Συγγραφέας:Ρηγίνος, Μιχάλης
 
Τίτλος:Μορφές παιδικής εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία (1870-1940)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:27
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1995
 
Σελίδες:173
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1940
 
Περίληψη:Η μελέτη αυτή έχει ως αντικείμενο την απασχόληση των παιδιών και των νεαρών ατόμων στη βιομηχανική και τη βιοτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού. Η έρευνα κινείται προς δύο κατευθύνσεις. Αρχικά εξετάζεται η θέση των παιδιών στον καταμερισμό της εργασίας, τόσο στην παραδοσιακή βιοτεχνία όσο και στο νέο εργοστασιακό σύστημα. Μέσω της ανάλυσης των παραγωγικών δομών σκιαγραφούνται οι παράγοντες που διαμόρφωναν τη ζήτηση της παιδικής και νεανικής εργασίας στη δευτερογενή παραγωγή. Κατόπιν η έρευνα στρέφεται προς την κατεύθυνση της προσφοράς εργασίας, για να εντοπιστούν οι όροι και οι συνθήκες που οδηγούσαν τα παιδιά στο βιοτεχνικό εργαστήριο ή το βιομηχανικό εργοστάσιο, σε απασχολήσεις όχι κατ’ ανάγκην εναλλακτικές. Τέλος, αναζητείται απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσον οι νέες βιομηχανικές συνθήκες διαφοροποίησαν την αρνητική θέση που κατείχε η μισθωτή εργασία στο σύστημα συλλογικών αξιών και τροποποίησαν τις οικογενειακές προσδοκίες και στρατηγικές για επαγγελματική αποκατάσταση και κοινωνική ανέλιξη των νεαρών, αρρένων κυρίως, μελών τους.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 19.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 35-54 από: 178
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/35.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Η παιδική εργασία στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία.

Οικονομικές προϋποθέσεις, κοινωνικές στρατηγικές και η "μαρτυρία" των αριθμών

1. Το φαινόμενο "ελληνική εκβιομηχάνιση": Ο θρίαμβος της συγκυρίας

Η εμφάνιση της βιομηχανίας στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1870 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί περισσότερο επενδυτική επιλογή ορισμένων κεφαλαιούχων που πήραν τις αποφάσεις τους στο πλαίσιο μιας ιδιαίτερα ευνοϊκής συγκυρίας, και λιγότερο αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης διαδικασίας μετασχηματισμού των οικονομικών και κοινωνικών δομών74.

Οι κεφαλαιούχοι αυτοί, υιοθετώντας ως βασική αρχή την ελαχιστοποίηση του επιχειρηματικού κινδύνου, κατένειμαν τα κεφάλαια τους ανάμεσα σε επενδυτικές δραστηριότητες, κυρίως στον τομέα του εμπορίου, σε προσοδοφόρες τοποθετήσεις, στη γη ή σε χρεώγραφα, σε κερδοσκοπικά χρηματιστηριακά παιχνίδια, ακόμη και στην αποθησαύριση πολύτιμων αντικειμένων. Για το λόγο αυτόν, επόμενο ήταν να αποφεύγεται -εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις- η δέσμευση χρημάτων σε βιομηχανικές επιχειρήσεις που απαιτούσαν σημαντικές επενδύσεις κεφαλαίου, οι οποίες επιπλέον απέφεραν ποσοστό κέρδους μικρότερο από οποιαδήποτε άλλη οικονομική δραστηριότητα, και μάλιστα είχαν μακροπρόθεσμες αποδόσεις.

Τα εργοστάσια που δημιουργήθηκαν μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν, στην πλειονότητά τους, μικρού και μεσαίου μεγέθους, με στοιχειώδη υποδομή, προσανατολισμένα στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών (κυρίως βαμβακουργεία και αλευρόμυλοι). Όμως την εποχή εκείνη είχε ήδη σχηματιστεί μια βιομηχανική πόλη, ο Πειραιάς, με περισσότερα από εβδομήντα ατμοκίνητα 

———————————

74. Βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, και ιδιαίτερα τις σ.347-350.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/36.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

εργοστάσια, μεταξύ των οποίων και η μεγάλη βαμβακουργική επιχείρηση των Αφών Ρετσίνα, με τρία εργοστάσια που απασχολούσαν 1.500 περίπου εργάτες75. Ωστόσο δεν θα ήταν έγκυρο να θεωρήσουμε την εκβιομηχάνιση απλή διαδικασία λήψης επιχειρηματικών αποφάσεων. Μια σειρά παραγόντων συνέβαλαν στο να προσλάβει το φαινόμενο την ελληνική φυσιογνωμία του.

Καταρχάς, το κύριο χαρακτηριστικό της ενεργής ζήτησης ήταν ο κατακερματισμός της σε μικρές αγορές τοπικού ή ακόμη και συνοικιακού επιπέδου, στις οποίες η διαμεσολάβηση του προσωπικού στοιχείου κατείχε σημαντικό ρόλο στην παραγωγή και την εμπορία των αγαθών. Ο κατακερματισμός της ζήτησης συντηρούσε και αναπαρήγε τον κατακερματισμό της παραγωγής, όπως θα διαπιστώσουμε και στη συνέχεια76.

Στην ύπαιθρο κυριαρχούσε η μικρή οικογενειακή εκμετάλλευση, με χαρακτηριστικό τη μεγάλη ελαστικότητα στην απορρόφηση των υπεράριθμων μελών της. Παράλληλα, απουσίαζαν φαινόμενα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν τη βίαιη και μαζική έξοδο αγροτικών πληθυσμών προς τις πόλεις77. Ακόμη και όταν, γύρω στις αρχές του 20ού αιώνα, η κρίση πλήττει την πελοποννησιακή ύπαιθρο, η εξωτερική μετανάστευση προσφέρεται ως διέξοδος για τα δημογραφικά πλεονάσματα που δημιουργούνται, τουλάχιστον μέχρι το 1921 78. Ό,τι όμως χαρακτηρίζει την αγροτική έξοδο στην Ελλάδα είναι ο προσανατολισμός της. Ο αγρότης που έφτανε στην πόλη, ακόμη και αν ήταν αναγκασμένος να αναζητήσει εργασία στο εργοστάσιο, έβλεπε τη μισθωτή εργασία ως προσωρινή κατάσταση. Επιδίωξή του ήταν η ένταξη στα μικροαστικά στρώματα και η πόλη τού πρόσφερε τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες για να επιτύχει το στόχο του. Έτσι, τις περισσότερες φορές κατάφερνε να δημιουργήσει τη δική του βιοτεχνική ή εμπορική μικροεπιχείρηση.

Οι παράγοντες που αναφέραμε, σε συνδυασμό με την ευνοϊκή συγκυρία της περιόδου 1912-1920, καθόρισαν τα όρια της βιομηχανικής ανάπτυξης στη 

———————————

75. Χριστίνα Αγριαντώνη, ό.π. σ.339-345. Για τα εργοστάσια των Αφών Ρετσίνα, βλ. Ανώνυμος, "Η βιομηχανία εν Πειραιεί", Νέα Εφημερίς, 21-1-1890, σ.6.

76. Για μια πρώτη συζήτηση σχετικά με τα προβλήματα σχηματισμού εθνικής αγοράς, βλ. Λ. Παπαγιαννάκης, "Ζητήματα σχηματισμού εθνικής αγοράς", 37η Συνάντηση των ερευνητών του Ιστορικού Αρχείου της ΕΤΕ, Αθήνα, 24-11-1983.

77. Βλ. Π. Πιζάνιας, "Η αγροτική παραγωγή...", Β. Παναγιωτόπουλος, "Αγροτική έξοδος και σχηματισμός της εργατικής δύναμης στην ελληνική πόλη", Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας, Νεοελληνική πόλη. Οθωμανικές κληρονομιές και Ελληνικό Κράτος, Αθήνα 1985, τ. Β', σ.521-531, Κ. Τσουκαλάς, "Η εξέλιξη των ημερομισθίων στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Μια πρώτη προσέγγιση ενός ανοικτού προβλήματος", Ο Πολίτης, τεύχ. 31, 1979.

78. Το 1921 οι ΗΠΑ επιβάλλουν περιορισμούς στην είσοδο μεταναστών. Πρβλ. Γ. Χαριτάκης, Η ελληνική βιομηχανία, Αθήνα 1927, σ.55.

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/37.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

διάρκεια του Μεσοπολέμου. Οι βιομηχανικές μονάδες που δημιουργήθηκαν ήταν στην πλειονότητά τους εντάσεως εργασίας, και λειτουργούσαν με χαμηλή παραγωγικότητα. Ένα άλλο χαρακτηριστικό των βιομηχανικών μονάδων ήταν και η βραχυβιότητά τους79. Με άλλα λόγια, η ίδια η διάρθρωση της βιομηχανίας όχι μόνο δεν ήταν σε θέση να αποτρέψει, αλλά αντίθετα ευνοούσε το φαινόμενο του μικροεπαγγελματισμού80. Έτσι, δίπλα στα εργοστάσια αναπτύχθηκε πλήθος μικροεργαστηρίων προσωπικού και οικογενειακού χαρακτήρα, με ελάχιστα τεχνικά μέσα και με μεγάλη ελαστικότητα στα έξοδα λειτουργίας81. Και οι δύο κατηγορίες επιχειρήσεων επιβίωναν και συμβίωναν με τη βοήθεια του υψηλού πληθωρισμού και της φυσικής προστασίας που είχε επιβάλλει η συγκυρία του πολέμου.

