Συγγραφέας:Κώτση, Αγαπούλα
 
Τίτλος:Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:46
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2008
 
Σελίδες:311
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:20ός αι.
 
Περίληψη:Η μελέτη «Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας» επιχειρεί να προσδιορίσει την ταυτότητα της ελληνικής νεολαίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα σε ένα θέμα ιδιαίτερα κρίσιμο για τις ηλικίες αυτές, αλλά και για την ποιότητα της μελλοντικής τους ζωής, ένα θέμα διαχρονικά επίκαιρο και κοινωνικά ευαίσθητο. Επιχειρεί αφενός μεν να αποτυπώσει την κατάσταση της υγείας της ελληνικής νεολαίας και τα νοσολογικά δεδομένα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, αφετέρου δε να ξεκαθαρίσει σχέσεις και εξαρτήσεις με τις ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις της εποχής. Η όσο το δυνατόν πληρέστερη συγκέντρωση και αξιοποίηση του διαθέσιμου πληροφοριακού υλικού από διάφορες πηγές και κατά το δυνατόν η ενιαία παρουσίαση του, ώστε να είναι εφικτές συγκρίσεις, αποτέλεσε επίσης αυτοτελώς ένα σημαντικό στόχο της μελέτης.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 8.14 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 111-130 από: 314
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/111.gif&w=600&h=915

Σημειώνεται ότι η διαφορά στη θνησιμότητα μεταξύ των δύο φύλων είναι μεγαλύτερη στους νέους (15-24 ετών) σε σχέση με τα παιδιά (0-14 ετών).

53.6 Συγκρίσεις με άλλες χώρες

Όπως προαναφέρθηκε, στη χώρα μας στοιχεία για τη θνησιμότητα των παιδιών και των νέων (0-24 ετών) δεν είναι διαθέσιμα για το σύνολο της προπολεμικής περιόδου, καλύπτεται μόνο η περίοδος 1921-1938. Αντίστοιχες ελλείψεις και κενά στα στοιχεία παρουσιάζονται και σε άλλες χώρες, ενώ οι συγκρίσεις δυσχεραίνονται και από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για το σύνολο της ομάδας (άτομα 0-24 ετών), στην οποία αναφέρεται η παρούσα μελέτη, ούτε για την προπολεμική ούτε για τη μεταπολεμική περίοδο, στην οποία υπάρχει σαφής βελτίωση του διαθέσιμου υλικού και πληρέστερη πληροφόρηση. Τα στοιχεία από διάφορους διεθνείς οργανισμούς αναφέρονται σε επιμέρους ηλικιακές ομάδες (βρέφη, εφήβους κ.λπ.) και με βάση αυτή την πληροφόρηση γίνεται προσπάθεια να αποτυπωθεί η θέση της χώρας μας σε σχέση με τις άλλες χώρες κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Προπολεμικά

Στις αρχές του 20ού αιώνα (ή τέλος του προηγούμενου αιώνα) η κατάσταση σε σχέση με τη θνησιμότητα των παιδιών και των νέων στη χώρα μας φαίνεται να είναι σχετικά ευνοϊκή, σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης, κυρίως για περιβαλλοντικούς λόγους, να είναι υψηλότερη στην Αθήνα, σε σχέση με τις άλλες πόλεις, να αφορά κυρίως στα παιδιά κάτω του 1 έτους και να συναρτάται με τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες. Ειδικότερα: - Σύμφωνα με τα στοιχεία του Κ. Στεφάνου16 για την περίοδο 1868-1878 (μέσος όρος) και με τις επιφυλάξεις που υπάρχουν για την ακρίβεια των στοιχείων που αφορούν στην καταγραφή των θανάτων, ο δείκτης θνησιμότητας των παιδιών ηλικίας 0-5 ετών, ο οποίος υπολογίζεται σε 114%ο, θεωρείται χαμηλός. Η Ελλάδα κατατάσσεται στην προτελευταία θέση πριν από τη Νορβηγία (104%ο) σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες (υψηλότεροι ήταν οι δείκτες στη Δανία, 135%ο, τη Σουηδία, 137%ο, και την Ιταλία, 223%ο). Το χαμηλό ύψος του δείκτη αποδίδεται στην ηπιότητα του κλίματος, την αραιοκατοίκηση του χώρου και τη σπανιό-

16. Α Σταυρόπουλος, «Στοιχεία και προβληματισμοί για τη νοσολογία της νεότητας του 19ου αι. μέσα από δύο επιστημονικές προσεγγίσεις της εποχής», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Ιστορικότητα της Παιδικής Ηλικίας και της Νεότητας», τ. Α', Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα 1986.

Σελ. 111
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/112.gif&w=600&h=915

σπανιότητα προδιαθεσικών παραγόντων για συγγενή και άλλα νοσήματα της πρώτης ηλικίας (σύφιλη, αλκοολισμός, φυματίωση).

- Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παπαπαναγιώτου17 για τη θνησιμότητα των παιδιών ηλικίας 0-10 ετών την περίοδο 1888-1897, στην Αθήνα παρουσιάζεται υψηλότερη αναλογία θανάτων παιδιών (48,1%), σε σχέση με άλλες πόλεις της Ελλάδας (Βόλος, 43%, Τρίπολη, 41%, Ζάκυνθος, 34%, Κέρκυρα, 33,5%). Το μεγαλύτερο μέρος, 32%, αφορά στα παιδιά έως 1 έτους (ή 66,4% των παιδικών θανάτων) και το υπόλοιπο 16,1% στα παιδιά 1-10 ετών.

- Η υπεροχή της παιδικής θνησιμότητας στην Αθήνα αποδίδεται στα ανεπαρκή υγειονομικά μέτρα, τις συνθήκες που επικρατούσαν στα βρεφοκομεία, την πληθυσμιακή συγκέντρωση και την εγκατάσταση μεγάλου αριθμού προσφύγων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία συνοικισμών με χαμηλή υγειονομική κατάσταση.

Στις χώρες της Ευρώπης, η βρεφική θνησιμότητα (Πίνακας 5.6) στις αρχές του αιώνα (αντίστοιχα στοιχεία δεν υπάρχουν για τη χώρα μας) φαίνεται να είναι αρκετά υψηλή (κατά μέσο όρο 144%ο για τα αγόρια και 122%ο για τα κορίτσια). Οι διαφορές μεταξύ των χωρών ήταν σημαντικές και κυμαίνονταν στα αγόρια μεταξύ 82 %ο (Νορβηγία) και 232 %ο (Αυστρία) και στα κορίτσια μεταξύ 67 %ο (Νορβηγία) και 191 %» (Ισπανία).

