Συγγραφέας:Ρηγίνος, Μιχάλης
 
Τίτλος:Μορφές παιδικής εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία (1870-1940)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:27
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1995
 
Σελίδες:173
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1870-1940
 
Περίληψη:Η μελέτη αυτή έχει ως αντικείμενο την απασχόληση των παιδιών και των νεαρών ατόμων στη βιομηχανική και τη βιοτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού. Η έρευνα κινείται προς δύο κατευθύνσεις. Αρχικά εξετάζεται η θέση των παιδιών στον καταμερισμό της εργασίας, τόσο στην παραδοσιακή βιοτεχνία όσο και στο νέο εργοστασιακό σύστημα. Μέσω της ανάλυσης των παραγωγικών δομών σκιαγραφούνται οι παράγοντες που διαμόρφωναν τη ζήτηση της παιδικής και νεανικής εργασίας στη δευτερογενή παραγωγή. Κατόπιν η έρευνα στρέφεται προς την κατεύθυνση της προσφοράς εργασίας, για να εντοπιστούν οι όροι και οι συνθήκες που οδηγούσαν τα παιδιά στο βιοτεχνικό εργαστήριο ή το βιομηχανικό εργοστάσιο, σε απασχολήσεις όχι κατ’ ανάγκην εναλλακτικές. Τέλος, αναζητείται απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσον οι νέες βιομηχανικές συνθήκες διαφοροποίησαν την αρνητική θέση που κατείχε η μισθωτή εργασία στο σύστημα συλλογικών αξιών και τροποποίησαν τις οικογενειακές προσδοκίες και στρατηγικές για επαγγελματική αποκατάσταση και κοινωνική ανέλιξη των νεαρών, αρρένων κυρίως, μελών τους.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 19.54 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 76-95 από: 178
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/76.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

και ο οποίος παρουσιάζει την εργασία των παιδιών στο εργοστάσιο περίπου ως ρυθμική γυμναστική, διαφαίνονται οι νέες συνθήκες που εισάγει η βιομηχανοποίηση της παραγωγής. Οι συνθήκες αυτές καθόριζαν και το "προφίλ" της εργατικής δύναμης νέου τύπου που αποτελούσαν οι γυναίκες και τα παιδιά, μιας εργατικής δύναμης η οποία όφειλε να υποτάσσεται στην πειθαρχία και στους ρυθμούς εργασίας που επέβαλλε η "ορθολογική" οργάνωση του εργασιακού χώρου.

3. Η τεχνική εκπαίδευση

Η βιομηχανία, από τη γέννησή της, είχε ανάγκη από εργατικό δυναμικό -άνδρες κυρίως- για την κάλυψη των νέων θέσεων ειδικευμένης εργασίας οι οποίες δημιουργήθηκαν με τον εκμηχανισμό της παραγωγής. Τη ζήτηση για ειδικευμένη εργασία ανέλαβε να καλύψει η κατώτερη τεχνική εκπαίδευση. Με άλλα λόγια, οι κατώτερες τεχνικές σχολές συνιστούσαν μια ταξικού τύπου εκπαίδευση, που σκοπό είχε τη διαμόρφωση των παιδιών της εργατικής τάξης και των φτωχών κοινωνικών στρωμάτων, γενικότερα, σε ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, το οποίο στη συνέχεια θα μπορούσε να απορροφηθεί από τα βιομηχανικά εργοστάσια με σύμβαση μισθωτής εργασίας.

Το ελληνικό κράτος από πολύ νωρίς είχε εκδηλώσει την πρόθεσή του να δημιουργήσει τεχνική εκπαίδευση. Τον Οκτώβριο του 1837 ιδρύθηκε το "Πολυτεχνικό Σχολείο"165. Το Πολυτεχνείο κατά την πρώτη περίοδο της λειτουργίας του ήταν ένα σχολείο στοιχειώδους τεχνικής εκπαίδευσης, μονοετούς φοίτησης. Οι μαθητές γίνονταν δεκτοί ανεξάρτητα από τις γραμματικές τους γνώσεις, ενώ η διδακτέα ύλη περιλάμβανε τρία μαθήματα: τα στοιχειώδη μαθηματικά, την αρχιτεκτονική και την ιχνογραφία. Ως ημέρες παραδόσεων των μαθημάτων είχαν οριστεί οι Κυριακές και οι εορτές, "καθ' ας σχολάζουν οι βιομήχανοι"166, δηλαδή οι χειρώνακτες.

Από τον Μάιο του 1840 το Πολυτεχνείο άρχισε να λειτουργεί και τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας167. Σύμφωνα με το Β.Δ. της 22ας Οκτωβρίου του

———————————

επέτρεπε να επιδεικνύουν μια χαριτωμένη δεξιότητα. Έχοντας συνείδηση της ευκινησίας τους ήταν ευτυχισμένα να την επιδεικνύουν σε κάθε επισκέπτη. Ούτε το παραμικρό ίχνος εξάντλησης, γιατί αμέσως μετά την έξοδό τους από το εργοστάσιο άρχιζαν να παίζουν στην πρώτη ελεύθερη πλατεία που θα συναντούσαν, με τη φλόγα παιδιών που βγαίνουν απ' το σχολείο". Fr. Engels, Ή κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, μετ. Λευτέρης Αποστόλου, Αθήνα 1989, σ.57.

165. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. 35, 6 Νοεμβρίου 1837, πρβλ. Κ. Σοφιανός, ό.π. αρ. κατ. 102, σ.33.

166.Ό.π., βλ. και Κ. Μπίρης, Ιστορία του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνίου, Αθήνα 1957, σ.28.

167. Κ. Μπίρης, ό.π. σ.42.

Σελ. 76
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/77.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

1843, το Πολυτεχνείο χωρίστηκε σε τρία τμήματα: α) το σχολείο των Κυριακών και εορτών, το οποίο αποσκοπεί στην τελειοποίηση των τεχνιτών, β) το καθημερινό σχολείο, για την εκπαίδευση παιδιών που προορίζονται να ασχοληθούν με "βιομηχανικές τέχνες", και γ) το ανώτερο σχολείο Καλών Τεχνών168. Σταδιακά, όμως, το σχολείο περιορίστηκε μόνο στη διδασκαλία των Καλών Τεχνών169. Το 1863, με την αναδιοργάνωση του Πολυτεχνείου σε σχολείο Εφηρμοσμένων Τεχνών, ορίστηκε ως απαραίτητο προσόν για την είσοδο των μαθητών το απολυτήριο του Ελληνικού σχολείου170. Τέλος, από το 1887 το Πολυτεχνείο απέκτησε τον οριστικό του χαρακτήρα ως ανώτατου τεχνολογικού ιδρύματος της χώρας171.

Με το Πολυτεχνείο έκλεινε, μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ο πρώτος κύκλος της αποτυχημένης προσπάθειας του Κράτους για τη δημιουργία κατώτερης τεχνικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1926, ενώ λειτουργούσαν 25 δημόσιες εμπορικές σχολές, το Κράτος δεν είχε φροντίσει για την ίδρυση "βιοτεχνικής ή βιομηχανικής διά τους εργάτας σχολής"172. Ωστόσο, το αίτημα για την ανάπτυξη τεχνικής εκπαίδευσης υπήρχε, τουλάχιστον από την πλευρά των βιομηχάνων ή αυτών που οραματίζονταν μια βιομηχανική Ελλάδα173. Παράλληλα, όλες σχεδόν οι φιλανθρωπικές εταιρίες, αδελφότητες και ιδρύματα δήλωναν στο καταστατικό τους ότι, μεταξύ άλλων, στόχευαν στη διδασκαλία και τη διάδοση των βιομηχανικών τεχνών174. Όμως,

———————————

168. Ό.π. σ.70.

169. Α. Μανσόλας, Πολιτειογραφικαί Πληροφορίαι περί Ελλάδος, Αθήνα 1867, σ.106.

170. Ό.π. και Κ. Μπίρης, ό.π. σ.164.

171. Βλ. Γ. Χαριτάκης, Η ελληνική βιομηχανία, Αθήνα 1927, σ.85.

172. Ό.π. σ.102.

173. Σημειώνει το 1866 ο Αλέξανδρος Σούτζος: "...Άνευ μεθόδου και άνευ συστήματος είναι πλήρως αδύνατον να υπάρξη τεχνική εκπαίδευσις, προπάντων δε όταν υπάρχη και σύγχυσις ιδεών. Διότι, ερωτώμεν, τι είναι σήμερον το λεγόμενον σχολείον των τεχνών; Είναι εξάμβλωμα και τοιούτον έσεται εν όσω δεν γίνει διάκρισις μεταξύ των δύω εν αυτώ διδομένων διδασκαλιών, της τεχνικής δηλαδή και της καλλιτεχνικής. Και δεύτερον, εν όσω δεν υπάρξη προπαρασκευαστικόν σχολείον διά τα τεχνικά μαθήματα. Δια τους λόγους προς δε και διά το ελλιπές της διδασκαλίας, απέτυχαν εντελώς το τε γεωργικόν σχολείον και τα εμπορικά των γυμνασίων τμήματα". Πρβλ. Α. Σούτζος, "Περί τεχνικής εκπαιδεύσεως", Πανδώρα, φ.379, σ.4443, τ.16, 1865-1866. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο βιομήχανος του Πειραιά Θ. Ρετσίνας αγωνιζόταν να μεταβάλει την εικόνα που είχε η κοινή γνώμη για την τεχνική εκπαίδευση. Βλ. Λυδία Σαπουνάκη-Δρακάκη, "Η εκπαίδευση της εργατικής τάξης...", ό.π. σ.411.

174. Βλ., για παράδειγμα, την ίδρυση από τον Τεγεατικό σύνδεσμο του Λυκείου των τεχνών, με σκοπό "την διδασκαλία μετ' εφαρμογής των γεωργικών και βιομηχανικών γνώσεων". Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. 208, 19 Οκτ. 1893, πρβλ. Κ. Σοφιανός, αρ. κατ. 2904, σ.635. Βλ. και το καταστατικό της Ελληνικής Βιοτεχνικής Εταιρίας, "σκοπούσα την εν Ελλάδι προαγωγήν και ανάπτυξιν της τεχνικής διδασκαλίας", Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. 430,

Σελ. 77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/78.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

στις περισσότερες περιπτώσεις, οι σχολές των "απόρων παίδων" που ιδρύθηκαν περιορίζονταν στην παροχή μιας γενικού προσανατολισμού εκπαίδευσης, όμοια με αυτή που εξασφάλιζαν τα δημοτικά σχολεία του κράτους. Αλλά και όσον αφορά τις ελάχιστες απόπειρες για παροχή κάποιας τεχνικής εκπαίδευσης, αυτές εφαρμόστηκαν κυρίως σε κλειστούς κοινωνικά χώρους, όπως οι φυλακές ή τα ορφανοτροφεία, όπου επιχειρήθηκε να συνδυαστεί η γενική εκπαίδευση με την εκμάθηση ενός επαγγέλματος, σύμφωνα με τον παραδοσιακό τρόπο της μαθητείας.