Το 1920, σύμφωνα με τη βιομηχανική απογραφή της χρονιάς αυτής, υπήρχαν στην Ελλάδα 33.704 βιομηχανικές και βιοτεχνικές μονάδες που απασχολούσαν συνολικά 146.840 άτομα. Οι επιχειρήσεις που απασχολούσαν 1-5 άτομα αποτελούσαν το 91,79% του συνόλου των μονάδων και συγκέντρωναν το 57,46% των εργαζομένων, οι επιχειρήσεις που απασχολούσαν 6-25 άτομα το 6,90% και το 18,11%, αντίστοιχα, ενώ οι επιχειρήσεις που απασχολούσαν περισσότερα από 26 άτομα το 1,31% των απογραφέντων εργοστασίων και το 23,77% του εργατικού δυναμικού82. Η μικρασιατική καταστροφή έθεσε για πρώτη φορά τις προϋποθέσεις για το σχηματισμό εργατικού δυναμικού στις πόλεις. Όμως, αυτή η πολιτική συγκυρία δεν ήταν δυνατό να επιδράσει καταλυτικά στις υπάρχουσες παραγωγικές δομές. Η πλειονότητα των αστικών και γεωργικών πληθυσμών που εγκαταστάθηκε στα μεγάλα αστικά συγκροτήματα δημιούργησε πλήθος μικροεπιχειρήσεων83, που είχαν ως αποτέλεσμα την «περαιτέρω κατάτμηση του 

———————————

79. Σε δείγμα 1.347 Ανωνύμων Εταιριών της Αθήνας και του Πειραιά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, μόνο οι 339 είχαν διάρκεια ζωής πάνω από 26 χρόνια. Από τις υπόλοιπες, λίγο παραπάνω από τις μισές επιβιώνουν από 1 έως 15 χρόνια. Βλ. Αλίκη Βαξεβάνογλου, Οι Έλληνες κεφαλαιούχοι του 20ού αιώνα: προφίλ κοινωνικό και οικονομικό, Αθήνα 1993, σ.36-40.

80.Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει και ο Π. Πιζάνιας, «...οι κεφαλαιούχοι, με τον τρόπο που χρησιμοποιούν τη βιομηχανία, ενισχύουν την τάση φυγής των εργατών από αυτήν». Π. Πιζάνιας, Οι φτωχοί των πόλεων. Η τεχνογνωσία της επιβίωσης στην Ελλάδα το μεσοπόλεμο, σ.43.

81. Σύμφωνα με την Χριστίνα Αγριαντώνη, τα φαινόμενα αυτά εμφανίζονται στα τέλη του προηγούμενου αιώνα με αρχές του 20ού, ως αποτέλεσμα της προστασίας που είχε επιβάλει η υποτίμηση της δραχμής και το νέο δασμολόγιο του 1892. Πρβλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, ό.π. σ.339-345.

82. Γ.Σ.Υ.Ε., Απογραφή των βιοτεχνικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων την 18-12-1920, Αθήνα 1926. Βλ. και Μ. Ρηγίνος, Παραγωγικές δομές και εργατικά ημερομίσθια στην Ελλάδα, 1909-1936. Βιομηχανία - βιοτεχνία, Αθήνα 1987, σ.92.

83. «Υπόμνημα των επιμελητηρίων Αθηνών και Πειραιώς», Τα ελληνικά χρεώγραφα, 1929, αρ.6, σ.5.

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/38.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

καταναλωτικού κοινού, κυρίως εις βάρος του μικροεπαγγελματικού συνοικιακού κόσμου»84.

Θα λέγαμε ότι, σε τελευταία ανάλυση, η επαγγελματική απορρόφηση των προσφύγων στις πόλεις συνέβαλε στη διευρυμένη αναπαραγωγή του σχήματος που περιγράψαμε. Προς την κατεύθυνση αυτή βοήθησαν, αφενός, οι αυξημένες ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας σε καταναλωτικά αγαθά και, αφετέρου, το ευνοϊκό πλαίσιο που είχαν δημιουργήσει ο υψηλός πληθωρισμός, η συνεχής υποτίμηση της δραχμής και η αυστηρή προστατευτική πολιτική των κυβερνήσεων της εποχής85.

Η υπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται και από τη στατιστική εικόνα που παρέχει η δεύτερη μεγάλη βιομηχανική απογραφή του 1930. Κατά τη χρονιά αυτή λειτουργούσαν 67.892 βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις, με συνολικό δυναμικό 232.763 άτομα. Παρατηρούμε ότι, σε σχέση με το 1920, τα μεγέθη εμφανίζονται αυξημένα κατά 100% όσον αφορά τις μονάδες, ενώ μόνο κατά 58% όσον αφορά το προσωπικό. Παράλληλα διαπιστώνεται αύξηση, και σε σχετικούς αριθμούς, των μικρών επιχειρήσεων που αποτελούν το 92,20% του συνόλου, σε βάρος των μεσαίων και των μεγάλων που περιορίζονται στο 6,51% και 1,28%, αντίστοιχα. Αντίθετα, το ποσοστό των εργαζομένων στη μικρή βιοτεχνία μειώνεται στο 51% του συνόλου, στις μεσαίες μονάδες παραμένει στάσιμο στο 19%, ενώ αυξάνεται στο 30% το σχετικό μέγεθος των απασχολούμενων στις μεγάλες βιομηχανικές μονάδες86.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από τις δύο απογραφές, διακρίνονται, σχηματικά, δύο μεγάλες ομάδες βιομηχανικών κλάδων87. Στην πρώτη ομάδα περιλαμβάνονται η υφαντουργία, η βιομηχανία καπνού, η χημική βιομηχανία και, ως ένα σημείο, η βιομηχανία χαρτιού. Στη δεύτερη ομάδα εντάσσονται οι κλάδοι της βιομηχανίας τροφίμων, της μηχανουργίας, της βιομηχανίας ξύλου, της βυρσοδεψίας και της βιομηχανίας ενδυμάτων.

Η πρώτη ομάδα χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, καθώς και από την παρουσία μεγάλων μονάδων. Με εξαίρεση τη χημική βιομηχανία, οι κλάδοι αυτοί ήταν εντάσεως εργασίας και χρησιμοποιούσαν σε μαζική κλίμακα τη νέου τύπου ανειδίκευτη εργασία, κυρίως τη γυναικεία. Αντίθετα, οι άνδρες

———————————

84. Δ. Αβραμίδης, «Πρόσφυγες και επαγγελματικός πληθωρισμός», Εργασία, τεύχ. 11, 22-3-1930, σ.3.

85. Βλ. Μ. Ρηγίνος, «Οι διακυμάνσεις των βιομηχανικών ημερομισθίων στην Ελλάδα, 1912-1936», Τα Ιστορικά, τεύχ. 5, Ιούνιος 1986, και ειδικότερα σ.164-176.

86. Γ.Σ.Υ.Ε., Απογραφή των καταστημάτων των βιομηχανικών και εμπορικών επιχειρήσεων ενεργηθείσα τον Σεπτέμβριον του 1930, Αθήνα 1934· βλ. και Μ. Ρηγίνος, Παραγωγικές δομές..., σ.119.

87. Στο ίδιο σ.120-125.

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/39.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

στους κλάδους αυτούς καταλάμβαναν θέσεις ειδικευμένων εργατών ή επιστατών, κατά κανόνα.

Το κοινό σημείο των κλάδων που συναποτελούν τη δεύτερη ομάδα είναι ο κατακερματισμός της παραγωγής σε μικρά εργαστήρια, που συμβαδίζει με την επιβίωση και την αναπαραγωγή των αρχαϊκών παραγωγικών δομών. Στους κλάδους αυτούς ο παραδοσιακά διαμορφωμένος τεχνίτης, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για τον αυτοαπασχολούμενο βιοτέχνη ή τον μισθωτό εργάτη, αποτελεί το ακριβότερο και αναντικατάστατο στοιχείο της παραγωγικής διαδικασίας. Η σημαντικότερη μερίδα των απασχολούμενων στους κλάδους αυτούς ήταν άνδρες, και οι περισσότεροι από αυτούς εργάζονταν στα μικρά βιοτεχνικά εργαστήρια. Εξάλλου, η μετακίνηση από το εργοστάσιο στο μικρό εργαστήριο, με άλλα λόγια η μετάβαση από το καθεστώς του εργάτη στο καθεστώς του μικροβιοτέχνη αποτελούσε συνηθισμένο φαινόμενο κατά την περίοδο που εξετάζεται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μηχανουργία. Ειδικότερα κατά τη δεκαετία του 1920 ιδρύθηκαν πολλά μικρά μηχανουργεία, λεβητοποιεία ή χυτήρια, ως επί το πλείστον. "Τα εργαστήρια ταύτα, μη έχοντα μεγάλα γενικά έξοδα και αρκούμενα εις μικρά κέρδη, ευρίσκουσι συμφέρουσαν την ανάληψιν εργασίας εις τιμάς ασύμφορους εις τα μεγαλείτερα μηχανουργεία." Επίσης, "πολλοί λεβητοποιοί τεχνίται έχουν εξελιχθεί εις εργολάβους επισκευών ατμόπλοιων, άνευ εργαστηρίου τινός μονίμου πλην των φορητών εργαλείων. Τας εργασίας αίτινες απαιτούσι χρήσιν μηχανημάτων εκτελούσιν εις τα διάφορα μικρά μηχανουργεία, συμβαλλόμενοι με αυτά"88.