Στοιχεία για τη βρεφική θνησιμότητα στη χώρα μας κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα δεν υπάρχουν, φαίνεται όμως ότι οι συνθήκες (κλίμα, κληρονομικότητα) που συνηγορούσαν σε κάπως ευνοϊκή κατάταξη της χώρας μας στις αρχές του αιώνα διατηρήθηκαν τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος της περιόδου αυτής. Στη συνέχεια, όμως, οι εξελίξεις (πόλεμοι, πρόσφυγες κ.λπ.) συντέλεσαν στην αύξηση της βρεφικής θνησιμότητας (ή μικρότερες μειώσεις σε σχέση με τις θετικές εξελίξεις που σημειώνονταν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες). Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε για τις επόμενες προπολεμικές δεκαετίες και η συγκριτική θέση της Ελλάδας σε σχέση με τη βρεφική θνησιμότητα ήταν κακή.

17. Βλ. Α. Σταυρόπουλος, ό.π.

Σελ. 112
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/113.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.6

Βρεφική θνησιμότητα σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες κατά την προπολεμική περίοδο

Χώρες

1900

1930

1931

1932

1933

1934

1935

1936

1937

Αγόρια

Κορίτσια

Αγόρια

Κορίτσια

Σύνολο

Αυστρία

232,3

189,9

115,4

92,5

103,0

106,0

93,0

92,0

99,0

93,0

92,0

Βέλγιο

-

-

101,0

78,6

83,0

87,0

85,0

86,0

85,0

86,0

79,0

Γερμανία

202,0

170,5

85,4

68,4

83,0

79,0

76,0

69,0

68,0

66,0

64,0

Δανία

131,0

104,1

91,3

71,1

81,0

72,0

68,0

64,0

71,0

67,0

66,0

Ελλάδα

-

-

95,1

93,1

134,0

129,0

123,0

112,0

113,0

114,0

121,0

Ιρλανδία

168,0

152,1

115,0

102,0

69,0

71,0

65,0

63,0

68,0

74,0

73,0

Ισπανία

211,0

190,8

124,0

109,0

117,0

111,0

111,0

113,0

110,0

-

-

Ιταλία

-

-

77,2

63,5

113,0

110,0

100,0

99,0

101,0

99,0

110,0

Νορβηγία

81,5

66,8

55,1

44,1

46,0

47,0

48,0

39,0

44,0

42,0

-

Ολλανδία

141,0

117,7

65,3

50,6

50,0

46,0

44,0

43,0

40,0

39,0

38,0

Πορτογαλία

-

-

-

-

146,0

144,0

149,0

144,0

149,0

138,0

-

Γαλλία

163,0

136,5

90,2

71,6

76,0

76,0

75,0

69,0

69,0

67,0

65,0

Φινλανδία

135,0

113,1

99,8

82,8

75,0

71,0

76,0

73,0

67,0

66,0

-

Σουηδία

92,6

76,0

64,7

50,5

57,0

51,0

50,0

47,0

47,0

43,0

46,0

Ην. Βασίλειο

160,0

131,0

71,9

54,6

68,0

68,0

66,0

61,0

60,0

62,0

61,0

Ισλανδία

121,0

104,6

56,6

49,2

49,0

51,0

48,0

46,0

48,0

47,0

47,0

Πηγή: ΕΣΥΈ, Στατιστική Επετηρίδα.

OECD, Financing and Delivering Health Care, 1987.

Πηγή: ΕΣΥΈ, Στατιστική Επετηρίδα.

OECD, Financing and Delivering Health Care, 1987.

Σελ. 113
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/114.gif&w=600&h=915

Άλλωστε, η βρεφική θνησιμότητα αποτελούσε το κυριότερο πρόβλημα της παιδικής και νεανικής θνησιμότητας της προπολεμικής περιόδου και η σύγκριση της με αντίστοιχα στοιχεία άλλων ευρωπαϊκών χωρών αποτυπώνει μια γενική εικόνα που επικρατούσε στη χώρα μας σε σχέση με τη θνησιμότητα των παιδιών και των νέων συνολικά.

Με βάση τα στοιχεία αυτά (1930-1937), η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των χωρών με υψηλή βρεφική θνησιμότητα (121 %ο το 1937). Οι χώρες που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη θνησιμότητα την περίοδο αυτή είναι η Ρουμανία (178%ο), η Βουλγαρία (150%ο), η Πορτογαλία (138%»), η Πολωνία (136%ο), η Ουγγαρία (134%%ο) και η Τσεχοσλοβακία (122%ο). Μικρότερη θνησιμότητα παρουσιάζεται στην Ολλανδία με 38 θανάτους παιδιών κάτω του 1 έτους επί 1.000 γεννηθέντων ζώντων, στη Σουηδία με 46%ο, την Ελβετία με 47%ο, τη Μεγάλη Βρετανία με 61 %ο, τη Γερμανία με 64%ο, τη Γαλλία με 65%ο, τη Δανία με 66%ο.

Μεταπολεμικά Βρεφική θνησιμότητα

Η βρεφική θνησιμότητα στην Ελλάδα σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο διατηρήθηκε σε επίπεδο υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Πίνακας 5.7) και στο τέλος του 20ού αιώνα η χώρα μας δεν βρίσκεται σε ικανοποιητικό επίπεδο σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. το 2001 η μικρότερη βρεφική θνησιμότητα παρατηρήθηκε στη Φινλανδία και τη Σουηδία και η υψηλότερη στο Λουξεμβούργο και την Ελλάδα (5,9 %ο). Ωστόσο, ο ρυθμός μείωσης της βρεφικής θνησιμότητας στη χώρα μας ήταν υψηλότερος από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς αυτή από 17,9%ο το 1980 μειώθηκε στο 5,9 %ο το 2001.

Σελ. 114
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/115.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.7

Βρεφική θνησιμότητα σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες κατά τη μεταπολεμική περίοδο

1950

1960

1965

1970

1975

1980

1985

1990

1995

Χώρες

Αγόρια

Κορίτσια

Σύνολο

E.E.-25

-

-

-

27,8

23,9

19,7

14,8

11,9

9,2

6,7

E.E.-15

-

-

34,5

27,5

23,4

18,1

12,4

9,5

7,6

5,6

Αυστρία

75,2

58,4

37,5

28,3

25,9

20,5

14,3

11,2

7,8

5,4

Βέλγιο

64,0

49,3

23,9

23.7

21,1

16,1

12,1

9,8

6,5

5,9

Γερμανία

61,8

49,1

35,0

24,1

22,5

18,9

12,4

9,1

7,0

5,3

Δανία

45,3

34,7

21,5

18,7

14,2

10,3

8,4

8,0

7,5

5,1

Ελλάδα

65,0

58,7

40,1

34,3

29,6

24,0

17,9

14,1

9,7

8,1

Ιρλανδία

49,5

39,0

29,3

25,3

19,5

17,5

11,1

8,8

8,2

6,4

Ισπανία

68,7

59,1

35,4

29,3

20,7

18,9

12,3

8,9

7,6

5,5

Ιταλία

67,5

58,5

43,3

35,0

29,0

20,8

14,6

10,5

8,2

6,2

Λουξεμβούργο

48,0

43,0

31,6

24,0

25,0

14,8

11,4

9,0

7,3

5,6

Νορβηγία

34,2

25,7

15,9

14,6

11,3

9,5

8,1

8,5

6,9

4,0

Ολλανδία

27,8

21,5

16,5

14,4

12,7

10,6

8,6

8,0

7,1

5,5

Πορτογαλία

105,0

92,5

77,5

64,9

55,5

38,9

24,2

17,8

11,0

7,5

Πηγή: Eurostat, δικτυακός τόπος.

