Συγγραφέας:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Τίτλος:Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
 
Υπότιτλος:Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:38
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2003
 
Σελίδες:387
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Κροκύλειο Δωρίδας
 
Χρονική κάλυψη:αρχές 20ού αι.
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό είναι μία ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου, το Κροκύλειο (ως το 1915 Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο) της Φωκίδας, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει, δηλαδή, πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μία κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο παράδειγμα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.57 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 74-93 από: 395
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/74.gif&w=600&h=915

χρονολογικό όριο και εξετάσουμε τα στοιχεία του Μητρώου μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1920 οι οικιακές ομάδες εμφανίζονται πιο σύνθετες" ενώ ο αριθμός των νοικοκυριών παραμένει περίπου ο ίδιος, αυξάνει ο αριθμός των περιπτώσεων, όπου ένας γονέας συμβιώνει με έναν τουλάχιστον παντρεμένο γιο (από 33 σε 42), υπερδιπλασιάζονται οι οικογένειες-κορμοί (από 23 γίνονται 55), σχεδόν τετραπλασιάζονται οι πολυπυρηνικές οικιακές ομάδες (από 3 γίνονται 11), χιχι φυσικά μειώνεται αισθητά (κατά 40 περίπου) ο αριθμός των ομάδων όπου συμβιώνουν γονείς (ένας ή και οι δυο) με ανύπαντρα παιδιά. Οι περισσότερες από τις οικιακές ομάδες του 1915 φαίνεται ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1920 έχουν περάσει σε μια άλλη φάση του κύκλου ανάπτυξης, κυρίως λόγω του γάμου ενός γιου. Πάντως, γεγονός παραμένει ότι οι γονείς, εφόσον ζουν, συγκατοικούν, κατά κανόνα, με έναν παντρεμένο γιο και πολύ σπάνια με δύο ή παραπάνω.

Βέβαια υπάρχουν μαρτυρίες για περιπτώσεις οικογενειών όπου λόγω της υπερατλαντικής μετανάστευσης κανείς γιος δε ζούσε στο χωριό και οι γονείς κατέφευγαν στη λύση του «σώγαμπρου», συγκατοικώντας με μια κόρη και τον άνδρα της, ο οποίος κληρονομούσε και το σπίτι. Η υπερατλαντική μετανάστευση ίσως συνετέλεσε στη διάβρωση του ανδροπατροτοπικού συστήματος σε επίπεδο νοοτροπίας και πράξης, επομένως και στη διάβρωση σημαντικών κοινωνικο-οικονομικών δομών της ορεινής κοινωνίας:

Ηύρε τα πεθερικά τ' ο κουνιάδος μ', γιατ'... έφγαν τα κουνιάδια τ' ούλα και πήγαν στν Αμερική, οι κουνιάδες τ' παντρεύκαν, τάλλα τα παιδιά πήγαν στν Αμερική, κι ανέμκαν δυο γερόντ' και σκώθκε και πήε στ' πεθερού τ' το σπίτ', ηύρε σπίτια, ηύρε αχυρώνες... - Του πατέρα μ' τον πατέρα γνώρσα... έμενε στο δικό τ το σπίτ'. Ο πατέρας μου πήε σώγαμπρος όταν παντρεύκε μετά... Ένα παιδί πόχαν (τα πεθερικά του) ήταν στν Αμερική...6.

Συνολικά πάντως οι μετρήσεις επιβεβαιώνουν, όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο για μια ορεινή αγροτική κοινωνία του ελλαδικού και του ευρύτερου βαλκανικού χώρου, την κυριαρχία του ανδροπατροτοπικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο το νέο ζευγάρι κατ' αρχήν συγκατοικούσε με τους γονείς του άνδρα. Το παράδειγμά μας συμφωνεί με τον τύπο που προτείνει ο Käser για ένα μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας: Οι πυρηνικές οικογένειες κυριαρχούν στην πράξη" ιδεοτυπικά οι περισσότεροι άνθρωποι διάγουν ορισμένες περιόδους της ζωής τους σε ένα πιο σύνθετο οικιακό πλαίσιο.7 Όπως φαίνεται από ενδει-

6. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 3' Συν. 2 με την Γ. Σ., σ. 6.

7. Κ. Kaser, «Introduction: Household and family contexts in the Balkans», The History of the Family 1(1996), σ. 375-385, κυρίως σ. 381. To σχήμα του Kaser έχει γενικό χαρακτήρα και αναγκαστικά δεν στηρίζεται σε βιβλιογραφία που αφορά στον ορεινό κε-

Σελ. 74
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/75.gif&w=600&h=915

ενδεικτικά σχετικά συμβόλαια, οι γονείς κατά τη διανομή της περιουσίας (είτε «εν ζωή», είτε «αιτία θανάτου», όπως αναφέρεται στα έγγραφα), μπορούσαν να παραχωρήσουν ένα μέρος του σπιτιού ή ολόκληρο το σπίτι στο χωριό σε ένα γιο, να μοιράσουν το σπίτι σε δυο ή τρεις γιους, να παραχωρήσουν -στην περίπτωση που δεν υπήρχε γιος- στην κόρη και το γαμπρό το σπίτι ή ένα τμήμα του' η συγκατοίκηση της νέας με την παλαιά γενιά αποτελούσε συχνά όρο για την «εν ζωή» ή τη μεταθανάτια μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.8 Τα λιγοστά αυτά συμβόλαια παραπέμπουν σε διευρυμένους οικογενειακούς σχηματισμούς και επιβεβαιώνουν την πρακτική μεταβίβασης της ακίνητης περιουσίας, και μάλιστα του σπιτιού, κατά προτίμηση στους γιους, που έχει παρατηρηθεί και σε άλλες, σχετικά διαφορετικές από πλευράς κοινωνικής σύνθεσης και οικονομικών δομών, κοινότητες του ελληνικού ορεινού χώρου.9

Αλλά ο χαρακτήρας των οικιακών ομάδων στο Κροκύλειο εμφανίζεται συνολικά -ακόμη και αν λάβουμε υπόψη την αύξηση του αριθμού των πολλαπλών νοικοκυριών γύρω στα 1920, στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω— σαφώς λιγότερο σύνθετος από παραδείγματα που αφορούν σε άλλες κοινότητες του ορεινού χώρου με διαφορετικές οικονομικές δομές.10 Οι εργασιακές συνθήκες των περισσότερων χωριανών δεν υπαγόρευαν τη συγκρότηση πολυπυρηνικών οικιακών ομάδων. Από τις προφορικές μαρτυρίες δεν προκύπτει ότι παντρεμένα αδέλφια συγκατοικούσαν για μεγάλα διαστήματα (πάνω από κάποια χρόνια). Ορισμένοι πληροφορητές από οικογένειες κτηνοτρόφων υποστήριξαν ότι αυτού του είδους η συγκατοίκηση ήταν ένα αναγκαίο κακό, μια κατάσταση που οδηγούσε αναπόφευκτα σε προστριβές και διαρκούσε ελάχιστα. Υποθέτω, ωστόσο, ότι εξαιτίας της μετανάστευσης των ανδρών ένα τέτοιο δίλημμα δεν πρόβαλε συχνά. Λόγω των αναγκών της κτηνοτροφίας οι οικογένειες των τσο-

κεντρικό ελλαδικό χώρο, αφού, απ' όσο γνωρίζω, ο τελευταίος δεν έχει αποτελέσει μέχρι σήμερα αντικείμενο εκτεταμένης έρευνας.

8. Λ. χ. αρ. 300, 22. 8. 1900' αρ. 440, 8. 11. 1900' αρ. 99, 6. 4. 1901' αρ. 374, 5. 10. 1901' αρ. 3613, 22. 5. 1914' αρ. 3905, 18. 9. 1914.

9. Caftanzoglou, «The Household formation Pattern of a Vlach...», ό.π., σ. 93-

95.

10. Πβ. τη μελέτη της Καυταντζόγλου για το Συρράκο, ορεινή κοινότητα της Ηπείρου με κτηνοτροφία μεγάλης διακίνησης, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.: R. Caftanzoglou, «The Household formation Pattern of a Vlach mountain community of Greece: Syrrako 1898-1929», Journal of Family History 19 (1994), 79-98, κυρίως σ. 82 και του Αλεξάκη για την κοινότητα Καστάνιανη Κόνιτσας (Αλεξάκης, «Ο κύκλος ανάπτυξης...», ό.π., σ. 128, 129). Βλ. τον πολύ ενδιαφέροντα προβληματισμό του συγγραφέα για το ρόλο του «habitus» στη διατήρηση οικιακών σχηματισμών και την αλληλεπίδραση του με τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες (ό.π., σ. 137). Σύμφωνα με τον Αλεξάκη οι πολυπυρηνικές οικογένειες στο νότιο ορεινό ελλαδικό χώρο απαντούν σε ημινομάδες και μεταβατικούς κτηνοτρόφους και είναι πιο ασταθείς σε σύγκριση με το βόρειο ελλαδικό και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο (ό.π., σ. 136).

Σελ. 75
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/76.gif&w=600&h=915

τσοπάνηδων περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος του έτους έξω από τον κεντρικό οικισμό του χωριού, σε πρόχειρα καταλύματα' από τις αφηγήσεις συνάγεται, ότι κατά κανόνα, παντρεμένα αδέλφια κατοικούσαν σε γειτονικά καταλύματα, προφανώς επειδή συνεργάζονταν, δηλαδή συμβίωναν, με την ευρεία έννοια των όρων.

Εκείνο που μας ενδιαφέρει άμεσα είναι ότι, εφόσον οι γονείς του πατέρα βρίσκονταν εν ζωή, τα παιδιά στη συντριπτική τους πλειοψηφία συγκατοικούσαν με αυτούς. Προφανώς τα πρώτα κατά σειρά γέννησης παιδιά είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες να διαβιώσουν στο πλαίσιο ενός οικιακού σχηματισμού με τρεις γενιές. Σε ορισμένες περιπτώσεις -σε ποσοστό που δεν υπερέβαινε το 5% του συνόλου των νοικοκυριών το 1930, αλλά ανερχόταν σε περίπου 9% το 1915 και τουλάχιστον σε 17% στις αρχές της δεκαετίας του 192011- τα παιδιά συγκατοικούσαν επίσης με ανύπαντρους θείους ή θείες, προπάντων από την πλευρά του πατέρα. Σχεδόν ποτέ δε συγκατοικούσαν με ξένα άτομα.12 Ως προς αυτό η εμπειρία τους διέφερε σημαντικά από την αντίστοιχη παιδιών στον κεντροευρωπαϊκό ορεινό χώρο της ίδιας εποχής, με τον οποίο τυχαίνει να έχω ασχοληθεί.13

11. Λαμβάνω υπόψη όχι μόνο την περίπτωση όπου ένας αδελφός παντρεμένος συγκατοικεί με ανύπαντρα αδέλφια (βλ. Πίνακα 1) αλλά και περιπτώσεις όπου ανύπαντρα αδέλφια εμφανίζονται να διαβιώνουν στο πλαίσιο μιας οικογένειας-κορμού ή μιας πολυπυρηνικής οικογένειας.