Σύμφωνα με τη βιομηχανική απογραφή του 1920, το ποσοστό των απασχολουμένων που είχαν καταγραφεί ως εργάτες στον τομέα της μεταποίησης ανερχόταν στο 65,60% του συνόλου, ενώ το ποσοστό των ιδιοκτητών και των απασχολούμενων μελών της οικογενείας τους στο 30,90%89. Οι δύο αυτές βασικές ομάδες δεν συγκροτούν, όπως είναι φυσικό, ομοιογενή σύνολα, αλλά εμπεριέχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις, που οφείλονται στη διαφορετική οργάνωση της παραγωγής στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία, καθώς επίσης στον διαφορετικό τύπο εργασιακών σχέσεων που προϋποθέτει η διάσταση αυτή. Στην ομάδα των ιδιοκτητών πρέπει να γίνει η διάκριση μεταξύ εργοδοτών-διευθυντών και τεχνιτών-βιοτεχνών, κατόχων ενός μικροεργαστηρίου, στο οποίο αποτελούν και τον βασικότερο παραγωγικό συντελεστή. Επίσης, κάτω από την ένδειξη "εργάτες" συνυπάρχουν τόσο αυτοί που απασχολούνται στις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις με σύμβαση μισθωτής εργασίας, όσο και οι εργαζόμενοι στις μικρές βιοτεχνίες με σχέσεις μη καπιταλιστικού τύπου. Το μέγεθος του "βιομηχανικού προλεταριάτου", αν

———————————

88. Ν. Μικέλης, "Αι μηχανολογικαί της Ελλάδος βιομηχανίαι", Αρχιμήδης, αρ. 4, Απρ. 1924, σ.32.

89. Γ.Σ.Υ.Ε., Απογραφή των βιοτεχνικών... 1920· βλ. και Μ. Ρηγίνος, ό.π. σ.128.

Σελ. 39
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/40.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

υποθέσουμε ότι σε αυτό περιλαμβάνονται οι εργάτες των επιχειρήσεων με περισσότερα από 5 άτομα, αντιστοιχεί στο 35,92% των απασχολούμενων στο δευτερογενή τομέα. Το αντίστοιχο ποσοστό των "εργατών" που εργάζονται στα μικροεργαστήρια μέχρι 5 ατόμων είναι 51,80%. Τέλος, το 62% του συνολικού ανδρικού δυναμικού απασχολείται στη μικρή βιοτεχνία90. Τα στοιχεία της βιομηχανικής απογραφής του 1930 εμφανίζουν μικρή πτώση του ποσοστού της εξαρτημένης εργασίας, που αντιστοιχεί πλέον στο 62,92% του συνόλου υπέρ των ιδιοκτητών, που φτάνουν έτσι στο 33,58% των απασχολούμενων στον τομέα της μεταποίησης91. Το σημαντικό ποσοστό που εντάσσεται στη μικρή βιοτεχνία, μέσα από σχέσεις μαθητείας, συνεργασίας ή ακόμη με σχέσεις που απορρέουν από μηχανισμούς οικογενειακής αλληλεγγύης, όπως η απλήρωτη οικογενειακή εργασία, μπορεί να χαρακτηριστεί εν δυνάμει εργατικό δυναμικό, το οποίο σε μια άλλου τύπου αναπτυξιακή διαδικασία θα έτεινε να απορροφηθεί από την αγορά εργασίας. Από την άλλη πλευρά όμως, η αναζήτηση απασχόλησης στο εργοστάσιο συνιστά εναλλακτική λύση για τον μικροβιοτέχνη και τα μέλη της οικογενείας του, σε περιόδους εποχιακής δυσπραγίας. Σε τελευταία ανάλυση, θα υποστηρίζαμε ότι η μισθωτή εργασία δεν αποτελεί μόνιμη κατάσταση. Έτσι ο εργάτης μεταπηδά από τον ένα κλάδο της βιομηχανίας στον άλλο και συχνά από τη βιομηχανία στη γεωργία, και αντίστροφα92, "έως ότου μετά από διάστημα 10-15 χρονών σχηματίζει μικρόν κεφάλαιον, οπότε αποχωρεί εκ του εργοστασίου και ανοίγει κανένα μικρόν παντοπωλείο, λαχανοπωλείο ή εμπορικόν"93. Αυτή η επαγγελματική κινητικότητα καθορίζει και την ταξική ρευστότητα της ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται, δηλαδή, για μια κοινωνία με ασαφή ταξική οροθέτηση, που χαρακτηρίζεται από τις πολλαπλές απασχολήσεις των μελών της και αντιμετωπίζει τη χειρωνακτική εργασία, ιδιαίτερα με τη μισθωτή της μορφή, ως απαξία.

Από την ανάλυση που προηγήθηκε διαγράφονται και οι βασικές συνιστώσες που διαμορφώνουν τη ζήτηση για παιδικό εργατικό δυναμικό στον τομέα της βιομηχανίας και της βιοτεχνίας. Η πρώτη αφορά τη ζήτηση που προέρχεται από τους κλάδους όπου κυριαρχούν οι μεγάλες μονάδες παραγωγής, όπως είναι, πρωτίστως, η υφαντουργία, η βιομηχανία καπνού και η χημική βιομηχανία και, κατά δεύτερο λόγο, η βιομηχανία χαρτιού. Πρόκειται για ζήτηση ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, άμεσα παραγωγικού, που αμείβεται με την είσοδο του στο εργοστάσιο. Η ζήτηση αυτή που δημιουργεί ο σχετικός εκμηχανισμός του εργασιακού

———————————

90. Μ. Ρηγίνος, ό.π. σ.128.

91. Γ.Σ.Υ.Ε., Απογραφή των καταστημάτων... 1930, ό.π.· βλ. και Μ. Ρηγίνος, ό.π. σ.131.

92. Ανώνυμος, "Η ελληνική αντιπροσωπεία εις την διεθνή διάσκεψιν εργασίας", Βιομηχανική και βιοτεχνική επιθεώρησις, 1919, σ.328.

93. Ανώνυμος, "Οι ηλικιωμένοι εργάται", Βιομηχανική..., 1919, σ.301.

Σελ. 40
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/41.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

χώρου καλύπτεται μέσα από τους μηχανισμούς της αγοράς εργασίας. Η δεύτερη συνιστώσα της ζήτησης για παιδική εργασία αφορά τη ζήτηση που προέρχεται από τους παραδοσιακούς, θα λέγαμε, κλάδους, στους οποίους κυριαρχούν τα μικρά βιοτεχνικά εργαστήρια. Πρόκειται για εργατικό δυναμικό το οποίο, για να μπορέσει να καταστεί παραγωγικό στο πλαίσιο της συγκεκριμένης τεχνικής οργάνωσης εργασίας, έπρεπε να περάσει από μακρόχρονη περίοδο μαθητείας, στη διάρκεια της οποίας λάμβανε ως αμοιβή την εκμάθηση της τέχνης, που συμπληρωνόταν με υποτυπώδες χρηματικό μισθό και ίσως με ορισμένες παροχές σε είδος, όπως διατροφή και στέγη. Πιο συγκεκριμένα, το παιδί συνδύαζε την εργασία με την παραδοσιακού τύπου εκπαίδευση, προσβλέποντας σε μια επαγγελματική σταδιοδρομία ως ειδικευμένου τεχνίτη, και στην καλύτερη, αλλά όχι σπάνια, περίπτωση, ως βιοτέχνη. Με άλλα λόγια, έχουμε να κάνουμε με δύο διαφορετικές μορφές ζήτησης εργασίας, που οδηγούσαν σε διαφορετικού τύπου μορφές απασχόλησης, με διαφορετικές προοπτικές. Η ύπαρξη αυτής της διπλής δυνατότητας, όσον αφορά τις μορφές παιδικής απασχόλησης, επέβαλε την ύπαρξη διαφορετικών στρατηγικών από την πλευρά της προσφοράς παιδικής εργασίας, οι οποίες διαμορφώνονταν στο επίπεδο της οικογενείας και οδηγούσαν στην επιλογή της μιας ή της άλλης μορφής απασχόλησης.

