Συγγραφέας:Παπαθανασίου, Μαρία
 
Τίτλος:Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
 
Υπότιτλος:Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι.
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:38
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2003
 
Σελίδες:387
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Κροκύλειο Δωρίδας
 
Χρονική κάλυψη:αρχές 20ού αι.
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό είναι μία ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου, το Κροκύλειο (ως το 1915 Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο) της Φωκίδας, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει, δηλαδή, πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μία κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο παράδειγμα.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 24.57 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 81-100 από: 395
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/81.gif&w=600&h=915

2. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κάθε οικογένεια, με την έννοια της οικιακής ομάδας, λειτουργεί ταυτόχρονα και ως οικονομική ενότητα. Μεταξύ των μελών της υφίστανται και αναπτύσσονται οικονομικές σχέσεις. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τη θέση και το ρόλο ενός προσώπου (του παιδιού στην περίπτωσή μας) μέσα στον οικογενειακό σχηματισμό, χωρίς να εξετάσουμε τη θέση και το ρόλο του στην οικογενειακή οικονομία, για να χρησιμοποιήσω, υπό την ευρεία του έννοια, έναν όρο που στην αγγλοσαξωνική και τη γερμανόφωνη ιστοριογραφία αναφέρεται συγκεκριμένα στην δυτικο-ευρωπαϊκή οικογένεια της προβιομηχανικής εποχής και στον θεωρητικά αυτοκαταναλωτικό χαρακτήρα της οικονομίας της.23

Πολυαπασχόληση, συνδυασμός αγροτικών και εξω-αγροτικών δραστηριοτήτων, αυτοκατανάλωση αποτελούσαν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της οικονομίας του χωριού και των οικογενειακών οικονομιών στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Άλλωστε, παρά την άποψη ότι η βιομηχανική επανάσταση σηματοδότησε το τέλος της οικονομίας αυτοκατανάλωσης στην Ευρώπη24, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. χαρακτηρίστηκαν από έντονη πολιτική, οικονομική, κοινωνική αστάθεια' κατά συνέπεια η αυτοκατανάλωση συνέχισε να αποτελεί για τους περισσότερους ανθρώπους στην Ευρώπη ασφαλιστική δικλείδα απέναντι στην πείνα, προπάντων στην ύπαιθρο αλλά και στα αστικά κέντρα.25 Στην Ελλάδα του 1930 η μέση αγροτική οικογένεια κάλυπτε τουλάχιστον το ήμισυ των δαπανών διαβίωσης της από προϊόντα που παρήγε η ίδια.26

23. Οι αντίστοιχοι όροι στα αγγλικά και τα γερμανικά: family economy, Familienwirtschaft. Στην κοινωνική ιστορία ο όρος οικογενειακή οικονομία προσέλαβε αυτήν τη σημασία μετά τη δημοσίευση του πρωτοποριακού βιβλίου των Αμερικανίδων Louise Tilly και Joan Scott, Work and Family, Νέα Υόρκη 1978, όπου με βάση τα παραδείγματα της βρετανικής και της γαλλικής κοινωνίας πρότειναν ένα γόνιμο, αν και κάπως γενικευτικό, εξελικτικό σχήμα σύμφωνα με το οποίο στη δυτική Ευρώπη περνάμε από την οικογενειακή οικονομία (family economy) της προβιομηχανικής εποχής, στην οικογενειακή οικονομία μισθών (family wage economy) της βιομηχανικής εποχής, και τελικά στην οικογενειακή οικονομία κατανάλωσης (family consumer economy) από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα. Για μια κριτική επισκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας βλ. R. Rudolph, «The European Family and Economy. Central Themes and Issues», Journal of Family History 17 (1992), 119-138.

24. Πρόκειται για την άποψη που υποστήριξαν οι Tilly και Scott ( Work and Family, ό.π.), στη μελέτη τους για τη σχέση ανάμεσα στην εργασία των γυναικών και την οικογένεια στην Αγγλία και τη Γαλλία.

25. Για μια συνοπτική και κριτική θεώρηση της σχετικής βιβλιογραφίας βλ. Μ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule, ό.π., κεφ. 15.1.

26. Αυτό συνάγεται από προϋπολογισμούς αγροτικών οικογενειών από διάφορες περιοχές, πεδινές, ορεινές, ημι-ορεινές: Κ. Κωστής, Αγροτική Οικονομία, ό.π., τ. 2 (Τα Τεκ-

Σελ. 81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/82.gif&w=600&h=915

Ο πρωτοπόρος, για τα ελληνικά δεδομένα, μελετητής του αγροτικού κόσμου στο Μεσοπόλεμο, νομικός Κωνσταντίνος Καραβίδας θα κατέτασσε τις οικιακές ομάδες στο χωριό, στον κοινωνικο-οικονομικό εκείνο σχηματισμό του ελλαδικού χώρου που αποκάλεσε «μικρά χωρική οικογένεια». Στον τύπο αυτόν ο Καραβίδας αναγνώρισε μια «γεωργοκτηνοτροφική μονάδα σταθερά προσανατολισμένη στην αυτεπάρκεια», ένα σχηματισμό που αφενός συγκεντρώνει «στο ίδιο υποκείμενο την ιδιοκτησία γης, κεφαλαίου, εργασίας», αφετέρου ασπάστηκε, μέσω των εξω-αγροτικών δραστηριοτήτων του πατέρα και κυρίως της υπερατλαντικής μετανάστευσης, το «ποθητόν χρήμα... αυτό το... σύμβολον μιας υψηλής και αγερώχου, απιστεύτου νίκης». Ο Καραβίδας αντιμετωπίζει αρνητικά αυτόν τον κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό, επειδή, κατά τη γνώμη του, λειτουργεί εις βάρος της αγροτικής οικονομίας, της συνοχής των μελών της οικογένειας και τελικά του κοινωνικού ιστού της υπαίθρου: η «χωρική οικογένεια» υποχρεώνεται να αναζητήσει επιπρόσθετους πόρους ζωής και λειτουργεί τελικά ως βάση από όπου τα μέλη της ξεκινούν για να βρουν εργασία και όχι ως «κέντρον εργασίας».27

Οπωσδήποτε, η «μικρά χωρική οικογένεια» δεν θεωρούσε ότι το μέλλον της βρισκόταν στην ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως στην πράξη δε λειτουργούσε σε σημαντικό βαθμό ως εργασιακή κοινότητα, τουλάχιστον στις ορεινές περιοχές, που εξασφάλιζαν κατά μεγάλο μέρος τα προς το ζην καλλιεργώντας τη γη και εκτρέφοντας ζώα, και όπου η αγροτική παραγωγή, σχεδόν ολοκληρωτικά, εξυπηρετούσε τις ανάγκες της οικογένειας.28

Τεκμήρια), Αθήνα 1990, σ. 115 (Πίνακας 44). Από τα στοιχεία που παρατίθενται δεν προκύπτει σαφής διαφοροποίηση του βαθμού αυτάρκειας μεταξύ ορεινού και πεδινού χώρου.

27. Κ. Καραβίδας, Αγροτικά, ό.π., σ. 433 κ.εξ., ειδικότερα σ. 437, 440, 462. Η διάκριση που κάνει ο Καραβίδας ανάμεσα στη «χωρική οικογένεια» και την «πατριά» (zadruga) αξιολογώντας τη δεύτερη ως προνομιακό σχήμα, εντάσσεται σε μια λογική διαμόρφωσης προτάσεων αγροτικής πολιτικής που θεωρείται σήμερα τρωτή (βλ. Κωστής, «Ο Κ. Καραβίδας και η «ανακάλυψη» των χωρικών...», ό.π., ιδίως σ. 76). Αυτό βέβαια δεν αναιρεί τον πρωτοποριακό χαρακτήρα του έργου του Καραβίδα και την αξία των συγκριτικών παρατηρήσεών του για την έρευνα (πβ. Ν. Mouzelis, «Agrotika. A comparative study of rural social structures in the Balkans», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 32 (1978), 25-32, κυρίως σ. 32' το άρθρο του Μουζέλη αποτελεί μια ευσύνοπτη ανάλυση και κριτική αξιολόγηση του έργου του Καραβίδα).

28. Η «μικρά χωρική οικογένεια» του Καραβίδα αναφέρεται τόσο σε πεδινές όσο και σε ορεινές κοινωνίες, παρ' όλο που οι συνθήκες εκμετάλλευσης της γης ήταν αφ' εαυτών εντελώς διαφορετικές. Δυστυχώς ο Καραβίδας δεν επιχειρεί να διακρίνει διαφορετικές εκδοχές στο εσωτερικό ενός κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού, παρ' όλο που ορισμένες φορές προσδιορίζει ότι μια παρατήρηση του ισχύει «ιδίως για τα ορεινά». Και ενώ κατακρίνει τον αντιπαραγωγικό τρόπο επένδυσης των μεταναστευτικών εμβασμάτων, φαίνεται να αναγνωρίζει, χωρίς να το αναφέρει ρητά, ότι σε ορισμένες ορεινές περιοχές, «όπου επρόκειτο περί όλως πενιχρών και στενών γαιών», όπως στην ορεινή Στερεά Ελλάδα, η γεωμορφολογία

Σελ. 82
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/83.gif&w=600&h=915

Σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζουμε οι ορεινοί πληθυσμοί του ελλαδικού χώρου αγωνίζονταν κυριολεκτικά να εξασφαλίσουν την επάρκεια σε τρόφιμα. Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου η απόδοση των ορεινών χωραφιών —δηλαδή των χωραφιών σε περιοχές με υψόμετρο άνω των 500 μέτρων— στον ελλαδικό χώρο μειωνόταν σταδιακά, λόγω της εντατικής καλλιέργειας του φτωχού εδάφους και της αποψίλωσης των δασών κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, προκειμένου να μετατραπούν σε καλλιεργήσιμα εδάφη.29 Η αποψίλωση αυτή δεν επέτρεπε στο χώμα να συγκρατηθεί, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται οι «λογγές», δηλαδή τα πολύτιμα γόνιμα χωράφια κοντά σε ποτάμια, γι' αυτό και οι προσπάθειες αναδάσωσης ορισμένων τοποθεσιών, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η διάβρωση του εδάφους κατά τη δεκαετία του 1930.30

Λίγο πριν ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ο πολιτικός επιστήμονας και γιατρός Αλέξανδρος Κρίκος, γέννημα και θρέμμα της ορεινής Δωρίδας, έγραφε: «... κατά τον χρόνον παραγωγής των διαφόρων προϊόντων, ήτοι από Ιουλίου μέχρις Οκτωβρίου, η ζωή μεταξύ των παραγωγών είνε ικανοποιητική από θρεπτικής απόψεως... Η περίοδος όμως αύτη των παχέων αγελάδων τελειώνει με το τέλος της συγκομιδής, ήτοι περί το τέλος Οκτωβρίου και αρχίζει η περίοδος των ισχνών. Εφ' όσον δε τα οικονομικά μέσα δεν επιτρέπουν μεγάλας προμηθείας εκ των έξω, εκάστη οικογένεια περιορίζεται εις την ιδίαν αυτής παρακαταθήκην». Η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930 είχε οξύνει την κατάσταση και «περί τα μέσα του χειμώνος, οπότε συμπίπτει και η εξάντλησις

υπαγορεύει την επιθυμία να εγκαταλειφθεί η αγροτική οικονομία (Καραβίδας, Αγροτικά, ό.π., σ. 256, 417).

