Συγγραφέας:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Τίτλος:Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
 
Υπότιτλος:Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:38
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2003
 
Σελίδες:387
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Κροκύλειο Δωρίδας
 
Χρονική κάλυψη:αρχές 20ού αι.
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό είναι μία ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου, το Κροκύλειο (ως το 1915 Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο) της Φωκίδας, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει, δηλαδή, πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μία κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο παράδειγμα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.57 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 63-82 από: 395
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/63.gif&w=600&h=915

παρελθόν αμαρτωλό και ηρωικό συνάμα. Οι γέροντες αισθάνονταν ένοχοι για το παρελθόν τους, ιδίως για τους φόνους που μπορεί να είχαν διαπράξει" αγωνίζονταν για τη σωτηρία της ψυχής τους απευθύνοντας προσευχές στο θεό και χρηματοδοτώντας την κατασκευή μικρών έργων (λ.χ. μιας βρύσης) στην κοινότητα. Συγχρόνως όμως αισθάνονταν περήφανοι για το παρελθόν τους, για την εποχή της «κλεφτουριάς», για τη σωματική τους ρώμη, την τόλμη και τα κατορθώματά τους.

Για τα παιδιά τα οποία μεγάλωναν στο χωριό των πρώτων δεκαετιών του 20ού αι. το κτηνοτροφικό και ληστρικό παρελθόν του δεν ήταν πολύ μακρινό. Η διαδικασία αποδιάρθρωσης της τοπικής κοινωνίας είχε αρχίσει, αλλά η απόσταση από τη σημερινή φαντασιακή, συμβολική κοινότητα82 ήταν ακόμη πολύ μεγάλη. Πολλά παιδιά ανατρέφονταν σε οικογένειες κτηνοτρόφων, ενώ η ληστεία ήταν, όπως θα δούμε και παρακάτω, αγαπημένο θέμα στις αφηγήσεις των γερόντων του χωριού, με ακροατήριο, πολύ συχνά, τα παιδιά.

4. ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Σε αυτή την εργασία αναφερόμαστε συχνά σε ένα μέσο όρο 1.000 κατοίκων στο χωριό κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Το 1907 εμφανίζονται να κατοικούν στο χωριό 1031 άτομα - 474 άνδρες και 557 γυναίκες. Περίπου είκοat χρόνια αργότερα, το 1928, τόσο ο ανδρικός όσο και ο γυναικείος πληθυσμός έχει μειωθεί: 916 άνθρωποι -399 άνδρες και 517 γυναίκες- δηλαδή 40 γυναίκες και 75 άνδρες λιγότεροι ζουν στο Κροκύλειο.83 Στις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου οι απογραφείς καταμετρούν 800 κατοίκους' ο πληθυσμός έχει μειωθεί αλλά κινείται στα ίδια επίπεδα με τον πληθυσμό που παρουσιάζεται

αναλυτικά μια περίπτωση στην οποία κινδύνευσαν η μητέρα του και η αδελφή της (Α. Ελεφάντης, Minima Memorialia. Η ιστορία του παππού μου, Αθήνα 2001, σ. 61, 62, 67-69). Για τη φθίνουσα πορεία της ληστείας, λόγω και των συστηματικών κρατικών διώξεων των ληστοσυμμοριών από τα τέλη του 19ου και μετά, μέχρι τη δεκαετία του 1930 βλ. Χαλατσάς, Ληστρικά τραγούδια, ό.π., σ. 47-48. Ο Δαμιανάκος κάνει λόγο για «εντυπωσιακή έξαρση των κρουσμάτων» ληστείας στην καμπή από τη δεκαετία του 1920 προς τη δεκαετία του 1930 (ό.π., σ. 187)

82. Για την ιδεολογική ανασυγκρότηση των ορεινών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο μακριά από το χωριό, κυρίως μέσω αδελφοτήτων και συλλόγων βλ. Νιτσιάκος, Οι ορεινές κοινότητες..., ό.π., σ. 37 και 110-116.

83. Βασίλειον της Ελλάδος, Υπουργείον των Εσωτερικών, Γραφείον Απογραφής, Στατιστικά Αποτελέσματα της Απογραφής του Πληθυσμού. Κατά την 27 Οκτωβρίου 1907, Μέρος Δεύτερον - Πίνακες Αριθμητικοί, Εν Αθήναις 1908, σ. 59 και Ελληνική Δημοκρατία, Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Στατιστικά Αποτελέσματα της Απογραφής του Πληθυσμού της Ελλάδος της 15-16 Μαΐου 1928, Πραγματικός και Νόμιμος Πληθυσμός - Πρόσφυγες, Εν Αθήναις 1933, σ. 59.

Σελ. 63
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/64.gif&w=600&h=915

ται στην απογραφή του 187984 και παραμένει σημαντικός, αν λάβουμε μάλιστα υπόψη τα στενά όρια της αγροτικής οικονομίας στα οποία αναφερθήκαμε παραπάνω. Πόσοι από τους ανθρώπους αυτούς είχαν ηλικία κάτω των 15 ετών; Πόσα ήταν τα παιδιά στα οποία αναφέρεται αυτή η μελέτη;

Τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. τα παιδιά αποτελούσαν ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού της ελληνικής υπαίθρου. Αυτό τουλάχιστον συνάγεται από τα στατιστικά στοιχεία τα οποία διαθέτουμε για τον αριθμό των γεννήσεων ζώντων επί 1000 κατοίκων για τις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Μεταξύ του 1921 και του 1939 σε 1000 κατοίκους της ελληνικής υπαίθρου ανιστοιχούσαν από 21 έως 34 παιδιά περίπου, ενώ στα αστικά κέντρα, χονδρικά, από 16 έως 29. Οι αριθμοί αυτοί ήταν σαφώς υψηλότεροι από τους αντίστοιχους των χωρών της δυτικής και βόρειας Ευρώπης και, λιγότερο ή περισσότερο, αισθητά χαμηλότεροι από τους αντίστοιχους των Βαλκανικών χωρών, όπως λ.χ. η Βουλγαρία και η Ρουμανία.85

Αριθμητικά αξιόλογος ήταν κατ' αναλογία ο παιδικός πληθυσμός της μικροκοινωνίας που εξετάζουμε. Τα λιγοστά και σκόρπια στοιχεία τα οποία έχουμε στα χέρια μας και αφορούν μόνο τη δεκαετία του 1930 επιβεβαιώνουν τις προφορικές μαρτυρίες που κάνουν λόγο για υψηλό αριθμό παιδιών, όπου με τον όρο «παιδιά» εννοούμε σε γενικές γραμμές άτομα κάτω των 15 ετών. Με βάση λοιπόν τα Μαθητολόγια, και τα Βιβλία βαπτίσεων, γεννήσεων, θανάτων υπολογίζω ότι τη δεκαετία του 1930 κατοικούσαν μόνιμα στο χωριό τουλάχιστον 250 παιδιά και επομένως αυτά αποτελούσαν τουλάχιστον το 1/4 του πληθυσμού του χωριού.86 Ακόμη μεγαλύτερος πρέπει να ήταν ο αριθμός των

84. Το 1879 οι απογραφείς καταμετρούν 848 κατοίκους. Το 1961 ο πληθυσμός του 1940 έχει μειωθεί περίπου στο μισό (απογράφονται 444 κάτοικοι): Χουλιαράκης, Γεωγραφική, Διοικητική..., ό.π., τ. Λ', Μέρος II, σ. 105 και Μ. Χουλιαράκης, Εξελίξεις του πληθυσμού των αγροτικών περιοχών της Ελλάδος, 1920-1981, Αθήνα 1988, σ. 214 (Το 1981 απογράφονται στο χωριό 225 άτομα: ό.π., σ. 560).

85. Βλ. τους πίνακες στο έργο του Β. Βαλαώρα: Στοιχεία Βιομετρίας και Στατιστικής. Δημογραφική μελέτη του πληθυσμού της Ελλάδος, Αθήναι 1943, σ. 80, 84.

86. Από τα σωζόμενα αρχεία του Δημοτικού και του Ημιγυμνασίου (το οποίο το 1929 αντικατέστησε το Ελληνικό σχολείο) συνάγεται ότι τη δεκαετία του 1930 ζούσαν στο χωριό περίπου 150 παιδιά ηλικίας μεταξύ 6 και 15 ετών. Με βάση τα στοιχεία των βιβλίων γεννήσεων και θανάτων, κατά τη δεκαετία του '30 γεννιόνταν στο χωριό κάθε χρόνο, κατά μέσο όρο, 22-23 και πέθαιναν, κατά μέσο όρο, 4 παιδιά (σχεδόν όλα μέχρι 2 ετών) αντίστοιχα. Αν αφαιρέσουμε τα 4 παιδιά που πέθαιναν, από τα 22-23 που γεννιόνταν, μπορούμε να πούμε ότι 18-19 παιδιά κατορθώνουν να υπερβούν το δεύτερο έτος ηλικίας και οδηγούμαστε έτσι στο συμπέρασμα ότι ζούσαν στο χωριό πάνω από 100 παιδιά προσχολικής ηλικίας. Αν προσθέσουμε αυτά τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας στα 150 παιδιά των Μαθητολογίων, τότε μπορούμε να καταλήξουμε, με επιφύλαξη, σε έναν αριθμό 250 και παραπάνω παιδιών για τη δεκαετία του 1930. Σημειώνω βέβαια εδώ ότι το Βιβλίο θανάτων ξεκινά από το 1932' θεώρησα λοιπόν ότι ο μέσος όρος που συνάγεται για την περίοδο 1932-1939 ίσχυε και τα δύο προηγούμενα χρόνια (Βλ. εδώ Πηγές).