12. Σε μια περίπτωση (οικογένεια Παρασκευά Σίδερη του Ιωάννου) απαντά στο Μητρώο μια γυναίκα, προφανώς ξένη ή μακρινή συγγενής, που συγκατοικεί με ένα ζευγάρι και τα παιδιά του. Δύο από τις συνομιλήτριες μου ανέφεραν ότι συγκατοικούσαν με ξένους -στη μία περίπτωση με έναν νεαρό «υπηρέτη», στην άλλη με ένα «Τούρκο» και το κοριτσάκι του, που είχε φέρει μαζί του ο πατέρας από τον πόλεμο, μάλλον του 1912-13 (Συν. με την Π. Κ., σ. 29' Συν. με την Κ. Σ., σ. 15).

13. M. Papathanassiou, «Rural Childhood(s) in Mountain Regions of Austria and Greece: A Comparative Approach (c. 1900-1940)», στο S. Naumovic, M. Jovanovic (eds.), Childhood in South East Europe: Historical Perspectives on Growing Up in the 19th and 20th centuries, Βελιγράδι-Γκρατς 2001, σ. 45-72, κυρίως σ. 63.

Σελ. 76
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/77.gif&w=600&h=915

πινακασ 1

Τυπολογία οικιακών ομάδων14 στο Κροκύλειο 1915, 1930

Τύποι οικογένειας 1915 ΠΙ 1930 Π2

Τύποι οικογένειας 1915 ΠΙ 1930 Π2

μονηρεις

6

(2,6%)

9 (4,6%)

πυρηνικεσ

Νέα ζευγάρια χωρίς παιδιά

3

(1,3%)

-

Ηλικιωμένα ζευγάρια χωρίς παιδιά

4

(1,7%)

11 (5,7%)

Ζευγάρια με παιδιά (ανύπαντρα)

113

(48,5%)

66 (34,1%)

Ένας γονέας με παιδιά (ανύπαντρα)

26

(11,1%)

24 (12,4%)

«χωρισ οικογενεια»

Συμβιούντα αδέλφια

3

(1,3%)

2 (1%)

διετρυμενεσ

Ένας γονέας με έναν τουλάχιστον γιο

33

(14,1%)

37 (19,1%)

παντρεμένο

Ένας αδελφός παντρεμένος με αδέλφια

6

(2,6%)

5 (2,5%)

ανύπαντρα

πολλαπλεσ

Οικογένεια-Κορμός με το μεγαλύτερο γιο

9

(3,9%)

-

Οικογένεια-Κορμός (με το μοναδικό ή

14

(6%)

16 (8,2%)

άλλο γω)

Πολυπυρηνική -Γραμμική*

1

(0,4%)

-

Πολυπυρηνική με ένα γονέα**

2

(0,9%)

-

Πολυπυρηνική τύπου frérèche***

-

-

Πολυπυρηνική πολυσύνθετη* * * *

-

-

Σύνθετες απροσδιόριστες"1"

-

19 (9,8%)

Σώγαμπροι

3

(1,3%)

1 (0,5%)

Αταξινόμητες

10

(4,3%)

3 (1,5%)

συνολο

233

193

Πηγές: πι Γενικό Μητρώο Αρρένων και Θηλέων Κοινότητος Κροκυλείου π2 Στοιχεία Π. Μπακαρέζου

14. Πβ. Αλεξάκης, «Ο κύκλος ανάπτυξης», ό.π., σ. 127-129 και Laslett, «Οικογένεια και νοικοκυριό», ό.π., σ. 41-46.

Πηγές: πι Γενικό Μητρώο Αρρένων και Θηλέων Κοινότητος Κροκυλείου π2 Στοιχεία Π. Μπακαρέζου

Σελ. 77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/78.gif&w=600&h=915

Επεξηγήσεις (πβ. Αλεξάκης, «Ο κύκλος ανάπτυξης...», ό.π., σ. 127-129)

* Δύο τουλάχιστον αδελφοί παντρεμένοι, ζουν και οι δύο γονείς.

** Δύο τουλάχιστον αδελφοί παντρεμένοι με έναν γονέα κατά κανόνα χήρο.

* * * Αδελφικά σύνθετα νοικοκυριά: συμβιούντα παντρεμένα αδέλφια χωρίς ανιόντες συγγενείς.

**** Αδελφοί, εγγονοί ή ανιψιοί παντρεμένοι.

+ : Ονόμασα «σύνθετες απροσδιόριστες» 19 περιπτώσεις που απαντούν στο υλικό του Μπακαρέζου και όπου στο ίδιο σπίτι, αλλά προφανώς σε διαφορετικούς χώρους, διαβιώνουν δύο και σε μια περίπτωση τρεις οικιακές ομάδες ή, εν πάση περιπτώσει, υπο-ομάδες που ο ερευνητής προσδιορίζει ως α και β ή α, β και γ. Από τα στοιχεία του Μπακαρέζου δεν προκύπτει παρά εντελώς υποθετικά η μεταξύ των διακριτών αυτών ομάδων σχέση. Προφανώς πρόκειται για συγγενείς (με μία εξαίρεση) και σε 7 περιπτώσεις πιθανόν πρόκειται για αδελφικά νοικοκυριά. Η μεταβίβαση και διανομή του σπιτιού στα αρσενικά παιδιά πρέπει να οδήγησε σε τέτοια μορφώματα, τα οποία δεν είναι ανιχνεύσιμα στο Μητρώο.

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

Μέγεθος οικιακών ομάδων στο Κροκύλειο 1915, 1930

Άτομα Αριθμός οικιακών ομάδων

1915

ΠΙ 1930 Π2

1

6

9

2

24

21

3

24

29

4

35

34

5

33

32

6

42

24

7

28

26

8

25

8

9

7

5

10

5

5

11

2

12

1

13

-

14

1

ΣΥΝΟΛΟ

233

193

Πηγές: ΠΙ Γενικό Μητρώο Αρρένων και Θηλέων Κοινότητος Κροκυλείου Π2 Στοιχεία Π. Μπακαρέζου.

Σελ. 78
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/79.gif&w=600&h=915

Στο Κροκύλειο των πρώτων δεκαετιών του 20ού αι., η απόκτηση παιδιών εντασσόταν στο συμβολικό, αξιακό κώδικα των τοπικών κοινωνιών, όπου οι άνθρωποι διέγραφαν αυτονόητα το βιολογικό τους κύκλο. Σε αυτό το αυτονόητο του ερχομού των παιδιών, που δεν υφίσταται πλέον, τουλάχιστον στα μεσαία στρώματα των δυτικών κοινωνιών, αναφέρεται ένας γέροντας του χωριού όταν λέει: «Τότε τ αγαπούσε τα παιδιά ο κόσμος. Κι είχε και πολλά παιδιά...».15 Η Λαογραφία έχει ασχοληθεί εκτεταμένα με έθιμα, δοξασίες, πρακτικές που αφορούν στη σύλληψη, τη γέννηση, την κύηση, τη βάπτιση και που συναντώνται με διάφορες παραλλαγές σε πολλά μέρη του ελλαδικού χώρου.16 Όπως άλλωστε σημειώνει ο Μ. Μερακλής: «Τι μπορεί να σημαίνει μια σχεδόν ατελεύτητη σειρά από συνήθειες, δοξασίες, πρακτικές που άλλο δεν επιδίωκαν παρά την τεκνογονία (βεβαίως η προτίμηση έπεφτε στ' αγόρια) αλλά και την ευγονική πλήρωσή της;»17

Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι ο ερχομός κάθε νέου παιδιού γέμιζε χαρά την οικογένεια. Είναι πολύ πιθανόν, εξαιτίας των περιορισμένων οικονομικών πόρων, η γέννηση του τέταρτου ή του πέμπτου παιδιού να προκαλούσε κάποια δυσαρέσκεια, έστω υποσυνείδητα. Με δυσαρέσκεια αντιμετωπίζονταν, εξάλλου, οι αλλεπάλληλες γεννήσεις κοριτσιών μέσα στην ίδια οικογένεια, ή η γέννηση κοριτσιού ενώ δεν υπήρχε αγόρι:

Εφτά κορίτσα, εφτά κορίτσα, μετά έγιναν τα δυο αγόρια, κι ύστερα έγινα γω. Και τς κακοφάνκε. Και μ' έλεγε ο παππούς μ': «δε παντρεύεσαι να φύγς από δω;» Ο πατέρας μου, όταν γεννήθκα εγώ, δηλαδή κι ο πατέρας μου ακόμη που είχι μόρφωση, ο πατέρας μου είχε βγάλ ' το Γυμνάσιο εδώ, το Σχολαρχείο που λέγαν τότι. Ήξερε καλά γράμματα ο πατέρας μου, πήγε στν Αμερκή, ήξερε και τ' αγγλικά, είχε πιάσ' και τ' θεσούλα τ στο ταχυδρομείο. Αλλά όταν γεννήθκα' λέει, σκεπάσκε πιο πολύ. Τι έκανε, λέει, κορίτσ'; Κουκουλώθκε.. ,18

Η αρρενογονία αποτελούσε, όπως είναι γνωστό, ύψιστη αξία στον ευρύτερο βαλκανικό ηπειρωτικό χώρο: «Να ζήσ'τι κι μι γιους» (εύχονταν στο χωριό) στο νιόπαντρο ζευγάρι" «μ' έν' αγόρι», ήταν η ευχή που έδιναν στην έγκυο.19

15. Συν. με τον Χ. Μ., σ. 3.

16. Βλ. τη συνθετική παρουσίαση των σχετικών θεμάτων στο βιβλίο του Ε. Αυδίκου, Το παιδί στην παραδοσιακή και τη σύγχρονη κοινωνία, Αθήνα 1966, σ. 72-201.

17. Μ. Μερακλής, «Το παιδί και η Λαογραφία», στο Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Λαϊκή παράδοση και παιδί, Αθήνα 1999, σ. 15.

18. Συν. 2 με την Α. Σ., σ. 2. Και στη μεσαιωνική δυτική Ευρώπη «δεν υπάρχει αντίρρηση για το ότι οι γονείς επιθυμούν πιο πολύ ένα αγόρι από ένα κορίτσι»: Alexandre-Bidon, Lett, Η Καθημερινή ζωή..., ό.π., σ. 133.