29. Ο Αλέξανδρος Κρίκος στο πλαίσιο της επιτόπιας έρευνας που πραγματοποίησε το 1914 στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Σουρούστι (Κερασιά) της ορεινής Δωρίδας, παρατηρεί ότι «το έδαφος καλλιεργούμενον επί σειράν ετών διά σποράς σχεδόν των αυτών ειδών και άνευ λιπάσματος, απώλεσε την παραγωγικήν του δύναμιν... η απόδοσις κατήλθε εις 26 οκάδας κατά στρέμμα ήτοι εις τον τριπλασιασμόν ή τετραπλασιασμόν του σπόρου» (Κρίκος, «Τα Οικονομικά των Αγροτών», ό.π., σ. 27, 28). Λίγο πριν ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος σε μια άλλη μελέτη του θεωρεί ότι η παραγωγή στην ορεινή Ελλάδα είχε μειωθεί ακόμη περισσότερο «διότι το επικλινές του εδάφους, κατόπιν της επεκτάσεως της καλλιέργειας και της καταργήσεως της αγραναπαύσεως επέτρεψεν εις τα όμβρια ύδατα να συμπαρασύρουν το γόνιμον έδαφος μέχρι τοιούτου σημείου, ώστε το ήμισυ σχεδόν των προ εικοσαετίας καλλιεργούμενων εκτάσεων να τεθή εις αχρηστίαν». Σε ένα άλλο σημείο της εργασίας του αποδίδει έμμεσα την κατάσταση στους εμπρησμούς των δασών, που στα τέλη του 19ου αιώνα απελευθέρωναν «εδάφη προς καλλιέργειαν, τα οποία όμως αφού κατά τα πρώτα 5-10 έτη παρήγαγον οπωσδήποτε αρκετά δημητριακά... καθίσταντο, μετά παρέλευσιν μιας δεκαπενταετίας περίπου, εντελώς άγονα και άχρηστα, διότι η γόνιμος εις χώμα επάλειψις του εδάφους είχεν ήδη υπό των βροχών παρασυρθή» (Κρίκος, «Περί βελτιώσεως των όρων ζωής των ορεσιβίων», ό.π., σ. 41, 43).

30. Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 134-142 (Κεφ. 8 με τίτλο «Πώς χαλάσαν οι λογγές και έλειψαν τα σοδέματα από τα βουνίσια χωριά»). Για «ληστρική εκμετάλλευση του εδάφους» κάνει λόγο και ο Καραβίδας (Αγροτικά, ό.π., σ. 463).

Σελ. 83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/84.gif&w=600&h=915

των δημητριακών της ιδίας αυτών εσοδείας το σπίτι μένει κενόν από τα πάντα σχεδόν, η όλη δε προσπάθεια συγκεντρούται εις την εξοικονόμησιν του άρτου, έστω και εξ αραβοσίτου».31

Σχεδόν όλες οι οικογένειες στις οποίες ανατράφηκαν συνομιλητές και συνομιλήτριες, καλλιεργούσαν μικρής έκτασης αγροτεμάχια («χουράφια»). Η καλλιέργεια πολλών και καλών (αρδευτικών, ποτιστικών) τεμαχίων γης εξασφάλιζε οπωσδήποτε ένα, από πλευράς ποσότητας και ποικιλίας βελτιωμένο διαιτολόγιο. Όσες οικογένειες διέθεταν κυρίως ξηρικά (άνυδρα) χωράφια βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση.32

Ελάχιστες οικογένειες είχαν τη δυνατότητα να καλλιεργούν σιτάρι σε ποσότητες τέτοιες, ώστε να τρέφονται συστηματικά με σταρένιο, «καθάριο» όπως λεγόταν, ψωμί' κατά βάση οι άνθρωποι τρέφονταν με ψωμί «μπομποτίσιο», δηλαδή από καλαμπόκι. Πολλοί ήταν αναγκασμένοι να αγοράζουν επιπλέον καλαμπόκι από το Λιδωρίκι ή το Ευπάλιο (από όπου και η επωνυμία «καλαμποκολόοι»),33 προκειμένου να καλύψουν τις ετήσιες ανάγκες τους. Οι περισσότερες οικογένειες καλλιεργούσαν επίσης αμπέλια (τα πιο αποδοτικά βρίσκονταν κοντά στην κοιλάδα του Μόρνου), από τα οποία εξασφάλιζαν κρασί και σταφίδα. Ακόμη, κάλυπταν ένα σημαντικό μέρος της διατροφής τους καλλιεργώντας όσπρια (κυρίως φασόλια) στα χωράφια και διάφορα λαχανικά (καμπρολάχανα, πράσα κ.λπ.) σε λαχανόκηπους, «κήπια» ή «γιούρτια», όπως έλεγαν, που βρίσκονταν μέσα στο χωριό. Οι περισσότερες οικογένειες είχαν στην κατοχή τους καρυδιές και ορισμένα οπωροφόρα δέντρα, κυρίως κορομηλιές, δαμασκηνιές και μηλιές. Σχεδόν όλες συντηρούσαν ζώα: Εξασφάλιζαν γάλα από τις γίδες τους -κατά κανόνα δυο-τρεις, κάποτε περισσότερες-, αυγά από τις κότες, (παστό) κρέας από το χοίρο που έσφαζαν τα Χριστούγεννα, νωπό κρέας από το «μαρτίνι» (αρνάκι) και τα «κοτερά» (κότες) που συνήθως έσφαζαν σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Όσες ήταν σε θέση να συντηρήσουν μεγα-

31. Κρίκος, «Περί βελτιώσεως των όρων ζωής», ό.π., σ. 36, 37.

32. Σε διαφορετικά συμβόλαια του έτους 1914 απαντούν ποτιστικά χωράφια που πωλούνται σε υψηλότερη τιμή ανά στρέμμα από τα ξηρικά χωράφια. Σε συμβόλαια του 1914 τα ξηρικά χωράφια («άνυδροι αγροί» αποκαλούνται), τιμώνται περίπου, από 80 έως περίπου 170 δρχ. το στρέμμα, ενώ η τιμή «ποτιστικών αγρών» ανά στρέμμα ξεκινά από 170 και ανέρχεται στις 220 δρχ.: αρ. 3578 (Πωλητήριον αγρού δραχ. 850, Παλαιοκάτουνο, 22.4.1914)· αρ. 3814 (Προικοσύμφωνον δραχ. 3000, Παλαιοκάτουνο, 25.8.1914)' αρ. 3688 (Αγοραπωλησία ακινήτου δραχ. 300, Παλαιοκάτουνο, 22.6.1914)' αρ. 3512 (Πωλητήριον ακινήτου δραχ. 1000, Παλαιοκάτουνο, 17.3.1914)' αρ. 3804 (Προικοσύμφωνον δραχ. 1500, Παλαιοκάτουνο, 23.8.1914). Φυσικά οι τιμές αυτές είναι εντελώς ενδεικτικές, αφού πρόκειται για ελάχιστα και, αναγκαστικά, τυχαία επιλεγμένα έγγραφα (στην έλλειψη πρόσβασης στο αρχείο αναφέρθηκα στην Εισαγωγή). Οπωσδήποτε η αγοραστική αξία των «αγρών» δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από το αν επρόκειτο για «ποτιστικούς» ή «άνυδρους».

33. Πβ. Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 379-383.

Σελ. 84
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/85.gif&w=600&h=915

μεγαλύτερα ζώα είχαν επίσης στην ιδιοκτησία τους ένα μουλάρι ή/και ένα βόδι για τις μεταφορές και το όργωμα. Σύμφωνα με το υλικό του Μπακαρέζου γύρω στα 1930 τα μισά περίπου νοικοκυριά του χωριού (83 σε σύνολο 193) συντηρούσαν ένα βόδι.

Όσες οικογένειες ήταν σε θέση να καλύψουν τις διατροφικές τους ανάγκες καλλιεργώντας τη γη τους βρίσκονταν σε προνομιακή θέση. Στη μνήμη συνομιλητών και συνομιλητριών έχει εγγραφεί η διάκριση ανάμεσα σε προνομιούχους που κατόρθωναν να εξασφαλίσουν το ψωμί της χρονιάς από τα χωράφια τους, να «μαζέψουν το ψωμί τους», όπως ήταν η έκφραση της εποχής, και τους άλλους χωριανούς που ήταν αναγκασμένοι να προμηθευτούν καλαμπόκι για να καλύψουν τις ετήσιες ανάγκες τους σε ψωμί.34 Η κόρη ενός ιερέα, γεννημένη το 1912, τόνισε την προνομιακή θέση της οικογένειάς της:

Ε, εμείς είχαμε κτήματα, μαζεύαμε το ψωμί μας, το μαζεύαμε, δεν αγουράζαμε μεις ψουμί, δεν αγουράζαμε ψουμί, ήταν κι ο πατέρας μ ' παπάς κι έπαιρνε και κάνα πρόσφορο, κάνα αυτό, ψουμί δεν αγοράζαμε, και τα όσπρια τα είχαμε μπόλκα, τα μαζεύαμε, γιατ' είχαμε περιουσία, μπορεί να ήταν φτωχιά αλλά είχαμε πολλή.35

Πολύ διαφορετικά βιώματα είχε η κόρη ενός κτηνοτρόφου, γεννημένη το 1917:

... το ψωμί μας δεν το μαζεύαμε. Δυο, τρεις μήνες μπορεί να μαζεύαμε, τον άλλον καιρό αγοράζαμε. Κι όταν τη ρώτησα ποιος και με τι τρόπο αγόραζε, απάντησε: Αγόραζε ο πατέρας... φέρναν απ' το Λιδωρίκ απ' τ' Μανάγουλ... με λεφτά... Πού τάβρισκε τα λεφτά;... Ε, πούλαγε κάνα γίδ, χρεώνεταν, και ματαπούλαε και τάδινε. Έπαιρνε και δανεικά, πούλαγε και κάνα γίδ' εκεί και...36

Αντίθετα, στις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, σε σύνολο 275 οικογενειών χωρικών στην πεδιάδα του Μόρνου «εξαιρετικώς ελάχισται» δεν ήταν σε θέση να καλύψουν τις ανάγκες τους σε δημητριακά «εξ ιδίας παραγωγής».37 Παρά τα μεταναστευτικά εμβάσματα, ο εκχρηματισμός της οικονομίας παρέμεινε περιορισμένος σε όλη τη διάρκεια της μεσοπολεμικής περιόδου.38 Ακριβώς

34. Στο υλικό του Π. Μπακαρέζου αναφέρεται σε δύο περιπτώσεις ότι οι οικογένειες «μάζευαν το ψωμί τους» και ήταν «αυτάρκεις σε καλαμπόκι».

35. Συν. με την Α. Π., σ. 6.

36. Συν. 2 με την Γ. Σ., σ. 4.

37. Α. Διαμαντόπουλος, Η πεδιάς του Μόρνου (Αρχείον Γεωργοοικονομικών Μελετών, ΑΤΕ, 6), Αθήναι 1940, σ. 17, 19.

