Συγγραφέας:Ρηγίνος, Μιχάλης
 
Τίτλος:Μορφές παιδικής εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία (1870-1940)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:27
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1995
 
Σελίδες:173
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1940
 
Περίληψη:Η μελέτη αυτή έχει ως αντικείμενο την απασχόληση των παιδιών και των νεαρών ατόμων στη βιομηχανική και τη βιοτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού. Η έρευνα κινείται προς δύο κατευθύνσεις. Αρχικά εξετάζεται η θέση των παιδιών στον καταμερισμό της εργασίας, τόσο στην παραδοσιακή βιοτεχνία όσο και στο νέο εργοστασιακό σύστημα. Μέσω της ανάλυσης των παραγωγικών δομών σκιαγραφούνται οι παράγοντες που διαμόρφωναν τη ζήτηση της παιδικής και νεανικής εργασίας στη δευτερογενή παραγωγή. Κατόπιν η έρευνα στρέφεται προς την κατεύθυνση της προσφοράς εργασίας, για να εντοπιστούν οι όροι και οι συνθήκες που οδηγούσαν τα παιδιά στο βιοτεχνικό εργαστήριο ή το βιομηχανικό εργοστάσιο, σε απασχολήσεις όχι κατ’ ανάγκην εναλλακτικές. Τέλος, αναζητείται απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσον οι νέες βιομηχανικές συνθήκες διαφοροποίησαν την αρνητική θέση που κατείχε η μισθωτή εργασία στο σύστημα συλλογικών αξιών και τροποποίησαν τις οικογενειακές προσδοκίες και στρατηγικές για επαγγελματική αποκατάσταση και κοινωνική ανέλιξη των νεαρών, αρρένων κυρίως, μελών τους.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 19.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 18-37 από: 178
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/18.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 18
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/19.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Η εργασία των παιδιών: Από τις αγροτικές ασχολίες των παραδοσιακών κοινωνιών στο βιομηχανικό εργοστάσιο.

Σύντομη επισκόπηση

Οι παίδες δεν επλάσθησαν απλώς προς το παίζειν, αλλ' ενωρίς πρέπει να κερδίσωσιν τον επιούσιον αυτών άρτον.

Ανώνυμος, «Εργατικοί παίδες», Οικονομική Επιθεώρησις, φ. 17, 1874, σ. 194.

1. Η οικονομική αξία του παιδιού στις αγροτικές κοινωνίες

Η εργασία των παιδιών δεν αποτελεί καινούριο φαινόμενο, αποτέλεσμα ή «αποτρόπαιο παραπροϊόν» της βιομηχανικής επανάστασης. Στις παραδοσιακές κοινωνίες της προβιομηχανικής εποχής το παιδί έβρισκε τη θέση του στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, στο πλαίσιο της αγροτικής οικογένειας. Η αγροτική οικογένεια, αυτόνομη μονάδα παραγωγής και κατανάλωσης, ανέθετε στα μέλη της τις διάφορες παραγωγικές δραστηριότητες ανάλογα με τη φυσική κατάσταση, την ηλικία και το φύλο του καθενός.

Τα παιδιά βοηθούσαν στις εργασίες των ενηλίκων ή αναλάμβαναν ασχολίες ανάλογες με τις σωματικές τους ικανότητες25. Ο C. Cipolla υποστηρίζει ότι «στις προβιομηχανικές κοινωνίες η εργασία των ανηλίκων ήταν διαδεδομένη όσο και

———————————

25. Για την παιδική εργασία στις προβιομηχανικές αγροτικές κοινωνίες, βλ. J. Sandrin, Enfants trouvés enfants ouvriers, XVIIe-XIXe siècles, Παρίσι 1982, σ.109· Ρ. Solinas, «La famille», La Méditerranée. Les Hommes et l'Heritage, Παρίσι 1986, σ.101· C. Cipolla, Η Ευρώπη πριν από τη βιομηχανική επανάσταση..., ό.π. σ.100. Βλ. επίσης τη βιβλιογραφική συναγωγή του J.-G. Da Silva, στα Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Ιστορικότητα..., ό.π. σ.361-362.

Σελ. 19
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/20.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

κατά την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης»26. Η εργασία του παιδιού περιοριζόταν, τις περισσότερες φορές, στα όρια της οικογενειακής ιδιοκτησίας, χωρίς βέβαια να αποκλείονται οι περιπτώσεις όπου το παιδί εργαζόταν ως ημερομίσθιος εργάτης, με την οικογένειά του ή μόνο, σε άλλη ιδιοκτησία. Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι η εργασία των παιδιών δεν ήταν συνεχής. Ακολουθούσε τον εποχιακό κύκλο και συνήθως ήταν πιο εντατική τους καλοκαιρινούς μήνες, εξ ου και η παράδοση των μακρών καλοκαιρινών διακοπών27. Με άλλα λόγια, στις προβιομηχανικές αγροτικές κοινωνίες το παιδί αποκτούσε την οικονομική του σημασία στο πλαίσιο ενός συστήματος συγγενικής αλληλεγγύης, που αποσκοπούσε στην επιβίωση και την αναπαραγωγή του οικογενειακού κυττάρου, καθώς και στη διατήρηση της ιδιοκτησίας. Ο Adam Smith παρουσιάζει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο την οικονομική αξία των παιδιών σε μια αγροτική κοινωνία: «Μια πολυμελής οικογένεια δεν αποτελεί βάρος αλλά πηγή πλούτου για τους γονείς. Η εργασία κάθε παιδιού, πριν εγκαταλείψει το πατρικό σπίτι, υπολογίζεται ότι αποφέρει καθαρό κέρδος 100 λίρες. Μια νεαρή χήρα με πέντε ή έξι παιδιά, η οποία στην Ευρώπη θα είχε λίγες πιθανότητες να ξαναπαντρευτεί, εδώ τη φλερτάρουν σαν να πρόκειται για καλή ευκαιρία. Η αξία των παιδιών ενθαρρύνει το γάμο»28.

Οι μορφές απασχόλησης των παιδιών στην ελληνική ύπαιθρο του 19ου ή ακόμη και των αρχών του 20ού αιώνα πολύ λίγο διέφεραν από αυτές που περιγράψαμε προηγουμένως. Στην αγροτική κοινωνία «η ανάπτυξις επέρχεται ταχεία, και η εκ νεαράς ηλικίας εργασία καθιστά τα σώματα ρωμαλέα. Παις δέκα ή δώδεκα χρονών δύναται να σκάπτει ως ανήρ, και εις την ηλικίαν των δεκατεσσάρων χρονών κατ' ουδέν είναι υποδεέστερος του ανδρός»29. Οι οικογενειακές στρατηγικές της απασχόλησης καθορίζονταν, όπως ήδη αναφέρθηκε, με βάση το φύλο

———————————

26.Ένας βασιλικός νόμος της Αγγλίας του 1388 αναφέρεται στα αγόρια και τα κορίτσια που εργάζονται στο άροτρο και στο κάρο ή σε άλλου είδους αγροτικές ασχολίες, μέχρις ότου φτάσουν στην ηλικία των 12 χρόνων. Βλ. C. Cipolla, ό.π. σ.100. Στην Ιταλία, στην επαρχία της Τοσκάνης, τα παιδιά άρχιζαν να εργάζονται από την ηλικία των 7 ή 8 ετών. «Ξυπνούν το πρωί από πολύ νωρίς και ακολουθούν τον πατέρα τους που πάει να εργασθεί στα χωράφια. Εκεί, όταν πρόκειται για αγόρια, οδηγούν τα βόδια, ενώ ο πατέρας σπρώχνει το αλέτρι πιο βαθιά στη γη. Τα κορίτσια εργάζονται στα χωράφια την εποχή του θερισμού ή της συλλογής των καρπών και φυσικά στο σπίτι κάτω από την καθοδήγηση των μεγαλύτερων γυναικών.» Πρβλ. J. Sandrin. ό.π. σ.102. χ

27. Στις προβιομηχανικές κοινωνίες η πλειονότητα των παιδιών δούλευε στα χωράφια, κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Βλ. C. Cipolla, ό.π. σ.100.

28. Adam Smith, Wealth of Nations, Λονδίνο 1973, σ.173.

29. Ανώνυμος, «Περί της Ελληνικής Γεωργίας», Εφημερίς της Ελληνικής Γεωργίας, τ. Α' αρ. 2, Αθήνα, Νοέμ. 1855, σ.57. Βλ. επίσης Μαρία Σβώλου, «Το εργαζόμενο παιδί», Α' Πάνελλήνιον συνέδριον προστασίας μητρότητος και παιδικών ηλικιών, Οκτώβριος 1930, σ.189-190.

Σελ. 20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/21.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

και τη φυσική κατάσταση των παιδιών. "Οι αδυνατώτεροι των παίδων γίνονται τεχνίται, υπηρέται, ποιμένες, οι ισχυρότεροι όμως μένουν εις την οικίαν διά τας γεωργικάς εργασίας και διά την παραγωγήν των εις την οικίαν αναγκαίων"30. Τα κορίτσια ασχολούνταν κυρίως με την επεξεργασία του καπνού, την καλλιέργεια της γης, την κτηνοτροφία και τις διάφορες οικοτεχνικής μορφής εργασίες31.