Σελ. 64
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/65.gif&w=600&h=915

παιδιών που κατοικούσαν στο Κροκύλειο πριν από το 1929, όταν ακόμη λειτουργούσε το τριετές Ελληνικό σχολείο στο οποίο φοιτούσε υψηλός αριθμός παιδιών από τα γειτονικά χωριά, που συνήθως διέμεναν έναντι ενοικίου σε σπίτια του χωριού κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους.

Ποια εικόνα προκύπτει από τα Βιβλία γεννήσεων, γάμων, θανάτων; Ότι μεταξύ 1929 και 1939 τελούνται κάθε χρόνο στο χωριό 4-12 γάμοι, ότι μεταξύ 1929 και 1940 γεννιούνται και βαφτίζονται κάθε χρόνο στο χωριό κατά κανόνα πάνω από 20 παιδιά' το 1933 και το 1934, μάλιστα, γεννιούνται και βαφτίζονται στο χωριό 27 παιδιά κάθε χρονιά, ενώ ο μεγαλύτερος αριθμός καταγράφεται το 1930: 29 παιδιά. (Το 1940 βρίσκουμε 17, το 1950 μόλις 7, το 1960 μόλις 4 παιδιά γεννιούνται και βαφτίζονται στο χωριό). Υπολογίζοντας τον πληθυσμό σε 1000 περίπου άτομα η γεννητικότητα ανταποκρίνεται στη μέση γεννητικότητα των ετών 1935-1939 στο νομό Φθιωτιδοφωκίδος, όπου σε 1000 κατοίκους αντιστοιχούσαν 24-25 γεννήσεις ζώντων και ανέρχεται σε ποσοστό λίγο μεγαλύτερο από το μέσο όρο όλης της χώρας (αλλά όχι εξαιρετικά υψηλό σε σχέση με τις βόρειες περιοχές της) .8?

Στο Γενικό Μητρώο καταγράφονται 550 άτομα που έχουν γεννηθεί από το 1900 ως το 1915. Επειδή το Μητρώο, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, τηρήθηκε -τουλάχιστον με συστηματικό τρόπο- μετά το 1915, ίσως μπορούμε να πούμε ότι το 1915 ζούσαν στο χωριό 550 παιδιά (ηλικίας μέχρι 15 ετών), αν και είναι μάλλον απίθανο όλες οι καταγεγραμμένες οικογένειες να κατοικούσαν μόνιμα στο χωριό, όπου όμως διατηρούσαν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Σε αυτή την περίπτωση τα παιδιά αποτελούσαν πάνω από το μισό πληθυσμό. Ίσως, λοιπόν, το ποσοστό των παιδιών στο σύνολο του πληθυσμού μειώθηκε σταδιακά στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Η μετανάστευση έγγαμων ανδρών, ιδίως κατά την πρώτη εικοσαετία του αιώνα, μάλλον λειτούργησε ανασχετικά ως προς το ρυθμό και επομένως τον αριθμό των γεννήσεων' άλλωστε η μείωση της γεννητικότητας λόγω της μετανάστευσης των ανδρών αποτελεί φαινόμενο το οποίο έχει παρατηρηθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές αγροτικές (και μάλιστα ορεινές) κοινωνίες.88

Γενικά, ο παιδικός πληθυσμός του χωριού ήταν σημαντικός, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο αριθμός των παιδιών ανά οικογένεια ήταν ιδιαίτερα υψηλός. Συνειδητά ή αναγκαστικά, οι άνθρωποι στην πλειοψηφία τους δεν αποκτούσαν πάνω από 4 και σπάνια πάνω από 5 παιδιά. Όπως φαίνεται και από τον Πίνακα, μετρώντας τον αριθμό των παιδιών ανά πυρηνική οικογένεια -υπό την έννοια του ζευγαριού ή ενός γονέα με παιδιά- στο Γενικό Μητρώο, διαπιστώνουμε ότι μια (πυρηνική) οικογένεια είχε κατά κανόνα (σχεδόν στα 3/4 των περιπτώσεων)

87. Βαλαώρας, Στοιχεία Βιομετρίας και Στατιστικής..., ό.π., σ. 60.

88. Για τις κοινωνίες των δυτικών Άλπεων βλ. Viazzo, Upland communities, ό.π., σ. 245.

Σελ. 65
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/66.gif&w=600&h=915

από 2-5 παιδιά σε ποσοστά που κυμαίνονται χονδρικά από το 13%-14% των περιπτώσεων για οικογένειες με 5 παιδιά, έως 23%-24% για οικογένειες με 3 παιδιά. Πάνω από 10% των οικογενειών εμφανίζονται να έχουν 1 μόνο παιδί. Αρκετές οικογένειες (σε ποσοστό της τάξης του 8% -9%) αριθμούσαν 6, λιγοστές όμως 7, 8 ή 9 παιδιά (σε ποσοστό το οποίο δεν υπερέβαινε το 5% περίπου).89

πινακασ 1

Κατανομή αριθμού παιδιών στις πυρηνικές οικογένειες (1915-1939 περίπου)

Αριθμός παιδιών

Α.

Α.

Β.

Β.

Οικογ.

%

Οικογ.

%

1 παιδί

34

11,3

66

16,3

2 παιδιά

50

16,6

75

18,6

3 παιδιά

73

24,3

89

22

4 παιδιά

55

18,3

73

18

5 παιδιά

43

14,3

52

12,9

6 παιδιά

28

9,3

30

7,4

7 παιδιά

12

4

12

3

8 και πάνω παιδιά

5

1,6

6

1,5

Σύνολο

300

100%

403

100%

Πηγή: Γενικό Μητρώο Αρρένων και Θηλέων Κοινότητος Κροκυλείου. Οι στήλες Β αφορούν στο σύνολο των 403 πυρηνικών οικογενειών, είτε αυτές ανήκαν σε ευρύτερους οικιακούς σχηματισμούς, είτε όχι. Στις στήλες Α. δεν συνυπολόγισα 103 πυρηνικές οικογένειες στις οποίες, σύμφωνα με το Μητρώο, οι γονείς ανήκαν στην πρώτη γενιά σύνθετων οικιακών ομάδων. Αυτό έγινε επειδή, όπως φαίνεται στις στήλες Β, όταν λαμβάνουμε υπόψη τις πυρηνικές οικογένειες της πρώτης γενιάς μιας οικιακής ομάδας, προκύπτει ένα σημαντικό ποσοστό πυρηνικών οικογενειών με 1 παιδί, ποσοστό που υπερβαίνει το 16% και πρέπει να είναι τεχνητό, να οφείλεται δηλαδή στο γεγονός ότι συχνά οι γονείς συγκατοικούσαν με την οικογένεια ενός μόνο παιδιού τους. Στους υπολογισμούς μου δεν συμπεριλαμβάνονται, εξάλλου, όσες οικογένειες (48) απέκτησαν παιδιά μετά την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, προκειμένου οι διαπιστώσεις να κινηθούν στα χρονικά όρια της εργασίας.

Δεν έχω πληροφορίες σχετικά με αντισυλληπτικές μεθόδους: αν και δεν απο-

89. Αυτό συνάγεται από το Γενικό Μητρώο Αρρένων και Θηλέων που τηρήθηκε, όπως προαναφέραμε, μάλλον μετά το 1915. Τα στοιχεία συμφωνούν με την αριθμητική εικόνα την οποία κατέγραψε από το παλιό Δημοτολόγιο ο Ε. Αλεξάκης [ΚΕΕΛ, Χειρόγραφο 4221 (1984), σ. 178-183] και εναρμονίζονται με τις προφορικές μαρτυρίες. Πάντως, οι αριθμοί αυτοί θα πρέπει να εκληφθούν ως τάξεις μεγέθους, καθώς μάλιστα, δεν αποτελούν καταγραφή η οποία έγινε σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή αλλά προκύπτουν από τη συνεχή καταγραφή χωριανών που γεννήθηκαν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από τα τέλη του 19ου αιώνα και εξής.

Σελ. 66
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/67.gif&w=600&h=915

αποκλείεται να εφαρμόζονταν ορισμένες εμπειρικές τεχνικές, ο οικογενειακός προγραμματισμός ήταν άγνωστος και προφανώς ακατανόητος στις ελληνικές αγροτικές κοινωνίες του Μεσοπολέμου. Όμως οι γυναίκες πρέπει να εγκυμονούσαν συχνότερα απ' όσο υποδεικνύουν οι αριθμοί των γεννήσεων, αφού οι αποβολές φαίνεται ότι αποτελούσαν συνηθισμένο φαινόμενο, κυρίως λόγω της εντατικής απασχόλησης των γυναικών στις γεωργικές εργασίες. Παρ' όλο που οι άνθρωποι αποφεύγουν τις αναφορές σε τέτοια θέματα-ταμπού, η αυθόρμητη μαρτυρία μιας συνομιλήτριας είναι αρκετά εύγλωττη:

Είχε όμως και τρεις αποβολές η μαμά μ με συγχωρείτε. Τρεις αποβολές. Η μάνα μ' ήταν πολύ αψά στις δουλειές, στα κτήματα, και τα πέταγε τα παιδιά' και μια άλλη θυμάται: Έχασε κι η μάνα μ', πώς δεν έχασε, απουβολές έκαμε κι η μάνα μ' πουλλές. Κι η θειά μ', μια αδερφή του πατέρα μ', κι εκείν' έκανε απουβολές αράδα. Πώς να γένουν μωρέ; ήταν κουρασμένες οι γυναίκες. Και σήκωναν τα φουρτιά, να φορτώσνε το μλάρ, να πα να φορτώσνε τριφύλλ', να πα να φορτώσνε ξύλα..,90.

