Συγγραφέας:Κώτση, Αγαπούλα
 
Τίτλος:Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:46
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2008
 
Σελίδες:311
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:20ός αι.
 
Περίληψη:Η μελέτη «Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας» επιχειρεί να προσδιορίσει την ταυτότητα της ελληνικής νεολαίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα σε ένα θέμα ιδιαίτερα κρίσιμο για τις ηλικίες αυτές, αλλά και για την ποιότητα της μελλοντικής τους ζωής, ένα θέμα διαχρονικά επίκαιρο και κοινωνικά ευαίσθητο. Επιχειρεί αφενός μεν να αποτυπώσει την κατάσταση της υγείας της ελληνικής νεολαίας και τα νοσολογικά δεδομένα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, αφετέρου δε να ξεκαθαρίσει σχέσεις και εξαρτήσεις με τις ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις της εποχής. Η όσο το δυνατόν πληρέστερη συγκέντρωση και αξιοποίηση του διαθέσιμου πληροφοριακού υλικού από διάφορες πηγές και κατά το δυνατόν η ενιαία παρουσίαση του, ώστε να είναι εφικτές συγκρίσεις, αποτέλεσε επίσης αυτοτελώς ένα σημαντικό στόχο της μελέτης.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 8.14 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 14-33 από: 314
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/14.gif&w=600&h=915

του παιδικού και την πρώτη πενταετία του νεανικού πληθυσμού (10-14 ετών, 15-19 ετών), εκτός αν άλλως ορίζεται στη σχετική αναφορά.

2.1.2 Νοσηρότητα και υγεία

Η νοσηρότητα ή η θνησιμότητα θα μπορούσαν να θεωρηθούν η απέναντι όχθη της έννοιας της υγείας. Όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, καθώς η έννοια της υγείας δεν είναι κοινή για τους κατοίκους όλων των χωρών ούτε όλων των εποχών. Ιστορικοί, πολιτικοί, οικονομικοί και γεωγραφικοί παράγοντες επηρεάζουν την υγεία ενός πληθυσμού, και η υγεία είναι συνυφασμένη με τις πολιτιστικές και κοινωνικές συνθήκες και τον τρόπο ζωής κάθε κοινωνικής ομάδας ή κάθε ατόμου σε κάθε τόπο και κάθε εποχή.

Η έννοια της υγείας, όπως έχει προσδιοριστεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ/ WHO), δεν είναι μόνο η έλλειψη ασθένειας, αλλά η κατάσταση πλήρους σωματικής, ψυχολογικής και κοινωνικής ευημερίας. Η ευρύτητα αυτή στη θεώρηση της υγείας έχει ιδιαίτερη σημασία όταν αναφερόμαστε στην υγεία των παιδιών και των νέων.

Μετά από μια μακρά περίοδο, σχεδόν μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, κατά την οποία το κύριο μέλημα της υγειονομικής πολιτικής ήταν η μείωση της θνησιμότητας και η αντιμετώπιση της ασθένειας των παιδιών και των νέων, η θνησιμότητα για τις ομάδες αυτές είναι πλέον χαμηλή και σοβαρές χρόνιες παθήσεις είναι σπάνιες. Ωστόσο, κάποιες ασθένειες (όπως αλλεργίες) είναι συνηθισμένες και ένας μεγάλος αριθμός νέων υποφέρει συχνά από συμπτώματα (όπως πονοκέφαλοι, πόνοι στον αυχένα και τη μέση, κόπωση). Ένα νέο φάσμα νοσηρότητας, ψυχολογικο-κοινωνικών συνθηκών και τρόπου ζωής διαμορφώνουν ένα δυσμενές πλαίσιο για την ευημερία της ομάδας αυτής του πληθυσμού. Με δεδομένο ότι η μετάβαση από την παιδική στην ενήλικη ηλικία είναι μια περίοδος κατά την οποία μπαίνουν οι βάσεις για την κατάσταση της υγείας στη μελλοντική ζωή, το θέμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Πολλές ασθένειες που θα απασχολήσουν τον ενήλικο πληθυσμό έχουν την αρχή τους σ' αυτή την περίοδο της ζωής και εξαρτώνται από τις οικογενειακές, οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και μορφωτικές συνθήκες που βιώνει το παιδί ή ο νέος.

Η θνησιμότητα και η νοσηρότητα ίσως να μην απεικονίζουν πλέον επαρκώς την κατάσταση της υγείας του παιδικού και νεανικού πληθυσμού, και είναι σημαντικό να δοθεί σημασία στην ευημερία και την ποιότητα ζωής του. Η έννοια της υγείας στους νέους θα πρέπει να καλύπτει τη φυσική κατάσταση, την ψυχολογική λειτουργία (θετικές προσδοκίες για το μέλλον, εκπαιδευτικές ικανότητες, αυτοεκτίμηση), τις κοινωνικές σχέσεις (φίλοι, σεξουαλική ζωή) και τις δυνατότητες του περιβάλλοντος (ευκαιρίες για

Σελ. 14
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/15.gif&w=600&h=915

την απόκτηση νέων πληροφοριών και ειδικοτήτων, δυνατότητες για δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου, φυσικό περιβάλλον). Όμως, παρότι η βελτίωση της υγείας του παιδικού και νεανικού πληθυσμού είναι ουσιαστικά ένας πολύπλοκος συνδυασμός βιολογικών, ψυχολογικών, κοινωνικών και πολιτιστικών διαδικασιών, οι πληροφορίες που είναι διαθέσιμες, όπως συμβαίνει και για το σύνολο του πληθυσμού, αφορούν κυρίως στη θνησιμότητα, τη νοσηρότητα και τον τρόπο ζωής.

Η υγεία του πληθυσμού μπορεί να μελετηθεί με διάφορους δείκτες, όπως είναι οι δείκτες αναπαραγωγικότητας, νοσηρότητας και θνησιμότητας, καθώς και με θετικούς δείκτες, όπως είναι οι σωματομετρικοί, οι νοομετρικοί κ.λπ. Στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τους δείκτες αναπαραγωγικότητας και θνησιμότητας, για τους οποίους υπάρχουν σχετικά αξιόπιστα στοιχεία, καθώς βασίζονται στις ληξιαρχικές καταγραφές και στα αποτελέσματα των Απογραφών του Πληθυσμού, για τους δείκτες νοσηρότητας και τους θετικούς δείκτες υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία μόνο από ειδικές μελέτες και από τις στατιστικές των νοσοκομείων. Επομένως, η μέτρηση της υγείας των παιδιών και των νέων, με την ευρύτερη έννοια, είναι δύσκολη, όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες. Η έλλειψη επαρκών στοιχείων σχετικά με την υγεία της νεολαίας (κυρίως για τις θετικές πλευρές και τη λειτουργικότητα) σε εθνικό επίπεδο και αντίστοιχων συγκριτικών στοιχείων σε επίπεδο διεθνών οργανισμών καθιστά ιδιαίτερα δυσχερείς τις συγκρίσεις μεταξύ των διαφόρων χωρών και τον εντοπισμό των διαφορών.

Η υποκειμενική αντίληψη της υγείας, δηλαδή το ποσοστό του πληθυσμού που θεωρεί την κατάσταση υγείας του καλή ή πολύ καλή, μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για αδρή εκτίμηση του επιπέδου υγείας ενός πληθυσμού. Ακόμα και η υποκειμενική αντίληψη της υγείας διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα.

