ότι ένας έντονος, ιδιαίτερος φόβος για το «κρύωμα» διακατέχει μέχρι σήμερα τους ανθρώπους που μεγάλωσαν στο χωριό) . Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με μια κοινωνία με σημαντικό αριθμό παιδιών αλλά και υψηλή βρεφική θνησιμότητα (ίσως 100%ο, ακόμη και 136%ο), μια από στατιστικής πλευράς τυπική αγροτική παραδοσιακή κοινωνία. Άλλωστε, η Ελλάδα παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου μια χώρα με συγκριτικά υψηλή βρεφική θνησιμότητα.92

90. Συν. 2 με την Λ. Π., σ. Γ Συν. 4 με την Π. Γ., σ. 30.

91. Βιβλίον Ληξιαρχικών Πράξεων Κοινότητος Κροκυλείου. Θανάτων, τ. Α, 1.1.193231.12.1939.

92. Ο Βαλαώρας υπολογίζει τη βρεφική θνησιμότητα (ποσοστό των νεκρών επί 1000 βρεφών τα οποία γεννήθηκαν ζωντανά) στον ελλαδικό χώρο ανάμεσα στο 1900 και το 1940 περίπου, σε ποσοστά που κυμαίνονται από 200%u ως 100%ο με προοδευτική μείωση του ποσοστού στη διάρκεια του χρόνου και θεωρεί ότι η χώρα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση έναντι άλλων ευρωπαϊκών χωρών (Β. Βαλαώρας, Στοιχεία..., ό.π., σ. 164-166). Στα κατά προ-

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/68.gif&w=600&h=915

Βέβαιο είναι ότι κάθε επιδημία που έπληττε το χωριό, οδηγούσε και αρκετά παιδιά -χωρίς να μπορούμε να προσδιορίσουμε τον ακριβή αριθμό τους στο θάνατο. Το 1933 συναντάμε καταχωρισμένα στο «Βιβλίο Θανάτων», το ένα μετά το άλλο, 6 παιδιά, ηλικίας από δύο μηνών μέχρι δύο ετών, που πέθαναν όλα από «μετακοκκυτική βρογχοπνευμονία». Μια συνομιλήτρια που γεννήθηκε το 1907 αναφέρεται στις περιορισμένες δυνατότητες αντιμετώπισης των ασθενειών γενικότερα, και της παιδικής θνησιμότητας ειδικότερα: «... όσα παιδιά έζηαν. Όσα έζηαν, χριστανή μ'. Γιατί πρώτα για πρώτα δεν είχαν τα μέσα ... Και σ' λέω δεν παραπρόσεχαν, πέθαιναν πολλά παιδιά. Πολλά παιδιά».93 Όπως θα δούμε και παρακάτω, οι άνθρωποι δεν αδιαφορούσαν για τη ζωή των παιδιών τους. Ο αγώνας για την επιβίωση όμως δεν άφηνε μεγάλα χρονικά περιθώρια, -τα οικονομικά περιθώρια ήταν ούτως ή άλλως στενά- και οι επιδημίες, κατά κανόνα γρίππης94, έπλητταν συχνά ολόκληρες οικογένειες, δημιουργώντας μια κατάσταση απελπιστική.

προσέγγιση ποσοστά κατέληξα υπολογίζοντας με βάση τα Βιβλία Γεννήσεων και Θανάτων (βλ. «Πηγές» στο τέλος του βιβλίου) ότι στο Κροκύλειο τη δεκαετία του 1930 γεννιόνταν ετησίως κατά μέσο όρο 22-23 παιδιά και πέθαναν ετησίως, κατά μέσο όρο 2-3 βρέφη, δηλαδή παιδιά ηλικίας μέχρι ενός έτους.

93. Συν. με την Π. Γ., σ. 42.

94. Συν. με τον Χ. T., σ. 20. Σύμφωνα με το συνομιλητή πολλά παιδιά στο χωριό χάθηκαν όταν το έπληξε η παγκόσμια επιδημία γρίππης του 1918.