Στο ορφανοτροφείο του Χατζη-Κώστα στην Αθήνα λειτουργούσε επιπλοποιείο, στο οποίο οι τρόφιμοι μάθαιναν την τέχνη. Οι τιμές των επίπλων του ήταν 20% χαμηλότερες από τις αντίστοιχες της αγοράς, "δια τον απλούστατον λόγον ότι το εργαστήριο τούτο δεν έχει δαπάνες ενοικίων, τα δε παιδιά εργάζονται αντί ελαχίστης αμοιβής την ημέραν, προς απόκτησιν μικρού κεφαλαίου των όταν θα εξέλθουν"175. Στον περίβολο του ορφανοτροφείου Ελένη Ν. Ζάννη στον Πειραιά λειτουργούσε από το 1874 υποδηματοποιείο και από το 1878 μηχανικό ξυλουργείο και σιδηρουργείο. Τα εργαστήρια ήταν νοικιασμένα σε τεχνίτες, οι οποίοι εκτός από το ενοίκιο ήταν υποχρεωμένοι να δίνουν στο ίδρυμα και ένα επιπλέον ποσό για την εργασία των παιδιών που απασχολούσαν176. Το 1883 λειτουργούσε

———————————

6 Δεκ. 1892, πρβλ. Κ. Σοφιανός, ό.π. αρ. κατ. 2723, σ.585. Επίσης η αδελφότητα των σιδηρουργών σκοπεύει, σύμφωνα με το καταστατικό της, να οργανώσει για τα μαθητευόμενα παιδιά-μέλη της, τάξη με "θεωρητικήν διδασκαλίαν και ανάπτυξιν των αφορώντων την σιδηρουργικήν βιομηχανίαν ζητημάτων και ακρόασιν στοιχειωδών μαθημάτων". Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. 165, 28 Ιούν. 1888, πρβλ. Κ. Σοφιανός, ό.π. αρ. κατ. 1845, σ.408. Το 1879 στην Ελλάδα υπήρχαν 22 σύλλογοι, που είχαν ως κύριο σκοπό την αγωγή και τη διδασκαλία, την ανάπτυξη των επιστημών και των τεχνών. Δεν διαθέτουμε πληροφορίες για το ποιες από αυτές τις εταιρίες λειτούργησαν τελικά και για πόσο χρονικό διάστημα. Οι περισσότερες όμως, με εξαίρεση το Λύκειο του Τεγεατικού συνδέσμου το οποίο εξακολουθούσε να υπάρχει και το 1926, πρέπει να λειτούργησαν για ελάχιστο χρονικό διάστημα ή και καθόλου. Πρβλ. Λυδία Σαπουνάκη-Δρακάκη, ό.π. σ.390.

175. Νέα Εφημερίς, 25-9-1889, αρ. 268, σ.7. Όπως είναι φυσικό, οι προνομιακοί όροι λειτουργίας του εργαστηρίου δημιούργησαν συνθήκες άνισου ανταγωνισμού στην αγορά, με αποτέλεσμα να διαμαρτυρηθεί η συντεχνία των ξυλουργών: "Ο ενοικιαστής του εργαστηρίου... αποβλέπων προς ίδιον όφελος, προσέλαβεν εργάτας το πλείστον ιδίους παραμελών τους ορφανούς ως μη όφειλε, κατήρτισεν επιπλοποιείον εν αυτώ, διά δε των διαφόρων εφημερίδων ότι εν τω ορφανοτροφείω πωλούνται διάφορα έπιπλα, έργα των ορφανών, και επικαλείται την συνδρομήν των φιλανθρώπων... Περιττόν εν τούτοις να είπωμεν κατά πόσον ημείς ζημιούμεθα ως και περί των ορφανών, οίτινες εξερχόμενοι ουδέν επίστανται". Παράλληλα ο τεχνίτης ανέθετε παραγγελίες και εκτός του ορφανοτροφείου. Πρβλ. "Η συντεχνία του λαού Ο ξυλουργός", Νέα Εφημερίς, 4-2-1895, αρ. 35, σ.5.

176. Βλ. Π. Καμπούρογλου, Ιστορία του Πειραιώς από του 1833-1882 έτους. Γενική κατάστασις - Κίνησις Εμπορίου - Ναυτιλία - Βιομηχανία, Αθήνα 1883, σ.48. Βλ. επίσης Νέα Εφημερίς, αρ. 17, 17-1-1890, σ.7 και αρ. 27, 27-1-1890, σ.6.

Σελ. 78
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/79.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

σιδηρουργείο και ατμοκίνητο μηχανουργείο, το οποίο περιλάμβανε εφαρμοστήριο, χυτήριο, πρωτοτυπείο και τορνευτήριο177. Την ίδια εποχή, εξάλλου, το ξυλουργείο ήταν χωρισμένο σε δύο τμήματα, το μηχανικό ξυλουργείο και το επιπλοποιείο178. Το 1891 συστάθηκε οργανισμός για την ίδρυση "πρακτικού σχολείου των εφήβων" στις φυλακές Συγγρού. Σύμφωνα με τον κανονισμό, στο πρακτικό σχολείο εισάγονταν, ανάλογα με τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους, η ραπτική, η λεπτουργική, η ψηκτροποιία και η τυπογραφία. Οι μαθητές διακρίνονταν σε τεχνουργούς και μαθητευόμενους179. Όμως ειδική τεχνική εκπαίδευση παρεχόταν μόνο στις Νυκτερινές Σχολές Μηχανικών του Πειραϊκού Συνδέσμου, στον Πειραιά180. Οι Νυκτερινές Σχολές που ιδρύθηκαν το 1895 περιλάμβαναν δύο τμήματα, το προπαιδευτικό και το βιοτεχνικό. Το 1900-1901 το βιοτεχνικό τμήμα μετονομάστηκε σε Σχολή Μηχανικών και αναγνωρίστηκε από το Υπουργείο Ναυτικών. Στην προπαρασκευαστική τάξη διδάσκονταν μόνο γενικά μαθήματα, όπως Ελληνικά και Μαθηματικά, καθώς επίσης και Σχεδιογραφία. Τα τεχνικά μαθήματα διδάσκονταν μόνο στην τελευταία τάξη, ενώ πρακτική εφαρμογή γινόταν αποκλειστικά στο μάθημα των ατμομηχανών. Τέλος, δεν πρέπει να παραλειφθεί το εργαστήριο απόρων γυναικών, όπου το 1874 λειτουργούσε σχολή μαθητευόμενων ραπτικής και υφαντικής, στην οποία φοιτούσαν περισσότερα από 50 κορίτσια άνω των 10 χρόνων181.

Το 1914, σύμφωνα με την έκθεση του Hugo Eberhardt, διευθυντή των τεχνικών σχολών στο Offenbach, "η διδασκαλία της καλλιτεχνικής βιοτεχνίας, της βιοτεχνικής και βιομηχανικής σπουδής του άρρενος πληθυσμού" στην περιοχή Αθήνας και Πειραιά περιοριζόταν σε τρεις νυκτερινές σχολές: τη Σχολή Μηχανικών Πειραϊκού Συνδέσμου και τη Σχολή Ελλήνων Μηχανικών "Ο Προμηθεύς", στον Πειραιά, και τέλος την Εσπερινή Βιοτεχνική Σχολή Αθηνών182. Οι νυκτερινές

———————————

177. Λυδία Σαπουνάκη-Δρακάκη, ό.π. σ.405.

178. Ό.π.

179. Β.Δ. «Περί εγκρίσεως οργανισμού της υπό την Προεδρείαν της A.M. της Βασιλίσσης "εν Χριστώ Αδελφότητος", 'μετά του οργανισμού και του συναφούς αυτώ Κανονισμού του πρακτικού Σχολείου των εφήβων εν ταις φυλακές Συγγρού'». Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. 49, 16-2-1891. Πρβλ. Κ. Σοφιανός, ό.π. αρ. κατ. 2368, σ.516.

180. Λυδία Σαπουνάκη-Δρακάκη, ό.π. σ.396-400.

181. Παλιγγενεσία, αρ. 2958, 10-1-1874, σ.2.

182. Κατά τον συγγραφέα της έρευνας από τις υπόλοιπες σχολές που λειτουργούσαν την ίδια εποχή, η Σεβαστοπούλειος δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδική τεχνική σχολή, διότι παρείχε μόνο πρακτικές σπουδές στη χειροτεχνία χωρίς επαγγελματική εκπαίδευση, η Σχολή Ρουσοπούλου παρείχε μόνο λίγες στοιχειώδεις γνώσεις για την αρχιτεκτονική και τη μηχανουργία, και το Ορφανοτροφείο Χατζηκώστα περιοριζόταν στην εκπαίδευση του μικρού κύκλου των ορφανών μαθητών του. Πρβλ. Η. Eberhardt, "Πρόχειρος έκθεσις περί των εν Αθήναις και Πειραιεί

Σελ. 79
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/80.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

μηχανουργικές σχολές του Πειραιά παρείχαν και στοιχεία θεωρητικής εκπαίδευσης στους νεαρούς τεχνίτες. Τους αποφοίτους των σχολών αυτών απορροφούσε, στην πλειονότητά τους, το πολεμικό και το εμπορικό ναυτικό, και ελάχιστους η "ιδιωτική βιομηχανία"183. Την ίδια περίπου περίοδο λειτουργούσαν ιδιωτικά ιδρύματα, τα οποία παρείχαν στα κορίτσια κάποια εκπαίδευση στα επαγγέλματα ραφής ασπρορρούχων, κεντημάτων και δαντελών. Όπως όμως σημειώνουν και οι επόπτες εργασίας, "η υπ' αυτών ως και υπό της Επαγγελματικής Σχολής της Ενώσεως Ελληνίδων διδομένη τεχνική μόρφωσις περιορίζεται εις πρακτικήν εξάσκησιν εις τας σχετικάς ειδικότητας άνευ ή μετ' ελαχίστων συμπληρωματικών θεωρητικών γνώσεων... Συμπληρωματικήν τεχνικήν μόρφωσιν δίδει η Διπλάρειος Νυκτερινή Σχολή εργατριών, με πολλήν επιτυχίαν ως προς την παρεχομένην παρ' ειδικών προσώπων διδασκαλίαν δυστυχώς εις μικρόν αριθμόν εργατριών, διότι λόγω της δεκαώρου καθημερινής εργασίας αι εργάτριαι αδυνατούν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα ταύτα"184. Το 1926 και σε πανελλαδικό επίπεδο λειτουργούσαν, εκτός από τις τρεις σχολές μηχανικών που προαναφέρθηκαν, οι ακόλουθες τεχνικές σχολές: α) χειροτεχνικές σχολές θηλέων στην Αθήνα, β) Επαγγελματική Σχολή Τεγεατικού Συνδέσμου στην Τεγέα, γ) Σχολή Μηχανικών Πανθεσσαλικής Ενώσεως στο Βόλο, και δ) οι προσαρτημένες στο Πολυτεχνείο σχολές. Οι τελευταίες παρείχαν επαγγελματική εκπαίδευση ανωτέρου, σχετικά, επιπέδου και δεν απευθύνονταν στους εργάτες185. Η πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια για τη λειτουργία κατώτερης τεχνικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, με την πλήρη σημασία που αποδίδεται στον όρο, έγινε με τη δημιουργία της Σιβιτανιδείου Σχολής στην Αθήνα.

