Συγγραφέας:Κώτση, Αγαπούλα
 
Τίτλος:Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:46
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2008
 
Σελίδες:311
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:20ός αι.
 
Περίληψη:Η μελέτη «Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας» επιχειρεί να προσδιορίσει την ταυτότητα της ελληνικής νεολαίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα σε ένα θέμα ιδιαίτερα κρίσιμο για τις ηλικίες αυτές, αλλά και για την ποιότητα της μελλοντικής τους ζωής, ένα θέμα διαχρονικά επίκαιρο και κοινωνικά ευαίσθητο. Επιχειρεί αφενός μεν να αποτυπώσει την κατάσταση της υγείας της ελληνικής νεολαίας και τα νοσολογικά δεδομένα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, αφετέρου δε να ξεκαθαρίσει σχέσεις και εξαρτήσεις με τις ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις της εποχής. Η όσο το δυνατόν πληρέστερη συγκέντρωση και αξιοποίηση του διαθέσιμου πληροφοριακού υλικού από διάφορες πηγές και κατά το δυνατόν η ενιαία παρουσίαση του, ώστε να είναι εφικτές συγκρίσεις, αποτέλεσε επίσης αυτοτελώς ένα σημαντικό στόχο της μελέτης.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 8.14 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 101-120 από: 314
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/101.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.6

Εξέλιξη βρεφικής, νεογνικής και μετανεογνικής θνησιμότητας και σχέση νεογνικής θνησιμότητας/συνολικής, 1921-2001

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.7

Εξέλιξη πρώιμης νεογνικής, όψιμης εμβρυϊκής και περιγεννητικής θνησιμότητας,

1921-2001

—·— πρώιμη νεογνική_-■— όψιμη εμβρυϊκή _—+— περιγεννητική

Σελ. 101
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/102.gif&w=600&h=915

- Η όψιμη εμβρυϊκή θνησιμότητα παρουσίασε σταδιακή μείωση και από 14,3%ο ανά 1.000 γεννήσεις το 1960 μειώθηκε σε 5,7%ο το 2001. Κατά την προπολεμική περίοδο η όψιμη εμβρυϊκή θνησιμότητα κυμάνθηκε από 9,1 %ο έως 13,6%».

- Η περιγεννητική θνησιμότητα παρουσίασε σταδιακή μείωση και από 26,4%ο ανά 1.000 γεννήσεις το 1960 μειώθηκε σε 8,0% το 2001. Μέχρι το 1980 εξακολουθούσε να είναι πάνω από 20%ο.

- Η βρεφική θνησιμότητα των αγοριών ήταν υψηλότερη των κοριτσιών. Σε σχέση με τις επιμέρους κατηγορίες της βρεφικής θνησιμότητας:

Νεογνική και μετανεογνική θνησιμότητα

Η παρατηρούμενη μείωση της βρεφικής θνησιμότητας είναι αποτέλεσμα της μείωσης τόσο της νεογνικής όσο και της μετανεογνικής θνησιμότητας. Η μείωση, ωστόσο, της μετανεογνικής θνησιμότητας ήταν μεγαλύτερη κυρίως κατά την προπολεμική περίοδο και τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Άλλωστε, κατά την περίοδο αυτή η βρεφική θνησιμότητα στο μεγαλύτερο μέρος αφορούσε σε μετανεογνικούς θανάτους και οι στρατηγικές για τη μείωσή της στόχευαν κυρίως στη μείωση των θανάτων αυτών, ενώ η θνησιμότητα των νεογνών και οι γεννήσεις θνησιγενών παρέμεναν υψηλές.

Υπολογίζεται ότι μέχρι το 1985 η βρεφική θνησιμότητα σημείωσε πτώση κατά 88,5%15. Μεγαλύτερο μερίδιο στην πτώση είχε η μετανεογνική θνησιμότητα (96%), ενώ η μείωση της νεογνικής θνησιμότητας ήταν μικρότερη (73%). Κατά τη δεκαετία του 1985-1995 παρατηρήθηκε περίπου παράλληλη μείωση της βρεφικής, της νεογνικής και της μετανεογνικής θνησιμότητας κατά 48%, 50,9% και 44%, αντίστοιχα. Η εξέλιξη αυτή είναι χαρακτηριστικό των ανεπτυγμένων χωρών και η επίτευξη του στόχου αποδίδεται σε σειρά παραγόντων, όπως είναι η πρόληψη των λοιμωδών νοσημάτων με τους εμβολιασμούς, η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, η εκπαίδευση των πολιτών και η δυνατότητα όλων για πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας.

Η σχέση της νεογνικής θνησιμότητας προς τη συνολική βρεφική θνησιμότητα διαφέρει διαχρονικά και μεταξύ ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών. Έτσι, σήμερα, στις ανεπτυγμένες χώρες η νεογνική θνησιμότητα αποτελεί περίπου το 70% της συνολικής βρεφικής θνησιμότητας σε αντίθεση με τις αναπτυσσόμενες. Στις χώρες αυτές η βρεφική θνησιμότητα εξακολουθεί να είναι υψηλή, κατανέμεται εξίσου μεταξύ νεογνικής και μετανεογνικής θνησιμότητας και οι προτεραιότητες είναι διαφορετικές, κα-

15. Β. Δρόσου-Αγακίδου, «Διαχρονικές τάσεις και αιτίες περιγεννητικής, νεογνικής και βρεφικής θνησιμότητας», Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής, 22 (5), 2005.

Σελ. 102
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/103.gif&w=600&h=915

καθώς η στρατηγική που θα πρέπει να χαραχτεί στις ανεπτυγμένες χώρες στοχεύει στη μείωση κυρίως της νεογνικής θνησιμότητας, ενώ στις αναπτυσσόμενες στη μείωση εξίσου και της μετανεογνικής θνησιμότητας.

Στην Ελλάδα στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα η νεογνική θνησιμότητα αποτελούσε το 30,0%-42,3% της βρεφικής θνησιμότητας, στη δεκαετία του 1950 τα ποσοστά είχαν περίπου εξισωθεί και από τη δεκαετία του 1960 και μετά η συμβολή της νεογνικής θνησιμότητας αυξάνεται συνεχώς με κάποιες διακυμάνσεις και σήμερα αποτελεί το 71% της βρεφικής θνησιμότητας (Πίνακας 5.3). Η μείωση της βρεφικής θνησιμότητας σήμερα αποδίδεται κυρίως στη μείωση της νεογνικής θνησιμότητας, καθώς η μείωση της μετανεογνικής θνησιμότητας σε χαμηλά επίπεδα συνέβη νωρίτερα. Η νεογνική μαζί με την περιγεννητική θνησιμότητα αντικατοπτρίζουν την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας που προσφέρονται στην έγκυο και το νεογέννητο και, επομένως, η μείωσή της αντανακλά τις βελτιώσεις που επήλθαν στον τομέα αυτό.