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/69.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΜΕΤΑΞΥ ΠΑΛΙΩΝ ΚΑΙ ΝΕΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ ΖΩΗΣ: Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/70.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 70
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/71.gif&w=600&h=915

1. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Η οικογένεια ή, για να ακριβολογήσουμε, το νοικοκυριό, η οικιακή ομάδα1 αποτελούσε το πρωταρχικό περιβάλλον ανατροφής και κοινωνικοποίησης των παιδιών. Στο εσωτερικό της οικιακής ομάδας τα παιδιά αναλάμβαναν τους πρώτους κοινωνικούς ρόλους και ανέπτυσσαν τις πρώτες οικονομικές και άλλες διαπροσωπικές σχέσεις της ζωής τους. Είναι ευνόητο ότι η δομή, το μέγεθος και ο κύκλος ανάπτυξής της επηρέαζε τη θέση των παιδιών μέσα σε αυτήν και τις σχέσεις τους με τα άλλα μέλη της. Με βάση το Γενικό Μητρώο και το υλικό που συγκέντρωσε ο Π. Μπακαρέζος μπορεί κανείς να σχηματίσει μια συνολική εικόνα της δομής και του μεγέθους των νοικοκυριών του χωριού.

Βέβαια οι πηγές αυτές παρουσιάζουν πολλά προβλήματα, ορισμένα από τα οποία επισημάναμε στην Εισαγωγή. Τα προβλήματα αυτά οφείλονται κατά το μεγαλύτερο μέρος στο είδος των πηγών, στο γεγονός ότι ουσιαστικά δεν αποτελούν πραγματικές απογραφές, σε αντίθεση με δημοτολόγια-απογραφές τα οποία έχουν εντοπιστεί σε άλλες ορεινές κοινότητες.2 Στο Γενικό Μητρώο βρίσκονται εγγεγραμμένα, με αλφαβητική σειρά και ανά οικογενειακή μερίδα, όλα τα μέλη της κοινότητας, και για μια περίοδο που αρχίζει μάλλον από το 1890 και εκτείνεται ως τις αρχές της δεκαετίας του 1940. Στο υλικό που συγκέντρωσε ο Π. Μπακαρέζος καταγράφονται ανά οικία όσοι κατοικούσαν στην κοινότητα γύρω στα 1930, σύμφωνα με συστηματικά συλλεγμένες προφορικές μαρτυρίες. Κάτοικοι και μέλη της κοινότητας δεν συμπίπτουν υποχρεωτικά. Στις πρώτες σελίδες του Μητρώου προσδιορίζεται η ηλικία των ανθρώπων «κατά το 1915». Αυτό, πιθανόν, υποδηλώνει ότι υπήρξε ένα πρώτο βιβλίο

1. Στην εργασία αυτή οι καθημερινοί, σήμερα και άλλοτε, όροι «οικογένεια» και «νοικοκυριό» χρησιμοποιούνται συχνά υπό την έννοια της «οικιακής ομάδας» για να αποφευχθούν περιττές δυσκαμψίες στο λόγο. Για τη σημασία και χρήση των όρων «οικογένεια», «νοικοκυριό» και των συναφών με αυτούς από τους ιστορικούς της οικογένειας βλ. Ρ. Laslett, «Οικογένεια και νοικοκυριό. Ιστορικές προσεγγίσεις», στο Ρ. Καυταντζόγλου (επιμ.),Οικογένειες του παρελθόντος. Μορφές οικιακής οργάνωσης στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια, Αθήνα 19%, σ. 40 κ.εξ.

2. Πβ. το υλικό από την Ήπειρο που χρησιμοποίησαν οι Ναούμη-Καυταντζόγλου και ο Ε. Αλεξάκης: Μ. Ναούμη, Ρ. Καυτατζόγλου, «Η μορφή της οικογένειας στο Συρράκο», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 58 (1985), 32-54" Ε. Π. Αλεξάκης, «Ο κύκλος ανάπτυξης της οικιακής ομάδας στην ορεινή κοινότητα Καστάνιανη Κόνιτσας», στο Νιτσιάκος, Κασίμης, Ο ορεινός χώρος της Βαλκανικής, ό.π., σ. 119-147.