2. Η προσφορά της παιδικής εργασίας. Ηλικία και λόγοι ένταξης των παιδιών στην παραγωγή

Η προσφορά της παιδικής εργασίας ή, αλλιώς, η απόφαση για την αναζήτηση απασχόλησης του παιδιού δεν εξαρτιόταν στις περισσότερες περιπτώσεις από το ίδιο το παιδί, αλλά διαμορφωνόταν στο πλαίσιο της οικογένειας, ανάλογα με τις ανάγκες ή τις κοινωνικές επιδιώξεις αυτής. Η οικονομική ανέχεια της οικογενείας ήταν ο πρώτος λόγος που ανάγκαζε το παιδί να αναζητήσει εργασία. Στην περίπτωση αυτή, η απασχόληση έπρεπε να έχει άμεση χρηματική απόδοση. Έτσι τα "άτεχνα" επαγγέλματα94 προσέλκυαν κυρίως τα παιδιά των φτωχότερων στρωμάτων. "Ο πτωχός βιοπαλαιστής, ο μη δυνάμενος να συντηρήση τα τέκνα του ίνα περατώσουν την 5ην και 6ην του δημοτικού σχολείου, άμα φθάσουν το 12ον έτος της ηλικίας των, αναγκάζεται ακουσίως να αναζητήση οιονδήποτε επάγγελμα ίνα απασχολήση αυτά..." Οι οικονομικές ανάγκες τον υποχρεώνουν «να προτιμήση το αμέσως επικερδέστερον (επάγγελμα), παραβλέπων το κοπιώδες και ανθυγιεινόν τούτου και καταδικάζων χάριν του κέρδους των πρώτων

———————————

94. Μαρία Σβώλου, "Η ελληνίδα εργάτρια", Ο Αγώνας της Γυναίκας, τεύχ. 7, Φεβρουάριος 1924, σ.3.

Σελ. 41
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/42.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

χρόνων το μέλλον του τέκνου του, το οποίον ούτω ουδέποτε γίνεται τεχνίτης»95.

Ο δεύτερος σημαντικός λόγος που οδηγούσε το παιδί να εργαστεί εγγράφεται στο πλαίσιο των παραδοσιακών οικογενειακών στρατηγικών για την επαγγελματική αποκατάσταση των νεαρών μελών τους, σε συνδυασμό με την έλλειψη κατώτερης τεχνικής εκπαίδευσης. Οι γονείς έστελναν τα παιδιά τους στο εργαστήριο για να μάθουν μια τέχνη και να δρομολογήσουν με τον τρόπο αυτό την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Επίσης η συγγενική αλληλεγγύη υποχρέωνε πολλές φορές το παιδί να εργάζεται στο εργαστήριο του πατέρα του, σε εποχιακή ή μόνιμη βάση, χωρίς ή με ελάχιστη χρηματική αμοιβή, θα λέγαμε ότι το ίδιο περίπου σχήμα που περιγράφεται εδώ συναντάται και στην περίπτωση της υπαίθρου, όπου η ζήτηση και η προσφορά εργασίας δημιουργούνται μέσα στην ίδια την οικογένεια, με τη στενότερη ή την ευρύτερη έννοιά της, ανάλογα με τις ανάγκες και τις δυνατότητες των μελών της.

Οι αποφάσεις αυτές στις περισσότερες περιπτώσεις αφορούσαν τα αγόρια, που αντιπροσώπευαν τους κυριότερους φορείς των οικογενειακών προσδοκιών για κοινωνική άνοδο. Άλλωστε, σύμφωνα με το κυρίαρχο σύστημα κοινωνικών αξιών, τα νεαρά αρσενικά μέλη έπρεπε να είναι σε θέση να αναλάβουν τη συντήρηση της μελλοντικής τους οικογένειας. Αντίθετα, τα κορίτσια ήταν προορισμένα να παντρευτούν και να γίνουν σύζυγοι, μητέρες και νοικοκυρές96. Έτσι το κορίτσι, που τις περισσότερες φορές αναγκαζόταν να εργαστεί για καθαρά οικονομικούς λόγους, έπρεπε να καταστεί άμεσα και πλήρως «εκμεταλλεύσιμο» κατά τη διάρκεια της μικρής επαγγελματικής ζωής του, που τελείωνε με το γάμο. Για το λόγο αυτόν, το βιομηχανικό εργοστάσιο αποτελούσε την πρώτη επιλογή για αναζήτηση απασχόλησης. Το γεγονός αυτό σημαίνει, ενδεχομένως, ότι το κορίτσι έπρεπε να αρχίζει να εργάζεται σε μικρότερη ηλικία από το αγόρι, και, κατά συνέπεια, σε βάρος της φοίτησής του στο δημοτικό σχολείο. Άλλωστε η εκπαίδευση του κοριτσιού δεν αναγνωριζόταν ως αξία και άρα δεν θεωρείτο αναγκαία από τα φτωχά στρώματα, σε αντίθεση πάντα με το αγόρι που, κατά την «κοινή συνείδηση», όφειλε να συμπληρώσει έστω τις στοιχειώδεις σπουδές του, ανεξάρτητα από τις οικονομικές συνθήκες της οικογένειας.

Ωστόσο δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ανήλικα κορίτσια που δεν είχαν συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας τους δούλευαν σε εργαστήρια ραφής γυναικείων φορεμάτων και καπέλων. Αυτά όμως «έχουσι λάβει την δημοτικήν 

———————————

95. Ι. Αναπλιώτης, «Επαγγελματική εκπαίδευσις», Η Εμπορεία, αρ.122, 11-6-1922, σ.3.

96. Όπως σημειώνει και ο Ε. Hobsbawm, «η γυναίκα όταν παντρευτεί ανήκει στην εργατική τάξη όχι ως εργάτρια, αλλά ως σύζυγος, μητέρα και νοικοκυρά εργατών», πρβλ. E.J. Hobsbawm, Worlds of labor, Λονδίνο 1984, σ.94. Βλ. επίσης Elizabeth Roberts, Women's work (1840-1940), Λονδίνο 1988, σ.15-17.

Σελ. 42
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/43.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

εκπαίδευσιν και ήδη επεδόθησαν εις την εκμάθησιν βιοποριστικού επαγγέλματος»97. Αρκετά από τα κορίτσια αυτά "έχουσιν ικανώς ευπόρους γονείς, έχουσιν ιδίαν οικίαν, έχουσι κτήματα, αλλ' αι μητέρες των τας στέλλουν εις καλήν τινα μοδίστρα διά να γίνουν οικοκυραί, να μάθουν να κόπτουν και να ράπτουν... να προσθέσουν και κάτι τι εις την προίκαν των, να γίνουν επιδέξιαι, να εξυπνήσουν. Θεωρούσι το ραπτικόν κατάστημα ως πρακτικόν τι κοινωνικόν σχολείον"98. Όμως, όπως παρατηρεί και η επιθεωρήτρια εργασίας Μ. Σβώλου, "η αναλογία των ανηλίκων κοριτσιών είναι υψηλή στα εργοστάσια κυτιοποιίας και στα ραφεία ανδρικών ενδυμάτων, όπου τα κορίτσια χρησιμοποιούνται σε βοηθητικές εργασίες, ενώ αντίθετα η αναλογία είναι χαμηλή στα εργαστήρια γυναικείων φορεμάτων, επειδή το επάγγελμα αυτό είναι τεχνικά δύσκολο, θέλει μακρόχρονη μαθητεία και η εργάτρια πληρώνεται γλίσχρα ώσπου να τελειοποιηθεί"99.

Σε τελευταία ανάλυση, θα υποστηρίζαμε ότι οι διαφορετικές λογικές που κυριαρχούσαν στις αποφάσεις της οικογενείας για την απασχόληση των αγοριών και των κοριτσιών καθορίζονταν από την κυρίαρχη αντίληψη σχετικά με τις σχέσεις των δύο φύλων και των ρόλων που καλούνταν να λάβουν στην κοινωνία.

Η παιδική εργασία είχε και μια εποχική διάσταση. Όπως σημειώνουν οι εκθέσεις των επιθεωρητών εργασίας, πολλοί μαθητές και μαθήτριες του δημοτικού απασχολούνταν κατά την περίοδο των καλοκαιρινών διακοπών σε κυτιοποιεία, κεραμοποιεία και άλλα μικροεργαστήρια. Αυτά "εργάζονται ως επί το πλείστον εις τα εργαστήρια του πατρός των ή εν γένει της οικογενείας των, από της διακοπής μέχρι της ενάρξεως των σχολείων"100.

Με τη δημιουργία των πρώτων βιομηχανικών εργοστασίων, κατά τη δεκαετία του 1870, η ηλικία εισόδου των νεαρών εργατριών στο εργοστάσιο 

———————————

97. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Επιθεώρησις Εργασίας, Εκθέσεις και πεπραγμένα σώματος επιθεωρήσεως εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων και των συνθηκών εργασίας εν Ελλάδι κατά το 1933, Αθήνα 1935, σ.53.

