Συγγραφέας:Ρηγίνος, Μιχάλης
 
Τίτλος:Μορφές παιδικής εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία (1870-1940)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:27
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1995
 
Σελίδες:173
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1940
 
Περίληψη:Η μελέτη αυτή έχει ως αντικείμενο την απασχόληση των παιδιών και των νεαρών ατόμων στη βιομηχανική και τη βιοτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού. Η έρευνα κινείται προς δύο κατευθύνσεις. Αρχικά εξετάζεται η θέση των παιδιών στον καταμερισμό της εργασίας, τόσο στην παραδοσιακή βιοτεχνία όσο και στο νέο εργοστασιακό σύστημα. Μέσω της ανάλυσης των παραγωγικών δομών σκιαγραφούνται οι παράγοντες που διαμόρφωναν τη ζήτηση της παιδικής και νεανικής εργασίας στη δευτερογενή παραγωγή. Κατόπιν η έρευνα στρέφεται προς την κατεύθυνση της προσφοράς εργασίας, για να εντοπιστούν οι όροι και οι συνθήκες που οδηγούσαν τα παιδιά στο βιοτεχνικό εργαστήριο ή το βιομηχανικό εργοστάσιο, σε απασχολήσεις όχι κατ’ ανάγκην εναλλακτικές. Τέλος, αναζητείται απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσον οι νέες βιομηχανικές συνθήκες διαφοροποίησαν την αρνητική θέση που κατείχε η μισθωτή εργασία στο σύστημα συλλογικών αξιών και τροποποίησαν τις οικογενειακές προσδοκίες και στρατηγικές για επαγγελματική αποκατάσταση και κοινωνική ανέλιξη των νεαρών, αρρένων κυρίως, μελών τους.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 19.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 67-86 από: 178
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/67.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Η θέση των παιδιών στον τεχνικό καταμερισμό της εργασίας. Βιοτεχνία, βιομηχανία και τεχνική εκπαίδευση

1. Το βιοτεχνικό εργαστήριο και η μαθητεία

Η μαθητεία, μέσα στο πλαίσιο που καθόριζαν οι συντεχνιακοί κανονισμοί, εξασφάλιζε για πολλούς αιώνες την ομαλή αναπαραγωγή ειδικευμένου εργατικού δυναμικού για την παραδοσιακή βιοτεχνία. Η μαθητεία συνιστούσε ένα είδος εκπαίδευσης στην πράξη, όπου το παιδί, συναναστρεφόμενο με τους μεγάλους, μάθαινε την τέχνη και παράλληλα εισαγόταν στα επαγγελματικά μυστικά της διαχείρισης του εργαστηρίου, με την προοπτική —την ελπίδα— να εξελιχθεί σε μάστορα. Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε και σε προηγούμενο κεφάλαιο128, η μαθητεία αποτελούσε παράλληλα έναν αυτοπροστατευτικό μηχανισμό, μέσα από τον οποίο οι συντεχνίες, ανάλογα με τη συγκυρία, ρύθμιζαν τη ροή νέων τεχνιτών στην αγορά και ήλεγχαν τον επαγγελματικό ανταγωνισμό. Η καταλυτική εισβολή των βιομηχανοποιημένων προϊόντων της δυτικής Ευρώπης καταρχάς, αλλά και το φιλελεύθερο οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε στη συνέχεια, με την ίδρυση του ελληνικού κράτους, κατήργησαν την οικονομική σημασία των συντεχνιών και αναίρεσαν —τυπικά τουλάχιστον— το ρόλο της μαθητείας ως μηχανισμού ελέγχου της προσφοράς εργασίας129. Ωστόσο το εργαστήριο συνέχισε να λειτουργεί ως ο κατεξοχήν χώρος αναπαραγωγής τεχνιτών, με αποτέλεσμα ο θεσμός της μαθητείας να επιβιώνει και να παραμένει ακόμη και μέχρι τα

———————————

128. Βλ. Κεφάλαιο Ι, σ.22.

129. Οι συντεχνίες στο εξής μετατρέπονται σε αλληλοβοηθητικά σωματεία (Αδελφότητες) διαφόρων τεχνιτών. Σύμφωνα με τα καταστατικά, μέλη των σωματείων μπορούσαν να γίνουν τεχνίτες και μαθητευόμενοι, οι τελευταίοι χωρίς δικαίωμα ψήφου. Πρβλ. Κ. Σοφιανός, Το νομικό καθεστώς της παιδικής ηλικίας και της νεότητας 1833-1900, Αθήνα 1988, και ειδικότερα τα καταστατικά των διαφόρων σωματείων.

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/68.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

μέσα του 20ού αιώνα, ως το κυριότερο μέσο για την παροχή "τεχνικής εκπαίδευσης" στο δευτερογενή τομέα130.

Οι πρώτοι νόμοι που αφορούσαν την ίδρυση εργοστασίων στο ελληνικό κράτος υποχρέωναν τους ιδιοκτήτες να προσλαμβάνουν μαθητευόμενους με σκοπό την εκμάθηση της τέχνης. Έτσι, σύμφωνα με το νόμο για τη σύσταση βαμβακοκλωστικού καταστήματος στην Πάτρα, που εκδόθηκε το 1846, ο εργολάβος ήταν υποχρεωμένος να προσλάβει τριάντα "νέους" ηλικίας 13-15 χρόνων και να τους διδάξει τη χρήση και επιδιόρθωση των βαμβακοκλωστικών μηχανών, καθώς επίσης την κατασκευή των τμημάτων εκείνων που θα μπορούσαν να παραχθούν στην Ελλάδα. Οι μαθητευόμενοι, με τη σειρά τους, ήταν αναγκασμένοι να εργαστούν αποκλειστικά για λογαριασμό του επιχειρηματία, για μια περίοδο πέντε χρονών131.

Γύρω στα 1860, το εργοστάσιο της Ελληνικής Ατμοπλοΐας απασχολούσε 20 μαθητευόμενους σε σύνολο 60 εργαζομένων. "Οι εν τω εργοστασίω μαθητευόμενοι υποχρεούνται διά χρηματικής εγγυήσεως να υπηρετήσωσιν εν αυτώ επί ολόκληρον πενταετίαν, λαμβάνοντες μηνιαίον μισθόν δρχ. 13,5, όστις αυξάνων κατ' έτος εις το ανώτατον όριο των δρχ. 40, τάσσονται δε εις τον κλάδον εις ον ήθελον κριθή κατάλληλοι παρά των μηχανικών. Μετά την λήξιν της πενταετούς θητείας, έκαστος μαθητευόμενος υποβάλλεται εις εξετάσεις και λαμβάνει το απαιτούμενον ότι καθίσταται ικανός να υπηρετήση ως μηχανικός είτε εν τω εργοστασίω είτε εν τοις ατμοπλοίοις."132 Όπως διαβάζουμε και στην εφημερίδα Πρόνοια, "η πόλις του Πειραιώς πλαταίως μεν αγωνισάμενη παρά τοις κυβερνήταις προς ίδρυσιν πρακτικής σχολής μετεσχημάτισεν εις ταύτας τα βιομηχανικά της καταστήματα εξ ων εξήλθαν και εξέρχονται άνδρες επαρκώς εφωδιασμένοι προς σχετικά επαγγέλματα"133.

Το καθεστώς της μαθητείας και οι υποχρεώσεις των μαθητευόμενων υπάκουαν

———————————

130. Ακόμη και σήμερα η αναπαραγωγή του επαγγέλματος του οικοδόμου, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, γίνεται με το παραδοσιακό σύστημα της εμπειρικής μετάδοσης της τέχνης. Πρβλ. Χ. Κωνσταντινόπουλος, Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου, Αθήνα 1987, σ.108.

131. Ν. ΜΓ. «Περί συστάσεως βαμβακοκλωστικού καταστήματος "κατά την θέσιν Σαραβάλιον των Πατρών"», 6 Σεπτ. 1846, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. 25, 1 Οκτ. 1846, πρβλ. Κ. Σοφιανός, ό.π. αρ. κατ. 179, σ.55. Ενδεικτικά, βλ. το Β.Δ. "περί συστάσεως εργοστασίου των φεσιών", 16/28 Οκτ. 1838, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. 44, 22 Δεκ. 1838, πρβλ. Κ. Σοφιανός, αρ. κατ. 117, σ.38, και Β.Δ. "Περί εγκρίσεως του παρά της Γραμματείας των Εσωτερικών και Ιωάννου Κωνσταντουλάκη συμφωνητικού περί μεταξουργείου", 18/30 Απρ. 1836, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. 9, 27 Απρ. 1841, πρβλ. Κ. Σοφιανός, αρ. κατ. 126, σ.40.

132. Α. Μανσόλας, Πολιτειογραφικαί πληροφορίαι περί Ελλάδος, Αθήνα 1867, σ.109.

133. Πρβλ. Λυδία Σαπουνάκη-Δρακάκη, "Η εκπαίδευση της εργατικής τάξης στον Πειραιά τον 19ο αιώνα", Τα Ιστορικά, τεύχ. 6, Δεκ. 1986, σ.390.

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/69.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

σε σχέσεις που καθορίζονταν, πλέον, είτε από τον εσωτερικό κανονισμό της εταιρείας είτε ακόμη από την καθαρά προσωπική συμφωνία, άτυπη τις περισσότερες φορές, μεταξύ τεχνίτη και μαθητευόμενου. Όμως υπάρχουν και περιπτώσεις όπου το σωματείο των τεχνιτών προσπαθούσε να επιβάλλει έλεγχο στους μαθητευόμενους. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί το καταστατικό της "Αδελφότητας των εν Αθήναις σιδηρουργών", το οποίο υποχρεώνει τους μαθητευόμενους, όταν αλλάζουν εργαστήριο, να είναι εφοδιασμένοι με πιστοποιητικό καλής διαγωγής134. Το 1913 έγινε προσπάθεια νομοθετικής κατοχύρωσης της μαθητείας. Ωστόσο το σχετικό σχέδιο νόμου για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεν πέρασε ποτέ από τη Βουλή135.