Σελ. 71
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/72.gif&w=600&h=915

(«συνταχθέν το 1890», όπως αναγράφεται στην ετικέτα του εξωφύλλου), που το 1915 αντιγράφηκε στο βιβλίο το οποίο σώζεται σήμερα. Ορισμένες φορές σημειώνεται στο περιθώριο η χρονολογία θανάτου. Ουσιαστικά όμως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα εάν και για πόσο διάστημα όλοι, όσοι αναγράφονται μαζί (ο ένας ακριβώς κάτω από τον άλλον) συγκατοικούσαν, συγκροτούσαν δηλαδή μια οικιακή ομάδα.3

Αντίθετα, το υλικό που συγκέντρωσε ο Μπακαρέζος αναφέρει όσους κατοικούσαν μόνιμα σε κάθε σπίτι γύρω στα 1930, ενώ σε 19 από 212 περιπτώσεις σημειώνει ότι το σπίτι δεν ήταν πια κατοικημένο ή ότι επρόκειτο για κτίριο με άλλη λειτουργία (ταχυδρομείο, καφενείο κ.λπ.). Τα μέλη της οικογένειας που ζούσαν εκτός οικιακής ομάδας (λ.χ. στην Αμερική ή στην Αθήνα) σημειώνονται σε διπλανή στήλη. Όμως, δεν πρόκειται για απογραφή του 1930 αλλά για ένα είδος αναδρομικής απογραφής που δεν μπορεί να είναι απολύτως ακριβής, ενώ, εξάλλου, δεν καταγράφονται τα ονοματεπώνυμα των μελών παρά μόνο το επώνυμο της οικογένειας ή το παρωνύμιο ενός μέλους, κάτι που δεν μας επιτρέπει να ταυτίσουμε τα άτομα με τα μέλη της κοινότητας στο Γενικό Μητρώο.

Πρόθεση μου δεν είναι να αναλύσω σε βάθος τα στοιχεία που αφορούν στη συγκρότηση των νοικοκυριών. Δομή και μέγεθος οικιακών ομάδων απασχολούν την εργασία αυτή στο βαθμό που μας βοηθούν να εντάξουμε την καθημερινότητα των παιδιών στο ευρύτερο κοινωνικό της πλαίσιο. Για να χρησιμοποιήσω τα στοιχεία του Μητρώου ήταν απαραίτητη τουλάχιστον μια χρονική τομή: επέλεξα το 1915, χρονιά μετονομασίας του χωριού, κατά την οποία, όπως είπα, φαίνεται ότι τα στοιχεία ενός παλαιότερου Δημοτολογίου ενσωματώθηκαν στο Μητρώο, τρία περίπου χρόνια μετά τη συγκρότηση της αυτόνομης κοινότητας. Παραθέτω τα αναλυτικά αποτελέσματα στον Πίνακα μαζί με τα αντίστοιχα που προκύπτουν από την επεξεργασία του υλικού το οποίο συγκέντρωσε ο Μπακαρέζος για το 1930. Για συγκριτικούς σκοπούς εξέτασα επίσης τις οικιακές ομάδες του Μητρώου ως τις αρχές του 1920" τα σχετικά συμπεράσματα ενσωματώνω στο κείμενο αυτής της ενότητας. Ως προς τη δομή των οικιακών ομάδων ακολούθησα μια τυπολογία μεταξύ του κλασικού πλέον σχήματος των Laslett και Wall και του διαφοροποιημένου σχήματος που υιοθετεί στις μελέτες του ο Ε. Αλεξάκης.4

Το 1915 οι περισσότερες (139) οικιακές ομάδες στο χωριό, σχεδόν δηλαδή

3. Επιφυλακτικός είναι στις ad hoc παρατηρήσεις του για το συγκεκριμένο Δημοτολόγιο και ο Αλεξάκης, ο οποίος παλαιότερα κατέγραψε ορισμένα στοιχεία από αυτό, στο πλαίσιο συλλογής εθνογραφικού υλικού από το Κέντρο Λαογραφίας (βλ. ΚΕΕΛ, χειρόγραφο 4221, σ. 178-183).

4. Βλ. Ε. Αλεξάκης, «Ο κύκλος ανάπτυξης...», ό.π., σ. 127-129' Laslett, «Οικογένεια και νοικοκυριό...», ό.π., σ. 46.