OECD, Financing and Delivering Health Care, 1987.

® ζ

Κ Μ

s ο

Η

Κ g

Ο g

> >

Μ Μ

a >

Ξ δ 2

Πηγή: Eurostat, δικτυακός τόπος.

OECD, Financing and Delivering Health Care, 1987.

Σελ. 115
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/116.gif&w=600&h=915

Γενικά, ο δείκτης βρεφικής θνησιμότητας στην Ευρώπη ήταν καλύτερος από τον αντίστοιχο παγκόσμιο δείκτη και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο μέσος δείκτης θνησιμότητας στην Ευρώπη ήταν περίπου 20%ο, ενώ ο αντίστοιχος παγκόσμιος δείκτης ήταν πάνω από 90%ο. Στην Ευρώπη το 1980 χώρες όπως η Σουηδία, η Ελβετία, η Δανία και η Φινλανδία είχαν θνησιμότητα μικρότερη του 10%ο, οι περισσότερες χώρες της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης και από το Νότο η Ισπανία και η Ελλάδα είχαν θνησιμότητα 10%ο-20%ο, ενώ χώρες όπως η Βουλγαρία, η Γιουγκοσλαβία, η Ρουμανία, η Πορτογαλία και η Πολωνία είχαν θνησιμότητα μεγαλύτερη του 20%ο.

Σε όλη την περίοδο οι διαφορές στη βρεφική θνησιμότητα μεταξύ των χωρών είναι μεγάλες, ωστόσο με την πάροδο του χρόνου οι διαφορές αυτές μειώνονται. Οι χώρες της βόρειας και της δυτικής Ευρώπης, ήδη από τη δεκαετία του 1920, είχαν τους χαμηλότερους δείκτες θνησιμότητας και αυτό διατηρήθηκε και κατά τη μεταπολεμική περίοδο, ενώ οι Ανατολικές χώρες και οι χώρες της νότιας Ευρώπης παρουσίαζαν πάντα υψηλότερα ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας. Παρά τη σημαντική διαχρονική μείωση της βρεφικής θνησιμότητας στη νότια Ευρώπη (κατά 80% περίπου), οι διαφορές μεταξύ νότιων και βόρειων χωρών παραμένουν αμετάβλητες.

Σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο σε υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με την Ε.Ε.-15 διατηρήθηκαν όλες οι επιμέρους κατηγορίες της βρεφικής θνησιμότητας, η νεογνική (Διάγραμμα 5.12), η μετανεογνική και η περιγεννητική (Διάγραμμα 5.13), παρά τις σημαντικές προόδους. Οι χαμηλότερες τιμές που εμφανίζονται στη χώρα μας μέχρι και τη δεκαετία του 1960 οφείλονται μάλλον στις αυξημένες διαφυγές των καταγραφών.

Σημειώνεται ότι με βάση στοιχεία που υπάρχουν για 16 χώρες του ΟΟΣΑ η διαφορά της βρεφικής θνησιμότητας μεταξύ των φύλων διευρύνθηκε και, ενώ η βρεφική θνησιμότητα ήταν 18%, υψηλότερη για τα αγόρια έναντι των κοριτσιών το 1900, έγινε 22% το 1930,24% το 1950 και το 1980.

Θνησιμότητα παιδιών ηλικίας 0-4 ετών

Η θνησιμότητα των παιδιών 0-4 ετών παρουσιάζει σημαντική μείωση διαχρονικοί, παρουσιάζεται σχετικά υψηλή για μεγάλες περιόδους και συναρτάται κυρίως με την εξέλιξη της βρεφικής θνησιμότητας. Και οι παρατηρούμενες διαφορές στη θνησιμότητα αυτή μεταξύ των χωρών επίσης ουσιαστικά καταδεικνύει τις διακυμάνσεις στα επίπεδα της βρεφικής θνησιμότητας. Μετά το πρώτο έτος της ζωής, η πιθανότητα θανάτου μειώνεται σημαντικά, φθάνοντας στο χαμηλότερο σημείο γύρω στην ηλικία των 10 ετών, ανεξαρτήτως φύλου.

Σελ. 116
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/117.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.12

Ποσοστό βρεφικής και νεογνικής θνησιμότητας,Ε.Ε.-15-Ελλάδα, 1960-2000

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.13 Ποσοστό περιγεννητικής, πρώιμης νεογνικής και όψιμης εμβρυϊκής θνησιμότητας, Ε.Ε.-15-Ελλάδα, 1960-2000

Σελ. 117
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/118.gif&w=600&h=915

Σύμφωνα με στοιχεία της UNICEF18, τα παιδιά σήμερα έχουν τις μισές πιθανότητες να πεθάνουν πριν από τα 5 χρόνια τους απ' ό,τι πριν από 40 χρόνια. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 1 στα 5 παιδιά πέθαινε πριν φτάσει στα 5 χρόνια. Το 2002 το ποσοστό αυτό μειώθηκε σε λιγότερο από

I στα 12, ποσοστό που εξακολουθεί να είναι υψηλό, καθώς αντιστοιχεί σε

II εκατομμύρια θανάτους παιδιών κάθε χρόνο που θα μπορούσαν να προληφθούν.

Η παιδική θνησιμότητα παρουσιάζει μείωση και από 93 παιδιά στα 1.000 το 1990 πέθαιναν 82 παιδιά στα 1.000 το 2002. Σε πολλές χώρες οι επιδόσεις σε σχέση με τη βελτίωση της παιδικής θνησιμότητας υπολείπονται των στόχων που έχει θέσει η UNICEF για μειωσή της κατά τα δύο τρίτα, δηλαδή σε 31 %ο το 2015. Η Ελλάδα το 1990 είχε δείκτη θνησιμότητας κάτω των 5 ετών 11%ο,τον οποίο βελτίωσε το 2002 στα 5%, πετυχαίνοντας μέσο ετήσιο ρυθμό προόδου 6,6% για την περίοδο 1990-2002 και ανήκει έτσι στις 10 χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις.