19. Αρχείο Λαογραφικού Σπουδαστηρίου, Χειρόγραφο 2227, σ. 65.

Σελ. 79
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/80.gif&w=600&h=915

Άλλωστε στην ορεινή Δωρίδα20, και φυσικά και στο Κροκύλειο, οι γυναίκες κατέφευγαν σε διάφορα τεχνάσματα προκειμένου να αποκτήσουν παιδί και στο λεγόμενο «σερνικοβότανο»21 προκειμένου να φέρουν στον κόσμο τον πολυπόθητο γιο.

Πάντως το ελάχιστο ποσοστό νέων ζευγαριών χωρίς παιδιά, στο σύνολο των νοικοκυριών του χωριού, επιβεβαιώνει την κεντρική θέση την οποία κατείχαν τα παιδιά στον αξιακό κώδικα της κοινωνίας ως συστατικά στοιχεία της οικογένειας (βλ. Πίνακα 1).

Ήδη από τη βρεφική τους ηλικία, μέσω των πρακτικών ονοματοδοσίας, τα παιδιά μετείχαν ουσιαστικά στη συμβολική επικύρωση και καταξίωση των στενών σχέσεων συγγένειας, ειδικότερα των πατροπλευρικών και τελικά του ανδροπατροτοπικού συστήματος συγκρότησης των οικογενειακών σχηματισμών: Μια ματιά στο Γενικό Μητρώο της κοινότητας αρκεί για να διαπιστώσει κανείς τους κεντρικούς κανόνες οι οποίοι διείπαν την ονοματοδοσία: Το πρώτο αγόρι και το πρώτο κορίτσι έπαιρναν το όνομα του «παππούλη» και της «κυρούλας», όπως αποκαλούνταν ο παππούς και η γιαγιά από την πλευρά του πατέρα" το δεύτερο αγόρι και το δεύτερο κορίτσι έπαιρναν τα αντίστοιχα μητροπλευρικά ονόματα, και για τα παιδιά που έρχονταν στη συνέχεια αναζητούνταν συνήθως ονόματα στο πλαίσιο της ευρύτερης οικογένειας, κατά πρώτο λόγο ανάμεσα στους πατροπλευρικούς συγγενείς, προπάντων στα αδέλφια του πατέρα. Οπωσδήποτε, όπως διαπιστώνει κανείς από τις εξαιρέσεις και παραλλαγές που απαντούν στο Μητρώο, το σύστημα ονοματοδοσίας ήταν ευέλικτο. Ορισμένες φορές η ονοματοδοσία φαίνεται πως είχε μαγικο-αποτρεπτικό ή και εθνικο-ιστορικό χαρακτήρα' άλλοτε πάλι, φαίνεται, ότι ο ανάδοχος για δικούς του λόγους αποφάσιζε ποιο όνομα θα δινόταν στο παιδί.22 Όμως όλα αυτά δεν αναιρούν το γεγονός ότι το βασικό σύστημα ονοματοδοσίας αντικατόπτριζε και ταυτόχρονα στήριζε το σύστημα οργάνωσης των συγγενειακών σχέσεων και μεταβίβασης της περιουσίας, ούτε βέβαια αναιρούν την κεντρική θέση των παιδιών στη λειτουργία και διατήρηση των υφιστάμενων κοινωνικών δομών.

20. Για τις δοξασίες και τα έθιμα που σχετίζονται με τη σύλληψη, τη γέννηση, τη λοχεία και τη βάπτιση στην περιοχή της Δωρίδας, βλ. Γ. Ηλιόπουλος, Λαογραφικά Δωρίδας, Αθήνα 1987, σ. 213-225.

21. ΚΕΕΛ, Χειρόγραφο 4221 (1984), σ. 208.

22. Για μια γλωσσική-σημασιολογική ανάλυση των ονομάτων που απαντούν στον ελλαδικό χώρο βλ. Ε. Αυδίκος, Το παιδί..., ό.π., σ. 158-167. Πα το βασικό σύστημα ονοματοδοσίας στη Δωρίδα που επιβεβαιώνεται από τις πηγές μας, βλ. Ηλιόπουλος, Λαογραφικά Δωρίδας, ό.π., σ. 215.

Σελ. 80
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/81.gif&w=600&h=915

2. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κάθε οικογένεια, με την έννοια της οικιακής ομάδας, λειτουργεί ταυτόχρονα και ως οικονομική ενότητα. Μεταξύ των μελών της υφίστανται και αναπτύσσονται οικονομικές σχέσεις. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τη θέση και το ρόλο ενός προσώπου (του παιδιού στην περίπτωσή μας) μέσα στον οικογενειακό σχηματισμό, χωρίς να εξετάσουμε τη θέση και το ρόλο του στην οικογενειακή οικονομία, για να χρησιμοποιήσω, υπό την ευρεία του έννοια, έναν όρο που στην αγγλοσαξωνική και τη γερμανόφωνη ιστοριογραφία αναφέρεται συγκεκριμένα στην δυτικο-ευρωπαϊκή οικογένεια της προβιομηχανικής εποχής και στον θεωρητικά αυτοκαταναλωτικό χαρακτήρα της οικονομίας της.23

Πολυαπασχόληση, συνδυασμός αγροτικών και εξω-αγροτικών δραστηριοτήτων, αυτοκατανάλωση αποτελούσαν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της οικονομίας του χωριού και των οικογενειακών οικονομιών στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Άλλωστε, παρά την άποψη ότι η βιομηχανική επανάσταση σηματοδότησε το τέλος της οικονομίας αυτοκατανάλωσης στην Ευρώπη24, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. χαρακτηρίστηκαν από έντονη πολιτική, οικονομική, κοινωνική αστάθεια' κατά συνέπεια η αυτοκατανάλωση συνέχισε να αποτελεί για τους περισσότερους ανθρώπους στην Ευρώπη ασφαλιστική δικλείδα απέναντι στην πείνα, προπάντων στην ύπαιθρο αλλά και στα αστικά κέντρα.25 Στην Ελλάδα του 1930 η μέση αγροτική οικογένεια κάλυπτε τουλάχιστον το ήμισυ των δαπανών διαβίωσης της από προϊόντα που παρήγε η ίδια.26

23. Οι αντίστοιχοι όροι στα αγγλικά και τα γερμανικά: family economy, Familienwirtschaft. Στην κοινωνική ιστορία ο όρος οικογενειακή οικονομία προσέλαβε αυτήν τη σημασία μετά τη δημοσίευση του πρωτοποριακού βιβλίου των Αμερικανίδων Louise Tilly και Joan Scott, Work and Family, Νέα Υόρκη 1978, όπου με βάση τα παραδείγματα της βρετανικής και της γαλλικής κοινωνίας πρότειναν ένα γόνιμο, αν και κάπως γενικευτικό, εξελικτικό σχήμα σύμφωνα με το οποίο στη δυτική Ευρώπη περνάμε από την οικογενειακή οικονομία (family economy) της προβιομηχανικής εποχής, στην οικογενειακή οικονομία μισθών (family wage economy) της βιομηχανικής εποχής, και τελικά στην οικογενειακή οικονομία κατανάλωσης (family consumer economy) από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα. Για μια κριτική επισκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας βλ. R. Rudolph, «The European Family and Economy. Central Themes and Issues», Journal of Family History 17 (1992), 119-138.

24. Πρόκειται για την άποψη που υποστήριξαν οι Tilly και Scott ( Work and Family, ό.π.), στη μελέτη τους για τη σχέση ανάμεσα στην εργασία των γυναικών και την οικογένεια στην Αγγλία και τη Γαλλία.

25. Για μια συνοπτική και κριτική θεώρηση της σχετικής βιβλιογραφίας βλ. Μ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule, ό.π., κεφ. 15.1.

26. Αυτό συνάγεται από προϋπολογισμούς αγροτικών οικογενειών από διάφορες περιοχές, πεδινές, ορεινές, ημι-ορεινές: Κ. Κωστής, Αγροτική Οικονομία, ό.π., τ. 2 (Τα Τεκ-

Σελ. 81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/82.gif&w=600&h=915

Ο πρωτοπόρος, για τα ελληνικά δεδομένα, μελετητής του αγροτικού κόσμου στο Μεσοπόλεμο, νομικός Κωνσταντίνος Καραβίδας θα κατέτασσε τις οικιακές ομάδες στο χωριό, στον κοινωνικο-οικονομικό εκείνο σχηματισμό του ελλαδικού χώρου που αποκάλεσε «μικρά χωρική οικογένεια». Στον τύπο αυτόν ο Καραβίδας αναγνώρισε μια «γεωργοκτηνοτροφική μονάδα σταθερά προσανατολισμένη στην αυτεπάρκεια», ένα σχηματισμό που αφενός συγκεντρώνει «στο ίδιο υποκείμενο την ιδιοκτησία γης, κεφαλαίου, εργασίας», αφετέρου ασπάστηκε, μέσω των εξω-αγροτικών δραστηριοτήτων του πατέρα και κυρίως της υπερατλαντικής μετανάστευσης, το «ποθητόν χρήμα... αυτό το... σύμβολον μιας υψηλής και αγερώχου, απιστεύτου νίκης». Ο Καραβίδας αντιμετωπίζει αρνητικά αυτόν τον κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό, επειδή, κατά τη γνώμη του, λειτουργεί εις βάρος της αγροτικής οικονομίας, της συνοχής των μελών της οικογένειας και τελικά του κοινωνικού ιστού της υπαίθρου: η «χωρική οικογένεια» υποχρεώνεται να αναζητήσει επιπρόσθετους πόρους ζωής και λειτουργεί τελικά ως βάση από όπου τα μέλη της ξεκινούν για να βρουν εργασία και όχι ως «κέντρον εργασίας».27

Οπωσδήποτε, η «μικρά χωρική οικογένεια» δεν θεωρούσε ότι το μέλλον της βρισκόταν στην ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως στην πράξη δε λειτουργούσε σε σημαντικό βαθμό ως εργασιακή κοινότητα, τουλάχιστον στις ορεινές περιοχές, που εξασφάλιζαν κατά μεγάλο μέρος τα προς το ζην καλλιεργώντας τη γη και εκτρέφοντας ζώα, και όπου η αγροτική παραγωγή, σχεδόν ολοκληρωτικά, εξυπηρετούσε τις ανάγκες της οικογένειας.28

Τεκμήρια), Αθήνα 1990, σ. 115 (Πίνακας 44). Από τα στοιχεία που παρατίθενται δεν προκύπτει σαφής διαφοροποίηση του βαθμού αυτάρκειας μεταξύ ορεινού και πεδινού χώρου.