98. Α. Κουρτίδης, "Αι εργάτιδες των Αθηνών", Εστία, αρ. 405, 2-10-1883, σ.632-633. Ήδη από το 1855 στη σχολή του Αμαλίειου Ορφανοτροφείου τα νεαρά κορίτσια διδάσκονταν τις "γυναικείες τέχνες" που έπρεπε να γνωρίζει μια καλή νοικοκυρά της μεσαίας τάξης, όπως ραπτική, υφαντική, κέντημα, μαγειρική κ.ά. Πρβλ. Lydia Sapounakis-Drakakis, La Grèce urbaine et rurale (1835-1875): consommations et revenus, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Paris I, Παρίσι 1989, σ.141. Η πρακτική αυτή ήταν πολύ συνηθισμένη στις προβιομηχανικές κοινωνίες της Ευρώπης. Για παράδειγμα, στη Γαλλία του 15ου αιώνα κόρες δικηγόρων, εμπόρων και άλλων αστών επαγγελματιών μαθήτευαν δίπλα σε ράπτριες, όχι για να εξασκήσουν την τέχνη, αλλά για να έχουν μια ασχολία και να αποφεύγουν έτσι την τεμπελιά. Βλ. Η. Hauser, Ouvriers du temps passé (XVe-XVIe siècles), Παρίσι 1899, σ.35.

99. Μαρία Σβώλου, ό.π. σ.3.

100. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Εκθέσεις... 1933, σ.20, 53-54.

Σελ. 43
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/44.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

υπολογίζεται στα 12-14 χρόνια, ενώ αργότερα το όριο αυτό μειώνεται101. Στο κλωστήριο του Αυγινού "είναι τόσον παρήγορον το θέαμα των εργαζομένων αυτών εκεί μικρών ονταρίων, ων το ανάστημα μόλις υπερβαίνει το μέγεθος των ατράκτων ους μετά τόσης δεξιοτεχνίας χειρίζονται..."102. Σύμφωνα, εξάλλου, με μια έκθεση του γάλλου πρόξενου στον Πειραιά το 1891, τα κορίτσια έμπαιναν στα εργοστάσια σε ηλικία 10 χρόνων103. Το εργοστάσιο κατασκευής παιγνιόχαρτων του Ασπιώτη στην Κέρκυρα απασχολούσε το 1887 κορίτσια ηλικίας 8 χρόνων104.

Ο Percy Martin το 1910 αναφέρει ότι σε πολλά εργοστάσια, και ειδικότερα στη Θεσσαλία, την Αρκαδία και τη Μεσσηνία, εργάζονταν αγόρια ηλικίας 8-10 χρόνων και κορίτσια 6-7 χρόνων. Προσθέτει επίσης ότι "τα πενιχρά ημερομίσθιά τους, που κυμαίνονταν από 50 λεπτά έως 1 δραχμή, γίνονται δεκτά με ανακούφιση γιατί συνέβαλλαν έστω και λίγο στα περιορισμένα έσοδα της οικογενείας τους"105. Τα αρτοποιεία απασχολούσαν, ως μαθητευόμενους και υπηρέτες, παιδιά, αγόρια κυρίως, 12-15 χρόνων106. Στις οικοδομές εργάζονταν ως μαθητευόμενοι αγόρια ηλικίας 11-13 χρόνων, με πρώτο εβδομαδιαίο μισθό 2 δραχμές107. Οι εργάτες βυρσοδέψες, λόγω του χαμηλού ημερομισθίου τους, αναγκάζονταν να εισάγουν τα παιδιά τους από πολύ νεαρή ηλικία (πολλές φορές από 10 χρόνων) στα βυρσοδεψεία. "Οι δε εργοδόται ευρίσκουν συμφέρουσαν την πρόσληψιν τοιούτων αρχαρίων, διά τους οποίους παρέχουν εξευτελιστικόν ημερομίσθιον 1 δραχμής ή και κατώτερον, προοδεύοντες δε ούτοι καταλαμβάνουν τας θέσεις των ενηλίκων εργατών, οι οποίοι ακολούθως αποβάλλονται της εργασίας."108 Η συγκυρία των πολέμων την περίοδο 1912-1922 είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της προσφοράς παιδικής εργασίας που κατευθυνόταν στα εργοστάσια. Οι λόγοι που υποχρέωναν τα ανήλικα παιδιά, πολλές φορές κάτω των 14 χρόνων, να αναζητήσουν δουλειά ήταν η οικονομική ανέχεια των οικογενειών τους, λόγω των συχνών επιστρατεύσεων και της μακρόχρονης στράτευσης. "Ως αναφέρεται εις όλας τας εκθέσεις του προσωπικού της επιθεωρήσεως εργασίας, από του 1917 μέχρι σήμερον ο αριθμός των εν τη βιομηχανία και βιοτεχνία απασχολουμένων ανηλίκων αμφοτέρων των φύλων διαρκώς αυξάνει και αι αφορμαί είναι ευνόητοι. Η

———————————

101. I. Bafounis, La formation d'une ville nouvelle, le Pirée au XIXe siècle (1835-1879), διδακτορική διατριβή 3ου κύκλου, Πανεπιστήμιο Paris IV, Παρίσι 1986, σ.355.

102. Νέα Εφημερίς, 31-10-1889, τεύχ. 304, σ.7.

103. Στο ίδιο.

104. Μ. Μητσάκης, "Έν βιομηχανικόν κατάστημα", Εστία, αρ. 587, 29-3-1887, σ.203.

105. Martin Percy, La Grèce Nouvelle, Παρίσι 1911, σ.179.

106. Εργατικό Κέντρο Αθηνών, Οι εργάται της Ελλάδος προς την Διπλήν Βουλήν των Ελλήνων, Αθήνα 191, σ.6.

107. Στο ίδιο σ.12.

108. Στο ίδιο σ.20.

Σελ. 44
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/45.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

Κατανομή των εργατριών στα κλωστοϋφαντουργεία του Πειραιά

κατά ηλικίες, 1921

Ηλικία

Αριθμός εργατριών

% συνόλου

1 2 χρονών

44

2,26

12-14

149

7,64

15-18

756

38,79

18-22

552

28,32

22 +

448

22,99

Σύνολο

1.949

100,00

ΠΗΓΗ: ΥΕΟ, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού επιθεωρήσεως εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων Έτος 1921, Αθήνα 1923, σ.82

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

Διάρκεια απασχόλησης των εργατριών στα κλωστουφαντουργεία του Πειραιά, 1921

Διάρκεια σε έτη

Αριθμός εργατριών

% συνόλου

έως 1

261

13,39

1-3

249

12,78

3-5

446

22,88

5-10

414

21,24

10-15

294

15,08

15 +

285

14,62

Σύνολο

1.949

100,00

ΠΗΓΗ: ό.π.

Σελ. 45
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/46.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

πολεμική περίοδος επέφερεν την αύξησιν των ειδών διατροφής, ενδυμασίας, ενοικίου, θερμάνσεως, φωτισμού, ιατρικής περιθάλψεως, το ημερομίσθιον του προστάτου της οικογενείας ανήλθεν, αλλά όχι τόσον ώστε να είναι δυνατόν να επαρκή εις την πληρωμήν όλης της απαιτουμένης δαπάνης προς συντήρησιν της πολυμελούς οικογενείας του. Η χήρα μητέρα, ήτις πριν, ίσως διά της ατομικής και τινος τέκνου της εργασίας, επήρκει προς συντήρησιν των μικροτέρων, δεν επαρκεί πλέον, και ο ένας και ο άλλος αναγκάζονται να απασχολήσουν και τα ανήλικά των. Το ίδιο πράττει η σύζυγος του στρατιώτου του μετώπου, η χήρα τούτου μητέρα, η χήρα του στρατιώτου, ο πρόσφυξ της Ιωνίας, του Πόντου, της Ρωσίας..."109

Από έρευνα της Επιθεώρησης Εργασίας της Αθήνας, το 1921, διαπιστώθηκε ότι από τα 97 ανήλικα παιδιά και των δύο φύλων ηλικίας κάτω των 12 χρόνων που εργάζονταν σε βιομηχανικά εργοστάσια της Αθήνας, τα 85 ήταν ορφανά από πατέρα ή μητέρα ή και από τους δύο γονείς. Τα υπόλοιπα ανήκαν σε οικογένειες όπου ο πατέρας ήταν ασθενής ή ανίκανος για συνεχή εργασία ή τέλος εξασκούσε "ανάξιον λόγου και άτεχνον επάγγελμα, όπως π.χ. μικροπωλητής"110.