Η απώλεια του εμβρύου πρέπει να ήταν για τις γυναίκες τόσο αυτονόητη, όσο και η εγκυμοσύνη.

Σύμφωνα με το σωζόμενο Βιβλίο θανάτων, από το 1932-1939 πεθαίνουν στο χωριό κάθε χρόνο, κατά κανόνα, 10-15 άνθρωποι (το 1933 21, το 1935 23), από τους οποίους 3-8 είναι παιδιά, στην πλειοψηφία τους βρέφη.91 Μόνο 4 από τα 29 παιδιά που καταγράφονται στα βιβλία αποβιώσεων της εποχής αυτής είναι πάνω από δύο χρονών. Οι περισσότεροι θάνατοι παιδιών οφείλονταν σε βρογχοπνευμονίες (δεν είναι τυχαίο, όπως θα αναφέρουμε και σε επόμενο κεφάλαιο, ότι οι γονείς ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα «να μην κρυώσουν» τα παιδιά, ούτε εξάλλου το γεγονός ότι ένας έντονος, ιδιαίτερος φόβος για το «κρύωμα» διακατέχει μέχρι σήμερα τους ανθρώπους που μεγάλωσαν στο χωριό) . Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με μια κοινωνία με σημαντικό αριθμό παιδιών αλλά και υψηλή βρεφική θνησιμότητα (ίσως 100%ο, ακόμη και 136%ο), μια από στατιστικής πλευράς τυπική αγροτική παραδοσιακή κοινωνία. Άλλωστε, η Ελλάδα παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου μια χώρα με συγκριτικά υψηλή βρεφική θνησιμότητα.92

90. Συν. 2 με την Λ. Π., σ. Γ Συν. 4 με την Π. Γ., σ. 30.

91. Βιβλίον Ληξιαρχικών Πράξεων Κοινότητος Κροκυλείου. Θανάτων, τ. Α, 1.1.193231.12.1939.

92. Ο Βαλαώρας υπολογίζει τη βρεφική θνησιμότητα (ποσοστό των νεκρών επί 1000 βρεφών τα οποία γεννήθηκαν ζωντανά) στον ελλαδικό χώρο ανάμεσα στο 1900 και το 1940 περίπου, σε ποσοστά που κυμαίνονται από 200%u ως 100%ο με προοδευτική μείωση του ποσοστού στη διάρκεια του χρόνου και θεωρεί ότι η χώρα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση έναντι άλλων ευρωπαϊκών χωρών (Β. Βαλαώρας, Στοιχεία..., ό.π., σ. 164-166). Στα κατά προ-

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/68.gif&w=600&h=915

Βέβαιο είναι ότι κάθε επιδημία που έπληττε το χωριό, οδηγούσε και αρκετά παιδιά -χωρίς να μπορούμε να προσδιορίσουμε τον ακριβή αριθμό τους στο θάνατο. Το 1933 συναντάμε καταχωρισμένα στο «Βιβλίο Θανάτων», το ένα μετά το άλλο, 6 παιδιά, ηλικίας από δύο μηνών μέχρι δύο ετών, που πέθαναν όλα από «μετακοκκυτική βρογχοπνευμονία». Μια συνομιλήτρια που γεννήθηκε το 1907 αναφέρεται στις περιορισμένες δυνατότητες αντιμετώπισης των ασθενειών γενικότερα, και της παιδικής θνησιμότητας ειδικότερα: «... όσα παιδιά έζηαν. Όσα έζηαν, χριστανή μ'. Γιατί πρώτα για πρώτα δεν είχαν τα μέσα ... Και σ' λέω δεν παραπρόσεχαν, πέθαιναν πολλά παιδιά. Πολλά παιδιά».93 Όπως θα δούμε και παρακάτω, οι άνθρωποι δεν αδιαφορούσαν για τη ζωή των παιδιών τους. Ο αγώνας για την επιβίωση όμως δεν άφηνε μεγάλα χρονικά περιθώρια, -τα οικονομικά περιθώρια ήταν ούτως ή άλλως στενά- και οι επιδημίες, κατά κανόνα γρίππης94, έπλητταν συχνά ολόκληρες οικογένειες, δημιουργώντας μια κατάσταση απελπιστική.

προσέγγιση ποσοστά κατέληξα υπολογίζοντας με βάση τα Βιβλία Γεννήσεων και Θανάτων (βλ. «Πηγές» στο τέλος του βιβλίου) ότι στο Κροκύλειο τη δεκαετία του 1930 γεννιόνταν ετησίως κατά μέσο όρο 22-23 παιδιά και πέθαναν ετησίως, κατά μέσο όρο 2-3 βρέφη, δηλαδή παιδιά ηλικίας μέχρι ενός έτους.

93. Συν. με την Π. Γ., σ. 42.

94. Συν. με τον Χ. T., σ. 20. Σύμφωνα με το συνομιλητή πολλά παιδιά στο χωριό χάθηκαν όταν το έπληξε η παγκόσμια επιδημία γρίππης του 1918.

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/69.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΜΕΤΑΞΥ ΠΑΛΙΩΝ ΚΑΙ ΝΕΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ ΖΩΗΣ: Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/70.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 70
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/71.gif&w=600&h=915

1. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Η οικογένεια ή, για να ακριβολογήσουμε, το νοικοκυριό, η οικιακή ομάδα1 αποτελούσε το πρωταρχικό περιβάλλον ανατροφής και κοινωνικοποίησης των παιδιών. Στο εσωτερικό της οικιακής ομάδας τα παιδιά αναλάμβαναν τους πρώτους κοινωνικούς ρόλους και ανέπτυσσαν τις πρώτες οικονομικές και άλλες διαπροσωπικές σχέσεις της ζωής τους. Είναι ευνόητο ότι η δομή, το μέγεθος και ο κύκλος ανάπτυξής της επηρέαζε τη θέση των παιδιών μέσα σε αυτήν και τις σχέσεις τους με τα άλλα μέλη της. Με βάση το Γενικό Μητρώο και το υλικό που συγκέντρωσε ο Π. Μπακαρέζος μπορεί κανείς να σχηματίσει μια συνολική εικόνα της δομής και του μεγέθους των νοικοκυριών του χωριού.

Βέβαια οι πηγές αυτές παρουσιάζουν πολλά προβλήματα, ορισμένα από τα οποία επισημάναμε στην Εισαγωγή. Τα προβλήματα αυτά οφείλονται κατά το μεγαλύτερο μέρος στο είδος των πηγών, στο γεγονός ότι ουσιαστικά δεν αποτελούν πραγματικές απογραφές, σε αντίθεση με δημοτολόγια-απογραφές τα οποία έχουν εντοπιστεί σε άλλες ορεινές κοινότητες.2 Στο Γενικό Μητρώο βρίσκονται εγγεγραμμένα, με αλφαβητική σειρά και ανά οικογενειακή μερίδα, όλα τα μέλη της κοινότητας, και για μια περίοδο που αρχίζει μάλλον από το 1890 και εκτείνεται ως τις αρχές της δεκαετίας του 1940. Στο υλικό που συγκέντρωσε ο Π. Μπακαρέζος καταγράφονται ανά οικία όσοι κατοικούσαν στην κοινότητα γύρω στα 1930, σύμφωνα με συστηματικά συλλεγμένες προφορικές μαρτυρίες. Κάτοικοι και μέλη της κοινότητας δεν συμπίπτουν υποχρεωτικά. Στις πρώτες σελίδες του Μητρώου προσδιορίζεται η ηλικία των ανθρώπων «κατά το 1915». Αυτό, πιθανόν, υποδηλώνει ότι υπήρξε ένα πρώτο βιβλίο

1. Στην εργασία αυτή οι καθημερινοί, σήμερα και άλλοτε, όροι «οικογένεια» και «νοικοκυριό» χρησιμοποιούνται συχνά υπό την έννοια της «οικιακής ομάδας» για να αποφευχθούν περιττές δυσκαμψίες στο λόγο. Για τη σημασία και χρήση των όρων «οικογένεια», «νοικοκυριό» και των συναφών με αυτούς από τους ιστορικούς της οικογένειας βλ. Ρ. Laslett, «Οικογένεια και νοικοκυριό. Ιστορικές προσεγγίσεις», στο Ρ. Καυταντζόγλου (επιμ.),Οικογένειες του παρελθόντος. Μορφές οικιακής οργάνωσης στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια, Αθήνα 19%, σ. 40 κ.εξ.

2. Πβ. το υλικό από την Ήπειρο που χρησιμοποίησαν οι Ναούμη-Καυταντζόγλου και ο Ε. Αλεξάκης: Μ. Ναούμη, Ρ. Καυτατζόγλου, «Η μορφή της οικογένειας στο Συρράκο», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 58 (1985), 32-54" Ε. Π. Αλεξάκης, «Ο κύκλος ανάπτυξης της οικιακής ομάδας στην ορεινή κοινότητα Καστάνιανη Κόνιτσας», στο Νιτσιάκος, Κασίμης, Ο ορεινός χώρος της Βαλκανικής, ό.π., σ. 119-147.