27. Κ. Καραβίδας, Αγροτικά, ό.π., σ. 433 κ.εξ., ειδικότερα σ. 437, 440, 462. Η διάκριση που κάνει ο Καραβίδας ανάμεσα στη «χωρική οικογένεια» και την «πατριά» (zadruga) αξιολογώντας τη δεύτερη ως προνομιακό σχήμα, εντάσσεται σε μια λογική διαμόρφωσης προτάσεων αγροτικής πολιτικής που θεωρείται σήμερα τρωτή (βλ. Κωστής, «Ο Κ. Καραβίδας και η «ανακάλυψη» των χωρικών...», ό.π., ιδίως σ. 76). Αυτό βέβαια δεν αναιρεί τον πρωτοποριακό χαρακτήρα του έργου του Καραβίδα και την αξία των συγκριτικών παρατηρήσεών του για την έρευνα (πβ. Ν. Mouzelis, «Agrotika. A comparative study of rural social structures in the Balkans», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 32 (1978), 25-32, κυρίως σ. 32' το άρθρο του Μουζέλη αποτελεί μια ευσύνοπτη ανάλυση και κριτική αξιολόγηση του έργου του Καραβίδα).

28. Η «μικρά χωρική οικογένεια» του Καραβίδα αναφέρεται τόσο σε πεδινές όσο και σε ορεινές κοινωνίες, παρ' όλο που οι συνθήκες εκμετάλλευσης της γης ήταν αφ' εαυτών εντελώς διαφορετικές. Δυστυχώς ο Καραβίδας δεν επιχειρεί να διακρίνει διαφορετικές εκδοχές στο εσωτερικό ενός κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού, παρ' όλο που ορισμένες φορές προσδιορίζει ότι μια παρατήρηση του ισχύει «ιδίως για τα ορεινά». Και ενώ κατακρίνει τον αντιπαραγωγικό τρόπο επένδυσης των μεταναστευτικών εμβασμάτων, φαίνεται να αναγνωρίζει, χωρίς να το αναφέρει ρητά, ότι σε ορισμένες ορεινές περιοχές, «όπου επρόκειτο περί όλως πενιχρών και στενών γαιών», όπως στην ορεινή Στερεά Ελλάδα, η γεωμορφολογία

Σελ. 82
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/83.gif&w=600&h=915

Σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζουμε οι ορεινοί πληθυσμοί του ελλαδικού χώρου αγωνίζονταν κυριολεκτικά να εξασφαλίσουν την επάρκεια σε τρόφιμα. Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου η απόδοση των ορεινών χωραφιών —δηλαδή των χωραφιών σε περιοχές με υψόμετρο άνω των 500 μέτρων— στον ελλαδικό χώρο μειωνόταν σταδιακά, λόγω της εντατικής καλλιέργειας του φτωχού εδάφους και της αποψίλωσης των δασών κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, προκειμένου να μετατραπούν σε καλλιεργήσιμα εδάφη.29 Η αποψίλωση αυτή δεν επέτρεπε στο χώμα να συγκρατηθεί, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται οι «λογγές», δηλαδή τα πολύτιμα γόνιμα χωράφια κοντά σε ποτάμια, γι' αυτό και οι προσπάθειες αναδάσωσης ορισμένων τοποθεσιών, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η διάβρωση του εδάφους κατά τη δεκαετία του 1930.30

Λίγο πριν ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ο πολιτικός επιστήμονας και γιατρός Αλέξανδρος Κρίκος, γέννημα και θρέμμα της ορεινής Δωρίδας, έγραφε: «... κατά τον χρόνον παραγωγής των διαφόρων προϊόντων, ήτοι από Ιουλίου μέχρις Οκτωβρίου, η ζωή μεταξύ των παραγωγών είνε ικανοποιητική από θρεπτικής απόψεως... Η περίοδος όμως αύτη των παχέων αγελάδων τελειώνει με το τέλος της συγκομιδής, ήτοι περί το τέλος Οκτωβρίου και αρχίζει η περίοδος των ισχνών. Εφ' όσον δε τα οικονομικά μέσα δεν επιτρέπουν μεγάλας προμηθείας εκ των έξω, εκάστη οικογένεια περιορίζεται εις την ιδίαν αυτής παρακαταθήκην». Η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930 είχε οξύνει την κατάσταση και «περί τα μέσα του χειμώνος, οπότε συμπίπτει και η εξάντλησις

υπαγορεύει την επιθυμία να εγκαταλειφθεί η αγροτική οικονομία (Καραβίδας, Αγροτικά, ό.π., σ. 256, 417).

29. Ο Αλέξανδρος Κρίκος στο πλαίσιο της επιτόπιας έρευνας που πραγματοποίησε το 1914 στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Σουρούστι (Κερασιά) της ορεινής Δωρίδας, παρατηρεί ότι «το έδαφος καλλιεργούμενον επί σειράν ετών διά σποράς σχεδόν των αυτών ειδών και άνευ λιπάσματος, απώλεσε την παραγωγικήν του δύναμιν... η απόδοσις κατήλθε εις 26 οκάδας κατά στρέμμα ήτοι εις τον τριπλασιασμόν ή τετραπλασιασμόν του σπόρου» (Κρίκος, «Τα Οικονομικά των Αγροτών», ό.π., σ. 27, 28). Λίγο πριν ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος σε μια άλλη μελέτη του θεωρεί ότι η παραγωγή στην ορεινή Ελλάδα είχε μειωθεί ακόμη περισσότερο «διότι το επικλινές του εδάφους, κατόπιν της επεκτάσεως της καλλιέργειας και της καταργήσεως της αγραναπαύσεως επέτρεψεν εις τα όμβρια ύδατα να συμπαρασύρουν το γόνιμον έδαφος μέχρι τοιούτου σημείου, ώστε το ήμισυ σχεδόν των προ εικοσαετίας καλλιεργούμενων εκτάσεων να τεθή εις αχρηστίαν». Σε ένα άλλο σημείο της εργασίας του αποδίδει έμμεσα την κατάσταση στους εμπρησμούς των δασών, που στα τέλη του 19ου αιώνα απελευθέρωναν «εδάφη προς καλλιέργειαν, τα οποία όμως αφού κατά τα πρώτα 5-10 έτη παρήγαγον οπωσδήποτε αρκετά δημητριακά... καθίσταντο, μετά παρέλευσιν μιας δεκαπενταετίας περίπου, εντελώς άγονα και άχρηστα, διότι η γόνιμος εις χώμα επάλειψις του εδάφους είχεν ήδη υπό των βροχών παρασυρθή» (Κρίκος, «Περί βελτιώσεως των όρων ζωής των ορεσιβίων», ό.π., σ. 41, 43).

30. Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 134-142 (Κεφ. 8 με τίτλο «Πώς χαλάσαν οι λογγές και έλειψαν τα σοδέματα από τα βουνίσια χωριά»). Για «ληστρική εκμετάλλευση του εδάφους» κάνει λόγο και ο Καραβίδας (Αγροτικά, ό.π., σ. 463).

Σελ. 83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/84.gif&w=600&h=915

των δημητριακών της ιδίας αυτών εσοδείας το σπίτι μένει κενόν από τα πάντα σχεδόν, η όλη δε προσπάθεια συγκεντρούται εις την εξοικονόμησιν του άρτου, έστω και εξ αραβοσίτου».31

Σχεδόν όλες οι οικογένειες στις οποίες ανατράφηκαν συνομιλητές και συνομιλήτριες, καλλιεργούσαν μικρής έκτασης αγροτεμάχια («χουράφια»). Η καλλιέργεια πολλών και καλών (αρδευτικών, ποτιστικών) τεμαχίων γης εξασφάλιζε οπωσδήποτε ένα, από πλευράς ποσότητας και ποικιλίας βελτιωμένο διαιτολόγιο. Όσες οικογένειες διέθεταν κυρίως ξηρικά (άνυδρα) χωράφια βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση.32

Ελάχιστες οικογένειες είχαν τη δυνατότητα να καλλιεργούν σιτάρι σε ποσότητες τέτοιες, ώστε να τρέφονται συστηματικά με σταρένιο, «καθάριο» όπως λεγόταν, ψωμί' κατά βάση οι άνθρωποι τρέφονταν με ψωμί «μπομποτίσιο», δηλαδή από καλαμπόκι. Πολλοί ήταν αναγκασμένοι να αγοράζουν επιπλέον καλαμπόκι από το Λιδωρίκι ή το Ευπάλιο (από όπου και η επωνυμία «καλαμποκολόοι»),33 προκειμένου να καλύψουν τις ετήσιες ανάγκες τους. Οι περισσότερες οικογένειες καλλιεργούσαν επίσης αμπέλια (τα πιο αποδοτικά βρίσκονταν κοντά στην κοιλάδα του Μόρνου), από τα οποία εξασφάλιζαν κρασί και σταφίδα. Ακόμη, κάλυπταν ένα σημαντικό μέρος της διατροφής τους καλλιεργώντας όσπρια (κυρίως φασόλια) στα χωράφια και διάφορα λαχανικά (καμπρολάχανα, πράσα κ.λπ.) σε λαχανόκηπους, «κήπια» ή «γιούρτια», όπως έλεγαν, που βρίσκονταν μέσα στο χωριό. Οι περισσότερες οικογένειες είχαν στην κατοχή τους καρυδιές και ορισμένα οπωροφόρα δέντρα, κυρίως κορομηλιές, δαμασκηνιές και μηλιές. Σχεδόν όλες συντηρούσαν ζώα: Εξασφάλιζαν γάλα από τις γίδες τους -κατά κανόνα δυο-τρεις, κάποτε περισσότερες-, αυγά από τις κότες, (παστό) κρέας από το χοίρο που έσφαζαν τα Χριστούγεννα, νωπό κρέας από το «μαρτίνι» (αρνάκι) και τα «κοτερά» (κότες) που συνήθως έσφαζαν σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Όσες ήταν σε θέση να συντηρήσουν μεγα-

31. Κρίκος, «Περί βελτιώσεως των όρων ζωής», ό.π., σ. 36, 37.