2.2 Εκτίμηση της νοσηρότητας

Τα τελευταία χρόνια έχουν χρησιμοποιηθεί δύο μέθοδοι για την εκτίμηση της νοσηρότητας. Η μία στηρίζεται σε εκτιμήσεις με βάση τη θνησιμότητα και η δεύτερη στη στατιστική ανάλυση της χρήσης των νοσοκομειακών υπηρεσιών της συγκεκριμένης κατηγορίας του πληθυσμού. Τόσο οι δείκτες θνησιμότητας όσο και οι δείκτες νοσηρότητας εκφράζουν τη συχνότητα των διαφόρων νοσημάτων και παθολογικών καταστάσεων στον πληθυσμό και, κατά συνέπεια, αποτελούν μέτρο αξιολόγησης του επιπέδου υγείας του.

Οι δείκτες θνησιμότητας είναι τα πιο συνηθισμένα μέτρα της υγείας,

Σελ. 15
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/16.gif&w=600&h=915

καθώς τα στοιχεία θνησιμότητας είναι ευρέως διαθέσιμα και αποτελούν συγκρίσιμη πηγή πληροφόρησης για την υγεία. Θεωρούνται καλές εκτιμήσεις της νοσηρότητας, καθώς η θνησιμότητα αντικατοπτρίζει τη συσσωρευμένη νοσηρότητα και έχει αποδειχτεί πιο σταθερό και κατανοητό μέτρο απ' ό,τι οι δείκτες χρησιμοποίησης της υγειονομικής φροντίδας. Επιπλέον, η θνησιμότητα θεωρείται πιο άμεσο μέτρο των αναγκών για υγειονομική φροντίδα, είναι ανεξάρτητη από την προσφορά υγειονομικών υπηρεσιών, μπορεί να εκτιμηθεί κατά φύλο και ηλικία, είναι συνήθως διαθέσιμη και περιοδικά επανεκτιμάται.

Η θνησιμότητα (η συχνότητα θανάτων στον πληθυσμό) είναι συνάρτηση του γινομένου της επίπτωσης (της συχνότητας της νόσου στον πληθυσμό) επί τη θνητότητα (αναλογία θανάτων μεταξύ αυτών που αρρώστησαν). Οι διακυμάνσεις της θνησιμότητας υπαγορεύονται, συνήθως, περισσότερο από διακυμάνσεις της επίπτωσης παρά από διακυμάνσεις της θνητότητας.

Οι δείκτες θνησιμότητας αντικατοπτρίζουν τις νοσολογικές διαφοροποιήσεις καλύτερα όταν τα νοσήματα έχουν υψηλή θνητότητα (π.χ. καρκίνος του πνεύμονα) παρά όταν είναι καλής πρόγνωσης (π.χ. πεπτικό έλκος). Νοσήματα με μικρή θνητότητα αλλά με μεγάλη υγειονομική και κοινωνική σημασία (όπως ψυχώσεις, καρδιαγγειακά νοσήματα, αρθρίτιδες κ.λπ.) μπορούν να μελετηθούν μόνο με τη χρησιμοποίηση δεικτών νοσηρότητας (επίπτωσης και επιπολασμού), οι οποίοι (κύρια οι δείκτες επίπτωσης) εκφράζουν, εκτός από τη συχνότητα των νοσημάτων στον πληθυσμό, και την πιθανότητα προσβολής του πληθυσμού αυτού.

Στην εμπειρική έρευνα έχουν χρησιμοποιηθεί διαφορετικοί δείκτες θνησιμότητας, προτυπωμένοι δείκτες ή ειδικοί δείκτες κατά κλιμάκιο ηλικίας ή σχετικοί δείκτες, οι οποίοι λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές στην ηλικιακή δομή των πληθυσμών και καθιστούν εφικτές τις συγκρίσεις τόσο μεταξύ των χωρών όσο και διαχρονικά. Οι δείκτες αυτοί σε γενικές γραμμές έχουν αποδειχτεί σημαντικές μεταβλητές και για την εξήγηση της χρήσης των υπηρεσιών παροχής υγείας παρά τα μεθοδολογικά ζητήματα στην εκτίμηση τους, όπως, για παράδειγμα, πόσα χρόνια πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση τους, λόγω της αστάθειας των εκτιμήσεων εξαιτίας του μικρού αριθμού των θανάτων σε επίπεδο περιφέρειας ή επιμέρους ομάδων ηλικιών. Τα στοιχεία για τον υπολογισμό της θνησιμότητας θεωρούνται αρκετά αξιόπιστα, γιατί βασίζονται σε ληξιαρχικές καταγραφές.

Αντίστοιχα, ο αριθμός των εξελθόντων ασθενών από τα νοσοκομεία είναι το πιο συνηθισμένο μέτρο χρήσης των νοσοκομειακών υπηρεσιών, αλλά ταυτόχρονα θεωρείται και μέτρο αποτύπωσης της νοσηρότητας του πληθυσμού σε σχέση με διάφορα χαρακτηριστικά του ασθενούς, μεταξύ των οποίων και η ηλικία του, στην οποία επικεντρώνεται η παρούσα έρευνα.

Σελ. 16
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/17.gif&w=600&h=915

Άλλοι δείκτες νοσηρότητας που να καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα νόσων στην Ελλάδα δεν υπάρχουν, ενώ συνήθως είναι διαθέσιμες πληροφορίες για επιμέρους κατηγορίες νόσων σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. Έτσι, για τον υπολογισμό της νοσηρότητας τα μόνα στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν είναι τα στοιχεία της νοσηλευτικής κίνησης των νοσοκομείων. Βέβαια, οι στατιστικές αυτές, αν και έχουν σχετική διαγνωστική αξιοπιστία, μετρούν κατά τρόπο έμμεσο τη νοσηρότητα και βασίζονται σε εξαιρετικά επιλεγμένο δείγμα.

Η νοσηλεία ενός ασθενούς σε νοσοκομείο δεν εξαρτάται μόνο από τη σοβαρότητα της νόσου αλλά και από τις νοσολογικές αντιλήψεις των γιατρών, τη νοοτροπία του ασθενούς, την οικονομική κατάσταση και τον τόπο διαμονής. Δηλαδή οι στατιστικές αυτές μετράνε τη χρησιμοποίηση των υπηρεσιών υγείας και όχι τη ζήτηση ούτε τις συνειδητές ανάγκες των ασθενών (τα οποία διακυμαίνονται στις διάφορες περιοχές). Σημειώνεται ότι οι νοσοκομειακές στατιστικές δεν καλύπτουν τους ασθενείς των εξωτερικών ιατρείων και αφορούν «περιπτώσεις» και όχι συγκεκριμένα άτομα. Έτσι, ένα άτομο που έχει νοσηλευτεί πολλές φορές για το ίδιο νόσημα στη διάρκεια μιας περιόδου καταγράφεται πολλές φορές.

Η μέθοδος που επιλέγει να χρησιμοποιήσει κάθε χώρα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διαθεσιμότητα των στοιχείων. Έτσι, πολλές χώρες, όπως το Βέλγιο, η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Νέα Ζηλανδία και η Ιρλανδία, χρησιμοποιούν την πρώτη με στοιχεία θνησιμότητας (ή προτυπωμένες θνησιμότητες), ενώ η Αγγλία και η Σουηδία χρησιμοποιούν εκτιμήσεις από την ανάλυση των στοιχείων της χρησιμοποίησης των νοσοκομειακών υπηρεσιών και της προσφοράς. Κάθε μέθοδος παρουσιάζει τα προβλήματά της, ωστόσο συμπληρωματικά αποτυπώνουν ίσως με τον καλύτερο τρόπο τη νοσηρότητα μιας περιόδου, καθώς δίνεται η δυνατότητα να συμπληρωθεί η πληροφόρηση εναλλακτικά είτε από τη μία πηγή είτε από την άλλη. Αυτό, άλλωστε, έχει επιλεγεί και στην παρούσα εργασία για την περίοδο που υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.