Περιγεννητική θνησιμότητα

Η ανάγκη διαχωρισμού της περιγεννητικής περιόδου από τις άλλες περιόδους βρεφικής ζωής επιβλήθηκε από την ιδιαιτερότητα του χρονικού αυτού διαστήματος, το οποίο χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα υψηλή μητρική, εμβρυϊκή και νεογνική θνησιμότητα. Για την περιγεννητική θνησιμότητα δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, καθώς η καταγραφή των θνησιγενών σε πολλές χώρες είναι ανεπαρκής ή ελλιπής και τα στοιχεία από τους διεθνείς οργανισμούς δίδονται με επιφυλάξεις.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΠΟΥ για το 1996, η περιγεννητική θνησιμότητα παρουσίαζε μεγάλες διαφορές μεταξύ των χωρών και στις ανεπτυγμένες χώρες ήταν 9%ο, ενώ στις αναπτυσσόμενες 63%ο. Η περιγεννητική θνησιμότητα, η οποία επηρεάζεται από το οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο μιας περιοχής, ανταποκρίνεται όμως δυσχερώς σε διάφορα κοινωνικο-οικονομικά μέτρα, αποτελεί μείζον πρόβλημα για τις ανεπτυγμένες χώρες, στις οποίες έχει ήδη συντελεστεί επιτυχώς η καταπολέμηση της όψιμης βρεφικής θνησιμότητας.

Η ανεπάρκεια σχετικών στοιχείων και πληροφόρησης στη χώρα μας επέβαλε τη διενέργεια των δύο πανελλήνιων περιγεννητικών ερευνών, το 1983 (Χ. Τζουμάκα-Μπακούλα) και το 1998 (Χ. Τζουμάκα-Μπακούλα κ.ά.Χ που περιέλαβαν το 8% και το 15% των τοκετών, αντίστοιχα. Η σύγκριση των ευρημάτων έδειξε ότι στο διάστημα των 15 ετών που μεσολάβησαν μεταξύ των δύο μελετών η περιγεννητική θνησιμότητα μειώθηκε σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% και συγκεκριμένα από 24%ο σε 10,5%ο (Πί-

Σελ. 103
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/104.gif&w=600&h=915

Πίνακας 5.4). Η μείωση αφορούσε τόσο στην όψιμη εμβρυϊκή όσο και στην πρώιμη νεογνική θνησιμότητα. Μείωση διαπιστώθηκε, επίσης, στη θνησιμότητα των προώρων με βάρος μικρότερο των 1.500 γρ. κατά 47% και των νεογνών με βάρος από 1.500-2.500 γρ. κατά 49%. Τα στοιχεία αυτά είναι ενδεικτικά των σημαντικών βελτιώσεων στην περιγεννητική φροντίδα κατά τα τελευταία 15 χρόνια.

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.4

Μεταβολές στην περιγεννητική θνησιμότητα μεταξύ των δύο πανελλήνιων περιγεννητικών ερευνών, 1983,1998

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.4

Μεταβολές στην περιγεννητική θνησιμότητα μεταξύ των δύο πανελλήνιων περιγεννητικών ερευνών, 1983,1998

1983

%

1998

%

Μείωση

%

Γενικός δείκτης περιγεννητικής

θνησιμότητας 24,0 Όψιμη εμβρυϊκή 11,5 Πρώιμη νεογνική 12,5

10,5 5,8 4,7

56 50 62

Περιγεννητική θνησιμότητα ανά βάρος γέννησης

<1.500 γρ. 761 1.500-2.500 γρ. 98 >2.500 γρ. 8

401 50 3

47 49 63

Πηγή: Περιγεννητικές Έρευνες, 1983,1998.

Πηγή: Περιγεννητικές Έρευνες, 1983,1998.

533 Θνησιμότητα παιδιών ηλικίας 5-14 ετών

Στις επιμέρους κατηγορίες των παιδιών ηλικίας 5-14 ετών (Πίνακας 5.1 -

Διαγράμματα 5.8-5.9) παρατηρείται:

- Οι θάνατοι των παιδιών 5-9 ετών υπερέχουν των θανάτων των παιδιών 10-14 ετών στη διάρκεια όλης της προπολεμικής και μεταπολεμικής περιόδου.

— Ο αριθμός των θανάτων των παιδιών 5-9 ετών κατά την περίοδο 19211938 παρουσιάζει διακυμάνσεις, από 2.756 παιδιά (1938) έως 5.077 παιδιά (1923). Κατά τη μεταπολεμική περίοδο τα μεγέθη έχουν περιοριστεί και οι θάνατοι από 681 το 1952 ανέρχονται σε 74 το 2001.

Σελ. 104
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/105.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.8 Αριθμός θανάτων παιδιών 5-14 ετών, 1921-2005

0 10-14 ετών

I 5 -14 ετών

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.9 Ποσοστό θανάτων παιδιών 5-14 ετών, 1921-2005

—♦— 5-9 ετών _ —10 -14 ετών —*— 5-14 ετών

Σελ. 105
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/106.gif&w=600&h=915

- Ο αριθμός των θανάτων των παιδιών 10-14 ετών για την περίοδο 19211938 παρουσιάζει επίσης διακυμάνσεις και κυμάνθηκε από 1.631 παιδιά (1935) έως 3.339 παιδιά (1923). Κατά τη μεταπολεμική περίοδο τα μεγέθη έχουν περιοριστεί και οι θάνατοι από 455 το 1952 ανέρχονται σε 102 το 2001.

- Αντίστοιχα, η συμμετοχή των θανάτων για τα παιδιά 5-9 ετών από 4,6% το 1921 και αυξομειώσεις τα επόμενα χρόνια διαμορφώνεται στο 2,9% το 1938. Μεταπολεμικά ξεκινώντας από 1,3% το 1952 παρουσιάζει συνεχή μείωση και το 2001 διαμορφώνεται στο 0,1%.

- Η συμμετοχή των θανάτων για τα παιδιά 10-14 ετών την περίοδο 19211938 παρουσιάζει διακυμάνσεις και από 3,0% το 1921 διαμορφώνεται στο 1,8% το 1938. Μεταπολεμικά ξεκινώντας από 0,9% το 1952 παρουσιάζει συνεχή μείωση και το 2001 διαμορφώνεται στο 0,1%.

