Συγγραφέας:Κώτση, Αγαπούλα
 
Τίτλος:Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:46
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2008
 
Σελίδες:311
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Κοινωνική ενσωμάτωση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:20ός αι.
 
Περίληψη:Η μελέτη «Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας» επιχειρεί να προσδιορίσει την ταυτότητα της ελληνικής νεολαίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα σε ένα θέμα ιδιαίτερα κρίσιμο για τις ηλικίες αυτές, αλλά και για την ποιότητα της μελλοντικής τους ζωής, ένα θέμα διαχρονικά επίκαιρο και κοινωνικά ευαίσθητο. Επιχειρεί αφενός μεν να αποτυπώσει την κατάσταση της υγείας της ελληνικής νεολαίας και τα νοσολογικά δεδομένα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, αφετέρου δε να ξεκαθαρίσει σχέσεις και εξαρτήσεις με τις ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις της εποχής. Η όσο το δυνατόν πληρέστερη συγκέντρωση και αξιοποίηση του διαθέσιμου πληροφοριακού υλικού από διάφορες πηγές και κατά το δυνατόν η ενιαία παρουσίαση του, ώστε να είναι εφικτές συγκρίσεις, αποτέλεσε επίσης αυτοτελώς ένα σημαντικό στόχο της μελέτης.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 8.14 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 179-198 από: 314
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/179.gif&w=600&h=915

- Αυξητική ήταν η συμμετοχή των νοσημάτων του αίματος και των αιμοποιητικών οργάνων από 3% το 1971 σε 12,6% το 1991, όμως το 2000 η συμμετοχή ήταν πολύ χαμηλή (1%).

- Η συμμετοχή των κακώσεων και δηλητηριάσεων κυμάνθηκε από 11,6% (1971) έως 14,9% (1981).

- Τα ποσοστό των παιδιών που νοσηλεύονται για συγγενείς ανωμαλίες και ορισμένες καταστάσεις που προέρχονται από την περιγεννητική περίοδο αυξήθηκε από 4,6% το 1963 σε 14,8% το 2000 (κυρίως λόγω της αύξησης της δεύτερης κατηγορίας από 2,4% σε 10,2%, αντίστοιχα).

- Περιορισμένη είναι η νοσηλεία νεαρών γυναικών λόγω επιπλοκών της κυήσεως, του τοκετού και της λοχείας στην ομάδα 0-19 ετών (2,1% το 2000), αλλά σημαντική στην ομάδα 0-29 ετών (17,1%).

- Στην ηλικιακή ομάδα 0-29 ετών, επειδή το ποσοστό των γυναικών που νοσηλεύονται για επιπλοκές κυήσεως, τοκετού και λοχείας είναι πολύ σημαντικό στις ηλικίες 20-29 ετών, η αιτία αυτή αποτελεί τη συχνότερη (πρώτη) αιτία νοσηλείας (το ποσοστό κυμαίνεται από 17,1% το 2000 έως και 25,8% το 1981). Αντίστοιχα, επειδή το ποσοστό των ανδρών που νοσηλεύονται για κακώσεις και δηλητηριάσεις είναι σημαντικό στις ηλικίες 20-29 ετών, η κατηγορία αυτή αποτελεί τη δεύτερη αιτία νοσηλείας από το 1981 και μετά. Οι υπόλοιπες κατηγορίες ασθενειών, με την ίδια σειρά, καταλαμβάνουν από την τρίτη θέση και κάτω.

- Λόγω ακριβώς των προαναφερθέντων λόγων υπάρχει σαφής διαφοροποίηση των αιτιών νοσηλείας των παιδιών και των νέων 0-19 ετών σε σχέση με την ηλικιακή ομάδα 0-29 ετών και με το σύνολο του πληθυσμού.

- Στις ίδιες κατηγορίες νόσων καταγράφονται επίσης σημαντικές διαφορές μεταξύ των φύλων. Το ποσοστό των νέων ανδρών που νοσηλεύονται για κακώσεις και δηλητηριάσεις ανέρχεται στο 16,3% έναντι του 11,2% των νέων γυναικών για την ομάδα 0-19 ετών ή στο 21,1% έναντι του 8,4% για την ομάδα 0-29 ετών, για την οποία η υπεροχή των ανδρών είναι πολύ μεγαλύτερη, ενώ οι επιπλοκές κυήσεως, τοκετού και λοχείας αφορούν αποκλειστικά στις γυναίκες.