Η Σιβιτανίδειος Σχολή ιδρύθηκε το 1928. Προσωρινά λειτουργούσε στην οδό Θεσσαλονίκης και το 1931 μεταφέρθηκε στην Καλλιθέα186. Το 1934 η Σχολή περιλάμβανε α) "Σχολείο Διακοσμητικό", με τρία τμήματα: Τμήμα σχεδιαστών, με ειδικότητες διακοσμητικού και τεχνικού σχεδίου, Τμήμα διακοσμητών, με ειδικότητες χρωματιστών, ελαιοχρωματιστών, απομιμητών ξύλου και μαρμάρου, κοσμηματογράφων και τεχνιτών μωσαϊκών, Τμήμα διακοσμητών πλαστών και γλυπτών, με ειδικότητες γυψουργών, εκμαγέων, μαρμαρογλυπτών, και μεταλλοπλαστών, β) "Σχολείο Δομικών Επαγγελμάτων και Επιπλοποιίας", με τρία

———————————

βιοτεχνικών σχολών", Δελτίον του Υπουργείου της Εθνικής Οικονομίας, έτος Α', τεύχ. 2, Ιούλιος 1914, σσ.99-113.

183. Ι. Καλύβας, "Η έλλειψις τεχνιτών εν τη μηχανουργική βιομηχανία...", ό.π. σ.669.

184. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Επιθεώρησις Εργασίας, Εκθέσεις του προσωπικού... 1921, ό.π. σ.76.

185. Γ. Χαριτάκης, ό.π. σ.102.

186. Ν.Π. Αποστολόπουλος, "Η τεχνική εκπαίδευσις", Βιομηχανική Επιθεώρησις, τ.5, Νοέμβριος 1934, σ.20.

Σελ. 80
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/81.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΠΙΝΑΚΑΣ 9

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΙΣ, 1930-1933 Σχολαί κατά τάξεις

Είδος και διάκρισις σχολών

Εν όλω

Λειτουργήσασαι τάξεις ή τμήματα

εξ ων

Δομικών και διακοσμητικών τεχνών

Κατεργασίας σιδήρου

Υφαντικών τεχνών

Αμφιέσεων και υποδήσεως

Κατεργασίας ξύλου

Λοιπά

1930-1931 Επαγγελματικαί σχολαί

Αρρένων

8

31

3

2

17

5

4

θηλέων

15

46

1

13

24

8

Μικταί

5

26

3

1

3

9

3

7

Σύνολον

28

103

7

3

16

50

8

19

Επαγγελματικοί σχολαί Φυλακών

Μικτά

3

Ι 9

1

1

3

2

2

Προσηρτημένα σχολεία Εδνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου

3

11

11

Γενικόν σύνολον

34

123

7

4

17

53

10

32

1931-1932 Επαγγελματικοί σχολαί

Αρρένων

8

30

4

2

15

5

4

θηλέων

16

46

14

25

7

Μικταί

5

25

2

1

3

12

 2

5

Σύνολον

29

101

6

3

17

52

7

16

Επαγγελματικοί σχολαί Φυλακών

Μικτοί

4

12

1

1

4

2

4

Προσηρτημένα σχολεία Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου

Μικτά

3

11

Γενικόν σύνολον

36

124

6

4

18

56

9

16

1932-1933 Επαγγελματικοί σχολαί

Αρρένων

9

36

4

2

17

6

7

θηλέων

16

45

14

24

7

Μικταί

5

25

2

1

4

11

2

5

Σύνολον

30

106

6

3

18

52

8

19

Επαγγελματικοί σχολαί Φυλακών

Μικταί

4

12

1

1

4

2

4

Προσηρτημένα σχολεία Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου

Μικτά

3

11

11

Γενικόν σύνολον

37

129

6

4

19

56

10

34

ΠΗΓΗ: Βιομηχανική επιθεώρησις, 1 935

Σελ. 81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/82.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

τμήματα: Τμήμα λιθοδόμων, Τμήμα ξυλοδόμων στεγών, δωμάτων, ικριωμάτων και ξυλουργών θυρών, ξυλοκλιμάκων και λεπτοξυλουργικών εργασιών, Τμήμα επιπλοποιών με ειδικότητες επιπλοποιών και σκελετοποιών, γ) «Σχολείον Μηχανουργικών Επαγγελμάτων και Ηλεκτροτεχνίας», με δύο τμήματα: Τμήμα εφαρμοστών κατασκευής και επισκευής εργαλείων και μηχανών, με ειδικότητες εφαρμοστών κατασκευής, επισκευής μηχανών και χειριστών εργαλείων και μηχανών και Τμήμα ηλεκτροτεχνιτών, με ειδικότητες μετασκευαστών και τεχνιτών εγκαταστάσεων.

Το 1926 στην Πάτρα ιδρύθηκε η Τριάντειος Επαγγελματική Σχολή, η οποία λειτούργησε το 1927, αρχικά ως ημερήσια και νυκτερινή και αργότερα μόνο ως νυκτερινή187. Στη σχολή γίνονταν δεκτοί μαθητευόμενοι τεχνίτες με απολυτήριο εξατάξιου δημοτικού σχολείου. Λειτουργούσαν τρία τμήματα, στα οποία φοιτούσαν 80 έως 100 μαθητές: α) Τμήμα ηλεκτροτεχνίας, με 25 έως 30 μαθητές, β) Τμήμα μηχανοτεχνίας, με 25 έως 30 μαθητές, και γ) Τμήμα γενικού σχεδίου, με 35 έως 40 μαθητές. Λειτουργούσαν, επίσης, ηλεκτροτεχνικό εργαστήριο και εργαστήριο πλαστικής. Τεχνική σχολή άρχισε να λειτουργεί το 1927 και στο Ληξούρι188. Περιλάμβανε τμήματα υφαντουργίας, βιβλιοδετικής, ηλεκτροτεχνίας, οικοδομικής και σχεδιαστικής. Δεκτά γίνονταν μετά από εξετάσεις παιδιά μέχρι 14 χρόνων για τα δύο πρώτα τμήματα και μέχρι 15 χρόνων για τα υπόλοιπα. Οι σπουδές διαρκούσαν από ένα έως δύο χρόνια για την υφαντουργία και τρία χρόνια για τους υπόλοιπους κλάδους.

Όπως διαπιστώνεται, χρειάστηκε σχεδόν ένας αιώνας από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους για να κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτες κατώτερες και μέσες τεχνικές σχολές, οι οποίες θα παρήγαν ειδικευμένο εργατικό δυναμικό για τις ανάγκες της βιομηχανίας. Παράλληλα εξακολουθούσε να κυριαρχεί ο θεσμός της εκμάθησης του «ολοκληρωμένου» επαγγέλματος, είτε στο εργαστήριο είτε σε διάφορα ιδρύματα και σχολές, ο οποίος αναπαρήγε το μοντέλο του αυτόνομου, από παραγωγική άποψη, παραδοσιακού τεχνίτη, και μαζί με αυτό όλη την ιδεολογία για κοινωνική ανέλιξη.

Κρατική αδυναμία, αδυναμία της ίδιας της βιομηχανίας ή πολιτισμικό φαινόμενο; Όπως και να έχει το ζήτημα, η ελληνική κοινωνία αρνήθηκε να επενδύσει σε μια εκπαίδευση από την φύση της ταξική, που αναιρούσε την προσδοκία της κοινωνικής ανέλιξης και οδηγούσε στην προλεταριοποίηση των μελών της, έστω και με καλύτερους όρους αμοιβής189.

———————————

187. Γ. Πανταζής, «Η επαγγελματική εκπαίδευσις», Βιομηχανική Επιθεώρησις, τ. 25, Ιούλ. 1936, σ.18-19.

188. Γ. Χαριτάκης, ό.π. σ.103-104.

189. Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα του Ε.Κ.Κ.Ε., οι νέοι εξακολουθούν να αδιαφορούν για τα τεχνικά επαγγέλματα και επιμένουν να αναζητούν μια θέση εργασίας στον δημόσιο τομέα. Βλ. εφ. Η Καθημερινή, 11-6-1991, σ.6.

Σελ. 82
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/83.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των εργαζόμενων παιδιών

Παιδιά 10 και 12 χρόνων, ζαρωμένα 12 και 14 ώρες κοντά στη μάνα ή τη γιαγιά, με το πηγούνι σκυμμένο στα γόνατα, με τα δάκτυλα κατεστραμμένα απ' το δέσιμο των κόμπων και το κορμί καμπουριασμένο για πάντα. Ξερό φωμί για φαγητό, παρμένο και αυτό στο σκαμνί της δουλειάς το μεσημέρι. Εργαστήρια εγκατεστημένα σε χώρους που ήταν πριν αποθήκες και σταύλοι...

Μαρία Σβώλου, "Οι εργάτριες ταπητουργίας", Ο Αγώνας της Γυναίκας, τεύχ. 41, Μάρτ. 1927, σ. 1.

1. Οι συνθήκες εργασίας

Σύμφωνα με όλες τις περιγραφές που έχουμε στη διάθεσή μας, οι συνθήκες που επικρατούσαν στους εργασιακούς χώρους κατά τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας, είτε πρόκειται για τα μεγάλα εργοστάσια είτε για τα βιοτεχνικά εργαστήρια, ήταν πολύ κακές για τα μέτρα όχι μόνο των ανήλικων αλλά και των ενήλικων εργατών. Η διαπίστωση, κοινή: οι χώροι εργασίας ήταν σε γενικές γραμμές ακατάλληλοι και ανθυγιεινοί. Έτσι δεν είναι παράξενο ότι η φυματίωση και άλλες αρρώστιες μάστιζαν τα νεαρά άτομα στις "λαϊκές" κυρίως τάξεις190. Τη χειρότερη εικόνα παρουσίαζαν -όπως είναι φυσικό- τα μικροεργαστήρια, τα οποία, λόγω των σχεδόν μηδενικών κεφαλαίων τους, αδυνατούσαν να εξασφαλίσουν τους κατάλληλους χώρους εγκατάστασης191. Σε πολλές περιπτώσεις είχαμε να κάνουμε, ουσιαστικά, με συνδυασμό μικρών εμπορικών καταστημάτων και

———————————

190. Άννα Μακροπούλου, "Από την εργασία της γυναίκας και του παιδιού", Ο Αγώνας της Γυναίκας, τεύχ. 50-51, Αύγ. 1927, σ.3.