Σελ. 72
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/73.gif&w=600&h=915

δή τα 2/3 του συνόλου, αποτελούνταν από ζευγάρια ή έναν γονέα -το τελευταίο μόνο σε 26 περιπτώσεις- με παιδιά ανήλικα ή ενήλικα" συγχρόνως, όμως, ένας πολύ σημαντικός αριθμός (62), δηλαδή πάνω από το 1/4 όλων των οικιακών ομάδων, συγκροτούνταν από ένα ζευγάρι (σπανιότατα παραπάνω) και τους γονείς ή έναν γονέα του άνδρα ή ακόμη (σε 3 μόνον περιπτώσεις) τους γονείς ή ένα γονέα της γυναίκας.5 Ανάλογη εικόνα προκύπτει από τα στοιχεία τα οποία συγκέντρωσε ο Μπακαρέζος για την εποχή γύρω στα 1930. Αφήνοντας κατά μέρος τις 19 απροσδιόριστες σύνθετες οικιακές ομάδες (βλ. Πίνακα 1) διαπιστώνουμε ότι πάνω από τις μισές οικιακές ομάδες τις οποίες κατέγραψε (90 από 174) αποτελούνταν από ζευγάρια ή έναν γονέα με παιδιά ανήλικα ή ενήλικα, ενώ σε 54 περιπτώσεις, δηλαδή σχεδόν στο 1/3 του συνόλου των οικιακών ομάδων, γονείς και παντρεμένα παιδιά εμφανίζονται να ζουν κάτω από την ίδια στέγη.

Δεν θα επιχειρήσω να απαντήσω στο γιατί το 1930 οι γονείς εμφανίζονται να συμβιώνουν συχνότερα με τα παντρεμένα παιδιά τους απ' όσο το 1915, παρ' όλο, μάλιστα, που στο υλικό για το 1930 αναφέρονται χωριστά τα ενήλικα παιδιά ή άλλοι συγγενείς που δεν κατοικούσαν μόνιμα στο χωριό. Κάτι τέτοιο θα υπερέβαινε τα όρια αυτής της μελέτης, ακόμη και αν διαθέταμε πλούσιες σχετικές πηγές. Προφανώς οι λόγοι είναι πολύπλοκοι και σε ένα πρώτο επίπεδο δημογραφικού χαρακτήρα (μείωση του αριθμού των γεννήσεων και του αριθμού των θανάτων, μείωση του πληθυσμού). Ως προς το μέγεθος των οικιακών ομάδων παρατηρούμε ότι οι οικιακές ομάδες του 1930 εμφανίζονται κάπως μικρότερες από εκείνες του 1915 (βλ. Πίνακα 2): Τα μισά περίπου σπιτικά του χωριού αριθμούσαν το 1915 από 4-6 άτομα, δεκαπέντε χρόνια αργότερα από 3 έως 5 άτομα, ενώ τα νοικοκυριά που αριθμούσαν πάνω από 6 μέλη εμφανίζονται να έχουν μειωθεί αισθητά. Αλλά, βέβαια, οι διαφορές αυτές ως ένα βαθμό οφείλονται και στο γεγονός ότι στο Μητρώο είναι εγγεγραμμένα όλα τα μέλη της κοινότητας ανεξάρτητα από το πού κατοικούν πραγματικά.

Πάντως και στη μία και στην άλλη χρονολογία σπάνια εμφανίζονται να συγκατοικούν πάνω από 8 άτομα' τόσο πολυμελείς οικιακές ομάδες δεν ανέρχονταν ούτε καν στο 1/10 του συνόλου των οικογενειών - το 1915 απαντούν 16 και το 1930 10 τέτοιες περιπτώσεις. Τα περισσότερα παιδιά μεγάλωναν σε πολυμελή για τα σημερινά δεδομένα σπιτικά, όχι όμως σε πολυπληθείς οικογενειακούς σχηματισμούς, κατά το πρότυπο της πατριάς (ζάντρουγκα).