6.4 Εξελθόντες ασθενείς κατά κατηγορίες νόσων και μεγάλες ομάδες ηλικιών

Εξετάζοντας τα παιδιά και τους νέους ασθενείς που νοσηλεύτηκαν στα νοσοκομεία κατά κατηγορίες νόσων παρατηρούνται τα εξής (Πίνακας 6.6):

Σελ. 179
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/180.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 6.6

Κατανομή (%) εξελθόντων ασθενών παιδιών και νέων κατά κατηγορίες νόσων και μεγάλες ομάδες ηλικιών,

1963,1971,1981,1991,2000

1963

1971

1981

1991

2000

Κωδικοί

0-4

5-14

15-19

0-4

5-14

15-19

0-4

5-14

15-19

0-4

5-14

15-19

0-4

5-14

15-19

νόσων

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

ετών

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

100,0

1

9,8

10,4

4,6

16,7

10,7

5,2

11,0

6,6

4,0

10,9

6,1

3,8

11,8

10,2

4,8

2

1,4

1,2

1,1

1,2

1,4

1,3

1,3

2,3

1,4

1,8

4,2

2,7

1,4

3,5

3,4

3

5,2

2,3

1,5

0,9

0,8

0,9

0,8

0,6

0,7

1,0

1,9

1,1

0,8

2,2

1,4

4

-

-

-

5,1

3,1

0,7

5,8

14,5

2,7

2,6

16,2

20,2

0,8

1,3

0,8

5

0,3

0,4

1,5

0,4

0,8

1,8

0,6

0,7

2,3

0,4

0,8

2,9

0,4

0,9

2,7

6

3,5

3,6

2,3

2,3

3,1

2,7

2,8

3,5

2,5

3,0

3,7

2,7

3,6

4,0

3,6

7

0,6

2,3

1,9

0,4

1,4

1,6

0,1

0,2

0,5

0,0

0,3

0,6

0,1

0,2

1,2

8

28,7

25,5

15,9

28,2

29,8

14,7

20,5

19,5

8,1

23,1

20,0

8,1

21,9

21,7

10,2

9

16,3

26,4

33,7

9,2

23,2

25,7

7,1

18,3

18,0

4,8

10,0

10,9

3,7

10,6

12,3

10

2,0

3,1

3,0

3,1

3,0

3,2

4,0

4,0

4,1

4,4

4,7

4,2

4,1

4,8

5,3

11

0,0

0,1

8,5

0,0

0,1

15,8

0,0

0,1

24,4

0,0

0,0

10,7

0,0

0,1

9,9

12

4,0

5,3

6,4

1,7

2,0

4,9

2,0

2,2

3,8

1,5

2,1

3,6

1,9

2,8

5,1

13

-

-

-

2,0

2,3

2,2

0,9

2,1

2,4

0,5

1,9

3,0

0,2

1,3

3,2

14

4,8

1,7

0,5

6,1

2,3

0,6

7,0

3,5

1,3

5,8

3,6

1,6

6,2

4,5

1,3

15

8,9

0,1

0,0

8,8

0,0

0,0

19,0

0,0

0,0

19,9

0,0

0,0

24,1

0,0

0,0

16

4,9

3,8

4,0

5,9

3,9

3,7

7,0

6,1

4,1

11,5

11,4

5,2

11,0

16,6

10,7

17

9,4

13,9

15,0

7,8

12,1

15,1

10,3

15,7

19,8

8,8

13,1

18,7

8,2

15,2

24,3

Κατηγορίες νόσων βλ. σ. 19.

Κατηγορίες νόσων βλ. σ. 19.

Σελ. 180
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/181.gif&w=600&h=915

Οι συχνότερες αιτίες νοσηλείας παιδιών ηλικίας 0-4 ετών κατά σειρά κατάταξης είναι (Διάγραμμα 6.4):

- οι συγγενείς ανωμαλίες και ορισμένες καταστάσεις που προέρχονται από την περιγεννητική περίοδο με αυξανόμενη συμμετοχή (από 13,7% το 1963 σε 30,3% το 2000),

- τα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος (21,9% το 2000) με διακυμάνσεις στη διάρκεια της περιόδου (από 20,5% το 1981 έως 28,7% το 1963),

- τα λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα, που κυμάνθηκαν από 9,8% το 1963 έως 11,8% το 2000,

- οι κακώσεις και δηλητηριάσεις (8,2% το 2000), που κυμάνθηκαν από 7,8% (1971) έως 10,3% (1981),

- τα νοσήματα του πεπτικού συστήματος με φθίνουσα συμμετοχή (από 16,3% το 1963 σε 3,7% το 2000).