Η θνησιμότητα είναι δυνατόν να μετρηθεί, επίσης, με το προσδόκιμο επιβίωσης, δηλαδή τον αριθμό των ετών που άτομα ορισμένης ηλικίας ελπίζεται να ζήσουν κατά μέσο όρο. Μάλιστα, επειδή σημαντικό στοιχείο για τη βελτίωση του επιπέδου υγείας του πληθυσμού δεν αποτελεί μόνο η αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης, αλλά και η αύξηση των χρόνων υγιούς ζωής, δηλαδή του προσδόκιμου επιβίωσης χωρίς αναπηρία ή χρόνια νόσο, οι δείκτες αυτοί, που συνοψίζονται στον όρο προσδόκιμο υγείας, έχουν συμπεριληφθεί στους δείκτες υγείας του ΠΟΥ από το 1984.

Σελ. 17
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/18.gif&w=600&h=915

2.3 Στατιστικά στοιχεία-Πηγές 23.1 Πηγές

Τη σημαντικότερη πηγή πληροφόρησης αποτελεί η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδας (ΕΣΥΕ), από την οποία αντλείται πλήθος στατιστικών στοιχείων από σχετικά δημοσιεύματα. Παράλληλα, χρησιμοποιείται πληροφοριακό υλικό από υπάρχουσες μελέτες ή εκθέσεις αρμοδίων υγειονομικών ή άλλων φορέων παροχής υγειονομικής φροντίδας σε παιδιά και νέους, βάσεις δεδομένων διεθνών οργανισμών (Eurostat, ΟΟΣΑ, Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κ.λπ.) και σχετικές εκθέσεις ή μελέτες των οργανισμών αυτών. Ειδικότερα, σημειώνεται:

α) Απογραφές Πληθυσμού

Για τον προσδιορισμό του πληθυσμού των παιδιών και των νέων χρησιμοποιούνται στοιχεία των Απογραφών Πληθυσμού, τα οποία συνήθως κατατάσσονται κατά ηλικιακές ομάδες. Σε περιπτώσεις που τα στοιχεία αυτά δεν υπάρχουν ή παρουσιάζουν κάποιες ανακρίβειες χρησιμοποιούνται σχετικά στοιχεία από άλλες πηγές. Σημειώνεται ότι τα στοιχεία των Απογραφών Πληθυσμού του 1896, 1913 και 1940 έχουν καταταγεί μόνο κατά φύλο και δεν υπάρχουν κατατάξεις κατά άλλα χαρακτηριστικά του πληθυσμού. Επίσης, ότι τα στοιχεία των Απογραφών Πληθυσμού μέχρι το 1961 παρουσιάζουν ανωμαλίες ως προς την κατά ηλικία κατανομή (ανακρίβειες ως προς τη δήλωση ηλικιών).

β) Στατιστικές Φυσικής Κίνησης του Πληθυσμού —Στοιχεία Θνησιμότητας

Στη χώρα μας τα δημογραφικά στοιχεία από τα ληξιαρχεία όλων των δήμων και κοινοτήτων της Ελλάδας και από άλλους φορείς, όπως είναι η Αστυνομία, τα νοσοκομεία και άλλες σχετικές υπηρεσίες και οργανισμοί, συγκεντρώνονται από την ΕΣΥΕ, η οποία καταγράφει και επεξεργάζεται στατιστικά τα στοιχεία και δημοσιεύει συνοπτικούς πίνακες σε τακτικές εκδόσεις.

Κύρια πηγή άντλησης στοιχείων για τη θνησιμότητα των παιδιών και των νέων είναι, επομένως, η ΕΣΥΕ και ειδικότερα τα Δελτία της Φυσικής Κίνησης του Πληθυσμού (γεννήσεις - θάνατοι), οι Στατιστικές των Αιτιών Θανάτου και οι Στατιστικές Επετηρίδες, όπου δημοσιεύονται στοιχεία κατά κατηγορία ασθένειας και ηλικία. Στοιχεία για τη θνησιμότητα συγκεντρώνονται από τις αρχές του 20ού αιώνα, ωστόσο το διαθέσιμο υλικό είναι πλήρες για την περίοδο μετά το 1956. Το Τμήμα Φυσικής Κίνησης του Πληθυσμού της ΕΣΥΕ επανέλαβε το 1955 τις σχετικές εργασίες για τη φυσική κίνηση του πληθυσμού (γάμους, γεννήσεις, θανάτους), οι οποίες είχαν διακοπεί από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη συγκέντρωση στατιστικών στοιχείων από τα ληξιαρχεία όλων των δήμων και κοινοτήτων της χώρας,

Σελ. 18
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/19.gif&w=600&h=915

τα οποία έκτοτε συγκεντρώνονται, επεξεργάζονται και δημοσιεύονται χωρίς καμία διακοπή.

Κατά την προηγούμενη περίοδο τα στοιχεία παρουσιάζουν σημαντικές ασυνέχειες και κενά. Ουσιαστικά τα διαθέσιμα στοιχεία καλύπτουν την περίοδο 1921-1938.

γ) Στατιστική Κοινωνικής Πρόνοιας και Υγιεινής -Στοιχεία Νοσηρότητας Τα στοιχεία νοσηρότητας που υπάρχουν αναφέρονται στη χρήση των νοσοκομειακών υπηρεσιών υγείας και είναι διαθέσιμα από το 1960 και μετά. Τα στοιχεία της νοσηλευτικής κίνησης δημοσιεύονται από την ΕΣΥΕ στο Δελτίο Στατιστικής Κοινωνικής Πρόνοιας και Υγιεινής ή Στατιστική Κοινωνικής Πρόνοιας και Υγιεινής, κατά ομάδες ηλικιών (από το 1963 και μετά) και κατηγορίες νόσων. Τα στοιχεία αυτά θα αξιοποιηθούν ώστε να καταστεί δυνατή η συμπλήρωση της πληροφόρησης για τη μεταπολεμική περίοδο. δ) Κατηγορίες Νόσων

Τόσο η ανάλυση της θνησιμότητας όσο και της νοσηρότητας αναφέρεται στις ευρύτερες κατηγορίες νόσων (17 κατηγορίες), σύμφωνα με τον βασικό συνοπτικό κατάλογο της «Διεθνούς Στατιστικής Ταξινομήσεως Νόσων» του ΠΟΥ. Η επιλογή των 17 κατηγοριών κρίθηκε σκόπιμη, καθώς οι αναλυτικές κατηγορίες διαφέρουν κατά περιόδους και καθιστούν αδύνατες τις διαχρονικές συγκρίσεις. Οι κατηγορίες αυτές είναι:

1. Λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα

2. Νεοπλάσματα

3. Ενδοκρινικά και μεταβολικά νοσήματα, διαταραχές της θρέψεως και ανοσολογικές διαταραχές