32. Σε διαφορετικά συμβόλαια του έτους 1914 απαντούν ποτιστικά χωράφια που πωλούνται σε υψηλότερη τιμή ανά στρέμμα από τα ξηρικά χωράφια. Σε συμβόλαια του 1914 τα ξηρικά χωράφια («άνυδροι αγροί» αποκαλούνται), τιμώνται περίπου, από 80 έως περίπου 170 δρχ. το στρέμμα, ενώ η τιμή «ποτιστικών αγρών» ανά στρέμμα ξεκινά από 170 και ανέρχεται στις 220 δρχ.: αρ. 3578 (Πωλητήριον αγρού δραχ. 850, Παλαιοκάτουνο, 22.4.1914)· αρ. 3814 (Προικοσύμφωνον δραχ. 3000, Παλαιοκάτουνο, 25.8.1914)' αρ. 3688 (Αγοραπωλησία ακινήτου δραχ. 300, Παλαιοκάτουνο, 22.6.1914)' αρ. 3512 (Πωλητήριον ακινήτου δραχ. 1000, Παλαιοκάτουνο, 17.3.1914)' αρ. 3804 (Προικοσύμφωνον δραχ. 1500, Παλαιοκάτουνο, 23.8.1914). Φυσικά οι τιμές αυτές είναι εντελώς ενδεικτικές, αφού πρόκειται για ελάχιστα και, αναγκαστικά, τυχαία επιλεγμένα έγγραφα (στην έλλειψη πρόσβασης στο αρχείο αναφέρθηκα στην Εισαγωγή). Οπωσδήποτε η αγοραστική αξία των «αγρών» δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από το αν επρόκειτο για «ποτιστικούς» ή «άνυδρους».

33. Πβ. Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 379-383.

Σελ. 84
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/85.gif&w=600&h=915

μεγαλύτερα ζώα είχαν επίσης στην ιδιοκτησία τους ένα μουλάρι ή/και ένα βόδι για τις μεταφορές και το όργωμα. Σύμφωνα με το υλικό του Μπακαρέζου γύρω στα 1930 τα μισά περίπου νοικοκυριά του χωριού (83 σε σύνολο 193) συντηρούσαν ένα βόδι.

Όσες οικογένειες ήταν σε θέση να καλύψουν τις διατροφικές τους ανάγκες καλλιεργώντας τη γη τους βρίσκονταν σε προνομιακή θέση. Στη μνήμη συνομιλητών και συνομιλητριών έχει εγγραφεί η διάκριση ανάμεσα σε προνομιούχους που κατόρθωναν να εξασφαλίσουν το ψωμί της χρονιάς από τα χωράφια τους, να «μαζέψουν το ψωμί τους», όπως ήταν η έκφραση της εποχής, και τους άλλους χωριανούς που ήταν αναγκασμένοι να προμηθευτούν καλαμπόκι για να καλύψουν τις ετήσιες ανάγκες τους σε ψωμί.34 Η κόρη ενός ιερέα, γεννημένη το 1912, τόνισε την προνομιακή θέση της οικογένειάς της:

Ε, εμείς είχαμε κτήματα, μαζεύαμε το ψωμί μας, το μαζεύαμε, δεν αγουράζαμε μεις ψουμί, δεν αγουράζαμε ψουμί, ήταν κι ο πατέρας μ ' παπάς κι έπαιρνε και κάνα πρόσφορο, κάνα αυτό, ψουμί δεν αγοράζαμε, και τα όσπρια τα είχαμε μπόλκα, τα μαζεύαμε, γιατ' είχαμε περιουσία, μπορεί να ήταν φτωχιά αλλά είχαμε πολλή.35

Πολύ διαφορετικά βιώματα είχε η κόρη ενός κτηνοτρόφου, γεννημένη το 1917:

... το ψωμί μας δεν το μαζεύαμε. Δυο, τρεις μήνες μπορεί να μαζεύαμε, τον άλλον καιρό αγοράζαμε. Κι όταν τη ρώτησα ποιος και με τι τρόπο αγόραζε, απάντησε: Αγόραζε ο πατέρας... φέρναν απ' το Λιδωρίκ απ' τ' Μανάγουλ... με λεφτά... Πού τάβρισκε τα λεφτά;... Ε, πούλαγε κάνα γίδ, χρεώνεταν, και ματαπούλαε και τάδινε. Έπαιρνε και δανεικά, πούλαγε και κάνα γίδ' εκεί και...36

Αντίθετα, στις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, σε σύνολο 275 οικογενειών χωρικών στην πεδιάδα του Μόρνου «εξαιρετικώς ελάχισται» δεν ήταν σε θέση να καλύψουν τις ανάγκες τους σε δημητριακά «εξ ιδίας παραγωγής».37 Παρά τα μεταναστευτικά εμβάσματα, ο εκχρηματισμός της οικονομίας παρέμεινε περιορισμένος σε όλη τη διάρκεια της μεσοπολεμικής περιόδου.38 Ακριβώς

34. Στο υλικό του Π. Μπακαρέζου αναφέρεται σε δύο περιπτώσεις ότι οι οικογένειες «μάζευαν το ψωμί τους» και ήταν «αυτάρκεις σε καλαμπόκι».

35. Συν. με την Α. Π., σ. 6.

36. Συν. 2 με την Γ. Σ., σ. 4.

37. Α. Διαμαντόπουλος, Η πεδιάς του Μόρνου (Αρχείον Γεωργοοικονομικών Μελετών, ΑΤΕ, 6), Αθήναι 1940, σ. 17, 19.

38. Βλ. Κ. Κωστής, Αγροτική Οικονομία και Γεωργική Τράπεζα, ό.π., σ. 39, όπου ο συγγραφέας συνδέει τη διάδοση της καλλιέργειας του αραβόσιτου στον ελλαδικό χώρο με «το χαρακτήρα της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, η οποία δεν έχει περάσει στο στάδιο

Σελ. 85
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/86.gif&w=600&h=915

βώς γι' αυτό, όπως σημειώσαμε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, τα χρήματα συνιστούσαν πειστήριο σχετικά υψηλής κοινωνικής και οικονομικής θέσης και διαβατήριο για την κοινωνικο-οικονομική άνοδο μιας οικογένειας. Μέσω των χρημάτων αποκτούσε κανείς πρόσβαση σε περισσότερα αγαθά. Όταν ο πατέρας κέρδιζε ορισμένα χρήματα, ως μετανάστης στο εξωτερικό, μικρέμπορος, παντοπώλης, καφετζής, μισθωτός, συνταξιούχος, οι υλικές συνθήκες διαβίωσης των παιδιών ήταν σε γενικές γραμμές καλύτερες:

Εμείς δε δυστυχέφαμε διότι ήταν ο πατέρας μ' μπακάλης, έμπορος. Δεν πεινάσαμε, ούτε πεινάσαμε, ούτε κακοπεράσαμε. - Για μας, αποκλειστικώς για τν οικογένεια μας, ήταν καλά. Είχα τον πατέρα μ', είχε το μαγαζί αυτό απούν' τώρα εκείν' το σπίτ δω πέρα ... εκεί ήταν του μαγαζί τ' πατέρα μ'... Κι από κει είχαμι ρύζ, είχαμι μακαρόνια, είχαμι μανέστρα, τόνα, τάλλο. - Είχαμ' ένα παιδί που το λέγαν Γιάνν', πλες... Πήαινε στο σχουλείο. Ο Γιάννς τώρα, η μάνα τ' ήταν Αμερικάνα, ο άντρας τς αυτής (ο πατέρας του Γιάννη ήταν μετανάστης στην Αμερική) και βρίσκενταν κάπως καλύτερα, σε καλύτερη μοίρα.39

Α' Παραγωγή: Συμβολή στην οικογενειακή οικονομία

Τα παιδιά συνέβαλλαν στην οικογενειακή οικονομία, ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, τη μυϊκή δύναμη, τη σειρά γέννησής τους. Από τη στιγμή που το επέτρεπε η σωματική τους διάπλαση, δηλαδή από τα 5 και τα 6 τους χρόνια, ή εν πάση περιπτώσει πριν ακόμη κλείσουν την πρώτη δεκαετία της ζωής τους, τα παιδιά διεκπεραίωναν απλές εργασίες: μετέφεραν λ.χ. νερό από τη βρύση στο σπίτι, «σκάριζαν» τα ζωντανά ή έσπερναν το καλαμπόκι στα χωράφια, τάιζαν τα ζώα ή έκαναν διάφορα θελήματα, προπάντων αγόραζαν από τα καταστήματα της πλατείας τα λιγοστά αγαθά που οι χωριανοί προμηθεύονταν συστηματικά από εκεί: το αλάτι, το πετρέλαιο, τα σπίρτα, μερικά κουτιά γάλα, σπανιότερα ρύζι ή ζυμαρικά.

Η παιδική εργασία ήταν αυτονόητη και η αστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η παιδική ηλικία δε συμβιβαζόταν με την εργασία, δεν είχε παρεισφρύσει στην κουλτούρα του χωριού. Την ίδια περίοδο στις κοινωνίες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, όπως η αυστριακή, η γερμανική ή η σκανδιναυική, η εργασία των παιδιών αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητά τους στην ύπαιθρο αλλά και στις εργατικές συνοικίες των πόλεων" άλλωστε

του πλήρους εκχρηματισμού και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ως βασικό πρόβλημά της τη διατροφή του αγροτικού πληθυσμού».

39. Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 3' Συν. 2 με την Π. Γ., σ. 7, 18" Συν. 2 με την Λ. Π., σ. 3.

Σελ. 86
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/87.gif&w=600&h=915

στε, οι νομοθετικές ρυθμίσεις αναγνώριζαν στην ουσία τις ιδιαίτερες ανάγκες της αγροτικής οικονομίας και τις νοοτροπιακές ιδιαιτερότητες της αγροτικής κοινωνίας που επέβαλλαν κατά κάποιο τρόπο την εργασιακή απασχόληση παιδιών. Φυσικά, στην Ευρώπη του πρώιμου 20ού αι. και του Μεσοπολέμου δε συναντάμε πλέον τις στρατιές των παιδιών-βιομηχανικών εργατών που έδωσαν το έναυσμα για φλογερές συζητήσεις, έντονες διαμάχες και νομοθετικά διατάγματα στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ωστόσο, πολλά παιδιά, προπάντων στην ύπαιθρο, εξακολουθούσαν να εργάζονται" ούτε το βιοτικό επίπεδο των φτωχότερων στρωμάτων στα ευρωπαϊκά αστικά κέντρα, ούτε ο βαθμός εκμηχάνισης της αγροτικής οικονομίας στο μεγαλύτερο τμήμα της ευρωπαϊκής ηπείρου, επέτρεπαν την καθολική υιοθέτηση του αστικού προτύπου μιας παιδικής ηλικίας «προστατευμένης» από τις έγνοιες των ενηλίκων.40

Στην Ελλάδα, ως το 1910 το ζήτημα της παιδικής εργασίας δεν είχε ουσιαστικά απασχολήσει την νομοθεσία.41 Η νομοθετική παρέμβαση του 1920, η οποία απαγόρευε την απασχόληση στα χωράφια εις βάρος της σχολικής παρακολούθησης, αφορούσε σε παιδιά κάτω των 14 ετών42 τα οποία, όπως δείχνουν οι προφορικές μαρτυρίες, απασχολούνταν στα χωράφια σε σχετικά μικρό βαθμό.