Οι πιθανότητες επιβίωσης ενός παιδιού διαφοροποιούνται έντονα ανάλογα με το μέρος που θα γεννηθεί. Στις βιομηχανικές χώρες 7 στα 1.000 παιδιά πεθαίνουν πριν από την ηλικία των 5 ετών, ενώ στην υποσαχάρια Αφρική 25 φορές περισσότερα (174%ο). Στην ειδική έκδοση της UNICEF για την παιδική επιβίωση (2004) σημειώνεται ότι στις βιομηχανικές χώρες το 1990 1 στα 100 παιδιά πέθαινε πριν φτάσει στην ηλικία των 5 ετών, ενώ το 2002 1 στα 143 παιδιά. Οι Σκανδιναβικές χώρες παρουσιάζουν τις καλύτερες επιδόσεις, με πρώτη στην κατάταξη τη Σουηδία με ποσοστό θνησιμότητας κάτω των 5 ετών 3%ο, ενώ ο μέσος όρος στις χώρες της Ε.Ε. ανέρχεται στο 6%ο.

Η σταθερή μείωση της παιδικής θνησιμότητας στις βιομηχανικές χώρες βοηθήθηκε κατά την τελευταία δεκαετία του αιώνα από νέα και ακριβά φάρμακα, από την τεχνολογία και παρεμβάσεις στον τομέα της υγείας, ενώ, αντίθετα, οι αναπτυσσόμενες χώρες παλεύουν να ελέγξουν μεταδιδόμενες ασθένειες, περιγεννητικές αιτίες, διατροφική ανεπάρκεια, βία και τραυματισμούς. Παρά τη σημαντική πρόοδο η UNICEF επισημαίνει πως υπάρχει περιθώριο για μεγαλύτερη βελτίωση, καθώς πολλά παιδιά εξακολουθούν να πεθαίνουν από ασθένειες που μπορούν να προληφθούν ή να θεραπευτούν.

18. UNICEF, Έκθεση UNICEF: Πρόοδος για τα παιδιά, Έκδοση αφιερωμένη στην παιδική επιβίωση, 2004.

Σελ. 118
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/119.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.14

Ειδικά ποσοστά θνησιμότητας παιδιών 5-14 ετών κατά φύλο σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, 1998

Θνησιμότητα παιδιών ηλικίας 5-14 ετών και νέων 15-24 ετών

Σχετική έρευνα του ΠΟΥ19 για τις διαφορές μεταξύ των φύλων των παιδικών και νεανικών ηλικιών διαπιστώνει ότι οι δείκτες θνησιμότητας στην εφηβεία είναι πολύ χαμηλοί και ότι οι δείκτες θνησιμότητας των αγοριών είναι υψηλότεροι των κοριτσιών. Σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. περισσότερα αγόρια 5-14 ετών πεθαίνουν σε σχέση με τα κορίτσια, ενώ οι δείκτες θνησιμότητας διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των χωρών. Κάθε χρόνο 70 αγόρια στα 100.000 πεθαίνουν στη Ρωσία έναντι 13 στη Σουηδία, ενώ τα αντίστοιχα μεγέθη για τα κορίτσια είναι 40 στα 100.000 στη Ρωσία έναντι 9 στη Σουηδία. Η μεγαλύτερη διαφορά παρατηρείται στην Εσθονία, όπου ο δείκτης θνησιμότητας των αγοριών είναι τριπλάσιος από αυτόν των κοριτσιών, ενώ η μικρότερη στη Νορβηγία, με δείκτες 18 στα 100.000 για τα αγόρια και 16 στα 100.000 για τα κορίτσια. Στην Ελλάδα ο δείκτης θνησιμότητας για τα αγόρια είναι 21,3 και για τα κορίτσια 14,0 (Πίνακας 5.8).

Οι δείκτες θνησιμότητας αυξάνονται σημαντικά στην ηλικιακή ομάδα 15-24 ετών (Διάγραμμα 5.15). Η Ρωσία παρουσιάζει τους υψηλότερους δείκτες (334 στα 100.000 για τα αγόρια και 95 στα 100.000 για τα κορίτσια)

19. P. Kolip - Β. Schmidt, Gender and Health in Adolescence, WHO Policy Series, Health policy for children and adolescents Issue 2, Copenhagen 1999.

Σελ. 119
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/120.gif&w=600&h=915

και υψηλότερους τους μέσους δείκτες εμφανίζουν η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία. Και στην ομάδα αυτή η Σουηδία παρουσιάζει τους χαμηλότερους δείκτες. Σε πολλές χώρες η διαφορά στους δείκτες μεταξύ αγοριών και κοριτσιών είναι πολύ μεγάλη (σχεδόν 4 φορές υψηλότερη για τα αγόρια). Στην Ελλάδα τα αντίστοιχα μεγέθη είναι 97,8 στα 100.000 για τα αγόρια έναντι 27,7 των κοριτσιών. Και η χώρα μας ανήκει στις χώρες με σημαντικές διαφορές μεταξύ των φύλων (όπως και η Αυστρία και η Φινλανδία).

Και στις δύο ηλικιακές ομάδες οι κακώσεις και δηλητηριάσεις και τα νεοπλάσματα αποτελούν τις συχνότερες αιτίες θανάτου με πολύ σημαντική την πρώτη, κυρίως για τη δεύτερη ομάδα. Για την Ελλάδα οι ειδικοί δείκτες θνησιμότητας κατά φύλο για τα ατυχήματα είναι 68,9 στα 100.000 για τα αγόρια και 14,0 για τα κορίτσια. Σε σύγκριση με άλλες ηλικιακές κατηγορίες η εφηβεία είναι η πιο υγιής ομάδα, σε καμιά άλλη περίοδο της ζωής οι δείκτες θνησιμότητας δεν είναι τόσο χαμηλοί όσο μεταξύ 10-15 ετών.

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.8

Ειδικά ποσοστά θνησιμότητας παιδιών 5-14 ετών και νέων 15-24 ετών κατά φύλο σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, 1998

Χώρα

5-

14 ετών

15-24 ετών

Άνδρες

Γυναίκες

Άνδρες

Γυναίκες

Αγγλία

17,9

12,6

73,0

27,9

Αυστρία

17,0

12,0

116,3

29,4

Βέλγιο

26,3

14,6

102,1

39,7

Γαλλία

21,1

15,0

102,1

34,8

Τσεχία

25,2

21,5

98,2

36,6

Δανία

18,6

13,3

74,2

29,5

Γερμανία

17,0

13,6

88,9

34,1

Ελλάδα

21,3

14,0

97,8

27,7

Ισπανία

22,4

16,6

87,3

28,1

Ιρλανδία

24,4

20,2

103,4

30,4

Ιταλία

23,3

16,7

90,1

29,0

Νορβηγία

18,2

16,1

72,5

30,1

Ουγγαρία

29,0

19,1

88,8

33,7

Πολωνία

28,4

16,9

111,4

34,1

Σλοβακία

29,4

18,5

91,7

27,5

Φινλανδία

20,0

11,7

93,3

26,2

Σουηδία

13,1

9,0

55,0

21,8

Μέσος

21,9

15,4

90,9

30,6

Πηγή: P. Kolip - Β. Schmidt, Gender and Health in Adolescence, WHO, 1999.