53.4 Θνησιμότητα νέων ηλικίας 15-24 ετών

Στις επιμέρους κατηγορίες των νέων ηλικίας 20-24 ετών (Πίνακας 5.1 -

Διαγράμματα 5.10-5.11) παρατηρείται:

- Οι θάνατοι των νέων 20-24 ετών υπερέχουν των θανάτων των εφήβων 15-19 ετών στη διάρκεια όλης της περιόδου.

- 0 αριθμός των θανάτων των εφήβων 15-19 ετών κατά την περίοδο 1921-1938 παρουσιάζει διακυμάνσεις και κυμάνθηκε από 2.154 εφήβους (1938) έως 3.923 εφήβους (1923). Κατά τη μεταπολεμική περίοδο τα μεγέθη έχουν περιοριστεί και οι θάνατοι από 724 το 1952 ανέρχονται σε 333 το 2001.

- Ο αριθμός των θανάτων των νέων 20-24 ετών για την περίοδο 19211938 παρουσιάζει επίσης διακυμάνσεις και κυμάνθηκε από 2.909 νέους (1938) έως 4.376 νέους (1923). Κατά τη μεταπολεμική περίοδο τα μεγέθη έχουν περιοριστεί και οι θάνατοι από 1.158 το 1952 ανέρχονται σε 640 το 2001.

- Αντίστοιχα, η συμμετοχή των θανάτων για τους εφήβους 15-19 ετών από 3,7% το 1921 και με μικρές αυξομειώσεις τα επόμενα χρόνια το 1938 διαμορφώνεται στο 2,3%. Μεταπολεμικά ξεκινώντας από 1,4% το 1952 παρουσιάζει συνεχή μείωση και το 2001 διαμορφώνεται στο 0,2%.

- Η συμμετοχή των θανάτων για τους νέους 20-24 ετών την περίοδο 1921-1938 παρουσίασε διακυμάνσεις και από 4,1% το 1921 διαμορφώθηκε στο 3,1% το 1938. Μεταπολεμικά ξεκινώντας από 2,2% το 1952 παρουσιάζει συνεχή μείωση και το 2001 διαμορφώνεται στο 0,6%.

Σελ. 106
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/107.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.10 Αριθμός θανάτων νέων 15-24 ετών, 1921-2005

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.11 Ποσοστό θανάτων νέων 15-24 ετών, 1921-2005

Σελ. 107
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/108.gif&w=600&h=915

533 Ειδική κατά φύλο και ηλικία θνησιμότητα παιδιών και νέων

Με βάση τα στοιχεία του Πίνακα 5.5, όπου παρουσιάζεται η ειδική κατά φύλο και ηλικία θνησιμότητα παιδιών και νέων για τη μεταπολεμική περίοδο (1952-1997), καθώς για την προπολεμική περίοδο δεν έχουν υπολογιστεί αντίστοιχοι δείκτες, γενικά παρατηρείται:

- σημαντική βελτίωση των δεικτών θνησιμότητας σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο,

- διαφοροποίηση των δεικτών ανάλογα με την ηλικία και

- υπεροχή της θνησιμότητας των αγοριών ή νέων ανδρών έναντι των κοριτσιών ή νέων γυναικών σε όλα τα κλιμάκια ηλικιών των παιδιών και νέων μέχρι 24 ετών, όπως και στο σύνολο του πληθυσμού. Ειδικότερα, σε σχέση με τις εξελίξεις στη θνησιμότητα των παιδιών και

νέων:

Θνησιμότητα παιδιών ηλικίας έως 4 ετών

Η βρεφική θνησιμότητα σημείωσε μεγάλη μείωση κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα. Για τα αγόρια από 48,14%ο το 1952 μειώθηκε στο 6,85%ο το 1997 και για τα κορίτσια από 46,5%« στο 6,18%ο, αντίστοιχα.

Σημαντικά μικρότερη είναι η θνησιμότητα για τα παιδιά ηλικίας 1-4 ετών, η οποία επίσης παρουσίασε βαθμιαία μεγάλη μείωση και το 1997 διαμορφώθηκε στο 0,35%ο για τα αγόρια και 0,25%ο για τα κορίτσια από 3,16%ο και 2,77%ο, αντίστοιχα, το 1952.

Θνησιμότητα παιδιών ηλικίας 5-14 ετών

Η θνησιμότητα για τα παιδιά ηλικίας 5-9 ετών παρουσίασε βαθμιαία μείωση και το 1997 διαμορφώθηκε στο 0,20%ο για τα αγόρια και 0,16%ο για τα κορίτσια από 1,06%ο και 0,88%ο, αντίστοιχα, το 1952.

Η θνησιμότητα για τα παιδιά ηλικίας 10-14 ετών παρουσίασε επίσης βαθμιαία μείωση και το 1997 διαμορφώθηκε στο 0,22 %ο για τα αγόρια και 0,17%ΰ για τα κορίτσια από 0,77%ο και 0,50%ο, αντίστοιχα, το 1952.

Θνησιμότητα νέων ηλικίας 15-24 ετών

Η θνησιμότητα για τους νέους ηλικίας 15-19 ετών παρουσίασε βαθμιαία μείωση και το 1997 διαμορφώθηκε στο 0,73%ο για τους νέους και 0,29%ο για τις νέες από 1,08%ο και 0,75%ο, αντίστοιχα, το 1952.

Η θνησιμότητα για τους νέους ηλικίας 20-24 ετών παρουσίασε βαθμιαία μείωση και το 1997 διαμορφώθηκε στο 1,34 %ο για τα αγόρια και 0,33 %ο για τα κορίτσια από 1,89%ο και 1,23%ο, αντίστοιχα, το 1952.