Σελ. 71
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/72.gif&w=600&h=915

(«συνταχθέν το 1890», όπως αναγράφεται στην ετικέτα του εξωφύλλου), που το 1915 αντιγράφηκε στο βιβλίο το οποίο σώζεται σήμερα. Ορισμένες φορές σημειώνεται στο περιθώριο η χρονολογία θανάτου. Ουσιαστικά όμως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα εάν και για πόσο διάστημα όλοι, όσοι αναγράφονται μαζί (ο ένας ακριβώς κάτω από τον άλλον) συγκατοικούσαν, συγκροτούσαν δηλαδή μια οικιακή ομάδα.3

Αντίθετα, το υλικό που συγκέντρωσε ο Μπακαρέζος αναφέρει όσους κατοικούσαν μόνιμα σε κάθε σπίτι γύρω στα 1930, ενώ σε 19 από 212 περιπτώσεις σημειώνει ότι το σπίτι δεν ήταν πια κατοικημένο ή ότι επρόκειτο για κτίριο με άλλη λειτουργία (ταχυδρομείο, καφενείο κ.λπ.). Τα μέλη της οικογένειας που ζούσαν εκτός οικιακής ομάδας (λ.χ. στην Αμερική ή στην Αθήνα) σημειώνονται σε διπλανή στήλη. Όμως, δεν πρόκειται για απογραφή του 1930 αλλά για ένα είδος αναδρομικής απογραφής που δεν μπορεί να είναι απολύτως ακριβής, ενώ, εξάλλου, δεν καταγράφονται τα ονοματεπώνυμα των μελών παρά μόνο το επώνυμο της οικογένειας ή το παρωνύμιο ενός μέλους, κάτι που δεν μας επιτρέπει να ταυτίσουμε τα άτομα με τα μέλη της κοινότητας στο Γενικό Μητρώο.

Πρόθεση μου δεν είναι να αναλύσω σε βάθος τα στοιχεία που αφορούν στη συγκρότηση των νοικοκυριών. Δομή και μέγεθος οικιακών ομάδων απασχολούν την εργασία αυτή στο βαθμό που μας βοηθούν να εντάξουμε την καθημερινότητα των παιδιών στο ευρύτερο κοινωνικό της πλαίσιο. Για να χρησιμοποιήσω τα στοιχεία του Μητρώου ήταν απαραίτητη τουλάχιστον μια χρονική τομή: επέλεξα το 1915, χρονιά μετονομασίας του χωριού, κατά την οποία, όπως είπα, φαίνεται ότι τα στοιχεία ενός παλαιότερου Δημοτολογίου ενσωματώθηκαν στο Μητρώο, τρία περίπου χρόνια μετά τη συγκρότηση της αυτόνομης κοινότητας. Παραθέτω τα αναλυτικά αποτελέσματα στον Πίνακα μαζί με τα αντίστοιχα που προκύπτουν από την επεξεργασία του υλικού το οποίο συγκέντρωσε ο Μπακαρέζος για το 1930. Για συγκριτικούς σκοπούς εξέτασα επίσης τις οικιακές ομάδες του Μητρώου ως τις αρχές του 1920" τα σχετικά συμπεράσματα ενσωματώνω στο κείμενο αυτής της ενότητας. Ως προς τη δομή των οικιακών ομάδων ακολούθησα μια τυπολογία μεταξύ του κλασικού πλέον σχήματος των Laslett και Wall και του διαφοροποιημένου σχήματος που υιοθετεί στις μελέτες του ο Ε. Αλεξάκης.4

Το 1915 οι περισσότερες (139) οικιακές ομάδες στο χωριό, σχεδόν δηλαδή

3. Επιφυλακτικός είναι στις ad hoc παρατηρήσεις του για το συγκεκριμένο Δημοτολόγιο και ο Αλεξάκης, ο οποίος παλαιότερα κατέγραψε ορισμένα στοιχεία από αυτό, στο πλαίσιο συλλογής εθνογραφικού υλικού από το Κέντρο Λαογραφίας (βλ. ΚΕΕΛ, χειρόγραφο 4221, σ. 178-183).

4. Βλ. Ε. Αλεξάκης, «Ο κύκλος ανάπτυξης...», ό.π., σ. 127-129' Laslett, «Οικογένεια και νοικοκυριό...», ό.π., σ. 46.

Σελ. 72
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/73.gif&w=600&h=915

δή τα 2/3 του συνόλου, αποτελούνταν από ζευγάρια ή έναν γονέα -το τελευταίο μόνο σε 26 περιπτώσεις- με παιδιά ανήλικα ή ενήλικα" συγχρόνως, όμως, ένας πολύ σημαντικός αριθμός (62), δηλαδή πάνω από το 1/4 όλων των οικιακών ομάδων, συγκροτούνταν από ένα ζευγάρι (σπανιότατα παραπάνω) και τους γονείς ή έναν γονέα του άνδρα ή ακόμη (σε 3 μόνον περιπτώσεις) τους γονείς ή ένα γονέα της γυναίκας.5 Ανάλογη εικόνα προκύπτει από τα στοιχεία τα οποία συγκέντρωσε ο Μπακαρέζος για την εποχή γύρω στα 1930. Αφήνοντας κατά μέρος τις 19 απροσδιόριστες σύνθετες οικιακές ομάδες (βλ. Πίνακα 1) διαπιστώνουμε ότι πάνω από τις μισές οικιακές ομάδες τις οποίες κατέγραψε (90 από 174) αποτελούνταν από ζευγάρια ή έναν γονέα με παιδιά ανήλικα ή ενήλικα, ενώ σε 54 περιπτώσεις, δηλαδή σχεδόν στο 1/3 του συνόλου των οικιακών ομάδων, γονείς και παντρεμένα παιδιά εμφανίζονται να ζουν κάτω από την ίδια στέγη.

Δεν θα επιχειρήσω να απαντήσω στο γιατί το 1930 οι γονείς εμφανίζονται να συμβιώνουν συχνότερα με τα παντρεμένα παιδιά τους απ' όσο το 1915, παρ' όλο, μάλιστα, που στο υλικό για το 1930 αναφέρονται χωριστά τα ενήλικα παιδιά ή άλλοι συγγενείς που δεν κατοικούσαν μόνιμα στο χωριό. Κάτι τέτοιο θα υπερέβαινε τα όρια αυτής της μελέτης, ακόμη και αν διαθέταμε πλούσιες σχετικές πηγές. Προφανώς οι λόγοι είναι πολύπλοκοι και σε ένα πρώτο επίπεδο δημογραφικού χαρακτήρα (μείωση του αριθμού των γεννήσεων και του αριθμού των θανάτων, μείωση του πληθυσμού). Ως προς το μέγεθος των οικιακών ομάδων παρατηρούμε ότι οι οικιακές ομάδες του 1930 εμφανίζονται κάπως μικρότερες από εκείνες του 1915 (βλ. Πίνακα 2): Τα μισά περίπου σπιτικά του χωριού αριθμούσαν το 1915 από 4-6 άτομα, δεκαπέντε χρόνια αργότερα από 3 έως 5 άτομα, ενώ τα νοικοκυριά που αριθμούσαν πάνω από 6 μέλη εμφανίζονται να έχουν μειωθεί αισθητά. Αλλά, βέβαια, οι διαφορές αυτές ως ένα βαθμό οφείλονται και στο γεγονός ότι στο Μητρώο είναι εγγεγραμμένα όλα τα μέλη της κοινότητας ανεξάρτητα από το πού κατοικούν πραγματικά.

Πάντως και στη μία και στην άλλη χρονολογία σπάνια εμφανίζονται να συγκατοικούν πάνω από 8 άτομα' τόσο πολυμελείς οικιακές ομάδες δεν ανέρχονταν ούτε καν στο 1/10 του συνόλου των οικογενειών - το 1915 απαντούν 16 και το 1930 10 τέτοιες περιπτώσεις. Τα περισσότερα παιδιά μεγάλωναν σε πολυμελή για τα σημερινά δεδομένα σπιτικά, όχι όμως σε πολυπληθείς οικογενειακούς σχηματισμούς, κατά το πρότυπο της πατριάς (ζάντρουγκα).

Πρέπει βέβαια να σημειώσουμε ότι αν θέσουμε ένα κάπως μεταγενέστερο

5. Σε έντεκα από αυτές τις οικογένειες μαζί με την πυρηνική οικογένεια και τους γονείς ή τον γονέα κατοικούσαν, επίσης, ένα ή περισσότερα ανύπαντρα αδέλφια του άνδρα. Από κει και πέρα εντόπισα 7 περιπτώσεις ζευγαριών χωρίς παιδιά, 5 με ανύπαντρα αδέλφια που συγκατοικούσαν με τον παντρεμένο αδελφό, 4 στις οποίες συγκατοικούσαν ανύπαντρα ενήλικα αδέλφια, ενώ δεν υπολόγισα στις μετρήσεις μου 17 περιπτώσεις όπου τα στοιχεία ήταν εξαιρετικά ελλιπή και η εικόνα συγκεχυμένη.