38. Βλ. Κ. Κωστής, Αγροτική Οικονομία και Γεωργική Τράπεζα, ό.π., σ. 39, όπου ο συγγραφέας συνδέει τη διάδοση της καλλιέργειας του αραβόσιτου στον ελλαδικό χώρο με «το χαρακτήρα της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, η οποία δεν έχει περάσει στο στάδιο

Σελ. 85
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/86.gif&w=600&h=915

βώς γι' αυτό, όπως σημειώσαμε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, τα χρήματα συνιστούσαν πειστήριο σχετικά υψηλής κοινωνικής και οικονομικής θέσης και διαβατήριο για την κοινωνικο-οικονομική άνοδο μιας οικογένειας. Μέσω των χρημάτων αποκτούσε κανείς πρόσβαση σε περισσότερα αγαθά. Όταν ο πατέρας κέρδιζε ορισμένα χρήματα, ως μετανάστης στο εξωτερικό, μικρέμπορος, παντοπώλης, καφετζής, μισθωτός, συνταξιούχος, οι υλικές συνθήκες διαβίωσης των παιδιών ήταν σε γενικές γραμμές καλύτερες:

Εμείς δε δυστυχέφαμε διότι ήταν ο πατέρας μ' μπακάλης, έμπορος. Δεν πεινάσαμε, ούτε πεινάσαμε, ούτε κακοπεράσαμε. - Για μας, αποκλειστικώς για τν οικογένεια μας, ήταν καλά. Είχα τον πατέρα μ', είχε το μαγαζί αυτό απούν' τώρα εκείν' το σπίτ δω πέρα ... εκεί ήταν του μαγαζί τ' πατέρα μ'... Κι από κει είχαμι ρύζ, είχαμι μακαρόνια, είχαμι μανέστρα, τόνα, τάλλο. - Είχαμ' ένα παιδί που το λέγαν Γιάνν', πλες... Πήαινε στο σχουλείο. Ο Γιάννς τώρα, η μάνα τ' ήταν Αμερικάνα, ο άντρας τς αυτής (ο πατέρας του Γιάννη ήταν μετανάστης στην Αμερική) και βρίσκενταν κάπως καλύτερα, σε καλύτερη μοίρα.39

Α' Παραγωγή: Συμβολή στην οικογενειακή οικονομία

Τα παιδιά συνέβαλλαν στην οικογενειακή οικονομία, ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, τη μυϊκή δύναμη, τη σειρά γέννησής τους. Από τη στιγμή που το επέτρεπε η σωματική τους διάπλαση, δηλαδή από τα 5 και τα 6 τους χρόνια, ή εν πάση περιπτώσει πριν ακόμη κλείσουν την πρώτη δεκαετία της ζωής τους, τα παιδιά διεκπεραίωναν απλές εργασίες: μετέφεραν λ.χ. νερό από τη βρύση στο σπίτι, «σκάριζαν» τα ζωντανά ή έσπερναν το καλαμπόκι στα χωράφια, τάιζαν τα ζώα ή έκαναν διάφορα θελήματα, προπάντων αγόραζαν από τα καταστήματα της πλατείας τα λιγοστά αγαθά που οι χωριανοί προμηθεύονταν συστηματικά από εκεί: το αλάτι, το πετρέλαιο, τα σπίρτα, μερικά κουτιά γάλα, σπανιότερα ρύζι ή ζυμαρικά.

Η παιδική εργασία ήταν αυτονόητη και η αστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η παιδική ηλικία δε συμβιβαζόταν με την εργασία, δεν είχε παρεισφρύσει στην κουλτούρα του χωριού. Την ίδια περίοδο στις κοινωνίες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, όπως η αυστριακή, η γερμανική ή η σκανδιναυική, η εργασία των παιδιών αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητά τους στην ύπαιθρο αλλά και στις εργατικές συνοικίες των πόλεων" άλλωστε

του πλήρους εκχρηματισμού και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ως βασικό πρόβλημά της τη διατροφή του αγροτικού πληθυσμού».

39. Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 3' Συν. 2 με την Π. Γ., σ. 7, 18" Συν. 2 με την Λ. Π., σ. 3.

Σελ. 86
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/87.gif&w=600&h=915

στε, οι νομοθετικές ρυθμίσεις αναγνώριζαν στην ουσία τις ιδιαίτερες ανάγκες της αγροτικής οικονομίας και τις νοοτροπιακές ιδιαιτερότητες της αγροτικής κοινωνίας που επέβαλλαν κατά κάποιο τρόπο την εργασιακή απασχόληση παιδιών. Φυσικά, στην Ευρώπη του πρώιμου 20ού αι. και του Μεσοπολέμου δε συναντάμε πλέον τις στρατιές των παιδιών-βιομηχανικών εργατών που έδωσαν το έναυσμα για φλογερές συζητήσεις, έντονες διαμάχες και νομοθετικά διατάγματα στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ωστόσο, πολλά παιδιά, προπάντων στην ύπαιθρο, εξακολουθούσαν να εργάζονται" ούτε το βιοτικό επίπεδο των φτωχότερων στρωμάτων στα ευρωπαϊκά αστικά κέντρα, ούτε ο βαθμός εκμηχάνισης της αγροτικής οικονομίας στο μεγαλύτερο τμήμα της ευρωπαϊκής ηπείρου, επέτρεπαν την καθολική υιοθέτηση του αστικού προτύπου μιας παιδικής ηλικίας «προστατευμένης» από τις έγνοιες των ενηλίκων.40

Στην Ελλάδα, ως το 1910 το ζήτημα της παιδικής εργασίας δεν είχε ουσιαστικά απασχολήσει την νομοθεσία.41 Η νομοθετική παρέμβαση του 1920, η οποία απαγόρευε την απασχόληση στα χωράφια εις βάρος της σχολικής παρακολούθησης, αφορούσε σε παιδιά κάτω των 14 ετών42 τα οποία, όπως δείχνουν οι προφορικές μαρτυρίες, απασχολούνταν στα χωράφια σε σχετικά μικρό βαθμό.

1. Οικιακές εργασίες

Στις οικονομίες με αυτοκαταναλωτικό χαρακτήρα, οικιακές και αγροτικές εργασίες βρίσκονται σε διαρκή σχέση αλληλεξάρτησης, αφού οι άνθρωποι συνήθως καταναλώνουν όσα παράγουν, αφού προηγουμένως τα επεξεργαστούν. Επιπλέον ορισμένες εργασίες, όπως η φροντίδα και το άρμεγμα των οικόσιτων ζώων, η καλλιέργεια των λαχανόκηπων, κ.λπ. μπορούν να ενταχθούν τόσο στη μία όσο και στην άλλη κατηγορία, ανάλογα με τα κριτήρια που εφαρμόζει κανείς. Συνομιλητές και συνομιλήτριες διακρίνουν πάντως στο λόγο τους τις

40. Για τις σχετικές με την παιδική εργασία αναζητήσεις της Ιστορίας και της Κοινωνιολογίας και για μια σφαιρική θεώρηση της βιβλιογραφίας βλ. το συλλογικό τόμο που αφορά στις Σκανδιναυικές χώρες από τα μέσα του 19ου αι. μέχρι σήμερα: Ν. de Coninck-Smith, Bengt Sandin, Ellen Schrumpf (επιμ.), industrious Children. Work and Childhood in the Nordic Countries 1850-1990, Οντένσε 1997' ιδιαίτερα την Εισαγωγή και Mats Sjöberg, «Working Rural Children. Herding, child labour and childhood in the Swedish Rural Environment 1850-1950», N. de Coninck-Smith..., ό.π., σ. 106-128' γενικότερα για τον οικονομικό ρόλο των παιδιών και τον προβληματισμό γύρω από την έννοια «παιδική εργασία» με βάση το παράδειγμα των φτωχότερων στρωμάτων της Αυστρίας κατά τον ύστερο Ι9ο και τον πρώιμο 20ό αι.: βλ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule... ό.π.

41. Α. Λιάκος, Εργασία και πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και η ανάδυση των Κοινωνικών Θεσμών, Αθήνα 1993, σ. 278.

42. Μ. Ρηγίνος, Μορφές παιδικής εργασίας στη Βιομηχανία και τη Βιοτεχνία, 18701940, Αθήνα 1995, σ. 21.

Σελ. 87
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/88.gif&w=600&h=915

χρονοβόρες και κατά κανόνα επίπονες εργασίες που αφορούν στην πρωταρχική εξασφάλιση των βασικών ειδών διατροφής (όργωμα, σπορά, θερισμός, τρύγος, πάτημα σταφυλιών, λίχνισμα, αλώνισμα, βοσκή των ζώων) από τις υπόλοιπες ασχολίες.Με βάση αυτή τη διάκριση θα εξετάσω εδώ τη συμμετοχή των παιδιών σε εργασίες που διεκπεραιώνονταν μέσα ή γύρω ή σε άμεση σχέση με τον οικιακό χώρο, και από τις οποίες τα μέλη της οικιακής ομάδας επωφελούνταν άμεσα.43

Σύμφωνα με το κυρίαρχο διαπολιτισμικό μοντέλο διαφυλικού καταμερισμού εργασίας, οι γυναίκες φέρουν την, κατά κανόνα, αποκλειστική ευθύνη για τη διεκπεραίωση των εργασιών στο εσωτερικό και την περιφέρεια του οικιακού χώρου.44 Στο παράδειγμά μας οι οικιακές εργασίες, όπως τις ορίσαμε παραπάνω, αποτελούσαν κατ' αρχήν ευθύνη της μητέρας. Τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, αναλάμβαναν από πολύ μικρή ηλικία τη διεκπεραίωση απλών αλλά χρονοβόρων και απαραίτητων για τη λειτουργία του νοικοκυριού εργασιών. Με αυτό τον τρόπο, προπαντός η μητέρα αλλά και κατά περίπτωση η γιαγιά ή και οι άλλες γυναίκες της οικιακής ομάδας, εξοικονομούσαν πολύτιμο χρόνο για περισσότερο απαιτητικές εργασίες, οικιακές ή αγροτικές.

Κατά κανόνα τα παιδιά αναλάμβαναν να εκτελέσουν διάφορα θελήματα, να μεταφέρουν νερό από τη βρύση, φαγητό στους ενήλικες που εργάζονταν στην ύπαιθρο και να ψωνίσουν από τα μαγαζιά της πλατείας. Σχεδόν όλοι οι συνομιλητές και οι συνομιλήτριες αναφέρουν προπάντων τη μεταφορά νερού με τη μικρή βαρέλα ή με «τσκάλια» (τσουκάλια) από τη βρύση στο σπίτι ως τυπική παιδική εργασία, προφανώς λόγω του καθημερινού της χαρακτήρα:

Τότεν τα παιδιά από δυο χρονών κίναγαν πέρα, βόηθαγαν τον παππού και τη γιαγιά, και τ'μάνα και τον πατέρα. Τί τς βόηθαγαν; «Φέρε μ' τη σκούπα εκεί δα. Φέρε μ' το, τσουκάλ'», λέγαν τότε, δεν τόλεγαν κανάτ' κι αυτά, «φέρ' το τσουκάλ' να πιω νερό εκεί δα», μεγαλώναμε λίγο και κουβαλάγαμε με τς βαρέλες τς μικρές, βαρέλες τς λέγαμε τότε, βαρδάκι τς έλεγαν, βαρέλες, βαρελίτσες και κουβαλάγαμε μ' αυτές απάν' απ' τη Μότσου, π' το λένε ή πέρα απ' τσ' άλλες τσ' βρύσες. Κουβαλάγαμε να γεμίσουμε

43. Πβ. τον ορισμό των οικιακών εργασιών, ως του συνόλου των εργασιών εκείνων που εγγυώνται τη συντήρηση και αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης των μελών της οικιακής ομάδας στη διεθνή ιστοριογραφία: R. Becker-Schmidt, U. Brandes-Erlhoff, I. Lühring, Β. Schmidt, «Familienarbeit im proletarischem Lebenszusammenhang. Was es heißt Hausfrau zu sein», Gesellschaft. Beiträge zur Marxschen Theorie 14, Φρανκφούρτη 1981, σ. 7586, κυρίως σ. 79' R. Sieder, «Hausarbeit oder "die andere Seite" der Lohnarbeit», Beiträge zur historischen Sozialkunde 11 (1981), 90-97.