Σελ. 108
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/109.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.5

Ειδική κατά φύλο και ηλικία θνησιμότητα παιδιών και νέων, 1952-1997

Έτη

έως 1 έτους

1

4 ετών

5-9 ετών

10-:

14 ετών

15-19 ετών

20-24 ετών

Α

Θ

Α

Θ

Α

Θ

Α

Θ

Α

Θ

Α

Θ

1952

48,14

46,50

3,16

2,77

1,06

0,88

0,77

0,50

1,08

0,75

1,89

1,23

1953

43,49

45,35

3,51

3,58

1,07

0,85

0,75

0,50

0,99

0,70

1,43

1,06

1954

52,18

49,36

3,90

3,55

1,25

0,95

0,91

0,58

1,05

0,68

1,24

1,08

1955

44,95

44,53

2,96

2,91

0,88

0,77

0,75

0,54

0,93

0,62

1,16

0,87

1956

40,09

39,18

2,51

2,42

0,75

0,58

0,75

0,39

0,95

0,60

1,27

0,86

1957

44,58

44,32

2,78

2,68

0,96

0,68

0,71

0,42

0,90

0,63

1,23

0,86

1958

39,99

38,63

2,35

2,28

0,81

0,54

0,60

0,38

0,92

0,59

1,10

0,71

1959

42,21

40,91

2,10

2,01

0,67

0,52

0,53

0,37

0,79

0,55

1,07

0,69

1960

40,82

38,92

2,17

1,91

0,75

0,52

0,52

0,34

0,92

0,49

0,93

0,58

1961

40,35

35,83

1,88

1,61

0,72

0,49

0,57

0,39

0,86

0,56

1,04

0,57

1962

42,88

37,33

1,89

1,86

0,63

0,44

0,52

0,35

0,79

0,44

1,01

0,67

1963

39,71

37,27

1,57

1,49

0,64

0,45

0,54

0,32

0,79

0,47

1,11

0,60

1964

38,55

33,94

1,56

1,38

0,64

0,42

0,44

0,28

0,90

0,42

1,19

0,52

1965

36,69

32,04

1,35

1,19

0,60

0,43

0,56

0,35

0,79

0,43

1,20

0,58

1966

36,55

31,33

1,33

1,24

0,56

0,37

0,53

0,35

0,77

0,42

1,40

0,54

1967

37,06

32,64

1,12

1,01

0,54

0,38

0,50

0,23

0,81

0,36

1,06

0,48

1968

35,81

32,38

1,17

1,06

0,48

0,35

0,41

0,26

0,67

0,35

0,93

0,44

1969

33,89

28,24

1,02

0,93

0,47

0,33

0,41

0,28

0,73

0,32

0,84

0,39

1970

31,10

25,54

1,00

0,93

0,47

0,34

0,48

0,28

0,84

0,32

1,08

0,39

1971

27,99

24,34

0,90

0,81

0,45

0,30

0,40

0,25

0,78

0,43

0,95

0,43

1972

29,98

25,84

0,85

0,79

0,42

0,32

0,42

0,31

0,83

0,31

1,12

0,50

1973

26,01

22,74

0,86

0,84

0,42

0,38

0,44

0,26

0,78

0,44

1,02

0,48

1974

27,84

21,97

0,87

0,73

0,41

0,29

0,28

0,26

0,81

0,32

1,04

0,39

Σελ. 109
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/110.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.5 (συνέχεια)

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.5 (συνέχεια)

Έτη

έως 1 έτους

1

4 ετών

5-9 ετών

10-

14 ετών

15-

19 ετών

20-24 ετών

Α

Θ

Α

Θ

Α

Θ

Α

Θ

Α

Θ

Α

Θ

1975

26,88

21,51

0,73

0,70

0,44

0,28

0,43

0,29

0,83

0,36

1,06

0,47

1976

26,04

20,46

0,72

0,71

0,37

0,28

0,36

0,24

0,80

0,38

1,03

0,47

1977

23,12

17,86

0,71

0,75

0,39

0,29

0,34

0,27

0,90

0,39

1,05

0,37

1978

21,50

18,14 ·

0,75

0,58

0,36

0,27

0,35

0,27

0,94

0,35

1,11

0,42

1979

21,17

16,99

0,63

0,61

0,34

0,20

0,35

0,22

0,77

0,38

1,04

0,40

1980

20,06

15,97

0,68

0,49

0,30

0,25

0,37

0,21

0,77

0,28

1,06

0,46

1981

17,74

14,28

0,57

0,42

0,29

0,23

0,34

0,21

0,78

0,34

1,18

0,42

1982

16,54

13,66

0,44

0,41

0,29

0,29

0,36

0,18

0,81

0,34

1,07

0,41

1983

16,11

12,78

0,48

0,43

0,30

0,22

0,37

0,24

0,99

0,35

1,19

0,41

1984

15,49

12,69

0,43

0,33

0,31

0,21

0,26

0,18

0,75

0,34

1,22

0,38

1985

15,51

11,91

0,50

0,34

0,27

0,19

0,28

0,19

0,86

0,33

1,21

0,41

1986

12,98

10,14

0,41

0,38

0,21

0,14

0,24

0,12

0,82

0,35

1,28

0,41

1987

11,63

10,23

0,42

0,39

0,25

0,15

0,27

0,16

0,76

0,29

1,31

0,36

1988

12,11

9,53

0,39

0,31

0,20

0,20

0,19

0,15

0,79

0,28

1,19

0,41

1989

10,46

8,24

0,44

0,32

0,24

0,21

0,21

0,17

0,71

0,29

1,37

0,40

1990

9,67

9,40

0,35

0,26

0,25

0,18

0,25

0,14

0,76

0,27

1,30

0,38

1991

9,34

8,56

0,28

0,19

0,13

0,12

0,24

0,11

0,88

0,23

1,32

0,35

1992

8,99

7,91

0,25

0,26

0,17

0,14

0,24

0,16

0,81

0,25

1,20

0,36

1993

9,03

7,83

0,26

0,26

0,20

0,15

0,20

0,16

0,68

0,29

1,23

0,28

1994

8,29

7,83

0,27

0,27

0,20

0,13

0,18

0,15

0,82

0,29

1,21

0,37

1995

8,96

7,24

0,23

0,21

0,18

0,11

0,24

0,16

0,75

0,29

1,20

0,26

1996

7,87

6,63

0,34

0,24

0,17

0,16

0,26

0,18

0,75

0,25

1,13

0,37

1997

6,85

6,18

0,35

0,25

0,20

0,16

0,22

0,17

0,73

0,29

1,34

0,33

Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδος.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Φυσική Κίνηση του Πληθυσμού της Ελλάδος.

Σελ. 110
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/111.gif&w=600&h=915

Σημειώνεται ότι η διαφορά στη θνησιμότητα μεταξύ των δύο φύλων είναι μεγαλύτερη στους νέους (15-24 ετών) σε σχέση με τα παιδιά (0-14 ετών).