Στα τέλη του 19ου αιώνα δημιουργήθηκε μια νέα πηγή απασχόλησης για τα παιδιά της υπαίθρου, τα έργα των σιδηροδρόμων. Σύμφωνα με τον Εμ. Ρέπουλη, εκατοντάδες κορίτσια δούλευαν στα εργοτάξια του ΣΠΑΠ στην Αρκαδία και έκαναν έτσι την προίκα τους. "Άφηναν τα ημερομίσθιά των εις χείρας της Εταιρίας, και όταν τελείωσαν τα έργα απεκόμισαν άλλη 500, άλλη 700, άλλη 1.000 δραχμάς."32

Η παρέμβαση του κράτους στην παιδική εργασία της υπαίθρου εκδηλώθηκε με ένα νόμο του 1920, ο οποίος απαγόρευε στους μαθητές κάτω των 14 χρόνων να εγκαταλείπουν τις παραδόσεις στο σχολείο για να εργαστούν στα χωράφια. Η εργασία επιτρεπόταν μόνο πριν ή μετά τις ώρες του σχολείου και "εφ' όσον δεν εμποδίζεται κατ' ουδένα τρόπον η σχολική επίδοσις"33. Ωστόσο η σπουδαιότητα που είχε η εργασία των παιδιών για την οικογενειακή αγροτική εκμετάλλευση φαίνεται από ένα νόμο του 1913, ο οποίος επέτρεπε το κλείσιμο, για ένα μήνα, των δημοτικών σχολείων στις καπνοπαραγωγούς περιοχές, έτσι ώστε οι παραγωγοί να χρησιμοποιούν τα ανήλικα παιδιά τους στις καπνοκαλλιέργειες34.

2. Η παιδική εργασία στις πόλεις. Η μαθητεία

Στο αστικό περιβάλλον των προβιομηχανικών πόλεων τα παιδιά -μαθητευόμενοι ή υπηρέτες- εργάζονταν στο πλευρό των τεχνιτών ή των υπηρετών. Στα σιδηροπωλεία του Μπέρμινχαμ η μαθητεία άρχιζε στην ηλικία των 7 χρόνων, ενώ οι υφαντουργοί των βόρειων περιοχών της Αγγλίας απασχολούσαν παιδιά ηλικίας 5, ακόμη και 4 χρόνων, μόλις δηλαδή έκριναν ότι μπορούσαν να παρακολουθούν τις εργασίες και να υπακούουν στις εντολές35.

———————————

30. Ανώνυμος, ό.π.

31. Γ.Δ. Δασκαλάκος, "Τα εργαζόμενα κορίτσια", Εργασία, 21-6-1930, σ.25.

32. Αρκαδική Επετηρίς, τεύχ. 1, 1903, σ.30.

33. Ανώνυμος, "Η προσεχής XVη διεθνής διάσκεψις εργασίας", Βιομηχανική και βιοτεχνική επιθεώρησις, Δεκ. 1930, σ.25.

34. Νόμος περί ανηλίκων καπνεργατών, Αθήνα 1913. Για το ίδιο, βλ. επίσης Π. Κόντας, "Το χωριατόπουλο", Εργασία, 15-3-1930, σ.20.

35. P. Mantoux, La révolution industrielle au XVIIIe siècle, Παρίσι 1959, σ.433 και Μ. Niveau, Histoire des faits économiques contaiporains, Παρίσι 1979, σ.126.

Σελ. 21
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/22.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό όμως της παιδικής εργασίας στα προβιομηχανικά εργαστήρια ήταν ο παιδαγωγικός της χαρακτήρας. Στο βιοτεχνικό εργαστήριο ο εργάτης-τεχνίτης βρισκόταν στο κέντρο της παραγωγικής διαδικασίας. Η ακρίβεια των κινήσεων, η επιδεξιότητα, η εμπειρία, η δύναμη, ακόμη και το «γούστο» συνιστούσαν τα προσόντα του εργάτη. Η απόκτηση των προσόντων αυτών γινόταν μετά από μακρόχρονη μαθητεία. Τα παιδιά έμπαιναν στο εργαστήριο και, δουλεύοντας πλάι στους τεχνίτες, εισάγονταν σταδιακά στα μυστικά του επαγγέλματος. Η μαθητεία υποκαθιστούσε κατά κάποιον τρόπο την έλλειψη τεχνικής εκπαίδευσης. Το παιδί μάθαινε ένα επάγγελμα παρακολουθώντας και βοηθώντας τους μεγαλύτερους τεχνίτες36.

Και στην πόλη η παιδική ηλικία διατηρούσε την ιστορική της διάσταση. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Γαλλία, στα τέλη του 14ου και μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα, μόνος του ο υποψήφιος μαθητευόμενος, ηλικίας 11-12 χρόνων, διαπραγματευόταν με τον μάστορα την είσοδό του στο εργαστήριο. Από τον 17ο αιώνα τα πράγματα άλλαξαν. Ένα άτομο αυτής της ηλικίας θεωρείτο ακόμα «παιδί», που δεν είχε, φυσικά, λόγο ενηλίκου. Έτσι, ο κηδεμόνας εμφανιζόταν ως εγγυητής του υποψηφίου και κανόνιζε τους όρους της μαθητείας του37. Στον ελλαδικό χώρο, έως και τις αρχές του 20ού αιώνα, το παιδί μπορούσε να μάθει μια τέχνη είτε στο εργαστήρι του τεχνίτη —στο πλαίσιο των καθορισμένων συντεχνιακών κανόνων— είτε μέσα στην «κομπανία» των περιπλανώμενων μαστόρων.

Με βάση τους συντεχνιακούς κανονισμούς διακρίνονται τέσσερις μορφές μαθητείας38: Σύμφωνα με την πρώτη μορφή, ο τεχνίτης προσλάμβανε το παιδί για μια περίοδο τριών χρόνων, χωρίς χρηματική αμοιβή, με μόνη υποχρέωση από μέρους του την παροχή τροφής και στέγης. Στη δεύτερη μορφή μαθητείας, τα έξοδα διατροφής του παιδιού για την πρώτη χρονιά αναλάμβανε ο πατέρας. Τη δεύτερη χρονιά ο μαθητευόμενος πληρωνόταν πια από τον τεχνίτη, με έναν υποτυπώδη ετήσιο μισθό. Το χαρακτηριστικό της τρίτης μορφής μαθητείας ήταν ότι το παιδί αναλάμβανε τα έξοδα συντήρησής του, ενώ παράλληλα αμειβόταν από

———————————

36. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό ισχύει ως ένα ορισμένο σημείο και για τις αγροτικές εργασίες. Πρβλ. Ανώνυμος, «Περί της Ελληνικής Γεωργίας...», ό.π. σ.58.

37. Πρβλ. Μ. Couturier, «Η ένταξη των νέων στην ενεργό ζωή στην Εθιμική Γαλλία, 1368-1789», Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, Ιστορικότητα..., ό.π. σ.388.

38. Πρβλ. Γ. Παπαγεωργίου, Η μαθητεία, στα επαγγέλματα (16ος-20ός αι.), Αθήνα 1986, σ.38-39. Για τις συντεχνίες στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο, βλ. Ν. Todorov, Η βαλκανική πόλη, 15ος-19ος αι., μετ. Έφη Αβδελά, Γεωργία Παπαγεωργίου, Αθήνα 1986, τ. Β', σ.299-238. Βλ. επίσης Η οικονομική δομή των Βαλκανίων, επιμ. Σ. Ασδραχάς, Αθήνα 1979 και, ειδικότερα, G. Baer, «Οι διοικητικές και κοινωνικές λειτουργίες των τουρκικών συντεχνιών», σ.577-596, του ίδιου, «Μονοπώλιο και περιοριστικές πρακτικές των τουρκικών συντεχνιών», σ.599-612, και Σ. Ασδραχάς, «Οι συντεχνίες στην Τουρκοκρατία», Ζητήματα Ιστορίας, Αθήνα 1983, σ.97-115.

Σελ. 22
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/23.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

την αρχή με κάποιο στοιχειώδες χρηματικό ποσό. Στην τελευταία μορφή μαθητείας, οι τεχνίτες εξασφάλιζαν στον μαθητευόμενο στέγη, τροφή και ρουχισμό, ενώ αναλάμβαναν επιπλέον την πληρωμή των φόρων του. Όσοι συμβάλλονταν με την τελευταία μορφή μαθητείας ήταν συγγενείς και κυρίως γιοι μαστόρων, που "ήθελαν" να συνεχίσουν το επάγγελμα του πατέρα τους. Οι υπόλοιποι μαθητευόμενοι κατάγονταν κυρίως από αγροτικές οικογένειες των γύρω χωριών, που, είτε λόγω φτώχειας είτε λόγω σωματικής αδυναμίας, δεν ήταν σε θέση να ασχοληθούν με αγροτικές εργασίες και αναζητούσαν μια καλύτερη τύχη στην πόλη. Κατά τα πρώτα χρόνια της μαθητείας το παιδί απασχολείτο σε διάφορες βοηθητικές εργασίες στο εργαστήριο, ενώ παράλληλα ήταν υποχρεωμένο να εκτελεί χρέη υπηρέτη στο σπίτι του τεχνίτη (να κουβαλάει ξύλα και νερό, να ανάβει τη φωτιά, να μαγειρεύει, να πλένει πιάτα κ.ά.)39.