44. Βλ. M. Mitterauer, «Geschlechtsspezifische Arbeitsteilung in vorindustrieller Zeit», στο M. Mitterauer, Historisch - Anthropologische Familienforschung, Βιέννη-Κολωνία 1990, σ. 289-314, κυρίως σ. 290.

Σελ. 88
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/89.gif&w=600&h=915

μια μεγάλ' πούχε, νεροβάρελα την έλεγαν αυτή, να γιομίσουν αυτή τη βαρέλα, να τ' βρει η μάνα το βράδ' γεμάτ', να' ρθει να μαγειρέψ', να ζυμώσ' όλ' νύχτα και το πρωί να ματακινήσ', πάλ' να πάει στ' αμπέλια, στα χωράφια, στα αυτά45.

Τα παιδιά πρέπει να είχαν συναίσθηση ότι με τον τρόπο αυτό διευκολύνουν τη μητέρα τους:

Έλεγε η γιαγιά κι ο παππούς, «σήκω, πηγαίντε, φέρτε νερό να γιομίσουμε τ' βαρέλα τ μεγάλη νερό, θα' ρθει η σκλάβα». Δεν έλεγ, ' η γιαγιά μ' δεν έλεγε «θα' ρθει η μάνα σας», αλλά επειδή είχε τόσ' οικογένεια και παιδεύεταν τόσο η μάνα μ', κι έλεε «θα' ρθει η σκλάβα το βράδ' και θέλ' να μαγειρέφ', να φάτε. Πηγαίντε, φέρτε νερό να γιομίστε τη νεροβάρελα', τ' μεγάλ'»,τη βαρέλα την έλεγαν νεροβάρελα.46

(Ο πατέρας της αφηγήτριας ήταν ιερέας σε ένα χωριό της Δωρίδας, στα Τρίκορφα, την Περιθιώτισσα, και τον περισσότερο καιρό απουσίαζε από το σπίτι).

Η ανάθεση καθηκόντων υπαγορευόταν κατ' αρχήν από πρακτικές ανάγκες, αλλά και από συγκεκριμένες νοοτροπίες σχετικά με το φύλο: Έχουμε μαρτυρίες για γυναίκες οι οποίες ανέθεταν στα παιδιά, που λόγω της φοίτησης τους στο σχολείο περνούσαν συχνά από το κέντρο του χωριού, να ψωνίσουν, προκειμένου να μην εμφανιστούν οι ίδιες στην αγορά και διακινδυνεύσουν τα επιτιμητικά σχόλια των συγχωριανών. Όπως είναι γνωστό από ανθρωπολογικές έρευνες, η παρουσία στην αγορά -τα παντοπωλεία λειτουργούσαν ταυτόχρονα ως καφενεία ή ταβέρνες-, αποτελούσε μέχρι πρόσφατα και αποτελεί ίσως μέχρι σήμερα στην ελληνική ύπαιθρο ανδρικό προνόμιο47:

...όταν φεύγαμε απ' το σπίτι... αν είχαμε κάποια παραγγελία, αν περνούσαμε μέσα από την αγορά να μας πει, «Χρήστο», να μου πει η μάνα μου, «πάρε ένα κουτί σαρδέλες» ή «πάρε μια οκά ζάχαρη», κάτι τέτοιο, πηγαίναμε, παίρναμε. Περνώντας απ' την αγορά να το πάρω κι εκείνο. Η μάνα μου δεν κατέβαινε εύκολα στην αγορά... Δεν πηγαίνανε (οι γυναίκες). Δεν

45. Συν. με την Α. Π., σ. 5.

46. Ό.π., σ. 6.

47. Η νεότερη ανθρωπολογική έρευνα και σκέψη έχει, ορθά πιστεύω, θέσει υπό αμφισβήτηση τον κλασικό ανθρωπολογικό διαχωρισμό μεταξύ ιδιωτικού γυναικείου και δημόσιου ανδρικού χώρου, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, τις δημόσιες πλευρές των γυναικείων ρόλων: Με ποια λογική «οι άνδρες που συγκεντρώνονται στο καφενείο ανήκουν στο δημόσιο χώρο, ενώ οι γυναίκες που συγκεντρώνονται για ένα προσκύνημα ή στην εκκλησία δεν ανήκουν;» (J. Dubisch, «Gender, Kinship and Religion. Reconstructing the Anthropology of Greece», στο P. Loizos, E. Papataxiarchis (επιμ.), Contested Identities. Gender and Kinship in Modern Greece, Πρίνστον 1991, σ. 29-46, κυρίως σ. 44,45). Οπωσδήποτε όμως η αγορά, το καφενείο, ο μόνιμος και άμεσα αναγνωρίσιμος δημόσιος χώρος, ο χώρος στον οποίο η κοινότητα έρχεται σε επαφή με τον έξω κόσμο, αποτελεί ανδρικό προνόμιο.

Σελ. 89
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/90.gif&w=600&h=915

πολυπηγαίνανε. Ορισμένες φορές όμως πηγαίνανε και παραπηγαίνανε... και σχολιαζόταν, ναι, και πολλές φορές όχι άδικα. Γιατί η αγορά ήταν ένα είδος, ας πούμε, διαφθοράς για τις γυναίκες και τα κορίτσια,48

Διεκπεραιώνοντας θελήματα, τα παιδιά εσωτερίκευαν παράλληλα αυτόματα την ηλικιακή και έμφυλη ιεραρχία της μικροκοινωνίας στην οποία ζούσαν, εξοικειώνονταν με τον ευρύτερο οικιστικό και κοινοτικό χώρο, συνδέονταν συναισθηματικά με τους ενήλικες, συνειδητοποιούσαν ότι ανήκαν σε μια οικιακή ομάδα.

Στις αφηγήσεις τα παιδιά παρουσιάζονται να εξυπηρετούν μέσα στον οικιακό χώρο, σε προσωπικό επίπεδο τους ενήλικες άνδρες της οικογένειας και όχι τις γυναίκες: Έφερναν νερό στον παππού τους ή/και τον πατέρα τους για να πιουν, ενώ έφερναν νερό στο σπίτι για να το χρησιμοποιήσει η μητέρα τους για τις ανάγκες του νοικοκυριού. Η υπεροχή των ανδρών έναντι των γυναικών εγχαρασσόταν προφανώς και με αυτό τον τρόπο στη συνείδησή τους:

Παραθέτω ένα απόσπασμα από την αφήγηση της κόρης μιας πολυμελούς οικογένειας, που μεγάλωνε μαζί με τον παππού και τη γιαγιά από την πλευρά του πατέρα:

Ο παππούς μου ήταν ένας αρχοντάνθρωπος. Του πατέρα μου ο πατέρας. Πολύ τον θυμάμαι και πολύ... Ερχόταν το πρωί, μόλις ξύπναγε: «Άντε, τι θα χάνεις, ποιος θα πάει;» Θέλαμε νερό κρύο από τη βρύση. Και τρέχαμε εμείς τώρα -ήμασταν και μικρά- και τρέχαμε και φέρναμε νερό κρύο. Έπρεπε να πιει και ο πατέρας μου και ο παππούς μου νερό κρύο κι ύστερα

/ 49

να πιουν τον καφε τους.

Αρκετά εύγλωττο και το απόσπασμα από την αφήγηση του γιου ενός μετανάστη που μεγάλωνε μαζί με τον παππού, από την πλευρά του πατέρα, τη μητέρα και το μεγαλύτερο αδελφό του:

Λοιπόν, ο παππούς μου λοιπόν, ο Γιωργούλας... συνήθιζε να με στέλνει εμένα όταν ήθελε νερό κρύο και καθαρό, να με στέλνει στη μοναχή τη βρύση που βρισκόταν και βρίσκεται ακόμα στη Μεγάλη Βρύση. Λέγεται δε η περιοχή αυτή Μεγάλη Βρύση διότι υπάρχουν πέντε ακόμα βρύσες εκεί κοντά. Αυτή είναι μοναχή. Οι άλλες είναι σε μια ορισμένη απόσταση η μία απ' την άλλη... γιατί πίστευε ότι το πιο κρύο νερό είναι κείνο, σώνει και καλά. Τώρα κατά πόσον εγώ έπαιρνα νερό απ' τη μοναχή τη βρύση ή κι

48. Ό. π., σ. 12. Πβ. τις ανάλογες παρατηρήσεις της Friedl για τα Βασιλικά (ένα χωριό πεδινό) τη δεκαετία του 1960 (Ε. Friedl, «The Position of Women: Appearance and Reality», στο J. Dubisch (επιμ.), Gender and Power in Rural Greece, Princeton 1986, σ. 42-52, κυρίως σ. 43.

49. Συν. με την Β. Κ., σ. 1.

Σελ. 90
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/91.gif&w=600&h=915

απ' τις άλλες... Διότι την είχε φτιάξει εκείνος (ο παππούς τη μοναχή τη βρύση). Ήταν δωρεά... Μόλις τόφερνα το νερό εγώ, στο τσουκάλι, στο τσουκάλι... Τη βαρέλα τη μικρή την απέφευγα, ήτανε για μένα βαρειά, και μόλις τόφερνα το νερό το έπαιρνε με το, όχι ποτήρι, ήτανε πολυτέλεια το ποτήρι με μια κούπα τελοσπάντων κι έπινε κι έλεγε: «Α! το καημένο το νεράκι, αφίρ είναι» —αφίρ σημαίνει πολύ κρύο, πολύ κρύο και καθαρό. Και του απαντούσα εγώ: «άμ' τόφερα εγώ, «άμ' τόφερα γω το καημένο το νεράκι...». Ε, πότε, πότε: «Άχ, τσακαλάκι», μου έλεγε...50.

Μεταφέροντας φαγητό στον πατέρα, τη μάνα, τον παππού, τη γιαγιά, στα χωράφια ή το μαντρί τα παιδιά εξοικειώνονταν σταδιακά με τις αγροτικές εργασίες και προετοιμάζονταν ψυχολογικά για τις ευθύνες τις οποίες θα αναλάμβαναν και τα προβλήματα τα οποία θα αντιμετώπιζαν αργότερα. Μάθαιναν επίσης να κινούνται στον ευρύτερο χώρο της κοινότητας και εξοικειώνονταν με την ιδιοκτησιακή της τοπογραφία:

Η γιαγιά μ ' ήταν αγρότισσα εκατό τα εκατό και τσοπάνα. Πήγαινε το καλοκαίρι σε ορισμένα χωράφια για να τα φυλάει απ' τις καλιακούδες τα χωράφια στο αυτό, για να μην πηγαίνουν και μας τρων' το καλαμπόκ', πήγαινε και κοιμάταν, όσο το μάκραινε το καλαμπόκ' πήγαινε και κοιμάταν στα κτήματα... Της πήγαινα και φαγητό. Πήγαινα γιατί με συνέφερε κιόλα, γιατί εκεί τράβαγα κάνα καλαμπόκ' και τόφηνα και τότρωγα. Από μικρός-μικρός ξυπόλυτος πάαινα στο κτήμα, στο ποτάμ' κάτω.51

Ορισμένες φορές η διεκπεραίωση αυτών των καθηκόντων λειτουργούσε ως αφορμή για την ανάπτυξη μιας πολύπλευρης επικοινωνίας μεταξύ παιδιών και ενηλίκων: Σε μία περίπτωση ο προπάππους μάθαινε στο παιδί, το οποίο του πήγαινε φαγητό στο χωράφι, να μετρά και χρησιμοποιούσε μεταφορές προκειμένου να του μιλήσει για την αξία της κουμπαριάς, της πνευματικής δηλαδή συγγένειας, στη ζωή του ανθρώπου.52

Η διάκριση ανάμεσα σε ανδρικές και γυναικείες ασχολίες ήταν περισσότερο ελαστική στις μικρότερες ηλικίες. Ηλικιακές και έμφυλες ταυτότητες βρίσκονταν σε μια σχέση αλληλεπίδρασης, στο πλαίσιο της οποίας οι ταυτότητες αυτές παγιώνονταν σταδιακά. Σε καμιά αφήγηση δε βλέπουμε τον παππού ή τον πατέρα ή, εν πάση περιπτώσει, έναν ενήλικα άνδρα να συμμετέχει (τουλάχιστον συστηματικά) σε οικιακές εργασίες, με την έννοια που τους δώσαμε παραπάνω: να φέρνει νερό από τη βρύση, να πηγαίνει φαγητό σε άλλους, να

50. Συν. με τον Χ. T., σ. 19.

