Συγγραφέας:Ρηγίνος, Μιχάλης
 
Τίτλος:Μορφές παιδικής εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία (1870-1940)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:27
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1995
 
Σελίδες:173
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1940
 
Περίληψη:Η μελέτη αυτή έχει ως αντικείμενο την απασχόληση των παιδιών και των νεαρών ατόμων στη βιομηχανική και τη βιοτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού. Η έρευνα κινείται προς δύο κατευθύνσεις. Αρχικά εξετάζεται η θέση των παιδιών στον καταμερισμό της εργασίας, τόσο στην παραδοσιακή βιοτεχνία όσο και στο νέο εργοστασιακό σύστημα. Μέσω της ανάλυσης των παραγωγικών δομών σκιαγραφούνται οι παράγοντες που διαμόρφωναν τη ζήτηση της παιδικής και νεανικής εργασίας στη δευτερογενή παραγωγή. Κατόπιν η έρευνα στρέφεται προς την κατεύθυνση της προσφοράς εργασίας, για να εντοπιστούν οι όροι και οι συνθήκες που οδηγούσαν τα παιδιά στο βιοτεχνικό εργαστήριο ή το βιομηχανικό εργοστάσιο, σε απασχολήσεις όχι κατ’ ανάγκην εναλλακτικές. Τέλος, αναζητείται απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσον οι νέες βιομηχανικές συνθήκες διαφοροποίησαν την αρνητική θέση που κατείχε η μισθωτή εργασία στο σύστημα συλλογικών αξιών και τροποποίησαν τις οικογενειακές προσδοκίες και στρατηγικές για επαγγελματική αποκατάσταση και κοινωνική ανέλιξη των νεαρών, αρρένων κυρίως, μελών τους.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 19.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 27-46 από: 178
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/27.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

αιώνα αποτελούσαν το ένα τρίτο περίπου του εργατικού δυναμικού στον ίδιο κλάδο. Συνήθως άρχιζαν να εργάζονται από την ηλικία των 8 ή 9 χρόνων. Στα ανθρακωρυχεία του Carmeau αποτελούσαν το 20% του προσωπικού το έτος 1850 και το 15% το 1879 55.

4. Η απασχόληση των παιδιών στις ελληνικές πόλεις. 19ος-20ός αιώνας

Πριν περάσουμε στο κυρίως αντικείμενο της μελέτης που αφορά την παιδική εργασία στην ελληνική βιομηχανία και τη βιοτεχνία, θα αναφερθούμε με συντομία στις υπόλοιπες μορφές απασχόλησης των παιδιών που συναντώνται στα ελληνικά αστικά κέντρα και κυρίως στην Αθήνα και στον Πειραιά.

Όπως προαναφέρθηκε, η αγροτική οικογένεια έστελνε στην πόλη τα πλεονάζοντα ή ανίκανα για γεωργικές εργασίες νεαρά μέλη της, αγόρια και κορίτσια, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Ο βασικός τροφοδότης των πόλεων σε παιδιά ήταν κυρίως τα νησιά και οι ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου. Στην πλειονότητά τους τα παιδιά που έρχονταν στις πόλεις, αν επρόκειτο για αγόρια, εργάζονταν σε διάφορα καταστήματα συντοπιτών τους ως υπηρέτες ή βοηθοί, με αμοιβή στέγη και τροφή, προσδοκώντας να διαδεχθούν το αφεντικό τους ή να ξεκινήσουν μια νέα δική τους δουλειά. Μερικές φορές η πόλη αποτελούσε ενδιάμεσο σταθμό στο δρόμο για τη «γη της επαγγελίας», την Αμερική. Τα κορίτσια απασχολούνταν ως υπηρέτριες σε διάφορες αστικές οικογένειες, οι οποίες πρόσφεραν για αντάλλαγμα στέγη και τροφή, ενώ μετά την πάροδο ορισμένων χρόνων αναλάμβαναν να τα προικίσουν.

———————————

του 19ου αιώνα δίνει ο γιατρός L.R. Villerme στο Tableau de l'état physique et moral des ouvriers, employés dans les manufactures de coton, de laine et de soie, 2 τ., Παρίσι 1840. Για την εργασία των παιδιών στο Βέλγιο κατά την ίδια περίοδο, βλ. Royaume de Belgique, Ministère de l'Interieure, Enquête sur la condition des classes ouvriers et sur le travail des enfants, τ. 3, Βρυξέλλες 1848. Πληροφορίες για την παιδική εργασία στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες παρέχουν και οι έντυπες εκθέσεις των προξένων της Αγγλίας, στη σειρά Foreign Office, Miscellaneous series, Reports on subjects of general and commercial interest. Πιο συγκεκριμένα για την Γαλλία, βλ. 1891, No 213, France, Report on the present state of the labour question in France, Λονδίνο 1891, για τη Ρωσία, 1887, No 62, Russia, report on pauperism, benevolent institutions, and industrial establishments in Russia, Λονδίνο 1887, και 1892, No 217, Russia, Report on the condition of labour in Russia, Λονδίνο 1892. Τέλος για την Ουγγαρία, βλ. 1889, No 126, Austria-Hungary, Reports of Governement inspection of factories in Hungary, Λονδίνο 1889, και 1889, No 128, Austria-Hungary, Summary of the report of the chief inspector of factories in Hungary, Λονδίνο 1889. Οι εκθέσεις αυτές υπάρχουν και σε μικροταινίες στο Ιστορικό Αρχείο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

55. G. Noiriel, Les ouvriers dans la société française, XlXe-XXe siècle, Παρίσι 1986, σ.17.

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/28.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

Παιδιά ηλικίας κάτω των 14 χρόνων εργάζονταν χωρίς καμιά νομική προστασία σε εμπορικά καταστήματα, διάφορα γραφεία, ιατρεία ή οδοντιατρεία56. Τα παντοπωλεία απασχολούσαν το μεγαλύτερο ποσοστό των ανηλίκων. Σύμφωνα με έρευνα που έγινε το 1921 σε 225 παντοπωλεία της Αθήνας, 22 παιδιά ηλικίας 12 χρόνων και 69 από 12 έως 14 χρόνων εργάζονταν και διαβίωναν κάτω από άθλιες συνθήκες. Από τα 225 καταστήματα, τα 71 δεν είχαν ιδιαίτερους χώρους για τη διανυκτέρευση του προσωπικού. Έτσι τα παιδιά ήταν αναγκασμένα να κοιμούνται όπου έβρισκαν και κυρίως σε "ανώγεια χαμηλά ξύλινα δάπεδα, άτινα χρησιμοποιούνται και ως αποθήκαι υλικού, κλινοστρωμναί των δε είναι οι κενοί σάκκοι των τροφίμων. Είς τινα οι μικροί υπηρέται των κατεκλίνοντο κάτωθεν των ερμαρίων"57.

Οι μικρές υπηρέτριες αποτελούσαν ένα αρκετά διαδεδομένο φαινόμενο στα μεσαία και ανώτερα αστικά στρώματα της Αθήνας και του Πειραιά. Η ηλικία τους κυμαινόταν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ 10 και 20 χρόνων58. Οι κυριότερες περιοχές προέλευσης των υπηρετριών ήταν η Άνδρος, η Κέα και η Τήνος, ενώ μετά το 1879 προστέθηκαν οι Σπέτσες, η Ύδρα, το Κρανίδι, η Τροιζήνα, περιοχές δηλαδή που πλήγηκαν από την κρίση της ιστιοφόρου ναυτιλίας, καθώς επίσης η Κρήτη και η Κοινουρία59.

Οι συνθήκες εργασίας των μικρών κοριτσιών αλλά και των αγοριών που εργάζονταν στα σπίτια ήταν κάθε άλλο παρά ιδανικές. Σύμφωνα με τους επιθεωρητές εργασίας, τα παιδιά εργάζονταν περισσότερες από δέκα ώρες την ημέρα, ενώ συχνά γίνονταν αντικείμενα υπερβολικής εκμετάλλευσης και απάνθρωπης μεταχείρισης από τους υποτιθέμενους προστάτες τους, ιδιαίτερα μάλιστα όταν προέρχονταν από απομακρυσμένες περιοχές60. Στις μικρές υπηρέτριες ξεσπούσαν τα νεύρα της νοικοκυράς και "όλα τα ένστικτα των αγοριών ή και του κυρίου, κάτω από τη σιωπηλή σκέπη της οικογενειακής ηθικής"61.

———————————

56. Ανώνυμος, "Η προσεχής XVη διεθνής διάσκεψις εργασίας", ό.π. σ.25.

57. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού Επιθεωρήσεως εργασίας επί της εφαρμογής των νόμων, έτος 1921, Αθήνα 1923, σ.19.

58. Στις απογραφές οι υπηρέτριες, στην περίπτωση φυσικά που εμφανίζονταν, αναγράφονταν μόνο με το μικρό τους όνομα και την ηλικία τους, χωρίς να παρέχεται άλλη πληροφορία σχετικά με το επώνυμό τους και τον τόπο καταγωγής τους. Πρβλ. I. Bafounis, La formation d'une ville nouvelle, le Pirée au XIXe siècle (1835-1879), διδακτορική διατριβή 3ου κύκλου, Πανεπιστήμιο Paris IV, σ.349, 351.

59. Στο ίδιο, σ.350-351.

60. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού..., ό.π. σ.16. Βλ. επίσης Λιλίκα Νάκου, "Τα εργαζόμενα παιδιά", Εργασία, 1-3-1930, σ.18.

61. Μαρία Σβώλου, "Το εργαζόμενο παιδί", Α' Πανελλήνιον Συνέδριον προστασίας μητρότητας και παιδικών ηλικιών, Αθήνα, 19-26 Οκτωβρίου 1930, σ. 190.