1. Οικιακές εργασίες

Στις οικονομίες με αυτοκαταναλωτικό χαρακτήρα, οικιακές και αγροτικές εργασίες βρίσκονται σε διαρκή σχέση αλληλεξάρτησης, αφού οι άνθρωποι συνήθως καταναλώνουν όσα παράγουν, αφού προηγουμένως τα επεξεργαστούν. Επιπλέον ορισμένες εργασίες, όπως η φροντίδα και το άρμεγμα των οικόσιτων ζώων, η καλλιέργεια των λαχανόκηπων, κ.λπ. μπορούν να ενταχθούν τόσο στη μία όσο και στην άλλη κατηγορία, ανάλογα με τα κριτήρια που εφαρμόζει κανείς. Συνομιλητές και συνομιλήτριες διακρίνουν πάντως στο λόγο τους τις

40. Για τις σχετικές με την παιδική εργασία αναζητήσεις της Ιστορίας και της Κοινωνιολογίας και για μια σφαιρική θεώρηση της βιβλιογραφίας βλ. το συλλογικό τόμο που αφορά στις Σκανδιναυικές χώρες από τα μέσα του 19ου αι. μέχρι σήμερα: Ν. de Coninck-Smith, Bengt Sandin, Ellen Schrumpf (επιμ.), industrious Children. Work and Childhood in the Nordic Countries 1850-1990, Οντένσε 1997' ιδιαίτερα την Εισαγωγή και Mats Sjöberg, «Working Rural Children. Herding, child labour and childhood in the Swedish Rural Environment 1850-1950», N. de Coninck-Smith..., ό.π., σ. 106-128' γενικότερα για τον οικονομικό ρόλο των παιδιών και τον προβληματισμό γύρω από την έννοια «παιδική εργασία» με βάση το παράδειγμα των φτωχότερων στρωμάτων της Αυστρίας κατά τον ύστερο Ι9ο και τον πρώιμο 20ό αι.: βλ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule... ό.π.

41. Α. Λιάκος, Εργασία και πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και η ανάδυση των Κοινωνικών Θεσμών, Αθήνα 1993, σ. 278.

42. Μ. Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας στη Βιομηχανία και τη Βιοτεχνία, 18701940, Αθήνα 1995, σ. 21.

Σελ. 87
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/88.gif&w=600&h=915

χρονοβόρες και κατά κανόνα επίπονες εργασίες που αφορούν στην πρωταρχική εξασφάλιση των βασικών ειδών διατροφής (όργωμα, σπορά, θερισμός, τρύγος, πάτημα σταφυλιών, λίχνισμα, αλώνισμα, βοσκή των ζώων) από τις υπόλοιπες ασχολίες.Με βάση αυτή τη διάκριση θα εξετάσω εδώ τη συμμετοχή των παιδιών σε εργασίες που διεκπεραιώνονταν μέσα ή γύρω ή σε άμεση σχέση με τον οικιακό χώρο, και από τις οποίες τα μέλη της οικιακής ομάδας επωφελούνταν άμεσα.43

Σύμφωνα με το κυρίαρχο διαπολιτισμικό μοντέλο διαφυλικού καταμερισμού εργασίας, οι γυναίκες φέρουν την, κατά κανόνα, αποκλειστική ευθύνη για τη διεκπεραίωση των εργασιών στο εσωτερικό και την περιφέρεια του οικιακού χώρου.44 Στο παράδειγμά μας οι οικιακές εργασίες, όπως τις ορίσαμε παραπάνω, αποτελούσαν κατ' αρχήν ευθύνη της μητέρας. Τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, αναλάμβαναν από πολύ μικρή ηλικία τη διεκπεραίωση απλών αλλά χρονοβόρων και απαραίτητων για τη λειτουργία του νοικοκυριού εργασιών. Με αυτό τον τρόπο, προπαντός η μητέρα αλλά και κατά περίπτωση η γιαγιά ή και οι άλλες γυναίκες της οικιακής ομάδας, εξοικονομούσαν πολύτιμο χρόνο για περισσότερο απαιτητικές εργασίες, οικιακές ή αγροτικές.

Κατά κανόνα τα παιδιά αναλάμβαναν να εκτελέσουν διάφορα θελήματα, να μεταφέρουν νερό από τη βρύση, φαγητό στους ενήλικες που εργάζονταν στην ύπαιθρο και να ψωνίσουν από τα μαγαζιά της πλατείας. Σχεδόν όλοι οι συνομιλητές και οι συνομιλήτριες αναφέρουν προπάντων τη μεταφορά νερού με τη μικρή βαρέλα ή με «τσκάλια» (τσουκάλια) από τη βρύση στο σπίτι ως τυπική παιδική εργασία, προφανώς λόγω του καθημερινού της χαρακτήρα:

Τότεν τα παιδιά από δυο χρονών κίναγαν πέρα, βόηθαγαν τον παππού και τη γιαγιά, και τ'μάνα και τον πατέρα. Τί τς βόηθαγαν; «Φέρε μ' τη σκούπα εκεί δα. Φέρε μ' το, τσουκάλ'», λέγαν τότε, δεν τόλεγαν κανάτ' κι αυτά, «φέρ' το τσουκάλ' να πιω νερό εκεί δα», μεγαλώναμε λίγο και κουβαλάγαμε με τς βαρέλες τς μικρές, βαρέλες τς λέγαμε τότε, βαρδάκι τς έλεγαν, βαρέλες, βαρελίτσες και κουβαλάγαμε μ' αυτές απάν' απ' τη Μότσου, π' το λένε ή πέρα απ' τσ' άλλες τσ' βρύσες. Κουβαλάγαμε να γεμίσουμε

43. Πβ. τον ορισμό των οικιακών εργασιών, ως του συνόλου των εργασιών εκείνων που εγγυώνται τη συντήρηση και αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης των μελών της οικιακής ομάδας στη διεθνή ιστοριογραφία: R. Becker-Schmidt, U. Brandes-Erlhoff, I. Lühring, Β. Schmidt, «Familienarbeit im proletarischem Lebenszusammenhang. Was es heißt Hausfrau zu sein», Gesellschaft. Beiträge zur Marxschen Theorie 14, Φρανκφούρτη 1981, σ. 7586, κυρίως σ. 79' R. Sieder, «Hausarbeit oder "die andere Seite" der Lohnarbeit», Beiträge zur historischen Sozialkunde 11 (1981), 90-97.

44. Βλ. M. Mitterauer, «Geschlechtsspezifische Arbeitsteilung in vorindustrieller Zeit», στο M. Mitterauer, Historisch - Anthropologische Familienforschung, Βιέννη-Κολωνία 1990, σ. 289-314, κυρίως σ. 290.

Σελ. 88
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/89.gif&w=600&h=915

μια μεγάλ' πούχε, νεροβάρελα την έλεγαν αυτή, να γιομίσουν αυτή τη βαρέλα, να τ' βρει η μάνα το βράδ' γεμάτ', να' ρθει να μαγειρέψ', να ζυμώσ' όλ' νύχτα και το πρωί να ματακινήσ', πάλ' να πάει στ' αμπέλια, στα χωράφια, στα αυτά45.

Τα παιδιά πρέπει να είχαν συναίσθηση ότι με τον τρόπο αυτό διευκολύνουν τη μητέρα τους:

Έλεγε η γιαγιά κι ο παππούς, «σήκω, πηγαίντε, φέρτε νερό να γιομίσουμε τ' βαρέλα τ μεγάλη νερό, θα' ρθει η σκλάβα». Δεν έλεγ, ' η γιαγιά μ' δεν έλεγε «θα' ρθει η μάνα σας», αλλά επειδή είχε τόσ' οικογένεια και παιδεύεταν τόσο η μάνα μ', κι έλεε «θα' ρθει η σκλάβα το βράδ' και θέλ' να μαγειρέφ', να φάτε. Πηγαίντε, φέρτε νερό να γιομίστε τη νεροβάρελα', τ' μεγάλ'»,τη βαρέλα την έλεγαν νεροβάρελα.46

(Ο πατέρας της αφηγήτριας ήταν ιερέας σε ένα χωριό της Δωρίδας, στα Τρίκορφα, την Περιθιώτισσα, και τον περισσότερο καιρό απουσίαζε από το σπίτι).

Η ανάθεση καθηκόντων υπαγορευόταν κατ' αρχήν από πρακτικές ανάγκες, αλλά και από συγκεκριμένες νοοτροπίες σχετικά με το φύλο: Έχουμε μαρτυρίες για γυναίκες οι οποίες ανέθεταν στα παιδιά, που λόγω της φοίτησης τους στο σχολείο περνούσαν συχνά από το κέντρο του χωριού, να ψωνίσουν, προκειμένου να μην εμφανιστούν οι ίδιες στην αγορά και διακινδυνεύσουν τα επιτιμητικά σχόλια των συγχωριανών. Όπως είναι γνωστό από ανθρωπολογικές έρευνες, η παρουσία στην αγορά -τα παντοπωλεία λειτουργούσαν ταυτόχρονα ως καφενεία ή ταβέρνες-, αποτελούσε μέχρι πρόσφατα και αποτελεί ίσως μέχρι σήμερα στην ελληνική ύπαιθρο ανδρικό προνόμιο47:

...όταν φεύγαμε απ' το σπίτι... αν είχαμε κάποια παραγγελία, αν περνούσαμε μέσα από την αγορά να μας πει, «Χρήστο», να μου πει η μάνα μου, «πάρε ένα κουτί σαρδέλες» ή «πάρε μια οκά ζάχαρη», κάτι τέτοιο, πηγαίναμε, παίρναμε. Περνώντας απ' την αγορά να το πάρω κι εκείνο. Η μάνα μου δεν κατέβαινε εύκολα στην αγορά... Δεν πηγαίνανε (οι γυναίκες). Δεν

45. Συν. με την Α. Π., σ. 5.

46. Ό.π., σ. 6.

47. Η νεότερη ανθρωπολογική έρευνα και σκέψη έχει, ορθά πιστεύω, θέσει υπό αμφισβήτηση τον κλασικό ανθρωπολογικό διαχωρισμό μεταξύ ιδιωτικού γυναικείου και δημόσιου ανδρικού χώρου, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, τις δημόσιες πλευρές των γυναικείων ρόλων: Με ποια λογική «οι άνδρες που συγκεντρώνονται στο καφενείο ανήκουν στο δημόσιο χώρο, ενώ οι γυναίκες που συγκεντρώνονται για ένα προσκύνημα ή στην εκκλησία δεν ανήκουν;» (J. Dubisch, «Gender, Kinship and Religion. Reconstructing the Anthropology of Greece», στο P. Loizos, E. Papataxiarchis (επιμ.), Contested Identities. Gender and Kinship in Modern Greece, Πρίνστον 1991, σ. 29-46, κυρίως σ. 44,45). Οπωσδήποτε όμως η αγορά, το καφενείο, ο μόνιμος και άμεσα αναγνωρίσιμος δημόσιος χώρος, ο χώρος στον οποίο η κοινότητα έρχεται σε επαφή με τον έξω κόσμο, αποτελεί ανδρικό προνόμιο.