Πηγή: P. Kolip - Β. Schmidt, Gender and Health in Adolescence, WHO, 1999.

Σελ. 120
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/121.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.15 Ειδικά ποσοστά θνησιμότητας νέων 15-24 ετών κατά φύλο σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, 1998

140,0

Β Ανδρες_Η Γυναίκες

5.4 Συχνότερες αιτίες θανάτου των παιδιών και των νέων 5.4.1 Γενικά

Σύμφωνα με μελέτη του ΠΟΥ, οι κύριες αιτίες θανάτου ποικίλλουν στις διάφορες ηλικιακές ομάδες. Πριν από την ηλικία των 15 ετών κυριαρχούν τα αναπνευστικά νοσήματα και τα ατυχήματα (πτώσεις, οικιακά ατυχήματα), μεταξύ 15 και 64 ετών οι θάνατοι οφείλονται κυρίως σε κινδύνους συμπεριφοράς (κάπνισμα, αλκοόλ, αυτοκτονίες και τροχαία ατυχήματα), ενώ ο καρκίνος και τα καρδιαγγειακά νοσήματα προκαλούν τους περισσότερους θανάτους στις μεγάλες ηλικίες. Εξετάζοντας τη θνησιμότητα των παιδιών και των νέων (0-24 ετών) κατά ηλικία παρατηρούνται διαφοροποιήσεις ως προς τις αιτίες θανάτου, τόσο διαχρονικά όσο και μεταξύ των επιμέρους ηλικιακών ομάδων.

Στους Πίνακες Π.1-Π.2 του Παραρτήματος παρουσιάζεται ο αριθμός των θανόντων νέων (0-24 ετών) κατά κλιμάκια ηλικιών και αιτία θανάτου για την προπολεμική περίοδο 1921-1938 και για τη μεταπολεμική περίοδο για τα έτη 1956, 1961, 1971, 1981, 1991 και 2000. Σημειώνεται ότι από το 1956 και μετά η ΕΣΥΕ διαθέτει ετήσια στοιχεία. Η ανάλυση αναφέρεται στις 17 ευρύτερες κατηγορίες νόσων, σύμφωνα με τον συνοπτικό κατάλογο

Σελ. 121
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/122.gif&w=600&h=915

της «Διεθνούς Στατιστικής Ταξινομήσεως Νόσων» (Κεφάλαιο 2.3). Κρίθηκε απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν οι 17 ευρύτερες κατηγορίες, καθώς η ανάλυση αναφέρεται σε πολύ μεγάλη χρονική περίοδο και κατά τη διάρκειά της υπήρξαν αλλαγές στον κατάλογο ταξινομήσεως των νόσων, γεγονός που δυσκόλευε τις συγκρίσεις μεταξύ των περιόδων.

Σημειώνεται ότι δεν κατέστη δυνατό όλες οι χρονιές να περιλαμβάνουν και τις 17 κατηγορίες, καθώς ένα μεγάλο ποσοστό ασθενειών, κυρίως κατά την προπολεμική περίοδο, καταγράφονται ως άγνωστες ή περιλαμβάνονται στην κατηγορία «άλλες νόσοι». Οι απροσδιόριστες αιτίες θανάτου μάλιστα για τα παιδιά και τους νέους εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά. Κατά την περίοδο 1921-1938 το ποσοστό των άγνωστων νόσων για το σύνολο του πληθυσμού ανέρχεται σε 18,7% (1921), παρουσιάζει βαθμιαία μείωση στη διάρκεια της περιόδου, ωστόσο εξακολουθεί να είναι υψηλό και το 1938 διαμορφώνεται στο 7,4%. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τα παιδιά και τους νέους είναι ελαφρώς υψηλότερα, 20,0% το 1921 και 9,3% το 1938. Οι θάνατοι αυτοί σε συνδυασμό και με τους θανάτους που αποδίδονται γενικώς σε «άλλες νόσους» ή σε «συμπτώματα, σημεία και ασαφώς καθορισμένες καταστάσεις» (κατηγορία που έχει μικρότερη σημασία για τα παιδιά και τους νέους, καθώς περιλαμβάνει τους θανάτους που αποδίδονται στο γήρας) καθιστούν ένα μεγάλο ποσοστό θανάτων χωρίς ουσιαστική διάγνωση και αιτιολογία. Η κατάσταση αυτή παρουσιάζει συνεχή βελτίωση και το 2000 δεν υφίσταται ως κατηγορία.

Σημαντική βελτίωση στον προσδιορισμό των αιτιών θανάτου και την ποιότητα των πιστοποιήσεων προέκυψε από την αύξηση των πιστοποιηθέντων θανάτων από γιατρό και των επερχόμενων θανάτων στα νοσοκομεία. Κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, για την οποία υπάρχουν στατιστικά στοιχεία, παρατηρείται ότι η ποσοστιαία αναλογία των πιστοποιηθέντων θανάτων από γιατρό αυξάνεται συνεχώς με την πάροδο του χρόνου. Το 1956 οι πιστοποιηθέντες θάνατοι ανέρχονται στο 83,3%, ενώ στο τέλος του αιώνα σχεδόν το σύνολο των θανάτων πιστοποιείται από γιατρό (99,8% το 1997). Παράλληλα, αυξάνεται το ποσοστό των επερχόμενων θανάτων στα νοσοκομεία, από 17,5% το 1956 σε 47,7% το 1997.

5.4.2 Συχνότερες αιτίες θανάτου των παιδιών και των νέων, συγκρίσεις με το σύνολο του πληθυσμού

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, αναλυτικά στοιχεία για τις αιτίες θανάτου του πληθυσμού συνολικά και ειδικότερα των παιδιών και νέων δεν υπάρχουν για τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Στον Πίνακα 5.9 παρουσιάζονται

Σελ. 122
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/123.gif&w=600&h=915

ζονται οι συχνότερες αιτίες θανάτου του συνόλου του πληθυσμού και των παιδιών και των νέων για την προπολεμική περίοδο 1921-1938 και για τη μεταπολεμική περίοδο τα έτη 1956,1961,1971,1981,1991,1998,2000.