Βασική επιδίωξη του τεχνίτη ήταν η επιμήκυνση της μαθητείας, με σκοπό τη μεγιστοποίηση της εκμετάλλευσης της εργασίας του παιδιού και την επιβράδυνση της δημιουργίας ενός μελλοντικού ανταγωνιστή. Εξάλλου οι συντεχνίες ασκούσαν έλεγχο στην προσφορά εργασίας, αυξάνοντας ή μειώνοντας τη ροή νέων τεχνιτών ανάλογα με την οικονομική συγκυρία40. Ο ελάχιστος χρόνος μαθητείας στις οθωμανικές συντεχνίες ήταν 1.001 ημέρες41. Στην συνέχεια ο μαθητευόμενος (16-19 χρόνων, πλέον) περνούσε στο στάδιο του κάλφα, όπου και παρέμενε για δύο περίπου χρόνια. Ο Γ. Παπαγεωργίου υπολογίζει τον πραγματικό συνολικό χρόνο της μαθητείας και των δύο σταδίων στις συντεχνίες σε επτά έως οκτώ χρόνια42.

Η μαθητεία στις "κομπανίες" των περιπλανώμενων μαστόρων δεν χαρακτηριζόταν από τους αυστηρούς τυπικούς κανόνες που ίσχυαν στην αντίστοιχη περίπτωση των συντεχνιών. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι οι ουσιαστικές συνθήκες δεν διέφεραν και πολύ43. Πιο συγκεκριμένα, ο υποψήφιος για την εκμάθηση της τέχνης συμβαλλόταν με τον αρχιτεχνίτη της ομάδας έναντι μιας μικρής συμμετοχής στα κέρδη και ακολουθούσε την κομπανία στον ετήσιο γύρο της. Ο μαθητευόμενος ήταν υποχρεωμένος να εκτελεί κάθε εργασία που δεν απαιτούσε ειδικές τεχνικές γνώσεις και επιπλέον πρόσφερε κάθε υπηρεσία που σχετιζόταν με τη συμβίωση της ομάδας (πλύσιμο, μαγείρεμα κ.ά.). Στην περίοδο

———————————

39. Βλ. Γ. Παπαγεωργίου, ό.π. σ.30, 44, 47.

40. Βλ. C. Cipolla, ό.π. σ.129, G. Baer, "Μονοπώλιο και περιοριστικές πρακτικές των τουρκικών συντεχνιών", ό.π. σ.606-608, και Σ. Ασδραχάς, "Οι συντεχνίες στην Τουρκοκρατία", ό.π. σ.99-100.

41. Βλ. Η. Inalcik, "Ο σχηματισμός κεφαλαίου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία", Η οικονομική δομή..., ό.π. σ.511.

42. Πρβλ Γ. Παπαγεωργίου, ό.π. σ.42-43 και 78-79.

43. Βλ. Χρ. Κωνσταντινόπουλος, Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου, Αθήνα 1987.

Σελ. 23
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/24.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

της μαθητείας, που διαρκούσε περίπου οκτώ έως δέκα χρόνια, το παιδί εισαγόταν στην τέχνη, ενώ παράλληλα μάθαινε πώς να διαπραγματεύεται την ανάληψη ενός έργου, να επιτυγχάνει υψηλότερες τιμές και να εξασφαλίζει καλύτερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης για την ομάδα.

3. Η τομή της Βιομηχανικής Επανάστασης. Το παιδί στο εργοστάσιο

Στα μεγάλα χειροτεχνικά εργαστήρια (manufactures), ο εργάτης-τεχνίτης στηριζόμενος στη συντεχνία και αργότερα στο συνδικάτο του, κατάφερνε να παίρνει υψηλή αμοιβή και να επιβάλλει μέσω του ελέγχου πάνω στις μεθόδους εργασίας το δικό του ρυθμό στην παραγωγή των εμπορευμάτων. Παράλληλα, η "ταρίφα" αποτελούσε μια περίπλοκη ρύθμιση, που δεν περιοριζόταν στον καθορισμό του ημερομισθίου, αλλά όριζε επίσης τον απαιτούμενο "χρόνο" για το κάθε κομμάτι, καθώς και τις ποιοτικές προδιαγραφές του εμπορεύματος44.

Η μεγάλη καινοτομία της Βιομηχανικής Επανάστασης ήταν ότι κατόρθωσε, μέσα από την ένωση κεφαλαίου και επιστήμης, να μειωθεί η σημασία των τεχνιτών στην παραγωγή, με αποτέλεσμα η εργασία να περιοριστεί στην απλή επίβλεψη και τροφοδοσία του παραγωγικού μέσου με την πρώτη ύλη, ένα ρόλο που μπορούσαν να εκτελέσουν στην εντέλεια τα παιδιά. Γράφει ο ανώνυμος αρθρογράφος του 1874: "Την δύναμιν των βραχιώνων αντικατέστησεν η δύναμις των μηχανών. Επειδή δε η λειτουργία τούτων συνίσταται εις την υποδιαίρεσιν και απλοποίησιν των έργων, διευκολύνεται εντεύθεν επί τοσούτον η εκτέλεσις αυτών, ώστε μικρός παις δύναται να επιστατή δεδομένην εν βαμβακουργικώ π.χ. καταστήματι μηχανήν, προς μόνον τον σκοπόν να παρέχει αυτή την βαμβακηράν τροφήν και να απαλλάσση αυτήν βαθμηδόν εκ της πληθώρας των καρπών. Τοιουτοτρόπως αι λεπταί χείρες του παιδός δύνανται να χρησιμεύσωσι και εις τας λεπτοφυεστέρας αυτάς της μηχανής υπηρεσίας. Μέτριαι σωματικαί και πνευματικαί δυνάμεις δύνανται ευκόλως να παρακολουθώσι την κλωστήν, να την συνδέωσι και να την κόπτωσι κατά την ανάγκην της τέχνης. Αρκεί δε να εισέλθη τις εις μέγα χειροτεχνικόν μηχανικής δυνάμεως κατάστημα, ίνα θαυμάση την ποσότητα των μικρών παίδων, τους οποίους τούτο συγκεντρώνει..."45. Η απλοποίηση της εργασιακής

———————————

44. Βλ. Β. Coriat, Ο εργάτης και το χρονόμετρο. Τεϊλορισμός - Φορντισμός και μαζική παραγωγή, μετ. Γιώργος Δαγιάντης, Αθήνα 1985, σ.25-34.

45. Ανώνυμος, "Εργατικοί παίδες", Οικονομική Επιθεώρησις, τεύχ. 17, Ιούλιος 1874, σ.193-194. Για τις τεχνολογικές αλλαγές στη βιομηχανία τον 18ο και 19ο αιώνα και τις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις στην Αγγλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, βλ. ενδεικτικά Μ. Dobb, Études sur le développement du capitalisme (γαλλική μετ. Liane Mozère), Παρίσι 1981, σ.271-338.

Σελ. 24
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/25.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

διαδικασίας καταργούσε τη μακρόχρονη παραδοσιακή μαθητεία και καθιστούσε τους εργάτες παραγωγικούς με την είσοδό τους στο εργοστάσιο. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του κόστους της εργατικής δύναμης, τόσο από την άποψη της διαμόρφωσής της, αφού χρειαζόταν περίοδος μόλις λίγων εβδομάδων ή και ημερών για να γίνει άμεσα αξιοποιήσιμη, όσο και από την άποψη της τιμής της, επειδή πλέον μπορούσαν να απασχοληθούν άτομα με μικρή διαπραγματευτική ικανότητα και γι' αυτό εκτεθειμένα σε σκληρότερη οικονομική εκμετάλλευση, όπως ήταν οι γυναίκες και τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια46.

Η εισαγωγή των τεχνολογικών μεταβολών στους εργασιακούς χώρους εξηγεί κατά ένα μόνο μέρος τη μαζική χρησιμοποίηση της παιδικής εργασίας στη βιομηχανία. Στην πραγματικότητα, η εισαγωγή των μηχανών και οι βαθιές τομές που προκάλεσαν στην οργάνωση της εργασίας δημιούργησαν την ανάγκη αλλαγών στις μέχρι τότε νοοτροπίες για την εργασία. Το εργοστάσιο απαιτούσε ένα άλλου τύπου εργατικό δυναμικό, υπάκουο και πειθαρχημένο, το οποίο θα εργαζόταν όχι πλέον με τους δικούς του φυσικούς ρυθμούς που ίσχυαν μέχρι τότε στο εργαστήριο, αλλά με τους τεχνητούς, μη ανθρώπινους ρυθμούς που επέβαλλαν οι μηχανές. Με άλλα λόγια, ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, άτομα που είχαν περάσει την ηλικία της εφηβείας να αποτελέσουν χρήσιμα βιομηχανικά χέρια, ανεξαρτήτως του αν προέρχονταν από αγροτικές ή βιοτεχνικές απασχολήσεις. Για τον ελεύθερο άνθρωπο, το εργοστάσιο, στο οποίο εισερχόταν απλώς ως ανειδίκευτη εργατική δύναμη, ήταν κάτι αντίστοιχο με τη σκλαβιά· γι' αυτό, με εξαίρεση τους πολύ πεινασμένους, οι εργάτες προσπαθούσαν να το αποφύγουν47.