Σελ. 73
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/74.gif&w=600&h=915

χρονολογικό όριο και εξετάσουμε τα στοιχεία του Μητρώου μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1920 οι οικιακές ομάδες εμφανίζονται πιο σύνθετες" ενώ ο αριθμός των νοικοκυριών παραμένει περίπου ο ίδιος, αυξάνει ο αριθμός των περιπτώσεων, όπου ένας γονέας συμβιώνει με έναν τουλάχιστον παντρεμένο γιο (από 33 σε 42), υπερδιπλασιάζονται οι οικογένειες-κορμοί (από 23 γίνονται 55), σχεδόν τετραπλασιάζονται οι πολυπυρηνικές οικιακές ομάδες (από 3 γίνονται 11), χιχι φυσικά μειώνεται αισθητά (κατά 40 περίπου) ο αριθμός των ομάδων όπου συμβιώνουν γονείς (ένας ή και οι δυο) με ανύπαντρα παιδιά. Οι περισσότερες από τις οικιακές ομάδες του 1915 φαίνεται ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1920 έχουν περάσει σε μια άλλη φάση του κύκλου ανάπτυξης, κυρίως λόγω του γάμου ενός γιου. Πάντως, γεγονός παραμένει ότι οι γονείς, εφόσον ζουν, συγκατοικούν, κατά κανόνα, με έναν παντρεμένο γιο και πολύ σπάνια με δύο ή παραπάνω.

Βέβαια υπάρχουν μαρτυρίες για περιπτώσεις οικογενειών όπου λόγω της υπερατλαντικής μετανάστευσης κανείς γιος δε ζούσε στο χωριό και οι γονείς κατέφευγαν στη λύση του «σώγαμπρου», συγκατοικώντας με μια κόρη και τον άνδρα της, ο οποίος κληρονομούσε και το σπίτι. Η υπερατλαντική μετανάστευση ίσως συνετέλεσε στη διάβρωση του ανδροπατροτοπικού συστήματος σε επίπεδο νοοτροπίας και πράξης, επομένως και στη διάβρωση σημαντικών κοινωνικο-οικονομικών δομών της ορεινής κοινωνίας:

Ηύρε τα πεθερικά τ' ο κουνιάδος μ', γιατ'... έφγαν τα κουνιάδια τ' ούλα και πήγαν στν Αμερική, οι κουνιάδες τ' παντρεύκαν, τάλλα τα παιδιά πήγαν στν Αμερική, κι ανέμκαν δυο γερόντ' και σκώθκε και πήε στ' πεθερού τ' το σπίτ', ηύρε σπίτια, ηύρε αχυρώνες... - Του πατέρα μ' τον πατέρα γνώρσα... έμενε στο δικό τ το σπίτ'. Ο πατέρας μου πήε σώγαμπρος όταν παντρεύκε μετά... Ένα παιδί πόχαν (τα πεθερικά του) ήταν στν Αμερική...6.

Συνολικά πάντως οι μετρήσεις επιβεβαιώνουν, όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο για μια ορεινή αγροτική κοινωνία του ελλαδικού και του ευρύτερου βαλκανικού χώρου, την κυριαρχία του ανδροπατροτοπικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο το νέο ζευγάρι κατ' αρχήν συγκατοικούσε με τους γονείς του άνδρα. Το παράδειγμά μας συμφωνεί με τον τύπο που προτείνει ο Käser για ένα μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας: Οι πυρηνικές οικογένειες κυριαρχούν στην πράξη" ιδεοτυπικά οι περισσότεροι άνθρωποι διάγουν ορισμένες περιόδους της ζωής τους σε ένα πιο σύνθετο οικιακό πλαίσιο.7 Όπως φαίνεται από ενδει-

6. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 3' Συν. 2 με την Γ. Σ., σ. 6.

7. Κ. Kaser, «Introduction: Household and family contexts in the Balkans», The History of the Family 1(1996), σ. 375-385, κυρίως σ. 381. To σχήμα του Kaser έχει γενικό χαρακτήρα και αναγκαστικά δεν στηρίζεται σε βιβλιογραφία που αφορά στον ορεινό κε-

Σελ. 74
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/75.gif&w=600&h=915

ενδεικτικά σχετικά συμβόλαια, οι γονείς κατά τη διανομή της περιουσίας (είτε «εν ζωή», είτε «αιτία θανάτου», όπως αναφέρεται στα έγγραφα), μπορούσαν να παραχωρήσουν ένα μέρος του σπιτιού ή ολόκληρο το σπίτι στο χωριό σε ένα γιο, να μοιράσουν το σπίτι σε δυο ή τρεις γιους, να παραχωρήσουν -στην περίπτωση που δεν υπήρχε γιος- στην κόρη και το γαμπρό το σπίτι ή ένα τμήμα του' η συγκατοίκηση της νέας με την παλαιά γενιά αποτελούσε συχνά όρο για την «εν ζωή» ή τη μεταθανάτια μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.8 Τα λιγοστά αυτά συμβόλαια παραπέμπουν σε διευρυμένους οικογενειακούς σχηματισμούς και επιβεβαιώνουν την πρακτική μεταβίβασης της ακίνητης περιουσίας, και μάλιστα του σπιτιού, κατά προτίμηση στους γιους, που έχει παρατηρηθεί και σε άλλες, σχετικά διαφορετικές από πλευράς κοινωνικής σύνθεσης και οικονομικών δομών, κοινότητες του ελληνικού ορεινού χώρου.9

Αλλά ο χαρακτήρας των οικιακών ομάδων στο Κροκύλειο εμφανίζεται συνολικά -ακόμη και αν λάβουμε υπόψη την αύξηση του αριθμού των πολλαπλών νοικοκυριών γύρω στα 1920, στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω— σαφώς λιγότερο σύνθετος από παραδείγματα που αφορούν σε άλλες κοινότητες του ορεινού χώρου με διαφορετικές οικονομικές δομές.10 Οι εργασιακές συνθήκες των περισσότερων χωριανών δεν υπαγόρευαν τη συγκρότηση πολυπυρηνικών οικιακών ομάδων. Από τις προφορικές μαρτυρίες δεν προκύπτει ότι παντρεμένα αδέλφια συγκατοικούσαν για μεγάλα διαστήματα (πάνω από κάποια χρόνια). Ορισμένοι πληροφορητές από οικογένειες κτηνοτρόφων υποστήριξαν ότι αυτού του είδους η συγκατοίκηση ήταν ένα αναγκαίο κακό, μια κατάσταση που οδηγούσε αναπόφευκτα σε προστριβές και διαρκούσε ελάχιστα. Υποθέτω, ωστόσο, ότι εξαιτίας της μετανάστευσης των ανδρών ένα τέτοιο δίλημμα δεν πρόβαλε συχνά. Λόγω των αναγκών της κτηνοτροφίας οι οικογένειες των τσο-

κεντρικό ελλαδικό χώρο, αφού, απ' όσο γνωρίζω, ο τελευταίος δεν έχει αποτελέσει μέχρι σήμερα αντικείμενο εκτεταμένης έρευνας.

8. Λ. χ. αρ. 300, 22. 8. 1900' αρ. 440, 8. 11. 1900' αρ. 99, 6. 4. 1901' αρ. 374, 5. 10. 1901' αρ. 3613, 22. 5. 1914' αρ. 3905, 18. 9. 1914.

9. Caftanzoglou, «The Household formation Pattern of a Vlach...», ό.π., σ. 93-

95.

10. Πβ. τη μελέτη της Καυταντζόγλου για το Συρράκο, ορεινή κοινότητα της Ηπείρου με κτηνοτροφία μεγάλης διακίνησης, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.: R. Caftanzoglou, «The Household formation Pattern of a Vlach mountain community of Greece: Syrrako 1898-1929», Journal of Family History 19 (1994), 79-98, κυρίως σ. 82 και του Αλεξάκη για την κοινότητα Καστάνιανη Κόνιτσας (Αλεξάκης, «Ο κύκλος ανάπτυξης...», ό.π., σ. 128, 129). Βλ. τον πολύ ενδιαφέροντα προβληματισμό του συγγραφέα για το ρόλο του «habitus» στη διατήρηση οικιακών σχηματισμών και την αλληλεπίδραση του με τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες (ό.π., σ. 137). Σύμφωνα με τον Αλεξάκη οι πολυπυρηνικές οικογένειες στο νότιο ορεινό ελλαδικό χώρο απαντούν σε ημινομάδες και μεταβατικούς κτηνοτρόφους και είναι πιο ασταθείς σε σύγκριση με το βόρειο ελλαδικό και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο (ό.π., σ. 136).

Σελ. 75
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/76.gif&w=600&h=915

τσοπάνηδων περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος του έτους έξω από τον κεντρικό οικισμό του χωριού, σε πρόχειρα καταλύματα' από τις αφηγήσεις συνάγεται, ότι κατά κανόνα, παντρεμένα αδέλφια κατοικούσαν σε γειτονικά καταλύματα, προφανώς επειδή συνεργάζονταν, δηλαδή συμβίωναν, με την ευρεία έννοια των όρων.