Πρέπει βέβαια να σημειώσουμε ότι αν θέσουμε ένα κάπως μεταγενέστερο

5. Σε έντεκα από αυτές τις οικογένειες μαζί με την πυρηνική οικογένεια και τους γονείς ή τον γονέα κατοικούσαν, επίσης, ένα ή περισσότερα ανύπαντρα αδέλφια του άνδρα. Από κει και πέρα εντόπισα 7 περιπτώσεις ζευγαριών χωρίς παιδιά, 5 με ανύπαντρα αδέλφια που συγκατοικούσαν με τον παντρεμένο αδελφό, 4 στις οποίες συγκατοικούσαν ανύπαντρα ενήλικα αδέλφια, ενώ δεν υπολόγισα στις μετρήσεις μου 17 περιπτώσεις όπου τα στοιχεία ήταν εξαιρετικά ελλιπή και η εικόνα συγκεχυμένη.

Σελ. 73
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/74.gif&w=600&h=915

χρονολογικό όριο και εξετάσουμε τα στοιχεία του Μητρώου μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1920 οι οικιακές ομάδες εμφανίζονται πιο σύνθετες" ενώ ο αριθμός των νοικοκυριών παραμένει περίπου ο ίδιος, αυξάνει ο αριθμός των περιπτώσεων, όπου ένας γονέας συμβιώνει με έναν τουλάχιστον παντρεμένο γιο (από 33 σε 42), υπερδιπλασιάζονται οι οικογένειες-κορμοί (από 23 γίνονται 55), σχεδόν τετραπλασιάζονται οι πολυπυρηνικές οικιακές ομάδες (από 3 γίνονται 11), χιχι φυσικά μειώνεται αισθητά (κατά 40 περίπου) ο αριθμός των ομάδων όπου συμβιώνουν γονείς (ένας ή και οι δυο) με ανύπαντρα παιδιά. Οι περισσότερες από τις οικιακές ομάδες του 1915 φαίνεται ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1920 έχουν περάσει σε μια άλλη φάση του κύκλου ανάπτυξης, κυρίως λόγω του γάμου ενός γιου. Πάντως, γεγονός παραμένει ότι οι γονείς, εφόσον ζουν, συγκατοικούν, κατά κανόνα, με έναν παντρεμένο γιο και πολύ σπάνια με δύο ή παραπάνω.

Βέβαια υπάρχουν μαρτυρίες για περιπτώσεις οικογενειών όπου λόγω της υπερατλαντικής μετανάστευσης κανείς γιος δε ζούσε στο χωριό και οι γονείς κατέφευγαν στη λύση του «σώγαμπρου», συγκατοικώντας με μια κόρη και τον άνδρα της, ο οποίος κληρονομούσε και το σπίτι. Η υπερατλαντική μετανάστευση ίσως συνετέλεσε στη διάβρωση του ανδροπατροτοπικού συστήματος σε επίπεδο νοοτροπίας και πράξης, επομένως και στη διάβρωση σημαντικών κοινωνικο-οικονομικών δομών της ορεινής κοινωνίας:

Ηύρε τα πεθερικά τ' ο κουνιάδος μ', γιατ'... έφγαν τα κουνιάδια τ' ούλα και πήγαν στν Αμερική, οι κουνιάδες τ' παντρεύκαν, τάλλα τα παιδιά πήγαν στν Αμερική, κι ανέμκαν δυο γερόντ' και σκώθκε και πήε στ' πεθερού τ' το σπίτ', ηύρε σπίτια, ηύρε αχυρώνες... - Του πατέρα μ' τον πατέρα γνώρσα... έμενε στο δικό τ το σπίτ'. Ο πατέρας μου πήε σώγαμπρος όταν παντρεύκε μετά... Ένα παιδί πόχαν (τα πεθερικά του) ήταν στν Αμερική...6.

Συνολικά πάντως οι μετρήσεις επιβεβαιώνουν, όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο για μια ορεινή αγροτική κοινωνία του ελλαδικού και του ευρύτερου βαλκανικού χώρου, την κυριαρχία του ανδροπατροτοπικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο το νέο ζευγάρι κατ' αρχήν συγκατοικούσε με τους γονείς του άνδρα. Το παράδειγμά μας συμφωνεί με τον τύπο που προτείνει ο Käser για ένα μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας: Οι πυρηνικές οικογένειες κυριαρχούν στην πράξη" ιδεοτυπικά οι περισσότεροι άνθρωποι διάγουν ορισμένες περιόδους της ζωής τους σε ένα πιο σύνθετο οικιακό πλαίσιο.7 Όπως φαίνεται από ενδει-

6. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 3' Συν. 2 με την Γ. Σ., σ. 6.