Το παιδί κατά τη διάρκεια της μαθητείας του δεν μετείχε ενεργά στην παραγωγική διαδικασία, αλλά περιοριζόταν σε διάφορες βοηθητικές εργασίες. Η εργασία αυτή συνιστούσε την αντιπαροχή του παιδιού στον τεχνίτη για την εκμάθηση της τέχνης. Ωστόσο, επειδή το καθεστώς της μαθητείας, ιδιαίτερα στα μικρά εργαστήρια, δεν προσδιοριζόταν συνήθως από κάποιον κανονισμό ή συμβόλαιο, το παιδί δεν είχε καμία δέσμευση απέναντι στον τεχνίτη και ήταν ελεύθερο να φύγει μόλις θεωρούσε ότι είχε μάθει την τέχνη. Από την άλλη μεριά, οι τεχνίτες εφάρμοζαν την παλιά συντεχνιακή τακτική της απόκρυψης των μυστικών της τέχνης, με σκοπό την επιμήκυνση της μαθητείας και την όσο το δυνατό μεγαλύτερη εκμετάλλευση της εργασίας του παιδιού, με αποτέλεσμα το τελευταίο να εγκαταλείπει το εργαστήριο με ελλιπείς τεχνικές γνώσεις. "Ο Έλλην εργοδότης, εάν ανήκει εις την μικράν βιομηχανίαν, μεταβάλλει τον μαθητευόμενον αυτού εις υπηρέτην του, και του αναθέτει ασχολίας κάθε άλλο παρά εις την τέχνην την οποίαν θέλει να εκμάθη αναφερομένας. Δεν έχει συμφέρον να τον κάνει τεχνίτην, αφ' ενός διά να μην έχη αύριον ανταγωνιστήν, αφ' ετέρου διά να μην αναγκασθή να αυξήση μετ' ολίγον το ημερομίσθιό του. Εάν δε ο εργοδότης ανήκη εις την μέσην ή την μεγάλην βιομηχανίαν, δεν έχει τον απαιτούμενον καιρόν διά να ασχοληθή με την εκπαίδευσιν των μαθητευομένων του, αναθέτει δε αυτήν εις τους εργάτας του. Αλλά οι εργάται, πολύ φυσικά, ούτε την όρεξιν έχουν να κοπιάσουν διά να εκμάθουν την τέχνην εις τον μαθητευόμενον, ούτε όμως και συμφέρον έχουν να δημιουργήσουν οι ίδιοι νέους τεχνίτας, οι οποίοι θα τους εκτοπίσουν. Ούτω, εις μεν την μικράν βιομηχανίαν ο μαθητευόμενος ελάχιστα ασχολείται με την τέχνην την οποίαν εξέλεξεν, εις δε την μέσην και την μεγάλην τού ανατίθενται βιομηχανικαί υπηρεσίαι, μηχανικαί ως επί το πλείστον, εκ των

———————————

134. "Β.Δ. Περί εγκρίσεως του καταστατικού της Αδελφότητος των εν Αθήναις σιδηρουργών", Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. 165, 28 Ιούν. 1888, πρβλ. Κ. Σοφιανός, ό.π. αρ. κατ. 1845, σ.407.

135. Α. Λιάκος, Εργασία και πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Το διεθνές Γραφείο Εργασίας και η ανάδυση των κοινωνικών θεσμών, Αθήνα 1993, σ.290.

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/70.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

οποίων ελάχιστους καρπούς αποκομίζει."136 Με άλλα λόγια, ο εργοδότης έβλεπε στο πρόσωπο του μαθητευόμενου παιδιού μια ανειδίκευτη και, στις περισσότερες περιπτώσεις, δωρεάν εργατική δύναμη.

Στα αρτοποιεία οι μαθητευόμενοι αναλάμβαναν τη διανομή του ψωμιού στα σπίτια των πελατών. Πολλές φορές τα παιδιά ήταν αναγκασμένα να μεταφέρουν στην πλάτη τους μέχρι και 15 οκάδες ψωμί137. Στα ταπητουργεία οι εργάτριες ήταν καθισμένες σε ένα θρανίο, μπροστά από τον αργαλειό. Σε έναν αργαλειό εργάζονταν συνήθως τρεις ή τέσσερις εργάτριες, από τις οποίες η μία ήταν τεχνίτρια και οι υπόλοιπες βοηθοί ή μαθητευόμενες. Η ίδια η τεχνίτρια αναλάμβανε με εργολαβία την κατασκευή του χαλιού και πλήρωνε από μόνη της τις μαθητευόμενες, οι οποίες τις περισσότερες φορές ήταν και μέλη της οικογενείας της138.

Στα φανελοποιεία οι εργάτριες κατατάσσονταν σε τρεις κατηγορίες: α) εργαζόμενες στις μηχανές, οι οποίες αποτελούσαν και το ειδικευμένο προσωπικό. Η διάρκεια της μαθητείας για την απόκτηση της ειδίκευσης αυτής ήταν τουλάχιστο τρία χρόνια, β) απασχολούμενες στην κοπτική και στις ραπτικές μηχανές. Από την κατηγορία αυτή οι κόπτριες μόνο ήταν τεχνίτριες, 3) μαθητευόμενες, που ήταν ανήλικα κορίτσια και απασχολούνταν σε βοηθητικές εργασίες139.

Στους ηλεκτροτεχνίτες είχε οριστεί πρόσθετη μαθητεία τριών χρόνων με υψηλότερο ημερομίσθιο, με αποτέλεσμα να προκύψει μια ενδιάμεση κατηγορία μεταξύ του μαθητευόμενου και του τεχνίτη, ο βοηθός ηλεκτρολόγος140. Η κατηγορία των βοηθών τεχνιτών συναντάται και σε άλλα επαγγέλματα που απαιτούσαν περίοδο μαθητείας, όπως του ξυλουργού, του μηχανουργού κ.ά.

———————————

136. Σ.Ι. Στεφάνου, "Η βιομηχανική κρίσις εν Ελλάδι. Η βιοτεχνική εκπαίδευσις", Το Μέλλον 4(1922), σ.200. Ένας γάλλος ράφτης εξηγεί ως εξής τη στάση των τεχνιτών απέναντι στους μαθητευόμενους: «Σύμφωνα με το καθεστώς της παραδοσιακής μαθητείας, στα πλαίσια των συντεχνιών, οι γονείς του παιδιού κατέβαλλαν ένα χρηματικό ποσό ως αποζημίωση στον τεχνίτη. Όταν οι γονείς δεν διέθεταν τα απαιτούμενα χρήματα, το παιδί ήταν υποχρεωμένο να παραμείνει, για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, στο εργαστήριο, έτσι ώστε η εργασία του, ειδικότερα των τελευταίων χρόνων της μαθητείας, να αποτελεί ένα είδος αμοιβής προς τον τεχνίτη. Σήμερα ο μαθητευόμενος εγκαταλείπει το εργαστήριο χωρίς ο τεχνίτης να έχει τα μέσα να τον εμποδίσει. Έτσι ο τελευταίος αναγκάζεται να εκμεταλλεύεται όσο μπορεί το παιδί, υποχρεώνοντάς το να κάνει βοηθητικές και λιγότερο "διδακτικές" εργασίες». Πρβλ. Η Valleroux, "La crise de l'apprentissage", L'économiste français, 26-6-1909, σ.956.

137. Εργατικό Κέντρο Αθηνών, Οι Εργάται της Ελλάδος προς την Διπλήν Βουλήν των Ελλήνων, Αθήνα 1911, σ.6.

138. Μαρία Σβώλου, "Οι εργάτριες ταπητουργίας", Ο Αγώνας της Γυναίκας, τεύχ. 41, Μάρτ. 1927, σ.2.

139. Μαρία Σβώλου, "Η γυναίκα στην εργασία", Ο Αγώνας της Γυναίκας, τεύχ. 42, Απρ. 1927, σ.4.

140. Ανώτατον Οικονομικόν Συμβούλιον, Η ελληνική οικονομία κατά το έτος 1937, Αθήνα 1938, σ.117.

Σελ. 70
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/71.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

Στα εργαστήρια γυναικείων φορεμάτων η πλειονότητα του προσωπικού ήταν μαθητευόμενες141. Ο πρώτος χρόνος από την είσοδο της μαθητευόμενης στο εργαστήριο "σπαταλάται κυριολεκτικώς μεταξύ των διαφόρων αγορών ανά τα εμπορικά καταστήματα και των οικιακών υπηρεσιών της εργοδότριας. Η πρακτική άσκησις γίνεται άνευ ουδενώς συστήματος. Η μαθητευόμενη εκτελεί μηχανικώς τας λεπτομερείας π.χ. ενός φορέματος, χωρίς να λαμβάνη υπόψη την σημασίαν της γραμμής ούτε την συμβολήν του χρώματος ως προς το σύνολον..."142.

Τα κορίτσια στη διάρκεια της μαθητείας τους δεν πληρώνονταν ή έπαιρναν ένα πολύ μικρό χρηματικό ποσό. Για το λόγο αυτό είχαν ως αποκλειστική επιδίωξη την όσο το δυνατόν ταχύτερη εκμάθηση της τέχνης143. Όταν πια θεωρήσουν ότι έχουν μάθει "να κόπτωσι και να ράπτωσι, αποσύρονται εις την απόκεντρον συνοικίαν των, κολλώσιν εν φιγουρίνι εκ τινος περιοδικού του συρμού και ανακηρύττονται μοδίστραι διά τα φορέματα της γειτονιάς"144. Η μαθητεία στα εργαστήρια ραφής γυναικείων φορεμάτων διαρκούσε συνήθως τέσσερα έως έξι χρόνια και στα εργαστήρια κατασκευής γυναικείων "πίλων" τρία έως πέντε χρόνια145.

Στη μηχανουργία "δεν υπάρχει τίποτε θεσπισμένον ή υπό του επισήμου Κράτους ή ανεπισήμως κοινεί συνεννοήσει των βιομηχάνων περί του χρόνου καθ' ον πρέπει να παραμείνει είς νεαρός τεχνίτης ως μαθητευόμενος και περί των αμοιβαίων υποχρεώσεων εργοδοτών και μαθητευομένων κατά τον χρόνον της μαθητεύσεως"146. Η έλλειψη τεχνιτών που, κατά γενική ομολογία, παρατηρήθηκε στη μηχανουργική βιομηχανία οφειλόταν στο γεγονός ότι ο νεαρός τεχνίτης εγκατέλειπε το εργοστάσιο μόλις μάθαινε την τέχνη, έστω και ελλιπώς. Ο μαθητευόμενος της μηχανουργίας "έχει ως όνειρον της εξελίξεώς του και σκοπόν της εκπαιδεύσεώς του να μάθη επιπολέως και εν βραχυτάτω χρονικώ διαστήματι ό,τι συνήθως απαιτούσιν αι διάφοροι υπηρεσίαι ως προσόντα των υποψηφίων, προετοιμαζόμενος ούτω, τη συνεργεία παντός πολιτικού ή οικογενειακού μέσου, διά την απόκτησιν δημοσίων θέσεων..."147. Φυσικά, μια άλλη επιδίωξη του μαθητευόμενου της μηχανουργίας ήταν, όπως αποδεικνύεται και από τις στατιστικές, η

———————————

141. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού Επιθεωρήσεως Εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων. Έτος 1921, Αθήνα 1923, σ.58.