Αναφέρει χαρακτηριστικά η επόπτρια Άννα Μακροπούλου: "Εσημείωσα περίπτωσιν καθ' ην δύο ανήλικα, το έν άρρεν ηλικίας 10 χρονών και το έτερον θήλυ 12 χρονών, εργάζονται διά να διαθρέψουν τυφλόν πατέρα και μικρότερα αδέλφια..."111. Επίσης, σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε την ίδια χρονιά για την κλωστοϋφαντουργία του Πειραιά, προκύπτει ότι το 10% των εργατριών είχε ηλικία μικρότερη των 14 χρόνων, ενώ μόνο το 19,92% ήταν πάνω από 22 χρόνων (βλ. Πίνακα 1). Επίσης το 24% των εργατριών είχε ορφανέψει από πατέρα, το 9% από μητέρα και το 8% και από τους δύο γονείς. Το ημερομίσθιο των εργατριών αυτών ήταν η μοναδική πηγή εισοδήματος της οικογενείας τους. Παράλληλα, οι περισσότερες μη ορφανές εργάτριες, που αποτελούσαν το 39% του συνόλου, ανήκαν σε πολυμελείς οικογένειες με 6 έως 10 και καμιά φορά 12 και 14 άτομα. Από τους γονείς, "οι πλείστοι, μέθυσοι όντες, σπαταλώσι τα πάντα εις οινοπνευματώδη ποτά και οι μητέρες των ατυχών τούτων υπάρξεων αναγκάζονται να ρίπτωσι ταύτας εις τον αγώνα της βιοπάλης από πολύ μικράς ηλικίας, διά ν' ανακουφισθώσιν εις τας δαπάνας και ν' αναπληρώσωσιν ό,τι η σπατάλη του συζύγου αφίνει κενόν"112. Από τις 756 εργάτριες ηλικίας 14-18

———————————

109. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού Επιθεωρήσεως Εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων, έτος 1921, Αθήνα 1923, σ.14. Βλ. και Α. Μπεναρόγια, "Επαγγελματικός αγών του ελληνικού προλεταριάτου", Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου, Αθήνα 1975, σ.212.

110. Στο ίδιο σ.66.

111. Άννα Μακροπούλου, "Από την εργασία της γυναίκας και του παιδιού", Ο Αγώνας της Γυναίκας, τεύχ. 50-51, Αύγ. 1927, σ.3.

112. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Εκθέσεις... 1921, σ.83.

Σελ. 46
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/47.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΠΙΝΑΚΑΣ 3 Α

Άνδρες Εργαζόμενοι στη βιομηχανία/βιοτεχνία της Αθήνας, 1926

Κλάδοι

Αριθμός επιχ/σεων

Σύνολο εργατών

Εργάτες 12-13 χρ.

% συνόλου

Εργάτες 14-18 χρ.

% συνόλου

Κλωστ., Υφαντήρια

35

902

78

8,65

163

18,07

Μεταξουργεία

12

295

67

22,71

74

25,08

Ταπητουργεία

55

201

-

-

-

-

Καλτσ/εiα, Φανελ/εία

37

75

2

2,67

3 -

4,00

Πιλοποιεία

27

258

12

4,65

56

21,71

Κυτιοποιεία

51

275

67

24,36

41

14,91

Σύνολο

217

2.006

226

11,27

337

16,80

ΠΗΓΗ: ΓΣΥΕ, Μηνιαίον στατιστικόν δελτίον, 1930

ΠΙΝΑΚΑΣ 3 Β

Γυναίκες Εργαζόμενες στη βιομηχανία / βιοτεχνία της Αθήνας, 1926

Κλάδοι

Αριθμός επιχ/σεων

Σύνολο εργατριών

Εργάτριες 12-13 χρ.

% συνόλου

Εργάτριες 14-18 χρ.

% συνόλου

Κλωστ , Υφαντήρια

35

3.977

504

12,67

1.314

33,04

Μεταξουργεία

12

1.986

315

15,86

884

44,51

Ταπητουργεία

55

5447

921

16,91

1.796

32,97

Καλτσ/εία, Φανελ/εία

37

1.151

62

5,39

181

15,73

Πιλοποιεία

27

777

67

8,62

290

37,32

Κυτιοποιεία

51

1.677

507

30,23

651

38,82

Σύνολο

217

15.015

2.376

15,82

5.116

34,07

ΠΗΓΗ: ό.π.

Σελ. 47
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/48.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΠΙΝΑΚΑΣ 4

Οικογενειακή κατάσταση εργατριών στη βιομηχανία, 1926

Κλάδοι

Σύνολο εργατ.

Χήρες

% συν.

Έγγαμες

% συν.

Με γονείς

% συν.

Χωρίς γονείς

% συν

Χωρίς πατέρα

συν.

Κλωστοϋφαντ.

3997

384

9,63

464

11,67

953

23,96

963

24,21

1 214

30,53

Μεταξουργεία

1986

322

16,21

93

4,68

658

33,13

187

9,42

726

36,56

Ταπητουργεία

5447

1.247

22,89

426

7,82

548

10,06

1.217

22,34

2009

36,88

Καλτσοποιεία

1 151

92

7,99

21

1,82

266

23,11

395

34,32

377

32,75

Πιλοποιεία

777

60

7,72

45

5,79

276

35,52

81

10,42

315

40,54

Κυτιοποιεία

1.677

37

2,21

5

0,30 655

39,06

168

10,02

812

48,42

Σύνολο

15015

2141

14,26

1054

7,02

3356

22,35

3011

20,05

5453

36,32

ΠΗΓΗ: ΓΣΥΕ, Μηνιαίον Στατιστικόν Δελτίον, Ιαν. -Δεκ. 1930, σ.58

ΣΧΗΜΑ 1

Οικογενειακή κατάσταση δείγματος 15.015 εργατριών, 1926

Σελ. 48
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/49.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

χρόνων, οι 417 εργάζονταν ένα έως τρία χρόνια και οι υπόλοιπες τρία έως πέντε χρόνια. Η μέση ηλικία εισόδου των εργατριών στο εργοστάσιο ήταν τα 10-12 χρόνια, ενώ είναι αρκετές οι περιπτώσεις όπου το κορίτσι αναγκαζόταν να εργαστεί από την ηλικία των 7-8 χρόνων113.

Η παρουσία μεταξύ των προσφύγων της Μικράς Ασίας μεγάλου αριθμού παιδιών ορφανών από τον ένα ή και από τους δύο γονείς συνέβαλε στην όξυνση του φαινομένου της εργασίας των παιδιών114. Ο τμηματάρχης στο Γραφείο Εργασίας της Κοινωνίας των Εθνών, A. Tixier, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ακρόπολις της 21-9-1929 αναφέρει: "Εκείνο το οποίον μου επροξένησε οδυνηροτάτην κυριολεκτικώς εντύπωσιν, όταν επεσκέφθην τα ελληνικά εργοστάσια, είναι ο μέγας αριθμός των εις αυτά εργαζομένων ανηλίκων ηλικίας 9-11 χρονών, τα οποία χρησιμοποιούνται εις τας πλέον δυσκόλους εργασίας, πληρωνόμενα 8-10 και 12 δραχμάς ημερησίως! Μου εδόθη η εξήγησις ότι πρόκειται περί ορφανών, προσφύγων ως επί το πλείστον, και ότι πρέπει να εργάζονται διά να ζήσουν... Τα ανήλικα αυτά αμφοτέρων των φύλων, εργαζόμενα υπό δυσμενεστάτας συνθήκας, 11 πολλάκις ώρας το ημερονύκτιον, εξασθενίζουν, η ανάπτυξίς των σταματά και εις το τέλος γίνονται φυματικά"115.

Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε το 1926 σε βιομηχανίες και βιοτεχνίες της Αθήνας και του Πειραιά η Επιθεώρηση Εργασίας (Πίνακες 3α, 3β), μεταξύ των 17.021 εργαζομένων (2.006 ανδρών και 15.015 γυναικών) υπήρχαν 226 αγόρια και 2.309 κορίτσια ηλικίας 9-13 χρόνων. Από τον Πίνακα 4 (βλ. επίσης σχ. 1), συνάγεται ότι τα κορίτσια που αναγκάζονταν να εργαστούν ήταν στη συντριπτική τους πλειονότητα ορφανά, είτε από πατέρα είτε και από τους δύο γονείς. Τα μεγαλύτερα ποσοστά απασχόλησης ορφανών εμφανίζονται στα καλτσοποιεία (67,07%), στα ταπητουργεία (59,22%) και στα κυτιοποιεία (58,42%). Στα κυτιοποιεία τα ποσοστά των ανήλικων παιδιών ήταν υψηλότερα από τους υπόλοιπους κλάδους, επειδή η εργασία δεν απαιτούσε μαθητεία και απέφερε ημερομίσθιο με την είσοδο στο εργοστάσιο, γεγονός που σε άλλα επαγγέλματα ήταν εφικτό μετά από δύο έως τρία χρόνια μαθητείας116. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα 574 εργαζόμενα παιδιά και των δύο φύλων ηλικίας κάτω

———————————

113. Στο ίδιο.

114. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, "Les conditions de travail des salariés de l'industrie et du commerce et leurs consequences au point de vue sanitaire", Αρχείο Βενιζέλου, φάκ. 68, σ.2. Σύμφωνα με μια πρώτη επίσημη στατιστική της 15ης Δεκ. 1922, τα παιδιά, οι γυναίκες και οι γέροι αποτελούσαν το 85% του ελληνικού πληθυσμού των προσφύγων. Πρβλ. Ανώνυμος, "Οι πρόσφυγες εν Ελλάδι", Πλούτος, αρ. 380/381, 30-12-1922, σ.298.

115. Πρβλ. Γ. Κορδάτος, Εισαγωγή εις την ιστορίαν της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας, Αθήνα 1977, σ.82.