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/29.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα εμφανίστηκε μια μορφή σωματεμπορίας παιδιών από τις ορεινές επαρχίες της Κορινθίας και της Γορτυνίας. Τα παιδιά αυτά εκμισθώνονταν από τους γονείς τους με ετήσιο συμβόλαιο και έναντι ορισμένου χρηματικού ποσού σε συμπατριώτες τους, τους λεγόμενους "μάστορες". Τα συμβόλαια δεν ήταν δυνατόν να ακυρωθούν λόγω του ανηλίκου των παιδιών, γιατί στην περίπτωση αυτή ο νόμος υποστήριζε την πατρική εξουσία. Τα παιδιά εργάζονταν ως "στιλβωταί υποδημάτων, εφημεριδοπώλαι και οψοκομισταί. Το προϊόν της εργασίας των ώφειλαν να παραδίδουν την εσπέραν εις τον μάστορην. Και αλλοίμονον αν ήτο ανεπαρκές. Τα δυστυχή παιδιά υβρίζοντο βαναύσως, εδέρνοντο ανηλεώς, αφήνοντο νηστικά. Οι σωματέμποροι (...) επρομηθεύοντο άρτον (για τα παιδιά) από το "μπαγιατομάγαζο", το χείριστον εν Αθήναις είδος, το λεγόμενον χαρτζίτιο, προσφάγιον τακτικόν τοις παρέθετον σάπιες ελιές. Την νύκτα συνεσώρευαν τα παιδιά το έν επί του άλλου ασφυκτικώς, εις υπόγεια υγρά, πλήρη λάσπης"62. Το 1873 ο αριθμός των εκμισθούμενων παιδιών στην Αθήνα έφτανε τα 300. Στις αρχές του αιώνα, μετά τη φιλανθρωπική δράση του Συλλόγου "Παρνασσός" και την ίδρυση από αυτόν της "Σχολής απόρων παίδων" το 1872, το φαινόμενο είχε σχεδόν εξαλειφθεί63. Παρ' όλα αυτά,

———————————

62. Πρβλ. Κ. Βοβολίνης, Το χρονικόν του Παρνασσού, 1865-1950, Αθήνα 1951, σ.146, 326. Για τη μυθιστορηματική μεταγραφή του φαινομένου, βλ. Ι. Κονδυλάκης, Οι Άθλιοι των Αθηνών, Αθήνα 1895, σ. 204 κ.ε. Να πώς περιγράφει την εκμίσθωσή του από έναν μάστορα ο Δ. Παπούλιας από την ορεινή Αρκαδία: "1896 τον Απρίλιον, ήρθε εις τα χωριά μας ένας από τη Μεγαλόπολη Αθανάσιος Κοντός και εμάζεψε δώδεκα παιδιά διά την Αθήνα για λούστρους. Διά ένα χρόνο, με ογδόντα δραχμές το χρόνο. Μαζί με αυτά ήμουν και εγώ. Μας έβανε εις ένα κάρο και μας επήγε στ' Ανάπλι. Από τ' Ανάπλι μάς βάνει σε ένα παπόρι και επήγαμε εις τον Πειραιά και από κει περπατώντας στην Αθήνα. Τέλος αφού εδουλέψαμε ως λουστράκια ένα χρόνο μας έστειλε πάλι το αφεντικό εις το χωριό, σύμφωνα με τη συμφωνία που είχε κάνει με τους γονείς μας. Αλλά όταν εγύρισα εις το χωριό, είχαν τα μάτια μου απονόματο και μετά με γύρισαν τραχώματα και σκεδόν λίγο έλειψε να μη βλέπω καθόλου". Απόσπασμα από το χειρόγραφο ημερολόγιο του Δημητρίου Παπούλια, μετανάστη. Ο Δ. Παπούλιας γεννήθηκε το 1884 και έγραψε το ημερολόγιο αυτό το 1972, σε ηλικία 88 ετών. Πέθανε το ίδιο έτος. Το ημερολόγιο προέρχεται από το αρχείο του Γ. Παπαδάκη, τον οποίον και ευχαριστώ.

63. Σκοπός της σχολής είναι "η ηθική και η διανοητική ανάπτυξις των απόρων παίδων". Τα διδασκόμενα μαθήματα ήταν ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, αρχαί ηθικής, αρχαία και νέα ιστορία της Ελλάδος, γεωγραφία της Ελλάδος και της Τουρκίας, και στοιχεία φυσικής ιστορίας και χημείας. Την περίοδο 1872-1874 από τους 228 μαθητές της σχολής απόρων παίδων, 83 ήταν "υπηρέτες της αγοράς" (36%), 67 "στιλβωταί υποδημάτων και εφημεριδοπώλαι" (29%), 24 σιδηρουργοί και ξυλουργοί (10,48%), 16 υπηρέτες καταστημάτων και σπιτιών, 15 λιθοξόοι, 10 κτίστες, 8 υποδηματοποιοί, 4 ράπτες και 1 πωλητής υφασμάτων. Παράλληλα, στη σχολή απόρων παίδων λειτουργούσε από το 1879 και υπνωτήριο. "... Τας χειμερινάς νύκτας ο αριθμός των εν τω υπνωτηρίω ευρισκόντων στέγην ανήλθε μέχρι 65, τας δε νύκτας του θέρους κατήλθε μέχρι 20." Τα παιδιά που έβρισκαν καταφύγιο στο υπνωτήριο πλήρωναν 5 λεπτά για κάθε

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/30.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

πλήθος παιδιών εξακολουθούσε να απασχολείται σε πλανόδια επαγγέλματα ή κέντρα διασκεδάσεως64, με αποτέλεσμα "αι οδοί των Αθηνών και των άλλων πόλεων να είναι πλήρεις ανηλίκων μικροπωλητών καθ' όλην την νύκταν και ιδίως το θέρος"65.

Σε όλα αυτά τα ευκαιριακά ή εποχικά μικροεπαγγέλματα, όπως μικροπωλητής, γκαρσόνι, λαχειοπώλης ή βοηθός καταστημάτων, τα οποία απέφεραν άμεσες απολαβές, απασχολούνταν κυρίως αγόρια. Τα παιδιά αυτά προέρχονταν από φτωχές οικογένειες, όπου ο κανόνας για την εξασφάλιση του βίου ήταν οι πολλαπλές παράλληλες απασχολήσεις των μελών τους. Πρόκειται "για ένα λανθάνον εργατικό δυναμικό, το οποίο κινείται ακατάπαυστα από μικροεπάγγελμα σε μικροεπάγγελμα, από μεροκάματο σε μεροκάματο, περνώντας κατά περιόδους και από κάποια βιομηχανία"66.

5. Η θέση της εργασίας στο σύστημα, των κοινωνικών αξιών: Μορφωτικό επίπεδο των εργαζόμενων παιδιών και οι προσδοκίες κοινωνικής ανέλιξης

Τα φαινόμενα που περιγράψαμε έχουν και μια άλλη σημαντική διάσταση, που κινείται στη σφαίρα της ιδεολογίας. Πιο συγκεκριμένα, η άρθρωση των 

———————————

νύκτα, ενώ το ημερήσιο κόστος παραμονής ανά άτομο ανερχόταν σε 21 λεπτά. Πρβλ. Κ. Βοβολίνης, ό.π. σ.74, 85, 136-137.

64. Ανώνυμος, "Η προσεχής XVη διεθνής διάσκεψις εργασίας", ό.π. σ.25.

65. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, "Γενικαί εκθέσεις των επιθεωρητών εργασίας του έτους 1913", Δελτίον του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, τεύχ. 4, II Εργασία και πρόνοια, Δεκ. 1914, σ.172. Για τα παιδιά που απασχολούνταν σε μουσικούς θιάσους και πλανόδια επαγγέλματα, βλ. τις "Αθηναϊκές επιστολές" του Γρ. Ξενόπουλου "Παιδιά που κερδίζουν το ψωμί τους", Η Διάπλασις των παίδων, τ.14, αρ. 4, 23 Δεκ. 1906, σ.27, "Τα καϋμένα τα παιδάκια", Η Διάπλασις..., τ.18, αρ. 28, 11 Ιούν. 1911, σ.223, και "Τα επαγγέλματα των μικρών", Η Διάπλασις..., τ.15, αρ. 28, 7 Ιούν. 1908, σ.219.

66. Π. Πιζάνιας, Οι φτωχοί των πόλεων, Αθήνα 1993, σ.106. Την ίδια διαδρομή ακολουθεί και ο Δ. Παπούλιας: "Μετά τρεις μήνες (αφού είχε τελειώσει η εκμίσθωσή του), ένας φοιτητής... από ένα χωριό ονόματι Μολάους μεταξύ Μονεβασιάς και Σπάρτης, του έγραψε ο πατέρας του, όταν τελειώσει τις εξετάσεις και φύγει διά το χωρίον, να προσπαθήσει να πάρει δύο παιδιά, το ένα για τα χτήματά τους και το άλλο για το γαμπρό τους όπου είχε ένα γιοτικό (σιδεράδικο) εκεί... Έφυγα μαζί με ένα ξεδερφάκι μου της ίδιας ηλικίας, Γιώργος Κολοβός... με εκατό δραχμές το χρόνο (...) Όταν πήγα εκεί, μου λέει ο Γιώργος... πως το αφεντικό μας δεν είναι καλός άνθρωπος και δε θα μας δώσει τα λεπτά μας και πρέπει να φύγουμε. Εγώ πάλι είχα κουραστεί όλη την ημέρα με το φυσερό εις το γιοτικό και κατασταυρωθεί, του λέγω πάμε να

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/31.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

κοινωνικών σχέσεων και η κίνηση που τις μεταλλάσσει διενεργείται μέσα στο πλαίσιο ενός συστήματος αξιών67. Έτσι, η διερεύνηση των αμοιβαίων σχέσεων που αναπτύσσονται ανάμεσα στις υλικές δομές και τις ανθρώπινες νοοτροπίες συνιστά βασικό παράγοντα για τη μελέτη των κοινωνικών και οικονομικών φαινομένων. Τη διάσταση αυτή πρέπει να την έχουμε πάντα υπόψη και στη συνέχεια, όταν θα ασχοληθούμε με τις μορφές της παιδικής εργασίας στη βιομηχανία.