142. Μαρία Σβώλου, "Η ελληνίδα εργάτρια", Ο Αγώνας της Γυναίκας, τεύχ. 7, Φεβρ. 1924, σ.5.

143. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού... 1921, ό.π.

144. Α. Κουρτίδης, "Αι εργάτιδες των Αθηνών", Εστία, αρ. 405, 2 Οκτ. 1883, σ.633.

145. Μαρία Σβώλου, "Η ελληνίδα εργάτρια", ό.π.

146. Ι. Καλύβας, "Η έλλειψις τεχνιτών εν τη μηχανουργική βιομηχανία, και τα προς περιορισμόν αυτής μέσα", Βιομηχανική και βιοτεχνική επιθεώρησις, 1916, σ.668.

147. Στο ίδιο σ.669.

Σελ. 71
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/72.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

αυτοαπασχόλησή του, είτε με την ιδιότητα του περιφερόμενου τεχνίτη είτε με το άνοιγμα ενός μικροεργαστηρίου148.

Από τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι το παιδί -αγόρι ή κορίτσι- που έμπαινε στο εργαστήριο για να μάθει μια τέχνη αντιμετώπιζε το καθεστώς της εξαρτημένης εργασίας ως προσωρινό και θεωρούσε τη μαθητεία και τους καταναγκασμούς της απαραίτητο μεταβατικό στάδιο για τη μελλοντική κοινωνική του ανέλιξη, είτε επρόκειτο για την ένταξή του στο πολυάριθμο στρώμα των μικροεπαγγελματιών είτε για μια θέση στο δημόσιο. Όπως χαρακτηριστικά διαπιστώνει και ο Γ. Χαριτάκης, "ο Έλλην επιδιδόμενος εις βιομηχανικόν και βιοτεχνικόν επάγγελμα δεν περιμένει να συμπληρώσει την εκμάθησιν του έργου, αλλά μετά βραχύν χρόνον μαθητείας, όταν αντιληφθεί τα στοιχεία του έργου, χωρίς όμως να το έχει τελείως εκμάθει, προσπαθεί να εργασθεί αυτοτελώς διά να επιτύχει μεγαλύτερον κέρδος"149. Από την άλλη πλευρά όμως, η μαθητεία, λόγω της έλλειψης προστατευτικού νομοθετικού πλαισίου, έτεινε να μετατραπεί σε "καλυμμένη" ανειδίκευτη εργασία, ιδίως στις μεγάλες βιομηχανικές μονάδες.

2. Το εργοστάσιο

Η τεχνική οργάνωση της εργασίας στο βιομηχανικό εργοστάσιο αποτελείτο από σειρά απλών ή σύνθετων διαδικασιών, οι οποίες ωστόσο έπρεπε να εντάσσονται σε ένα ενιαίο σύστημα, προκειμένου να λειτουργήσουν. Οι μηχανές είχαν αντικαταστήσει τον παραδοσιακό τεχνίτη σε ορισμένα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας. Η παρουσία του ανθρώπινου παράγοντα περιοριζόταν, πλέον, στην επίβλεψη της ομαλής λειτουργίας των μηχανών, στην τροφοδότησή τους με πρώτη ύλη και στην τακτική συντήρησή τους. Σε άλλες περιπτώσεις, η παραγωγική διαδικασία συνίστατο σε μια σειρά απλών κινήσεων, που επαναλαμβάνονταν μηχανικά. Οι ρυθμοί της εργασίας ξέφευγαν πλέον από τον έλεγχο του εργάτη και ακολουθούσαν την κίνηση των μηχανών ή καθορίζονταν από τη "νόρμα" παραγωγής που επέβαλλε το εργοστάσιο. Στο πλαίσιο του καταμερισμού της εργασίας, οι άνδρες απασχολούνταν σε θέσεις ειδικευμένων τεχνιτών, θέσεις παραδοσιακού τύπου ή νέες, που δημιουργήθηκαν με την εισαγωγή των μηχανών. Αντίθετα οι γυναίκες και τα παιδιά (κυρίως κορίτσια και αγόρια), μετά από μια σύντομη περίοδο εκπαίδευσης και προσαρμογής, εντάσσονταν στην παραγωγή και καταλάμβαναν τις θέσεις ανειδίκευτης εργασίας.

Τρεις, κυρίως, κλάδοι χρησιμοποιούσαν σε μαζική κλίμακα την ανειδίκευτη

———————————

148. Βλ. Κεφάλαιο ΙΙ, σ.39.

149. Γ. Χαριτάκης, Η ελληνική βιομηχανία, Αθήνα 1927, σ.96.

Σελ. 72
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/73.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

παιδική εργασία: η κλωστοϋφαντουργία, η βιομηχανία χαρτιού και ορισμένα τμήματα της βιομηχανίας καπνού.

Στην κλωστοϋφαντουργία το ανδρικό προσωπικό απασχολείτο κυρίως στις ειδικότητες του κλώστη, του υφαντή, του βαφέα ή του ξάντη. Υπήρχαν, επίσης, ειδικότητες που σχετίζονταν με τη λειτουργία και τη συντήρηση του μηχανολογικού εξοπλισμού, όπως οι λιπαντές, οι ανθρακείς, οι θερμαστές και οι μηχανικοί. Το μαθητευόμενο προσωπικό, εξάλλου, απαρτιζόταν από αγόρια και νεαρά άτομα ηλικίας 14-18 χρόνων, και πολλές φορές μικρότερα150. Αντίθετα, "ο ρόλος της εργάτριας περιορίζεται εις την επίβλεψιν του διά της μηχανής εκτελουμένου έργου. Δια τούτο φαίνεται αρκετή η πρακτική ειδίκευσις την οποία αποκτά η εργάτρια απ' ευθείας δι' απλής παρακολουθήσεως επί τινα χρόνον την εργασίαν συναδέλφου τινός"151.

Στα εργοστάσια Ρετσίνα υπήρχαν 300 αργαλειοί, τοποθετημένοι σε σειρές κατά μήκος και κατά πλάτος της αίθουσας, με μικρούς διαδρόμους ανάμεσα τους. "Εκεί, προ ενός εκάστου αργαλειού, ίσταται άγρυπνος μία κόρη η οποία παρακολουθεί διαρκώς την εργασίαν, προσέχει μη επέλθη βλάβη, διορθώνει την κλωστήν, ενώ το υφάδι πετά μόνον του αστραπηδόν."152

Οι εργάτριες στον κλάδο αυτό πληρώνονταν είτε με την ημέρα είτε κατ' αποκοπή. "Η κατ' αποκοπήν εργασία επιφέρει μεγαλείτερον κέρδος του συνήθους... αλλά είναι επιβλαβεστάτη εις την υγιείαν της εργάτιδος, υποχρεουμένης να διευθύνη και να επιβλέπη 2 και 3 αργαλειά." Όμως, πολλές εργάτριες "προτιμώσι το τακτικόν ημερομίσθιον, διότι εις την κατ' αποκοπήν, λόγω της βίας προς περισσοτέραν παραγωγήν, προσεβλήθησαν από διαφόρους παθήσεις του στομάχου"153.

Στην κυτιοποιία και τη χαρτοποιία δεν μπορεί να γίνει διάκριση ανάμεσα σε τεχνίτριες και μαθητευόμενες, "καθ' όσον η εργασία είναι εξαιρετικώς κατανεμημένη ώστε η εργάτρια, μόλις εισέλθει εις το εργοστάσιον, να αποδίδει ευθύς εργασίαν και διά τούτο να αμείβεται ευθύς αμέσως"154. Ο Μιχαήλ Μητσάκης στο περιοδικό Εστία του 1887 δίνει μια πολύ χαρακτηριστική περιγραφή της 

———————————

150. Ανώτατον Οικονομικόν Συμβούλιον, Έρευνα, και γνωμοδότησις επί των βιομηχανιών βάμβακος, Αθήνα 1937, σ.13.

151. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού... 1921, ό.π. σ.75.

152. Ευγενία Ζωγράφου, "Πώς εργάζονται αι γυναίκες μας", Δημοσιεύματα, τ. 4, Αθήνα 1903, σ.38.

153. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού... 1921, ό.π. σ.84.

154. Άννα Μακροπούλου, "Από την εργασίαν της γυναίκας και του παιδιού", Ο Αγώνας της Γυναίκας, τεύχ. 50-51, Αύγ. 1927, σ.3.

Σελ. 73
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/74.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

οργάνωσης του εργασιακού χώρου στο εργοστάσιο κατασκευής παιγνιόχαρτων του Ασπιώτη, στην Κέρκυρα. Μετά το τύπωμα, τα παιγνιόχαρτα "παραδίδονται... εις τας εργάτριας... και δι' ιδιαιτέρων μηχανημάτων ή διά της χειρός συγκολλώνται τα φύλλα των, κόπτονται εις τα ορισμένα τμήματα, στιλβούνται, τακτοποιούνται και συνδέονται, αποτελούντα την ορισμένην αυτοίς ούτω, παρασκευασμένα και έτοιμα, δεσμίδα. Χάριν των εργασιών τούτων χρησιμοποιούνται 75 εργάτιδες, όπως παράγωσι χιλίας πεντακόσιας δεσμίδας - τον ορισμένον καθημέραν αριθμόν. Είναι δε παραδειγματική η τάξις και η ακρίβεια μεθ' ης εργάζονται... Κάθηνται επί των ορισμένων δι' εκάστην εξ αυτών θέσεων προ των τραπεζίων των και διπλώνουν, κολλώσι, στιλβώνουν, χωρίζουν, μετρούν, και αφού τελειώσουν την εργασίαν των την παραδίδουν εις την αρχιεργάτριαν, ήτις χρησιμεύει ως ελεγκτής. Αι χείρες αυτών πηγαινοέρχονται ως ρυθμιζόμεναι δι' ελατηρίων επί τούτω. Έκαστον τμήμα, εν ω εργάζονται χωριζόμεναι καθ' ωρισμένον αριθμόν, αντιστοιχεί και προς έκαστον των σταδίων της κατεργασίας..."155.