191. Βλ. A. Andreades, La législation ouvrière en Grèce, Γενεύη 1922, σ.16.

Σελ. 83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/84.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

βιοτεχνιών. Τα μικρά αυτά εργαστήρια ήταν εγκατεστημένα "όπισθεν του προς υποδοχήν των πελατών ή των προς πώλησιν των ειδών χρησιμεύοντος καταστήματος εις μικρότερα καταστήματα χωρισμένα διά σανιδίου χωρίσματος, ενίοτε υψηλοτάτου, ώστε ο χώρος αυτός να καθίσταται εντελώς σκοτεινός"192. Έτσι, στα υποδηματοποιεία της Αθήνας και του Πειραιά "τα έτοιμα υποδήματα ελλείψει ερμαρίων κρέμωνται εκ της οροφής, εις ύψος ανθρώπου, προς έκθεσιν, ρεκλάμαν διά τους πελάτας και εύκολον εκλογήν. Ούτω περιορίζεται ο κυβισμός αέρος, η καθαριότης και ελαττώνεται ο φωτισμός του ήδη εξ ελλείψεως παραθύρων σκοτεινού εργαστηρίου, οι δε εργάτες εργάζονται στο βάθος, διότι το πρόσθετο μέρος χρησιμοποιείται ως πρατήριον και τα παράθυρα ως προθήκαι"193.

Άλλα εργαστήρια στεγάζονταν στα πατάρια των καταστημάτων, με τα οποία, πολλές φορές, επικοινωνούσαν με κινητή σκάλα. Οι οροφές ήταν χαμηλές, "οι εργάτριες συνωθούνται σκυμμέναι περί τον φωταγωγόν, διότι το φως δεν είναι επαρκές"194. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλα τα πατάρια των εμπορικών καταστημάτων που βρίσκονταν σε κεντρικούς δρόμους λειτουργούσαν ως βιοτεχνικά εργαστήρια "και δι' έλλειψιν χώρου και διότι ο έλλην μικροεργοδότης φροντίζει κυρίως να εγκαταστήση το κατάστημα πωλήσεως όσον το δυνατόν ευπρόσωπον και αδιαφορεί τελείως ως προς το εργαστήριον το οποίον εγκαθίσταται όλως προχείρως εκεί κάπου, ώστε να μη φαίνεται, διά να μένει ανέτως εν ακαθαρσία και ακαταστασία"195. Τέλος, χειρότερα από άποψη υγιεινής ήταν τα εργαστήρια που λειτουργούσαν σε υπόγεια. Οι χώροι αυτοί ήταν τελείως ακατάλληλοι, με πάτωμα από πλάκες και τοίχους γεμάτους υγρασία. Ο λιγοστός φωτισμός προερχόταν από τη μοναδική πόρτα και τους φωταγωγούς των πεζοδρομίων. "Αρκεί να αναφέρω", γράφει η επόπτρια εργασίας Άννα Μακροπούλου, "ότι έν εξ αυτών εν Πειραιεί ήτο τόσο σκοτεινόν, ώστε μόλις διέκρινα εις το βάθος τας εργαζομένας"196. Σε υπόγεια ήταν εγκατεστημένο το 90% των εργαστηρίων των ζαχαροπλαστείων και των χαλβαδοποιείων. Η ακαθαρσία των χώρων αυτών αποτελούσε τον κανόνα. "Τοίχοι, δάπεδα, κλίμακες, οροφαί, μηχανήματα δεν καθαρίζονται, από την επικολληθείσαν ζάχαριν, άμυλον, κόνιν..."197

Όλοι οι τύποι αυτών των εργαστηρίων δεν διέθεταν τους στοιχειώδεις όρους υγιεινής, όπως αποχωρητήρια και "νερό της πόλης". Σε καταστήματα ήταν εγκατεστημένα, κυρίως, τα εργαστήρια ραφής ανδρικών ενδυμάτων, πίλων και

———————————

192. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, Αθήνα 1923, σ.62.

193. Ό.π. σ.22.

194. Ό.π. σ.62.

195. Ό.π. σ.63.

196. Άννα Μακροπούλου, "Από την εργασία της γυναίκας και του παιδιού", ό.π.

197. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π. σ.22.

Σελ. 84
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/85.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

πιλικίων, ασπρορούχων, τροφίμων, χαρτόκουτων και φακέλων, καθώς και άλλες μικρές βιοτεχνίες198.

Σε πολλές βιοτεχνίες η επιβίωση των παραδοσιακών μεθόδων παραγωγής καθιστούσε, από μόνη της, τις συνθήκες εργασίας επικίνδυνες για την υγεία των εργατών. Συγκεκριμένα τα βυρσοδεψεία χαρακτηρίζονταν "εργαστήρια θανάτου... όπου οι εργάται υποχρεούνται να διημερεύουν βουτηγμένοι εις τα νερά, εντός των οποίων επεξεργάζονται τα δέρματα και είναι διαρκώς εκτεθειμένοι εις δολοφόνα ρεύματα αέρος, αναγκαία διά την εργασίαν, ένεκα των οποίων υφίστανται συχνάς προσβολάς πλευρίτιδων ή πνευμονιών, αι οποίαι καταλήγουν πολλάκις εις φθίσιν"· περισσότεροι από τους μισούς εργάτες υπέφεραν, άλλωστε, από χρόνιους ρευματισμούς λόγω της υγρασίας199.

Οι συνθήκες εργασίας που επικρατούσαν στα μεγάλα βιομηχανικά εργοστάσια δεν διέφεραν και πολύ από αυτές που ήδη περιγράψαμε. Ειδικότερα για την κλωστοϋφαντουργία, η οποία απασχολούσε και το μεγαλύτερο αριθμό ανήλικων κοριτσιών, οι επιθεωρητές εργασίας σημείωναν ότι "υπάρχουν μεγάλα καταστήματα άτινα, ενώ δαπανούν πολλάς εκατοντάδας χιλιάδων προς αλλαγήν της κινητηρίου δυνάμεως ή μηχανημάτων υφάνσεως, χάριν οικονομίας ολίγων χιλιάδων δεν αποφασίζουν να εγκαταστήσουν ούτε τα κατάλληλα μέσα υδρεύσεως του προσωπικού τους"200. Επίσης, η έλλειψη συστημάτων απορρόφησης της σκόνης που προκαλούσαν οι ίνες του βαμβακιού και του μαλλιού "επιβοηθεί την φθίσιν και τόσα άλλα νοσήματα των οφθαλμών, των αναπνευστικών και πεπτικών οργάνων, του δέρματος κ.λπ., άτινα μαστίζουσι το ως επί το πολύ αδύνατον και ευπαθές αυτών εξ ανηλίκων εργατίδων προσωπικόν"201.

Σε ορισμένες περιπτώσεις και για λόγους οικονομίας, οι βιομήχανοι παράγγελναν τα μηχανήματα των εργοστασίων τους χωρίς τα αντίστοιχα προστατευτικά τους καλύμματα, γεγονός που αποτελούσε και την κυριότερη αιτία των εργατικών ατυχημάτων202.

Ο αριθμός των παιδιών και των νεαρών ατόμων που έπεφτε θύμα εργατικών ατυχημάτων ήταν μεγάλος. Το 1921 από τα είκοσι θανατηφόρα ατυχήματα τα πέντε συνέβησαν σε άτομα κάτω των 18 χρόνων203.

———————————

198. Ό.π. σ.62.

199. Εργατικό Κέντρο Αθήνας, Οι εργάται της Ελλάδος προς την Διπλήν Βουλήν των Ελλήνων, Αθήνα 1911, σ.20.

200. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π. σ.23.

201. "Γενικαί εκθέσεις των επιθεωρητών εργασίας του έτους 1913", Δελτίον του Υπουργείου της Εθνικής Οικονομίας, II Εργασία και πρόνοια, τεύχ. 4, Δεκ. 1914, σ.164.

202. Ό.π. σ.163.

203. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, σ.24-25.

Σελ. 85
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/86.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ΠΙΝΑΚΑΣ 10

Εργατικά ατυχήματα, 1927

Ηλικία εργατών 

Αριθμός

%  

  12-14 114 3,24  

15-18

791

22,48

18-20

351

9,98

20-30

1.084

30,81

30 +

1.178

33,48

Σύνολο

3.518

100,00

ΠΗΓΗ: Ι. Αναπλιώτης,

"Τα εργατικά ατυχήματα εν Ελλάδι κατά το 1927", Βιομηχανική και βιοτεχνική επιθεώρησις, 1928, σ.113-122.

Από τον Πίνακα 10 φαίνεται επίσης ότι, το 1927, το 35,70% των θυμάτων από εργατικά ατυχήματα είχαν ηλικία μικρότερη των 20 χρόνων. Οι κλάδοι στους οποίους σημειώθηκαν τα περισσότερα θανατηφόρα ατυχήματα και ακρωτηριασμοί νεαρών ατόμων ήταν η υφαντουργία και η μηχανουργία204. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα οι αποζημιώσεις για τα εργατικά ατυχήματα ήταν μηδαμινές και τα θύματα επαφίονταν στην φιλανθρωπική διάθεση του επιχειρηματία, μένοντας στις περισσότερες περιπτώσεις χωρίς καμία ασφαλιστική κάλυψη. Έτσι, όπως σημειώνει το 1890 η Καλλιρρόη Παρρέν για την περίπτωση μιας νεαρής εργάτριας που έχασε το χέρι της από μηχανή στο εργοστάσιο των Αφών Ρετσίνα, "θα τη παραχωρηθή ίσως παρά του κ. εργοστασιάρχου μικρά προσωρινή αποζημίωσις και μετά ταύτα θα αυξήση κατά ένα τον αριθμόν των αναπήρων επαιτών και επαιτίδων της γείτονος πόλεως"205.

Οι ώρες εργασίας των ανήλικων εργατών δεν διέφεραν από αυτές των ενήλικων συναδέλφων τους, ακόμη και μετά τις ειδικές ρυθμίσεις που επέβαλαν οι νόμοι του 1911 σχετικά με την εργασία των γυναικών και των ανηλίκων. Στο εργοστάσιο Ρετσίνα οι εργάτριες εργάζονταν από τις 6.00 π.μ. μέχρι τις 6.30 μ.μ., με διακοπή μισής ώρας για πρόγευμα το χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι από τις

———————————

204. Ό.π.