53.6 Συγκρίσεις με άλλες χώρες

Όπως προαναφέρθηκε, στη χώρα μας στοιχεία για τη θνησιμότητα των παιδιών και των νέων (0-24 ετών) δεν είναι διαθέσιμα για το σύνολο της προπολεμικής περιόδου, καλύπτεται μόνο η περίοδος 1921-1938. Αντίστοιχες ελλείψεις και κενά στα στοιχεία παρουσιάζονται και σε άλλες χώρες, ενώ οι συγκρίσεις δυσχεραίνονται και από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για το σύνολο της ομάδας (άτομα 0-24 ετών), στην οποία αναφέρεται η παρούσα μελέτη, ούτε για την προπολεμική ούτε για τη μεταπολεμική περίοδο, στην οποία υπάρχει σαφής βελτίωση του διαθέσιμου υλικού και πληρέστερη πληροφόρηση. Τα στοιχεία από διάφορους διεθνείς οργανισμούς αναφέρονται σε επιμέρους ηλικιακές ομάδες (βρέφη, εφήβους κ.λπ.) και με βάση αυτή την πληροφόρηση γίνεται προσπάθεια να αποτυπωθεί η θέση της χώρας μας σε σχέση με τις άλλες χώρες κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Προπολεμικά

Στις αρχές του 20ού αιώνα (ή τέλος του προηγούμενου αιώνα) η κατάσταση σε σχέση με τη θνησιμότητα των παιδιών και των νέων στη χώρα μας φαίνεται να είναι σχετικά ευνοϊκή, σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης, κυρίως για περιβαλλοντικούς λόγους, να είναι υψηλότερη στην Αθήνα, σε σχέση με τις άλλες πόλεις, να αφορά κυρίως στα παιδιά κάτω του 1 έτους και να συναρτάται με τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες. Ειδικότερα: - Σύμφωνα με τα στοιχεία του Κ. Στεφάνου16 για την περίοδο 1868-1878 (μέσος όρος) και με τις επιφυλάξεις που υπάρχουν για την ακρίβεια των στοιχείων που αφορούν στην καταγραφή των θανάτων, ο δείκτης θνησιμότητας των παιδιών ηλικίας 0-5 ετών, ο οποίος υπολογίζεται σε 114%ο, θεωρείται χαμηλός. Η Ελλάδα κατατάσσεται στην προτελευταία θέση πριν από τη Νορβηγία (104%ο) σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες (υψηλότεροι ήταν οι δείκτες στη Δανία, 135%ο, τη Σουηδία, 137%ο, και την Ιταλία, 223%ο). Το χαμηλό ύψος του δείκτη αποδίδεται στην ηπιότητα του κλίματος, την αραιοκατοίκηση του χώρου και τη σπανιό-

16. Α Σταυρόπουλος, «Στοιχεία και προβληματισμοί για τη νοσολογία της νεότητας του 19ου αι. μέσα από δύο επιστημονικές προσεγγίσεις της εποχής», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Ιστορικότητα της Παιδικής Ηλικίας και της Νεότητας», τ. Α', Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα 1986.

Σελ. 111
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/112.gif&w=600&h=915

σπανιότητα προδιαθεσικών παραγόντων για συγγενή και άλλα νοσήματα της πρώτης ηλικίας (σύφιλη, αλκοολισμός, φυματίωση).

- Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παπαπαναγιώτου17 για τη θνησιμότητα των παιδιών ηλικίας 0-10 ετών την περίοδο 1888-1897, στην Αθήνα παρουσιάζεται υψηλότερη αναλογία θανάτων παιδιών (48,1%), σε σχέση με άλλες πόλεις της Ελλάδας (Βόλος, 43%, Τρίπολη, 41%, Ζάκυνθος, 34%, Κέρκυρα, 33,5%). Το μεγαλύτερο μέρος, 32%, αφορά στα παιδιά έως 1 έτους (ή 66,4% των παιδικών θανάτων) και το υπόλοιπο 16,1% στα παιδιά 1-10 ετών.

- Η υπεροχή της παιδικής θνησιμότητας στην Αθήνα αποδίδεται στα ανεπαρκή υγειονομικά μέτρα, τις συνθήκες που επικρατούσαν στα βρεφοκομεία, την πληθυσμιακή συγκέντρωση και την εγκατάσταση μεγάλου αριθμού προσφύγων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία συνοικισμών με χαμηλή υγειονομική κατάσταση.

Στις χώρες της Ευρώπης, η βρεφική θνησιμότητα (Πίνακας 5.6) στις αρχές του αιώνα (αντίστοιχα στοιχεία δεν υπάρχουν για τη χώρα μας) φαίνεται να είναι αρκετά υψηλή (κατά μέσο όρο 144%ο για τα αγόρια και 122%ο για τα κορίτσια). Οι διαφορές μεταξύ των χωρών ήταν σημαντικές και κυμαίνονταν στα αγόρια μεταξύ 82 %ο (Νορβηγία) και 232 %ο (Αυστρία) και στα κορίτσια μεταξύ 67 %ο (Νορβηγία) και 191 %» (Ισπανία).

Στοιχεία για τη βρεφική θνησιμότητα στη χώρα μας κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα δεν υπάρχουν, φαίνεται όμως ότι οι συνθήκες (κλίμα, κληρονομικότητα) που συνηγορούσαν σε κάπως ευνοϊκή κατάταξη της χώρας μας στις αρχές του αιώνα διατηρήθηκαν τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος της περιόδου αυτής. Στη συνέχεια, όμως, οι εξελίξεις (πόλεμοι, πρόσφυγες κ.λπ.) συντέλεσαν στην αύξηση της βρεφικής θνησιμότητας (ή μικρότερες μειώσεις σε σχέση με τις θετικές εξελίξεις που σημειώνονταν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες). Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε για τις επόμενες προπολεμικές δεκαετίες και η συγκριτική θέση της Ελλάδας σε σχέση με τη βρεφική θνησιμότητα ήταν κακή.

17. Βλ. Α. Σταυρόπουλος, ό.π.