116. Άννα Μακροπούλου, "Από την εργασία της γυναίκας και του παιδιού", ό.π. σ.3.

Σελ. 49
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/50.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

των 13 χρόνων, τα 398 (69,34%) ήταν ορφανά από πατέρα ή και από τους δύο γονείς117. Όπως ήταν φυσικό, το ημερομίσθιο των παιδιών αυτών συνιστούσε βασικό μέρος του οικογενειακού εισοδήματος. Στα ταπητουργεία υπήρχαν 921 (17%) κορίτσια ηλικίας 7-13 χρόνων, τα οποία εργάζονταν μαζί με τις χήρες μητέρες τους118. Στα μεταξουργεία, από τα 67 αγόρια και τα 315 κορίτσια ηλικίας 9-13 χρόνων, τα 244 ανήκαν "εις απορφανισθείσας οικογενείας και εργάζονται διά να προσπορισθώσι τον ίδιον άρτον και πολύ συχνά της χηρός μητρός τους και των άλλων μελών της οικογενείας των". Επίσης, υπήρχαν χήρες που η οικονομική τους κατάσταση τις ανάγκαζε να παίρνουν τα ανήλικα παιδιά τους στο εργοστάσιο, "αφού εις το σχολείον δεν είναι δυνατόν να τα στείλουν, διότι εξάλλου έχουν ανάγκην και του μικρού των ημερομισθίου και ούτω είναι υποχρεωμέναι να τα ρίπτουν εις την πρόωρον σπατάλην των μικρών των δυνάμεων"119.

3. Αριθμοί: Η κατανομή της παιδικής εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία

Οι στατιστικές πληροφορίες της εποχής δεν επιτρέπουν τον ακριβή προσδιορισμό της έκτασης της παιδικής εργασίας στον τομέα της μεταποίησης. Ειδικότερα, η ύπαρξη πλήθους μικροεργαστηρίων και οι παραδοσιακές -συγγενικού τις περισσότερες φορές τύπου- παραγωγικές σχέσεις που κυριαρχούσαν δημιουργούσαν ένα χώρο απροσπέλαστο σε οποιαδήποτε προσπάθεια στατιστικής απογραφής. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει και ο Σ. Κορώνης, το 1913, ήταν σχεδόν αδύνατο να διαπιστωθεί έστω και κατά προσέγγιση ο αριθμός των παιδιών που εργάζονταν στα εργαστήρια ενδυμάτων και στα υποδηματοποιεία, και αυτό "αφ' ενός, διότι πλείστα των τοιούτων καταστημάτων δεν φέρουσι επιγραφή και, αφ' ετέρου, διότι πολλαχώς αι εργασίαι αυταί φέρουν τον χαρακτήρα οικιακής βιοτεχνίας"120. Επιπλέον, η απουσία μητρώων και ληξιαρχικών πράξεων, ειδικότερα για τα κορίτσια, καθιστούσε ιδιαίτερα προβληματική κάθε προσπάθεια εκτίμησης της πραγματικής ηλικίας των ανήλικων εργατριών, ακόμη και αυτών που

———————————

117. Στο ίδιο.

118. Μαρία Σβώλου, "Οι εργάτριες ταπητουργίας", Ο Αγώνας της Γυναίκας, τεύχ. 41, Μάρτιος 1927, σ.1. Βλ. και Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, "Les conditions de travail...", ό.π. σ.2.

119.Άννα Μακροπούλου, "Η γυναίκα στην εργασία. Οι όροι της εργασίας των γυναικών εις τα μεταξουργεία", Ο Αγώνας της Γυναίκας, τεύχ. 61, Ιαν. 1928, σ.4.

120. Σ. Κορώνης, "Παρατηρήσεις τινές επί του αριθμού των εν Ελλάδι εις βιομηχανικάς, μεταλλευτικάς και υπαιθρίους εργασίας απασχολουμένων παιδιών, νεαρών προσώπων και γυναικών", Δελτίον του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, τεύχ. 4, Δεκ. 1914, σ.5.

Σελ. 50
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/51.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

απασχολούνταν στις μεγάλες βιομηχανικές μονάδες. Μια τελευταία διαπίστωση είναι ότι τα ποσοτικά δεδομένα που παρέχουν οι στατιστικές δεν φανερώνουν παρά την ορατή πλευρά του προβλήματος. Πιο πίσω υπάρχει ένας κόσμος παραγωγής αόρατος στο περιορισμένο οπτικό πεδίο της στατιστικής έρευνας. Πρόκειται για το μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητευομένων, για τα κορίτσια που δούλευαν φασόν στο σπίτι κάτω από σχέσεις υπεργολαβίας, για την απλήρωτη εργασία των παιδιών στην οικογενειακή μικροεπιχείρηση. Αυτές και άλλες μορφές εργασίας αντιστοιχούν σε ένα μη- ή ημί-προλεταριοποιημένο και χωρίς σταθερή απασχόληση εργατικό δυναμικό, το οποίο δεν εντάσσεται στην ιδεολογικά καθορισμένη λογική των στατιστικών κατηγοριοποιήσεων. Ωστόσο, η παρουσίαση των ποσοτικών δεδομένων από τις βιομηχανικές απογραφές και οι έρευνες των επιθεωρητών εργασίας αποδεσμεύουν σημαντικές πληροφορίες —σε επίπεδο τάξεων μεγέθους πάντα—κυρίως σε ό,τι αφορά την κατανομή των παιδιών στους διάφορους βιομηχανικούς κλάδους, ενισχύοντας έτσι τις υποθέσεις σχετικά με τα κίνητρα που οδηγούν ανήλικα αγόρια και κορίτσια στην αναζήτηση εργασίας.

Οι αρχικές πληροφορίες για αριθμούς εργαζόμενων παιδιών είναι σποραδικές και αναφέρονται στα πρώτα βιομηχανικά εργοστάσια. Το 1874 τα τέσσερα βαμβακουργεία της Λειβαδιάς απασχολούσαν περίπου 100 παιδιά, όλα αγόρια, «από της μικροτέρας ηλικίας, καθ' ην δύνανται να προσφέρωσιν εργασίαν τινά». Τα παιδιά εργάζονταν 14 ώρες, από το πρωί μέχρι το βράδυ, με ένα διάλειμμα το μεσημέρι και μερικές φορές χωρισμένα σε πρωινές και βραδινές βάρδιες. Τα περισσότερα προέρχονταν από τα γύρω χωριά και έμεναν πολλά μαζί σε ενοικιαζόμενα δωμάτια, έτρωγαν σε μικρά «εργατικά ξενοδοχεία» και τις Κυριακές «διασκέδαζαν και ατακτούσαν»121.

Για την ίδια εποχή, η Χριστίνα Αγριαντώνη υπολογίζει ότι ο συνολικός αριθμός των εργατών και στα τέσσερα εργοστάσια ανερχόταν, περίπου, σε 140 άτομα122. Αν συνδυάσουμε τις δύο πληροφορίες, υπολογίζεται ότι τα «αγόρια» ανέρχονταν στο 72% του συνόλου των εργαζομένων. Το ποσοστό αυτό, εντυπωσιακό καταρχάς, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φυσιολογικό, αν λάβουμε υπόψη ότι στη σύνθεση του εργατικού δυναμικού είναι εμφανής η απουσία των γυναικών και για το λόγο αυτόν τα αγόρια έπρεπε να αναλαμβάνουν μόνα τους την κάλυψη των θέσεων της ανειδίκευτης εργασίας.

Ο Α. Μανσόλας δίνει για το 1875 μια πρώτη συγκεντρωτική εικόνα του αριθμού των εργαζόμενων αγοριών και κοριτσιών (χωρίς προσδιορισμό της ηλικίας) στα ατμοκίνητα βιομηχανικά εργοστάσια (βλ. Πίνακα 5). Η εικόνα αυτή πρέπει να απέχει αρκετά από τις πραγματικές διαστάσεις που είχε η απασχόληση

———————————

121. Ανώνυμος, «Εργατικοί παίδες», Οικονομική Επιθεώρησες, τεύχ. 17, Ιούλ. 1874, σ.196-197.

122. Χριστίνα Αγριαντώνη, ό.π. Πίνακας 12β, σ.407.