4. Νοσήματα του αίματος και των αιμοποιητικών οργάνων

5. Ψυχικές διαταραχές

6. Νοσήματα του νευρικού συστήματος και των αισθητηρίων οργάνων

7. Νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος

8. Νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος

9. Νοσήματα του πεπτικού συστήματος

10. Νοσήματα του ουροποιογεννητικού συστήματος

11. Επιπλοκές της κυήσεως, του τοκετού και της λοχείας

12. Νοσήματα του δέρματος και του υποδόριου ιστού

13. Νοσήματα του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού

14. Συγγενείς ανωμαλίες

15. Ορισμένες καταστάσεις που προέρχονται από την περιγεννητική περίοδο

16. Συμπτώματα, σημεία και ασαφώς καθορισμένες καταστάσεις

17. Κακώσεις και δηλητηριάσεις

Σελ. 19
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/20.gif&w=600&h=915

23.2 Επάρκεια των στοιχείων

Το γεγονός ότι η έρευνα καλύπτει μεγάλη χρονική περίοδο (όλο τον 20ό αιώνα) μας φέρνει αντιμέτωπους με το θέμα της έλλειψης ή ανεπάρκειας των στατιστικών στοιχείων και με ασυνέχειες ή αλλαγές στον τρόπο συγκέντρωσης τους. Κατά το δεύτερο ήμισυ του αιώνα οι διαθέσιμες εκδόσεις και τα αντίστοιχα στατιστικά στοιχεία που περιέχουν χαρακτηρίζονται κατά κανόνα από τακτικότητα και αξιοπιστία, αλλά κατά το πρώτο ήμισυ παρουσιάζονται κενά, ασυνέχειες και ελλείψεις. Η ιστορική εξέλιξη της στατιστικής φυσικής κίνησης του πληθυσμού στη χώρα μας στη διάρκεια του 20ού αιώνα, όπως περιγράφεται στο πρώτο μεταπολεμικό σχετικό δημοσίευμα (1955), μετά τη διακοπή 17 ετών, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την επάρκεια των στοιχείων και εξηγεί τις ασυνέχειες που παρατηρούνται στην πληροφόρηση.

Τα χαρακτηριστικά της περιόδου 1892 έως 1920 είναι η διακοπή της έκδοσης των ετήσιων τευχών για τη φυσική κίνηση του πληθυσμού της χώρας, ο περιορισμός των δημοσιευμάτων σε μερικές μεμονωμένες εκδόσεις και γενικά η ύφεση στη στατιστική δραστηριότητα για τη φυσική κίνηση του πληθυσμού, παρά το γεγονός ότι στο μεταξύ είχε συσταθεί Διεύθυνση Στατιστικής. Εκδίδονται: α) από 1899-1908 το Δελτίον Θανάτων 12 πόλεων που κατά την Απογραφή Πληθυσμού του 1896 είχαν πληθυσμό άνω των 10.000 κατοίκων και β) στη Θεσσαλονίκη η Στατιστική εκ των ληξιαρχικών πράξεων, για την περίοδο 1915-1920.

Η περίοδος 1921 έως 1924 μπορεί να χαρακτηριστεί ως το πρώτο στάδιο μιας ουσιαστικής ανάπτυξης της στατιστικής για τη φυσική κίνηση του πληθυσμού και χαρακτηριστικά της είναι: η συγκέντρωση στατιστικών στοιχείων για τη φυσική κίνηση του πληθυσμού από τα ληξιαρχεία με τριμηνιαίες καταστάσεις, η δημοσίευση των στοιχείων σε ετήσια τεύχη, η συνεχής μείωση του αριθμού των κοινοτήτων που δεν υπέβαλαν τριμηνιαίες καταστάσεις. Εκδίδονται ετησίως η Στατιστική της Κινήσεως του Πληθυσμού και η Στατιστική των Αιτιών Θανάτου.

Η περίοδος 1925 έως 1932 μπορεί να χαρακτηριστεί ως το δεύτερο στάδιο της ανάπτυξης της στατιστικής για τη φυσική κίνηση του πληθυσμού, κατά την οποία ολοκληρώνεται η συγκέντρωση στοιχείων από όλους τους δήμους και τις κοινότητες (1928), εφαρμόζεται διπλός τρόπος συγκέντρωσης των στοιχείων, με ατομικό δελτίο και με τριμηνιαίες καταστάσεις, με συνεχή τάση επέκτασης του ατομικού δελτίου (για κάθε είδος γεγονότος, γάμου, γέννησης, θανάτου σε εφαρμογή του Νόμου 2430/1920 για τις ληξιαρχικές πράξεις) και περιορισμού της τριμηνιαίας κατάστασης, βελτιώνονται τα στατιστικά στοιχεία και εκδίδονται πολλά δημοσιεύματα

Σελ. 20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/21.gif&w=600&h=915

ετησίως: α) η Στατιστική της Κινήσεως του Πληθυσμού και η Στατιστική των Αιτιών Θανάτου, β) η Κίνησις του Πληθυσμού των Αθηνών και Πειραιώς, 1928 (μηνιαίο -ετήσιο), γ) το Μηνιαίο Δελτίο Στατιστικής, 1929 (δήμοι — κοινότητες άνω των 5.000 κατοίκων) και δ) η Στατιστική Επετηρίς με στοιχεία της φυσικής κίνησης του πληθυσμού, 1930.

Η περίοδος 1933 έως 1939 μπορεί να χαρακτηριστεί ως το τρίτο στάδιο της ανάπτυξης της στατιστικής για τη φυσική κίνηση του πληθυσμού, κατά την οποία γενικεύεται η εφαρμογή του Κωδικοποιημένου Ληξιαρχικού Νόμου και η χρησιμοποίηση του ατομικού δελτίου, εκδίδεται πληθώρα δημοσιευμάτων και βελτιώνεται η ποιότητα των στοιχείων για τη φυσική κίνηση του πληθυσμού.

Τα χαρακτηριστικά της περιόδου 1940 έως 1954 είναι: η εξάρθρωση της στατιστικής για τη φυσική κίνηση του πληθυσμού, η διακοπή των εκδόσεων σχετικών δημοσιευμάτων πλην κάποιων μεμονωμένων εκδόσεων και η προσπάθεια αναδιοργάνωσης των Στατιστικών Υπηρεσιών. Η Στατιστική της Κινήσεως του Πληθυσμού και η Στατιστική των Αιτιών Θανάτου έπαυσαν να εκδίδονται από το 1939 (κάποια στοιχεία του 1939 περιλήφθηκαν στην έκδοση του 1938) και η Στατιστική Επετηρίς από το 1940. Από το 1949 εκδίδονται το Δελτίο Κινήσεως του Πληθυσμού Περιφερείας τ. Διοικήσεως Πρωτευούσης και το Δελτίο Κινήσεως του Πληθυσμού των Πόλεων (5.000 κάτοικοι και άνω).

Τα χαρακτηριστικά της περιόδου από το 1955 και μετά είναι: η συγκέντρωση στατιστικών στοιχείων για τη φυσική κίνηση του πληθυσμού από τα ληξιαρχεία όλων των δήμων και κοινοτήτων με νέου τύπου στατιστικά δελτία, η οργάνωση των Γραφείων Στατιστικής των νομών, τα οποία παρακολουθούν από κοντά τη συγκέντρωση και κάνουν τον πρώτο έλεγχο των στατιστικών στοιχείων, η οργάνωση ειδικού Τμήματος Φυσικής Κίνησης Πληθυσμού, το οποίο εργάζεται βάσει γενικών οδηγιών του Γραφείου Στατιστικής του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, η συνεχής βελτίωση των στοιχείων που συγκεντρώνονται με ελέγχους και παροχή οδηγιών στους αρμόδιους και η δημοσίευση των μηνιαίων και ετήσιων αποτελεσμάτων.