Σελ. 112
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/113.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.6

Βρεφική θνησιμότητα σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες κατά την προπολεμική περίοδο

Χώρες

1900

1930

1931

1932

1933

1934

1935

1936

1937

Αγόρια

Κορίτσια

Αγόρια

Κορίτσια

Σύνολο

Αυστρία

232,3

189,9

115,4

92,5

103,0

106,0

93,0

92,0

99,0

93,0

92,0

Βέλγιο

-

-

101,0

78,6

83,0

87,0

85,0

86,0

85,0

86,0

79,0

Γερμανία

202,0

170,5

85,4

68,4

83,0

79,0

76,0

69,0

68,0

66,0

64,0

Δανία

131,0

104,1

91,3

71,1

81,0

72,0

68,0

64,0

71,0

67,0

66,0

Ελλάδα

-

-

95,1

93,1

134,0

129,0

123,0

112,0

113,0

114,0

121,0

Ιρλανδία

168,0

152,1

115,0

102,0

69,0

71,0

65,0

63,0

68,0

74,0

73,0

Ισπανία

211,0

190,8

124,0

109,0

117,0

111,0

111,0

113,0

110,0

-

-

Ιταλία

-

-

77,2

63,5

113,0

110,0

100,0

99,0

101,0

99,0

110,0

Νορβηγία

81,5

66,8

55,1

44,1

46,0

47,0

48,0

39,0

44,0

42,0

-

Ολλανδία

141,0

117,7

65,3

50,6

50,0

46,0

44,0

43,0

40,0

39,0

38,0

Πορτογαλία

-

-

-

-

146,0

144,0

149,0

144,0

149,0

138,0

-

Γαλλία

163,0

136,5

90,2

71,6

76,0

76,0

75,0

69,0

69,0

67,0

65,0

Φινλανδία

135,0

113,1

99,8

82,8

75,0

71,0

76,0

73,0

67,0

66,0

-

Σουηδία

92,6

76,0

64,7

50,5

57,0

51,0

50,0

47,0

47,0

43,0

46,0

Ην. Βασίλειο

160,0

131,0

71,9

54,6

68,0

68,0

66,0

61,0

60,0

62,0

61,0

Ισλανδία

121,0

104,6

56,6

49,2

49,0

51,0

48,0

46,0

48,0

47,0

47,0

Πηγή: ΕΣΥΈ, Στατιστική Επετηρίδα.

OECD, Financing and Delivering Health Care, 1987.

Πηγή: ΕΣΥΈ, Στατιστική Επετηρίδα.

OECD, Financing and Delivering Health Care, 1987.

Σελ. 113
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/114.gif&w=600&h=915

Άλλωστε, η βρεφική θνησιμότητα αποτελούσε το κυριότερο πρόβλημα της παιδικής και νεανικής θνησιμότητας της προπολεμικής περιόδου και η σύγκριση της με αντίστοιχα στοιχεία άλλων ευρωπαϊκών χωρών αποτυπώνει μια γενική εικόνα που επικρατούσε στη χώρα μας σε σχέση με τη θνησιμότητα των παιδιών και των νέων συνολικά.

Με βάση τα στοιχεία αυτά (1930-1937), η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των χωρών με υψηλή βρεφική θνησιμότητα (121 %ο το 1937). Οι χώρες που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη θνησιμότητα την περίοδο αυτή είναι η Ρουμανία (178%ο), η Βουλγαρία (150%ο), η Πορτογαλία (138%»), η Πολωνία (136%ο), η Ουγγαρία (134%%ο) και η Τσεχοσλοβακία (122%ο). Μικρότερη θνησιμότητα παρουσιάζεται στην Ολλανδία με 38 θανάτους παιδιών κάτω του 1 έτους επί 1.000 γεννηθέντων ζώντων, στη Σουηδία με 46%ο, την Ελβετία με 47%ο, τη Μεγάλη Βρετανία με 61 %ο, τη Γερμανία με 64%ο, τη Γαλλία με 65%ο, τη Δανία με 66%ο.

Μεταπολεμικά Βρεφική θνησιμότητα

Η βρεφική θνησιμότητα στην Ελλάδα σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο διατηρήθηκε σε επίπεδο υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Πίνακας 5.7) και στο τέλος του 20ού αιώνα η χώρα μας δεν βρίσκεται σε ικανοποιητικό επίπεδο σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. το 2001 η μικρότερη βρεφική θνησιμότητα παρατηρήθηκε στη Φινλανδία και τη Σουηδία και η υψηλότερη στο Λουξεμβούργο και την Ελλάδα (5,9 %ο). Ωστόσο, ο ρυθμός μείωσης της βρεφικής θνησιμότητας στη χώρα μας ήταν υψηλότερος από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς αυτή από 17,9%ο το 1980 μειώθηκε στο 5,9 %ο το 2001.

Σελ. 114
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/115.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.7

Βρεφική θνησιμότητα σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες κατά τη μεταπολεμική περίοδο

1950

1960

1965

1970

1975

1980

1985

1990

1995

Χώρες

Αγόρια

Κορίτσια

Σύνολο

E.E.-25

-

-

-

27,8

23,9

19,7

14,8

11,9

9,2

6,7

E.E.-15

-

-

34,5

27,5

23,4

18,1

12,4

9,5

7,6

5,6

Αυστρία

75,2

58,4

37,5

28,3

25,9

20,5

14,3

11,2

7,8

5,4

Βέλγιο

64,0

49,3

23,9

23.7

21,1

16,1

12,1

9,8

6,5

5,9

Γερμανία

61,8

49,1

35,0

24,1

22,5

18,9

12,4

9,1

7,0

5,3

Δανία

45,3

34,7

21,5

18,7

14,2

10,3

8,4

8,0

7,5

5,1

Ελλάδα

65,0

58,7

40,1

34,3

29,6

24,0

17,9

14,1

9,7

8,1

Ιρλανδία

49,5

39,0

29,3

25,3

19,5

17,5

11,1

8,8

8,2

6,4

Ισπανία

68,7

59,1

35,4

29,3

20,7

18,9

12,3

8,9

7,6

5,5

Ιταλία

67,5

58,5

43,3

35,0

29,0

20,8

14,6

10,5

8,2

6,2

Λουξεμβούργο

48,0

43,0

31,6

24,0

25,0

14,8

11,4

9,0

7,3

5,6

Νορβηγία

34,2

25,7

15,9

14,6

11,3

9,5

8,1

8,5

6,9

4,0

Ολλανδία

27,8

21,5

16,5

14,4

12,7

10,6

8,6

8,0

7,1

5,5

Πορτογαλία

105,0

92,5

77,5

64,9

55,5

38,9

24,2

17,8

11,0

7,5

Πηγή: Eurostat, δικτυακός τόπος.

OECD, Financing and Delivering Health Care, 1987.

® ζ

Κ Μ

s ο

Η

Κ g

Ο g

> >

Μ Μ

a >

Ξ δ 2

Πηγή: Eurostat, δικτυακός τόπος.

OECD, Financing and Delivering Health Care, 1987.