Η ελληνική κοινωνία, κυρίως κατά την περίοδο που εξετάζεται, χαρακτηριζόταν από έλλειψη σαφών ταξικών ορίων, καθώς και από τη δυνατότητα εύκολης, σχετικά, κοινωνικής ανέλιξης. Για το λόγο αυτόν, ένιωθε βαθιά αποστροφή για τη χειρωνακτική εργασία, η οποία ερχόταν σε πλήρη αντίφαση με την κυρίαρχη ελπίδα για κοινωνική ένταξη στα μικροαστικά στρώματα των πόλεων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε άρθρο της Νέας Εφημερίδος κατά το 1893, "...εν Ελλάδι, οι πλείστοι των ανδρών και πολλαί γυναίκες την εργασίαν όνειδος θεωρούσι... Κοράσια ανήκοντα εις την κατωτέραν τάξιν, τα πλείστα πτωχά, εντρέποντο δυστυχώς να λέγουν ότι είναι υπηρέτριαι ή ράπτριαι... και ο αδελφός ή συγγενής, όστις πολλάκις την σήμερον αποφεύγει να αναγνωρίση και χαιρετίση την εκ του εργαστηρίου της επιστρέφουσα συγγενή του, ενώ υποκλίνεται ενώπιον γυναικός αέργου αμφιβόλων ηθών..."68. Βέβαια η αναφορά αυτή σχετίζεται και με το ότι στο πλαίσιο του κοινωνικού καταμερισμού των φύλων που αποδεχόταν η ελληνική κοινωνία δεν υπήρχε θέση για την εργασία του κοριτσιού ή της γυναίκας. Τα κορίτσια ή οι γυναίκες, όπως θα διαπιστώσουμε και στη συνέχεια, αναγκάζονταν να εργαστούν για λόγους αποκλειστικά οικονομικούς. Έτσι η εικόνα του εργαζόμενου κοριτσιού συνιστούσε ευθεία αναφορά στην αδυναμία της οικογενείας του να το συντηρήσει και, κατά συνέπεια, στη χαμηλή κοινωνική θέση του, γεγονός με αρνητική συνδήλωση στο σύστημα των αξιών, οπότε έπρεπε να αποφεύγεται η δημόσια δήλωσή του69. Παράλληλα επικρατούσε η αντίληψη ότι η

———————————

φύγωμε (...) Αφού κάθησα λίγο στο χωριό επήγα εις την Τρίπολη σε ένα μπακάλικο και μαγειρείο μαζί, χωρίς λεπτά, να τρώω μόνον, για να μάθω τη δουλειά, δηλαδή να τρίβω κατσαρόλες να πλένω πιάτα και να πουλάω κρασί. Να κοιμάσαι πέντε ώρες το ημερόνυχτο και να τρως ξύλο και πολύ ολίγο φαγητό. Τέλος με όλα αυτά εκάθησα αρκετούς μήνες, μετά έφυγα και επήγα εις την Αθήνα... και εργάστηκα σε μπακάλικο μέχρι το 1903 Ιούλιον... 25 Σεπτεμβρίου έφυγον διά Αμερική". Ο Δ. Παπούλιας έφτασε στις ΗΠΑ το 1905, μετά από πολλές περιπέτειες. Απόσπασμα από το χειρόγραφο ημερολόγιο Δημητρίου Παπούλια, ό.π.

67. G. Duby, "Κοινωνική ιστορία και ιδεολογίες των κοινωνιών", Το Έργο της Ιστορίας, 3 τ., μετ. Κλαίρη Μιτσοτάκη, Αθήνα 1988, σ.14.

68. Βατία, "Πρέπει να εργαζόμεθα", Νέα Εφημερίς, αρ. 83, 24-3-1893, σ.5.

69. Στο πλαίσιο της αστικής ιδεολογίας, ο νέος ρόλος της γυναίκας του αστού ήταν να επιδεικνύει τη δυνατότητα του συζύγου της "να την έχει αργόσχολη". Βλ. E.J. Hobsbawm, Η εποχή του κεφαλαίου, ό.π. σ.357. Η μεγάλη αλλά ανεκμετάλλευτη πηγή, όσον αφορά τη μελέτη

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/32.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

μόρφωση με τη γενική της σημασία αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την κοινωνική άνοδο. Έτσι κάθε ελληνική οικογένεια, ανεξαρτήτως κοινωνικής προέλευσης, θεωρούσε υποχρέωσή της να προσφέρει στα νεαρά μέλη της τη δυνατότητα της στοιχειώδους, έστω, εκπαίδευσης70. Βέβαια οι επιλογές αυτές της οικογενειακής στρατηγικής αφορούσαν περισσότερο τα αγόρια παρά τα κορίτσια. Στα πρώτα στηρίζονταν, άλλωστε, οι προσδοκίες για κοινωνική ανέλιξη. Αντίθετα η μόρφωση, ιδιαίτερα για τα κορίτσια των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, δεν θεωρείτο κοινωνικά απαραίτητη, αφού σε τελική ανάλυση ο ρόλος που τους επιφυλασσόταν μελλοντικά ήταν η ενασχόληση με το σπίτι και την ανατροφή των παιδιών. Όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά οι επιθεωρητές εργασίας, "ο έλλην πατήρ φροντίζει περισσότερον διά την ανάπτυξιν του άρρενος παρά του θήλεως, και ως εκ τούτου η αγραμματοσύνη είναι μεγαλύτερα μεταξύ των γυναικών ή των αρρένων"71. Η κλασικού προσανατολισμού ελληνική εκπαίδευση ενίσχυσε την αντίληψη αυτή. Ο Εμμ. Ρέπουλης, στην προσπάθειά του να περιγράψει, έστω και με κάποια μονομέρεια, το πρόβλημα -εξ ου και το εμφαντικό ύφος του κειμένου του-, αναφέρει: «η πολιτεία είχεν εγκαταλείψη εκτός γραμμάτων την γεωργίαν, εκτός γραμμάτων πάσαν βιομηχανίαν... Πολλά είδη εργασίας, αν μη πάσα σωματική εργασία, καθίσταντο σχεδόν άξια περιφρονήσεως εις την στρεβλουμένην μαθητικήν αντίληψιν, και η μεν γεωργία παριστάνετο ως βάναυσος και χυδαία τέχνη, ώστε να παραπέμπονται "να φυλάνε βώδια!" οι υιοί γεωργών μαθηταί, ότι δεν ήσαν άξιοι "να ζήσουν καλύτερα από τον πατέρα τους!", αφού δεν ήσαν άξιοι να αποστηθίζουν ευχερώς τους γραμματικούς κανόνας...»72. Όμως μόνο το 28% των αποφοίτων των ελληνικών σχολείων συνέχιζαν την εκπαίδευσή τους. Αυτοί, εάν δεν σπουδάσουν στο Πανεπιστήμιο, στο Πολυτεχνείο ή στις διάφορες στρατιωτικές σχολές, "επιδίδονται εις διάφορα επαγγέλματα, εμπορικά ιδίως". Τι γίνεται όμως με το υπόλοιπο 72%; "Αυτοί, απόφοιτοι της πρώτης ή δευτέρας ή τρίτης τάξεως, μηδεμίαν εργασίαν και τέχνην διδαχθέντες, προς ουδεμίαν

———————————

του συστήματος των κυρίαρχων αξιών της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, το ελληνικό θέατρο και ο ελληνικός κινηματογράφος, προσφέρει σειρά από παραδείγματα για το θέμα αυτό. Ενδεικτικά αναφέρουμε το θεατρικό έργο των Α. Γιαλαμά-Κ. Πρετεντέρη, Για μιας πεντάρας νιάτα, το οποίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1966 από τον Ορέστη Λάσκο, με πρωταγωνιστές την Έλλη Φωτίου και τον Στέφανο Ληναίο.

70.Όπως σημειώνει και ο Κ. Τσουκαλάς, "η υπερζήτηση για εκπαίδευση ανέκαθεν υπήρξε το ασφαλέστερο εφαλτήριο για κοινωνική άνοδο", βλ. Κ. Τσουκαλάς, Κράτος, Κοινωνία, Εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα, Αθήνα 1988, σ.269.

71. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού Επιθεωρήσεως Εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων. Έτος 1921, Αθήνα 1923, σ. 16.

72. Εμμ. Ρέπουλης, Μελέτη μετά σχεδίου νόμου περί μεταναστεύσεως, Αθήνα 1912, σ.43-44.

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/33.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ 33

προπαρασκευασθέντες, άγοντες ηλικίαν ήδη 12-14 χρονών, εντρεπόμενοι, κατά το πλείστον, να θέσουν χείρα επί του αρότρου, αν είναι υιοί γεωργών, θεωρούμενοι υπό των απλοϊκών γονέων ότι είναι γραμματισμένοι πλέον, ρίπτονται εις το πέλαγος του βίου με μόνα εφόδια τα εκ των γραμματικών των γνώσεων, επιζητούντες επί τινα χρόνον θέσιν υπηρέτου ή υπαλλήλου εις οιουδήποτε είδους κατάστημα, έως ότου γίνουν και οι ίδιοι μικρέμποροι, παντοπώλαι ή εδωδιμοπώλαι ή οινοπώλαι ή καφεπώλαι.»73

———————————

73. Στο ίδιο σ.44. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους 69 αποφοίτους της σχολής απόρων παίδων κατά την περίοδο 1875-1879, 18 έγιναν μικρέμποροι (παντοπώλες, κρεοπώλες κ.λπ.), 14 τεχνίτες (ξυλουργοί, στοιχειοθέτες, σιδηρουργοί), 11 γεωργοί, 7 εμποροϋπάλληλοι και υπηρέτες εμπορικών, 6 συνέχισαν τις σπουδές τους (ένας στο Πολυτεχνείο) και 3 μόνο παρέμειναν «οψοκομιστές της αγοράς». Πρβλ. Κ. Βοβολίνης, ό.π. σ.138.