Ένα άλλο στοιχείο είναι ότι το παιδί, σε αντίθεση με τους ενήλικες γονείς του, μπορούσε να βρίσκεται μόνιμα στο χώρο του εργοστασίου, αφού δεν ήταν 

———————————

46.Όπως παρατηρεί και ο Fr. Engels, "...οι μηχανές παραμερίζουν όλο και περισσότερο τον ενήλικο εργάτη. Η δουλειά στις μηχανές συνίσταται κυρίως -τόσο στην κλώση όσο και στην ύφανση- στο να ξαναδένονται οι κλωστές που κόβονται, αφού η μηχανή κάνει όλα τα υπόλοιπα. Η εργασία αυτή δεν απαιτεί την παραμικρή φυσική δύναμη, παρά μονάχα ευκίνητα χέρια. Έτσι λοιπόν οι άνδρες όχι μονάχα δεν είναι απαραίτητοι, μ' αντίθετα η μεγαλύτερη ανάπτυξη των μυώνων και των οστών των χεριών τούς καθιστά λιγότερο κατάλληλους σε σχέση με τις γυναίκες και τα παιδιά γι' αυτή τη δουλειά". Fr. Engels, Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, μετ. Λευτέρης Αποστόλου, Αθήνα 2 1989, σ.18. Η εισαγωγή των μηχανών στην παραγωγή παραμέρισε ολόκληρους κλάδους ανεξάρτητων προβιομηχανικών τεχνιτών. Στην καλύτερη περίπτωση το γεγονός αυτό μεταμόρφωνε τους ανεξάρτητους σε εξαρτημένους. Στην χειρότερη, που ήταν και η συχνότερη, γεννούσε τα πλήθη των ξεπεσμένων, των απαθλιωμένων και των πεινασμένων υφαντουργών, πλεκτών κ.ά. E.J. Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων 1789-1848, μετ. Μαριέτα Οικονομοπούλου, Αθήνα 1990, σ.270.

47. E.J. Hobsbawm, ό.π. σ.271. Βλ. επίσης T.S. Ashton, The industrial revolution 1760-1830, Οξφόρδη 1986, σ.94, και C. Fohlen, F. Bedarida, Histoire générale du travail. L'ère des révolutions, Παρίσι 1964, σ.37.

Σελ. 25
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/26.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

υποχρεωμένο —στον ίδιο έστω βαθμό με τους ενήλικες— να συμμετέχει στις αγροτικές εργασίες ή να υπηρετήσει στρατιωτική θητεία. Με άλλα λόγια, το παιδί προστάτευε τη βιομηχανική ροή από τις εποχιακές ή συγκυριακές διαταραχές και εξασφάλιζε τη συνέχειά της48. Το φαινόμενο της παιδικής εργασίας έλαβε σημαντικές διαστάσεις στην Αγγλία κατά τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, ειδικότερα στον κλάδο της βαμβακουργίας49. Αρχικά οι άγγλοι βιομήχανοι στρατολογούσαν παιδιά, ορφανά κυρίως, που βρίσκονταν υπό την προστασία των κοινοτήτων και των ενοριών. Η συμφωνία για την πρόσληψη των παιδιών γινόταν ανάμεσα στον βιομήχανο και στην κοινότητα ή την ενορία50. Όταν τα παιδιά των ενοριών δεν επαρκούσαν πλέον για τις ανάγκες των εργοστασίων, οι βιομήχανοι απευθύνονταν στους ίδιους τους γονείς. Και οι τελευταίοι, ξεπερνώντας τους αρχικούς ενδοιασμούς τους, συνειδητοποιούσαν ότι τα παιδιά μπορούσαν να αποτελέσουν σημαντική πηγή εισοδήματος. Έτσι επικράτησε η συνήθεια να προσλαμβάνονται παιδιά από την ηλικία των 4 και 5 χρόνων, όταν, δηλαδή, κρίνονταν ικανά να εκτελέσουν μια εργασία «σωστά»51.

Η παιδική εργασία στα εργοστάσια επεκτάθηκε και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες είχε αρχίσει να αναπτύσσεται η βιομηχανία. Στη Γερμανία κατά τα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχαν «σχολές βιομηχανίας». Εκεί, μικρά κορίτσια ύφαιναν το λινάρι μέσα σε απόλυτη ησυχία. Οι επιστάτες τα έδερναν εάν εργάζονταν με αργούς ρυθμούς ή αν δεν τους ικανοποιούσε η ποιότητα της εργασίας τους. Επίσης, πολλά παιδιά εργάζονταν στη βιομηχανία καπνού, στη βιοτεχνία πλεκτών και σε αρκετές μικρές βιοτεχνίες52. Πολλές φορές τα παιδιά εργάζονταν από τις δύο μετά τα μεσάνυκτα μέχρι τις εφτά το πρωί. Στην περίπτωση αυτή, «δια να μη αποκοιμηθούν τα ταλαίπωρα πλάσματα, προσφέρουν εις αυτά καφφέν, τέιον και οινοπνευματώδη ποτά»53. Στη Γαλλία, η εργασία των παιδιών ήταν αρκετά διαδεδομένη στην υφαντουργία, τη μεταλλουργία και στα ορυχεία. Το 1839 ο αριθμός των παιδιών ηλικίας 7 έως 14 χρόνων που απασχολούνταν στην υφαντουργία υπολογιζόταν σε 100 έως 150 χιλιάδες54. Στα μέσα του 19ου

———————————

48. Βλ. Β. Coriat, ό.π. σ.38.

49. Για τις τεχνολογικές καινοτομίες στη βαμβακουργία, βλ. ενδεικτικά E.J. Hobsbawm, Industry and Empire. From 1750 to the Present Day, Λονδίνο 1984, 15ο, σ.58-59.

50. Βλ. T.S. Ashton, ό.π. σ.91-96 και Μ. Niveau, ό.π. σ.127-128. Υπήρχαν περιπτώσεις όπου, κατά τη συμφωνία, η ενορία υποχρέωνε τον βιομήχανο να δεχθεί καθυστερημένα παιδιά σε ποσοστό 1 προς 20. C. Fohlen, F. Bedarida, ό.π. σ.39.

51. Στο ίδιο.

52. Στο ίδιο. Βλ. επίσης Μ. Block, «Le mouvement économique et social en Allemagne», L'économiste français, 6-12-1896, σ.735, και Ανώνυμος, «Εργασία και ημερομίσθια των παίδων εν Γερμανία και Αυστρία», Βιομηχανική και βιοτεχνική επιθεώρησις, 1914, σ.79.

53. Ανώνυμος, «Εργασία... των παίδων εν Γερμανία...», ό.π. σ.81.

54. Βλ. J. Sandrin, ό.π. σ.99. Πληροφορίες για την παιδική εργασία στην Γαλλία στις αρχές

Σελ. 26
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/27.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

αιώνα αποτελούσαν το ένα τρίτο περίπου του εργατικού δυναμικού στον ίδιο κλάδο. Συνήθως άρχιζαν να εργάζονται από την ηλικία των 8 ή 9 χρόνων. Στα ανθρακωρυχεία του Carmeau αποτελούσαν το 20% του προσωπικού το έτος 1850 και το 15% το 1879 55.

4. Η απασχόληση των παιδιών στις ελληνικές πόλεις. 19ος-20ός αιώνας

Πριν περάσουμε στο κυρίως αντικείμενο της μελέτης που αφορά την παιδική εργασία στην ελληνική βιομηχανία και τη βιοτεχνία, θα αναφερθούμε με συντομία στις υπόλοιπες μορφές απασχόλησης των παιδιών που συναντώνται στα ελληνικά αστικά κέντρα και κυρίως στην Αθήνα και στον Πειραιά.

Όπως προαναφέρθηκε, η αγροτική οικογένεια έστελνε στην πόλη τα πλεονάζοντα ή ανίκανα για γεωργικές εργασίες νεαρά μέλη της, αγόρια και κορίτσια, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Ο βασικός τροφοδότης των πόλεων σε παιδιά ήταν κυρίως τα νησιά και οι ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου. Στην πλειονότητά τους τα παιδιά που έρχονταν στις πόλεις, αν επρόκειτο για αγόρια, εργάζονταν σε διάφορα καταστήματα συντοπιτών τους ως υπηρέτες ή βοηθοί, με αμοιβή στέγη και τροφή, προσδοκώντας να διαδεχθούν το αφεντικό τους ή να ξεκινήσουν μια νέα δική τους δουλειά. Μερικές φορές η πόλη αποτελούσε ενδιάμεσο σταθμό στο δρόμο για τη «γη της επαγγελίας», την Αμερική. Τα κορίτσια απασχολούνταν ως υπηρέτριες σε διάφορες αστικές οικογένειες, οι οποίες πρόσφεραν για αντάλλαγμα στέγη και τροφή, ενώ μετά την πάροδο ορισμένων χρόνων αναλάμβαναν να τα προικίσουν.