7. Κ. Kaser, «Introduction: Household and family contexts in the Balkans», The History of the Family 1(1996), σ. 375-385, κυρίως σ. 381. To σχήμα του Kaser έχει γενικό χαρακτήρα και αναγκαστικά δεν στηρίζεται σε βιβλιογραφία που αφορά στον ορεινό κε-

Σελ. 74
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/75.gif&w=600&h=915

ενδεικτικά σχετικά συμβόλαια, οι γονείς κατά τη διανομή της περιουσίας (είτε «εν ζωή», είτε «αιτία θανάτου», όπως αναφέρεται στα έγγραφα), μπορούσαν να παραχωρήσουν ένα μέρος του σπιτιού ή ολόκληρο το σπίτι στο χωριό σε ένα γιο, να μοιράσουν το σπίτι σε δυο ή τρεις γιους, να παραχωρήσουν -στην περίπτωση που δεν υπήρχε γιος- στην κόρη και το γαμπρό το σπίτι ή ένα τμήμα του' η συγκατοίκηση της νέας με την παλαιά γενιά αποτελούσε συχνά όρο για την «εν ζωή» ή τη μεταθανάτια μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.8 Τα λιγοστά αυτά συμβόλαια παραπέμπουν σε διευρυμένους οικογενειακούς σχηματισμούς και επιβεβαιώνουν την πρακτική μεταβίβασης της ακίνητης περιουσίας, και μάλιστα του σπιτιού, κατά προτίμηση στους γιους, που έχει παρατηρηθεί και σε άλλες, σχετικά διαφορετικές από πλευράς κοινωνικής σύνθεσης και οικονομικών δομών, κοινότητες του ελληνικού ορεινού χώρου.9

Αλλά ο χαρακτήρας των οικιακών ομάδων στο Κροκύλειο εμφανίζεται συνολικά -ακόμη και αν λάβουμε υπόψη την αύξηση του αριθμού των πολλαπλών νοικοκυριών γύρω στα 1920, στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω— σαφώς λιγότερο σύνθετος από παραδείγματα που αφορούν σε άλλες κοινότητες του ορεινού χώρου με διαφορετικές οικονομικές δομές.10 Οι εργασιακές συνθήκες των περισσότερων χωριανών δεν υπαγόρευαν τη συγκρότηση πολυπυρηνικών οικιακών ομάδων. Από τις προφορικές μαρτυρίες δεν προκύπτει ότι παντρεμένα αδέλφια συγκατοικούσαν για μεγάλα διαστήματα (πάνω από κάποια χρόνια). Ορισμένοι πληροφορητές από οικογένειες κτηνοτρόφων υποστήριξαν ότι αυτού του είδους η συγκατοίκηση ήταν ένα αναγκαίο κακό, μια κατάσταση που οδηγούσε αναπόφευκτα σε προστριβές και διαρκούσε ελάχιστα. Υποθέτω, ωστόσο, ότι εξαιτίας της μετανάστευσης των ανδρών ένα τέτοιο δίλημμα δεν πρόβαλε συχνά. Λόγω των αναγκών της κτηνοτροφίας οι οικογένειες των τσο-

κεντρικό ελλαδικό χώρο, αφού, απ' όσο γνωρίζω, ο τελευταίος δεν έχει αποτελέσει μέχρι σήμερα αντικείμενο εκτεταμένης έρευνας.

8. Λ. χ. αρ. 300, 22. 8. 1900' αρ. 440, 8. 11. 1900' αρ. 99, 6. 4. 1901' αρ. 374, 5. 10. 1901' αρ. 3613, 22. 5. 1914' αρ. 3905, 18. 9. 1914.

9. Caftanzoglou, «The Household formation Pattern of a Vlach...», ό.π., σ. 93-

95.