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/34.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/35.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Η παιδική εργασία στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία.

Οικονομικές προϋποθέσεις, κοινωνικές στρατηγικές και η "μαρτυρία" των αριθμών

1. Το φαινόμενο "ελληνική εκβιομηχάνιση": Ο θρίαμβος της συγκυρίας

Η εμφάνιση της βιομηχανίας στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1870 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί περισσότερο επενδυτική επιλογή ορισμένων κεφαλαιούχων που πήραν τις αποφάσεις τους στο πλαίσιο μιας ιδιαίτερα ευνοϊκής συγκυρίας, και λιγότερο αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης διαδικασίας μετασχηματισμού των οικονομικών και κοινωνικών δομών74.

Οι κεφαλαιούχοι αυτοί, υιοθετώντας ως βασική αρχή την ελαχιστοποίηση του επιχειρηματικού κινδύνου, κατένειμαν τα κεφάλαια τους ανάμεσα σε επενδυτικές δραστηριότητες, κυρίως στον τομέα του εμπορίου, σε προσοδοφόρες τοποθετήσεις, στη γη ή σε χρεώγραφα, σε κερδοσκοπικά χρηματιστηριακά παιχνίδια, ακόμη και στην αποθησαύριση πολύτιμων αντικειμένων. Για το λόγο αυτόν, επόμενο ήταν να αποφεύγεται -εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις- η δέσμευση χρημάτων σε βιομηχανικές επιχειρήσεις που απαιτούσαν σημαντικές επενδύσεις κεφαλαίου, οι οποίες επιπλέον απέφεραν ποσοστό κέρδους μικρότερο από οποιαδήποτε άλλη οικονομική δραστηριότητα, και μάλιστα είχαν μακροπρόθεσμες αποδόσεις.

Τα εργοστάσια που δημιουργήθηκαν μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν, στην πλειονότητά τους, μικρού και μεσαίου μεγέθους, με στοιχειώδη υποδομή, προσανατολισμένα στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών (κυρίως βαμβακουργεία και αλευρόμυλοι). Όμως την εποχή εκείνη είχε ήδη σχηματιστεί μια βιομηχανική πόλη, ο Πειραιάς, με περισσότερα από εβδομήντα ατμοκίνητα 

———————————

74. Βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, και ιδιαίτερα τις σ.347-350.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/36.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

εργοστάσια, μεταξύ των οποίων και η μεγάλη βαμβακουργική επιχείρηση των Αφών Ρετσίνα, με τρία εργοστάσια που απασχολούσαν 1.500 περίπου εργάτες75. Ωστόσο δεν θα ήταν έγκυρο να θεωρήσουμε την εκβιομηχάνιση απλή διαδικασία λήψης επιχειρηματικών αποφάσεων. Μια σειρά παραγόντων συνέβαλαν στο να προσλάβει το φαινόμενο την ελληνική φυσιογνωμία του.

Καταρχάς, το κύριο χαρακτηριστικό της ενεργής ζήτησης ήταν ο κατακερματισμός της σε μικρές αγορές τοπικού ή ακόμη και συνοικιακού επιπέδου, στις οποίες η διαμεσολάβηση του προσωπικού στοιχείου κατείχε σημαντικό ρόλο στην παραγωγή και την εμπορία των αγαθών. Ο κατακερματισμός της ζήτησης συντηρούσε και αναπαρήγε τον κατακερματισμό της παραγωγής, όπως θα διαπιστώσουμε και στη συνέχεια76.

Στην ύπαιθρο κυριαρχούσε η μικρή οικογενειακή εκμετάλλευση, με χαρακτηριστικό τη μεγάλη ελαστικότητα στην απορρόφηση των υπεράριθμων μελών της. Παράλληλα, απουσίαζαν φαινόμενα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν τη βίαιη και μαζική έξοδο αγροτικών πληθυσμών προς τις πόλεις77. Ακόμη και όταν, γύρω στις αρχές του 20ού αιώνα, η κρίση πλήττει την πελοποννησιακή ύπαιθρο, η εξωτερική μετανάστευση προσφέρεται ως διέξοδος για τα δημογραφικά πλεονάσματα που δημιουργούνται, τουλάχιστον μέχρι το 1921 78. Ό,τι όμως χαρακτηρίζει την αγροτική έξοδο στην Ελλάδα είναι ο προσανατολισμός της. Ο αγρότης που έφτανε στην πόλη, ακόμη και αν ήταν αναγκασμένος να αναζητήσει εργασία στο εργοστάσιο, έβλεπε τη μισθωτή εργασία ως προσωρινή κατάσταση. Επιδίωξή του ήταν η ένταξη στα μικροαστικά στρώματα και η πόλη τού πρόσφερε τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες για να επιτύχει το στόχο του. Έτσι, τις περισσότερες φορές κατάφερνε να δημιουργήσει τη δική του βιοτεχνική ή εμπορική μικροεπιχείρηση.

Οι παράγοντες που αναφέραμε, σε συνδυασμό με την ευνοϊκή συγκυρία της περιόδου 1912-1920, καθόρισαν τα όρια της βιομηχανικής ανάπτυξης στη 

———————————

75. Χριστίνα Αγριαντώνη, ό.π. σ.339-345. Για τα εργοστάσια των Αφών Ρετσίνα, βλ. Ανώνυμος, "Η βιομηχανία εν Πειραιεί", Νέα Εφημερίς, 21-1-1890, σ.6.

76. Για μια πρώτη συζήτηση σχετικά με τα προβλήματα σχηματισμού εθνικής αγοράς, βλ. Λ. Παπαγιαννάκης, "Ζητήματα σχηματισμού εθνικής αγοράς", 37η Συνάντηση των ερευνητών του Ιστορικού Αρχείου της ΕΤΕ, Αθήνα, 24-11-1983.

77. Βλ. Π. Πιζάνιας, "Η αγροτική παραγωγή...", Β. Παναγιωτόπουλος, "Αγροτική έξοδος και σχηματισμός της εργατικής δύναμης στην ελληνική πόλη", Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας, Νεοελληνική πόλη. Οθωμανικές κληρονομιές και Ελληνικό Κράτος, Αθήνα 1985, τ. Β', σ.521-531, Κ. Τσουκαλάς, "Η εξέλιξη των ημερομισθίων στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Μια πρώτη προσέγγιση ενός ανοικτού προβλήματος", Ο Πολίτης, τεύχ. 31, 1979.

78. Το 1921 οι ΗΠΑ επιβάλλουν περιορισμούς στην είσοδο μεταναστών. Πρβλ. Γ. Χαριτάκης, Η ελληνική βιομηχανία, Αθήνα 1927, σ.55.

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/37.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

διάρκεια του Μεσοπολέμου. Οι βιομηχανικές μονάδες που δημιουργήθηκαν ήταν στην πλειονότητά τους εντάσεως εργασίας, και λειτουργούσαν με χαμηλή παραγωγικότητα. Ένα άλλο χαρακτηριστικό των βιομηχανικών μονάδων ήταν και η βραχυβιότητά τους79. Με άλλα λόγια, η ίδια η διάρθρωση της βιομηχανίας όχι μόνο δεν ήταν σε θέση να αποτρέψει, αλλά αντίθετα ευνοούσε το φαινόμενο του μικροεπαγγελματισμού80. Έτσι, δίπλα στα εργοστάσια αναπτύχθηκε πλήθος μικροεργαστηρίων προσωπικού και οικογενειακού χαρακτήρα, με ελάχιστα τεχνικά μέσα και με μεγάλη ελαστικότητα στα έξοδα λειτουργίας81. Και οι δύο κατηγορίες επιχειρήσεων επιβίωναν και συμβίωναν με τη βοήθεια του υψηλού πληθωρισμού και της φυσικής προστασίας που είχε επιβάλλει η συγκυρία του πολέμου.

Το 1920, σύμφωνα με τη βιομηχανική απογραφή της χρονιάς αυτής, υπήρχαν στην Ελλάδα 33.704 βιομηχανικές και βιοτεχνικές μονάδες που απασχολούσαν συνολικά 146.840 άτομα. Οι επιχειρήσεις που απασχολούσαν 1-5 άτομα αποτελούσαν το 91,79% του συνόλου των μονάδων και συγκέντρωναν το 57,46% των εργαζομένων, οι επιχειρήσεις που απασχολούσαν 6-25 άτομα το 6,90% και το 18,11%, αντίστοιχα, ενώ οι επιχειρήσεις που απασχολούσαν περισσότερα από 26 άτομα το 1,31% των απογραφέντων εργοστασίων και το 23,77% του εργατικού δυναμικού82. Η μικρασιατική καταστροφή έθεσε για πρώτη φορά τις προϋποθέσεις για το σχηματισμό εργατικού δυναμικού στις πόλεις. Όμως, αυτή η πολιτική συγκυρία δεν ήταν δυνατό να επιδράσει καταλυτικά στις υπάρχουσες παραγωγικές δομές. Η πλειονότητα των αστικών και γεωργικών πληθυσμών που εγκαταστάθηκε στα μεγάλα αστικά συγκροτήματα δημιούργησε πλήθος μικροεπιχειρήσεων83, που είχαν ως αποτέλεσμα την «περαιτέρω κατάτμηση του 

———————————

79. Σε δείγμα 1.347 Ανωνύμων Εταιριών της Αθήνας και του Πειραιά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, μόνο οι 339 είχαν διάρκεια ζωής πάνω από 26 χρόνια. Από τις υπόλοιπες, λίγο παραπάνω από τις μισές επιβιώνουν από 1 έως 15 χρόνια. Βλ. Αλίκη Βαξεβάνογλου, Οι Έλληνες κεφαλαιούχοι του 20ού αιώνα: προφίλ κοινωνικό και οικονομικό, Αθήνα 1993, σ.36-40.