———————————

του 19ου αιώνα δίνει ο γιατρός L.R. Villerme στο Tableau de l'état physique et moral des ouvriers, employés dans les manufactures de coton, de laine et de soie, 2 τ., Παρίσι 1840. Για την εργασία των παιδιών στο Βέλγιο κατά την ίδια περίοδο, βλ. Royaume de Belgique, Ministère de l'Interieure, Enquête sur la condition des classes ouvriers et sur le travail des enfants, τ. 3, Βρυξέλλες 1848. Πληροφορίες για την παιδική εργασία στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες παρέχουν και οι έντυπες εκθέσεις των προξένων της Αγγλίας, στη σειρά Foreign Office, Miscellaneous series, Reports on subjects of general and commercial interest. Πιο συγκεκριμένα για την Γαλλία, βλ. 1891, No 213, France, Report on the present state of the labour question in France, Λονδίνο 1891, για τη Ρωσία, 1887, No 62, Russia, report on pauperism, benevolent institutions, and industrial establishments in Russia, Λονδίνο 1887, και 1892, No 217, Russia, Report on the condition of labour in Russia, Λονδίνο 1892. Τέλος για την Ουγγαρία, βλ. 1889, No 126, Austria-Hungary, Reports of Governement inspection of factories in Hungary, Λονδίνο 1889, και 1889, No 128, Austria-Hungary, Summary of the report of the chief inspector of factories in Hungary, Λονδίνο 1889. Οι εκθέσεις αυτές υπάρχουν και σε μικροταινίες στο Ιστορικό Αρχείο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

55. G. Noiriel, Les ouvriers dans la société française, XlXe-XXe siècle, Παρίσι 1986, σ.17.

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/28.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

Παιδιά ηλικίας κάτω των 14 χρόνων εργάζονταν χωρίς καμιά νομική προστασία σε εμπορικά καταστήματα, διάφορα γραφεία, ιατρεία ή οδοντιατρεία56. Τα παντοπωλεία απασχολούσαν το μεγαλύτερο ποσοστό των ανηλίκων. Σύμφωνα με έρευνα που έγινε το 1921 σε 225 παντοπωλεία της Αθήνας, 22 παιδιά ηλικίας 12 χρόνων και 69 από 12 έως 14 χρόνων εργάζονταν και διαβίωναν κάτω από άθλιες συνθήκες. Από τα 225 καταστήματα, τα 71 δεν είχαν ιδιαίτερους χώρους για τη διανυκτέρευση του προσωπικού. Έτσι τα παιδιά ήταν αναγκασμένα να κοιμούνται όπου έβρισκαν και κυρίως σε "ανώγεια χαμηλά ξύλινα δάπεδα, άτινα χρησιμοποιούνται και ως αποθήκαι υλικού, κλινοστρωμναί των δε είναι οι κενοί σάκκοι των τροφίμων. Είς τινα οι μικροί υπηρέται των κατεκλίνοντο κάτωθεν των ερμαρίων"57.

Οι μικρές υπηρέτριες αποτελούσαν ένα αρκετά διαδεδομένο φαινόμενο στα μεσαία και ανώτερα αστικά στρώματα της Αθήνας και του Πειραιά. Η ηλικία τους κυμαινόταν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ 10 και 20 χρόνων58. Οι κυριότερες περιοχές προέλευσης των υπηρετριών ήταν η Άνδρος, η Κέα και η Τήνος, ενώ μετά το 1879 προστέθηκαν οι Σπέτσες, η Ύδρα, το Κρανίδι, η Τροιζήνα, περιοχές δηλαδή που πλήγηκαν από την κρίση της ιστιοφόρου ναυτιλίας, καθώς επίσης η Κρήτη και η Κοινουρία59.

Οι συνθήκες εργασίας των μικρών κοριτσιών αλλά και των αγοριών που εργάζονταν στα σπίτια ήταν κάθε άλλο παρά ιδανικές. Σύμφωνα με τους επιθεωρητές εργασίας, τα παιδιά εργάζονταν περισσότερες από δέκα ώρες την ημέρα, ενώ συχνά γίνονταν αντικείμενα υπερβολικής εκμετάλλευσης και απάνθρωπης μεταχείρισης από τους υποτιθέμενους προστάτες τους, ιδιαίτερα μάλιστα όταν προέρχονταν από απομακρυσμένες περιοχές60. Στις μικρές υπηρέτριες ξεσπούσαν τα νεύρα της νοικοκυράς και "όλα τα ένστικτα των αγοριών ή και του κυρίου, κάτω από τη σιωπηλή σκέπη της οικογενειακής ηθικής"61.

———————————

56. Ανώνυμος, "Η προσεχής XVη διεθνής διάσκεψις εργασίας", ό.π. σ.25.

57. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού Επιθεωρήσεως εργασίας επί της εφαρμογής των νόμων, έτος 1921, Αθήνα 1923, σ.19.

58. Στις απογραφές οι υπηρέτριες, στην περίπτωση φυσικά που εμφανίζονταν, αναγράφονταν μόνο με το μικρό τους όνομα και την ηλικία τους, χωρίς να παρέχεται άλλη πληροφορία σχετικά με το επώνυμό τους και τον τόπο καταγωγής τους. Πρβλ. I. Bafounis, La formation d'une ville nouvelle, le Pirée au XIXe siècle (1835-1879), διδακτορική διατριβή 3ου κύκλου, Πανεπιστήμιο Paris IV, σ.349, 351.

59. Στο ίδιο, σ.350-351.

60. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού..., ό.π. σ.16. Βλ. επίσης Λιλίκα Νάκου, "Τα εργαζόμενα παιδιά", Εργασία, 1-3-1930, σ.18.

61. Μαρία Σβώλου, "Το εργαζόμενο παιδί", Α' Πανελλήνιον Συνέδριον προστασίας μητρότητας και παιδικών ηλικιών, Αθήνα, 19-26 Οκτωβρίου 1930, σ. 190.

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/29.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα εμφανίστηκε μια μορφή σωματεμπορίας παιδιών από τις ορεινές επαρχίες της Κορινθίας και της Γορτυνίας. Τα παιδιά αυτά εκμισθώνονταν από τους γονείς τους με ετήσιο συμβόλαιο και έναντι ορισμένου χρηματικού ποσού σε συμπατριώτες τους, τους λεγόμενους "μάστορες". Τα συμβόλαια δεν ήταν δυνατόν να ακυρωθούν λόγω του ανηλίκου των παιδιών, γιατί στην περίπτωση αυτή ο νόμος υποστήριζε την πατρική εξουσία. Τα παιδιά εργάζονταν ως "στιλβωταί υποδημάτων, εφημεριδοπώλαι και οψοκομισταί. Το προϊόν της εργασίας των ώφειλαν να παραδίδουν την εσπέραν εις τον μάστορην. Και αλλοίμονον αν ήτο ανεπαρκές. Τα δυστυχή παιδιά υβρίζοντο βαναύσως, εδέρνοντο ανηλεώς, αφήνοντο νηστικά. Οι σωματέμποροι (...) επρομηθεύοντο άρτον (για τα παιδιά) από το "μπαγιατομάγαζο", το χείριστον εν Αθήναις είδος, το λεγόμενον χαρτζίτιο, προσφάγιον τακτικόν τοις παρέθετον σάπιες ελιές. Την νύκτα συνεσώρευαν τα παιδιά το έν επί του άλλου ασφυκτικώς, εις υπόγεια υγρά, πλήρη λάσπης"62. Το 1873 ο αριθμός των εκμισθούμενων παιδιών στην Αθήνα έφτανε τα 300. Στις αρχές του αιώνα, μετά τη φιλανθρωπική δράση του Συλλόγου "Παρνασσός" και την ίδρυση από αυτόν της "Σχολής απόρων παίδων" το 1872, το φαινόμενο είχε σχεδόν εξαλειφθεί63. Παρ' όλα αυτά,

———————————

62. Πρβλ. Κ. Βοβολίνης, Το χρονικόν του Παρνασσού, 1865-1950, Αθήνα 1951, σ.146, 326. Για τη μυθιστορηματική μεταγραφή του φαινομένου, βλ. Ι. Κονδυλάκης, Οι Άθλιοι των Αθηνών, Αθήνα 1895, σ. 204 κ.ε. Να πώς περιγράφει την εκμίσθωσή του από έναν μάστορα ο Δ. Παπούλιας από την ορεινή Αρκαδία: "1896 τον Απρίλιον, ήρθε εις τα χωριά μας ένας από τη Μεγαλόπολη Αθανάσιος Κοντός και εμάζεψε δώδεκα παιδιά διά την Αθήνα για λούστρους. Διά ένα χρόνο, με ογδόντα δραχμές το χρόνο. Μαζί με αυτά ήμουν και εγώ. Μας έβανε εις ένα κάρο και μας επήγε στ' Ανάπλι. Από τ' Ανάπλι μάς βάνει σε ένα παπόρι και επήγαμε εις τον Πειραιά και από κει περπατώντας στην Αθήνα. Τέλος αφού εδουλέψαμε ως λουστράκια ένα χρόνο μας έστειλε πάλι το αφεντικό εις το χωριό, σύμφωνα με τη συμφωνία που είχε κάνει με τους γονείς μας. Αλλά όταν εγύρισα εις το χωριό, είχαν τα μάτια μου απονόματο και μετά με γύρισαν τραχώματα και σκεδόν λίγο έλειψε να μη βλέπω καθόλου". Απόσπασμα από το χειρόγραφο ημερολόγιο του Δημητρίου Παπούλια, μετανάστη. Ο Δ. Παπούλιας γεννήθηκε το 1884 και έγραψε το ημερολόγιο αυτό το 1972, σε ηλικία 88 ετών. Πέθανε το ίδιο έτος. Το ημερολόγιο προέρχεται από το αρχείο του Γ. Παπαδάκη, τον οποίον και ευχαριστώ.