51. Συν. με τον Γ. Λ., σ. 4' επίσης, Συν. με τον Α. Μ, σ. 3.

52. Συν. με τον Αρ. Μ., σ. 6, 7.

Σελ. 91
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/92.gif&w=600&h=915

ταΐζει τα οικόσιτα ζώα τους χειμερινούς μήνες, να βοηθά τη γυναίκα του όταν εκείνη φροντίζει τα «κήπια». Αντίθετα βλέπουμε αγόρια και κορίτσια να αναλαμβάνουν τέτοιου είδους καθήκοντα. Είναι πολύ δύσκολο να προσδιορίσουμε με ακρίβεια σε ποια συνήθως ηλικία τα αγόρια έπαυαν να αναλαμβάνουν τέτοια καθήκοντα. Ένα πιθανό όριο προς τα πάνω είναι χονδρικά τα 15 χρόνια, αφού σύμφωνα με ορισμένους συνομιλητές «δεκαπέντε χρονών και κάτ' δε νογάει το παιδί να πούμ'... Ε, από κει κι απάν', όσο νάναι, νογάει πιο έτσ' λιγάκ'».53

Όμως κατ' αρχήν τα αγόρια, σε αντίθεση με τα κορίτσια, δε συμμετείχαν ενεργά σε οικιακές εργασίες με τη στενή έννοια του όρου, όπως το ζύμωμα, το μαγείρεμα, το πλύσιμο ρούχων, το σιδέρωμα, το καθάρισμα του σπιτιού. Σε αυτές τις απαιτητικές εργασίες συμμετείχαν αποκλειστικά κορίτσια και μάλιστα μεγαλύτερης ηλικίας (βρίσκονταν τουλάχιστον στο στάδιο της ενήβωσης). Ένα ανάλογο μοντέλο διαφυλικού καταμερισμού εργασίας ίσχυε την ίδια περίοδο για τα παιδιά εργατικών οικογενειών σε πόλεις του γερμανόφωνου χώρου και της Αγγλίας.54 Όπως λέει σχηματικά ο Ν. Ζ., ο νεότερος γιος του θρυλικού δασκάλου του χωριού: «Στην καθημερινή ζωή τα κορίτσια κάναν δουλειές και τ' αγόρια βοηθούσαν. Εξωτερικές δουλειές. Πήγαινες στην αγορά να ψωνίσεις στο μπακάλη, να φέρεις λίγο νερό, γιατί τότε το φέρναν το νερό, δεν είχαν νερό στη βρύση».55 Με την πάροδο του χρόνου οι θυγατέρες μιας οικογένειας επιβαρύνονταν με περισσότερες «οικιακές» εργασίες, ενώ οι γιοι απαλλάσσονταν σταδιακά από οποιεσδήποτε ευθύνες αυτού του τύπου. Σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε για τα αγόρια, η ανάθεση οικιακών καθηκόντων στα κορίτσια δεν εξυπηρετούσε μόνο τις ανάγκες της καθημερινότητας, αλλά και την κοινωνικοποίηση των κοριτσιών, την εκμάθηση εργασιών για τη διεκπεραίωση των οποίων θα ήταν υπεύθυνα στο μέλλον, την οργανική ένταξή τους στη σφαίρα ζωής των γυναικών της κοινότητας.

Υπήρχαν, βέβαια, περιπτώσεις στις οποίες τα αγόρια συμμετείχαν ιδιαίτερα ενεργά στις οικιακές εργασίες και διεκπεραίωναν ακόμη και οικιακές εργασίες με τη στενή έννοια του όρου. Σε τελευταία ανάλυση πρακτικές ανάγκες που προέκυπταν από τη σύνθεση μιας οικιακής ομάδας υποχρέωναν τους αν-

53. Συν. 2 με τον Μ. Μ., σ. 5.

54. I. Bauer, «Tscikweiber haunt's g'nennt...», Frauenlehen und Frauenarbeit an der "Peripherie". Die Halleiner Zigarrenfabriksarbeiterinnen, 1869 bis 1940, Βιέννη 1987, σ. 114" Rosenbaum, Proletarische Familien, ό.π., σ. 217' E. Roberts, A Woman's Place. (An Oral History of Working Class Women, 1890-1940), Oxford 1984, σ. 23' Sieder, Zur alltäglichen Praxis der Wiener Arbeiterschaft..., σ. 222, 223. Πβ. επίσης M. Mitterauer, «Geschlechtsspezifische Arbeitsteilung und Geschlechterrollen in ländlichen Gesellschaften Mitteleuropas», στο J. Martin, R. Zoepffel (επιμ.), Aufgaben. Rollen und Räume von Frau und Mann, τ. 2, Φράιμπουργκ - Μόναχο 1989, σ. 819-914, κυρίως σ. 825-828.

55. Συν. με την Ε. Ζ. και τον Ν. Ζ., σ. 5.

Σελ. 92
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/93.gif&w=600&h=915

ανθρώπους να παραγνωρίζουν την κυρίαρχη νοοτροπία. Αν δεν υπήρχαν κορίτσια στην οικογένεια, αν η μάνα είχε αρρωστήσει ή γεράσει και δεν μπορούσε να εργαστεί το ίδιο εντατικά όπως πριν, αν το αγόρι ήταν το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας με σημαντική ηλικιακή διαφορά από τις αδελφές του, κι αν ήταν πρόθυμο από το χαρακτήρα του, τότε αναλάμβανε πολλές ευθύνες στο πλαίσιο της οικιακής οικονομίας.

Μια τέτοια περίπτωση ήταν αυτή του Ν. Ζ. στην οποία παρέπεμψα προηγουμένως: Η μητέρα του είχε πεθάνει νωρίς και εκείνος ήταν το «δεξί χέρι» της μεγαλύτερης αδελφής του. Βέβαια αυτό υπαγορευόταν, όπως είπαμε, αποκλειστικά από πρακτικούς λόγους και δεν εξυπηρετούσε την κοινωνικοποίηση των αγοριών στο πλαίσιο ενός έμφυλου προτύπου, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε με τα κορίτσια. Στην ενήλικη ζωή τους τα αγόρια θα απαλλάσσονταν από τέτοιου είδους «οικιακά» καθήκοντα. Εξάλλου, όπως θα δούμε στο κεφάλαιο για τη σχέση παιδιού και σχολείου, τα αγόρια, αντίθετα με τα κορίτσια, σπάνια εγκατέλειπαν, ή παραμελούσαν το σχολείο για να εξυπηρετήσουν ανάγκες της οικιακής οικονομίας.

Πάντως, παρόμοια βιώματα των αγοριών έχουν αφήσει τα ίχνη τους στις πρακτικές και τη συμπεριφορά τους ως ενηλίκων. Η μαρτυρία των αδελφών Α. είναι εξαιρετικά εύγλωττη. Οι τρεις συνομιλητές μεγάλωσαν σε μια οικογένεια με πέντε παιδιά, όλα αγόρια. Ο πατέρας απουσίαζε για μεγάλα διαστήματα στην Αμερική" η μάνα ήταν απασχολημένη με χίλιες δυο δουλειές. Από πολύ νωρίς τα αγόρια έμαθαν να αυτοεξυπηρετούνται" ο μικρότερος, μάλιστα, ήταν κατά κάποιο τρόπο το «δεξί χέρι» της μάνας του, αρκετά μεγάλης πια για να διεκπεραιώνει τόσες δουλειές μόνη. Παραθέτω όσα είπε το στερνοπαίδι της οικογένειας, που γεννήθηκε το 1924:

Εγώ θυμάμαι, πήγαινε η μητέρα μου πάνω εκεί στα χωράφια κι εγώ μόνο που δεν έφτιαχνα πίτα να ζυμώσω κι αυτό. Να ξεσκονίσω, να καθαρίσω, να φτιάξω αυτό, να πλύνω τα πιάτα, όλα δηλαδή τα έφτιαχνα και το είχαμε συνηθίσ'. Τί συνέβαινε με μας; Επειδή ήμασταν αγόρια πέντε κι ο πατέρας μας έξι, ήταν μόνη της η μάνα μας. Δεν είπαμε ποτέ στη μάνα μας, «φέρε μας ένα ποτήρι νερό». Και τώρα το ακολουθούμε.

Και ο κατά δύο χρόνια μεγαλύτερος αδελφός του σχολίασε γελώντας: «Γίναμε όλοι κορόιδα όμως, όλοι κορόιδα, και μαγειρεύουμε, κι αυτό»,56 σχόλιο που υποδεικνύει βέβαια την αντίφαση, το χάσμα ανάμεσα στο κανονιστικό πρότυπο

56. Συν. με τους αδελφούς Α., σ. 19. Πολύ ενδιαφέρουσα και η περίπτωση του Θ. Μ., συνταξιούχου δασκάλου, που γεννήθηκε το 1929, και για τον οποίο η 90χρονη μητέρα του είπε χαρακτηριστικά: «Ιγώ το προυί έβαζα τούτο, το δάσκαλο, τούτος τα μεγάλωσε τα πιδιά». «Θύμιο», τόλεγα -Θύμιο τον λένε-, «Θύμιο», τόλεγα, «να μάσς τα παιδιά το μεσημέρ', να τα ταΐσς το φαΐ... να τα βάλς να κοιμηθούνε...».

Σελ. 93
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/94.gif&w=600&h=915

και την πρακτική. Πολύ διαφορετική ήταν η εμπειρία των αγοριών που μεγάλωναν σε οικογένειες με κορίτσια.