80.Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει και ο Π. Πιζάνιας, «...οι κεφαλαιούχοι, με τον τρόπο που χρησιμοποιούν τη βιομηχανία, ενισχύουν την τάση φυγής των εργατών από αυτήν». Π. Πιζάνιας, Οι φτωχοί των πόλεων. Η τεχνογνωσία της επιβίωσης στην Ελλάδα το μεσοπόλεμο, σ.43.

81. Σύμφωνα με την Χριστίνα Αγριαντώνη, τα φαινόμενα αυτά εμφανίζονται στα τέλη του προηγούμενου αιώνα με αρχές του 20ού, ως αποτέλεσμα της προστασίας που είχε επιβάλει η υποτίμηση της δραχμής και το νέο δασμολόγιο του 1892. Πρβλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, ό.π. σ.339-345.

82. Γ.Σ.Υ.Ε., Απογραφή των βιοτεχνικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων την 18-12-1920, Αθήνα 1926. Βλ. και Μ. Ρηγίνος, Παραγωγικές δομές και εργατικά ημερομίσθια στην Ελλάδα, 1909-1936. Βιομηχανία - βιοτεχνία, Αθήνα 1987, σ.92.

83. «Υπόμνημα των επιμελητηρίων Αθηνών και Πειραιώς», Τα ελληνικά χρεώγραφα, 1929, αρ.6, σ.5.

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/38.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

καταναλωτικού κοινού, κυρίως εις βάρος του μικροεπαγγελματικού συνοικιακού κόσμου»84.

Θα λέγαμε ότι, σε τελευταία ανάλυση, η επαγγελματική απορρόφηση των προσφύγων στις πόλεις συνέβαλε στη διευρυμένη αναπαραγωγή του σχήματος που περιγράψαμε. Προς την κατεύθυνση αυτή βοήθησαν, αφενός, οι αυξημένες ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας σε καταναλωτικά αγαθά και, αφετέρου, το ευνοϊκό πλαίσιο που είχαν δημιουργήσει ο υψηλός πληθωρισμός, η συνεχής υποτίμηση της δραχμής και η αυστηρή προστατευτική πολιτική των κυβερνήσεων της εποχής85.

Η υπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται και από τη στατιστική εικόνα που παρέχει η δεύτερη μεγάλη βιομηχανική απογραφή του 1930. Κατά τη χρονιά αυτή λειτουργούσαν 67.892 βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις, με συνολικό δυναμικό 232.763 άτομα. Παρατηρούμε ότι, σε σχέση με το 1920, τα μεγέθη εμφανίζονται αυξημένα κατά 100% όσον αφορά τις μονάδες, ενώ μόνο κατά 58% όσον αφορά το προσωπικό. Παράλληλα διαπιστώνεται αύξηση, και σε σχετικούς αριθμούς, των μικρών επιχειρήσεων που αποτελούν το 92,20% του συνόλου, σε βάρος των μεσαίων και των μεγάλων που περιορίζονται στο 6,51% και 1,28%, αντίστοιχα. Αντίθετα, το ποσοστό των εργαζομένων στη μικρή βιοτεχνία μειώνεται στο 51% του συνόλου, στις μεσαίες μονάδες παραμένει στάσιμο στο 19%, ενώ αυξάνεται στο 30% το σχετικό μέγεθος των απασχολούμενων στις μεγάλες βιομηχανικές μονάδες86.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από τις δύο απογραφές, διακρίνονται, σχηματικά, δύο μεγάλες ομάδες βιομηχανικών κλάδων87. Στην πρώτη ομάδα περιλαμβάνονται η υφαντουργία, η βιομηχανία καπνού, η χημική βιομηχανία και, ως ένα σημείο, η βιομηχανία χαρτιού. Στη δεύτερη ομάδα εντάσσονται οι κλάδοι της βιομηχανίας τροφίμων, της μηχανουργίας, της βιομηχανίας ξύλου, της βυρσοδεψίας και της βιομηχανίας ενδυμάτων.

Η πρώτη ομάδα χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, καθώς και από την παρουσία μεγάλων μονάδων. Με εξαίρεση τη χημική βιομηχανία, οι κλάδοι αυτοί ήταν εντάσεως εργασίας και χρησιμοποιούσαν σε μαζική κλίμακα τη νέου τύπου ανειδίκευτη εργασία, κυρίως τη γυναικεία. Αντίθετα, οι άνδρες

———————————

84. Δ. Αβραμίδης, «Πρόσφυγες και επαγγελματικός πληθωρισμός», Εργασία, τεύχ. 11, 22-3-1930, σ.3.

85. Βλ. Μ. Ρηγίνος, «Οι διακυμάνσεις των βιομηχανικών ημερομισθίων στην Ελλάδα, 1912-1936», Τα Ιστορικά, τεύχ. 5, Ιούνιος 1986, και ειδικότερα σ.164-176.

86. Γ.Σ.Υ.Ε., Απογραφή των καταστημάτων των βιομηχανικών και εμπορικών επιχειρήσεων ενεργηθείσα τον Σεπτέμβριον του 1930, Αθήνα 1934· βλ. και Μ. Ρηγίνος, Παραγωγικές δομές..., σ.119.

87. Στο ίδιο σ.120-125.

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/39.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

στους κλάδους αυτούς καταλάμβαναν θέσεις ειδικευμένων εργατών ή επιστατών, κατά κανόνα.

Το κοινό σημείο των κλάδων που συναποτελούν τη δεύτερη ομάδα είναι ο κατακερματισμός της παραγωγής σε μικρά εργαστήρια, που συμβαδίζει με την επιβίωση και την αναπαραγωγή των αρχαϊκών παραγωγικών δομών. Στους κλάδους αυτούς ο παραδοσιακά διαμορφωμένος τεχνίτης, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για τον αυτοαπασχολούμενο βιοτέχνη ή τον μισθωτό εργάτη, αποτελεί το ακριβότερο και αναντικατάστατο στοιχείο της παραγωγικής διαδικασίας. Η σημαντικότερη μερίδα των απασχολούμενων στους κλάδους αυτούς ήταν άνδρες, και οι περισσότεροι από αυτούς εργάζονταν στα μικρά βιοτεχνικά εργαστήρια. Εξάλλου, η μετακίνηση από το εργοστάσιο στο μικρό εργαστήριο, με άλλα λόγια η μετάβαση από το καθεστώς του εργάτη στο καθεστώς του μικροβιοτέχνη αποτελούσε συνηθισμένο φαινόμενο κατά την περίοδο που εξετάζεται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μηχανουργία. Ειδικότερα κατά τη δεκαετία του 1920 ιδρύθηκαν πολλά μικρά μηχανουργεία, λεβητοποιεία ή χυτήρια, ως επί το πλείστον. "Τα εργαστήρια ταύτα, μη έχοντα μεγάλα γενικά έξοδα και αρκούμενα εις μικρά κέρδη, ευρίσκουσι συμφέρουσαν την ανάληψιν εργασίας εις τιμάς ασύμφορους εις τα μεγαλείτερα μηχανουργεία." Επίσης, "πολλοί λεβητοποιοί τεχνίται έχουν εξελιχθεί εις εργολάβους επισκευών ατμόπλοιων, άνευ εργαστηρίου τινός μονίμου πλην των φορητών εργαλείων. Τας εργασίας αίτινες απαιτούσι χρήσιν μηχανημάτων εκτελούσιν εις τα διάφορα μικρά μηχανουργεία, συμβαλλόμενοι με αυτά"88.

Σύμφωνα με τη βιομηχανική απογραφή του 1920, το ποσοστό των απασχολουμένων που είχαν καταγραφεί ως εργάτες στον τομέα της μεταποίησης ανερχόταν στο 65,60% του συνόλου, ενώ το ποσοστό των ιδιοκτητών και των απασχολούμενων μελών της οικογενείας τους στο 30,90%89. Οι δύο αυτές βασικές ομάδες δεν συγκροτούν, όπως είναι φυσικό, ομοιογενή σύνολα, αλλά εμπεριέχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις, που οφείλονται στη διαφορετική οργάνωση της παραγωγής στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία, καθώς επίσης στον διαφορετικό τύπο εργασιακών σχέσεων που προϋποθέτει η διάσταση αυτή. Στην ομάδα των ιδιοκτητών πρέπει να γίνει η διάκριση μεταξύ εργοδοτών-διευθυντών και τεχνιτών-βιοτεχνών, κατόχων ενός μικροεργαστηρίου, στο οποίο αποτελούν και τον βασικότερο παραγωγικό συντελεστή. Επίσης, κάτω από την ένδειξη "εργάτες" συνυπάρχουν τόσο αυτοί που απασχολούνται στις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις με σύμβαση μισθωτής εργασίας, όσο και οι εργαζόμενοι στις μικρές βιοτεχνίες με σχέσεις μη καπιταλιστικού τύπου. Το μέγεθος του "βιομηχανικού προλεταριάτου", αν

———————————

88. Ν. Μικέλης, "Αι μηχανολογικαί της Ελλάδος βιομηχανίαι", Αρχιμήδης, αρ. 4, Απρ. 1924, σ.32.

89. Γ.Σ.Υ.Ε., Απογραφή των βιοτεχνικών... 1920· βλ. και Μ. Ρηγίνος, ό.π. σ.128.