63. Σκοπός της σχολής είναι "η ηθική και η διανοητική ανάπτυξις των απόρων παίδων". Τα διδασκόμενα μαθήματα ήταν ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, αρχαί ηθικής, αρχαία και νέα ιστορία της Ελλάδος, γεωγραφία της Ελλάδος και της Τουρκίας, και στοιχεία φυσικής ιστορίας και χημείας. Την περίοδο 1872-1874 από τους 228 μαθητές της σχολής απόρων παίδων, 83 ήταν "υπηρέτες της αγοράς" (36%), 67 "στιλβωταί υποδημάτων και εφημεριδοπώλαι" (29%), 24 σιδηρουργοί και ξυλουργοί (10,48%), 16 υπηρέτες καταστημάτων και σπιτιών, 15 λιθοξόοι, 10 κτίστες, 8 υποδηματοποιοί, 4 ράπτες και 1 πωλητής υφασμάτων. Παράλληλα, στη σχολή απόρων παίδων λειτουργούσε από το 1879 και υπνωτήριο. "... Τας χειμερινάς νύκτας ο αριθμός των εν τω υπνωτηρίω ευρισκόντων στέγην ανήλθε μέχρι 65, τας δε νύκτας του θέρους κατήλθε μέχρι 20." Τα παιδιά που έβρισκαν καταφύγιο στο υπνωτήριο πλήρωναν 5 λεπτά για κάθε

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/30.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

πλήθος παιδιών εξακολουθούσε να απασχολείται σε πλανόδια επαγγέλματα ή κέντρα διασκεδάσεως64, με αποτέλεσμα "αι οδοί των Αθηνών και των άλλων πόλεων να είναι πλήρεις ανηλίκων μικροπωλητών καθ' όλην την νύκταν και ιδίως το θέρος"65.

Σε όλα αυτά τα ευκαιριακά ή εποχικά μικροεπαγγέλματα, όπως μικροπωλητής, γκαρσόνι, λαχειοπώλης ή βοηθός καταστημάτων, τα οποία απέφεραν άμεσες απολαβές, απασχολούνταν κυρίως αγόρια. Τα παιδιά αυτά προέρχονταν από φτωχές οικογένειες, όπου ο κανόνας για την εξασφάλιση του βίου ήταν οι πολλαπλές παράλληλες απασχολήσεις των μελών τους. Πρόκειται "για ένα λανθάνον εργατικό δυναμικό, το οποίο κινείται ακατάπαυστα από μικροεπάγγελμα σε μικροεπάγγελμα, από μεροκάματο σε μεροκάματο, περνώντας κατά περιόδους και από κάποια βιομηχανία"66.

5. Η θέση της εργασίας στο σύστημα, των κοινωνικών αξιών: Μορφωτικό επίπεδο των εργαζόμενων παιδιών και οι προσδοκίες κοινωνικής ανέλιξης

Τα φαινόμενα που περιγράψαμε έχουν και μια άλλη σημαντική διάσταση, που κινείται στη σφαίρα της ιδεολογίας. Πιο συγκεκριμένα, η άρθρωση των 

———————————

νύκτα, ενώ το ημερήσιο κόστος παραμονής ανά άτομο ανερχόταν σε 21 λεπτά. Πρβλ. Κ. Βοβολίνης, ό.π. σ.74, 85, 136-137.

64. Ανώνυμος, "Η προσεχής XVη διεθνής διάσκεψις εργασίας", ό.π. σ.25.

65. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, "Γενικαί εκθέσεις των επιθεωρητών εργασίας του έτους 1913", Δελτίον του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, τεύχ. 4, II Εργασία και πρόνοια, Δεκ. 1914, σ.172. Για τα παιδιά που απασχολούνταν σε μουσικούς θιάσους και πλανόδια επαγγέλματα, βλ. τις "Αθηναϊκές επιστολές" του Γρ. Ξενόπουλου "Παιδιά που κερδίζουν το ψωμί τους", Η Διάπλασις των παίδων, τ.14, αρ. 4, 23 Δεκ. 1906, σ.27, "Τα καϋμένα τα παιδάκια", Η Διάπλασις..., τ.18, αρ. 28, 11 Ιούν. 1911, σ.223, και "Τα επαγγέλματα των μικρών", Η Διάπλασις..., τ.15, αρ. 28, 7 Ιούν. 1908, σ.219.

66. Π. Πιζάνιας, Οι φτωχοί των πόλεων, Αθήνα 1993, σ.106. Την ίδια διαδρομή ακολουθεί και ο Δ. Παπούλιας: "Μετά τρεις μήνες (αφού είχε τελειώσει η εκμίσθωσή του), ένας φοιτητής... από ένα χωριό ονόματι Μολάους μεταξύ Μονεβασιάς και Σπάρτης, του έγραψε ο πατέρας του, όταν τελειώσει τις εξετάσεις και φύγει διά το χωρίον, να προσπαθήσει να πάρει δύο παιδιά, το ένα για τα χτήματά τους και το άλλο για το γαμπρό τους όπου είχε ένα γιοτικό (σιδεράδικο) εκεί... Έφυγα μαζί με ένα ξεδερφάκι μου της ίδιας ηλικίας, Γιώργος Κολοβός... με εκατό δραχμές το χρόνο (...) Όταν πήγα εκεί, μου λέει ο Γιώργος... πως το αφεντικό μας δεν είναι καλός άνθρωπος και δε θα μας δώσει τα λεπτά μας και πρέπει να φύγουμε. Εγώ πάλι είχα κουραστεί όλη την ημέρα με το φυσερό εις το γιοτικό και κατασταυρωθεί, του λέγω πάμε να

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/31.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

κοινωνικών σχέσεων και η κίνηση που τις μεταλλάσσει διενεργείται μέσα στο πλαίσιο ενός συστήματος αξιών67. Έτσι, η διερεύνηση των αμοιβαίων σχέσεων που αναπτύσσονται ανάμεσα στις υλικές δομές και τις ανθρώπινες νοοτροπίες συνιστά βασικό παράγοντα για τη μελέτη των κοινωνικών και οικονομικών φαινομένων. Τη διάσταση αυτή πρέπει να την έχουμε πάντα υπόψη και στη συνέχεια, όταν θα ασχοληθούμε με τις μορφές της παιδικής εργασίας στη βιομηχανία.

Η ελληνική κοινωνία, κυρίως κατά την περίοδο που εξετάζεται, χαρακτηριζόταν από έλλειψη σαφών ταξικών ορίων, καθώς και από τη δυνατότητα εύκολης, σχετικά, κοινωνικής ανέλιξης. Για το λόγο αυτόν, ένιωθε βαθιά αποστροφή για τη χειρωνακτική εργασία, η οποία ερχόταν σε πλήρη αντίφαση με την κυρίαρχη ελπίδα για κοινωνική ένταξη στα μικροαστικά στρώματα των πόλεων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε άρθρο της Νέας Εφημερίδος κατά το 1893, "...εν Ελλάδι, οι πλείστοι των ανδρών και πολλαί γυναίκες την εργασίαν όνειδος θεωρούσι... Κοράσια ανήκοντα εις την κατωτέραν τάξιν, τα πλείστα πτωχά, εντρέποντο δυστυχώς να λέγουν ότι είναι υπηρέτριαι ή ράπτριαι... και ο αδελφός ή συγγενής, όστις πολλάκις την σήμερον αποφεύγει να αναγνωρίση και χαιρετίση την εκ του εργαστηρίου της επιστρέφουσα συγγενή του, ενώ υποκλίνεται ενώπιον γυναικός αέργου αμφιβόλων ηθών..."68. Βέβαια η αναφορά αυτή σχετίζεται και με το ότι στο πλαίσιο του κοινωνικού καταμερισμού των φύλων που αποδεχόταν η ελληνική κοινωνία δεν υπήρχε θέση για την εργασία του κοριτσιού ή της γυναίκας. Τα κορίτσια ή οι γυναίκες, όπως θα διαπιστώσουμε και στη συνέχεια, αναγκάζονταν να εργαστούν για λόγους αποκλειστικά οικονομικούς. Έτσι η εικόνα του εργαζόμενου κοριτσιού συνιστούσε ευθεία αναφορά στην αδυναμία της οικογενείας του να το συντηρήσει και, κατά συνέπεια, στη χαμηλή κοινωνική θέση του, γεγονός με αρνητική συνδήλωση στο σύστημα των αξιών, οπότε έπρεπε να αποφεύγεται η δημόσια δήλωσή του69. Παράλληλα επικρατούσε η αντίληψη ότι η

———————————

φύγωμε (...) Αφού κάθησα λίγο στο χωριό επήγα εις την Τρίπολη σε ένα μπακάλικο και μαγειρείο μαζί, χωρίς λεπτά, να τρώω μόνον, για να μάθω τη δουλειά, δηλαδή να τρίβω κατσαρόλες να πλένω πιάτα και να πουλάω κρασί. Να κοιμάσαι πέντε ώρες το ημερόνυχτο και να τρως ξύλο και πολύ ολίγο φαγητό. Τέλος με όλα αυτά εκάθησα αρκετούς μήνες, μετά έφυγα και επήγα εις την Αθήνα... και εργάστηκα σε μπακάλικο μέχρι το 1903 Ιούλιον... 25 Σεπτεμβρίου έφυγον διά Αμερική". Ο Δ. Παπούλιας έφτασε στις ΗΠΑ το 1905, μετά από πολλές περιπέτειες. Απόσπασμα από το χειρόγραφο ημερολόγιο Δημητρίου Παπούλια, ό.π.