Σε καμιά ωστόσο περίπτωση δε συμμετείχαν τα αγόρια σε εργασίες που είχαν σχέση με την κατασκευή, την κατεργασία και την επιδιόρθωση υφασμάτων, σε καμιά περίπτωση δεν έγνεθαν, δεν ύφαιναν, δεν έραβαν, δεν έπλεκαν, δεν κεντούσαν,57 ίσως επειδή, μεταξύ άλλων, τέτοιου είδους ασχολίες συνδέονταν άμεσα με τη δημιουργία του «γοίκου», δηλαδή των προικιών, των απαραίτητων κινητών αγαθών που τα κορίτσια όφειλαν να φέρουν όταν άνοιγαν σπιτικό με το γάμο τους. Η διεκπεραίωση τέτοιου είδους εργασιών είχε συχνά συλλογικό και όχι οικογενειακό χαρακτήρα: τα χειμωνιάτικα βράδια, στα λεγόμενα νυχτέρια, χωριανές συγκεντρώνονταν σε σπίτια φέρνοντας μαζί και τα εργόχειρά τους. Επειδή η υφαντική απαιτεί ιδιαίτερη δεξιοτεχνία και μυϊκή δύναμη τα κορίτσια μάθαιναν να υφαίνουν από μια ηλικία και μετά, περίπου μετά τα δώδεκα χρόνια τους. Όμως ούτε όλα τα κορίτσια μάθαιναν να υφαίνουν, ούτε όσα κατείχαν την τέχνη του αργαλειού ύφαιναν τακτικά: ούτε είχαν όλες οι οικογένειες αργαλειό, ούτε διέθεταν όλες οι κοπέλες τον απαραίτητο χρόνο.

Θεωρητικά τα κορίτσια ύφαιναν τα ίδια τα προικιά τους. Ωστόσο την περίοδο που μας απασχολεί, όσες οικογένειας διέθεταν ρευστό παρήγγελλαν προικιά για τα κορίτσια τους σε υφάντρες στο χωριό ή αγόραζαν το ύφασμα και, σπανιότερα, αγόραζαν τα προικιά από πλανόδιους εμπόρους-γυρολόγους που μετέφεραν αγαθά του αστικού-βιομηχανικού κόσμου στην ύπαιθρο.58 Παράλληλα, βέβαια, τα κορίτσια συμπλήρωναν με την προσωπική τους εργασία τα προικιά τους. Έτσι μέσω της πολύχρονης αυτής προσπάθειας ο γάμος πρέπει να εγγραφόταν στη συνείδησή τους ως σκοπός ζωής:

Πότε μάθαμε να υφαίνουμε; Όταν μεγαλώσαμε... Πολλά κορίτσια δεν ήξεραν να υφαίνουν... Ο παππούς ... μόπαιρνε ... πήχες πανί, όταν έρχονταν ο Αριστείδης ο Μανίκας, έρχονταν τότε ένας γέρος απ' τη Ναύπακτο με τα μουλάρια κι εκεί ψωνίζαμε. Και σφύραγε. Κι έβγαιναν στις αυλές. Όποια είχε ψώνιζε. Με το πανί φκιάσαμε στόρια, κουρτίνες, πράματα και

57. Αντίθετα, στις αγροτικές κοινωνίες της κεντρικής Ευρώπης οι άνδρες εμπλέκονται σε υφαντουργικές εργασίες, από τη στιγμή που τα προϊόντα της υφαντουργίας δεν προορίζονται για εσωτερική κατανάλωση αλλά για την αγορά, επομένως αποφέρουν κέρδος και προσδίδουν κύρος στις σχετικές εργασίες ή και από τη στιγμή που χρησιμοποιούνται αργαλειοί, που απαιτούν ιδιαίτερη μυϊκή δύναμη (Μ. Mitterauer, «Geschlechtsspezifische Arbeitsteilung und Geschlechterrollen...», ό.π., σ. 58-148, κυρίως σ. 68, 69.)

58. Στην πρωτοποριακή μελέτη του που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1927 και αφορά στα ενδύματα των Αιτωλών και τον οικιακό εξοπλισμό τους με υφάσματα, ο Λουκόπουλος αναφέρεται στο «εμπόριο», το οποίο «έμπασε και στα πιο απόκεντρα χωριά το πανί της βιομηχανίας και τα νήματα της μηχανής» (Δ. Λουκόπουλος, Πώς υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί, Αθήνα-Γιάννινα 1985 (α' έκδ. 1927), σ. 9.

Σελ. 94
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/95.gif&w=600&h=915

προίκισα το σπίτ πέρα. Κάθε μία είχε τα δικά της προικιά. Εγώ έπρεπε κάθε βράδι να βάλω κάτι στο μπαούλο, ή μαξιλάρι, ή σεντονάκι... Από 12, 13 χρονών έφτιαχναν προικιά. Τα βράδια. Και δεν είχαμε και φως καθόλου. Με το λυχνάρι.59

2. Αγροτικές εργασίες: Σκάρος

Το 1930 ο λαογράφος Δ. Λουκόπουλος περιγράφοντας τη ζωή των κτηνοτρόφων στη Ρούμελη, από όπου καταγόταν, σημείωνε: «Στ' άλλα βουνίσια χωριά που δεν επικρατεί το ωραίο σύστημα της γιδοβίτσας και του γιδοβιτσιάρη [μισθωτού τσοπάνη όλου του χωριού], όσα σπίτια θρέφουν γιδερά, ένα από τα μέλη της οικογένειας το μανατιάζουν με τα μανάρια. Είναι αγόρι ή κορίτσι ο βοσκός αυτός και λέγεται βρουκολούδι. Και σμείγουν πρωί-πρωί δύο, τρία, τέσσερα και περισσότερα κάποτε παιδιά στην άκρη στο χωριό. Με τις γίδες, το φορτιάρικο, κάποτε και το βόδι...».60 Οι προφορικές μαρτυρίες επιβεβαιώνουν ότι, κατά κανόνα, τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, μέχρι δώδεκα, δεκατριών χρονών, αναλάμβαναν να «σκαρίσουν», να οδηγήσουν δηλαδή τα ζώα στη βοσκή και να τα επιτηρούν. Άλλωστε, σε πολλές ευρωπαϊκές αγροτικές κοινωνίες της ίδιας περιόδου και γενικότερα σε ευρωπαϊκές αγροτικές κοινωνίες προβιομηχανικού χαρακτήρα, η βοσκή των ζώων αποτελεί τυπική παιδική εργασία.61 Ο λεγόμενος «σκάρος» ήταν διαδικασία χρονοβόρα αλλά απλή, καθώς δεν απαιτούσε μυϊκή δύναμη, ή ιδιαίτερη επιδεξιότητα. Επιπλέον, επειδή τα οικόσιτα ζώα βοσκούσαν προπάντων τους θερινούς μήνες, -δηλαδή σε περίοδο σχολικών διακοπών-, συνήθως τα παιδιά δε σκάριζαν εις βάρος της υποχρεωτικής σχολικής εκπαίδευσης" βέβαια, όπως θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο, αυτό δεν ίσχυε για τα παιδιά των κτηνοτρόφων που είτε μόνα είτε με έναν από τους δυο γονείς τους, οδηγούσαν και επιτηρούσαν ολόκληρα κοπάδια ζώων. Τα παιδιά σκάριζαν τις γίδες (τα «μανάρια»), σπανιότερα ένα οικόσιτο αρνάκι (το «μαρτίνι»), το μουλάρι ή το γαϊδούρι (το «φορτιάρικο»), το βόδι, κατά κανόνα ελεύθερα, δηλαδή χωρίς την παρουσία ενηλίκων. Παρ' όλο που τα παιδιά των τσοπάνηδων εργάζονταν συχνά στο πλευρό των γονιών τους, ο σκάρος συγκροτούσε γενικά ένα χωρόχρονο στο πλαίσιο του οποίου διάφορα παιδιά έσμιγαν, έπαιζαν, τραγουδούσαν, συζητούσαν, μακριά από οποιαδήποτε επιτήρηση των ενηλίκων.62 Αποτελούσε χωρόχρονο της παιδικής ηλικίας, των χω-

59. Συν. με την Π. Κ., 7, σ. 11.

60. Λουκόπουλος, Ποιμενικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 169.

61. Βλ. Hardach-Pinke, Hardach, «Die Entdeckung der Geschichte der Kindheit»,

ό.π., 31' M. Mitterauer, «Lebensformen und Lebensverhältnisse ländlicher Unterschichten», στο H. Matis (Hg.), Von der Glückseligkeit des Staates, Staat, Wirtschaft und Gesellschaft in Österreich im Zeitalter des aufgeklärten Absolutismus, Βερολίνο 1981, σ. 315-338, κυρίως σ. 334' Sjöberg, «Working Rural Children», ό.π., σ. 109.

Σελ. 95
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/96.gif&w=600&h=915

χωριανών ηλικίας από έξι, επτά, έως δώδεκα, δεκατριών, το πολύ δεκαπέντε χρόνων.

Με εξαίρεση τη μοναχοκόρη του καθηγητή του Ελληνικού σχολείου που απλώς «κάτι βοηθούσε» 63 και τα παιδιά ενός εύπορου παντοπώλη που σταμάτησαν όταν ο πατέρας τους προσέλαβε έναν «υπηρέτη»,64 όλοι οι συνομιλητές και οι συνομιλήτριες πήγαιναν μικροί συστηματικά «να σκαρίσουν»" οι ιστορίες που αυθόρμητα αφηγήθηκαν γύρω από το θέμα υποδεικνύουν ότι αποτελούσε σημαντικό και αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητάς τους. (Στο τέταρτο κεφάλαιο θα αναφερθώ εκτενέστερα στην κοινωνικοποιητική λειτουργία του σκάρου σε συσχετισμό με το παιχνίδι).

Σε καμιά περίπτωση πάντως ο σκάρος δεν αποτελούσε χώρο απόλυτης ελευθερίας κινήσεων. Πριν θεριστεί το στάρι, πριν τρυγηθούν τα αμπέλια, όσο ήταν φυτεμένα τα «κήπια», τα παιδιά όφειλαν να προσέχουν ιδιαίτερα, ώστε να μην ξεφύγουν τα ζώα και καταστρέψουν τις καλλιέργειες. Άλλωστε, γι' αυτό και έπαιζαν κυρίως το μεσημέρι, όταν ο ήλιος έκαιγε και τα ζώα αναζητούσαν λίγη δροσιά κάτω από δέντρα. Στη συνείδησή τους ίσως εγγραφόταν με αυτόν τον τρόπο ένας σεβασμός στις «περιουσίες» των συγχωριανών τους και μια αίσθηση οικονομικής αλληλεγγύης,65 που πήγαζε από τη στενότητα των πόρων ζωής και ήταν αναγκαία για την επιβίωση των ανθρώπων. Αυτό δεν

62. Για την εμπειρία του σκάρου στο Ψηλό Χωριό (Νούτσομπρο) της ορεινής Δωρίδας βλ. Παπαϊωάννου, Τα Κλειδιά του Ψηλού Χωριού, ό.π., σ. 38, 87. Για τα παιδιά που έβοσκαν τα ζώα στην Αυστρία και την κοινωνικότητα που αναπτυσσόταν συχνά μεταξύ τους βλ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule, ό.π., σ. 75, 76. Διαφορετική είναι η εικόνα που δίνει για μια περιοχή της δυτικής Σουηδίας ο Sjoberg («Working Rural Children», ό.π., σ. 112): «Συνήθως τα παιδιά πρόσεχαν τα ζώα μόνα κι αυτό έκανε τη δουλειά τους βαρετή». Οι διαφορές προφανώς οφείλονται στις γεωγραφικές και οικιστικές ιδιαιτερότητες κάθε χώρου.

63. Συν. με την Π. Λ., σ. 7.