Σελ. 39
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/40.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

υποθέσουμε ότι σε αυτό περιλαμβάνονται οι εργάτες των επιχειρήσεων με περισσότερα από 5 άτομα, αντιστοιχεί στο 35,92% των απασχολούμενων στο δευτερογενή τομέα. Το αντίστοιχο ποσοστό των "εργατών" που εργάζονται στα μικροεργαστήρια μέχρι 5 ατόμων είναι 51,80%. Τέλος, το 62% του συνολικού ανδρικού δυναμικού απασχολείται στη μικρή βιοτεχνία90. Τα στοιχεία της βιομηχανικής απογραφής του 1930 εμφανίζουν μικρή πτώση του ποσοστού της εξαρτημένης εργασίας, που αντιστοιχεί πλέον στο 62,92% του συνόλου υπέρ των ιδιοκτητών, που φτάνουν έτσι στο 33,58% των απασχολούμενων στον τομέα της μεταποίησης91. Το σημαντικό ποσοστό που εντάσσεται στη μικρή βιοτεχνία, μέσα από σχέσεις μαθητείας, συνεργασίας ή ακόμη με σχέσεις που απορρέουν από μηχανισμούς οικογενειακής αλληλεγγύης, όπως η απλήρωτη οικογενειακή εργασία, μπορεί να χαρακτηριστεί εν δυνάμει εργατικό δυναμικό, το οποίο σε μια άλλου τύπου αναπτυξιακή διαδικασία θα έτεινε να απορροφηθεί από την αγορά εργασίας. Από την άλλη πλευρά όμως, η αναζήτηση απασχόλησης στο εργοστάσιο συνιστά εναλλακτική λύση για τον μικροβιοτέχνη και τα μέλη της οικογενείας του, σε περιόδους εποχιακής δυσπραγίας. Σε τελευταία ανάλυση, θα υποστηρίζαμε ότι η μισθωτή εργασία δεν αποτελεί μόνιμη κατάσταση. Έτσι ο εργάτης μεταπηδά από τον ένα κλάδο της βιομηχανίας στον άλλο και συχνά από τη βιομηχανία στη γεωργία, και αντίστροφα92, "έως ότου μετά από διάστημα 10-15 χρονών σχηματίζει μικρόν κεφάλαιον, οπότε αποχωρεί εκ του εργοστασίου και ανοίγει κανένα μικρόν παντοπωλείο, λαχανοπωλείο ή εμπορικόν"93. Αυτή η επαγγελματική κινητικότητα καθορίζει και την ταξική ρευστότητα της ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται, δηλαδή, για μια κοινωνία με ασαφή ταξική οροθέτηση, που χαρακτηρίζεται από τις πολλαπλές απασχολήσεις των μελών της και αντιμετωπίζει τη χειρωνακτική εργασία, ιδιαίτερα με τη μισθωτή της μορφή, ως απαξία.

Από την ανάλυση που προηγήθηκε διαγράφονται και οι βασικές συνιστώσες που διαμορφώνουν τη ζήτηση για παιδικό εργατικό δυναμικό στον τομέα της βιομηχανίας και της βιοτεχνίας. Η πρώτη αφορά τη ζήτηση που προέρχεται από τους κλάδους όπου κυριαρχούν οι μεγάλες μονάδες παραγωγής, όπως είναι, πρωτίστως, η υφαντουργία, η βιομηχανία καπνού και η χημική βιομηχανία και, κατά δεύτερο λόγο, η βιομηχανία χαρτιού. Πρόκειται για ζήτηση ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, άμεσα παραγωγικού, που αμείβεται με την είσοδο του στο εργοστάσιο. Η ζήτηση αυτή που δημιουργεί ο σχετικός εκμηχανισμός του εργασιακού

———————————

90. Μ. Ρηγίνος, ό.π. σ.128.

91. Γ.Σ.Υ.Ε., Απογραφή των καταστημάτων... 1930, ό.π.· βλ. και Μ. Ρηγίνος, ό.π. σ.131.

92. Ανώνυμος, "Η ελληνική αντιπροσωπεία εις την διεθνή διάσκεψιν εργασίας", Βιομηχανική και βιοτεχνική επιθεώρησις, 1919, σ.328.

93. Ανώνυμος, "Οι ηλικιωμένοι εργάται", Βιομηχανική..., 1919, σ.301.

Σελ. 40
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/41.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

χώρου καλύπτεται μέσα από τους μηχανισμούς της αγοράς εργασίας. Η δεύτερη συνιστώσα της ζήτησης για παιδική εργασία αφορά τη ζήτηση που προέρχεται από τους παραδοσιακούς, θα λέγαμε, κλάδους, στους οποίους κυριαρχούν τα μικρά βιοτεχνικά εργαστήρια. Πρόκειται για εργατικό δυναμικό το οποίο, για να μπορέσει να καταστεί παραγωγικό στο πλαίσιο της συγκεκριμένης τεχνικής οργάνωσης εργασίας, έπρεπε να περάσει από μακρόχρονη περίοδο μαθητείας, στη διάρκεια της οποίας λάμβανε ως αμοιβή την εκμάθηση της τέχνης, που συμπληρωνόταν με υποτυπώδες χρηματικό μισθό και ίσως με ορισμένες παροχές σε είδος, όπως διατροφή και στέγη. Πιο συγκεκριμένα, το παιδί συνδύαζε την εργασία με την παραδοσιακού τύπου εκπαίδευση, προσβλέποντας σε μια επαγγελματική σταδιοδρομία ως ειδικευμένου τεχνίτη, και στην καλύτερη, αλλά όχι σπάνια, περίπτωση, ως βιοτέχνη. Με άλλα λόγια, έχουμε να κάνουμε με δύο διαφορετικές μορφές ζήτησης εργασίας, που οδηγούσαν σε διαφορετικού τύπου μορφές απασχόλησης, με διαφορετικές προοπτικές. Η ύπαρξη αυτής της διπλής δυνατότητας, όσον αφορά τις μορφές παιδικής απασχόλησης, επέβαλε την ύπαρξη διαφορετικών στρατηγικών από την πλευρά της προσφοράς παιδικής εργασίας, οι οποίες διαμορφώνονταν στο επίπεδο της οικογενείας και οδηγούσαν στην επιλογή της μιας ή της άλλης μορφής απασχόλησης.

2. Η προσφορά της παιδικής εργασίας. Ηλικία και λόγοι ένταξης των παιδιών στην παραγωγή

Η προσφορά της παιδικής εργασίας ή, αλλιώς, η απόφαση για την αναζήτηση απασχόλησης του παιδιού δεν εξαρτιόταν στις περισσότερες περιπτώσεις από το ίδιο το παιδί, αλλά διαμορφωνόταν στο πλαίσιο της οικογένειας, ανάλογα με τις ανάγκες ή τις κοινωνικές επιδιώξεις αυτής. Η οικονομική ανέχεια της οικογενείας ήταν ο πρώτος λόγος που ανάγκαζε το παιδί να αναζητήσει εργασία. Στην περίπτωση αυτή, η απασχόληση έπρεπε να έχει άμεση χρηματική απόδοση. Έτσι τα "άτεχνα" επαγγέλματα94 προσέλκυαν κυρίως τα παιδιά των φτωχότερων στρωμάτων. "Ο πτωχός βιοπαλαιστής, ο μη δυνάμενος να συντηρήση τα τέκνα του ίνα περατώσουν την 5ην και 6ην του δημοτικού σχολείου, άμα φθάσουν το 12ον έτος της ηλικίας των, αναγκάζεται ακουσίως να αναζητήση οιονδήποτε επάγγελμα ίνα απασχολήση αυτά..." Οι οικονομικές ανάγκες τον υποχρεώνουν «να προτιμήση το αμέσως επικερδέστερον (επάγγελμα), παραβλέπων το κοπιώδες και ανθυγιεινόν τούτου και καταδικάζων χάριν του κέρδους των πρώτων

———————————

94. Μαρία Σβώλου, "Η ελληνίδα εργάτρια", Ο Αγώνας της Γυναίκας, τεύχ. 7, Φεβρουάριος 1924, σ.3.

Σελ. 41
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/42.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

χρόνων το μέλλον του τέκνου του, το οποίον ούτω ουδέποτε γίνεται τεχνίτης»95.

Ο δεύτερος σημαντικός λόγος που οδηγούσε το παιδί να εργαστεί εγγράφεται στο πλαίσιο των παραδοσιακών οικογενειακών στρατηγικών για την επαγγελματική αποκατάσταση των νεαρών μελών τους, σε συνδυασμό με την έλλειψη κατώτερης τεχνικής εκπαίδευσης. Οι γονείς έστελναν τα παιδιά τους στο εργαστήριο για να μάθουν μια τέχνη και να δρομολογήσουν με τον τρόπο αυτό την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Επίσης η συγγενική αλληλεγγύη υποχρέωνε πολλές φορές το παιδί να εργάζεται στο εργαστήριο του πατέρα του, σε εποχιακή ή μόνιμη βάση, χωρίς ή με ελάχιστη χρηματική αμοιβή, θα λέγαμε ότι το ίδιο περίπου σχήμα που περιγράφεται εδώ συναντάται και στην περίπτωση της υπαίθρου, όπου η ζήτηση και η προσφορά εργασίας δημιουργούνται μέσα στην ίδια την οικογένεια, με τη στενότερη ή την ευρύτερη έννοιά της, ανάλογα με τις ανάγκες και τις δυνατότητες των μελών της.