Σελ. 89
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/90.gif&w=600&h=915

πολυπηγαίνανε. Ορισμένες φορές όμως πηγαίνανε και παραπηγαίνανε... και σχολιαζόταν, ναι, και πολλές φορές όχι άδικα. Γιατί η αγορά ήταν ένα είδος, ας πούμε, διαφθοράς για τις γυναίκες και τα κορίτσια,48

Διεκπεραιώνοντας θελήματα, τα παιδιά εσωτερίκευαν παράλληλα αυτόματα την ηλικιακή και έμφυλη ιεραρχία της μικροκοινωνίας στην οποία ζούσαν, εξοικειώνονταν με τον ευρύτερο οικιστικό και κοινοτικό χώρο, συνδέονταν συναισθηματικά με τους ενήλικες, συνειδητοποιούσαν ότι ανήκαν σε μια οικιακή ομάδα.

Στις αφηγήσεις τα παιδιά παρουσιάζονται να εξυπηρετούν μέσα στον οικιακό χώρο, σε προσωπικό επίπεδο τους ενήλικες άνδρες της οικογένειας και όχι τις γυναίκες: Έφερναν νερό στον παππού τους ή/και τον πατέρα τους για να πιουν, ενώ έφερναν νερό στο σπίτι για να το χρησιμοποιήσει η μητέρα τους για τις ανάγκες του νοικοκυριού. Η υπεροχή των ανδρών έναντι των γυναικών εγχαρασσόταν προφανώς και με αυτό τον τρόπο στη συνείδησή τους:

Παραθέτω ένα απόσπασμα από την αφήγηση της κόρης μιας πολυμελούς οικογένειας, που μεγάλωνε μαζί με τον παππού και τη γιαγιά από την πλευρά του πατέρα:

Ο παππούς μου ήταν ένας αρχοντάνθρωπος. Του πατέρα μου ο πατέρας. Πολύ τον θυμάμαι και πολύ... Ερχόταν το πρωί, μόλις ξύπναγε: «Άντε, τι θα χάνεις, ποιος θα πάει;» Θέλαμε νερό κρύο από τη βρύση. Και τρέχαμε εμείς τώρα -ήμασταν και μικρά- και τρέχαμε και φέρναμε νερό κρύο. Έπρεπε να πιει και ο πατέρας μου και ο παππούς μου νερό κρύο κι ύστερα

/ 49

να πιουν τον καφε τους.

Αρκετά εύγλωττο και το απόσπασμα από την αφήγηση του γιου ενός μετανάστη που μεγάλωνε μαζί με τον παππού, από την πλευρά του πατέρα, τη μητέρα και το μεγαλύτερο αδελφό του:

Λοιπόν, ο παππούς μου λοιπόν, ο Γιωργούλας... συνήθιζε να με στέλνει εμένα όταν ήθελε νερό κρύο και καθαρό, να με στέλνει στη μοναχή τη βρύση που βρισκόταν και βρίσκεται ακόμα στη Μεγάλη Βρύση. Λέγεται δε η περιοχή αυτή Μεγάλη Βρύση διότι υπάρχουν πέντε ακόμα βρύσες εκεί κοντά. Αυτή είναι μοναχή. Οι άλλες είναι σε μια ορισμένη απόσταση η μία απ' την άλλη... γιατί πίστευε ότι το πιο κρύο νερό είναι κείνο, σώνει και καλά. Τώρα κατά πόσον εγώ έπαιρνα νερό απ' τη μοναχή τη βρύση ή κι

48. Ό. π., σ. 12. Πβ. τις ανάλογες παρατηρήσεις της Friedl για τα Βασιλικά (ένα χωριό πεδινό) τη δεκαετία του 1960 (Ε. Friedl, «The Position of Women: Appearance and Reality», στο J. Dubisch (επιμ.), Gender and Power in Rural Greece, Princeton 1986, σ. 42-52, κυρίως σ. 43.

49. Συν. με την Β. Κ., σ. 1.

Σελ. 90
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/91.gif&w=600&h=915

απ' τις άλλες... Διότι την είχε φτιάξει εκείνος (ο παππούς τη μοναχή τη βρύση). Ήταν δωρεά... Μόλις τόφερνα το νερό εγώ, στο τσουκάλι, στο τσουκάλι... Τη βαρέλα τη μικρή την απέφευγα, ήτανε για μένα βαρειά, και μόλις τόφερνα το νερό το έπαιρνε με το, όχι ποτήρι, ήτανε πολυτέλεια το ποτήρι με μια κούπα τελοσπάντων κι έπινε κι έλεγε: «Α! το καημένο το νεράκι, αφίρ είναι» —αφίρ σημαίνει πολύ κρύο, πολύ κρύο και καθαρό. Και του απαντούσα εγώ: «άμ' τόφερα εγώ, «άμ' τόφερα γω το καημένο το νεράκι...». Ε, πότε, πότε: «Άχ, τσακαλάκι», μου έλεγε...50.

Μεταφέροντας φαγητό στον πατέρα, τη μάνα, τον παππού, τη γιαγιά, στα χωράφια ή το μαντρί τα παιδιά εξοικειώνονταν σταδιακά με τις αγροτικές εργασίες και προετοιμάζονταν ψυχολογικά για τις ευθύνες τις οποίες θα αναλάμβαναν και τα προβλήματα τα οποία θα αντιμετώπιζαν αργότερα. Μάθαιναν επίσης να κινούνται στον ευρύτερο χώρο της κοινότητας και εξοικειώνονταν με την ιδιοκτησιακή της τοπογραφία:

Η γιαγιά μ ' ήταν αγρότισσα εκατό τα εκατό και τσοπάνα. Πήγαινε το καλοκαίρι σε ορισμένα χωράφια για να τα φυλάει απ' τις καλιακούδες τα χωράφια στο αυτό, για να μην πηγαίνουν και μας τρων' το καλαμπόκ', πήγαινε και κοιμάταν, όσο το μάκραινε το καλαμπόκ' πήγαινε και κοιμάταν στα κτήματα... Της πήγαινα και φαγητό. Πήγαινα γιατί με συνέφερε κιόλα, γιατί εκεί τράβαγα κάνα καλαμπόκ' και τόφηνα και τότρωγα. Από μικρός-μικρός ξυπόλυτος πάαινα στο κτήμα, στο ποτάμ' κάτω.51

Ορισμένες φορές η διεκπεραίωση αυτών των καθηκόντων λειτουργούσε ως αφορμή για την ανάπτυξη μιας πολύπλευρης επικοινωνίας μεταξύ παιδιών και ενηλίκων: Σε μία περίπτωση ο προπάππους μάθαινε στο παιδί, το οποίο του πήγαινε φαγητό στο χωράφι, να μετρά και χρησιμοποιούσε μεταφορές προκειμένου να του μιλήσει για την αξία της κουμπαριάς, της πνευματικής δηλαδή συγγένειας, στη ζωή του ανθρώπου.52

Η διάκριση ανάμεσα σε ανδρικές και γυναικείες ασχολίες ήταν περισσότερο ελαστική στις μικρότερες ηλικίες. Ηλικιακές και έμφυλες ταυτότητες βρίσκονταν σε μια σχέση αλληλεπίδρασης, στο πλαίσιο της οποίας οι ταυτότητες αυτές παγιώνονταν σταδιακά. Σε καμιά αφήγηση δε βλέπουμε τον παππού ή τον πατέρα ή, εν πάση περιπτώσει, έναν ενήλικα άνδρα να συμμετέχει (τουλάχιστον συστηματικά) σε οικιακές εργασίες, με την έννοια που τους δώσαμε παραπάνω: να φέρνει νερό από τη βρύση, να πηγαίνει φαγητό σε άλλους, να

50. Συν. με τον Χ. T., σ. 19.

51. Συν. με τον Γ. Λ., σ. 4' επίσης, Συν. με τον Α. Μ, σ. 3.

52. Συν. με τον Αρ. Μ., σ. 6, 7.

Σελ. 91
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/92.gif&w=600&h=915

ταΐζει τα οικόσιτα ζώα τους χειμερινούς μήνες, να βοηθά τη γυναίκα του όταν εκείνη φροντίζει τα «κήπια». Αντίθετα βλέπουμε αγόρια και κορίτσια να αναλαμβάνουν τέτοιου είδους καθήκοντα. Είναι πολύ δύσκολο να προσδιορίσουμε με ακρίβεια σε ποια συνήθως ηλικία τα αγόρια έπαυαν να αναλαμβάνουν τέτοια καθήκοντα. Ένα πιθανό όριο προς τα πάνω είναι χονδρικά τα 15 χρόνια, αφού σύμφωνα με ορισμένους συνομιλητές «δεκαπέντε χρονών και κάτ' δε νογάει το παιδί να πούμ'... Ε, από κει κι απάν', όσο νάναι, νογάει πιο έτσ' λιγάκ'».53

Όμως κατ' αρχήν τα αγόρια, σε αντίθεση με τα κορίτσια, δε συμμετείχαν ενεργά σε οικιακές εργασίες με τη στενή έννοια του όρου, όπως το ζύμωμα, το μαγείρεμα, το πλύσιμο ρούχων, το σιδέρωμα, το καθάρισμα του σπιτιού. Σε αυτές τις απαιτητικές εργασίες συμμετείχαν αποκλειστικά κορίτσια και μάλιστα μεγαλύτερης ηλικίας (βρίσκονταν τουλάχιστον στο στάδιο της ενήβωσης). Ένα ανάλογο μοντέλο διαφυλικού καταμερισμού εργασίας ίσχυε την ίδια περίοδο για τα παιδιά εργατικών οικογενειών σε πόλεις του γερμανόφωνου χώρου και της Αγγλίας.54 Όπως λέει σχηματικά ο Ν. Ζ., ο νεότερος γιος του θρυλικού δασκάλου του χωριού: «Στην καθημερινή ζωή τα κορίτσια κάναν δουλειές και τ' αγόρια βοηθούσαν. Εξωτερικές δουλειές. Πήγαινες στην αγορά να ψωνίσεις στο μπακάλη, να φέρεις λίγο νερό, γιατί τότε το φέρναν το νερό, δεν είχαν νερό στη βρύση».55 Με την πάροδο του χρόνου οι θυγατέρες μιας οικογένειας επιβαρύνονταν με περισσότερες «οικιακές» εργασίες, ενώ οι γιοι απαλλάσσονταν σταδιακά από οποιεσδήποτε ευθύνες αυτού του τύπου. Σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε για τα αγόρια, η ανάθεση οικιακών καθηκόντων στα κορίτσια δεν εξυπηρετούσε μόνο τις ανάγκες της καθημερινότητας, αλλά και την κοινωνικοποίηση των κοριτσιών, την εκμάθηση εργασιών για τη διεκπεραίωση των οποίων θα ήταν υπεύθυνα στο μέλλον, την οργανική ένταξή τους στη σφαίρα ζωής των γυναικών της κοινότητας.