10. Πβ. τη μελέτη της Καυταντζόγλου για το Συρράκο, ορεινή κοινότητα της Ηπείρου με κτηνοτροφία μεγάλης διακίνησης, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.: R. Caftanzoglou, «The Household formation Pattern of a Vlach mountain community of Greece: Syrrako 1898-1929», Journal of Family History 19 (1994), 79-98, κυρίως σ. 82 και του Αλεξάκη για την κοινότητα Καστάνιανη Κόνιτσας (Αλεξάκης, «Ο κύκλος ανάπτυξης...», ό.π., σ. 128, 129). Βλ. τον πολύ ενδιαφέροντα προβληματισμό του συγγραφέα για το ρόλο του «habitus» στη διατήρηση οικιακών σχηματισμών και την αλληλεπίδραση του με τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες (ό.π., σ. 137). Σύμφωνα με τον Αλεξάκη οι πολυπυρηνικές οικογένειες στο νότιο ορεινό ελλαδικό χώρο απαντούν σε ημινομάδες και μεταβατικούς κτηνοτρόφους και είναι πιο ασταθείς σε σύγκριση με το βόρειο ελλαδικό και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο (ό.π., σ. 136).

Σελ. 75
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/76.gif&w=600&h=915

τσοπάνηδων περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος του έτους έξω από τον κεντρικό οικισμό του χωριού, σε πρόχειρα καταλύματα' από τις αφηγήσεις συνάγεται, ότι κατά κανόνα, παντρεμένα αδέλφια κατοικούσαν σε γειτονικά καταλύματα, προφανώς επειδή συνεργάζονταν, δηλαδή συμβίωναν, με την ευρεία έννοια των όρων.

Εκείνο που μας ενδιαφέρει άμεσα είναι ότι, εφόσον οι γονείς του πατέρα βρίσκονταν εν ζωή, τα παιδιά στη συντριπτική τους πλειοψηφία συγκατοικούσαν με αυτούς. Προφανώς τα πρώτα κατά σειρά γέννησης παιδιά είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες να διαβιώσουν στο πλαίσιο ενός οικιακού σχηματισμού με τρεις γενιές. Σε ορισμένες περιπτώσεις -σε ποσοστό που δεν υπερέβαινε το 5% του συνόλου των νοικοκυριών το 1930, αλλά ανερχόταν σε περίπου 9% το 1915 και τουλάχιστον σε 17% στις αρχές της δεκαετίας του 192011- τα παιδιά συγκατοικούσαν επίσης με ανύπαντρους θείους ή θείες, προπάντων από την πλευρά του πατέρα. Σχεδόν ποτέ δε συγκατοικούσαν με ξένα άτομα.12 Ως προς αυτό η εμπειρία τους διέφερε σημαντικά από την αντίστοιχη παιδιών στον κεντροευρωπαϊκό ορεινό χώρο της ίδιας εποχής, με τον οποίο τυχαίνει να έχω ασχοληθεί.13

11. Λαμβάνω υπόψη όχι μόνο την περίπτωση όπου ένας αδελφός παντρεμένος συγκατοικεί με ανύπαντρα αδέλφια (βλ. Πίνακα 1) αλλά και περιπτώσεις όπου ανύπαντρα αδέλφια εμφανίζονται να διαβιώνουν στο πλαίσιο μιας οικογένειας-κορμού ή μιας πολυπυρηνικής οικογένειας.

12. Σε μια περίπτωση (οικογένεια Παρασκευά Σίδερη του Ιωάννου) απαντά στο Μητρώο μια γυναίκα, προφανώς ξένη ή μακρινή συγγενής, που συγκατοικεί με ένα ζευγάρι και τα παιδιά του. Δύο από τις συνομιλήτριες μου ανέφεραν ότι συγκατοικούσαν με ξένους -στη μία περίπτωση με έναν νεαρό «υπηρέτη», στην άλλη με ένα «Τούρκο» και το κοριτσάκι του, που είχε φέρει μαζί του ο πατέρας από τον πόλεμο, μάλλον του 1912-13 (Συν. με την Π. Κ., σ. 29' Συν. με την Κ. Σ., σ. 15).

13. M. Papathanassiou, «Rural Childhood(s) in Mountain Regions of Austria and Greece: A Comparative Approach (c. 1900-1940)», στο S. Naumovic, M. Jovanovic (eds.), Childhood in South East Europe: Historical Perspectives on Growing Up in the 19th and 20th centuries, Βελιγράδι-Γκρατς 2001, σ. 45-72, κυρίως σ. 63.