205. Πρβλ. Καλλιρρόη Παρρέν, "Δυστυχείς εργάτιδες", Εφημερίς των Κυριών, τεύχ. 191, 9-12-1890, σ.2. Ο νόμος 551 του 1914, καθώς επίσης οι νόμοι 2114 του 1920 και 2193 του 1923 κατοχυρώνουν την αποζημίωση σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος. Επίσης ο νόμος 281 του 1914 προβλέπει την ίδρυση "Αλληλοβοηθητικών Σωματείων", τα οποία, μεταξύ άλλων, θα παρέχουν στα μέλη τους χρηματικά επιδόματα σε περίπτωση ασθένειας, τραυμάτων, πρόσκαιρης ανικανότητας για εργασία κ.λπ. Πρβλ. Γ. Χαριτάκης, Η ελληνική βιομηχανία, Αθήνα 1927, σ.122, 129.

Σελ. 86
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/87.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

5.00 π.μ. μέχρι τις 6.30 μ.μ., με διακοπή μιας ώρας. "Τουτέστιν η εν τη αναπτύξει της παιδίσκη δεκαιέτης ή ενδεκαιέτης ίσταται ορθή και σχεδόν μη κινουμένη εκ της θέσεώς της επί 12 ολοκλήρους ώρας."206 Στις αρχές του 20ού αιώνα ο χρόνος εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία είχε μειωθεί σε δέκα ώρες, με δύο ώρες ανάπαυση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και μία ώρα τους χειμερινούς207. Στις εμπορικές επιχειρήσεις η δεκάωρη εργασία καθιερώθηκε έμμεσα με το νόμο 271 της 8-5-1914, ο οποίος (1) επέβαλε συνεχή διακοπή για νυκτερινή ανάπαυση διάρκειας δέκα ωρών τουλάχιστον, και (2) όρισε τη μεσημβρινή διακοπή της εργασίας σε δύο ώρες το καλοκαίρι και μιάμιση ώρα το χειμώνα208. Στη βιομηχανία το δεκάωρο παραβιαζόταν κυρίως στην κλωστοϋφαντουργία. Ορισμένες φορές το ρολόι των εργοστασίων ήταν ρυθμισμένο έτσι ώστε οι εργάτριες να εργάζονται ένα τέταρτο με μισή ώρα παραπάνω από το κανονικό ωράριο209.

Συνήθως οι παραβάσεις του ωραρίου σημειώνονταν τις εποχές με εντατικότερη παραγωγή και με τη συγκατάθεση των ίδιων των εργατριών. Όμως, "η αμοιβή της επί δύο και ημίσειαν ώραν επί πλέον εργασίας είναι τόσον ελαχίστη, το τρίτον του ημερομισθίου, εν σχέσει προς την ασυμμέτρως μείζονα κατανάλωσιν δυνάμεων των εργαζομένων κοριτσιών"210.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις που οι επιθεωρητές μήνυσαν τους παραβάτες βιομηχάνους, το δικαστήριο επέβαλε τα χαμηλότερα πρόστιμα, με τη δικαιολογία ότι "εις την σημερινήν εποχήν πρέπει να υποστηριχθεί η βιομηχανία"211.

Όπως ήταν φυσικό το ωράριο παραβιαζόταν σε όλα σχεδόν τα βιοτεχνικά εργαστήρια και ιδιαίτερα στα εργαστήρια ραφής ανδρικών και γυναικείων ενδυμάτων. Ειδικότερα κατά τις ημέρες των εορτών, λόγω της αυξημένης ζήτησης, το ωράριο ουσιαστικά έπαυε να ισχύει. Έτσι, κορίτσια ηλικίας 12-16 χρόνων υποχρεώνονταν από τις μοδίστρες-εργοδότριές τους να εργάζονται επί 16 συνεχείς ώρες. Οι επιθεωρητές ανέφεραν σχετική περίπτωση στη Λάρισα, όπου "μοδίστρα θηριωδεστέρα υαίνης, απησχόλει συνεχώς από της πρωίας το Σαββάτον μέχρι

———————————

206. Καλλιρρόη Παρρέν, "Αι γυναίκες εν τη ελληνική βιομηχανία", Εφημερίς των Κυριών, τεύχ. 28, 13-10-1887, σ.2.

207. Στα μικρά βιοτεχνικά εργαστήρια εργάζονταν 8 ώρες το Σάββατο. Πρβλ. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π. σ.16.

208. Πρβλ. Σπ. Κορώνης, Η εργατική πολιτική των ετών 1909-1918, Αθήνα 1944, σ.44-45.

209. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π. σ.19, 21.

210. Ό.π. σ.80.

211. Ό.π. ο.79.

Σελ. 87
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/88.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

της μεσημβρίας της Κυριακής (επί 30 ώρες) τας μικράς εργατρίας της"212. Για πολλές μαθητευόμενες δεν ίσχυε ούτε η αργία της Κυριακής, επειδή κατά την ημέρα αυτή ήταν υποχρεωμένες να παραδίδουν τα φορέματα στα σπίτια των πελατριών213. Το εξαντλητικό ωράριο εργασίας επιβαρυνόταν ακόμη περισσότερο από το χρόνο που χρειαζόταν ο εργάτης ή η εργάτρια για να μεταβεί από το χώρο διαμονής στο χώρο εργασίας· οι περισσότερες από τις εργάτριες της υφαντουργίας κατοικούσαν σε μεγάλη απόσταση από τα εργοστάσια και συνεπώς ήταν αναγκασμένες να ξεκινούν από τα σπίτια τους στις 5.00 π.μ. και να επιστρέφουν το βράδυ214. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλές εργάτριες από τους συνοικισμούς του Βύρωνα και της Καισαριανής, από το Περιστέρι ή την Καλογρέζα εργάζονταν σε εργοστάσια στο Ν. Φάληρο, στη Ν. Ιωνία ή στον Ποδονίφτη. Και, βέβαια, εκεί όπου δεν υπήρχε συγκοινωνία οι εργάτριες πήγαιναν στην εργασία τους με τα πόδια215. Για πολλές από αυτές η εργασία συνεχιζόταν και μετά την επιστροφή στο σπίτι, όπου έπρεπε να ετοιμάσουν το βραδινό φαγητό, δεδομένου ότι στην πλειονότητά τους ήταν ορφανές, χήρες ή παντρεμένες216. Τα εργοστάσια, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, δεν διέθεταν ειδικές αίθουσες για εστιατόρια και πολλές φορές ούτε υπόστεγο στην αυλή όπου θα μπορούσαν να ξεκουράζονται οι εργάτριες κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, ιδιαίτερα το καλοκαίρι. Αντίθετα, ήταν αναγκασμένες να γευματίζουν και να αναπαύονται στον ίδιο πάντα χώρο της εργασίας τους, ανάμεσα στα μηχανήματα, με αποτέλεσμα να "επικάθηνται επί της τροφής τους παντός είδους κόνεις εκ του εργοστασίου προερχόμεναι, αίτινες σε συνδυασμό με την ακαθαρσίαν των οινομαγειρείων, παρ' ων προμηθεύονται την τροφήν των, καταστρέφουσι την υγείαν των"217. Σε άλλες 

———————————

212. Ανώνυμος, "Η τήρησις των εργατικών νόμων εις τα βιομηχανικά εργοστάσια", Βιομηχανική και βιοτεχνική επιθεώρησις, Μάιος 1916, σ.480.

213. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π. σ.68.

214. Στο ίδιο σ.84.

215.Άννα Μακροπούλου, "Η γυναίκα στην εργασία, οι όροι της εργασίας των γυναικών εις τα μεταξουργεία", Ο Αγώνας της Γυναίκας, τεύχ. 61, Ιαν. 1928, σ.3. Ορισμένες μεγάλες εταιρίες, όπως η Ελληνική Εριουργία και η μεταξουργία "Χρυσαλλίς", διέθεταν στη συνοικία Ποδονίφτης κατοικίες για μικρό αριθμό του προσωπικού τους. Η πρώτη αποτελείτο από 10 οικήματα, και η δεύτερη από 12 για το ανδρικό προσωπικό της (προφανώς για τους τεχνικούς και τους ειδικευμένους εργάτες) και ένα ξεχωριστό οίκημα για τις εργάτριες. Το τελευταίο αποτελείτο από ένα θάλαμο χωρισμένο σε 11 κοιτώνες, καθένας από τους οποίους είχε 3-4 κρεβάτια. Στο ίδιο.

216. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, Εκθέσεις... 1921, ό.π. σ.84.

217.1. Αναπλιώτης,"Έρευνα επί του προσωπικού του εργαζομένου εις τα κλωστήρια και υφαντήρια Αθηνών-Πειραιώς-Καλλιθέας-Μοσχάτου-Ν. Φαλήρου, ως προς την οικογενειακήν αυτού κατάστασιν, εκπαιδευτικήν βαθμίδα και τιμήν ημερομισθίου", Βιομηχανική και βιοτεχνική επιθεώρησις, 1928, σ.109. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Εργασίας, 

Σελ. 88
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/89.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

περιπτώσεις απουσίαζαν, όπως είπαμε, ακόμη και τα στοιχειώδη μέσα υγιεινής, όπως είναι οι νιπτήρες και τα ιματιοφυλάκια. Εξάλλου σε πολλά εργοστάσια υπήρχε ένα ποτήρι, το οποίο χρησιμοποιούσαν 20 και καμιά φορά 30 εργάτες, ανεξάρτητα από την κατάσταση της υγείας τους218.

Οι εργάτριες ξόδευαν ελάχιστα χρήματα για το μεσημεριανό γεύμα τους το οποίο προμηθεύονταν από μαγειρεία κοντά στα εργοστάσια και τα οποία πρόσφεραν "λίαν αμφιβόλου ποιότητος φαγητά"219. Σύμφωνα με έναν ανώτερο υπάλληλο της υφαντουργίας Αυγινού, γύρω στα 1900 οι περισσότερες εργάτριες του εργοστασίου ξόδευαν για το μεσημεριανό φαγητό μόλις 2 1/2 λεπτά. "Συμφωνούν δύο εξ αυτών, την μίαν ημέραν αγοράζει η πρώτη με την πεντάρα της μίαν βρωμορέγγαν από εκείνας που πετούν και ασυνείδητοι μικροπωληταί φέρουν εις τα εργοστάσια, εάν είναι χειμώνας, ή σταφύλια, ή τίποτε άλλο φρούτο, εάν είναι καλοκαίρι, και τα μοιράζονται και αι δύο. Την άλλην ημέραν θα εξοδεύση η δευτέρα την πεντάραν της... Και τοιουτοτρόπως με το ολίγον ψωμί το οποίον θα φέρουν από το σπίτι των θα γευματίσουν τα ταλαίπωρα αυτά πλάσματα και θα ανθέξουν εις την διαρκήν εργασίαν."220 Γύρω στα 1930 ορισμένα μεγάλα εργοστάσια της Αθήνας άρχισαν να προσφέρουν στο προσωπικό τους συσσίτια έναντι του ποσού των 5 δραχμών. Όπως όμως παρατηρούσαν και οι επιθεωρητές εργασίας, ο θεσμός αυτός ήταν καταδικασμένος σε αποτυχία. Ο λόγος που επικαλούνταν ήταν ότι η πλειονότητα του προσωπικού των εργοστασίων αυτών ήταν γυναίκες, για τις οποίες η δαπάνη των πέντε δραχμών την ημέρα, για μεσημεριανό φαγητό, θεωρείτο δυσβάσταχτη με δεδομένο το χαμηλό επίπεδο των ημερομισθίων τους221.