2.3.3 Αξιοπιστία των στοιχείων

Η ποιότητα των διαθέσιμων στοιχείων φαίνεται να βελτιώνεται με την πάροδο του χρόνου, καθώς η οργάνωση της ίδιας της Στατιστικής Υπηρεσίας βελτιώνεται, ο τρόπος συλλογής οργανώνεται καλύτερα και επεκτείνεται σε όλο και περισσότερους δήμους και κοινότητες. Κατά περιόδους έχουν εντοπιστεί προβλήματα σε διάφορα στάδια του συστήματος καταγραφής, από τον τρόπο συμπλήρωσης των δελτίων από το γιατρό ή τον αρμόδιο

Σελ. 21
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/22.gif&w=600&h=915

υπάλληλο και την ακρίβεια των πληροφοριών μέχρι και το στάδιο της μεταβίβασης τους στην ΕΣΥΕ και της έκδοσης των σχετικών στατιστικών πινάκων. Σημειώνεται ότι:

- Επειδή οι θάνατοι μετά τη νεογνική ηλικία δηλώνονται σχεδόν πάντοτε, τα στοιχεία θνησιμότητας έχουν ικανοποιητική πληρότητα και ποιότητα τόσο στην Ελλάδα όσο και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

- Σε σχέση με τη βρεφική θνησιμότητα υπάρχουν περισσότερες ανακρίβειες στα στοιχεία που αφορούν στην περιγεννητική και νεογνική θνησιμότητα, κυρίως επειδή η καταγραφή των θνησιγενών ήταν πλημμελής, ενώ παλαιότερα δεν καταγράφονταν τα βρέφη που απεβίωναν αβάπτιστα, γιατί δεν υπήρχε σύνδεση μεταξύ του πιστοποιητικού γέννησης και του θανάτου. Οι διαφυγές στις γεννήσεις νεκρών φαίνεται ότι ήταν πολύ σημαντικές (σε κάποιες περιόδους υπολογίζεται ότι ίσως ξεπερνούσαν το 50% του συνόλου) και το πρόβλημα εντοπιζόταν κυρίως στις αγροτικές περιοχές. Το γεγονός αυτό επηρεάζει το ποσοστό νεκρογεννητικότητας και βρεφικής θνησιμότητας, ενώ δυσχεραίνει τις διαχρονικές συγκρίσεις και τις συγκρίσεις μεταξύ των περιφερειών ή των χωρών.

- Ειδικότερα, οι πραγματικές εξελίξεις της βρεφικής θνησιμότητας μεταξύ αστικών, ημιαστικών και αγροτικών περιοχών είναι άγνωστες, καθώς ο περιορισμός των διαφυγών (κυρίως λόγω της αύξησης των γεννήσεων των κατοίκων των αγροτικών περιοχών στις πόλεις, όπου τα συστήματα καταγραφών είναι καλύτερα), με την πάροδο του χρόνου, δημιουργεί μια ανακριβή εικόνα αύξησης των θανάτων.

- Επιπλέον, από τα στοιχεία της ΕΣΥΕ απουσίαζαν κατά το παρελθόν σημαντικά επιδημιολογικά στοιχεία που αφορούσαν στο βάρος γέννησης και την ηλικία κύησης, ενώ δεν γινόταν διάκριση μεταξύ πρώιμων και όψιμων νεογνικών θανάτων.

- Η αναφορά των αιτιών του θανάτου δεν είναι πάντα σωστή, καθώς δεν γινόταν συστηματικά νεκροτομική διερεύνηση των θνησιγενών ούτε των νεογνικών θανάτων, με αποτέλεσμα σε ένα σημαντικό ποσοστό να αναφέρεται λανθασμένη αιτία θανάτου ή να καταγράφονται ως θάνατοι άγνωστης αιτιολογίας. Άλλωστε, γενικότερα η χώρα μας παρουσίαζε υψηλό ποσοστό θανάτων χωρίς επιστημονικά παραδεκτή διάγνωση.

- Βαθμιαία παρατηρείται βελτίωση της ποιότητας των στοιχείων, καθώς αυξάνεται με την πάροδο των ετών τόσο η ποσοστιαία αναλογία των επερχόμενων θανάτων στα νοσοκομεία όσο και των πιστοποιηθέντων από γιατρό θανάτων.

- Η ποσοστιαία αναλογία των επερχόμενων θανάτων στα νοσοκομεία αυξάνεται με την πάροδο των ετών τόσο στις αστικές όσο και στις

Σελ. 22
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/23.gif&w=600&h=915

ημιαστικές και αγροτικές περιοχές και από 17,5% το 1956 ανήλθε σε 47,7% το 1997.

— Η ποσοστιαία αναλογία των πιστοποιηθέντων από γιατρό θανάτων αυξάνεται συνεχώς με την πάροδο του χρόνου και από 83,3% το 1956 οι πιστοποιηθέντες θάνατοι ανήλθαν σε 99,8% το 1997. Η αύξηση αυτή διαπιστώνεται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.

Σελ. 23
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/24.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 24
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/25.gif&w=600&h=915

3. ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΗΛΙΚΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ

3.1 Δημογραφικές εξελίξεις κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα

Ο 20ός αιώνας υπήρξε η εκατονταετία μεγάλων δημογραφικών μεταβολών για την Ελλάδα. Κατά τη διάρκειά του διπλασιάστηκε η έκταση της χώρας και σχεδόν τετραπλασιάστηκε ο συνολικός πληθυσμός της, ταυτόχρονα όμως άλλαξε και η δημογραφική φυσιογνωμία της με τη μετάβαση από υψηλά επίπεδα γεννητικότητας και θνησιμότητας σε χαμηλότερα επίπεδα. Ο αιώνας έληξε με υπογεννητικότητα και γήρανση, υπερσυγκέντρωση και αραίωση του πληθυσμού σε ορισμένες περιοχές με έντονη και διαφορετική κατά τόπο γήρανση και υψηλή εισροή μεταναστών2.

Ο συνολικός πληθυσμός της χώρας παρουσίασε συνεχόμενη αύξηση και από 2.630.381 άτομα το 1907 (πρώτη Απογραφή Πληθυσμού του αιώνα) αυξήθηκε σε 5.014.130 άτομα το 1920 και σε 6.184.645 άτομα το 1928. Ξεκινώντας με 7.632.801 άτομα το 1951 ο πληθυσμός ανήλθε σε 10.964.020 άτομα το 2001 (Πίνακας 3.1). Οι εδαφικές επεκτάσεις, οι μεταναστευτικές ροές από και προς την Ελλάδα, οι διαφορές στη γεννητικότητα και τη θνησιμότητα καθόρισαν τις εξελίξεις αυτές. Η αύξηση του πληθυσμού κατά το πρώτο ήμισυ του αιώνα ήταν σημαντικά μεγαλύτερη της αντίστοιχης του επόμενου, κυρίως λόγω της επέκτασης των ορίων της χώρας. Ως προς την ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού παρατηρείται:

- Συνεχής μείωση της αναλογίας του παιδικού πληθυσμού από 38,3% στις αρχές του αιώνα (1907) σε 28,8% στα μέσα του αιώνα (1951) και μόλις 15,2% το 2001.

- Αύξηση της αναλογίας του οικονομικώς ενεργού πληθυσμού από 57,6% στις αρχές του αιώνα σε 64,4% στα μέσα του αιώνα και 68,1% το 2001.

2. Γ. Σιάμπος, «Ένας αιώνας μεγάλων δημογραφικών μεταβολών στην Ελλάδα», Πληθυσμός και Ανάπτυξη στην Ελλάδα, Ελληνική Εταιρεία Δημογραφικών Μελετών, Πανελλαδικό Δημογραφικό Συνέδριο 1998, Αθήνα 2003.

Σελ. 25
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/26.gif&w=600&h=915

- Σημαντική αύξηση της αναλογίας των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω από 4,1% στις αρχές του αιώνα, σε 6,7% στα μέσα του αιώνα και 16,7% το 2001 (Διάγραμμα 3.1).