Σελ. 76
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 57
    

    εμβέλειας αυτοί κτηνοτρόφοι διέθεταν ένα μέρος των προϊόντων τους στην περιορισμένη αγορά του χωριού και ορισμένες φορές των γύρω χωριών: «Κάνα βούτυρο πούλαγαν, μωρέ, τυρί λίγο... Κάτ' λίγα πράματα (κέρδιζαν από χρήματα) Ψευτοζήγανε ... Στα μαγαζά 'δω πέρα πούλαγαν. Ήταν πολύς κόσμος ... Τόπηζαν τυράκ' το γάλα. Και δίναν κάνα, αν χρωστάγαν, κεφαλιακό, μισακό, να κρατήσνε για το σπίτ'. Αφού, σκέψ', κάναν 150 οκάδες τραχανά».58 Η συντήρηση των περιορισμένων σχετικά κοπαδιών δεν άφηνε περιθώρια για συσσώρευση ενός μικρού κεφαλαίου, απαραίτητου για τη σταδιακή υιοθέτηση ενός άλλου τρόπου και προτύπου ζωής. Άλλωστε η φροντίδα των ζώων απαιτούσε συνεχή ετοιμότητα: «Ήταν νοικοκυραίοι, αλλά σε κατώτερ' κατάσταση. Μην κοιτάς 'μεις, ο πατέρας μ' είχε μαγαζί ... Η τσοπανούρα είχε άλλο έτσι, είχε λέρωμα, πρέπ' να ξενυχτήσεις, να καθήσεις, να αρμέξεις, να κουρέψεις, να κάνς, να ράνς...».59

    3. ΠΑΡΕΚΒΑΣΗ: ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

    Από πού και πώς προέκυψε η κοινωνία την οποία περιγράψαμε; Τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεση μας είναι ελάχιστα και διάσπαρτα. Αλλά καμιά κοινωνία δεν είναι απόλυτα απαλλαγμένη από το παρελθόν της, ούτε βέβαια τα βιώματα και οι εμπειρίες των ανθρώπων είναι στοιχεία απαλλαγμένα από το παρελθόν της κοινωνίας στην οποία έζησαν.

    Ποια ίχνη έχει αφήσει το μακρινό παρελθόν του χωριού στις προφορικές αφηγήσεις; Σε ένα πρώτο επίπεδο οι άνθρωποι μιλούν για το παρελθόν του χωριού γενικά, χωρίς να το προσδιορίζουν χρονικά, και αναφέρονται σε δύο πράγματα: α) Στο στρατηγό Μακρυγιάννη που γεννήθηκε το 1797 στην τοποθεσία Κρύα Βρύση, στο συνοικισμό Αβορίτι, μόλις 3 χλμ. έξω από τον κεντρικό οικισμό60, και β) στην οικοδόμηση της Μεγάλης Βρύσης (1899) πέντε πέτρινων κρηνών, από πέντε προύχοντες, των οποίων οι κεφαλές έχουν σκαλιστεί πάνω από κάθε κρήνη. Η σταθερή αυτή αναφορά στη βρύση, που δεσπόζει, ακόμη, άθικτη σε ένα χώρο όπου τα σπίτια ανακατασκευάζονται και αποκτούν συνεχώς νέα μορφή, σχετίζεται προφανώς με την καίρια οικονομική και κοινωνική λειτουργία της, τότε και τώρα.61 Η αναφορά στο Μακρυγιάννη φανερώνει

    58. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 3. Ο Μ. Μ. είναι ο ίδιος κτηνοτρόφος. Η αφήγηση του διακρίνεται για την αμεροληψία με την οποία επιχειρεί να αντιμετωπίσει το παρελθόν του χωριού, χωρίς διάθεση εξωραϊσμού του.

    59. Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 9.

    60. Υφαντής, Το Κροκύλιο..., ό.π., σ. 27.

    61. «Η βρύση αποτελεί ένα κεντρικό στοιχείο της οργάνωσης του δομημένου χώρου με σημαντικές κοινωνικές λειτουργίες (συνάξεις, συνευρέσεις, τέλεση εθίμων κ.λπ.) αλλά και με έντονη τη συμβολική διάσταση, κάτι που την καθιστά βασικό σύμβολο ταυτότητος» (Β.