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.9

Συχνότερες αιτίες θανάτου συνόλου του πληθυσμού και παιδιών και νέων, 1921-1938,1956,1961,1971,1981,1991,1998,2000

Σύνολο Πληθυσμού

Σύνολο Πληθυσμού

Κωδικοί

1

8

9

1+8+9

14

15

17

14+15

1+8+9+

νόσων

14+15

Προπολεμικά

1921

19,2

21,7

5,5

46,4

3,5

-

2,5

3,5

50,0

1922

20,1

20,1

7,0

47,2

2,9

-

2,5

2,9

50,1

1923

26,2

18,4

6,9

51,5

3,3

-

2,1

3,3

54,8

1924

23,1

20,6

6,3

50,0

3,9

-

2,1

3,9

53,9

1925

22,4

20,2

7,9

50,5

4,7

-

2,6

4,7

55,1

1926

22,1

18,7

8,8

49,6

4,0

-

2,6

4,0

53,6

1927

21,3

20,9

9,4

51,5

3,7

-

2,6

3,7

55,3

1928

24,1

19,0

8,3

51,3

3,7

-

2,6

3,7

55,0

1929

20,5

23,8

8,9

53,2

4,3

-

2,6

4,3

57,5

1930

23,2

20,8

9,2

53,2

3,6

-

2,7

3,6

56,8

1931

21,1

20,6

10,6

52,2

4,0

-

2,5

4,0

56,2

1932

22,6

21,8

11,8

56,2

4,5

-

2,6

4,5

60,6

1933

20,2

26,4

10,1

56,7

4,7

-

2,4

4,7

61,4

1934

20,9

19,9

12,4

53,2

5,3

-

2,9

5,3

58,6

1935

19,0

21,4

11,8

52,3

2,8

2,0

3,0

4,8

57,1

1936

20,8

18,7

12,5

52,0

4,8

-

2,9

4,8

56,8

1937

18,8

24,5

11,0

54,2

4,3

-

2,6

4,3

58,5

1938

18,7

21,3

10,4

50,3

4,8

-

2,9

4,8

55,1

Μεταπολεμικά

1956

5,4

5,5

3,9

14,8

0,6

4,4

4,7

4,9

19,7

1961

4,3

6,6

4,3

15,3

0,8

4,2

5,0

5,0

20,3

1971

2,2

7,1

3,0

12,3

1,0

2,6

5,2

3,6

15,9

1981

0,9

7,1

4,0

11,9

0,9

1,5

5,6

2,4

14,3

1991

0,6

5,6

2,6

8,8

0,6

0,4

4,4

1,0

9,8

1998

0,7

6,7

2,3

9,6

0,3

0,3

4,5

0,6

10,3

2000

0,5

7,6

2,5

10,6

0,3

0,3

4,3

0,6

11,2

Σελ. 123
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/124.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 5.9 (συνέχεια)

Παιδιά και νέοι 0-24 ετών

Παιδιά και νέοι 0-24 ετών

Κωδικοί

1

8

9

1+8+9

14

15

17

14+15

1+8+9+

νόσων

14+15

Προπολεμι

ικά

1921

24,6

21,8

10,7

57,1

8,2

-

2,4

8,2

65,4

1922

25,5

20,4

14,1

59,9

6,6

-

2,2

6,6

66,5

1923

31,7

18,9

12,8

63,6

7,0

-

1,7

7,0

70,5

1924

29,0

20,2

12,3

61,5

8,9

-

1,9

8,9

70,4

1925

27,4

21,5

14,3

63,3

9,8

-

2,1

9,8

73,1

1926

27,3

19,8

16,5

63,5

8,5

-

2,1

8,5

72,0

1927

25,9

22,3

17,2

65,4

7,6

-

2,1

7,6

73,0

1928

29,4

20,3

15,5

65,2

7,9

-

2,4

7,9

73,1

1929

26,8

23,4

16,5

66,7

9,1

-

2,1

9,1

75,8

1930

29,9

21,6

15,7

67,2

7,2

-

2,2

7,2

74,4

1931

26,6

20,5

18,5

65,6

8,1

-

2,1

8,1

73,7

1932

29,3

21,2

19,0

69,5

9,3

-

2,4

9,3

78,8

1933

26,7

27,1

15,7

69,5

10,1

-

2,2

10,1

79,6

1934

26,5

22,1

19,5

68,1

11,1

-

2,6

11,1

79,2

1935

24,2

24,1

19,3

67,6

6,3

4,6

2,8

10,9

78,5

1936

27,8

20,6

20,4

68,8

10,5

-

2,6

10,5

79,3

1937

25,0

28,8

17,4

71,1

9,9

-

2,6

9,9

81,0

1938

25,9

24,2

17,1

67,2

12,0

-

3,3

12,0

79,2

Μεταπολεμ

:ικά

1956

12,2

14,9

6,1

33,3

3,3

26,1

10,5

29,4

62,7

1961

10,5

16,5

5,0

32,0

5,6

30,1

9,9

35,7

67,7

1971

7,6

12,0

0,9

20,5

12,2

33,9

12,7

46,1

66,6

1981

2,0

4,3

1,6

7,9

19,5

31,6

23,2

51,1

59,1

1991

0,5

1,6

0,6

2,7

23,7

17,6

41,3

44,9

42,2

1998

2,9

2,4

0,4

5,6

17,9

15,9

43,2

33,8

39,5

2000

2,1

3,7

0,3

6,1

14,7

16,1

45,3

30,8

36,9

Σημείωση: Κωδικοί νόσων: (1)= Λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα, (8)= Νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος, (9)= Νοσήματα του πεπτικού συστήματος, (14)= Συγγενείς ανωμαλίες, (15)= Ορισμένες καταστάσεις που προέρχονται από την περιγεννητική περίοδο, (17)= Κακώσεις και δηλητηριάσεις. Πηγή: Ίδιοι υπολογισμοί.

Σημείωση: Κωδικοί νόσων: (1)= Λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα, (8)= Νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος, (9)= Νοσήματα του πεπτικού συστήματος, (14)= Συγγενείς ανωμαλίες, (15)= Ορισμένες καταστάσεις που προέρχονται από την περιγεννητική περίοδο, (17)= Κακώσεις και δηλητηριάσεις. Πηγή: Ίδιοι υπολογισμοί.

Σελ. 124
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/125.gif&w=600&h=915

Πληροφορίες για τη νοσηρότητα των παιδιών στο τέλος του 19ου αιώνα περιγράφουν τα εξής:

- Σύμφωνα με τα στοιχεία του Κ. Στεφάνου20 για την περίοδο 1868-1878 (μέσος όρος) και με τις επιφυλάξεις που υπάρχουν για την ακρίβεια των στοιχείων, στην ομάδα 0-6 μηνών τα αίτια θανάτου για τις ορεινές περιοχές είναι οι λοιμώξεις και τα νοσήματα του αναπνευστικού, ενώ για τις πεδινές οι παθήσεις του γαστρεντερικού. Η ελονοσία ήταν αίτιο χαμηλότερης συχνότητας. Για τη νηπιακή ηλικία σημαντικότερο αίτιο θνησιμότητας ήταν τα λοιμώδη νοσήματα και ιδιαίτερα η διφθερίτιδα. Για την ηλικία των 5-15 ετών η θνησιμότητα ήταν υψηλότερη στις ελώδεις περιοχές.