Μια πρώτη ένδειξη για τη διάκριση της ειδικευμένης από την ανειδίκευτη εργασία στη βιομηχανία καπνού παρέχει εγκύκλιος του 1883, που εκδόθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών. Σύμφωνα με την εγκύκλιο αυτή, "η κοπή των ειδών περί ων πρόκειται είναι τέχνη, δι' ην απαιτούνται ειδήμονες, αλλ' η ζύγισις και η συσκευή, η εις δοχεία δηλαδή ή σακκίδια τοποθέτησις, είναι εργασία ήτις και εις παίδας ακόμη είναι προσιτή. Εις όλας τας επαρχίας υπάρχουσιν ειδήμονες... και παντού παίδες δυνάμενοι επί μετριωτάτη αμοιβή ν' αναλάβωσι το απλούστατον έργον της ζυγίσεως και σκευής..."156.

Η εισαγωγή των σιγαροποιητικών μηχανών στην καπνοβιομηχανία υποβάθμισε ορισμένες παραδοσιακές ειδικότητες, κατά βάση ανδρικές (όπως του κατασκευαστή χειροποίητων τσιγάρων) και έκανε δυνατή τη μαζική χρησιμοποίηση γυναικείας και παιδικής εργασίας157. Οι άνδρες απασχολούνταν στις νέες ειδικευμένες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν, όπως η διεύθυνση και η συντήρηση των μηχανών, καθώς επίσης σε ορισμένες παραδοσιακές ειδικότητες που δεν αντικαταστάθηκαν από τις μηχανές, όπως η κοπή και η ανάμειξη των διαφόρων ποιοτήτων καπνού158. Ειδικότερα, η τέχνη της ανάμειξης των διαφόρων ποιοτήτων καπνού "απαιτεί ειδικότητα της οποίας κατέχουν από παιδικής ηλικίας με την εργασίαν αυτήν συνειθισμένοι τεχνίται, με τον καπνόν και μέσα εις τον

———————————

155. Μ. Μητσάκης, "Έν βιομηχανικών κατάστημα", Εστία, αρ. 587, 29 Μάρτ. 1887, σ.203.

156. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. 302, 29 Ιουλ. 1883. Πρβλ. Κ. Σοφιανός, ό.π. αρ. κατ. 1.188, σ.281.

157. A. Andreades, La législation ouvrière en Grèce, Γενεύη 1922, σ.29.

158. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Επιθεώρησις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, σ.58.

Σελ. 74
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/75.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

καπνόν ανατραφέντες και ανδρωθέντες"159. Οι γυναίκες και τα παιδιά χρησιμοποιούνταν κυρίως στις εργασίες συσκευασίας και πακεταρίσματος του καπνού και των τσιγάρων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ως βοηθοί στις σιγαροποιητικές μηχανές160.

Να πώς περιγράφονται οι εργασιακοί χώροι στα μεγάλα καπνεργοστάσια της Θεσσαλονίκης: "Η αίθουσα των πακετοποιών, όπου υπέρ τους 150 παίδας και κοράσια εργάζονται με ένα σύνολον οίον παρουσιάζουν τα μικτά γερμανικά σχολεία, παίδας και κοράσια ως επί το πλείστον προσφυγικών οικογενειών"161. Ακολουθεί η περιγραφή της διαδικασίας του πακεταρίσματος καπνού: "Μία πλάστιξ με ένα μικρόν που ζυγίζει την ποσότητα εκάστου πακέτου συνισταμένην εξ 25 γραμμαρίων και γύρω του τέσσερα-πέντε κοράσια. Ο μικρός ζυγίζει με διαβολικήν ταχύτητα και ακρίβειαν την δόσιν του καπνού και με ένα κίνημα προς τα δεξιά και αριστερά χύνει ταύτην εις τα χωνοειδή την κορυφήν ορθογώνια, όπως το σχήμα του χάρτινου πακέτου, τσίγκινα δοχεία, τα οποία φορτώνονται εις τα κενά και χαίνοντα χάρτινα πακέτα. Μια χαριτωμένη ώθησις του τσίγκινου δοχείου από τα λεπτά χέρια των κορασίδων, ένα πέταγμα αυτού προς τον μικρόν ζυγιστήν, ένα αστραπιαίον κλείσιμο του χαίνοντος στόματος του χαρτίνου, και ιδού το πακέτον έτοιμον διά να ριφθή εις το ψάθινον ζεμπίλι ή εις το ξύλινον κιβώτιον προς μεταφοράν εις την αίθουσαν της αποστολής"162. Κάθε κορίτσι ετοίμαζε πάνω από 10 πακέτα το λεπτό. Και στην αίθουσα των σιγαροποιητικών μηχανών: "Δύο μηχαναί γερμανικής κατασκευής. Δύο πάλιν σωληνοποιητικαί μηχαναί. Αλλά και άλλη, λυμένη μηχανή, της οποίας τα μέλη λούουν τα λεπτά χέρια μερικών κορασίδων με βενζίνα και νέφτι, τα θωπεύουν σαν να τους κάνουν μασσάζ"163.

Πίσω από τον ιδεολογικοποιημένο λόγο των περιγραφών164 που παρατέθηκαν

———————————

159. Γ. Βογιατζής, «Η καπνοβιομηχανία "Νέστος", μία από τας μεγαλυτέρας καπνοβιομηχανίας», Η εργαζομένη Ελλάς, Εμπόριον και τράπεζαι, υπό την διεύθυνσιν Β. Γαβριηλίδου, τ. 3, Αθήνα, χ.χ., σ.262.

160. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Επιθεώρησις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, σ.67.

161. Γ. Βογιατζής, "Η ελληνική εταιρία βιομηχανίας καπνού", Η εργαζομένη Ελλάς..., ό.π. σ.272.

162. Στο ίδιο σ.274.

163. Γ. Βογιατζής, «Η καπνοβιομηχανία "Άτλας"», Η εργαζομένη Ελλάς..., ό.π. σ.267.

164. Μια αντίστοιχη προσπάθεια εξιδανίκευσης της παιδικής εργασίας από τον αστικό λόγο παραθέτει και ο Fr. Engels: "Επισκέφτηκα (περιγράφει ένας αστός) πολυάριθμα εργοστάσια στο Μάντσεστερ και ποτέ μου δεν είδα να κακοποιούνται παιδιά... Όλα έδειχναν χαρούμενα και ζωηρά που χαίρονταν να θέτουν σε κίνηση τους μυς τους χωρίς να κουράζονται, απολαμβάνοντας κατά τρόπο ολοκληρωμένο τη φυσική ζωτικότητα της ηλικίας τους... Ήταν μια έκσταση να παρατηρώ την ευχέρεια με την οποία ξανασυνέδεαν τις κλωστές... και να τα βλέπεις να διασκεδάζουν σ' όλες τις στάσεις... Η εργασία αυτών των ανάλαφρων Ελφ (εναέρια πνεύματα της σκανδιναβικής μυθολογίας) έμοιαζε με παιχνίδι στο οποίο η μακρόχρονη άσκηση τους

Σελ. 75
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/76.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

και ο οποίος παρουσιάζει την εργασία των παιδιών στο εργοστάσιο περίπου ως ρυθμική γυμναστική, διαφαίνονται οι νέες συνθήκες που εισάγει η βιομηχανοποίηση της παραγωγής. Οι συνθήκες αυτές καθόριζαν και το "προφίλ" της εργατικής δύναμης νέου τύπου που αποτελούσαν οι γυναίκες και τα παιδιά, μιας εργατικής δύναμης η οποία όφειλε να υποτάσσεται στην πειθαρχία και στους ρυθμούς εργασίας που επέβαλλε η "ορθολογική" οργάνωση του εργασιακού χώρου.

3. Η τεχνική εκπαίδευση

Η βιομηχανία, από τη γέννησή της, είχε ανάγκη από εργατικό δυναμικό -άνδρες κυρίως- για την κάλυψη των νέων θέσεων ειδικευμένης εργασίας οι οποίες δημιουργήθηκαν με τον εκμηχανισμό της παραγωγής. Τη ζήτηση για ειδικευμένη εργασία ανέλαβε να καλύψει η κατώτερη τεχνική εκπαίδευση. Με άλλα λόγια, οι κατώτερες τεχνικές σχολές συνιστούσαν μια ταξικού τύπου εκπαίδευση, που σκοπό είχε τη διαμόρφωση των παιδιών της εργατικής τάξης και των φτωχών κοινωνικών στρωμάτων, γενικότερα, σε ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, το οποίο στη συνέχεια θα μπορούσε να απορροφηθεί από τα βιομηχανικά εργοστάσια με σύμβαση μισθωτής εργασίας.

Το ελληνικό κράτος από πολύ νωρίς είχε εκδηλώσει την πρόθεσή του να δημιουργήσει τεχνική εκπαίδευση. Τον Οκτώβριο του 1837 ιδρύθηκε το "Πολυτεχνικό Σχολείο"165. Το Πολυτεχνείο κατά την πρώτη περίοδο της λειτουργίας του ήταν ένα σχολείο στοιχειώδους τεχνικής εκπαίδευσης, μονοετούς φοίτησης. Οι μαθητές γίνονταν δεκτοί ανεξάρτητα από τις γραμματικές τους γνώσεις, ενώ η διδακτέα ύλη περιλάμβανε τρία μαθήματα: τα στοιχειώδη μαθηματικά, την αρχιτεκτονική και την ιχνογραφία. Ως ημέρες παραδόσεων των μαθημάτων είχαν οριστεί οι Κυριακές και οι εορτές, "καθ' ας σχολάζουν οι βιομήχανοι"166, δηλαδή οι χειρώνακτες.

Από τον Μάιο του 1840 το Πολυτεχνείο άρχισε να λειτουργεί και τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας167. Σύμφωνα με το Β.Δ. της 22ας Οκτωβρίου του

———————————

επέτρεπε να επιδεικνύουν μια χαριτωμένη δεξιότητα. Έχοντας συνείδηση της ευκινησίας τους ήταν ευτυχισμένα να την επιδεικνύουν σε κάθε επισκέπτη. Ούτε το παραμικρό ίχνος εξάντλησης, γιατί αμέσως μετά την έξοδό τους από το εργοστάσιο άρχιζαν να παίζουν στην πρώτη ελεύθερη πλατεία που θα συναντούσαν, με τη φλόγα παιδιών που βγαίνουν απ' το σχολείο". Fr. Engels, Ή κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, μετ. Λευτέρης Αποστόλου, Αθήνα 1989, σ.57.

165. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. 35, 6 Νοεμβρίου 1837, πρβλ. Κ. Σοφιανός, ό.π. αρ. κατ. 102, σ.33.

166.Ό.π., βλ. και Κ. Μπίρης, Ιστορία του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνίου, Αθήνα 1957, σ.28.

167. Κ. Μπίρης, ό.π. σ.42.

Σελ. 76
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/77.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

1843, το Πολυτεχνείο χωρίστηκε σε τρία τμήματα: α) το σχολείο των Κυριακών και εορτών, το οποίο αποσκοπεί στην τελειοποίηση των τεχνιτών, β) το καθημερινό σχολείο, για την εκπαίδευση παιδιών που προορίζονται να ασχοληθούν με "βιομηχανικές τέχνες", και γ) το ανώτερο σχολείο Καλών Τεχνών168. Σταδιακά, όμως, το σχολείο περιορίστηκε μόνο στη διδασκαλία των Καλών Τεχνών169. Το 1863, με την αναδιοργάνωση του Πολυτεχνείου σε σχολείο Εφηρμοσμένων Τεχνών, ορίστηκε ως απαραίτητο προσόν για την είσοδο των μαθητών το απολυτήριο του Ελληνικού σχολείου170. Τέλος, από το 1887 το Πολυτεχνείο απέκτησε τον οριστικό του χαρακτήρα ως ανώτατου τεχνολογικού ιδρύματος της χώρας171.

Με το Πολυτεχνείο έκλεινε, μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ο πρώτος κύκλος της αποτυχημένης προσπάθειας του Κράτους για τη δημιουργία κατώτερης τεχνικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1926, ενώ λειτουργούσαν 25 δημόσιες εμπορικές σχολές, το Κράτος δεν είχε φροντίσει για την ίδρυση "βιοτεχνικής ή βιομηχανικής διά τους εργάτας σχολής"172. Ωστόσο, το αίτημα για την ανάπτυξη τεχνικής εκπαίδευσης υπήρχε, τουλάχιστον από την πλευρά των βιομηχάνων ή αυτών που οραματίζονταν μια βιομηχανική Ελλάδα173. Παράλληλα, όλες σχεδόν οι φιλανθρωπικές εταιρίες, αδελφότητες και ιδρύματα δήλωναν στο καταστατικό τους ότι, μεταξύ άλλων, στόχευαν στη διδασκαλία και τη διάδοση των βιομηχανικών τεχνών174. Όμως,

———————————

168. Ό.π. σ.70.

169. Α. Μανσόλας, Πολιτειογραφικαί Πληροφορίαι περί Ελλάδος, Αθήνα 1867, σ.106.

170. Ό.π. και Κ. Μπίρης, ό.π. σ.164.

171. Βλ. Γ. Χαριτάκης, Η ελληνική βιομηχανία, Αθήνα 1927, σ.85.

172. Ό.π. σ.102.

173. Σημειώνει το 1866 ο Αλέξανδρος Σούτζος: "...Άνευ μεθόδου και άνευ συστήματος είναι πλήρως αδύνατον να υπάρξη τεχνική εκπαίδευσις, προπάντων δε όταν υπάρχη και σύγχυσις ιδεών. Διότι, ερωτώμεν, τι είναι σήμερον το λεγόμενον σχολείον των τεχνών; Είναι εξάμβλωμα και τοιούτον έσεται εν όσω δεν γίνει διάκρισις μεταξύ των δύω εν αυτώ διδομένων διδασκαλιών, της τεχνικής δηλαδή και της καλλιτεχνικής. Και δεύτερον, εν όσω δεν υπάρξη προπαρασκευαστικόν σχολείον διά τα τεχνικά μαθήματα. Δια τους λόγους προς δε και διά το ελλιπές της διδασκαλίας, απέτυχαν εντελώς το τε γεωργικόν σχολείον και τα εμπορικά των γυμνασίων τμήματα". Πρβλ. Α. Σούτζος, "Περί τεχνικής εκπαιδεύσεως", Πανδώρα, φ.379, σ.4443, τ.16, 1865-1866. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο βιομήχανος του Πειραιά Θ. Ρετσίνας αγωνιζόταν να μεταβάλει την εικόνα που είχε η κοινή γνώμη για την τεχνική εκπαίδευση. Βλ. Λυδία Σαπουνάκη-Δρακάκη, "Η εκπαίδευση της εργατικής τάξης...", ό.π. σ.411.

174. Βλ., για παράδειγμα, την ίδρυση από τον Τεγεατικό σύνδεσμο του Λυκείου των τεχνών, με σκοπό "την διδασκαλία μετ' εφαρμογής των γεωργικών και βιομηχανικών γνώσεων". Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. 208, 19 Οκτ. 1893, πρβλ. Κ. Σοφιανός, αρ. κατ. 2904, σ.635. Βλ. και το καταστατικό της Ελληνικής Βιοτεχνικής Εταιρίας, "σκοπούσα την εν Ελλάδι προαγωγήν και ανάπτυξιν της τεχνικής διδασκαλίας", Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. 430,

Σελ. 77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/78.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

στις περισσότερες περιπτώσεις, οι σχολές των "απόρων παίδων" που ιδρύθηκαν περιορίζονταν στην παροχή μιας γενικού προσανατολισμού εκπαίδευσης, όμοια με αυτή που εξασφάλιζαν τα δημοτικά σχολεία του κράτους. Αλλά και όσον αφορά τις ελάχιστες απόπειρες για παροχή κάποιας τεχνικής εκπαίδευσης, αυτές εφαρμόστηκαν κυρίως σε κλειστούς κοινωνικά χώρους, όπως οι φυλακές ή τα ορφανοτροφεία, όπου επιχειρήθηκε να συνδυαστεί η γενική εκπαίδευση με την εκμάθηση ενός επαγγέλματος, σύμφωνα με τον παραδοσιακό τρόπο της μαθητείας.

Στο ορφανοτροφείο του Χατζη-Κώστα στην Αθήνα λειτουργούσε επιπλοποιείο, στο οποίο οι τρόφιμοι μάθαιναν την τέχνη. Οι τιμές των επίπλων του ήταν 20% χαμηλότερες από τις αντίστοιχες της αγοράς, "δια τον απλούστατον λόγον ότι το εργαστήριο τούτο δεν έχει δαπάνες ενοικίων, τα δε παιδιά εργάζονται αντί ελαχίστης αμοιβής την ημέραν, προς απόκτησιν μικρού κεφαλαίου των όταν θα εξέλθουν"175. Στον περίβολο του ορφανοτροφείου Ελένη Ν. Ζάννη στον Πειραιά λειτουργούσε από το 1874 υποδηματοποιείο και από το 1878 μηχανικό ξυλουργείο και σιδηρουργείο. Τα εργαστήρια ήταν νοικιασμένα σε τεχνίτες, οι οποίοι εκτός από το ενοίκιο ήταν υποχρεωμένοι να δίνουν στο ίδρυμα και ένα επιπλέον ποσό για την εργασία των παιδιών που απασχολούσαν176. Το 1883 λειτουργούσε

———————————

6 Δεκ. 1892, πρβλ. Κ. Σοφιανός, ό.π. αρ. κατ. 2723, σ.585. Επίσης η αδελφότητα των σιδηρουργών σκοπεύει, σύμφωνα με το καταστατικό της, να οργανώσει για τα μαθητευόμενα παιδιά-μέλη της, τάξη με "θεωρητικήν διδασκαλίαν και ανάπτυξιν των αφορώντων την σιδηρουργικήν βιομηχανίαν ζητημάτων και ακρόασιν στοιχειωδών μαθημάτων". Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. 165, 28 Ιούν. 1888, πρβλ. Κ. Σοφιανός, ό.π. αρ. κατ. 1845, σ.408. Το 1879 στην Ελλάδα υπήρχαν 22 σύλλογοι, που είχαν ως κύριο σκοπό την αγωγή και τη διδασκαλία, την ανάπτυξη των επιστημών και των τεχνών. Δεν διαθέτουμε πληροφορίες για το ποιες από αυτές τις εταιρίες λειτούργησαν τελικά και για πόσο χρονικό διάστημα. Οι περισσότερες όμως, με εξαίρεση το Λύκειο του Τεγεατικού συνδέσμου το οποίο εξακολουθούσε να υπάρχει και το 1926, πρέπει να λειτούργησαν για ελάχιστο χρονικό διάστημα ή και καθόλου. Πρβλ. Λυδία Σαπουνάκη-Δρακάκη, ό.π. σ.390.

175. Νέα Εφημερίς, 25-9-1889, αρ. 268, σ.7. Όπως είναι φυσικό, οι προνομιακοί όροι λειτουργίας του εργαστηρίου δημιούργησαν συνθήκες άνισου ανταγωνισμού στην αγορά, με αποτέλεσμα να διαμαρτυρηθεί η συντεχνία των ξυλουργών: "Ο ενοικιαστής του εργαστηρίου... αποβλέπων προς ίδιον όφελος, προσέλαβεν εργάτας το πλείστον ιδίους παραμελών τους ορφανούς ως μη όφειλε, κατήρτισεν επιπλοποιείον εν αυτώ, διά δε των διαφόρων εφημερίδων ότι εν τω ορφανοτροφείω πωλούνται διάφορα έπιπλα, έργα των ορφανών, και επικαλείται την συνδρομήν των φιλανθρώπων... Περιττόν εν τούτοις να είπωμεν κατά πόσον ημείς ζημιούμεθα ως και περί των ορφανών, οίτινες εξερχόμενοι ουδέν επίστανται". Παράλληλα ο τεχνίτης ανέθετε παραγγελίες και εκτός του ορφανοτροφείου. Πρβλ. "Η συντεχνία του λαού Ο ξυλουργός", Νέα Εφημερίς, 4-2-1895, αρ. 35, σ.5.

176. Βλ. Π. Καμπούρογλου, Ιστορία του Πειραιώς από του 1833-1882 έτους. Γενική κατάστασις - Κίνησις Εμπορίου - Ναυτιλία - Βιομηχανία, Αθήνα 1883, σ.48. Βλ. επίσης Νέα Εφημερίς, αρ. 17, 17-1-1890, σ.7 και αρ. 27, 27-1-1890, σ.6.