Σελ. 115
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/116.gif&w=600&h=915

Γενικά, ο δείκτης βρεφικής θνησιμότητας στην Ευρώπη ήταν καλύτερος από τον αντίστοιχο παγκόσμιο δείκτη και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο μέσος δείκτης θνησιμότητας στην Ευρώπη ήταν περίπου 20%ο, ενώ ο αντίστοιχος παγκόσμιος δείκτης ήταν πάνω από 90%ο. Στην Ευρώπη το 1980 χώρες όπως η Σουηδία, η Ελβετία, η Δανία και η Φινλανδία είχαν θνησιμότητα μικρότερη του 10%ο, οι περισσότερες χώρες της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης και από το Νότο η Ισπανία και η Ελλάδα είχαν θνησιμότητα 10%ο-20%ο, ενώ χώρες όπως η Βουλγαρία, η Γιουγκοσλαβία, η Ρουμανία, η Πορτογαλία και η Πολωνία είχαν θνησιμότητα μεγαλύτερη του 20%ο.

Σε όλη την περίοδο οι διαφορές στη βρεφική θνησιμότητα μεταξύ των χωρών είναι μεγάλες, ωστόσο με την πάροδο του χρόνου οι διαφορές αυτές μειώνονται. Οι χώρες της βόρειας και της δυτικής Ευρώπης, ήδη από τη δεκαετία του 1920, είχαν τους χαμηλότερους δείκτες θνησιμότητας και αυτό διατηρήθηκε και κατά τη μεταπολεμική περίοδο, ενώ οι Ανατολικές χώρες και οι χώρες της νότιας Ευρώπης παρουσίαζαν πάντα υψηλότερα ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας. Παρά τη σημαντική διαχρονική μείωση της βρεφικής θνησιμότητας στη νότια Ευρώπη (κατά 80% περίπου), οι διαφορές μεταξύ νότιων και βόρειων χωρών παραμένουν αμετάβλητες.

Σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο σε υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με την Ε.Ε.-15 διατηρήθηκαν όλες οι επιμέρους κατηγορίες της βρεφικής θνησιμότητας, η νεογνική (Διάγραμμα 5.12), η μετανεογνική και η περιγεννητική (Διάγραμμα 5.13), παρά τις σημαντικές προόδους. Οι χαμηλότερες τιμές που εμφανίζονται στη χώρα μας μέχρι και τη δεκαετία του 1960 οφείλονται μάλλον στις αυξημένες διαφυγές των καταγραφών.

Σημειώνεται ότι με βάση στοιχεία που υπάρχουν για 16 χώρες του ΟΟΣΑ η διαφορά της βρεφικής θνησιμότητας μεταξύ των φύλων διευρύνθηκε και, ενώ η βρεφική θνησιμότητα ήταν 18%, υψηλότερη για τα αγόρια έναντι των κοριτσιών το 1900, έγινε 22% το 1930,24% το 1950 και το 1980.

Θνησιμότητα παιδιών ηλικίας 0-4 ετών

Η θνησιμότητα των παιδιών 0-4 ετών παρουσιάζει σημαντική μείωση διαχρονικοί, παρουσιάζεται σχετικά υψηλή για μεγάλες περιόδους και συναρτάται κυρίως με την εξέλιξη της βρεφικής θνησιμότητας. Και οι παρατηρούμενες διαφορές στη θνησιμότητα αυτή μεταξύ των χωρών επίσης ουσιαστικά καταδεικνύει τις διακυμάνσεις στα επίπεδα της βρεφικής θνησιμότητας. Μετά το πρώτο έτος της ζωής, η πιθανότητα θανάτου μειώνεται σημαντικά, φθάνοντας στο χαμηλότερο σημείο γύρω στην ηλικία των 10 ετών, ανεξαρτήτως φύλου.

Σελ. 116
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/117.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.12

Ποσοστό βρεφικής και νεογνικής θνησιμότητας,Ε.Ε.-15-Ελλάδα, 1960-2000

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.13 Ποσοστό περιγεννητικής, πρώιμης νεογνικής και όψιμης εμβρυϊκής θνησιμότητας, Ε.Ε.-15-Ελλάδα, 1960-2000

Σελ. 117
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/118.gif&w=600&h=915

Σύμφωνα με στοιχεία της UNICEF18, τα παιδιά σήμερα έχουν τις μισές πιθανότητες να πεθάνουν πριν από τα 5 χρόνια τους απ' ό,τι πριν από 40 χρόνια. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 1 στα 5 παιδιά πέθαινε πριν φτάσει στα 5 χρόνια. Το 2002 το ποσοστό αυτό μειώθηκε σε λιγότερο από

I στα 12, ποσοστό που εξακολουθεί να είναι υψηλό, καθώς αντιστοιχεί σε

II εκατομμύρια θανάτους παιδιών κάθε χρόνο που θα μπορούσαν να προληφθούν.

Η παιδική θνησιμότητα παρουσιάζει μείωση και από 93 παιδιά στα 1.000 το 1990 πέθαιναν 82 παιδιά στα 1.000 το 2002. Σε πολλές χώρες οι επιδόσεις σε σχέση με τη βελτίωση της παιδικής θνησιμότητας υπολείπονται των στόχων που έχει θέσει η UNICEF για μειωσή της κατά τα δύο τρίτα, δηλαδή σε 31 %ο το 2015. Η Ελλάδα το 1990 είχε δείκτη θνησιμότητας κάτω των 5 ετών 11%ο,τον οποίο βελτίωσε το 2002 στα 5%, πετυχαίνοντας μέσο ετήσιο ρυθμό προόδου 6,6% για την περίοδο 1990-2002 και ανήκει έτσι στις 10 χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις.

Οι πιθανότητες επιβίωσης ενός παιδιού διαφοροποιούνται έντονα ανάλογα με το μέρος που θα γεννηθεί. Στις βιομηχανικές χώρες 7 στα 1.000 παιδιά πεθαίνουν πριν από την ηλικία των 5 ετών, ενώ στην υποσαχάρια Αφρική 25 φορές περισσότερα (174%ο). Στην ειδική έκδοση της UNICEF για την παιδική επιβίωση (2004) σημειώνεται ότι στις βιομηχανικές χώρες το 1990 1 στα 100 παιδιά πέθαινε πριν φτάσει στην ηλικία των 5 ετών, ενώ το 2002 1 στα 143 παιδιά. Οι Σκανδιναβικές χώρες παρουσιάζουν τις καλύτερες επιδόσεις, με πρώτη στην κατάταξη τη Σουηδία με ποσοστό θνησιμότητας κάτω των 5 ετών 3%ο, ενώ ο μέσος όρος στις χώρες της Ε.Ε. ανέρχεται στο 6%ο.