64. Η συνομιλήτρια χρησιμοποίησε τον όρο «υπηρέτης»: «Ναι, ναι υπηρέτης, κάπου τον βρήκ' ο πατέρας μου. Όπως είν' τώρα οι Αλβανοί έτσ' ήταν και το είχαμε εκεί (...) Εμείς όμως δε σκαρίσαμε. Μας πήγε όλα -εννέα παιδιά είχ' ο πατέρας μου- όλα στο σχολείο, δεν ευκαιρούσαμε...» (Συν. 2 με την Π. Κ., σ. 1, 10). Οι συστηματικές προσλήψεις αγροτικών υπηρετών κατά το δυτικοευρωπαϊκό και κεντροευρωπαϊκό πρότυπο δεν απαντούν -τουλάχιστον όχι στην ίδια έκταση και με τα ίδια χαρακτηριστικά- στον ελλαδικό και ευρύτερο νοτιοευρωπαϊκό χώρο. Στη νοτιοανατολική ευρωπαϊκή ύπαιθρο, μάλιστα, κατά κανόνα οι οικιακές ομάδες αποτελούνταν αποκλειστικά ή κατά το μεγαλύτερο μέρος από στενούς συγγενείς (Μ. Mitterauer, «Gesindedienst und Jugendphase...», ό.π., στο Μ. Mitterauer, Familie und Arbeitsteilung. Historisch-Vergleichende Studien, Βιέννη-Κολωνία-Βαϊμάρη 1992, σ. 301-332, κυρίως σ. 323-324' Μ. Mitterauer, «Komplexe Familienformen in sozialhistorischer Sicht», στο M. Mitterauer, Historisch-Anthropologische Familienforschung. Fragestellungen und Zugangsweisen, Βιέννη-Κολωνία 1990, σ. 87-130, κυρίως σ. 100, 101).

65. Για την ανάγκη ελέγχου των κινήσεων των ζώων από τα παιδιά, ώστε να προστα-

Σελ. 96
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/97.gif&w=600&h=915

σημαίνει ότι δεν συνέβαιναν «ατυχήματα», ιδίως όταν τα παιδιά αφοσιώνονταν στο παιχνίδι, λησμονώντας τα ζώα. (Μια έρευνα με βάση δικαστικά έγγραφα πιθανόν να έδειχνε πως γενικά, στην πράξη δε σπάνιζαν οι παραβιάσεις ξένων ιδιοκτησιών προκειμένου να βοσκήσουν τα ζώα). Παραθέτω τις μαρτυρίες δύο συνομιλητών" ο πρώτος γεννήθηκε το 1908, ο δεύτερος το 1914:

Τα φλάγαμε τα γίδια γιατ' ήταν όλος ο τόπος σπαρμένος. Αν ήταν ήλιος κι έβγαιναν στον ίσκιο και κάθονταν... Ήτανε μαρτύριο τότε η ζωή. Ήταν όλος ο τόπος σπαρμένος. Αν ήταν έστω ένα μέτρο να ήταν τετραγωνικό χωρίς δέντρα το καλλιεργάγαμε για να κάνουμε ψωμί να τρώμε. Και όποιος είχε το ψωμί τ' ήταν νοικοκύρς, λογίζονταν νοικοκύρς.- Εμείς τα παιδιά αισθανόμαστε ιδιαίτερη ευχαρίστηση να σκαρίζουμε..., αλλά να προσέχεις πολύ να μην πάνε σε ξένα αμπέλια, σε ξένους κήπους και κάνουνε ζημιά, διότι οι άνθρωποι που τα σπέρναν αυτά περίμεναν να ζήσουν απ' αυτά, δηλαδή, φυτεύαν φασόλια κ.λπ. Αν τρώγαν τα γίδια και τα πρόβατα τα ξένα, τα δικά τους ακόμα, πού θα βρίσκαν; Δεν υπήρχε μανάβης εκεί να βρουν ν' αγοράσουν... Αυτά τα ζώα βοσκούσαν στην περιοχή του Κροκυλείου, του χωριού, έξω... Στην περιοχή αυτή, η οποία ανήκε στο χωριό, γιατ' ήταν μοιρασμένα τα όρια των χωριών, δε μπορεί ο καθένας να βοσκήσει, ας πούμε, χωρίς την άδεια του προέδρου της κοινότητας κτλ. ... [ο λόγος του συνομιλητή απηχεί εδώ το ευκταίο και τη λογική των περιοριστικών νομοθετημάτων] . Λοιπόν, τα βγάζαμε βέβαια και η χαρά μας ήταν μεγάλη διότι ανταμώναμε όλα τα παιδιά έξω, και πολλές φορές ξεχνούσαμε, και τα γίδια πήγαιναν στα σπαρτά, προς θλίψιν των γονέων βέβαια.66

3. Αγροτικές εργασίες: Γεωργία

Το 1938, περιγράφοντας τις ασχολίες των γεωργών στη Ρούμελη, ο Λουκόπουλος επισήμαινε μια συγκεκριμένη ασχολία των παιδιών: «Εποχή της σποράς των ξηρικών καλαμποκιών είναι το έβγα του Μαρτιού, κι αρχίζει με τα οργώματα, πρώτο όργωμα, δεύτερο και τρίτο κάποτε... Και να πώς γίνεται η σπορά. Ένα παιδί ή και γυναίκα που λέγεται σπορολόος, έχει κρεμασμένο το σακούλι με το σπόρο απ' το λαιμό... Όλο μπρος πάνε τα βόδια, ποπίσω τους ο γεωργός τιμονίζει την αλετρονουρά, παραπίσω ακολουθώντας την αυλακιά π' ανοίγει το γυννί πάει σιγά-σιγά ο σπορολόος ρίχνοντας σπειρί το σπειρί μια

προστατευτούν οι καλλιέργειες στη δυτική Σουηδία την ίδια περίοδο και γενικότερα για το χαρακτήρα και τις απαιτήσεις της βοσκής των ζώων, βλ. Sjöberg, «Working Rural Children», σ. ό.π., 110-113.

66. Συν. με τον Α. Μ., σ. 4' Συν. με τον Χ. T., σ. 2, 3.

Σελ. 97
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/98.gif&w=600&h=915

πιθαμή μακριά το ένα απ' τ' άλλο. Στον σπορολόο κοντά έρχεται κι ο σκαλιστής χώνοντας με το τσαπί τους σπόρους».67

Προφορικές μαρτυρίες επιβεβαιώνουν τη γενική αυτή πληροφορία, τονίζοντας ότι σε γενικές γραμμές παιδιά κάτω των 15 ετών και πολύ περισσότερο παιδιά που δεν είχαν κλείσει την πρώτη δεκαετία της ζωής τους, δεν απασχολούνταν συστηματικά σε γεωργικές εργασίες, με εξαίρεση την εποχή της σποράς του καλαμποκιού: «Ε, στα χωράφια από εφτά, οχτώ χρονών κι ύστερα, όποτε ευκαιρούσαν, πήγαιναν. Πήγαιναν κοντά, να πετάξνε σπόρο, λέγαμε».68 Τα παιδιά, λοιπόν, χάρη στη σωματική τους διάπλαση, μπορούσαν να σπείρουν το καλαμπόκι με μεγαλύτερη ευκολία από ό,τι οι ενήλικες, αφού, όπως σημειώνει ο Λουκόπουλος, έπρεπε να ρίχνει κανείς «σπειρί το σπειρί, μια πιθαμή μακριά το ένα απ' τ' άλλο», ενώ οι γεωργικές εργασίες στο σύνολο τους απαιτούσαν ιδιαίτερη μυϊκή δύναμη, αφού μάλιστα οι άνθρωποι δεν είχαν στη διάθεσή τους παρά υποτυπώδη εργαλεία, καθώς ήταν περιορισμένη έως ανύπαρκτη (στα ορεινά) η εκμηχάνιση της ελληνικής υπαίθρου.69

Η μαρτυρία της Μ. Ν. εξατομικεύει την περιγραφή του Λουκόπουλου και μας βοηθά να φανταστούμε τη σκηνή:

Πάαιναν οι γονείς μας και βάναν το ζευγά ρ', τα λέμε εμείς, δυο βόιδια μετά συγχωρήσεως, και πηγαίναμε που λες και πετάγαμε σπόρο, μια τσαντούλα εγώ, και πετάγαμε έτσ'..., άιντε και γύρζε το ζευγάρ'. Πάντα μεις χοντά. Η μάνα μ ' έσκαβε, έσκαβε κοντά τ'. Εμείς δεν είχαμε πολλά σκαψίματα. Όταν μεγαλώσαμε είχαμε, αλλά τότε...10

Η εξοικείωση των περισσότερων παιδιών με τις γεωργικές εργασίες πρέπει να ξεκινούσε από τη βρεφική τους ηλικία, αφού συνήθως οι μητέρες τα έπαιρναν μαζί τους στα κτήματα για να τα θηλάζουν και να τα επιτηρούν. Υπάρχουν, εξάλλου, μαρτυρίες για παιδιά που από τα 10 τους κιόλας χρόνια ή και νωρίτερα, έσκαβαν, θέριζαν ή οδηγούσαν τα άλογα γύρω από το «στρίαλο» στο αλώνι. Όμως οι αφηγήσεις υποδηλώνουν ότι αυτή η ενεργός συμμετοχή παιδιών σε απαιτητικές γεωργικές εργασίες, υπαγορευόταν από τις αδήριτες ανάγκες ορισμένων οικογενειών για συμπληρωματικά εργατικά χέρια, δεν αποτελούσε ιδανική και αυτονόητη λύση για τους χωριανούς και εξέθετε τα παιδιά σε κινδύνους. Όπως και να έχει το πράγμα, η εργασιακή εμπειρία των παιδιών διαφοροποιούνταν έντονα ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας και επομένως τον τρόπο με τον οποίο οργάνωνε τις αγροτικές εργασίες. Παραθέτω δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από αφηγήσεις μιας γυναίκας και ενός άνδρα

67. Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 187, 189.

68. Συν. με την Α. Π., σ. 5.

69. Βλ. εδώ Πρώτο Κεφάλαιο, σημ. 6.

70. Συν. με την Μ. Ν., σ. 2.

Σελ. 98
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/99.gif&w=600&h=915

δρα που μεγάλωσαν σε οικογένειες οι οποίες «δεν μάζευαν το ψωμί τους»:

Ε, άμα μπορήγαμε, πηγαίναμε και τους βοηθάγαμε [τους γονείς] αλλιώς δεν πηγαίναμε. Τραβιόνταν μοναχοί τς... αλλά ύστερα, από δέκα κι ύστερα μας έβαζαν να θερίζουμε σιτάρια, να σκάψουμε. Δε μπόραγα να σκάψω πολλές φορές, μόφυγε το τσαπί, πήγε στην αδελφή μου, της ήρθε στο κεφάλ'71. - Θυμάμαι όταν κάποτε αλωνίζαμε πέρα εδώ που ήταν το πατρικό σπίτι του παππού του Χ. Από δω είν' ένα αλών'. Λοιπόν εκεί αλωνίζαμε. Είχαμε τα δεμάτια μέσα κι αλωνίζαμε και με κλωτσάει ένα άλογο και με τρώει εδώ, σπάει (δείχνει τα χείλη και τα δόντια)... Πιτσιρικάκ' ήμαν, ξέρω γω, 8, 10 χρονών, πόσο ήμουν. Λοιπόν μου δίνει μια κλωτσιά το άλογο και σπάει εδώ μέσα. Και θυμάμαι με πήραν στα χέρια, δε θυμάμαι ποιος, με πήρε στα χέρια και με πήγε στον Παπαχαράλαμπο το γιατρό. Μου τόδεσε εδώ, τελοσπάντων, στην άκρη μου τόραφε, ξέρω γω τί μου τόκανε, πάει, γιάτρεψε τελοσπάντων, τα δόντια μόφυγαν τα δυο μπροστά. Και τάβαλα στρατιώτς ... Αλώνζα τ' άλογα. Τ' άλογα έφερνα γύρω. Από πίσω θα καθήσεις στ' άλογα για να τα φέρεις γύρω ... Κοίταξε φκιάναμε μια θηλιά με σχοινί και βάναμε μέσα, 4, 5 άλογα, ξέρω γω πόσα, και τα δέναμε μ' ένα σίδερο στο στρίαλο. Ο στρίαλος ήταν ένα ξύλο στέρεο. Και βάζαμε αυτό και ήρχονταν τα άλογα γύρω...12.