Σελ. 78
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/79.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

σιδηρουργείο και ατμοκίνητο μηχανουργείο, το οποίο περιλάμβανε εφαρμοστήριο, χυτήριο, πρωτοτυπείο και τορνευτήριο177. Την ίδια εποχή, εξάλλου, το ξυλουργείο ήταν χωρισμένο σε δύο τμήματα, το μηχανικό ξυλουργείο και το επιπλοποιείο178. Το 1891 συστάθηκε οργανισμός για την ίδρυση "πρακτικού σχολείου των εφήβων" στις φυλακές Συγγρού. Σύμφωνα με τον κανονισμό, στο πρακτικό σχολείο εισάγονταν, ανάλογα με τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους, η ραπτική, η λεπτουργική, η ψηκτροποιία και η τυπογραφία. Οι μαθητές διακρίνονταν σε τεχνουργούς και μαθητευόμενους179. Όμως ειδική τεχνική εκπαίδευση παρεχόταν μόνο στις Νυκτερινές Σχολές Μηχανικών του Πειραϊκού Συνδέσμου, στον Πειραιά180. Οι Νυκτερινές Σχολές που ιδρύθηκαν το 1895 περιλάμβαναν δύο τμήματα, το προπαιδευτικό και το βιοτεχνικό. Το 1900-1901 το βιοτεχνικό τμήμα μετονομάστηκε σε Σχολή Μηχανικών και αναγνωρίστηκε από το Υπουργείο Ναυτικών. Στην προπαρασκευαστική τάξη διδάσκονταν μόνο γενικά μαθήματα, όπως Ελληνικά και Μαθηματικά, καθώς επίσης και Σχεδιογραφία. Τα τεχνικά μαθήματα διδάσκονταν μόνο στην τελευταία τάξη, ενώ πρακτική εφαρμογή γινόταν αποκλειστικά στο μάθημα των ατμομηχανών. Τέλος, δεν πρέπει να παραλειφθεί το εργαστήριο απόρων γυναικών, όπου το 1874 λειτουργούσε σχολή μαθητευόμενων ραπτικής και υφαντικής, στην οποία φοιτούσαν περισσότερα από 50 κορίτσια άνω των 10 χρόνων181.

Το 1914, σύμφωνα με την έκθεση του Hugo Eberhardt, διευθυντή των τεχνικών σχολών στο Offenbach, "η διδασκαλία της καλλιτεχνικής βιοτεχνίας, της βιοτεχνικής και βιομηχανικής σπουδής του άρρενος πληθυσμού" στην περιοχή Αθήνας και Πειραιά περιοριζόταν σε τρεις νυκτερινές σχολές: τη Σχολή Μηχανικών Πειραϊκού Συνδέσμου και τη Σχολή Ελλήνων Μηχανικών "Ο Προμηθεύς", στον Πειραιά, και τέλος την Εσπερινή Βιοτεχνική Σχολή Αθηνών182. Οι νυκτερινές

———————————

177. Λυδία Σαπουνάκη-Δρακάκη, ό.π. σ.405.

178. Ό.π.

179. Β.Δ. «Περί εγκρίσεως οργανισμού της υπό την Προεδρείαν της A.M. της Βασιλίσσης "εν Χριστώ Αδελφότητος", 'μετά του οργανισμού και του συναφούς αυτώ Κανονισμού του πρακτικού Σχολείου των εφήβων εν ταις φυλακές Συγγρού'». Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. 49, 16-2-1891. Πρβλ. Κ. Σοφιανός, ό.π. αρ. κατ. 2368, σ.516.

180. Λυδία Σαπουνάκη-Δρακάκη, ό.π. σ.396-400.

181. Παλιγγενεσία, αρ. 2958, 10-1-1874, σ.2.

182. Κατά τον συγγραφέα της έρευνας από τις υπόλοιπες σχολές που λειτουργούσαν την ίδια εποχή, η Σεβαστοπούλειος δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδική τεχνική σχολή, διότι παρείχε μόνο πρακτικές σπουδές στη χειροτεχνία χωρίς επαγγελματική εκπαίδευση, η Σχολή Ρουσοπούλου παρείχε μόνο λίγες στοιχειώδεις γνώσεις για την αρχιτεκτονική και τη μηχανουργία, και το Ορφανοτροφείο Χατζηκώστα περιοριζόταν στην εκπαίδευση του μικρού κύκλου των ορφανών μαθητών του. Πρβλ. Η. Eberhardt, "Πρόχειρος έκθεσις περί των εν Αθήναις και Πειραιεί

Σελ. 79
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/80.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

μηχανουργικές σχολές του Πειραιά παρείχαν και στοιχεία θεωρητικής εκπαίδευσης στους νεαρούς τεχνίτες. Τους αποφοίτους των σχολών αυτών απορροφούσε, στην πλειονότητά τους, το πολεμικό και το εμπορικό ναυτικό, και ελάχιστους η "ιδιωτική βιομηχανία"183. Την ίδια περίπου περίοδο λειτουργούσαν ιδιωτικά ιδρύματα, τα οποία παρείχαν στα κορίτσια κάποια εκπαίδευση στα επαγγέλματα ραφής ασπρορρούχων, κεντημάτων και δαντελών. Όπως όμως σημειώνουν και οι επόπτες εργασίας, "η υπ' αυτών ως και υπό της Επαγγελματικής Σχολής της Ενώσεως Ελληνίδων διδομένη τεχνική μόρφωσις περιορίζεται εις πρακτικήν εξάσκησιν εις τας σχετικάς ειδικότητας άνευ ή μετ' ελαχίστων συμπληρωματικών θεωρητικών γνώσεων... Συμπληρωματικήν τεχνικήν μόρφωσιν δίδει η Διπλάρειος Νυκτερινή Σχολή εργατριών, με πολλήν επιτυχίαν ως προς την παρεχομένην παρ' ειδικών προσώπων διδασκαλίαν δυστυχώς εις μικρόν αριθμόν εργατριών, διότι λόγω της δεκαώρου καθημερινής εργασίας αι εργάτριαι αδυνατούν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα ταύτα"184. Το 1926 και σε πανελλαδικό επίπεδο λειτουργούσαν, εκτός από τις τρεις σχολές μηχανικών που προαναφέρθηκαν, οι ακόλουθες τεχνικές σχολές: α) χειροτεχνικές σχολές θηλέων στην Αθήνα, β) Επαγγελματική Σχολή Τεγεατικού Συνδέσμου στην Τεγέα, γ) Σχολή Μηχανικών Πανθεσσαλικής Ενώσεως στο Βόλο, και δ) οι προσαρτημένες στο Πολυτεχνείο σχολές. Οι τελευταίες παρείχαν επαγγελματική εκπαίδευση ανωτέρου, σχετικά, επιπέδου και δεν απευθύνονταν στους εργάτες185. Η πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια για τη λειτουργία κατώτερης τεχνικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, με την πλήρη σημασία που αποδίδεται στον όρο, έγινε με τη δημιουργία της Σιβιτανιδείου Σχολής στην Αθήνα.

Η Σιβιτανίδειος Σχολή ιδρύθηκε το 1928. Προσωρινά λειτουργούσε στην οδό Θεσσαλονίκης και το 1931 μεταφέρθηκε στην Καλλιθέα186. Το 1934 η Σχολή περιλάμβανε α) "Σχολείο Διακοσμητικό", με τρία τμήματα: Τμήμα σχεδιαστών, με ειδικότητες διακοσμητικού και τεχνικού σχεδίου, Τμήμα διακοσμητών, με ειδικότητες χρωματιστών, ελαιοχρωματιστών, απομιμητών ξύλου και μαρμάρου, κοσμηματογράφων και τεχνιτών μωσαϊκών, Τμήμα διακοσμητών πλαστών και γλυπτών, με ειδικότητες γυψουργών, εκμαγέων, μαρμαρογλυπτών, και μεταλλοπλαστών, β) "Σχολείο Δομικών Επαγγελμάτων και Επιπλοποιίας", με τρία

———————————

βιοτεχνικών σχολών", Δελτίον του Υπουργείου της Εθνικής Οικονομίας, έτος Α', τεύχ. 2, Ιούλιος 1914, σσ.99-113.

183. Ι. Καλύβας, "Η έλλειψις τεχνιτών εν τη μηχανουργική βιομηχανία...", ό.π. σ.669.

184. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Επιθεώρησις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού... 1921, ό.π. σ.76.

185. Γ. Χαριτάκης, ό.π. σ.102.

186. Ν.Π. Αποστολόπουλος, "Η τεχνική εκπαίδευσις", Βιομηχανική Επιθεώρησις, τ.5, Νοέμβριος 1934, σ.20.

Σελ. 80
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/81.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΠΙΝΑΚΑΣ 9

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΙΣ, 1930-1933 Σχολαί κατά τάξεις

Είδος και διάκρισις σχολών

Εν όλω

Λειτουργήσασαι τάξεις ή τμήματα

εξ ων

Δομικών και διακοσμητικών τεχνών

Κατεργασίας σιδήρου

Υφαντικών τεχνών

Αμφιέσεων και υποδήσεως

Κατεργασίας ξύλου

Λοιπά

1930-1931 Επαγγελματικαί σχολαί

Αρρένων

8

31

3

2

17

5

4

θηλέων

15

46

1

13

24

8

Μικταί

5

26

3

1

3

9

3

7

Σύνολον

28

103

7

3

16

50

8

19

Επαγγελματικοί σχολαί Φυλακών

Μικτά

3

Ι 9

1

1

3

2

2

Προσηρτημένα σχολεία Εδνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου

3

11

11

Γενικόν σύνολον

34

123

7

4

17

53

10

32

1931-1932 Επαγγελματικοί σχολαί

Αρρένων

8

30

4

2

15

5

4

θηλέων

16

46

14

25

7

Μικταί

5

25

2

1

3

12

 2

5

Σύνολον

29

101

6

3

17

52

7

16

Επαγγελματικοί σχολαί Φυλακών

Μικτοί

4

12

1

1

4

2

4

Προσηρτημένα σχολεία Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου

Μικτά

3

11

Γενικόν σύνολον

36

124

6

4

18

56

9

16

1932-1933 Επαγγελματικοί σχολαί

Αρρένων

9

36

4

2

17

6

7

θηλέων

16

45

14

24

7

Μικταί

5

25

2

1

4

11

2

5

Σύνολον

30

106

6

3

18

52

8

19

Επαγγελματικοί σχολαί Φυλακών

Μικταί

4

12

1

1

4

2

4

Προσηρτημένα σχολεία Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου

Μικτά

3

11

11

Γενικόν σύνολον

37

129

6

4

19

56

10

34

ΠΗΓΗ: Βιομηχανική επιθεώρησις, 1 935

Σελ. 81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/82.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

τμήματα: Τμήμα λιθοδόμων, Τμήμα ξυλοδόμων στεγών, δωμάτων, ικριωμάτων και ξυλουργών θυρών, ξυλοκλιμάκων και λεπτοξυλουργικών εργασιών, Τμήμα επιπλοποιών με ειδικότητες επιπλοποιών και σκελετοποιών, γ) «Σχολείον Μηχανουργικών Επαγγελμάτων και Ηλεκτροτεχνίας», με δύο τμήματα: Τμήμα εφαρμοστών κατασκευής και επισκευής εργαλείων και μηχανών, με ειδικότητες εφαρμοστών κατασκευής, επισκευής μηχανών και χειριστών εργαλείων και μηχανών και Τμήμα ηλεκτροτεχνιτών, με ειδικότητες μετασκευαστών και τεχνιτών εγκαταστάσεων.