Υπήρχαν, βέβαια, περιπτώσεις στις οποίες τα αγόρια συμμετείχαν ιδιαίτερα ενεργά στις οικιακές εργασίες και διεκπεραίωναν ακόμη και οικιακές εργασίες με τη στενή έννοια του όρου. Σε τελευταία ανάλυση πρακτικές ανάγκες που προέκυπταν από τη σύνθεση μιας οικιακής ομάδας υποχρέωναν τους αν-

53. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 5.

54. I. Bauer, «Tscikweiber haunt's g'nennt...», Frauenlehen und Frauenarbeit an der "Peripherie". Die Halleiner Zigarrenfabriksarbeiterinnen, 1869 bis 1940, Βιέννη 1987, σ. 114" Rosenbaum, Proletarische Familien, ό.π., σ. 217' E. Roberts, A Woman's Place. (An Oral History of Working Class Women, 1890-1940), Oxford 1984, σ. 23' Sieder, Zur alltäglichen Praxis der Wiener Arbeiterschaft..., σ. 222, 223. Πβ. επίσης M. Mitterauer, «Geschlechtsspezifische Arbeitsteilung und Geschlechterrollen in ländlichen Gesellschaften Mitteleuropas», στο J. Martin, R. Zoepffel (επιμ.), Aufgaben. Rollen und Räume von Frau und Mann, τ. 2, Φράιμπουργκ - Μόναχο 1989, σ. 819-914, κυρίως σ. 825-828.

55. Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 5.

Σελ. 92
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/93.gif&w=600&h=915

ανθρώπους να παραγνωρίζουν την κυρίαρχη νοοτροπία. Αν δεν υπήρχαν κορίτσια στην οικογένεια, αν η μάνα είχε αρρωστήσει ή γεράσει και δεν μπορούσε να εργαστεί το ίδιο εντατικά όπως πριν, αν το αγόρι ήταν το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας με σημαντική ηλικιακή διαφορά από τις αδελφές του, κι αν ήταν πρόθυμο από το χαρακτήρα του, τότε αναλάμβανε πολλές ευθύνες στο πλαίσιο της οικιακής οικονομίας.

Μια τέτοια περίπτωση ήταν αυτή του Ν. Ζ. στην οποία παρέπεμψα προηγουμένως: Η μητέρα του είχε πεθάνει νωρίς και εκείνος ήταν το «δεξί χέρι» της μεγαλύτερης αδελφής του. Βέβαια αυτό υπαγορευόταν, όπως είπαμε, αποκλειστικά από πρακτικούς λόγους και δεν εξυπηρετούσε την κοινωνικοποίηση των αγοριών στο πλαίσιο ενός έμφυλου προτύπου, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε με τα κορίτσια. Στην ενήλικη ζωή τους τα αγόρια θα απαλλάσσονταν από τέτοιου είδους «οικιακά» καθήκοντα. Εξάλλου, όπως θα δούμε στο κεφάλαιο για τη σχέση παιδιού και σχολείου, τα αγόρια, αντίθετα με τα κορίτσια, σπάνια εγκατέλειπαν, ή παραμελούσαν το σχολείο για να εξυπηρετήσουν ανάγκες της οικιακής οικονομίας.

Πάντως, παρόμοια βιώματα των αγοριών έχουν αφήσει τα ίχνη τους στις πρακτικές και τη συμπεριφορά τους ως ενηλίκων. Η μαρτυρία των αδελφών Α. είναι εξαιρετικά εύγλωττη. Οι τρεις συνομιλητές μεγάλωσαν σε μια οικογένεια με πέντε παιδιά, όλα αγόρια. Ο πατέρας απουσίαζε για μεγάλα διαστήματα στην Αμερική" η μάνα ήταν απασχολημένη με χίλιες δυο δουλειές. Από πολύ νωρίς τα αγόρια έμαθαν να αυτοεξυπηρετούνται" ο μικρότερος, μάλιστα, ήταν κατά κάποιο τρόπο το «δεξί χέρι» της μάνας του, αρκετά μεγάλης πια για να διεκπεραιώνει τόσες δουλειές μόνη. Παραθέτω όσα είπε το στερνοπαίδι της οικογένειας, που γεννήθηκε το 1924:

Εγώ θυμάμαι, πήγαινε η μητέρα μου πάνω εκεί στα χωράφια κι εγώ μόνο που δεν έφτιαχνα πίτα να ζυμώσω κι αυτό. Να ξεσκονίσω, να καθαρίσω, να φτιάξω αυτό, να πλύνω τα πιάτα, όλα δηλαδή τα έφτιαχνα και το είχαμε συνηθίσ'. Τί συνέβαινε με μας; Επειδή ήμασταν αγόρια πέντε κι ο πατέρας μας έξι, ήταν μόνη της η μάνα μας. Δεν είπαμε ποτέ στη μάνα μας, «φέρε μας ένα ποτήρι νερό». Και τώρα το ακολουθούμε.

Και ο κατά δύο χρόνια μεγαλύτερος αδελφός του σχολίασε γελώντας: «Γίναμε όλοι κορόιδα όμως, όλοι κορόιδα, και μαγειρεύουμε, κι αυτό»,56 σχόλιο που υποδεικνύει βέβαια την αντίφαση, το χάσμα ανάμεσα στο κανονιστικό πρότυπο

56. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 19. Πολύ ενδιαφέρουσα και η περίπτωση του Θ. Μ., συνταξιούχου δασκάλου, που γεννήθηκε το 1929, και για τον οποίο η 90χρονη μητέρα του είπε χαρακτηριστικά: «Ιγώ το προυί έβαζα τούτο, το δάσκαλο, τούτος τα μεγάλωσε τα πιδιά». «Θύμιο», τόλεγα -Θύμιο τον λένε-, «Θύμιο», τόλεγα, «να μάσς τα παιδιά το μεσημέρ', να τα ταΐσς το φαΐ... να τα βάλς να κοιμηθούνε...».

Σελ. 93
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 74
    

    χρονολογικό όριο και εξετάσουμε τα στοιχεία του Μητρώου μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1920 οι οικιακές ομάδες εμφανίζονται πιο σύνθετες" ενώ ο αριθμός των νοικοκυριών παραμένει περίπου ο ίδιος, αυξάνει ο αριθμός των περιπτώσεων, όπου ένας γονέας συμβιώνει με έναν τουλάχιστον παντρεμένο γιο (από 33 σε 42), υπερδιπλασιάζονται οι οικογένειες-κορμοί (από 23 γίνονται 55), σχεδόν τετραπλασιάζονται οι πολυπυρηνικές οικιακές ομάδες (από 3 γίνονται 11), χιχι φυσικά μειώνεται αισθητά (κατά 40 περίπου) ο αριθμός των ομάδων όπου συμβιώνουν γονείς (ένας ή και οι δυο) με ανύπαντρα παιδιά. Οι περισσότερες από τις οικιακές ομάδες του 1915 φαίνεται ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1920 έχουν περάσει σε μια άλλη φάση του κύκλου ανάπτυξης, κυρίως λόγω του γάμου ενός γιου. Πάντως, γεγονός παραμένει ότι οι γονείς, εφόσον ζουν, συγκατοικούν, κατά κανόνα, με έναν παντρεμένο γιο και πολύ σπάνια με δύο ή παραπάνω.

    Βέβαια υπάρχουν μαρτυρίες για περιπτώσεις οικογενειών όπου λόγω της υπερατλαντικής μετανάστευσης κανείς γιος δε ζούσε στο χωριό και οι γονείς κατέφευγαν στη λύση του «σώγαμπρου», συγκατοικώντας με μια κόρη και τον άνδρα της, ο οποίος κληρονομούσε και το σπίτι. Η υπερατλαντική μετανάστευση ίσως συνετέλεσε στη διάβρωση του ανδροπατροτοπικού συστήματος σε επίπεδο νοοτροπίας και πράξης, επομένως και στη διάβρωση σημαντικών κοινωνικο-οικονομικών δομών της ορεινής κοινωνίας:

    Ηύρε τα πεθερικά τ' ο κουνιάδος μ', γιατ'... έφγαν τα κουνιάδια τ' ούλα και πήγαν στν Αμερική, οι κουνιάδες τ' παντρεύκαν, τάλλα τα παιδιά πήγαν στν Αμερική, κι ανέμκαν δυο γερόντ' και σκώθκε και πήε στ' πεθερού τ' το σπίτ', ηύρε σπίτια, ηύρε αχυρώνες... - Του πατέρα μ' τον πατέρα γνώρσα... έμενε στο δικό τ το σπίτ'. Ο πατέρας μου πήε σώγαμπρος όταν παντρεύκε μετά... Ένα παιδί πόχαν (τα πεθερικά του) ήταν στν Αμερική...6.

    Συνολικά πάντως οι μετρήσεις επιβεβαιώνουν, όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο για μια ορεινή αγροτική κοινωνία του ελλαδικού και του ευρύτερου βαλκανικού χώρου, την κυριαρχία του ανδροπατροτοπικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο το νέο ζευγάρι κατ' αρχήν συγκατοικούσε με τους γονείς του άνδρα. Το παράδειγμά μας συμφωνεί με τον τύπο που προτείνει ο Käser για ένα μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας: Οι πυρηνικές οικογένειες κυριαρχούν στην πράξη" ιδεοτυπικά οι περισσότεροι άνθρωποι διάγουν ορισμένες περιόδους της ζωής τους σε ένα πιο σύνθετο οικιακό πλαίσιο.7 Όπως φαίνεται από ενδει-

    6. Συν. 3 με την Π. Γ., σ. 3' Συν. 2 με την Γ. Σ., σ. 6.

    7. Κ. Kaser, «Introduction: Household and family contexts in the Balkans», The History of the Family 1(1996), σ. 375-385, κυρίως σ. 381. To σχήμα του Kaser έχει γενικό χαρακτήρα και αναγκαστικά δεν στηρίζεται σε βιβλιογραφία που αφορά στον ορεινό κε-