Οι αποφάσεις αυτές στις περισσότερες περιπτώσεις αφορούσαν τα αγόρια, που αντιπροσώπευαν τους κυριότερους φορείς των οικογενειακών προσδοκιών για κοινωνική άνοδο. Άλλωστε, σύμφωνα με το κυρίαρχο σύστημα κοινωνικών αξιών, τα νεαρά αρσενικά μέλη έπρεπε να είναι σε θέση να αναλάβουν τη συντήρηση της μελλοντικής τους οικογένειας. Αντίθετα, τα κορίτσια ήταν προορισμένα να παντρευτούν και να γίνουν σύζυγοι, μητέρες και νοικοκυρές96. Έτσι το κορίτσι, που τις περισσότερες φορές αναγκαζόταν να εργαστεί για καθαρά οικονομικούς λόγους, έπρεπε να καταστεί άμεσα και πλήρως «εκμεταλλεύσιμο» κατά τη διάρκεια της μικρής επαγγελματικής ζωής του, που τελείωνε με το γάμο. Για το λόγο αυτόν, το βιομηχανικό εργοστάσιο αποτελούσε την πρώτη επιλογή για αναζήτηση απασχόλησης. Το γεγονός αυτό σημαίνει, ενδεχομένως, ότι το κορίτσι έπρεπε να αρχίζει να εργάζεται σε μικρότερη ηλικία από το αγόρι, και, κατά συνέπεια, σε βάρος της φοίτησής του στο δημοτικό σχολείο. Άλλωστε η εκπαίδευση του κοριτσιού δεν αναγνωριζόταν ως αξία και άρα δεν θεωρείτο αναγκαία από τα φτωχά στρώματα, σε αντίθεση πάντα με το αγόρι που, κατά την «κοινή συνείδηση», όφειλε να συμπληρώσει έστω τις στοιχειώδεις σπουδές του, ανεξάρτητα από τις οικονομικές συνθήκες της οικογένειας.

Ωστόσο δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ανήλικα κορίτσια που δεν είχαν συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας τους δούλευαν σε εργαστήρια ραφής γυναικείων φορεμάτων και καπέλων. Αυτά όμως «έχουσι λάβει την δημοτικήν 

———————————

95. Ι. Αναπλιώτης, «Επαγγελματική εκπαίδευσις», Η Εμπορεία, αρ.122, 11-6-1922, σ.3.

96. Όπως σημειώνει και ο Ε. Hobsbawm, «η γυναίκα όταν παντρευτεί ανήκει στην εργατική τάξη όχι ως εργάτρια, αλλά ως σύζυγος, μητέρα και νοικοκυρά εργατών», πρβλ. E.J. Hobsbawm, Worlds of labor, Λονδίνο 1984, σ.94. Βλ. επίσης Elizabeth Roberts, Women's work (1840-1940), Λονδίνο 1988, σ.15-17.

Σελ. 42
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/43.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

εκπαίδευσιν και ήδη επεδόθησαν εις την εκμάθησιν βιοποριστικού επαγγέλματος»97. Αρκετά από τα κορίτσια αυτά "έχουσιν ικανώς ευπόρους γονείς, έχουσιν ιδίαν οικίαν, έχουσι κτήματα, αλλ' αι μητέρες των τας στέλλουν εις καλήν τινα μοδίστρα διά να γίνουν οικοκυραί, να μάθουν να κόπτουν και να ράπτουν... να προσθέσουν και κάτι τι εις την προίκαν των, να γίνουν επιδέξιαι, να εξυπνήσουν. Θεωρούσι το ραπτικόν κατάστημα ως πρακτικόν τι κοινωνικόν σχολείον"98. Όμως, όπως παρατηρεί και η επιθεωρήτρια εργασίας Μ. Σβώλου, "η αναλογία των ανηλίκων κοριτσιών είναι υψηλή στα εργοστάσια κυτιοποιίας και στα ραφεία ανδρικών ενδυμάτων, όπου τα κορίτσια χρησιμοποιούνται σε βοηθητικές εργασίες, ενώ αντίθετα η αναλογία είναι χαμηλή στα εργαστήρια γυναικείων φορεμάτων, επειδή το επάγγελμα αυτό είναι τεχνικά δύσκολο, θέλει μακρόχρονη μαθητεία και η εργάτρια πληρώνεται γλίσχρα ώσπου να τελειοποιηθεί"99.

Σε τελευταία ανάλυση, θα υποστηρίζαμε ότι οι διαφορετικές λογικές που κυριαρχούσαν στις αποφάσεις της οικογενείας για την απασχόληση των αγοριών και των κοριτσιών καθορίζονταν από την κυρίαρχη αντίληψη σχετικά με τις σχέσεις των δύο φύλων και των ρόλων που καλούνταν να λάβουν στην κοινωνία.

Η παιδική εργασία είχε και μια εποχική διάσταση. Όπως σημειώνουν οι εκθέσεις των επιθεωρητών εργασίας, πολλοί μαθητές και μαθήτριες του δημοτικού απασχολούνταν κατά την περίοδο των καλοκαιρινών διακοπών σε κυτιοποιεία, κεραμοποιεία και άλλα μικροεργαστήρια. Αυτά "εργάζονται ως επί το πλείστον εις τα εργαστήρια του πατρός των ή εν γένει της οικογενείας των, από της διακοπής μέχρι της ενάρξεως των σχολείων"100.

Με τη δημιουργία των πρώτων βιομηχανικών εργοστασίων, κατά τη δεκαετία του 1870, η ηλικία εισόδου των νεαρών εργατριών στο εργοστάσιο 

———————————

97. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Επιθεώρησις Εργασίας, Εκθέσεις και πεπραγμένα σώματος επιθεωρήσεως εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων και των συνθηκών εργασίας εν Ελλάδι κατά το 1933, Αθήνα 1935, σ.53.

98. Α. Κουρτίδης, "Αι εργάτιδες των Αθηνών", Εστία, αρ. 405, 2-10-1883, σ.632-633. Ήδη από το 1855 στη σχολή του Αμαλίειου Ορφανοτροφείου τα νεαρά κορίτσια διδάσκονταν τις "γυναικείες τέχνες" που έπρεπε να γνωρίζει μια καλή νοικοκυρά της μεσαίας τάξης, όπως ραπτική, υφαντική, κέντημα, μαγειρική κ.ά. Πρβλ. Lydia Sapounakis-Drakakis, La Grèce urbaine et rurale (1835-1875): consommations et revenus, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Paris I, Παρίσι 1989, σ.141. Η πρακτική αυτή ήταν πολύ συνηθισμένη στις προβιομηχανικές κοινωνίες της Ευρώπης. Για παράδειγμα, στη Γαλλία του 15ου αιώνα κόρες δικηγόρων, εμπόρων και άλλων αστών επαγγελματιών μαθήτευαν δίπλα σε ράπτριες, όχι για να εξασκήσουν την τέχνη, αλλά για να έχουν μια ασχολία και να αποφεύγουν έτσι την τεμπελιά. Βλ. Η. Hauser, Ouvriers du temps passé (XVe-XVIe siècles), Παρίσι 1899, σ.35.

99. Μαρία Σβώλου, ό.π. σ.3.

100. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Εκθέσεις... 1933, σ.20, 53-54.

Σελ. 43
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/44.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

υπολογίζεται στα 12-14 χρόνια, ενώ αργότερα το όριο αυτό μειώνεται101. Στο κλωστήριο του Αυγινού "είναι τόσον παρήγορον το θέαμα των εργαζομένων αυτών εκεί μικρών ονταρίων, ων το ανάστημα μόλις υπερβαίνει το μέγεθος των ατράκτων ους μετά τόσης δεξιοτεχνίας χειρίζονται..."102. Σύμφωνα, εξάλλου, με μια έκθεση του γάλλου πρόξενου στον Πειραιά το 1891, τα κορίτσια έμπαιναν στα εργοστάσια σε ηλικία 10 χρόνων103. Το εργοστάσιο κατασκευής παιγνιόχαρτων του Ασπιώτη στην Κέρκυρα απασχολούσε το 1887 κορίτσια ηλικίας 8 χρόνων104.

Ο Percy Martin το 1910 αναφέρει ότι σε πολλά εργοστάσια, και ειδικότερα στη Θεσσαλία, την Αρκαδία και τη Μεσσηνία, εργάζονταν αγόρια ηλικίας 8-10 χρόνων και κορίτσια 6-7 χρόνων. Προσθέτει επίσης ότι "τα πενιχρά ημερομίσθιά τους, που κυμαίνονταν από 50 λεπτά έως 1 δραχμή, γίνονται δεκτά με ανακούφιση γιατί συνέβαλλαν έστω και λίγο στα περιορισμένα έσοδα της οικογενείας τους"105. Τα αρτοποιεία απασχολούσαν, ως μαθητευόμενους και υπηρέτες, παιδιά, αγόρια κυρίως, 12-15 χρόνων106. Στις οικοδομές εργάζονταν ως μαθητευόμενοι αγόρια ηλικίας 11-13 χρόνων, με πρώτο εβδομαδιαίο μισθό 2 δραχμές107. Οι εργάτες βυρσοδέψες, λόγω του χαμηλού ημερομισθίου τους, αναγκάζονταν να εισάγουν τα παιδιά τους από πολύ νεαρή ηλικία (πολλές φορές από 10 χρόνων) στα βυρσοδεψεία. "Οι δε εργοδόται ευρίσκουν συμφέρουσαν την πρόσληψιν τοιούτων αρχαρίων, διά τους οποίους παρέχουν εξευτελιστικόν ημερομίσθιον 1 δραχμής ή και κατώτερον, προοδεύοντες δε ούτοι καταλαμβάνουν τας θέσεις των ενηλίκων εργατών, οι οποίοι ακολούθως αποβάλλονται της εργασίας."108 Η συγκυρία των πολέμων την περίοδο 1912-1922 είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της προσφοράς παιδικής εργασίας που κατευθυνόταν στα εργοστάσια. Οι λόγοι που υποχρέωναν τα ανήλικα παιδιά, πολλές φορές κάτω των 14 χρόνων, να αναζητήσουν δουλειά ήταν η οικονομική ανέχεια των οικογενειών τους, λόγω των συχνών επιστρατεύσεων και της μακρόχρονης στράτευσης. "Ως αναφέρεται εις όλας τας εκθέσεις του προσωπικού της επιθεωρήσεως εργασίας, από του 1917 μέχρι σήμερον ο αριθμός των εν τη βιομηχανία και βιοτεχνία απασχολουμένων ανηλίκων αμφοτέρων των φύλων διαρκώς αυξάνει και αι αφορμαί είναι ευνόητοι. Η

———————————

101. I. Bafounis, La formation d'une ville nouvelle, le Pirée au XIXe siècle (1835-1879), διδακτορική διατριβή 3ου κύκλου, Πανεπιστήμιο Paris IV, Παρίσι 1986, σ.355.