Για έναν άλλον συνομιλητή, από σχετικά εύπορη οικογένεια του χωριού -ο πατέρας του μάλιστα ήταν δάσκαλος-, το αλώνισμα στα παιδικά του χρόνια είναι συνυφασμένο με παιχνίδι, με διασκέδαση:

Τα παιδιά, να σου πω εγώ τί ήταν. Το γλέντι τους ήταν τ' αλώνι... ξεραίνονταν περσότερο τα στάρια και μετά τα ανοίγαν και τα απλώναν. Χαράς Ευαγγέλια για τα παιδιά. Εμείς όλο κει μέσα να κάνουμε τούμπες, να πηδάμε, να γίνεται χαμός... Μετά όταν έρχονταν τ' άλογα εμείς πηδάγαμε μέσα. Αν ήταν καμιά μάντρα, ας πούμε, δίπλα, ανεβαίναμε από πάνω, μπαμ, πηδάγαμε μέσα. Πολλές φορές υπήρξαν περιπτώσεις που παρολίγο να μας πατήσουν τ' άλογα, γιατί προλάβαιναν τα άλογα να κάνουν τη βόλτα, όσο να φύγουμε εμείς, γιατί πηδάγαμε μέσα, έπρεπε να φύγουμε,13

71. Συν. με την Γ. Σ., σ. 12.

72. Ο στρίαλος ήταν πάσσαλος στο κέντρο του αλωνιού (Συν. με τον Γ. P., σ. 9).

73. Συν. με τον Θ. Α., σ. 20. Ελάχιστοι στο χωριό είχαν άλογα για το αλώνισμα του σιταριού' υπήρχε άνθρωπος που ερχόταν την εποχή του αλωνίσματος με τα άλογά του και τα εκμίσθωνε στους χωριανούς: «Άλλοι δεν είχαν άλογα, δεν είχαν να πληρώσουν, και μπορεί να χρησιμοποιούσανε και τα γαϊδούρια τους και τ' αυτά τους. Συνήθως όμως ερχόντουσαν από τα Πεντεόρεια, ένα χωριό της Παρνασσίδας, ήταν ένας Λουκάς από τα Πεντεόρεια, ο οποίος είχε άλογα και τα χρησιμοποιούσε το καλοκαίρι ν' αλωνίζει. Κι αλώνιζε κι έπαιρνε ένα ποσοστό, δεν ξέρω πόσα αλωνιάτικα, σε είδος, σε σιτάρι» (ό. π., σ. 19).

Σελ. 99
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/57/gif/100.gif&w=600&h=915

Υπάρχουν επίσης αξιόπιστες μαρτυρίες για συμμετοχή δεκάχρονων ή και ακόμη νεότερων παιδιών στον τρύγο. Ο τρύγος ήταν οπωσδήποτε εργασία απλούστερη και λιγότερο επικίνδυνη από το όργωμα, το σκάψιμο ή το θερισμό και επίσης συνυφασμένη στη μνήμη των χωριανών με τη διασκέδαση, λόγω του συλλογικού του χαρακτήρα αλλά και του διασκεδαστικού πατήματος των σταφυλιών που ακολουθούσε. Συγχρόνως, βέβαια, η συλλογή των σταφυλιών απαιτούσε πολλά εργατικά χέρια. Στον τρύγο, για τον οποίο όλοι συμφωνούν πως ήταν «πανηγύρι», τα μεγαλύτερα παιδιά έκοβαν τσαμπιά με τους «τρυγολόους», δηλαδή με τα κλαδευτήρια που χρησιμοποιούνταν για τη συλλογή των σταφυλιών και που λόγω του μικρού μεγέθους τους ήταν κατάλληλα για τη σωματική διάπλαση των νεαρών ηλικιών:

Ας ήμασταν μικρά, κι εμείς ό,τι μπορήγαμε... Ο τρύγος ήταν πανηγύρ', χαιρόμασταν να πάμε, γιατ' ήταν τρύγος αυτός, τραγούδαγαν, μίλαγαν, ήταν αλαφρή δουλειά αυτή, κι ήταν, ο τρύγος ήταν πανηγύρ'... Τρυγάγανε σταφύλια κι αυτά (τα παιδιά) μ' ένα καλαθάκ' μικρό, βέβαια, με κάτ, τρυγολόγια τα λέγαμε, κάτ' κλαδευτράκια μικρούλια-μικρούλια, τάχαν επίτηδες για να τρυγάνε. - Έπρεπε να νογάς, να το κόψεις ... Τώρα δε θυμάμαι, ήμαν εννιά, δέκα χρονώ..., μικρή πάντως, όχ' πολύ μεγάλη... Τα 'κοβα και καμιά φορά έκοβα και το χέρι μου. Τα μικρά δε μπορούνε να τρυγήσουν, θα κόψουν τα χέρια τς.. ,74.

Η συμμετοχή των παιδιών σε συλλογικές εργασίες, όπως ο τρύγος, πρέπει να ενίσχυε το αίσθημα του ανήκειν σε μια κοινότητα η οποία χρειαζόταν να επιδείξει αλληλεγγύη για να επιβιώσει: η αλληλεγγύη αυτή εκφραζόταν προπάντων στην αλληλοβοήθεια την εποχή του θερισμου ή τον αλληλοδανεισμό αροτριώντων ζώων, εργαλείων κ.λπ.75

Πάντως χωριανοί και χωριανές άρχιζαν να απασχολούνται εντατικά σε γεωργικές εργασίες, αφού συμπλήρωναν τα 14-15 χρόνια τους, ορισμένες φορές και νωρίτερα. Θεωρητικά, οι γεωργικές εργασίες, στο σύνολο τους, αποτελούσαν κοινό τομέα απασχόλησης ανδρών και γυναικών. Φαίνεται όμως ότι στην πράξη τα κορίτσια και γενικότερα οι γυναίκες επωμίζονταν το μεγαλύτερο βάρος.76 Ως ένα βαθμό αυτό πρέπει να οφείλεται στο πλεόνασμα νεαρών γυναικών και στο έλλειμμα νεαρών ανδρών, λόγω μετανάστευσης, στρατιωτικής

74. Συν. με την Α. Π., σ. 5' Συν. με την Γ. Σ., σ. 5.

75. Για τη συνεργασία (σεμπριά ή κολληγιά) στην καλλιέργεια των χωραφιών στη Ρούμελη βλ. Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, ό.π., σ. 154, 155.

76. Πβ. όσα γράφει η Τ. Βερβενιώτη για τη ζωή της αγρότισσας στον ελλαδικό χώρο κατά το Μεσοπόλεμο (Τ. Βερβενιώτη, Η γυναίκα της Αντίστασης. Η είσοδος των γυναικών στην πολιτική, Αθήνα 1994, σ. 24-28). Συγκεκριμένα στη σ. 24 γράφει: «...οι γυναίκες δουλεύουν σκληρότερα απ' όλους και απολαμβάνουν τα λιγότερα».

Σελ. 100
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 81
    

    2. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

    Κάθε οικογένεια, με την έννοια της οικιακής ομάδας, λειτουργεί ταυτόχρονα και ως οικονομική ενότητα. Μεταξύ των μελών της υφίστανται και αναπτύσσονται οικονομικές σχέσεις. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τη θέση και το ρόλο ενός προσώπου (του παιδιού στην περίπτωσή μας) μέσα στον οικογενειακό σχηματισμό, χωρίς να εξετάσουμε τη θέση και το ρόλο του στην οικογενειακή οικονομία, για να χρησιμοποιήσω, υπό την ευρεία του έννοια, έναν όρο που στην αγγλοσαξωνική και τη γερμανόφωνη ιστοριογραφία αναφέρεται συγκεκριμένα στην δυτικο-ευρωπαϊκή οικογένεια της προβιομηχανικής εποχής και στον θεωρητικά αυτοκαταναλωτικό χαρακτήρα της οικονομίας της.23

    Πολυαπασχόληση, συνδυασμός αγροτικών και εξω-αγροτικών δραστηριοτήτων, αυτοκατανάλωση αποτελούσαν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της οικονομίας του χωριού και των οικογενειακών οικονομιών στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Άλλωστε, παρά την άποψη ότι η βιομηχανική επανάσταση σηματοδότησε το τέλος της οικονομίας αυτοκατανάλωσης στην Ευρώπη24, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. χαρακτηρίστηκαν από έντονη πολιτική, οικονομική, κοινωνική αστάθεια' κατά συνέπεια η αυτοκατανάλωση συνέχισε να αποτελεί για τους περισσότερους ανθρώπους στην Ευρώπη ασφαλιστική δικλείδα απέναντι στην πείνα, προπάντων στην ύπαιθρο αλλά και στα αστικά κέντρα.25 Στην Ελλάδα του 1930 η μέση αγροτική οικογένεια κάλυπτε τουλάχιστον το ήμισυ των δαπανών διαβίωσης της από προϊόντα που παρήγε η ίδια.26

    23. Οι αντίστοιχοι όροι στα αγγλικά και τα γερμανικά: family economy, Familienwirtschaft. Στην κοινωνική ιστορία ο όρος οικογενειακή οικονομία προσέλαβε αυτήν τη σημασία μετά τη δημοσίευση του πρωτοποριακού βιβλίου των Αμερικανίδων Louise Tilly και Joan Scott, Work and Family, Νέα Υόρκη 1978, όπου με βάση τα παραδείγματα της βρετανικής και της γαλλικής κοινωνίας πρότειναν ένα γόνιμο, αν και κάπως γενικευτικό, εξελικτικό σχήμα σύμφωνα με το οποίο στη δυτική Ευρώπη περνάμε από την οικογενειακή οικονομία (family economy) της προβιομηχανικής εποχής, στην οικογενειακή οικονομία μισθών (family wage economy) της βιομηχανικής εποχής, και τελικά στην οικογενειακή οικονομία κατανάλωσης (family consumer economy) από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα. Για μια κριτική επισκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας βλ. R. Rudolph, «The European Family and Economy. Central Themes and Issues», Journal of Family History 17 (1992), 119-138.

    24. Πρόκειται για την άποψη που υποστήριξαν οι Tilly και Scott ( Work and Family, ό.π.), στη μελέτη τους για τη σχέση ανάμεσα στην εργασία των γυναικών και την οικογένεια στην Αγγλία και τη Γαλλία.

    25. Για μια συνοπτική και κριτική θεώρηση της σχετικής βιβλιογραφίας βλ. Μ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule, ό.π., κεφ. 15.1.

    26. Αυτό συνάγεται από προϋπολογισμούς αγροτικών οικογενειών από διάφορες περιοχές, πεδινές, ορεινές, ημι-ορεινές: Κ. Κωστής, Αγροτική Οικονομία, ό.π., τ. 2 (Τα Τεκ-