Εκείνο που μας ενδιαφέρει άμεσα είναι ότι, εφόσον οι γονείς του πατέρα βρίσκονταν εν ζωή, τα παιδιά στη συντριπτική τους πλειοψηφία συγκατοικούσαν με αυτούς. Προφανώς τα πρώτα κατά σειρά γέννησης παιδιά είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες να διαβιώσουν στο πλαίσιο ενός οικιακού σχηματισμού με τρεις γενιές. Σε ορισμένες περιπτώσεις -σε ποσοστό που δεν υπερέβαινε το 5% του συνόλου των νοικοκυριών το 1930, αλλά ανερχόταν σε περίπου 9% το 1915 και τουλάχιστον σε 17% στις αρχές της δεκαετίας του 192011- τα παιδιά συγκατοικούσαν επίσης με ανύπαντρους θείους ή θείες, προπάντων από την πλευρά του πατέρα. Σχεδόν ποτέ δε συγκατοικούσαν με ξένα άτομα.12 Ως προς αυτό η εμπειρία τους διέφερε σημαντικά από την αντίστοιχη παιδιών στον κεντροευρωπαϊκό ορεινό χώρο της ίδιας εποχής, με τον οποίο τυχαίνει να έχω ασχοληθεί.13

11. Λαμβάνω υπόψη όχι μόνο την περίπτωση όπου ένας αδελφός παντρεμένος συγκατοικεί με ανύπαντρα αδέλφια (βλ. Πίνακα 1) αλλά και περιπτώσεις όπου ανύπαντρα αδέλφια εμφανίζονται να διαβιώνουν στο πλαίσιο μιας οικογένειας-κορμού ή μιας πολυπυρηνικής οικογένειας.

12. Σε μια περίπτωση (οικογένεια Παρασκευά Σίδερη του Ιωάννου) απαντά στο Μητρώο μια γυναίκα, προφανώς ξένη ή μακρινή συγγενής, που συγκατοικεί με ένα ζευγάρι και τα παιδιά του. Δύο από τις συνομιλήτριες μου ανέφεραν ότι συγκατοικούσαν με ξένους -στη μία περίπτωση με έναν νεαρό «υπηρέτη», στην άλλη με ένα «Τούρκο» και το κοριτσάκι του, που είχε φέρει μαζί του ο πατέρας από τον πόλεμο, μάλλον του 1912-13 (Συν. με την Π. Κ., σ. 29' Συν. με την Κ. Σ., σ. 15).

13. M. Papathanassiou, «Rural Childhood(s) in Mountain Regions of Austria and Greece: A Comparative Approach (c. 1900-1940)», στο S. Naumovic, M. Jovanovic (eds.), Childhood in South East Europe: Historical Perspectives on Growing Up in the 19th and 20th centuries, Βελιγράδι-Γκρατς 2001, σ. 45-72, κυρίως σ. 63.

Σελ. 76
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/77.gif&w=600&h=915

πινακασ 1

Τυπολογία οικιακών ομάδων14 στο Κροκύλειο 1915, 1930

Τύποι οικογένειας 1915 ΠΙ 1930 Π2

Τύποι οικογένειας 1915 ΠΙ 1930 Π2

μονηρεις

6

(2,6%)

9 (4,6%)

πυρηνικεσ

Νέα ζευγάρια χωρίς παιδιά

3

(1,3%)

-

Ηλικιωμένα ζευγάρια χωρίς παιδιά

4

(1,7%)

11 (5,7%)

Ζευγάρια με παιδιά (ανύπαντρα)

113

(48,5%)

66 (34,1%)

Ένας γονέας με παιδιά (ανύπαντρα)

26

(11,1%)

24 (12,4%)

«χωρισ οικογενεια»

Συμβιούντα αδέλφια

3

(1,3%)

2 (1%)

διετρυμενεσ

Ένας γονέας με έναν τουλάχιστον γιο

33

(14,1%)

37 (19,1%)

παντρεμένο

Ένας αδελφός παντρεμένος με αδέλφια

6

(2,6%)

5 (2,5%)

ανύπαντρα

πολλαπλεσ

Οικογένεια-Κορμός με το μεγαλύτερο γιο

9

(3,9%)

-

Οικογένεια-Κορμός (με το μοναδικό ή

14

(6%)

16 (8,2%)

άλλο γω)

Πολυπυρηνική -Γραμμική*

1

(0,4%)

-

Πολυπυρηνική με ένα γονέα**

2

(0,9%)

-

Πολυπυρηνική τύπου frérèche***

-

-

Πολυπυρηνική πολυσύνθετη* * * *

-

-

Σύνθετες απροσδιόριστες"1"

-

19 (9,8%)

Σώγαμπροι

3

(1,3%)

1 (0,5%)

Αταξινόμητες

10

(4,3%)

3 (1,5%)

συνολο

233

193

Πηγές: πι Γενικό Μητρώο Αρρένων και Θηλέων Κοινότητος Κροκυλείου π2 Στοιχεία Π. Μπακαρέζου

14. Πβ. Αλεξάκης, «Ο κύκλος ανάπτυξης», ό.π., σ. 127-129 και Laslett, «Οικογένεια και νοικοκυριό», ό.π., σ. 41-46.

Πηγές: πι Γενικό Μητρώο Αρρένων και Θηλέων Κοινότητος Κροκυλείου π2 Στοιχεία Π. Μπακαρέζου

Σελ. 77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/78.gif&w=600&h=915

Επεξηγήσεις (πβ. Αλεξάκης, «Ο κύκλος ανάπτυξης...», ό.π., σ. 127-129)

* Δύο τουλάχιστον αδελφοί παντρεμένοι, ζουν και οι δύο γονείς.

** Δύο τουλάχιστον αδελφοί παντρεμένοι με έναν γονέα κατά κανόνα χήρο.

* * * Αδελφικά σύνθετα νοικοκυριά: συμβιούντα παντρεμένα αδέλφια χωρίς ανιόντες συγγενείς.

**** Αδελφοί, εγγονοί ή ανιψιοί παντρεμένοι.

+ : Ονόμασα «σύνθετες απροσδιόριστες» 19 περιπτώσεις που απαντούν στο υλικό του Μπακαρέζου και όπου στο ίδιο σπίτι, αλλά προφανώς σε διαφορετικούς χώρους, διαβιώνουν δύο και σε μια περίπτωση τρεις οικιακές ομάδες ή, εν πάση περιπτώσει, υπο-ομάδες που ο ερευνητής προσδιορίζει ως α και β ή α, β και γ. Από τα στοιχεία του Μπακαρέζου δεν προκύπτει παρά εντελώς υποθετικά η μεταξύ των διακριτών αυτών ομάδων σχέση. Προφανώς πρόκειται για συγγενείς (με μία εξαίρεση) και σε 7 περιπτώσεις πιθανόν πρόκειται για αδελφικά νοικοκυριά. Η μεταβίβαση και διανομή του σπιτιού στα αρσενικά παιδιά πρέπει να οδήγησε σε τέτοια μορφώματα, τα οποία δεν είναι ανιχνεύσιμα στο Μητρώο.

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

Μέγεθος οικιακών ομάδων στο Κροκύλειο 1915, 1930

Άτομα Αριθμός οικιακών ομάδων

1915

ΠΙ 1930 Π2

1

6

9

2

24

21

3

24

29

4

35

34

5

33

32

6

42

24

7

28

26

8

25

8

9

7

5

10

5

5

11

2

12

1

13

-

14

1

ΣΥΝΟΛΟ

233

193

Πηγές: ΠΙ Γενικό Μητρώο Αρρένων και Θηλέων Κοινότητος Κροκυλείου Π2 Στοιχεία Π. Μπακαρέζου.

Σελ. 78
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/79.gif&w=600&h=915

Στο Κροκύλειο των πρώτων δεκαετιών του 20ού αι., η απόκτηση παιδιών εντασσόταν στο συμβολικό, αξιακό κώδικα των τοπικών κοινωνιών, όπου οι άνθρωποι διέγραφαν αυτονόητα το βιολογικό τους κύκλο. Σε αυτό το αυτονόητο του ερχομού των παιδιών, που δεν υφίσταται πλέον, τουλάχιστον στα μεσαία στρώματα των δυτικών κοινωνιών, αναφέρεται ένας γέροντας του χωριού όταν λέει: «Τότε τ αγαπούσε τα παιδιά ο κόσμος. Κι είχε και πολλά παιδιά...».15 Η Λαογραφία έχει ασχοληθεί εκτεταμένα με έθιμα, δοξασίες, πρακτικές που αφορούν στη σύλληψη, τη γέννηση, την κύηση, τη βάπτιση και που συναντώνται με διάφορες παραλλαγές σε πολλά μέρη του ελλαδικού χώρου.16 Όπως άλλωστε σημειώνει ο Μ. Μερακλής: «Τι μπορεί να σημαίνει μια σχεδόν ατελεύτητη σειρά από συνήθειες, δοξασίες, πρακτικές που άλλο δεν επιδίωκαν παρά την τεκνογονία (βεβαίως η προτίμηση έπεφτε στ' αγόρια) αλλά και την ευγονική πλήρωσή της;»17

Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι ο ερχομός κάθε νέου παιδιού γέμιζε χαρά την οικογένεια. Είναι πολύ πιθανόν, εξαιτίας των περιορισμένων οικονομικών πόρων, η γέννηση του τέταρτου ή του πέμπτου παιδιού να προκαλούσε κάποια δυσαρέσκεια, έστω υποσυνείδητα. Με δυσαρέσκεια αντιμετωπίζονταν, εξάλλου, οι αλλεπάλληλες γεννήσεις κοριτσιών μέσα στην ίδια οικογένεια, ή η γέννηση κοριτσιού ενώ δεν υπήρχε αγόρι:

Εφτά κορίτσα, εφτά κορίτσα, μετά έγιναν τα δυο αγόρια, κι ύστερα έγινα γω. Και τς κακοφάνκε. Και μ' έλεγε ο παππούς μ': «δε παντρεύεσαι να φύγς από δω;» Ο πατέρας μου, όταν γεννήθκα εγώ, δηλαδή κι ο πατέρας μου ακόμη που είχι μόρφωση, ο πατέρας μου είχε βγάλ ' το Γυμνάσιο εδώ, το Σχολαρχείο που λέγαν τότι. Ήξερε καλά γράμματα ο πατέρας μου, πήγε στν Αμερκή, ήξερε και τ' αγγλικά, είχε πιάσ' και τ' θεσούλα τ στο ταχυδρομείο. Αλλά όταν γεννήθκα' λέει, σκεπάσκε πιο πολύ. Τι έκανε, λέει, κορίτσ'; Κουκουλώθκε.. ,18

Η αρρενογονία αποτελούσε, όπως είναι γνωστό, ύψιστη αξία στον ευρύτερο βαλκανικό ηπειρωτικό χώρο: «Να ζήσ'τι κι μι γιους» (εύχονταν στο χωριό) στο νιόπαντρο ζευγάρι" «μ' έν' αγόρι», ήταν η ευχή που έδιναν στην έγκυο.19

15. Συν. με τον Χ. Μ., σ. 3.