67. G. Duby, "Κοινωνική ιστορία και ιδεολογίες των κοινωνιών", Το Έργο της Ιστορίας, 3 τ., μετ. Κλαίρη Μιτσοτάκη, Αθήνα 1988, σ.14.

68. Βατία, "Πρέπει να εργαζόμεθα", Νέα Εφημερίς, αρ. 83, 24-3-1893, σ.5.

69. Στο πλαίσιο της αστικής ιδεολογίας, ο νέος ρόλος της γυναίκας του αστού ήταν να επιδεικνύει τη δυνατότητα του συζύγου της "να την έχει αργόσχολη". Βλ. E.J. Hobsbawm, Η εποχή του κεφαλαίου, ό.π. σ.357. Η μεγάλη αλλά ανεκμετάλλευτη πηγή, όσον αφορά τη μελέτη

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/32.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

μόρφωση με τη γενική της σημασία αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την κοινωνική άνοδο. Έτσι κάθε ελληνική οικογένεια, ανεξαρτήτως κοινωνικής προέλευσης, θεωρούσε υποχρέωσή της να προσφέρει στα νεαρά μέλη της τη δυνατότητα της στοιχειώδους, έστω, εκπαίδευσης70. Βέβαια οι επιλογές αυτές της οικογενειακής στρατηγικής αφορούσαν περισσότερο τα αγόρια παρά τα κορίτσια. Στα πρώτα στηρίζονταν, άλλωστε, οι προσδοκίες για κοινωνική ανέλιξη. Αντίθετα η μόρφωση, ιδιαίτερα για τα κορίτσια των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, δεν θεωρείτο κοινωνικά απαραίτητη, αφού σε τελική ανάλυση ο ρόλος που τους επιφυλασσόταν μελλοντικά ήταν η ενασχόληση με το σπίτι και την ανατροφή των παιδιών. Όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά οι επιθεωρητές εργασίας, "ο έλλην πατήρ φροντίζει περισσότερον διά την ανάπτυξιν του άρρενος παρά του θήλεως, και ως εκ τούτου η αγραμματοσύνη είναι μεγαλύτερα μεταξύ των γυναικών ή των αρρένων"71. Η κλασικού προσανατολισμού ελληνική εκπαίδευση ενίσχυσε την αντίληψη αυτή. Ο Εμμ. Ρέπουλης, στην προσπάθειά του να περιγράψει, έστω και με κάποια μονομέρεια, το πρόβλημα -εξ ου και το εμφαντικό ύφος του κειμένου του-, αναφέρει: «η πολιτεία είχεν εγκαταλείψη εκτός γραμμάτων την γεωργίαν, εκτός γραμμάτων πάσαν βιομηχανίαν... Πολλά είδη εργασίας, αν μη πάσα σωματική εργασία, καθίσταντο σχεδόν άξια περιφρονήσεως εις την στρεβλουμένην μαθητικήν αντίληψιν, και η μεν γεωργία παριστάνετο ως βάναυσος και χυδαία τέχνη, ώστε να παραπέμπονται "να φυλάνε βώδια!" οι υιοί γεωργών μαθηταί, ότι δεν ήσαν άξιοι "να ζήσουν καλύτερα από τον πατέρα τους!", αφού δεν ήσαν άξιοι να αποστηθίζουν ευχερώς τους γραμματικούς κανόνας...»72. Όμως μόνο το 28% των αποφοίτων των ελληνικών σχολείων συνέχιζαν την εκπαίδευσή τους. Αυτοί, εάν δεν σπουδάσουν στο Πανεπιστήμιο, στο Πολυτεχνείο ή στις διάφορες στρατιωτικές σχολές, "επιδίδονται εις διάφορα επαγγέλματα, εμπορικά ιδίως". Τι γίνεται όμως με το υπόλοιπο 72%; "Αυτοί, απόφοιτοι της πρώτης ή δευτέρας ή τρίτης τάξεως, μηδεμίαν εργασίαν και τέχνην διδαχθέντες, προς ουδεμίαν

———————————

του συστήματος των κυρίαρχων αξιών της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, το ελληνικό θέατρο και ο ελληνικός κινηματογράφος, προσφέρει σειρά από παραδείγματα για το θέμα αυτό. Ενδεικτικά αναφέρουμε το θεατρικό έργο των Α. Γιαλαμά-Κ. Πρετεντέρη, Για μιας πεντάρας νιάτα, το οποίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1966 από τον Ορέστη Λάσκο, με πρωταγωνιστές την Έλλη Φωτίου και τον Στέφανο Ληναίο.

70.Όπως σημειώνει και ο Κ. Τσουκαλάς, "η υπερζήτηση για εκπαίδευση ανέκαθεν υπήρξε το ασφαλέστερο εφαλτήριο για κοινωνική άνοδο", βλ. Κ. Τσουκαλάς, Κράτος, Κοινωνία, Εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα, Αθήνα 1988, σ.269.

71. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού Επιθεωρήσεως Εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων. Έτος 1921, Αθήνα 1923, σ. 16.

72. Εμμ. Ρέπουλης, Μελέτη μετά σχεδίου νόμου περί μεταναστεύσεως, Αθήνα 1912, σ.43-44.

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/33.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ 33

προπαρασκευασθέντες, άγοντες ηλικίαν ήδη 12-14 χρονών, εντρεπόμενοι, κατά το πλείστον, να θέσουν χείρα επί του αρότρου, αν είναι υιοί γεωργών, θεωρούμενοι υπό των απλοϊκών γονέων ότι είναι γραμματισμένοι πλέον, ρίπτονται εις το πέλαγος του βίου με μόνα εφόδια τα εκ των γραμματικών των γνώσεων, επιζητούντες επί τινα χρόνον θέσιν υπηρέτου ή υπαλλήλου εις οιουδήποτε είδους κατάστημα, έως ότου γίνουν και οι ίδιοι μικρέμποροι, παντοπώλαι ή εδωδιμοπώλαι ή οινοπώλαι ή καφεπώλαι.»73

———————————

73. Στο ίδιο σ.44. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους 69 αποφοίτους της σχολής απόρων παίδων κατά την περίοδο 1875-1879, 18 έγιναν μικρέμποροι (παντοπώλες, κρεοπώλες κ.λπ.), 14 τεχνίτες (ξυλουργοί, στοιχειοθέτες, σιδηρουργοί), 11 γεωργοί, 7 εμποροϋπάλληλοι και υπηρέτες εμπορικών, 6 συνέχισαν τις σπουδές τους (ένας στο Πολυτεχνείο) και 3 μόνο παρέμειναν «οψοκομιστές της αγοράς». Πρβλ. Κ. Βοβολίνης, ό.π. σ.138.

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/34.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/35.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Η παιδική εργασία στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία.

Οικονομικές προϋποθέσεις, κοινωνικές στρατηγικές και η "μαρτυρία" των αριθμών

1. Το φαινόμενο "ελληνική εκβιομηχάνιση": Ο θρίαμβος της συγκυρίας

Η εμφάνιση της βιομηχανίας στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1870 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί περισσότερο επενδυτική επιλογή ορισμένων κεφαλαιούχων που πήραν τις αποφάσεις τους στο πλαίσιο μιας ιδιαίτερα ευνοϊκής συγκυρίας, και λιγότερο αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης διαδικασίας μετασχηματισμού των οικονομικών και κοινωνικών δομών74.

Οι κεφαλαιούχοι αυτοί, υιοθετώντας ως βασική αρχή την ελαχιστοποίηση του επιχειρηματικού κινδύνου, κατένειμαν τα κεφάλαια τους ανάμεσα σε επενδυτικές δραστηριότητες, κυρίως στον τομέα του εμπορίου, σε προσοδοφόρες τοποθετήσεις, στη γη ή σε χρεώγραφα, σε κερδοσκοπικά χρηματιστηριακά παιχνίδια, ακόμη και στην αποθησαύριση πολύτιμων αντικειμένων. Για το λόγο αυτόν, επόμενο ήταν να αποφεύγεται -εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις- η δέσμευση χρημάτων σε βιομηχανικές επιχειρήσεις που απαιτούσαν σημαντικές επενδύσεις κεφαλαίου, οι οποίες επιπλέον απέφεραν ποσοστό κέρδους μικρότερο από οποιαδήποτε άλλη οικονομική δραστηριότητα, και μάλιστα είχαν μακροπρόθεσμες αποδόσεις.