Το 1926 στην Πάτρα ιδρύθηκε η Τριάντειος Επαγγελματική Σχολή, η οποία λειτούργησε το 1927, αρχικά ως ημερήσια και νυκτερινή και αργότερα μόνο ως νυκτερινή187. Στη σχολή γίνονταν δεκτοί μαθητευόμενοι τεχνίτες με απολυτήριο εξατάξιου δημοτικού σχολείου. Λειτουργούσαν τρία τμήματα, στα οποία φοιτούσαν 80 έως 100 μαθητές: α) Τμήμα ηλεκτροτεχνίας, με 25 έως 30 μαθητές, β) Τμήμα μηχανοτεχνίας, με 25 έως 30 μαθητές, και γ) Τμήμα γενικού σχεδίου, με 35 έως 40 μαθητές. Λειτουργούσαν, επίσης, ηλεκτροτεχνικό εργαστήριο και εργαστήριο πλαστικής. Τεχνική σχολή άρχισε να λειτουργεί το 1927 και στο Ληξούρι188. Περιλάμβανε τμήματα υφαντουργίας, βιβλιοδετικής, ηλεκτροτεχνίας, οικοδομικής και σχεδιαστικής. Δεκτά γίνονταν μετά από εξετάσεις παιδιά μέχρι 14 χρόνων για τα δύο πρώτα τμήματα και μέχρι 15 χρόνων για τα υπόλοιπα. Οι σπουδές διαρκούσαν από ένα έως δύο χρόνια για την υφαντουργία και τρία χρόνια για τους υπόλοιπους κλάδους.

Όπως διαπιστώνεται, χρειάστηκε σχεδόν ένας αιώνας από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους για να κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτες κατώτερες και μέσες τεχνικές σχολές, οι οποίες θα παρήγαν ειδικευμένο εργατικό δυναμικό για τις ανάγκες της βιομηχανίας. Παράλληλα εξακολουθούσε να κυριαρχεί ο θεσμός της εκμάθησης του «ολοκληρωμένου» επαγγέλματος, είτε στο εργαστήριο είτε σε διάφορα ιδρύματα και σχολές, ο οποίος αναπαρήγε το μοντέλο του αυτόνομου, από παραγωγική άποψη, παραδοσιακού τεχνίτη, και μαζί με αυτό όλη την ιδεολογία για κοινωνική ανέλιξη.

Κρατική αδυναμία, αδυναμία της ίδιας της βιομηχανίας ή πολιτισμικό φαινόμενο; Όπως και να έχει το ζήτημα, η ελληνική κοινωνία αρνήθηκε να επενδύσει σε μια εκπαίδευση από την φύση της ταξική, που αναιρούσε την προσδοκία της κοινωνικής ανέλιξης και οδηγούσε στην προλεταριοποίηση των μελών της, έστω και με καλύτερους όρους αμοιβής189.

———————————

187. Γ. Πανταζής, «Η επαγγελματική εκπαίδευσις», Βιομηχανική Επιθεώρησις, τ. 25, Ιούλ. 1936, σ.18-19.

188. Γ. Χαριτάκης, ό.π. σ.103-104.

189. Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα του Ε.Κ.Κ.Ε., οι νέοι εξακολουθούν να αδιαφορούν για τα τεχνικά επαγγέλματα και επιμένουν να αναζητούν μια θέση εργασίας στον δημόσιο τομέα. Βλ. εφ. Η Καθημερινή, 11-6-1991, σ.6.

Σελ. 82
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/83.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των εργαζόμενων παιδιών

Παιδιά 10 και 12 χρόνων, ζαρωμένα 12 και 14 ώρες κοντά στη μάνα ή τη γιαγιά, με το πηγούνι σκυμμένο στα γόνατα, με τα δάκτυλα κατεστραμμένα απ' το δέσιμο των κόμπων και το κορμί καμπουριασμένο για πάντα. Ξερό φωμί για φαγητό, παρμένο και αυτό στο σκαμνί της δουλειάς το μεσημέρι. Εργαστήρια εγκατεστημένα σε χώρους που ήταν πριν αποθήκες και σταύλοι...

Μαρία Σβώλου, "Οι εργάτριες ταπητουργίας", Ο Αγώνας της Γυναίκας, τεύχ. 41, Μάρτ. 1927, σ. 1.

1. Οι συνθήκες εργασίας

Σύμφωνα με όλες τις περιγραφές που έχουμε στη διάθεσή μας, οι συνθήκες που επικρατούσαν στους εργασιακούς χώρους κατά τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας, είτε πρόκειται για τα μεγάλα εργοστάσια είτε για τα βιοτεχνικά εργαστήρια, ήταν πολύ κακές για τα μέτρα όχι μόνο των ανήλικων αλλά και των ενήλικων εργατών. Η διαπίστωση, κοινή: οι χώροι εργασίας ήταν σε γενικές γραμμές ακατάλληλοι και ανθυγιεινοί. Έτσι δεν είναι παράξενο ότι η φυματίωση και άλλες αρρώστιες μάστιζαν τα νεαρά άτομα στις "λαϊκές" κυρίως τάξεις190. Τη χειρότερη εικόνα παρουσίαζαν -όπως είναι φυσικό- τα μικροεργαστήρια, τα οποία, λόγω των σχεδόν μηδενικών κεφαλαίων τους, αδυνατούσαν να εξασφαλίσουν τους κατάλληλους χώρους εγκατάστασης191. Σε πολλές περιπτώσεις είχαμε να κάνουμε, ουσιαστικά, με συνδυασμό μικρών εμπορικών καταστημάτων και

———————————

190. Άννα Μακροπούλου, "Από την εργασία της γυναίκας και του παιδιού", Ο Αγώνας της Γυναίκας, τεύχ. 50-51, Αύγ. 1927, σ.3.

191. Βλ. A. Andreades, La législation ouvrière en Grèce, Γενεύη 1922, σ.16.

Σελ. 83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/84.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

βιοτεχνιών. Τα μικρά αυτά εργαστήρια ήταν εγκατεστημένα "όπισθεν του προς υποδοχήν των πελατών ή των προς πώλησιν των ειδών χρησιμεύοντος καταστήματος εις μικρότερα καταστήματα χωρισμένα διά σανιδίου χωρίσματος, ενίοτε υψηλοτάτου, ώστε ο χώρος αυτός να καθίσταται εντελώς σκοτεινός"192. Έτσι, στα υποδηματοποιεία της Αθήνας και του Πειραιά "τα έτοιμα υποδήματα ελλείψει ερμαρίων κρέμωνται εκ της οροφής, εις ύψος ανθρώπου, προς έκθεσιν, ρεκλάμαν διά τους πελάτας και εύκολον εκλογήν. Ούτω περιορίζεται ο κυβισμός αέρος, η καθαριότης και ελαττώνεται ο φωτισμός του ήδη εξ ελλείψεως παραθύρων σκοτεινού εργαστηρίου, οι δε εργάτες εργάζονται στο βάθος, διότι το πρόσθετο μέρος χρησιμοποιείται ως πρατήριον και τα παράθυρα ως προθήκαι"193.

Άλλα εργαστήρια στεγάζονταν στα πατάρια των καταστημάτων, με τα οποία, πολλές φορές, επικοινωνούσαν με κινητή σκάλα. Οι οροφές ήταν χαμηλές, "οι εργάτριες συνωθούνται σκυμμέναι περί τον φωταγωγόν, διότι το φως δεν είναι επαρκές"194. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλα τα πατάρια των εμπορικών καταστημάτων που βρίσκονταν σε κεντρικούς δρόμους λειτουργούσαν ως βιοτεχνικά εργαστήρια "και δι' έλλειψιν χώρου και διότι ο έλλην μικροεργοδότης φροντίζει κυρίως να εγκαταστήση το κατάστημα πωλήσεως όσον το δυνατόν ευπρόσωπον και αδιαφορεί τελείως ως προς το εργαστήριον το οποίον εγκαθίσταται όλως προχείρως εκεί κάπου, ώστε να μη φαίνεται, διά να μένει ανέτως εν ακαθαρσία και ακαταστασία"195. Τέλος, χειρότερα από άποψη υγιεινής ήταν τα εργαστήρια που λειτουργούσαν σε υπόγεια. Οι χώροι αυτοί ήταν τελείως ακατάλληλοι, με πάτωμα από πλάκες και τοίχους γεμάτους υγρασία. Ο λιγοστός φωτισμός προερχόταν από τη μοναδική πόρτα και τους φωταγωγούς των πεζοδρομίων. "Αρκεί να αναφέρω", γράφει η επόπτρια εργασίας Άννα Μακροπούλου, "ότι έν εξ αυτών εν Πειραιεί ήτο τόσο σκοτεινόν, ώστε μόλις διέκρινα εις το βάθος τας εργαζομένας"196. Σε υπόγεια ήταν εγκατεστημένο το 90% των εργαστηρίων των ζαχαροπλαστείων και των χαλβαδοποιείων. Η ακαθαρσία των χώρων αυτών αποτελούσε τον κανόνα. "Τοίχοι, δάπεδα, κλίμακες, οροφαί, μηχανήματα δεν καθαρίζονται, από την επικολληθείσαν ζάχαριν, άμυλον, κόνιν..."197

Όλοι οι τύποι αυτών των εργαστηρίων δεν διέθεταν τους στοιχειώδεις όρους υγιεινής, όπως αποχωρητήρια και "νερό της πόλης". Σε καταστήματα ήταν εγκατεστημένα, κυρίως, τα εργαστήρια ραφής ανδρικών ενδυμάτων, πίλων και

———————————

192. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, Αθήνα 1923, σ.62.