16. Βλ. τη συνθετική παρουσίαση των σχετικών θεμάτων στο βιβλίο του Ε. Αυδίκου, Το παιδί στην παραδοσιακή και τη σύγχρονη κοινωνία, Αθήνα 1966, σ. 72-201.

17. Μ. Μερακλής, «Το παιδί και η Λαογραφία», στο Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Λαϊκή παράδοση και παιδί, Αθήνα 1999, σ. 15.

18. Συν. 2 με την Α. Σ., σ. 2. Και στη μεσαιωνική δυτική Ευρώπη «δεν υπάρχει αντίρρηση για το ότι οι γονείς επιθυμούν πιο πολύ ένα αγόρι από ένα κορίτσι»: Alexandre-Bidon, Lett, Η Καθημερινή ζωή..., ό.π., σ. 133.

19. Αρχείο Λαογραφικού Σπουδαστηρίου, Χειρόγραφο 2227, σ. 65.

Σελ. 79
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/80.gif&w=600&h=915

Άλλωστε στην ορεινή Δωρίδα20, και φυσικά και στο Κροκύλειο, οι γυναίκες κατέφευγαν σε διάφορα τεχνάσματα προκειμένου να αποκτήσουν παιδί και στο λεγόμενο «σερνικοβότανο»21 προκειμένου να φέρουν στον κόσμο τον πολυπόθητο γιο.

Πάντως το ελάχιστο ποσοστό νέων ζευγαριών χωρίς παιδιά, στο σύνολο των νοικοκυριών του χωριού, επιβεβαιώνει την κεντρική θέση την οποία κατείχαν τα παιδιά στον αξιακό κώδικα της κοινωνίας ως συστατικά στοιχεία της οικογένειας (βλ. Πίνακα 1).

Ήδη από τη βρεφική τους ηλικία, μέσω των πρακτικών ονοματοδοσίας, τα παιδιά μετείχαν ουσιαστικά στη συμβολική επικύρωση και καταξίωση των στενών σχέσεων συγγένειας, ειδικότερα των πατροπλευρικών και τελικά του ανδροπατροτοπικού συστήματος συγκρότησης των οικογενειακών σχηματισμών: Μια ματιά στο Γενικό Μητρώο της κοινότητας αρκεί για να διαπιστώσει κανείς τους κεντρικούς κανόνες οι οποίοι διείπαν την ονοματοδοσία: Το πρώτο αγόρι και το πρώτο κορίτσι έπαιρναν το όνομα του «παππούλη» και της «κυρούλας», όπως αποκαλούνταν ο παππούς και η γιαγιά από την πλευρά του πατέρα" το δεύτερο αγόρι και το δεύτερο κορίτσι έπαιρναν τα αντίστοιχα μητροπλευρικά ονόματα, και για τα παιδιά που έρχονταν στη συνέχεια αναζητούνταν συνήθως ονόματα στο πλαίσιο της ευρύτερης οικογένειας, κατά πρώτο λόγο ανάμεσα στους πατροπλευρικούς συγγενείς, προπάντων στα αδέλφια του πατέρα. Οπωσδήποτε, όπως διαπιστώνει κανείς από τις εξαιρέσεις και παραλλαγές που απαντούν στο Μητρώο, το σύστημα ονοματοδοσίας ήταν ευέλικτο. Ορισμένες φορές η ονοματοδοσία φαίνεται πως είχε μαγικο-αποτρεπτικό ή και εθνικο-ιστορικό χαρακτήρα' άλλοτε πάλι, φαίνεται, ότι ο ανάδοχος για δικούς του λόγους αποφάσιζε ποιο όνομα θα δινόταν στο παιδί.22 Όμως όλα αυτά δεν αναιρούν το γεγονός ότι το βασικό σύστημα ονοματοδοσίας αντικατόπτριζε και ταυτόχρονα στήριζε το σύστημα οργάνωσης των συγγενειακών σχέσεων και μεταβίβασης της περιουσίας, ούτε βέβαια αναιρούν την κεντρική θέση των παιδιών στη λειτουργία και διατήρηση των υφιστάμενων κοινωνικών δομών.

20. Για τις δοξασίες και τα έθιμα που σχετίζονται με τη σύλληψη, τη γέννηση, τη λοχεία και τη βάπτιση στην περιοχή της Δωρίδας, βλ. Γ. Ηλιόπουλος, Λαογραφικά Δωρίδας, Αθήνα 1987, σ. 213-225.

21. ΚΕΕΛ, Χειρόγραφο 4221 (1984), σ. 208.

22. Για μια γλωσσική-σημασιολογική ανάλυση των ονομάτων που απαντούν στον ελλαδικό χώρο βλ. Ε. Αυδίκος, Το παιδί..., ό.π., σ. 158-167. Πα το βασικό σύστημα ονοματοδοσίας στη Δωρίδα που επιβεβαιώνεται από τις πηγές μας, βλ. Ηλιόπουλος, Λαογραφικά Δωρίδας, ό.π., σ. 215.

Σελ. 80
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/81.gif&w=600&h=915

2. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κάθε οικογένεια, με την έννοια της οικιακής ομάδας, λειτουργεί ταυτόχρονα και ως οικονομική ενότητα. Μεταξύ των μελών της υφίστανται και αναπτύσσονται οικονομικές σχέσεις. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τη θέση και το ρόλο ενός προσώπου (του παιδιού στην περίπτωσή μας) μέσα στον οικογενειακό σχηματισμό, χωρίς να εξετάσουμε τη θέση και το ρόλο του στην οικογενειακή οικονομία, για να χρησιμοποιήσω, υπό την ευρεία του έννοια, έναν όρο που στην αγγλοσαξωνική και τη γερμανόφωνη ιστοριογραφία αναφέρεται συγκεκριμένα στην δυτικο-ευρωπαϊκή οικογένεια της προβιομηχανικής εποχής και στον θεωρητικά αυτοκαταναλωτικό χαρακτήρα της οικονομίας της.23

Πολυαπασχόληση, συνδυασμός αγροτικών και εξω-αγροτικών δραστηριοτήτων, αυτοκατανάλωση αποτελούσαν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της οικονομίας του χωριού και των οικογενειακών οικονομιών στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Άλλωστε, παρά την άποψη ότι η βιομηχανική επανάσταση σηματοδότησε το τέλος της οικονομίας αυτοκατανάλωσης στην Ευρώπη24, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. χαρακτηρίστηκαν από έντονη πολιτική, οικονομική, κοινωνική αστάθεια' κατά συνέπεια η αυτοκατανάλωση συνέχισε να αποτελεί για τους περισσότερους ανθρώπους στην Ευρώπη ασφαλιστική δικλείδα απέναντι στην πείνα, προπάντων στην ύπαιθρο αλλά και στα αστικά κέντρα.25 Στην Ελλάδα του 1930 η μέση αγροτική οικογένεια κάλυπτε τουλάχιστον το ήμισυ των δαπανών διαβίωσης της από προϊόντα που παρήγε η ίδια.26

23. Οι αντίστοιχοι όροι στα αγγλικά και τα γερμανικά: family economy, Familienwirtschaft. Στην κοινωνική ιστορία ο όρος οικογενειακή οικονομία προσέλαβε αυτήν τη σημασία μετά τη δημοσίευση του πρωτοποριακού βιβλίου των Αμερικανίδων Louise Tilly και Joan Scott, Work and Family, Νέα Υόρκη 1978, όπου με βάση τα παραδείγματα της βρετανικής και της γαλλικής κοινωνίας πρότειναν ένα γόνιμο, αν και κάπως γενικευτικό, εξελικτικό σχήμα σύμφωνα με το οποίο στη δυτική Ευρώπη περνάμε από την οικογενειακή οικονομία (family economy) της προβιομηχανικής εποχής, στην οικογενειακή οικονομία μισθών (family wage economy) της βιομηχανικής εποχής, και τελικά στην οικογενειακή οικονομία κατανάλωσης (family consumer economy) από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα. Για μια κριτική επισκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας βλ. R. Rudolph, «The European Family and Economy. Central Themes and Issues», Journal of Family History 17 (1992), 119-138.

24. Πρόκειται για την άποψη που υποστήριξαν οι Tilly και Scott ( Work and Family, ό.π.), στη μελέτη τους για τη σχέση ανάμεσα στην εργασία των γυναικών και την οικογένεια στην Αγγλία και τη Γαλλία.