- Αντίστοιχα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Παπαπαναγιώτου για τη θνησιμότητα των παιδιών ηλικίας 0-10 ετών, την περίοδο 1888-1897 στην Αθήνα ως κύριες αιτίες αναφέρονται κατά σειρά συχνότητας νοσήματα θρέψης (32,4%, το 85,5% των οποίων συνέβησαν τον πρώτο χρόνο της ζωής τους), τα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος (22,6%), τα λοιμώδη (21,4%), τα νοσήματα του νευρικού συστήματος (μηνιγγίτις τέτανος), (9,2%) και διάφορα άλλα νοσήματα (14%).

- Από τις επιμέρους κατηγορίες νόσων σημαντικότερες αιτίες θανάτου ήταν: η εντερίτις (17%), η αθρεψία (14%), η βρογχοπνευμονία - πνευμονία (16%), η μηνιγγίτις (7,2%), τα συγγενή νοσήματα (6,9%), η διφθερίτις (5,6%), η ελονοσία (4,9%), η ιλαρά (3,8%), ο τύφος (2,6%), η φυματίωση (2,5%) και η οστρακιά (1,6%).

- Οι συγγενείς ανωμαλίες (6,9%) αποτελούσαν αιτία θανάτου σε χαμηλότερο ποσοστό από άλλες ευρωπαϊκές χώρες (10-12% λόγω προδιαθεσικών και γενεσιουργικών παραγόντων).

Σε σχέση με τις αιτίες θανάτου των παιδιών και των νέων παρατηρούνται τα εξής:

Προπολεμικά

Με όλους τους περιορισμούς σε σχέση με την αξιοπιστία των στοιχείων (ομαδοποίηση νόσων, απροσδιόριστες αιτίες κ.λπ.) καθίστανται σαφείς οι τάσεις εξέλιξης της νοσολογίας της κάθε περιόδου (Διάγραμμα 5.16). Έτσι:

- Τρεις κατηγορίες νόσων (λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα, νοσήματα του αναπνευστικού και νοσήματα του πεπτικού συστήματος) αποτε-

20. Α. Σταυρόπουλος, ό.π.

Σελ. 125
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/126.gif&w=600&h=915

αποτελούν τις συχνότερες αιτίες θανάτου των παιδιών και των νέων και ευθύνονται για το 57,1% (1921) έως το 71,1% (1937) των θανάτων. Την περίοδο αυτή δεν παρουσιάζονται σημαντικές διαφοροποιήσεις στις αιτίες θανάτου των παιδιών και των νέων σε σχέση με το σύνολο του πληθυσμού, καθώς οι τρεις πρώτες κατηγορίες ευθύνονται για σημαντικό τμήμα του συνόλου των θανάτων. Οι αιτίες αυτές είναι αρκετά σημαντικότερες για τα παιδιά και τους νέους, καθώς τα αντίστοιχα ποσοστά για το σύνολο του πληθυσμού κυμαίνονται από 46,4% (1921) έως 53,2% (1933).

Τα λοιμώδη νοσήματα φαίνεται να είναι η συχνότερη αιτία θανάτου των παιδιών και των νέων, με δεύτερη στην κατάταξη τα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος και τρίτη τα νοσήματα του πεπτικού συστήματος.

Οι δύο πρώτες κατηγορίες είναι πιο σημαντικές και για τις δύο ομάδες, η μεν πρώτη παρουσιάζει ελαφρώς υψηλότερα ποσοστά στις νεαρές ηλικίες, η δε δεύτερη σχεδόν ίδιου επιπέδου με το σύνολο του πληθυσμού. Η τρίτη κατηγορία είναι λιγότερο σημαντική, αν και κάποιες χρονιές πλησίασε ή και ξεπέρασε τα ποσοστά των άλλων δύο κατηγοριών, αλλά σε όλη την περίοδο τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν υψηλότερα στις νεαρές ηλικίες.

Το ποσοστό θανάτων από λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα (Διάγραμμα 5.17) για το σύνολο του πληθυσμού κυμαίνεται από 18,7% (1938) έως 26,2% (1923), ενώ το ποσοστό για τα παιδιά και τους νέους από 24,2% (1935) έως 31,7% (1923). Τα αντίστοιχα ποσοστά για τα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος (Διάγραμμα 5.18) κυμαίνονται από 18,4% (1923) έως 26,4% (1933) και από 18,9% (1923) έως 28,8% (1937).

Σελ. 126
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/127.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.16 Συχνότερες αιτίες θανάτου παιδιών και νέων 0-24 ετών, 1921-1938,1956,1961,1971,1981,1991,2000 Λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα (1), Νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος (8), Νοσήματα του πεπτικού συστήματος (9)

Συγγενείς ανωμαλίες (14), Ορισμένες καταστάσεις που προέρχονται από την περιγεννητική περίοδο (15), Κακώσεις και δηλητηριάσεις (17)

Σελ. 127
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/128.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.17 Ποσοστό θανάτων από λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα συνόλου του πληθυσμού και των παιδιών και νέων 0-24 ετών, 1921-1938,1956,1961,1971,1981,1991,2000

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.18

Ποσοστό θανάτων από νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος συνόλου του πληθυσμού και των παιδιών και νέων 0-24 ετών, 1921-1938,1956,1961,1971,1981,1991,2000

Σελ. 128
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/129.gif&w=600&h=915

- Η μεγάλη σημασία των δύο αυτών κατηγοριών για τη θνησιμότητα των παιδιών και των νέων φαίνεται από το γεγονός ότι το 54,5% (1921) έως το 64,9% (1930) των θανάτων από λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα αφορά στην ομάδα αυτή, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για τα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος κυμαίνονται από 42,7% (1921) έως 53,4% (1934).

— Το ποσοστό θανάτων από νοσήματα του πεπτικού συστήματος (Διάγραμμα 5.19) για το σύνολο του πληθυσμού κυμαίνεται από 5,5% (1921) έως 12,5% (1936), ενώ το ποσοστό για τα παιδιά και τους νέους από 10,7% (1921) έως 20,4% (1936).

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5.19 Ποσοστό θανάτων από νοσήματα του πεπτικού συστήματος συνόλου του πληθυσμού και των παιδιών και νέων 0-24 ετών, 1921-1938,1956,1961,1971,1981,1991,2000

- Ιδιαίτερα υψηλή είναι η συμμετοχή των θανάτων των παιδιών και των νέων στο σύνολο των θανάτων από νοσήματα του πεπτικού συστήματος, η οποία κυμαίνεται από 72,6% (1933) έως 89,0% (1927).