Στις άθλιες συνθήκες εργασίας που περιγράψαμε, αποτέλεσμα της κακής κατάστασης των εργασιακών χώρων ή της ίδιας της οργάνωσης εργασίας, πρέπει

———————————

Εκθέσεις... 1921, σ.84. Σε πολλά κλωστοϋφαντουργεία οι εργάτριες, λόγω της μακρινής απόστασης που έπρεπε να διανύσουν μέχρι την κατοικία τους, προτιμούσαν να μην εφαρμόζεται η δίωρη ανάπαυση το καλοκαίρι και να αρχίζουν την εργασία αμέσως μετά το γεύμα. Στο ίδιο σ.67, 79. Για το λόγο αυτόν, τα εργατικά συνδικάτα κατόρθωσαν να περιοριστεί η καλοκαιρινή μεσημβρινή διακοπή της εργασίας σε 1 (μία) ώρα στα κλωστοϋφαντουργεία και στα βυρσοδεψεία. Βλ. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Επιθεώρησις Εργασίας, Εκθέσεις και πεπραγμένα Σώματος Επιθεωρήσεως Εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων και των συνθηκών εργασίας εν Ελλάδι, κατά το έτος 1933, Αθήνα 1935, σ.19.

218. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο δημόσιο καπνεργοστάσιο Τρικάλων μεταξύ των υγιών εργατών υπήρχαν και αρκετοί φυματικοί σε προχωρημένο στάδιο. Πρβλ. Ανώνυμος, "Η υγιεινή των εργατών", Βιομηχανική και βιοτεχνική επιθεώρησις, Μάιος 1915, σ.76.

219. Άννα Μακροπούλου, "Η γυναίκα στην εργασία...", ό.π.

220. Ευγενία Ζωγράφου, "Πώς εργάζονται αι γυναίκες μας", Δημοσιεύματα, τ. 4, Αθήνα 1903, σ.34.

221. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Επιθεώρησις Εργασίας, Εκθέσεις... 1933, ό.π., σ.35.

Σελ. 89
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/90.gif&w=600&h=915 27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

να προστεθεί και ένας άλλος παράγοντας, ο οποίος πήγαζε από τη σχέση εξουσίας που αναπτυσσόταν μεταξύ του εργοδότη ή των αντιπροσώπων του και του εργάτη. Ο παράγοντας αυτός συνδέεται με τις διαφόρων τύπων αυθαιρεσίες και επιβολές, καθ' υπέρβαση αυτών που εμπεριείχε η σχέση εργασίας, όπως ήταν τα χρηματικά πρόστιμα, η χρήση βίας και, τέλος, οι ηθικοί εκβιασμοί. Η Λιλίκα Νάκου κατέγραφε ξυλοδαρμούς κοριτσιών ηλικίας 8 και 10 χρόνων από τις αρχιεργάτριες, στο κλωστήριο της Λειβαδιάς222. Φαίνεται ότι η κακοποίηση των εργαζόμενων παιδιών αποτελούσε διαδεδομένο φαινόμενο, σχεδόν μέρος της εκπαίδευσης των μαθητευόμενων, ιδιαίτερα στα μικρά βιοτεχνικά εργαστήρια223.

Το 1896 στο εργοστάσιο χαρτοποιίας Ασπιώτη υπήρχε ταμείο προστίμων για καθυστερήσεις ή παραπτώματα κατά τη διάρκεια της εργασίας. Υπολογιζόταν ότι το 25% του ημερομισθίου κατακρατείτο από τον βιομήχανο, μέσω της επιβολής προστίμων. «Εάν βραδύνωσιν (οι εργάτριες) επί πέντε μόνον λεπτά, τοις επιβάλλεται πρόστιμον και τοιουτοτρόπως αναγκάζονται καθ' όλην την ημέραν εκείνην να μένωσι σκυθρωπαί και περίλυποι γιγνώγκουσαι ότι θα εργασθώσι δωρεάν.»224 Στο ίδιο εργοστάσιο είχαμε και επιβίωση του φεουδαλικού δοσίματος, του «κανισκίου» που πρόσφεραν οι καλλιεργητές στον φεουδάρχη. «Υπάρχει έθιμον καθιερωθέν υπό του κ. Ασπιώτη, καθ' ο εκάστη εργάτις το Πάσχα φέρει εις αυτόν δώρα δώδεκα αυγά. Εάν τις εξ αυτών αρνηθή ή δεν δυνηθή να αγοράση αυτά επί τω σκοπώ τούτω, ευρίσκεται εύλογος αφορμή όπως επιβληθή αυτή πρόστιμον.»225

Στα κλωστοϋφαντουργεία του Πειραιά γίνονταν κρατήσεις 10%, υπό μορφή αποταμίευσης. Οι εργάτριες είχαν δικαίωμα να αποσύρουν το ποσό αυτό μόνο όταν είχε υπερβεί τις 100 δραχμές226. Όπως σημειώνουν οι επιθεωρητές εργασίας, με αυτές τις κρατήσεις οι εργοστασιάρχες υποχρέωναν τις εργάτριες, σε περίπτωση αποχώρησής τους, να ειδοποιούν το εργοστάσιο μέχρι και τρεις μήνες πριν, για να μην δυσχεραίνεται η ομαλή λειτουργία του. Σε αντίθετη περίπτωση οι κρατήσεις δεν επιστρέφονταν και οι εργάτριες ήταν αναγκασμένες να καταφύγουν στα δικαστήρια227. Σύμφωνα με τους εργατικούς νόμους που ψηφίστηκαν τον Ιανουάριο του 1912, απαγορεύονταν οι κρατήσεις επί των ημερομισθίων, ενώ τα

———————————

222. Λιλίκα Νάκου, Γη της Βοιωτίας, Αθήνα 1964, σ.28-29.

223. Βλ. Γ. Παπαγεωργίου, Η μαθητεία στα επαγγέλματα (16ος-20ός αιώνας), Αθήνα 1986, και Χρ. Κωνσταντινόπουλος, Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου, Αθήνα 1987.

224. Π.Ι.Κ., Κοινή γνώμη περί εργοστασίου Ασπιώτη και πραγματικότητες, Κέρκυρα 1896, σ.10-11.

225. Π.Ι.Κ., Κοινή γνώμη..., ό.π.

226. Ευγενία Ζωγράφου, «Πώς εργάζονται αι γυναίκες μας», ό.π. σ.40, 42, 58.

227. «Γενικαί εκθέσεις των επιθεωρητών εργασίας... 1913», Δελτίον..., ό.π. σ.193.

Σελ. 90
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/91.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

χρηματικά πρόστιμα, που δεν μπορούσαν να ξεπερνούν το τέταρτο του ημερομισθίου, καταθέτονταν στο ταμείο του επαγγελματικού σωματείου228.

2. Η παρέμβαση του Κράτους. Νομοθεσία για την εργασία, των παιδιών

Από πολύ νωρίς, σχεδόν την ίδια εποχή με την ίδρυση των πρώτων βιομηχανικών εργοστασίων, προέκυψε και το αίτημα της δημιουργίας εργατικής νομοθεσίας, στην οποία θα περιλαμβάνονταν διατάξεις σχετικές με τον περιορισμό της παιδικής εργασίας και την προστασία των εργαζόμενων παιδιών. Όπως σημείωνε και ο ανώνυμος αρθρογράφος στην Οικονομική Επιθεώρηση του 1874, "η οικονομική, υγιεινή, ηθική και πνευματική ανάπτυξις των νέων εργατών εν γένει και των παιδιών ιδιαιτέρως είναι εγκαταλελειμμέναι εις το δοκούν ανθρώπων μηδαμώς μετεωριζόντων εις τον υψηλότερον του κοινωνικού συμφέροντος ορίζοντα". Για το λόγο αυτόν, ο νομοθέτης καλείτο να παρέμβει "μετά συντόνου προσοχής και μεγάλης επιμονής, από των μεγαλυτέρων καταστημάτων μέχρις εκείνων των έργων, τα οποία και ένα έστω παιδικόν εργάτη ενασχολούσι"229. Και συμπλήρωνε η Καλλιρρόη Παρρέν στα 1890, με αφορμή ατύχημα νεαρής εργάτριας στο εργοστάσιο Ρετσίνα: "μέριμνα ιδιαιτέρα επιβάλλεται και νόμοι ειδικοί ανάγκη να συνταχθώσιν επί του κανονισμού της εργασίας, επί των ημερομισθίων, επί των όρων της υγιεινής, επί των απροόπτων, επί του αριθμού των εργασίμων ωρών και επί της ηλικίας των εργατίδων πάντων των απασχολουμένων εν τη ελευθέρα Ελλάδι χιλιάδας όλας γυναικών και κορασιών"230.

Οι υποστηρικτές μιας τέτοιας νομοθεσίας ήταν κατά πρώτο λόγο οι φιλελεύθεροι αστοί, που στο πλαίσιο του εκσυγχρονιστικού τους οράματος ζητούσαν να εφαρμόζονται και στην Ελλάδα οι αντίστοιχες προστατευτικές νομοθεσίες των βιομηχανικών χωρών της Ευρώπης231. Η προσπάθεια αυτή στόχευε στην 

———————————

228. A. Andréadès, La législation..., ό.π. σ.25.

229. Ανώνυμος, "Εργατικοί παίδες", Οικονομιχή Επιθεώρησις, φ. 17, Ιούλ. 1874, σ.197. Οι πρώτες παρεμβάσεις για τον περιορισμό του φαινομένου των εργαζόμενων παιδιών, κυρίως σε επαγγέλματα του δρόμου, ήταν, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός. Όπως σημειώνει και ο Α. Λιάκος, "... τα εργαζόμενα παιδιά προκάλεσαν την εκδήλωση ενός κοινωνικού πανικού που συνδυάστηκε με τον ιδιωτικό πατερναλισμό". Βλ. Α. Λιάκος, Εργασία και πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και η ανάδυση των κοινωνικών θεσμών, Αθήνα 1993, σ.280.

230. Καλλιρρόη Παρρέν, "Δυστυχείς εργάτιδες", Εφημερίς των Κυριώνν, τεύχ. 191, 9-12-1890, σ.2.