102. Νέα Εφημερίς, 31-10-1889, τεύχ. 304, σ.7.

103. Στο ίδιο.

104. Μ. Μητσάκης, "Έν βιομηχανικόν κατάστημα", Εστία, αρ. 587, 29-3-1887, σ.203.

105. Martin Percy, La Grèce Nouvelle, Παρίσι 1911, σ.179.

106. Εργατικό Κέντρο Αθηνών, Οι εργάται της Ελλάδος προς την Διπλήν Βουλήν των Ελλήνων, Αθήνα 191, σ.6.

107. Στο ίδιο σ.12.

108. Στο ίδιο σ.20.

Σελ. 44
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/45.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

Κατανομή των εργατριών στα κλωστοϋφαντουργεία του Πειραιά

κατά ηλικίες, 1921

Ηλικία

Αριθμός εργατριών

% συνόλου

1 2 χρονών

44

2,26

12-14

149

7,64

15-18

756

38,79

18-22

552

28,32

22 +

448

22,99

Σύνολο

1.949

100,00

ΠΗΓΗ: ΥΕΟ, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού επιθεωρήσεως εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων Έτος 1921, Αθήνα 1923, σ.82

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

Διάρκεια απασχόλησης των εργατριών στα κλωστουφαντουργεία του Πειραιά, 1921

Διάρκεια σε έτη

Αριθμός εργατριών

% συνόλου

έως 1

261

13,39

1-3

249

12,78

3-5

446

22,88

5-10

414

21,24

10-15

294

15,08

15 +

285

14,62

Σύνολο

1.949

100,00

ΠΗΓΗ: ό.π.

Σελ. 45
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/46.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

πολεμική περίοδος επέφερεν την αύξησιν των ειδών διατροφής, ενδυμασίας, ενοικίου, θερμάνσεως, φωτισμού, ιατρικής περιθάλψεως, το ημερομίσθιον του προστάτου της οικογενείας ανήλθεν, αλλά όχι τόσον ώστε να είναι δυνατόν να επαρκή εις την πληρωμήν όλης της απαιτουμένης δαπάνης προς συντήρησιν της πολυμελούς οικογενείας του. Η χήρα μητέρα, ήτις πριν, ίσως διά της ατομικής και τινος τέκνου της εργασίας, επήρκει προς συντήρησιν των μικροτέρων, δεν επαρκεί πλέον, και ο ένας και ο άλλος αναγκάζονται να απασχολήσουν και τα ανήλικά των. Το ίδιο πράττει η σύζυγος του στρατιώτου του μετώπου, η χήρα τούτου μητέρα, η χήρα του στρατιώτου, ο πρόσφυξ της Ιωνίας, του Πόντου, της Ρωσίας..."109

Από έρευνα της Επιθεώρησης Εργασίας της Αθήνας, το 1921, διαπιστώθηκε ότι από τα 97 ανήλικα παιδιά και των δύο φύλων ηλικίας κάτω των 12 χρόνων που εργάζονταν σε βιομηχανικά εργοστάσια της Αθήνας, τα 85 ήταν ορφανά από πατέρα ή μητέρα ή και από τους δύο γονείς. Τα υπόλοιπα ανήκαν σε οικογένειες όπου ο πατέρας ήταν ασθενής ή ανίκανος για συνεχή εργασία ή τέλος εξασκούσε "ανάξιον λόγου και άτεχνον επάγγελμα, όπως π.χ. μικροπωλητής"110.

Αναφέρει χαρακτηριστικά η επόπτρια Άννα Μακροπούλου: "Εσημείωσα περίπτωσιν καθ' ην δύο ανήλικα, το έν άρρεν ηλικίας 10 χρονών και το έτερον θήλυ 12 χρονών, εργάζονται διά να διαθρέψουν τυφλόν πατέρα και μικρότερα αδέλφια..."111. Επίσης, σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε την ίδια χρονιά για την κλωστοϋφαντουργία του Πειραιά, προκύπτει ότι το 10% των εργατριών είχε ηλικία μικρότερη των 14 χρόνων, ενώ μόνο το 19,92% ήταν πάνω από 22 χρόνων (βλ. Πίνακα 1). Επίσης το 24% των εργατριών είχε ορφανέψει από πατέρα, το 9% από μητέρα και το 8% και από τους δύο γονείς. Το ημερομίσθιο των εργατριών αυτών ήταν η μοναδική πηγή εισοδήματος της οικογενείας τους. Παράλληλα, οι περισσότερες μη ορφανές εργάτριες, που αποτελούσαν το 39% του συνόλου, ανήκαν σε πολυμελείς οικογένειες με 6 έως 10 και καμιά φορά 12 και 14 άτομα. Από τους γονείς, "οι πλείστοι, μέθυσοι όντες, σπαταλώσι τα πάντα εις οινοπνευματώδη ποτά και οι μητέρες των ατυχών τούτων υπάρξεων αναγκάζονται να ρίπτωσι ταύτας εις τον αγώνα της βιοπάλης από πολύ μικράς ηλικίας, διά ν' ανακουφισθώσιν εις τας δαπάνας και ν' αναπληρώσωσιν ό,τι η σπατάλη του συζύγου αφίνει κενόν"112. Από τις 756 εργάτριες ηλικίας 14-18

———————————

109. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού Επιθεωρήσεως Εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων, έτος 1921, Αθήνα 1923, σ.14. Βλ. και Α. Μπεναρόγια, "Επαγγελματικός αγών του ελληνικού προλεταριάτου", Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου, Αθήνα 1975, σ.212.

110. Στο ίδιο σ.66.

111. Άννα Μακροπούλου, "Από την εργασία της γυναίκας και του παιδιού", Ο Αγώνας της Γυναίκας, τεύχ. 50-51, Αύγ. 1927, σ.3.

112. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Εκθέσεις... 1921, σ.83.

Σελ. 46
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μορφές παιδικής εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία (1870-1940)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 27
    27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

    αιώνα αποτελούσαν το ένα τρίτο περίπου του εργατικού δυναμικού στον ίδιο κλάδο. Συνήθως άρχιζαν να εργάζονται από την ηλικία των 8 ή 9 χρόνων. Στα ανθρακωρυχεία του Carmeau αποτελούσαν το 20% του προσωπικού το έτος 1850 και το 15% το 1879 55.

    4. Η απασχόληση των παιδιών στις ελληνικές πόλεις. 19ος-20ός αιώνας

    Πριν περάσουμε στο κυρίως αντικείμενο της μελέτης που αφορά την παιδική εργασία στην ελληνική βιομηχανία και τη βιοτεχνία, θα αναφερθούμε με συντομία στις υπόλοιπες μορφές απασχόλησης των παιδιών που συναντώνται στα ελληνικά αστικά κέντρα και κυρίως στην Αθήνα και στον Πειραιά.

    Όπως προαναφέρθηκε, η αγροτική οικογένεια έστελνε στην πόλη τα πλεονάζοντα ή ανίκανα για γεωργικές εργασίες νεαρά μέλη της, αγόρια και κορίτσια, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Ο βασικός τροφοδότης των πόλεων σε παιδιά ήταν κυρίως τα νησιά και οι ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου. Στην πλειονότητά τους τα παιδιά που έρχονταν στις πόλεις, αν επρόκειτο για αγόρια, εργάζονταν σε διάφορα καταστήματα συντοπιτών τους ως υπηρέτες ή βοηθοί, με αμοιβή στέγη και τροφή, προσδοκώντας να διαδεχθούν το αφεντικό τους ή να ξεκινήσουν μια νέα δική τους δουλειά. Μερικές φορές η πόλη αποτελούσε ενδιάμεσο σταθμό στο δρόμο για τη «γη της επαγγελίας», την Αμερική. Τα κορίτσια απασχολούνταν ως υπηρέτριες σε διάφορες αστικές οικογένειες, οι οποίες πρόσφεραν για αντάλλαγμα στέγη και τροφή, ενώ μετά την πάροδο ορισμένων χρόνων αναλάμβαναν να τα προικίσουν.

    ———————————

    του 19ου αιώνα δίνει ο γιατρός L.R. Villerme στο Tableau de l'état physique et moral des ouvriers, employés dans les manufactures de coton, de laine et de soie, 2 τ., Παρίσι 1840. Για την εργασία των παιδιών στο Βέλγιο κατά την ίδια περίοδο, βλ. Royaume de Belgique, Ministère de l'Interieure, Enquête sur la condition des classes ouvriers et sur le travail des enfants, τ. 3, Βρυξέλλες 1848. Πληροφορίες για την παιδική εργασία στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες παρέχουν και οι έντυπες εκθέσεις των προξένων της Αγγλίας, στη σειρά Foreign Office, Miscellaneous series, Reports on subjects of general and commercial interest. Πιο συγκεκριμένα για την Γαλλία, βλ. 1891, No 213, France, Report on the present state of the labour question in France, Λονδίνο 1891, για τη Ρωσία, 1887, No 62, Russia, report on pauperism, benevolent institutions, and industrial establishments in Russia, Λονδίνο 1887, και 1892, No 217, Russia, Report on the condition of labour in Russia, Λονδίνο 1892. Τέλος για την Ουγγαρία, βλ. 1889, No 126, Austria-Hungary, Reports of Governement inspection of factories in Hungary, Λονδίνο 1889, και 1889, No 128, Austria-Hungary, Summary of the report of the chief inspector of factories in Hungary, Λονδίνο 1889. Οι εκθέσεις αυτές υπάρχουν και σε μικροταινίες στο Ιστορικό Αρχείο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

    55. G. Noiriel, Les ouvriers dans la société française, XlXe-XXe siècle, Παρίσι 1986, σ.17.