- Αν στους υπολογισμούς περιληφθούν και άλλες δύο κατηγορίες νόσων, οι συγγενείς ανωμαλίες και ορισμένες καταστάσεις που προέρχονται από την περιγεννητική περίοδο, που κατά την προπολεμική περίοδο

Σελ. 129
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/130.gif&w=600&h=915

1921 -1938 εμφανίζονται ως αδυναμία εκ γενετής ή αδυναμία εκ γενετής και ελαττωματική διάπλαση, οι πέντε αυτές κατηγορίες (ή τέσσερις) αποτελούν τις αιτίες θανάτου για το 67,8% (1921) έως το 83,6% (1937) των θανάτων των παιδιών και των νέων.

- Για όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες τα ποσοστά είναι μικρά (κάτω από 5%).

- Τα κυριότερα νοσήματα που αποτελούν την αιτία θανάτου των παιδιών και των νέων ηλικίας 0-24 ετών είναι: διάρροια και εντερίτις, φυματίωση, γρίπη και άλλες παθήσεις του αναπνευστικού, ελώδης πυρετός, αδυναμία εκ γενετής, πνευμονία.

Μεταπολεμικά

Κατά τη μεταπολεμική περίοδο φαίνεται ότι βαθμιαία οι αιτίες θανάτου των παιδιών και των νέων διαφοροποιούνται σε σχέση με το σύνολο του πληθυσμού, ενώ η σημασία των επιμέρους κατηγοριών νόσων διαφοροποιείται ως προς τη συμβολή τους στη θνησιμότητα και νέα νοσήματα εμφανίζονται και αποκτούν κυρίαρχη σημασία (Διάγραμμα 5.16). Ειδικότερα:

- Από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στη θνησιμότητα των παιδιών και των νέων έχει μειωθεί σημαντικά η συμβολή των τριών κατηγοριών νόσων που κυριαρχούσαν κατά την προπολεμική περίοδο (λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα, νοσήματα του αναπνευστικού και νοσήματα του πεπτικού συστήματος). Το ποσοστό θανάτων των παιδιών και των νέων από τις τρεις αυτές αιτίες περιορίστηκε το 1956 στο 33,3% (32,0% το 1961) έναντι 67,2% το 1938, αλλά εξακολούθησε να είναι υψηλότερο σε σχέση με το σύνολο του πληθυσμού (14,8%).

- Το ποσοστό θανάτων των παιδιών και των νέων από λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα το 1956 ανέρχεται σε 12,2% (10,5% το 1961) έναντι 25,9% το 1938, από νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος σε 14,9% (16,5% το 1961) έναντι 24,2%, και από νοσήματα του πεπτικού συστήματος σε 6,1% (5,0% το 1961) έναντι 17,1%. Μεγαλύτερες φαίνεται να είναι οι μειώσεις στα αντίστοιχα ποσοστά για το σύνολο του πληθυσμού. Έτσι, το ποσοστό θανάτων από λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα στο σύνολο του πληθυσμού το 1956 περιορίστηκε στο 5,4% (4,3% το 1961) από 18,7% το 1938, από νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος στο 5,5% (6,6% το 1961) από 21,3%, και από νοσήματα του πεπτικού συστήματος στο 3,9% (4,3% το 1961) από 10,4%.

- Μέχρι το 1971 τα λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα και τα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος εξακολουθούν να εμφανίζουν σημαντικά ποσοστά θνησιμότητας για τα παιδιά και τους νέους (20,5%), ενώ

Σελ. 130
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 111
    

    Σημειώνεται ότι η διαφορά στη θνησιμότητα μεταξύ των δύο φύλων είναι μεγαλύτερη στους νέους (15-24 ετών) σε σχέση με τα παιδιά (0-14 ετών).

    53.6 Συγκρίσεις με άλλες χώρες

    Όπως προαναφέρθηκε, στη χώρα μας στοιχεία για τη θνησιμότητα των παιδιών και των νέων (0-24 ετών) δεν είναι διαθέσιμα για το σύνολο της προπολεμικής περιόδου, καλύπτεται μόνο η περίοδος 1921-1938. Αντίστοιχες ελλείψεις και κενά στα στοιχεία παρουσιάζονται και σε άλλες χώρες, ενώ οι συγκρίσεις δυσχεραίνονται και από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για το σύνολο της ομάδας (άτομα 0-24 ετών), στην οποία αναφέρεται η παρούσα μελέτη, ούτε για την προπολεμική ούτε για τη μεταπολεμική περίοδο, στην οποία υπάρχει σαφής βελτίωση του διαθέσιμου υλικού και πληρέστερη πληροφόρηση. Τα στοιχεία από διάφορους διεθνείς οργανισμούς αναφέρονται σε επιμέρους ηλικιακές ομάδες (βρέφη, εφήβους κ.λπ.) και με βάση αυτή την πληροφόρηση γίνεται προσπάθεια να αποτυπωθεί η θέση της χώρας μας σε σχέση με τις άλλες χώρες κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.

    Προπολεμικά

    Στις αρχές του 20ού αιώνα (ή τέλος του προηγούμενου αιώνα) η κατάσταση σε σχέση με τη θνησιμότητα των παιδιών και των νέων στη χώρα μας φαίνεται να είναι σχετικά ευνοϊκή, σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης, κυρίως για περιβαλλοντικούς λόγους, να είναι υψηλότερη στην Αθήνα, σε σχέση με τις άλλες πόλεις, να αφορά κυρίως στα παιδιά κάτω του 1 έτους και να συναρτάται με τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες. Ειδικότερα: - Σύμφωνα με τα στοιχεία του Κ. Στεφάνου16 για την περίοδο 1868-1878 (μέσος όρος) και με τις επιφυλάξεις που υπάρχουν για την ακρίβεια των στοιχείων που αφορούν στην καταγραφή των θανάτων, ο δείκτης θνησιμότητας των παιδιών ηλικίας 0-5 ετών, ο οποίος υπολογίζεται σε 114%ο, θεωρείται χαμηλός. Η Ελλάδα κατατάσσεται στην προτελευταία θέση πριν από τη Νορβηγία (104%ο) σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες (υψηλότεροι ήταν οι δείκτες στη Δανία, 135%ο, τη Σουηδία, 137%ο, και την Ιταλία, 223%ο). Το χαμηλό ύψος του δείκτη αποδίδεται στην ηπιότητα του κλίματος, την αραιοκατοίκηση του χώρου και τη σπανιό-

    16. Α Σταυρόπουλος, «Στοιχεία και προβληματισμοί για τη νοσολογία της νεότητας του 19ου αι. μέσα από δύο επιστημονικές προσεγγίσεις της εποχής», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Ιστορικότητα της Παιδικής Ηλικίας και της Νεότητας», τ. Α', Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα 1986.