ΠΙΝΑΚΑΣ 3.1

Εξέλιξη πληθυσμού κατά μεγάλες ομάδες ηλικιών, 1907-2001

Έτη

Ομάδες ηλικιών

0-14 ετών

15-64 ετών

65 ετών και άνω

Σύνολο

1907

1.007.458

1.514.534

108.389

2.630.381

1920

1.717.864

3.012.449

283.817

5.014.130

1928

1.989.701

3.832.473

362.471

6.184.645

1951

2.200.451

4.918.251

514.099

7.632.801

1961

2.243.962

5.457.937

686.654

8.388.553

1971

2.223.904

5.587.352

957.116

8.768.372

1981

2.307.297

6.192.751

1.239.541

9.739.589

1991

1.974.867

6.880.681

1.404.352

10.259.900

2001

1.664.085

7.468.395

1.831.540

10.964.020

Ποσοστιαία κατανομή του πληθυσμού κατά ομάδες ηλικιών

1907

38,3

57,6

4,1

100,0

1920

34,3

60,1

5,7

100,0

1928

32,2

62,0

5,9

100,0

1951

28,8

64,4

6,7

100,0

1961

26,8

65,1

8,2

100,0

1971

25,4

63,7

10,9

100,0

1981

23,7

63,6

12,7

100,0

1991

19,2

67,1

13,7

100,0

2001

15,2

68,1

16,7

100,0

Σημειώσεις: 1907,1920,1928: Δεν περιλαμβάνονται οι μη δηλώσαντες ηλικία. 1920: Μέσα στα όρια της Συνθήκης της Λωζάνης, 1971,1981: Δειγματοληπτική επεξεργασία 25% και 10% των δελτίων της απογραφής, αντίστοιχα. Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα, 2003.

Ως αποτέλεσμα των εξελίξεων αυτών οι δείκτες γήρανσης, αντικατάστασης και εξάρτησης του πληθυσμού, που παρουσιάζονται στον Πίνακα 3.2, εξελίχθηκαν δυσμενώς. Ο δείκτης ή αναλογία γήρανσης, δηλαδή ο αριθμός των ηλικιωμένων ατόμων (65 ετών και άνω) προς 100 παιδιά ηλικίας έως 14 ετών, ακολουθεί σταθερά αυξητική τάση και από 10,8 στις αρχές του αιώνα (1907) διαμορφώθηκε στο 23,4 το 1951 και στο 71,1 το 1991, δηλαδή το 1991 αντιστοιχούσαν περίπου 71 ηλικιωμένοι σε 100 παιδιά έναντι 11 στις αρχές του αιώνα.

Σελ. 26
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/27.gif&w=600&h=915

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 3.1

Ποσοστιαία κατανομή πληθυσμού κατά ομάδες ηλικιών (0-14,15-64,65+ ετών), 1907,1920,1928,1951,1961,1971,1981,1991,2001

—*—0-14 ετών_15-64 ετών_-*— 65+ ετών

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Επετηρίδα, 2003.

ΠΙΝΑΚΑΣ 3.2

Δείκτης γήρανσης, αναλογία αντικατάστασης και δείκτης εξάρτησης, 1907,1920,1928,1951,1961,1971,1981,1991,2001

Αναλογία

Δείκτης εξάρτησης

Δείκτης

Έτη

γήρανσης

Σύνολο

Παιδιών

Ηλικιωμένων

αντικατάστασης

1907

10,8

73,7

66,5

7,2

-

1920

16,5

66,4

57,0

9,4

3,9

1928

18,2

61,4

51,9

9,5

3,1

1951

23,4

55,2

44,7

10,5

3,0

1961

30,6

53,7

41,1

12,6

2,2

1971

43,0

56,9

39,8

17,1

1,6

1981

53,7

57,3

37,3

20,0

1,9

1991

71,1

49,1

28,7

20,4

1,2

2001

110,1

46,8

22,3

24,5

0,9

Πηγή: Ίδιοι υπολογισμοί.

Πηγή: Ίδιοι υπολογισμοί.

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/28.gif&w=600&h=915

Ο δείκτης αυτός στο τέλος του αιώνα ξεπερνά την τιμή 100, όπου η αναλογία παιδιών και ηλικιωμένων ταυτίζεται και διαμορφώνεται στο 110,1 το 2001. Συνεπώς, παρατηρείται συνεχής όξυνση του φαινομένου της γήρανσης, ενώ οι προοπτικές που διαγράφονται για το μέλλον δεν φαίνεται να αντιστρέφουν την εξέλιξη αυτή.

Ταυτόχρονα, οι εξερχόμενοι λόγω γήρανσης από τον πληθυσμό των παραγωγικών ηλικιών, δηλαδή τα άτομα ηλικίας 60-64 ετών, αντικαθίστανται με όλο και μικρότερο αριθμό νεοεισερχομένων λόγω ενηλικίωσης στον παραγωγικό πληθυσμό (παιδιά 10-14 ετών). Όπως φαίνεται από το δείκτη αντικατάστασης (παιδιά ηλικίας 10-14 ετών προς άτομα ηλικίας 60-64 ετών), οι εξερχόμενοι λόγω γήρανσης από τον πληθυσμό των παραγωγικών ηλικιών αντικαθίστανται από τριπλάσιο αριθμό νεοεισερχομένων το 1951 και σχεδόν τετραπλάσιο αριθμό το 1920. Υπολογίζεται ότι ο αριθμός ήταν σχεδόν πενταπλάσιος στις αρχές του αιώνα3. Το 1991 ο δείκτης μειώθηκε σημαντικά στο 1,2 και το 2001 έπεσε κάτω από το 1 (0,9), που σημαίνει ότι οι εξερχόμενοι από τον παραγωγικό πληθυσμό αντικαθίστανται από λιγότερους νέους.

Αντίστοιχες είναι οι εξελίξεις στους δείκτες εξάρτησης, που μετρούν τον εξαρτώμενο πληθυσμό (άτομα ηλικίας έως 14 ετών και άνω των 65 ετών) σε σχέση με τον πληθυσμό των παραγωγικών ηλικιών. Ο συνολικός δείκτης εξάρτησης (σύνολο ατόμων έως 14 ετών και άνω των 65 ετών/άτομα παραγωγικής ηλικίας) ξεκινώντας από 73,7 το 1907 παρουσιάζει διακυμάνσεις, μείωση μέχρι το 1961, κατόπιν μικρή αύξηση μέχρι το 1981 και στη συνέχεια πάλι μείωση και διαμορφώνεται στο 46,8 το 2001. Αυτό σημαίνει ότι τα εξαρτημένα μέλη μειώθηκαν από 74 ανά 100 άτομα του παραγωγικού πληθυσμού στις αρχές του αιώνα σε 54 το 1961, αυξήθηκαν σε 57 το 1981 και στη συνέχεια μειώθηκαν σε 47 το 2001. Ωστόσο, υπάρχει μεγάλη διαφορά στη σύνθεση του εξαρτώμενου πληθυσμού. Ενώ στις αρχές του αιώνα τα 67 από τα εξαρτώμενα άτομα σε σχέση με 100 άτομα του παραγωγικού πληθυσμού ήταν παιδιά και μόνο 7 ηλικιωμένοι, στα μέσα του αιώνα τα 45 ήταν παιδιά και τα 10 ηλικιωμένοι και το 2001 μόνο 22 παιδιά και 25 ηλικιωμένοι. Ειδικότερα, ο δείκτης εξάρτησης του παιδικού πληθυσμού παρουσίασε συνεχή μείωση και από 67 στις αρχές του αιώνα μειώθηκε σε 45 στα μέσα του αιώνα (1951) και σε 22 το 2001. Αντίστροφα, ο δείκτης εξάρτησης των ηλικιωμένων παρουσίασε συνεχή αύξηση και από 7 αυξήθηκε σε 10 και σε 25, αντίστοιχα. Αν οι δείκτες εξάρτησης υπολογιστούν σε σχέση με το εργατικό δυναμικό, επειδή τα μέλη των παραγωγικών

3. Βλ. Γ. Σιάμπος, ό.π.