231. Οι πρώτες αντιδράσεις για την εργασία των παιδιών εκδηλώθηκαν -όπως ήταν φυσικό- στην Αγγλία, ήδη από το 1796. Το 1902 το αγγλικό κοινοβούλιο ψήφισε ένα νόμο για

Σελ. 91
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/92.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

ηθικοποίηση των κατώτερων τάξεων, καθώς και στη δημιουργία εγγράμματων πολιτών-εργατών και υγιών στρατιωτών, που θα αποτελούσαν τις "απαραίτητες προϋποθέσεις" για τη συγκρότηση εθνικού κράτους. Όπως σημειωνόταν το 1912 στην έκθεση της κοινοβουλευτικής επιτροπής η οποία είχε αναλάβει την προπαρασκευή του νομοσχεδίου για την εργασία των γυναικών και των ανηλίκων, "η κανονική επαγγελματική εργασία κατά την νεαράν ηλικίαν τούτο μεν παρεμποδίζει την ανάπτυξιν και κανονικήν διάπλασιν του σώματος και εξαντλεί ούτω τας εργατικάς δυνάμεις προώρως, πριν αναπτύξουν όλην την φυσικήν αυτών ενέργειαν, τούτο δε καθιστά αδύνατον την εις το σχολείον φοίτησιν και επομένως την στοιχειώδη των παιδιών εκπαίδευσιν, όπερ όχι μόνον αποτελεί αδίκημα κατ' αυτών τούτων και δημιουργεί κινδύνους διά την πολιτείαν και την κοινωνίαν άτε συντελούν εις την αύξησιν της ανηθικότητος και εγκληματικότητος, αλλά και την παραγωγήν ζημιώνει, διότι εργασία απαιδεύτων εργατών είνε πολύ ολιγώτερον καρποφόρος από την των μορφωμένων"232. Οι σοσιαλιστές εμφανίστηκαν λίγο αργότερα, όταν ο Κεντρικός Σοσιαλιστικός Όμιλος του Σταύρου Καλλέργη πρόβαλε ως αίτημα στην εκδήλωση της Πρωτομαγιάς του 1893 τη μείωση των ωρών εργασίας παιδιών και γυναικών233. Το επόμενο έτος οι "Διεθνείς Σοσιαλισταί" ζητούσαν την ολοκληρωτική απαγόρευση της εργασίας των παιδιών234.

———————————

τους μαθητευόμενους (Apprentice - Bill), που απαγόρευε τη νυχτερινή εργασία για τα παιδιά και περιόριζε σε δώδεκα ώρες την εργασία των νεαρών μαθητευόμενων. Ο νόμος του 1819 απαγόρευε την απασχόληση παιδιών κάτω των 9 χρόνων στα κλωστήρια και στα βαμβακουργεία. Η απαγόρευση αυτή με το νόμο του 1833 επεκτάθηκε σε όλους τους βιομηχανικούς κλάδους, εκτός από τη μεταξουργία. Ο ίδιος νόμος περιόριζε τη διάρκεια της εργασίας για παιδιά ηλικίας 9 έως 13 χρόνων σε 48 ώρες την εβδομάδα, και για νεαρά άτομα ηλικίας 14 έως 18 χρόνων σε 69 ώρες. Συγχρόνως θεσπιζόταν υποχρεωτική σχολική φοίτηση από 2 ώρες την ημέρα για όλα τα παιδιά κάτω των 14 χρόνων. Ακολούθησε η Γαλλία με το νόμο του 1841, η Γερμανία και η Αυστρία με τους νόμους του 1874. Τέλος, η διεθνής συνδιάσκεψη υπέρ των εργατών που συνήλθε στο Βερολίνο το 1878 συμφώνησε σε μια σειρά μέτρων για την προστασία της παιδικής εργασίας. Βλ. Fr. Engels, Η κατάσταση της εργατικής τάξης,.., ό.π. σ.30, 58-62· Ανώνυμος, "Εργατικοί παίδες", ό.π. σ.198-1991· Κ..., "Η εν Βερολίνω διεθνής υπέρ των εργατών συνδιάσκεψις", Κλειώ, αρ. 122, 15/27 Απριλ. 1890, σ.23-24· Ανώνυμος, "Εργασία και ημερομίσθια των παιδιών εν Γερμανία και Αυστρία", Βιομηχανική και βιοτεχνική επιθεώρησις, 1914, σ.79-82· J. Sandrin, Enfants trouvés, enfants ouvriers, 17e-19e siècles, Παρίσι 1982, σ.109.

232. "Έκθεσις της επιτροπής της Βουλής επί του νομοσχεδίου περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων", Παράρτημα της Εφημερίδος της Β' Διπλής Αναθεωρητικής Βουλής, τεύχ. Β', Αθήνα 1912, σ.533.

233. Μ. Δημητρίου, Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα, τ. Α', Αθήνα 1985, σ.142. Πρβλ. Γ. Ληξουριώτης, "Προστατευτικός νομοθετικός παρεμβατισμός και η εμφάνιση του εργατικού δικαίου στην Ελλάδα: Η περίπτωση της παιδικής εργασίας", Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο 1988, σ.212.

234. Γ. Κορδάτος, Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος, Αθήνα 3 1972, σ.50.

Σελ. 92
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/93.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

Τέλος, εμφανίστηκε και μια άλλη κατηγορία που είχε ως αίτημα την εφαρμογή περιοριστικών μέτρων στην εργασία των παιδιών, τα εργατικά σωματεία. Τα σωματεία αυτά έβλεπαν τον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό των παιδιών στα εργοστάσια ως απειλή για την απασχόληση των ανδρών μελών τους235. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούσε η προσπάθεια των καπνεργατών να αποκλείσουν, για λόγους υγείας, τους εφήβους και τις γυναίκες από τα καπνεργοστάσια236. Έτσι το Εργατικό Κέντρο της Αθήνας ζητούσε το 1911 να απαγορευτεί στα εργοστάσια καπνού η πρόσληψη ανήλικων παιδιών που δεν είχαν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους ως μαθητευόμενων και βοηθητικών εργατών, και να μην χρησιμοποιούνται σε θέση τεχνίτη πριν από τη συμπλήρωση δετούς μαθητείας237. Ωστόσο οι αντιδράσεις των εργατικών σωματείων απέναντι στην απασχόληση των παιδιών δεν σταμάτησαν με τη θέσπιση των προστατευτικών νόμων. Το 1933, στο μεσουράνημα της οικονομικής κρίσης, οι σιδηρουργοί ζητούσαν να αυξηθεί το ελάχιστο όριο ηλικίας των 14 χρόνων για την απασχόληση των παιδιών, προβάλλοντας ως επιχείρημα "το ανθυγιεινόν της εργασίας των διά την εργασίαν ταύτην και την διά της εργασίας των μικρών αύξησιν της ανεργίας των ενηλίκων"238. Έτσι, σύμφωνα με την άποψη των εργατικών συνδικάτων η οποία υιοθετήθηκε και από την πολιτεία239, τα παιδιά και οι γυναίκες αποτελούσαν σοβαρή απειλή για την απασχόληση των ενήλικων ανδρών. Τι ήταν όμως αυτή η απειλή; Κατά πρώτο λόγο, στη μεγάλη βιομηχανία ο ανταγωνισμός των παιδιών και των γυναικών, από τη μια πλευρά, και των ενηλίκων, από την άλλη, ήταν έμμεσος. Η ουσιαστική αιτία της ανεργίας των ενηλίκων ήταν ο εκμηχανισμός της παραγωγής, γεγονός που επέτρεπε την αντικατάστασή τους από ανειδίκευτη εργατική δύναμη η οποία αποτελείτο, κατά βάση, από παιδιά και γυναίκες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούσε η εισαγωγή σιγαροποιητικών μηχανών στη βιομηχανία καπνού. Δεύτερον, στην παραδοσιακή βιοτεχνία, όπως έχει σημειωθεί και σε προηγούμενο κεφάλαιο, οι τεχνίτες προσπαθούσαν να υπερασπίσουν το επάγγελμα τους. Για τον λόγο αυτό, επιχειρούσαν να περιορίσουν με

———————————

235. Βλ. Σπ. Κορώνης, Η εργατική πολιτική των ετών 1909-1918, Αθήνα 1944, σ.47.

236. Γ. Ηλιάδης, "Η καπνοβιομηχανία", Εργαζομένη Ελλάς. Αι νέαι βιομηχανίαι της Ελλάδος, υπό την διευθ. Β. Γαβριηλίδου, τ. Α', Αθήνα χ.χ., σ.114.

237. Εργατικό Κέντρο Αθηνών, Οι εργάται της Ελλάδος προς την Διπλήν Βουλήν των Ελλήνων, Αθήνα 1911, σ.10.

238. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Επιθεώρησις Εργασίας, Εκθέσεις... 1933, ό.π. σ.20.

239. "Η υπερβολική απασχόλησις παιδίων, εφήβων και γυναικών, ήτις έχει διαδοθεί εις όλας τας κατηγορίας των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα δε εις τα υφαντουργεία και κλωστήρια, τας βιοτεχνίας του ιματισμού, τας εμπορικάς επιχειρήσεις και τας βιοτεχνίας του ξύλου... προς ζημίαν των ενηλίκων εργατών πολλοί εκ των οποίων καταδικάζονται εις αργίαν συνεπεία του ανταγωνισμού των τέκνων και των συζύγων τους." Βλ. "Έκθεσις της επιτροπής της Βουλής...", ό.π. σ.533.

Σελ. 93
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/94.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

διάφορους τρόπους τους μελλοντικούς ανταγωνιστές τους, δηλαδή τους μαθητευόμενους. Αντίθετα, στη βιομηχανία δεν ίσχυε μάλλον ο ανταγωνισμός μεταξύ ανήλικων και ενήλικων ανειδίκευτων εργατών. Υπήρχαν, όμως, ενήλικοι ανειδίκευτοι εργάτες στη βιομηχανία; Φτωχοί μεροκαματιάρηδες, χωρίς συγκεκριμένη ειδίκευση, υπήρχαν σίγουρα. Αυτοί όμως σπανίως και περιστασιακά δούλευαν στα εργοστάσια. Κατά κανόνα απέφευγαν τη βιομηχανία, επειδή δυσκολεύονταν να προσαρμοστούν στους καταναγκασμούς του μακρού ωραρίου, στον κλειστό χώρο και στον εντατικό ρυθμό εργασίας. Έχει υποστηριχθεί ότι η ανειδίκευτη εργασία στο εργοστάσιο ήταν ο πρώτος σταθμός μιας μακράς διαδρομής, που περνούσε από μικροεπάγγελμα σε μικροεπάγγελμα και αποσκοπούσε στην επιβίωση, έχοντας ως ιδανικό την αυτοτέλεια240.