193. Ό.π. σ.22.

194. Ό.π. σ.62.

195. Ό.π. σ.63.

196. Άννα Μακροπούλου, "Από την εργασία της γυναίκας και του παιδιού", ό.π.

197. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π. σ.22.

Σελ. 84
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/85.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

πιλικίων, ασπρορούχων, τροφίμων, χαρτόκουτων και φακέλων, καθώς και άλλες μικρές βιοτεχνίες198.

Σε πολλές βιοτεχνίες η επιβίωση των παραδοσιακών μεθόδων παραγωγής καθιστούσε, από μόνη της, τις συνθήκες εργασίας επικίνδυνες για την υγεία των εργατών. Συγκεκριμένα τα βυρσοδεψεία χαρακτηρίζονταν "εργαστήρια θανάτου... όπου οι εργάται υποχρεούνται να διημερεύουν βουτηγμένοι εις τα νερά, εντός των οποίων επεξεργάζονται τα δέρματα και είναι διαρκώς εκτεθειμένοι εις δολοφόνα ρεύματα αέρος, αναγκαία διά την εργασίαν, ένεκα των οποίων υφίστανται συχνάς προσβολάς πλευρίτιδων ή πνευμονιών, αι οποίαι καταλήγουν πολλάκις εις φθίσιν"· περισσότεροι από τους μισούς εργάτες υπέφεραν, άλλωστε, από χρόνιους ρευματισμούς λόγω της υγρασίας199.

Οι συνθήκες εργασίας που επικρατούσαν στα μεγάλα βιομηχανικά εργοστάσια δεν διέφεραν και πολύ από αυτές που ήδη περιγράψαμε. Ειδικότερα για την κλωστοϋφαντουργία, η οποία απασχολούσε και το μεγαλύτερο αριθμό ανήλικων κοριτσιών, οι επιθεωρητές εργασίας σημείωναν ότι "υπάρχουν μεγάλα καταστήματα άτινα, ενώ δαπανούν πολλάς εκατοντάδας χιλιάδων προς αλλαγήν της κινητηρίου δυνάμεως ή μηχανημάτων υφάνσεως, χάριν οικονομίας ολίγων χιλιάδων δεν αποφασίζουν να εγκαταστήσουν ούτε τα κατάλληλα μέσα υδρεύσεως του προσωπικού τους"200. Επίσης, η έλλειψη συστημάτων απορρόφησης της σκόνης που προκαλούσαν οι ίνες του βαμβακιού και του μαλλιού "επιβοηθεί την φθίσιν και τόσα άλλα νοσήματα των οφθαλμών, των αναπνευστικών και πεπτικών οργάνων, του δέρματος κ.λπ., άτινα μαστίζουσι το ως επί το πολύ αδύνατον και ευπαθές αυτών εξ ανηλίκων εργατίδων προσωπικόν"201.

Σε ορισμένες περιπτώσεις και για λόγους οικονομίας, οι βιομήχανοι παράγγελναν τα μηχανήματα των εργοστασίων τους χωρίς τα αντίστοιχα προστατευτικά τους καλύμματα, γεγονός που αποτελούσε και την κυριότερη αιτία των εργατικών ατυχημάτων202.

Ο αριθμός των παιδιών και των νεαρών ατόμων που έπεφτε θύμα εργατικών ατυχημάτων ήταν μεγάλος. Το 1921 από τα είκοσι θανατηφόρα ατυχήματα τα πέντε συνέβησαν σε άτομα κάτω των 18 χρόνων203.

———————————

198. Ό.π. σ.62.

199. Εργατικό Κέντρο Αθήνας, Οι εργάται της Ελλάδος προς την Διπλήν Βουλήν των Ελλήνων, Αθήνα 1911, σ.20.

200. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π. σ.23.

201. "Γενικαί εκθέσεις των επιθεωρητών εργασίας του έτους 1913", Δελτίον του Υπουργείου της Εθνικής Οικονομίας, II Εργασία και πρόνοια, τεύχ. 4, Δεκ. 1914, σ.164.

202. Ό.π. σ.163.

203. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, σ.24-25.

Σελ. 85
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/86.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΠΙΝΑΚΑΣ 10

Εργατικά ατυχήματα, 1927

Ηλικία εργατών 

Αριθμός

%  

  12-14 114 3,24  

15-18

791

22,48

18-20

351

9,98

20-30

1.084

30,81

30 +

1.178

33,48

Σύνολο

3.518

100,00

ΠΗΓΗ: Ι. Αναπλιώτης,

"Τα εργατικά ατυχήματα εν Ελλάδι κατά το 1927", Βιομηχανική και βιοτεχνική επιθεώρησις, 1928, σ.113-122.

Από τον Πίνακα 10 φαίνεται επίσης ότι, το 1927, το 35,70% των θυμάτων από εργατικά ατυχήματα είχαν ηλικία μικρότερη των 20 χρόνων. Οι κλάδοι στους οποίους σημειώθηκαν τα περισσότερα θανατηφόρα ατυχήματα και ακρωτηριασμοί νεαρών ατόμων ήταν η υφαντουργία και η μηχανουργία204. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα οι αποζημιώσεις για τα εργατικά ατυχήματα ήταν μηδαμινές και τα θύματα επαφίονταν στην φιλανθρωπική διάθεση του επιχειρηματία, μένοντας στις περισσότερες περιπτώσεις χωρίς καμία ασφαλιστική κάλυψη. Έτσι, όπως σημειώνει το 1890 η Καλλιρρόη Παρρέν για την περίπτωση μιας νεαρής εργάτριας που έχασε το χέρι της από μηχανή στο εργοστάσιο των Αφών Ρετσίνα, "θα τη παραχωρηθή ίσως παρά του κ. εργοστασιάρχου μικρά προσωρινή αποζημίωσις και μετά ταύτα θα αυξήση κατά ένα τον αριθμόν των αναπήρων επαιτών και επαιτίδων της γείτονος πόλεως"205.

Οι ώρες εργασίας των ανήλικων εργατών δεν διέφεραν από αυτές των ενήλικων συναδέλφων τους, ακόμη και μετά τις ειδικές ρυθμίσεις που επέβαλαν οι νόμοι του 1911 σχετικά με την εργασία των γυναικών και των ανηλίκων. Στο εργοστάσιο Ρετσίνα οι εργάτριες εργάζονταν από τις 6.00 π.μ. μέχρι τις 6.30 μ.μ., με διακοπή μισής ώρας για πρόγευμα το χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι από τις

———————————

204. Ό.π.

205. Πρβλ. Καλλιρρόη Παρρέν, "Δυστυχείς εργάτιδες", Εφημερίς των Κυριών, τεύχ. 191, 9-12-1890, σ.2. Ο νόμος 551 του 1914, καθώς επίσης οι νόμοι 2114 του 1920 και 2193 του 1923 κατοχυρώνουν την αποζημίωση σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος. Επίσης ο νόμος 281 του 1914 προβλέπει την ίδρυση "Αλληλοβοηθητικών Σωματείων", τα οποία, μεταξύ άλλων, θα παρέχουν στα μέλη τους χρηματικά επιδόματα σε περίπτωση ασθένειας, τραυμάτων, πρόσκαιρης ανικανότητας για εργασία κ.λπ. Πρβλ. Γ. Χαριτάκης, Η ελληνική βιομηχανία, Αθήνα 1927, σ.122, 129.

Σελ. 86
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μορφές παιδικής εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία (1870-1940)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 67
    27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

    Η θέση των παιδιών στον τεχνικό καταμερισμό της εργασίας. Βιοτεχνία, βιομηχανία και τεχνική εκπαίδευση

    1. Το βιοτεχνικό εργαστήριο και η μαθητεία

    Η μαθητεία, μέσα στο πλαίσιο που καθόριζαν οι συντεχνιακοί κανονισμοί, εξασφάλιζε για πολλούς αιώνες την ομαλή αναπαραγωγή ειδικευμένου εργατικού δυναμικού για την παραδοσιακή βιοτεχνία. Η μαθητεία συνιστούσε ένα είδος εκπαίδευσης στην πράξη, όπου το παιδί, συναναστρεφόμενο με τους μεγάλους, μάθαινε την τέχνη και παράλληλα εισαγόταν στα επαγγελματικά μυστικά της διαχείρισης του εργαστηρίου, με την προοπτική —την ελπίδα— να εξελιχθεί σε μάστορα. Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε και σε προηγούμενο κεφάλαιο128, η μαθητεία αποτελούσε παράλληλα έναν αυτοπροστατευτικό μηχανισμό, μέσα από τον οποίο οι συντεχνίες, ανάλογα με τη συγκυρία, ρύθμιζαν τη ροή νέων τεχνιτών στην αγορά και ήλεγχαν τον επαγγελματικό ανταγωνισμό. Η καταλυτική εισβολή των βιομηχανοποιημένων προϊόντων της δυτικής Ευρώπης καταρχάς, αλλά και το φιλελεύθερο οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε στη συνέχεια, με την ίδρυση του ελληνικού κράτους, κατήργησαν την οικονομική σημασία των συντεχνιών και αναίρεσαν —τυπικά τουλάχιστον— το ρόλο της μαθητείας ως μηχανισμού ελέγχου της προσφοράς εργασίας129. Ωστόσο το εργαστήριο συνέχισε να λειτουργεί ως ο κατεξοχήν χώρος αναπαραγωγής τεχνιτών, με αποτέλεσμα ο θεσμός της μαθητείας να επιβιώνει και να παραμένει ακόμη και μέχρι τα

    ———————————

    128. Βλ. Κεφάλαιο Ι, σ.22.

    129. Οι συντεχνίες στο εξής μετατρέπονται σε αλληλοβοηθητικά σωματεία (Αδελφότητες) διαφόρων τεχνιτών. Σύμφωνα με τα καταστατικά, μέλη των σωματείων μπορούσαν να γίνουν τεχνίτες και μαθητευόμενοι, οι τελευταίοι χωρίς δικαίωμα ψήφου. Πρβλ. Κ. Σοφιανός, Το νομικό καθεστώς της παιδικής ηλικίας και της νεότητας 1833-1900, Αθήνα 1988, και ειδικότερα τα καταστατικά των διαφόρων σωματείων.