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/29.gif&w=600&h=915

κών ηλικιών δεν ανήκουν όλα στο εργατικό δυναμικό, τα μεγέθη είναι περισσότερο δυσμενή.

3.2 Εξέλιξη του παιδικού και του νεανικού πληθυσμού

Η εξέλιξη του παιδικού και του νεανικού πληθυσμού (άτομα ηλικίας 0-24 ετών) σε απόλυτα μεγέθη δεν φαίνεται να ακολουθεί την αυξητική πορεία του συνολικού πληθυσμού (Πίνακας 3.3 — Διάγραμμα 3.2). Έτσι, ο παιδικός και ο νεανικός πληθυσμός συνολικά αυξάνεται από 2.667,9 χιλιάδες άτομα το 1920 σε 3.754,8 χιλιάδες άτομα το 1951 και διαμορφώνεται σε 3.229,4 χιλιάδες το 2001. Ειδικότερα, ο παιδικός πληθυσμός (0-14 ετών) αυξάνεται από 1.717,9 χιλιάδες άτομα το 1920 (ή 1.015,7 το 1907) σε 2.200,5 χιλιάδες άτομα το 1951 και διαμορφώνεται σε 1.664,1 χιλιάδες το 2001, ενώ ο νεανικός πληθυσμός (15-24 ετών) αυξάνεται από 950,1 χιλιάδες άτομα το 1920 σε 1.554,3 χιλιάδες άτομα το 1951 και διαμορφώνεται σε 1.565,3 χιλιάδες το 2001.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 3.2 Εξέλιξη παιδικού και νεανικού πληθυσμού, 1907-2001

12.000 10.000 8.000 6.000 4.000 2.000 ο

1907 1920 1928 1951 1961 1971 1981 1991 2001 Β 0-14 ετών 015-24 ετών Β 0-24 ετών ED Σύνολο

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/30.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 3.3

Συνολικός πληθυσμός και πληθυσμός παιδιών και νέων, 1920,1928,1951,1961,1971,1981,1991,2001

Ομάδες ηλικιών

1920

1928

1951

1961

1971

1981

1991

2001

0-4 ετών

484.484

764.363

785.156

791.795

787.752

778.182

556.987

530.269

5-9 ετών

619.296

625.601

637.230

719.276

711.420

746.366

663.434

546.014

10-14 ετών

614.084

599.737

778.065

732.891

724.732

782.749

754.446

587.802

5-14 ετών

1.233.380

1.225.338

1.415.295

1.452.167

1.436.152

1.529.115

1.417.880

1.133.816

0-14 ετών

1.717.864

1.989.701

2.200.451

2.243.962

2.223.904

2.307.297

1.974.867

1.664.085

15-19 ετών

537.914

693.619

784.645

622.877

666.096

720.325

766.605

728.918

20-24 ετών

412.138

547.875

769.683

724.914

636.176

709.958

791.412

836.402

15-24 ετών

950.052

1.241.494

1.554.328

1.347.791

1.302.272

1.430.283

1.558.017

1.565.320

0-24 ετών

2.667.916

3.231.195

3.754.779

3.591.753

3.526.176

3.737.580

3.532.884

3.229.405

25-29 ετών

348.381

518.142

567.049

720.580

504.440

662.874

721.751

850.087

Σύνολο

5.014.130

6.184.645

7.632.801

8.388.553

8.768.372

9.739.589

10.259.900

10.964.020

Ποσοστιαία αναλογία παιδιών και νέων στον συνολικό πληθυσμό, κατά ομάδες ηλικιών

0-4 ετών

9,7

12,4

10,3

9,4

9,0

8,0

5,4

4,8

5-9 ετών

12,4

10,1

8,3

8,6

8,1

7,7

6,5

5,0

10-14 ετών

12,2

9,7

10,2

8,7

8,3

8,0

7,4

5,4

5-14 ετών

24,6

19,8

18,5

17,3

16,4

15,7

13,8

10,3

0-14 ετών

34,3

32,2

28,8

26,8

25,4

23,7

19,2

15,2

15-19 ετών

10,7

11,2

10,3

7,4

7,6

7,4

7,5

6,6

20-24 ετών

8,2

8,9

10,1

8,6

7,3

7,3

7,7

7,6

15-24 ετών

18,9

20,1

20,4

16,1

14,9

14,7

15,2

14,3

0-24 ετών

53,2

52,2

49,2

42,8

40,2

38,4

34,4

29,5

25-29 ετών

6,9

8,4

7,4

8,6

5,8

6,8

7,0

7,8

Σύνολο

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/31.gif&w=600&h=915

Ως αποτέλεσμα των εξελίξεων αυτών η σύνθεση του πληθυσμού κατά ομάδες ηλικιών έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές. Η αναλογία του παιδικού και νεανικού πληθυσμού (0-24 ετών) παρουσίασε συνεχόμενη μείωση και από 56,9% του πληθυσμού το 1907 (53,2% το 1920 και 52,2% το 1928) διαμορφώθηκε στο 49,2% το 1951 και μόλις στο 29,5% το 2001 (Διάγραμμα 3.3).

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 3.3

Αναλογία παιδικού και νεανικού πληθυσμού στο σύνολο του πληθυσμού, 1907,1920,1928,1951,1961,1971,1981,1991,2001

Η μείωση αυτή οφείλεται κυρίως στη μείωση της συμμετοχής του παιδικού

πληθυσμού, καθώς:

- Η αναλογία των παιδιών ηλικίας 0-14 ετών από 38,3% το 1907 (34,3% το 1920 και 32,2% το 1928) μειώθηκε στο 28,8% το 1951, ενώ το 2001 αποτελούσε το 15,2%, μέγεθος χαμηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε.-15 (17,1% στην Ε.Ε.-15 έναντι 15,8% στην Ελλάδα το 1998).

- Ειδικότερα, η αναλογία των παιδιών ηλικίας 0-4 ετών από 9,7% το 1920 μειώθηκε στο 4,8% το 2001, η αναλογία των παιδιών ηλικίας 5-9 ετών από 12,4% το 1920 μειώθηκε στο 5,0% το 2001 και η αναλογία των παιδιών ηλικίας 10-14 ετών από 12,2% το 1920 μειώθηκε στο 5,4% το 2001.

- Η αναλογία του νεανικού πληθυσμού (15-24 ετών) μέχρι και το 1951 διατηρήθηκε στο επίπεδο του 20% περίπου (18,9% το 1920, 20,1% το

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/32.gif&w=600&h=915

1928, 20,4% το 1951), στη συνέχεια μειώθηκε και διαμορφώθηκε στο 15% περίπου (16,1% το 1961, 14,7% το 1981, 14,3% το 2001), μέγεθος που είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε.-15 (12,8% στην Ε.Ε.-15 έναντι 14,5% στην Ελλάδα το 1998). Ειδικότερα, η αναλογία των νέων ηλικίας 15-19 ετών από 10,7% το 1920 μειώθηκε στο 6,6% το 2001 και η αναλογία των νέων ηλικίας 20-24 ετών από 8,2% το 1920 μειώθηκε στο 7,6% το 2001.