Σελ. 51
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/52.gif&w=600&h=39327. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΠΙΝΑΚΑΣ 5

Εργαζόμενοι στη βιομηχανία / βιοτεχνία, 1875

                                                         Άνδρες

Γυναίκες

Κλάδοι

Σύνολο εργαζομένων

Άνδρες

Σύνολο ανδρών

% συνόλου

% ανδρών

Γυναίκες

Σύνολο γυναικών

% συνόλου

% γυναικών

Κλωστήρια

1.085

236

489

21,75

48,26

161

608

14,84

26,48

Μεταξουργεία

869

50

-

-

304

819

34,98

37,12

Αλευρόμυλοι

815

52

807

6,38

6,44

-

8

-

-

Ελαιοτριβεία

202

6

202

2,97

2,97

-

-

-

Μηχανουργεία

342

128

342

37,43

37,43

-

-

-

Βυρσοδεψεία

786

90

786

11,45

11,45

-

-

-

Εκκοκκιστήρια

136

24

115

17,65

20,87

21

-

-

Υφαντήρια

238

9

54

3,78

16,67

-

184

-

-

Μεταλ/γικά εργοστάσια

1.904

-

1.904

-

-

-

-

-

Μεταλλευτικά εργοστάσια

318

-

318

-

-

-

-

-

Θειορυχείο

72

2

70

2,78

2,86

-

-

-

Αγγειοπλαστεία

114

15

95

13,16

15,79

13

6

11,40

216,67

Υαλουργεία

197

29

137

14,72

21,17

26

34

13,20

76,47

Οινοποιεία

41

-

35

-

-

-

6

-

-

Πνευματοποιεία

22

4

22

18,18

18,18

-

-

Σαπωνοποιεία

14

-

11

-

-

-

1

-

-

Πυριτιδοποιεία

28

7

28

25,00

25

-

-

Διάφορα

159

28

132

17,61

21,21

20

27

12,58

74,07

Σύνολο

7.342

630

5.597

8,58

11,26

524

1.714

7,14

30,57

ΠΗΓΗ: Α. Μανσόλας, Απογραφικαί πληροφορίαι περί των εν Ελλάδι ατμοκινήτων βιομηχανικών καταστημάτων, Αθήνα 1876

Σελ. 52
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/53.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

των παιδιών, ιδιαίτερα στις μικρές βιοτεχνίες. Από την άλλη πλευρά, όμως, παρουσιάζει τις τάσεις που άρχιζαν να διαμορφώνονται στη μόλις σχηματιζόμενη αγορά παιδικής εργασίας. Τα αγόρια απασχολούνταν κυρίως στα κλωστήρια (37%), στα μηχανουργεία (20,32%) και στα βυρσοδεψεία (14,29%). Τα κορίτσια εμφανίζονται να απασχολούνται μόνο σε δύο κλάδους, στα μεταξουργεία (58,02%) και τα κλωστήρια (30,73%). Είναι ενδεικτικό ότι το ποσοστό των αγοριών που απασχολούνταν στα κλωστήρια, προφανώς σε θέσεις ανειδίκευτης εργασίας, είναι μεγαλύτερο από το ποσοστό των κοριτσιών. Φαίνεται ότι, στην κοινωνική συνείδηση, η απομάκρυνση των κοριτσιών από το χώρο του σπιτιού δεν είχε βρει ακόμη μεγάλη αποδοχή. Ωστόσο η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει. Τη δεκαετία του 1870, οι μετανάστες που έρχονταν στον Πειραιά για αναζήτηση εργασίας συνοδεύονταν όχι μόνο από τους γιους αλλά και από τις κόρες τους123.

Το 1898 η υφαντουργία του Αυγινού απασχολούσε 300 εργάτριες από την Ύδρα, τον Πόρο και τις Σπέτσες. Από αυτές, το 90% είχε ηλικία μεταξύ 12-20 χρόνων, ενώ υπήρχαν και εργάτριες ηλικίας κάτω των 12 χρόνων124.

Στη βιομηχανική απογραφή του 1920 καταγράφηκαν 16.380 αγόρια και 8.640 κορίτσια κάτω των 18 χρόνων, που αποτελούσαν το 26% του συνόλου των εργαζομένων στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία (βλ. Πίνακες 6α, 6β κειμένου και παράρτ. 1 έως 3). Τα αγόρια απασχολούνταν κυρίως στη βιομηχανία δέρματος (35,99%), στη μηχανουργία (16%), στη βιομηχανία τροφίμων (14,56%) και λιγότερο στη βιομηχανία ξύλου και τη βιομηχανία ενδυμάτων (βλ. και σχ. 2α). Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, οι κλάδοι αυτοί χαρακτηρίζονταν από την πολυδιάσπαση της παραγωγής σε μικρά εργαστήρια και την επιβίωση του προβιομηχανικού τρόπου παραγωγής, με επίκεντρο τον τεχνίτη. Παράλληλα, η αναπαραγωγή της ειδικευμένης εργατικής δύναμης, λόγω της σχεδόν ανύπαρκτης τεχνικής εκπαίδευσης, γινόταν με τον παραδοσιακό τρόπο της μαθητείας, απαλλαγμένης —έστω σε θεσμικό επίπεδο— από τους συντεχνιακούς καταναγκασμούς.

Τα αγόρια, στην πλειονότητά τους (58,88%), εργάζονταν στις επιχειρήσεις που απασχολούσαν λιγότερα από 5 άτομα (βλ. και σχ. 3α). Τα ποσοστά ανέρχονταν στο 79% για τη βιοτεχνία ενδυμάτων και στο 69% για τη βιοτεχνία δέρματος. Ενδεικτικά, και σύμφωνα με τα ποσοτικά στοιχεία που περιέχονται στις εκθέσεις των επιθεωρητών εργασίας για την Αθήνα το 1921, τα αγόρια απασχολούνταν σε αρτοποιεία, υποδηματοποιεία, σιδηρουργεία, ξυλουργεία κ.α. (βλ. Πίνακα 7, παράρτ.)125. Ο μέσος όρος των εργαζομένων στα εργαστήρια αυτά

———————————

123. I. Bafounis, ό.π. σ.355.

124. Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται αι γυναίκες μας», Δημοσιεύματα, τ. 4, Αθήνα 1903, σ.34.

125. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα στοιχεία αυτά έχουν προκύψει από τις τυχαίες 

Σελ. 53
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/54.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΠΙΝΑΚΑΣ 6Α

Κατανομή των εργαζομένων - 18 χρόνων κατά βιομηχανικούς κλάδους (σύνολο), 1920

  Αγόρια

Κορίτσια

Κλάδοι

Σύνολο

%

Σύνολο

%

Βιομηχανία τροφίμων

2.385

14,56

643

7,44

Χημική βιομηχανία

382

2,33

154

1,78

Κατεργασία ορυκτών

421

2,57

114

1,32

Παραγωγή κιν. δύναμης

149

0,91

-

0,00

Μεταλλουργία, Μηχανουργία

2.622

16,01

130

1,50

Βιομηχανία ξύλου

1.497

9,14

126

1,46

Βιομηχανία δέρματος

5.895

35,99

415

4,80

Υφαντουργία

550

3,36

2.043

23,65

Βιομηχανία ενδυμάτων

1.201

7,33

3.418

39,56

Βιομηχανία χαρτιού

612

3,74

845

9,78

Βιομηχανία καπνού

666

4,07

752

8,70

Σύνολο

16.350

100,00

8.640

100,00

ΠΗΓΗ: ΓΣΥΕ, Απογραφή των βιοτεχνικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων, 18-12-1920, Αθήνα 1926

Σελ. 54
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μορφές παιδικής εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία (1870-1940)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 35
    27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

    Η παιδική εργασία στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία.

    Οικονομικές προϋποθέσεις, κοινωνικές στρατηγικές και η "μαρτυρία" των αριθμών

    1. Το φαινόμενο "ελληνική εκβιομηχάνιση": Ο θρίαμβος της συγκυρίας

    Η εμφάνιση της βιομηχανίας στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1870 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί περισσότερο επενδυτική επιλογή ορισμένων κεφαλαιούχων που πήραν τις αποφάσεις τους στο πλαίσιο μιας ιδιαίτερα ευνοϊκής συγκυρίας, και λιγότερο αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης διαδικασίας μετασχηματισμού των οικονομικών και κοινωνικών δομών74.

    Οι κεφαλαιούχοι αυτοί, υιοθετώντας ως βασική αρχή την ελαχιστοποίηση του επιχειρηματικού κινδύνου, κατένειμαν τα κεφάλαια τους ανάμεσα σε επενδυτικές δραστηριότητες, κυρίως στον τομέα του εμπορίου, σε προσοδοφόρες τοποθετήσεις, στη γη ή σε χρεώγραφα, σε κερδοσκοπικά χρηματιστηριακά παιχνίδια, ακόμη και στην αποθησαύριση πολύτιμων αντικειμένων. Για το λόγο αυτόν, επόμενο ήταν να αποφεύγεται -εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις- η δέσμευση χρημάτων σε βιομηχανικές επιχειρήσεις που απαιτούσαν σημαντικές επενδύσεις κεφαλαίου, οι οποίες επιπλέον απέφεραν ποσοστό κέρδους μικρότερο από οποιαδήποτε άλλη οικονομική δραστηριότητα, και μάλιστα είχαν μακροπρόθεσμες αποδόσεις.

    Τα εργοστάσια που δημιουργήθηκαν μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν, στην πλειονότητά τους, μικρού και μεσαίου μεγέθους, με στοιχειώδη υποδομή, προσανατολισμένα στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών (κυρίως βαμβακουργεία και αλευρόμυλοι). Όμως την εποχή εκείνη είχε ήδη σχηματιστεί μια βιομηχανική πόλη, ο Πειραιάς, με περισσότερα από εβδομήντα ατμοκίνητα 

    ———————————

    74. Βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, και ιδιαίτερα τις σ.347-350.