Η παρέμβαση του Έλληνα νομοθέτη στα ζητήματα που αφορούσαν την εργασία των παιδιών έγινε για πρώτη φορά με τον νόμο 4029 της 24ης Ιανουαρίου 1912 "περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων"241. Το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετώπισε η προπαρασκευαστική επιτροπή ήταν ο καθορισμός του ορίου ηλικίας, κάτω από το οποίο θα απαγορευόταν η εργασία των παιδιών. Τελικά, "προς αποφυγήν ανωμαλιών κατά την αρχήν της εφαρμογής του νόμου", το όριο καθορίστηκε στα δώδεκα χρόνια, "αν και θα ήτο ευχής έργον να ορισθή ως τοιούτον όριον το 14ον ή έστω το 13ον έτος της ηλικίας, ιδίως αναφορικώς εις τας εν συνδυασμώ με μηχανικήν κινητήριον δύναμιν διεξαγομένας εργασίας...". Το σκεπτικό της επιτροπής ήταν "η παρ' ημίν λόγω του κλίματος πρωιμοτέρα εν συγκρίσει προς τας βορειοτέρας χώρας σωματική ανάπτυξις των ανθρώπων"242. Οι απαγορευτικές διατάξεις του νομοσχεδίου αφορούσαν την εργασία των παιδιών στον δευτερογενή και τριτογενή τομέα της οικονομίας. Έτσι, στους περιορισμούς της ηλικίας δεν περιλαμβάνονταν τα παιδιά που απασχολούνταν σε γεωργικές,

———————————

240. Βλ. Π. Πιζάνιας, Οι φτωχοί των πόλεων..., ό.π. σ.24.

241. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Τμήμα Εργασίας, Εργασία γυναικών και ανηλίκων. Νόμοι, Βασιλικά Διατάγματα, Εγκύκλιοι, Αθήνα 1919. Όμως είχε ήδη προηγηθεί ο νόμος 3525 της 13ης Ιανουαρίου 1910, "Περί μεταλλείων", με τον οποίο απαγορεύεται η πρόσληψη "κορασίων και γυναικών", σε υπόγειες ή νυκτερινές εργασίες μεταλλείων ή μεταλλουργείων. Επίσης απαγορεύτηκε σε παιδιά ηλικίας 12-16 ετών να μεταφέρουν στον ώμο βάρος πάνω από 10 κιλά και σε νεαρά άτομα 16-18 ετών, βάρος πάνω από 15 κιλά. Βλ. Σπ. Κορώνης, Η εργατική πολιτική των ετών 1909-1918, Αθήνα 1944, σ.48.

242. "Έκθεσις της επιτροπής της Βουλής επί του νομοσχεδίου περί εργασίας...", ό.π. σ.534. Πάντως το όριο αυτό ήταν ανάλογο με τα αντίστοιχα που είχαν θεσπίσει τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη. Έτσι στην Αγγλία, από το 1901, η εργασία απαγορευόταν σε παιδιά κάτω των 12 χρόνων. Στη Γερμανία το όριο αυτό ήταν τα 13 χρόνια (από το 1913), και τα 12 χρόνια στη Γαλλία (1892), στο Βέλγιο (1889) και στην Ιταλία (1902). Στην Ισπανία (1905) και τη Βουλγαρία (1905) το όριο μειωνόταν στα 10 χρόνια. Βλ. "Έκθεσις της Επιτροπής...", ό.π. σ.533-534.

Σελ. 94
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/44/gif/95.gif&w=600&h=91527. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

κτηνοτροφικές ή δασικές εργασίες243. Σύμφωνα με τον νομοθέτη, οι γεωργικές εργασίες "ου μόνον δεν είναι εις όμοιον βαθμόν επιβλαβείς για τα παιδιά, αλλά και δύνανται να συνδυαστούν με την φοίτησιν εις το σχολείον της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως"244. Με άλλα λόγια, το νομοθέτημα εξαιρούσε από την προστασία του τους μικρούς ενήλικες του παραδοσιακού κόσμου, δηλαδή το μεγαλύτερο ποσοστό των παιδιών της υπαίθρου, η εργασία των οποίων αποτελούσε απαραίτητο στοιχείο του καταμερισμού εργασίας της χωρικής οικογένειας.

Σύμφωνα με τις κυριότερες διατάξεις του νόμου:

1) Απαγορευόταν η χρησιμοποίηση παιδιών που δεν είχαν συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας τους ως εργατών ή μαθητευόμενων σε βιομηχανικές, βιοτεχνικές, μεταλλευτικές, μεταφορικές, οικοδομικές και εμπορικές επιχειρήσεις. Η απαγόρευση αυτή δεν ίσχυε για παιδιά άνω των 10 χρόνων που απασχολούνταν, από τους γονείς ή τους κηδεμόνες τους, σε επιχειρήσεις όπου εργάζονταν μόνο μέλη της οικογενείας τους και δεν έκαναν χρήση μηχανικής ενέργειας, και πάντα υπό τον όρο να μην εμποδίζεται η κανονική φοίτησή τους στη στοιχειώδη εκπαίδευση. Το σκεπτικό του νομοθέτη ήταν ότι "οι γονείς ή οι επίτροποι δεν θέλουν κάμει κατάχρησιν της τοιαύτης εξαιρέσεως"245. Πίσω από την ηθική παραίνεση διακρίνεται η αποδοχή του παραδοσιακού μοντέλου οικογενειακού καταμερισμού της εργασίας, τόσο στην αγροτική εκμετάλλευση όσο και στη μικρή βιοτεχνία. Ο καταμερισμός αυτός υπαγορευόταν από τη λογική της αυτόνομης επιβίωσης της οικογενείας και δεν αποδεχόταν εύκολα τη νεωτεριστική έννοια της παιδικότητας246. Επίσης, στα ορφανοτροφεία και τα φιλανθρωπικά ιδρύματα που παρείχαν επαγγελματική εκπαίδευση απαγορευόταν να απασχολούν παιδιά κάτω των 12 χρονών περισσότερο από 3 ώρες την ήμερα247.

Όπως μπορούμε να συμπεράνουμε με βάση τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν σε προηγούμενα κεφάλαια, ένα σημαντικό ποσοστό των αγοριών, αν όχι η πλειονότητα, δεν περιλαμβανόταν στις απαγορευτικές διατάξεις του νόμου. Με βάση το νόμο 2271 της 24ης Ιουνίου 1920, το όριο ηλικίας για την απασχόληση των παιδιών καθοριζόταν από την 1η Ιουλίου 1922 στα 14 χρόνια248.

2) Ο χρόνος εργασίας δεν έπρεπε να υπερβαίνει τις 6 ώρες για παιδιά ηλικίας κάτω των 14 χρόνων και τις 10 ώρες για νεαρά άτομα μικρότερα των 18 χρόνων. Το Σάββατο και τις παραμονές εορτών ο χρόνος εργασίας καθοριζόταν σε 8 ώρες. Μεταξύ των ωρών εργασίας έπρεπε να γίνονται διακοπές συνολικής διάρκειας

———————————

243. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Τμήμα Εργασίας, Εργασία..., σ.14.

244. "Έκθεσις της επιτροπής...", ό.π. σ.524.

245. "Έκθεσις της επιτροπής...", ό.π. σ.535.

246. Βλ. και Π. Πιζάνιας, Οι φτωχοί των πόλεων, ό.π.

247. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Τμήμα Εργασίας, Εργασία...., ό.π. σ.3-4.

248. Γ. Χαριτάκης, ό.π. σ.124.

Σελ. 95
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Μορφές παιδικής εργασίας στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία (1870-1940)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 76
    27. Ρηγίνος, Παιδική εργασία

    και ο οποίος παρουσιάζει την εργασία των παιδιών στο εργοστάσιο περίπου ως ρυθμική γυμναστική, διαφαίνονται οι νέες συνθήκες που εισάγει η βιομηχανοποίηση της παραγωγής. Οι συνθήκες αυτές καθόριζαν και το "προφίλ" της εργατικής δύναμης νέου τύπου που αποτελούσαν οι γυναίκες και τα παιδιά, μιας εργατικής δύναμης η οποία όφειλε να υποτάσσεται στην πειθαρχία και στους ρυθμούς εργασίας που επέβαλλε η "ορθολογική" οργάνωση του εργασιακού χώρου.

    3. Η τεχνική εκπαίδευση

    Η βιομηχανία, από τη γέννησή της, είχε ανάγκη από εργατικό δυναμικό -άνδρες κυρίως- για την κάλυψη των νέων θέσεων ειδικευμένης εργασίας οι οποίες δημιουργήθηκαν με τον εκμηχανισμό της παραγωγής. Τη ζήτηση για ειδικευμένη εργασία ανέλαβε να καλύψει η κατώτερη τεχνική εκπαίδευση. Με άλλα λόγια, οι κατώτερες τεχνικές σχολές συνιστούσαν μια ταξικού τύπου εκπαίδευση, που σκοπό είχε τη διαμόρφωση των παιδιών της εργατικής τάξης και των φτωχών κοινωνικών στρωμάτων, γενικότερα, σε ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, το οποίο στη συνέχεια θα μπορούσε να απορροφηθεί από τα βιομηχανικά εργοστάσια με σύμβαση μισθωτής εργασίας.

    Το ελληνικό κράτος από πολύ νωρίς είχε εκδηλώσει την πρόθεσή του να δημιουργήσει τεχνική εκπαίδευση. Τον Οκτώβριο του 1837 ιδρύθηκε το "Πολυτεχνικό Σχολείο"165. Το Πολυτεχνείο κατά την πρώτη περίοδο της λειτουργίας του ήταν ένα σχολείο στοιχειώδους τεχνικής εκπαίδευσης, μονοετούς φοίτησης. Οι μαθητές γίνονταν δεκτοί ανεξάρτητα από τις γραμματικές τους γνώσεις, ενώ η διδακτέα ύλη περιλάμβανε τρία μαθήματα: τα στοιχειώδη μαθηματικά, την αρχιτεκτονική και την ιχνογραφία. Ως ημέρες παραδόσεων των μαθημάτων είχαν οριστεί οι Κυριακές και οι εορτές, "καθ' ας σχολάζουν οι βιομήχανοι"166, δηλαδή οι χειρώνακτες.

    Από τον Μάιο του 1840 το Πολυτεχνείο άρχισε να λειτουργεί και τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας167. Σύμφωνα με το Β.Δ. της 22ας Οκτωβρίου του

    ———————————

    επέτρεπε να επιδεικνύουν μια χαριτωμένη δεξιότητα. Έχοντας συνείδηση της ευκινησίας τους ήταν ευτυχισμένα να την επιδεικνύουν σε κάθε επισκέπτη. Ούτε το παραμικρό ίχνος εξάντλησης, γιατί αμέσως μετά την έξοδό τους από το εργοστάσιο άρχιζαν να παίζουν στην πρώτη ελεύθερη πλατεία που θα συναντούσαν, με τη φλόγα παιδιών που βγαίνουν απ' το σχολείο". Fr. Engels, Ή κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, μετ. Λευτέρης Αποστόλου, Αθήνα 1989, σ.57.

    165. Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. 35, 6 Νοεμβρίου 1837, πρβλ. Κ. Σοφιανός, ό.π. αρ. κατ. 102, σ.33.

    166.Ό.π., βλ. και Κ. Μπίρης, Ιστορία του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνίου, Αθήνα 1957, σ.28.

    167. Κ. Μπίρης, ό.π. σ.42.