Η σταθερή μείωση της παιδικής θνησιμότητας στις βιομηχανικές χώρες βοηθήθηκε κατά την τελευταία δεκαετία του αιώνα από νέα και ακριβά φάρμακα, από την τεχνολογία και παρεμβάσεις στον τομέα της υγείας, ενώ, αντίθετα, οι αναπτυσσόμενες χώρες παλεύουν να ελέγξουν μεταδιδόμενες ασθένειες, περιγεννητικές αιτίες, διατροφική ανεπάρκεια, βία και τραυματισμούς. Παρά τη σημαντική πρόοδο η UNICEF επισημαίνει πως υπάρχει περιθώριο για μεγαλύτερη βελτίωση, καθώς πολλά παιδιά εξακολουθούν να πεθαίνουν από ασθένειες που μπορούν να προληφθούν ή να θεραπευτούν.

18. UNICEF, Έκθεση UNICEF: Πρόοδος για τα παιδιά, Έκδοση αφιερωμένη στην παιδική επιβίωση, 2004.

Σελ. 118
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/119.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.14

Ειδικά ποσοστά θνησιμότητας παιδιών 5-14 ετών κατά φύλο σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, 1998

Θνησιμότητα παιδιών ηλικίας 5-14 ετών και νέων 15-24 ετών

Σχετική έρευνα του ΠΟΥ19 για τις διαφορές μεταξύ των φύλων των παιδικών και νεανικών ηλικιών διαπιστώνει ότι οι δείκτες θνησιμότητας στην εφηβεία είναι πολύ χαμηλοί και ότι οι δείκτες θνησιμότητας των αγοριών είναι υψηλότεροι των κοριτσιών. Σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. περισσότερα αγόρια 5-14 ετών πεθαίνουν σε σχέση με τα κορίτσια, ενώ οι δείκτες θνησιμότητας διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των χωρών. Κάθε χρόνο 70 αγόρια στα 100.000 πεθαίνουν στη Ρωσία έναντι 13 στη Σουηδία, ενώ τα αντίστοιχα μεγέθη για τα κορίτσια είναι 40 στα 100.000 στη Ρωσία έναντι 9 στη Σουηδία. Η μεγαλύτερη διαφορά παρατηρείται στην Εσθονία, όπου ο δείκτης θνησιμότητας των αγοριών είναι τριπλάσιος από αυτόν των κοριτσιών, ενώ η μικρότερη στη Νορβηγία, με δείκτες 18 στα 100.000 για τα αγόρια και 16 στα 100.000 για τα κορίτσια. Στην Ελλάδα ο δείκτης θνησιμότητας για τα αγόρια είναι 21,3 και για τα κορίτσια 14,0 (Πίνακας 5.8).

Οι δείκτες θνησιμότητας αυξάνονται σημαντικά στην ηλικιακή ομάδα 15-24 ετών (Διάγραμμα 5.15). Η Ρωσία παρουσιάζει τους υψηλότερους δείκτες (334 στα 100.000 για τα αγόρια και 95 στα 100.000 για τα κορίτσια)

19. P. Kolip - Β. Schmidt, Gender and Health in Adolescence, WHO Policy Series, Health policy for children and adolescents Issue 2, Copenhagen 1999.

Σελ. 119
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/120.gif&w=600&h=915

και υψηλότερους τους μέσους δείκτες εμφανίζουν η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία. Και στην ομάδα αυτή η Σουηδία παρουσιάζει τους χαμηλότερους δείκτες. Σε πολλές χώρες η διαφορά στους δείκτες μεταξύ αγοριών και κοριτσιών είναι πολύ μεγάλη (σχεδόν 4 φορές υψηλότερη για τα αγόρια). Στην Ελλάδα τα αντίστοιχα μεγέθη είναι 97,8 στα 100.000 για τα αγόρια έναντι 27,7 των κοριτσιών. Και η χώρα μας ανήκει στις χώρες με σημαντικές διαφορές μεταξύ των φύλων (όπως και η Αυστρία και η Φινλανδία).

Και στις δύο ηλικιακές ομάδες οι κακώσεις και δηλητηριάσεις και τα νεοπλάσματα αποτελούν τις συχνότερες αιτίες θανάτου με πολύ σημαντική την πρώτη, κυρίως για τη δεύτερη ομάδα. Για την Ελλάδα οι ειδικοί δείκτες θνησιμότητας κατά φύλο για τα ατυχήματα είναι 68,9 στα 100.000 για τα αγόρια και 14,0 για τα κορίτσια. Σε σύγκριση με άλλες ηλικιακές κατηγορίες η εφηβεία είναι η πιο υγιής ομάδα, σε καμιά άλλη περίοδο της ζωής οι δείκτες θνησιμότητας δεν είναι τόσο χαμηλοί όσο μεταξύ 10-15 ετών.

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.8

Ειδικά ποσοστά θνησιμότητας παιδιών 5-14 ετών και νέων 15-24 ετών κατά φύλο σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, 1998

Χώρα

5-

14 ετών

15-24 ετών

Άνδρες

Γυναίκες

Άνδρες

Γυναίκες

Αγγλία

17,9

12,6

73,0

27,9

Αυστρία

17,0

12,0

116,3

29,4

Βέλγιο

26,3

14,6

102,1

39,7

Γαλλία

21,1

15,0

102,1

34,8

Τσεχία

25,2

21,5

98,2

36,6

Δανία

18,6

13,3

74,2

29,5

Γερμανία

17,0

13,6

88,9

34,1

Ελλάδα

21,3

14,0

97,8

27,7

Ισπανία

22,4

16,6

87,3

28,1

Ιρλανδία

24,4

20,2

103,4

30,4

Ιταλία

23,3

16,7

90,1

29,0

Νορβηγία

18,2

16,1

72,5

30,1

Ουγγαρία

29,0

19,1

88,8

33,7

Πολωνία

28,4

16,9

111,4

34,1

Σλοβακία

29,4

18,5

91,7

27,5

Φινλανδία

20,0

11,7

93,3

26,2

Σουηδία

13,1

9,0

55,0

21,8

Μέσος

21,9

15,4

90,9

30,6

Πηγή: P. Kolip - Β. Schmidt, Gender and Health in Adolescence, WHO, 1999.

Πηγή: P. Kolip - Β. Schmidt, Gender and Health in Adolescence, WHO, 1999.

Σελ. 120
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 101
    

    ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.6

    Εξέλιξη βρεφικής, νεογνικής και μετανεογνικής θνησιμότητας και σχέση νεογνικής θνησιμότητας/συνολικής, 1921-2001

    ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.7

    Εξέλιξη πρώιμης νεογνικής, όψιμης εμβρυϊκής και περιγεννητικής θνησιμότητας,

    1921-2001

    —·— πρώιμη νεογνική_-■— όψιμη εμβρυϊκή _—+— περιγεννητική