25. Για μια συνοπτική και κριτική θεώρηση της σχετικής βιβλιογραφίας βλ. Μ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule, ό.π., κεφ. 15.1.

26. Αυτό συνάγεται από προϋπολογισμούς αγροτικών οικογενειών από διάφορες περιοχές, πεδινές, ορεινές, ημι-ορεινές: Κ. Κωστής, Αγροτική Οικονομία, ό.π., τ. 2 (Τα Τεκ-

Σελ. 81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/82.gif&w=600&h=915

Ο πρωτοπόρος, για τα ελληνικά δεδομένα, μελετητής του αγροτικού κόσμου στο Μεσοπόλεμο, νομικός Κωνσταντίνος Καραβίδας θα κατέτασσε τις οικιακές ομάδες στο χωριό, στον κοινωνικο-οικονομικό εκείνο σχηματισμό του ελλαδικού χώρου που αποκάλεσε «μικρά χωρική οικογένεια». Στον τύπο αυτόν ο Καραβίδας αναγνώρισε μια «γεωργοκτηνοτροφική μονάδα σταθερά προσανατολισμένη στην αυτεπάρκεια», ένα σχηματισμό που αφενός συγκεντρώνει «στο ίδιο υποκείμενο την ιδιοκτησία γης, κεφαλαίου, εργασίας», αφετέρου ασπάστηκε, μέσω των εξω-αγροτικών δραστηριοτήτων του πατέρα και κυρίως της υπερατλαντικής μετανάστευσης, το «ποθητόν χρήμα... αυτό το... σύμβολον μιας υψηλής και αγερώχου, απιστεύτου νίκης». Ο Καραβίδας αντιμετωπίζει αρνητικά αυτόν τον κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό, επειδή, κατά τη γνώμη του, λειτουργεί εις βάρος της αγροτικής οικονομίας, της συνοχής των μελών της οικογένειας και τελικά του κοινωνικού ιστού της υπαίθρου: η «χωρική οικογένεια» υποχρεώνεται να αναζητήσει επιπρόσθετους πόρους ζωής και λειτουργεί τελικά ως βάση από όπου τα μέλη της ξεκινούν για να βρουν εργασία και όχι ως «κέντρον εργασίας».27

Οπωσδήποτε, η «μικρά χωρική οικογένεια» δεν θεωρούσε ότι το μέλλον της βρισκόταν στην ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως στην πράξη δε λειτουργούσε σε σημαντικό βαθμό ως εργασιακή κοινότητα, τουλάχιστον στις ορεινές περιοχές, που εξασφάλιζαν κατά μεγάλο μέρος τα προς το ζην καλλιεργώντας τη γη και εκτρέφοντας ζώα, και όπου η αγροτική παραγωγή, σχεδόν ολοκληρωτικά, εξυπηρετούσε τις ανάγκες της οικογένειας.28

Τεκμήρια), Αθήνα 1990, σ. 115 (Πίνακας 44). Από τα στοιχεία που παρατίθενται δεν προκύπτει σαφής διαφοροποίηση του βαθμού αυτάρκειας μεταξύ ορεινού και πεδινού χώρου.

27. Κ. Καραβίδας, Αγροτικά, ό.π., σ. 433 κ.εξ., ειδικότερα σ. 437, 440, 462. Η διάκριση που κάνει ο Καραβίδας ανάμεσα στη «χωρική οικογένεια» και την «πατριά» (zadruga) αξιολογώντας τη δεύτερη ως προνομιακό σχήμα, εντάσσεται σε μια λογική διαμόρφωσης προτάσεων αγροτικής πολιτικής που θεωρείται σήμερα τρωτή (βλ. Κωστής, «Ο Κ. Καραβίδας και η «ανακάλυψη» των χωρικών...», ό.π., ιδίως σ. 76). Αυτό βέβαια δεν αναιρεί τον πρωτοποριακό χαρακτήρα του έργου του Καραβίδα και την αξία των συγκριτικών παρατηρήσεών του για την έρευνα (πβ. Ν. Mouzelis, «Agrotika. A comparative study of rural social structures in the Balkans», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 32 (1978), 25-32, κυρίως σ. 32' το άρθρο του Μουζέλη αποτελεί μια ευσύνοπτη ανάλυση και κριτική αξιολόγηση του έργου του Καραβίδα).

28. Η «μικρά χωρική οικογένεια» του Καραβίδα αναφέρεται τόσο σε πεδινές όσο και σε ορεινές κοινωνίες, παρ' όλο που οι συνθήκες εκμετάλλευσης της γης ήταν αφ' εαυτών εντελώς διαφορετικές. Δυστυχώς ο Καραβίδας δεν επιχειρεί να διακρίνει διαφορετικές εκδοχές στο εσωτερικό ενός κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού, παρ' όλο που ορισμένες φορές προσδιορίζει ότι μια παρατήρηση του ισχύει «ιδίως για τα ορεινά». Και ενώ κατακρίνει τον αντιπαραγωγικό τρόπο επένδυσης των μεταναστευτικών εμβασμάτων, φαίνεται να αναγνωρίζει, χωρίς να το αναφέρει ρητά, ότι σε ορισμένες ορεινές περιοχές, «όπου επρόκειτο περί όλως πενιχρών και στενών γαιών», όπως στην ορεινή Στερεά Ελλάδα, η γεωμορφολογία

Σελ. 82
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 63
    

    παρελθόν αμαρτωλό και ηρωικό συνάμα. Οι γέροντες αισθάνονταν ένοχοι για το παρελθόν τους, ιδίως για τους φόνους που μπορεί να είχαν διαπράξει" αγωνίζονταν για τη σωτηρία της ψυχής τους απευθύνοντας προσευχές στο θεό και χρηματοδοτώντας την κατασκευή μικρών έργων (λ.χ. μιας βρύσης) στην κοινότητα. Συγχρόνως όμως αισθάνονταν περήφανοι για το παρελθόν τους, για την εποχή της «κλεφτουριάς», για τη σωματική τους ρώμη, την τόλμη και τα κατορθώματά τους.

    Για τα παιδιά τα οποία μεγάλωναν στο χωριό των πρώτων δεκαετιών του 20ού αι. το κτηνοτροφικό και ληστρικό παρελθόν του δεν ήταν πολύ μακρινό. Η διαδικασία αποδιάρθρωσης της τοπικής κοινωνίας είχε αρχίσει, αλλά η απόσταση από τη σημερινή φαντασιακή, συμβολική κοινότητα82 ήταν ακόμη πολύ μεγάλη. Πολλά παιδιά ανατρέφονταν σε οικογένειες κτηνοτρόφων, ενώ η ληστεία ήταν, όπως θα δούμε και παρακάτω, αγαπημένο θέμα στις αφηγήσεις των γερόντων του χωριού, με ακροατήριο, πολύ συχνά, τα παιδιά.

    4. ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

    Σε αυτή την εργασία αναφερόμαστε συχνά σε ένα μέσο όρο 1.000 κατοίκων στο χωριό κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Το 1907 εμφανίζονται να κατοικούν στο χωριό 1031 άτομα - 474 άνδρες και 557 γυναίκες. Περίπου είκοat χρόνια αργότερα, το 1928, τόσο ο ανδρικός όσο και ο γυναικείος πληθυσμός έχει μειωθεί: 916 άνθρωποι -399 άνδρες και 517 γυναίκες- δηλαδή 40 γυναίκες και 75 άνδρες λιγότεροι ζουν στο Κροκύλειο.83 Στις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου οι απογραφείς καταμετρούν 800 κατοίκους' ο πληθυσμός έχει μειωθεί αλλά κινείται στα ίδια επίπεδα με τον πληθυσμό που παρουσιάζεται

    αναλυτικά μια περίπτωση στην οποία κινδύνευσαν η μητέρα του και η αδελφή της (Α. Ελεφάντης, Minima Memorialia. Η ιστορία του παππού μου, Αθήνα 2001, σ. 61, 62, 67-69). Για τη φθίνουσα πορεία της ληστείας, λόγω και των συστηματικών κρατικών διώξεων των ληστοσυμμοριών από τα τέλη του 19ου και μετά, μέχρι τη δεκαετία του 1930 βλ. Χαλατσάς, Ληστρικά τραγούδια, ό.π., σ. 47-48. Ο Δαμιανάκος κάνει λόγο για «εντυπωσιακή έξαρση των κρουσμάτων» ληστείας στην καμπή από τη δεκαετία του 1920 προς τη δεκαετία του 1930 (ό.π., σ. 187)

    82. Για την ιδεολογική ανασυγκρότηση των ορεινών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο μακριά από το χωριό, κυρίως μέσω αδελφοτήτων και συλλόγων βλ. Νιτσιάκος, Οι ορεινές κοινότητες..., ό.π., σ. 37 και 110-116.

    83. Βασίλειον της Ελλάδος, Υπουργείον των Εσωτερικών, Γραφείον Απογραφής, Στατιστικά Αποτελέσματα της Απογραφής του Πληθυσμού. Κατά την 27 Οκτωβρίου 1907, Μέρος Δεύτερον - Πίνακες Αριθμητικοί, Εν Αθήναις 1908, σ. 59 και Ελληνική Δημοκρατία, Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Στατιστικά Αποτελέσματα της Απογραφής του Πληθυσμού της Ελλάδος της 15-16 Μαΐου 1928, Πραγματικός και Νόμιμος Πληθυσμός - Πρόσφυγες, Εν Αθήναις 1933, σ. 59.