Τα εργοστάσια που δημιουργήθηκαν μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν, στην πλειονότητά τους, μικρού και μεσαίου μεγέθους, με στοιχειώδη υποδομή, προσανατολισμένα στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών (κυρίως βαμβακουργεία και αλευρόμυλοι). Όμως την εποχή εκείνη είχε ήδη σχηματιστεί μια βιομηχανική πόλη, ο Πειραιάς, με περισσότερα από εβδομήντα ατμοκίνητα 

———————————

74. Βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, και ιδιαίτερα τις σ.347-350.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/36.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

εργοστάσια, μεταξύ των οποίων και η μεγάλη βαμβακουργική επιχείρηση των Αφών Ρετσίνα, με τρία εργοστάσια που απασχολούσαν 1.500 περίπου εργάτες75. Ωστόσο δεν θα ήταν έγκυρο να θεωρήσουμε την εκβιομηχάνιση απλή διαδικασία λήψης επιχειρηματικών αποφάσεων. Μια σειρά παραγόντων συνέβαλαν στο να προσλάβει το φαινόμενο την ελληνική φυσιογνωμία του.

Καταρχάς, το κύριο χαρακτηριστικό της ενεργής ζήτησης ήταν ο κατακερματισμός της σε μικρές αγορές τοπικού ή ακόμη και συνοικιακού επιπέδου, στις οποίες η διαμεσολάβηση του προσωπικού στοιχείου κατείχε σημαντικό ρόλο στην παραγωγή και την εμπορία των αγαθών. Ο κατακερματισμός της ζήτησης συντηρούσε και αναπαρήγε τον κατακερματισμό της παραγωγής, όπως θα διαπιστώσουμε και στη συνέχεια76.

Στην ύπαιθρο κυριαρχούσε η μικρή οικογενειακή εκμετάλλευση, με χαρακτηριστικό τη μεγάλη ελαστικότητα στην απορρόφηση των υπεράριθμων μελών της. Παράλληλα, απουσίαζαν φαινόμενα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν τη βίαιη και μαζική έξοδο αγροτικών πληθυσμών προς τις πόλεις77. Ακόμη και όταν, γύρω στις αρχές του 20ού αιώνα, η κρίση πλήττει την πελοποννησιακή ύπαιθρο, η εξωτερική μετανάστευση προσφέρεται ως διέξοδος για τα δημογραφικά πλεονάσματα που δημιουργούνται, τουλάχιστον μέχρι το 1921 78. Ό,τι όμως χαρακτηρίζει την αγροτική έξοδο στην Ελλάδα είναι ο προσανατολισμός της. Ο αγρότης που έφτανε στην πόλη, ακόμη και αν ήταν αναγκασμένος να αναζητήσει εργασία στο εργοστάσιο, έβλεπε τη μισθωτή εργασία ως προσωρινή κατάσταση. Επιδίωξή του ήταν η ένταξη στα μικροαστικά στρώματα και η πόλη τού πρόσφερε τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες για να επιτύχει το στόχο του. Έτσι, τις περισσότερες φορές κατάφερνε να δημιουργήσει τη δική του βιοτεχνική ή εμπορική μικροεπιχείρηση.

Οι παράγοντες που αναφέραμε, σε συνδυασμό με την ευνοϊκή συγκυρία της περιόδου 1912-1920, καθόρισαν τα όρια της βιομηχανικής ανάπτυξης στη 

———————————

75. Χριστίνα Αγριαντώνη, ό.π. σ.339-345. Για τα εργοστάσια των Αφών Ρετσίνα, βλ. Ανώνυμος, "Η βιομηχανία εν Πειραιεί", Νέα Εφημερίς, 21-1-1890, σ.6.

76. Για μια πρώτη συζήτηση σχετικά με τα προβλήματα σχηματισμού εθνικής αγοράς, βλ. Λ. Παπαγιαννάκης, "Ζητήματα σχηματισμού εθνικής αγοράς", 37η Συνάντηση των ερευνητών του Ιστορικού Αρχείου της ΕΤΕ, Αθήνα, 24-11-1983.

77. Βλ. Π. Πιζάνιας, "Η αγροτική παραγωγή...", Β. Παναγιωτόπουλος, "Αγροτική έξοδος και σχηματισμός της εργατικής δύναμης στην ελληνική πόλη", Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας, Νεοελληνική πόλη. Οθωμανικές κληρονομιές και Ελληνικό Κράτος, Αθήνα 1985, τ. Β', σ.521-531, Κ. Τσουκαλάς, "Η εξέλιξη των ημερομισθίων στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Μια πρώτη προσέγγιση ενός ανοικτού προβλήματος", Ο Πολίτης, τεύχ. 31, 1979.

78. Το 1921 οι ΗΠΑ επιβάλλουν περιορισμούς στην είσοδο μεταναστών. Πρβλ. Γ. Χαριτάκης, Η ελληνική βιομηχανία, Αθήνα 1927, σ.55.

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/37.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

διάρκεια του Μεσοπολέμου. Οι βιομηχανικές μονάδες που δημιουργήθηκαν ήταν στην πλειονότητά τους εντάσεως εργασίας, και λειτουργούσαν με χαμηλή παραγωγικότητα. Ένα άλλο χαρακτηριστικό των βιομηχανικών μονάδων ήταν και η βραχυβιότητά τους79. Με άλλα λόγια, η ίδια η διάρθρωση της βιομηχανίας όχι μόνο δεν ήταν σε θέση να αποτρέψει, αλλά αντίθετα ευνοούσε το φαινόμενο του μικροεπαγγελματισμού80. Έτσι, δίπλα στα εργοστάσια αναπτύχθηκε πλήθος μικροεργαστηρίων προσωπικού και οικογενειακού χαρακτήρα, με ελάχιστα τεχνικά μέσα και με μεγάλη ελαστικότητα στα έξοδα λειτουργίας81. Και οι δύο κατηγορίες επιχειρήσεων επιβίωναν και συμβίωναν με τη βοήθεια του υψηλού πληθωρισμού και της φυσικής προστασίας που είχε επιβάλλει η συγκυρία του πολέμου.

Το 1920, σύμφωνα με τη βιομηχανική απογραφή της χρονιάς αυτής, υπήρχαν στην Ελλάδα 33.704 βιομηχανικές και βιοτεχνικές μονάδες που απασχολούσαν συνολικά 146.840 άτομα. Οι επιχειρήσεις που απασχολούσαν 1-5 άτομα αποτελούσαν το 91,79% του συνόλου των μονάδων και συγκέντρωναν το 57,46% των εργαζομένων, οι επιχειρήσεις που απασχολούσαν 6-25 άτομα το 6,90% και το 18,11%, αντίστοιχα, ενώ οι επιχειρήσεις που απασχολούσαν περισσότερα από 26 άτομα το 1,31% των απογραφέντων εργοστασίων και το 23,77% του εργατικού δυναμικού82. Η μικρασιατική καταστροφή έθεσε για πρώτη φορά τις προϋποθέσεις για το σχηματισμό εργατικού δυναμικού στις πόλεις. Όμως, αυτή η πολιτική συγκυρία δεν ήταν δυνατό να επιδράσει καταλυτικά στις υπάρχουσες παραγωγικές δομές. Η πλειονότητα των αστικών και γεωργικών πληθυσμών που εγκαταστάθηκε στα μεγάλα αστικά συγκροτήματα δημιούργησε πλήθος μικροεπιχειρήσεων83, που είχαν ως αποτέλεσμα την «περαιτέρω κατάτμηση του 

———————————

79. Σε δείγμα 1.347 Ανωνύμων Εταιριών της Αθήνας και του Πειραιά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, μόνο οι 339 είχαν διάρκεια ζωής πάνω από 26 χρόνια. Από τις υπόλοιπες, λίγο παραπάνω από τις μισές επιβιώνουν από 1 έως 15 χρόνια. Βλ. Αλίκη Βαξεβάνογλου, Οι Έλληνες κεφαλαιούχοι του 20ού αιώνα: προφίλ κοινωνικό και οικονομικό, Αθήνα 1993, σ.36-40.

80.Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει και ο Π. Πιζάνιας, «...οι κεφαλαιούχοι, με τον τρόπο που χρησιμοποιούν τη βιομηχανία, ενισχύουν την τάση φυγής των εργατών από αυτήν». Π. Πιζάνιας, Οι φτωχοί των πόλεων. Η τεχνογνωσία της επιβίωσης στην Ελλάδα το μεσοπόλεμο, σ.43.

81. Σύμφωνα με την Χριστίνα Αγριαντώνη, τα φαινόμενα αυτά εμφανίζονται στα τέλη του προηγούμενου αιώνα με αρχές του 20ού, ως αποτέλεσμα της προστασίας που είχε επιβάλει η υποτίμηση της δραχμής και το νέο δασμολόγιο του 1892. Πρβλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, ό.π. σ.339-345.

82. Γ.Σ.Υ.Ε., Απογραφή των βιοτεχνικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων την 18-12-1920, Αθήνα 1926. Βλ. και Μ. Ρηγίνος, Παραγωγικές δομές και εργατικά ημερομίσθια στην Ελλάδα, 1909-1936. Βιομηχανία - βιοτεχνία, Αθήνα 1987, σ.92.

83. «Υπόμνημα των επιμελητηρίων Αθηνών και Πειραιώς», Τα ελληνικά χρεώγραφα, 1929, αρ.6, σ.5.

Σελ. 37
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μορφές παιδικής εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία (1870-1940)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 18
    27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

    ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