Ανάλογες είναι και οι εξελίξεις του παιδικού και του νεανικού πληθυσμού που παρατηρήθηκαν στις χώρες της Ε.Ε. και σύμφωνα με προβλέψεις της Eurostat η τάση για μείωση φαίνεται ότι θα συνεχιστεί και στο μέλλον. Η Ελλάδα ανήκει στις χώρες με σχετικά μικρό μερίδιο νέων και τα μεγέθη για τον παιδικό και τον νεανικό πληθυσμό το 2006 έχουν διαμορφωθεί στο 14,3% και 12,0%,αντίστοιχα (έναντι 16,0% και 12,6% στην Ε.Ε.25). Το 2050 αναμένεται μείωση του μεριδίου των ατόμων μέχρι 24 ετών από 28,6% σε 23,1% στην Ε.Ε.-25 και στην Ελλάδα από 26,3% σε 21,2%4.

Η σύνθεση του παιδικού και του νεανικού πληθυσμού διαφοροποιείται, επίσης, με την πάροδο του χρόνου (Πίνακας 3.4). Έτσι, ενώ το 1920 ο παιδικός πληθυσμός αποτελούσε το 64,4% του πληθυσμού αυτού και μέχρι το 1981 το ποσοστό διατηρήθηκε πάνω από το 60%, στη συνέχεια μειώθηκε και το 2001 περιορίστηκε στο 51,5%. Αντίστοιχα, η αναλογία του νεανικού πληθυσμού αυξάνεται και το 2001 διαμορφώθηκε στο 48,5% από 35,6% το 1920.

Η σύνθεση του νεανικού πληθυσμού κατά φύλο φαίνεται να διαφοροποιείται σε σχέση με τη σύνθεση του συνολικού πληθυσμού, καθώς στον παιδικό και νεανικό πληθυσμό οι άνδρες υπερέχουν των γυναικών (Πίνακες 3.5-3.6 - Διάγραμμα 3.4).

Το ποσοστό των ανδρών στα παιδιά και τους νέους κυμαίνεται από 50,3%-52,0%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στο σύνολο του πληθυσμού κυμαίνεται από 48,8%-49,7%. Παρατηρείται υπεροχή των αγοριών στον παιδικό πληθυσμό σε όλη την περίοδο, ενώ στον νεανικό πληθυσμό μέχρι και το 1961 υπερέχουν ο ι γυναίκες και στη συνέχεια οι άνδρες.

4. Eurostat, Young Europeans through statistics, Eurostat, 23.3.2007.

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/33.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 3.4

Ποσοστιαία αναλογία παιδιών και νέων στον συνολικό παιδικό και νεανικό πληθυσμό κατά ομάδες ηλικιών, 1920,1928,1951,1961,1971,1981,1991,2001

Ομάδες ηλικιών

1920

1928

1951

1961

0-4 ετών

18,2

23,7

20,9

22,0

5-9 ετών

23,2

19,4

17,0

20,0

10-14 ετών

23,0

18,6

20,7

20,4

5-14 ετών

46,2

37,9

37,7

40,4

0-14 ετών

64,4

61,6

58,6

62,5

15-19 ετών

20,2

21,5

20,9

17,3

20-24 ετών

15,4

17,0

20,5

20,2

15-24 ετών

35,6

38,4

41,4

37,5

0-24 ετών

100,0

100,0

100,0

100,0

1971

1981

1991

2001

0-4 ετών

22,3

20,8

15,8

16,4

5-9 ετών

20,2

20,0

18,8

16,9

10-14 ετών

20,6

20,9

21,4

18,2

5-14 ετών

40,7

40,9

40,1

35,1

0-14 ετών

63,1

61,7

55,9

51,5

15-19 ετών

18,9

19,3

21,7

22,6

20-24 ετών

18,0

19,0

22,4

25,9

15-24 ετών

36,9

38,3

44,1

48,5

0-24 ετών

100,0

100,0

100,0

100,0

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφές Πληθυσμού.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Απογραφές Πληθυσμού.

Σελ. 33
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 14
    

    του παιδικού και την πρώτη πενταετία του νεανικού πληθυσμού (10-14 ετών, 15-19 ετών), εκτός αν άλλως ορίζεται στη σχετική αναφορά.

    2.1.2 Νοσηρότητα και υγεία

    Η νοσηρότητα ή η θνησιμότητα θα μπορούσαν να θεωρηθούν η απέναντι όχθη της έννοιας της υγείας. Όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, καθώς η έννοια της υγείας δεν είναι κοινή για τους κατοίκους όλων των χωρών ούτε όλων των εποχών. Ιστορικοί, πολιτικοί, οικονομικοί και γεωγραφικοί παράγοντες επηρεάζουν την υγεία ενός πληθυσμού, και η υγεία είναι συνυφασμένη με τις πολιτιστικές και κοινωνικές συνθήκες και τον τρόπο ζωής κάθε κοινωνικής ομάδας ή κάθε ατόμου σε κάθε τόπο και κάθε εποχή.

    Η έννοια της υγείας, όπως έχει προσδιοριστεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ/ WHO), δεν είναι μόνο η έλλειψη ασθένειας, αλλά η κατάσταση πλήρους σωματικής, ψυχολογικής και κοινωνικής ευημερίας. Η ευρύτητα αυτή στη θεώρηση της υγείας έχει ιδιαίτερη σημασία όταν αναφερόμαστε στην υγεία των παιδιών και των νέων.

    Μετά από μια μακρά περίοδο, σχεδόν μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, κατά την οποία το κύριο μέλημα της υγειονομικής πολιτικής ήταν η μείωση της θνησιμότητας και η αντιμετώπιση της ασθένειας των παιδιών και των νέων, η θνησιμότητα για τις ομάδες αυτές είναι πλέον χαμηλή και σοβαρές χρόνιες παθήσεις είναι σπάνιες. Ωστόσο, κάποιες ασθένειες (όπως αλλεργίες) είναι συνηθισμένες και ένας μεγάλος αριθμός νέων υποφέρει συχνά από συμπτώματα (όπως πονοκέφαλοι, πόνοι στον αυχένα και τη μέση, κόπωση). Ένα νέο φάσμα νοσηρότητας, ψυχολογικο-κοινωνικών συνθηκών και τρόπου ζωής διαμορφώνουν ένα δυσμενές πλαίσιο για την ευημερία της ομάδας αυτής του πληθυσμού. Με δεδομένο ότι η μετάβαση από την παιδική στην ενήλικη ηλικία είναι μια περίοδος κατά την οποία μπαίνουν οι βάσεις για την κατάσταση της υγείας στη μελλοντική ζωή, το θέμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Πολλές ασθένειες που θα απασχολήσουν τον ενήλικο πληθυσμό έχουν την αρχή τους σ' αυτή την περίοδο της ζωής και εξαρτώνται από τις οικογενειακές, οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και μορφωτικές συνθήκες που βιώνει το παιδί ή ο νέος.

    Η θνησιμότητα και η νοσηρότητα ίσως να μην απεικονίζουν πλέον επαρκώς την κατάσταση της υγείας του παιδικού και νεανικού πληθυσμού, και είναι σημαντικό να δοθεί σημασία στην ευημερία και την ποιότητα ζωής του. Η έννοια της υγείας στους νέους θα πρέπει να καλύπτει τη φυσική κατάσταση, την ψυχολογική λειτουργία (θετικές προσδοκίες για το μέλλον, εκπαιδευτικές ικανότητες, αυτοεκτίμηση), τις κοινωνικές σχέσεις (φίλοι, σεξουαλική ζωή) και τις δυνατότητες του περιβάλλοντος (ευκαιρίες για