Οι συχνότερες αιτίες θανάτου σ' αυτή την ηλικιακή ομάδα για το 2001 είναι ίδιες με τις αιτίες νοσηλείας.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 6.4 Συχνότερες αιτίες νοσηλείας παιδιών 0-4 ετών, 1963-2000

70,0 60,0 50,0

40,0

Σημείωση: Κωδικοί νόσων: (1)= Λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα, (8)= Νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος, (9)= Νοσήματα του πεπτικοί) συστήματος, (14)= Συγγενείς ανωμαλίες, (15)= Ορισμένες καταστάσεις που προέρχονται από την περιγεννητική περίοδο, (17)= Κακώσεις και δηλητηριάσεις.

Σελ. 181
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/182.gif&w=600&h=915

Οι συχνότερες αιτίες νοσηλείας παιδιών ηλικίας 5-14 ετών κατά σειρά κατάταξης είναι (Διάγραμμα 6.5):

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 6.5 Συχνότερες αιτίες νοσηλείας παιδιών 5-14 ετών, 1963-2000

Σημείωση: Κωδικοί νόσων: (1)= Λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα, (8)= Νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος, (9)= Νοσήματα του πεπτικού συστήματος, (17)= Κακώσεις και δηλητηριάσεις.

- τα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος (21,7% το 2000), που κυμάνθηκαν από 19,5% το 1981 έως 29,8% το 1971,

- οι κακώσεις και δηλητηριάσεις (15,2% το 2000), που κυμάνθηκαν από 12,1% το 1971 έως 15,7% το 1981,

- τα νοσήματα του πεπτικού συστήματος (10,6% το 2000), που κυμάνθηκαν από 26,4% το 1963 έως 10,0% το 1991, με φθίνουσα συμμετοχή μέχρι το 1991,

- τα λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα (10,2% το 2000), που κυμάνθηκαν από 6,1% το 1991 έως 10,7% το 1971,

- τα νοσήματα του αίματος και των αιμοποιητικών οργάνων, που παρουσίασαν μεγάλες αποκλίσεις και διακυμάνσεις στη διάρκεια της περιόδου για αυτή την ηλικιακή ομάδα (1,3% το 2000,16,2% το 1991).

Σελ. 182
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/183.gif&w=600&h=915

Αντίστοιχα, οι συχνότερες αιτίες θανάτου σ' αυτή την ηλικιακή ομάδα για το 2001 είναι: κακώσεις και δηλητηριάσεις (38,1%), νεοπλάσματα (20,8%), λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα (6,0%), νοσήματα του νευρικού συστήματος και των αισθητηρίων οργάνων (5,4%).

Οι συχνότερες αιτίες νοσηλείας νέων ηλικίας 15-19 ετών κατά σειρά κατάταξης είναι (Διάγραμμα 6.6):

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 6.6 Συχνότερες αιτίες νοσηλείας νέων 15-19 ετών, 1963-2000

Σημείωση: Κωδικοί νόσων: (1)= Λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα, (8)= Νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος, (9)= Νοσήματα του πεπτικού συστήματος, (11)= Επιπλοκές της κυήσεως, του τοκετού και της λοχείας, (17)= Κακώσεις και δηλητηριάσεις.

- οι κακώσεις και δηλητηριάσεις με αυξητική συμμετοχή από 15,0% το 1963 έως 24,3% το 2000,

- τα νοσήματα του πεπτικού συστήματος (12,3% το 2000), που κυμάνθηκαν από 33,7% το 1963 έως 10,9% το 1991, με φθίνουσα συμμετοχή μέχρι το 1991,

- τα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος (10,2% το 2000), που κυμάνθηκαν από 15,9% το 1963 έως 8,1% το 1991, με φθίνουσα συμμετοχή μέχρι το 1991,

- οι επιπλοκές της κυήσεως, του τοκετού και της λοχείας (9,9% το 2000), που κυμάνθηκαν από 8,5% το 1963 έως 24,4% το 1981,

Σελ. 183
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/184.gif&w=600&h=915

- τα λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα, που κυμάνθηκαν από 3,8% το 1991 έως 4,8% το 2000,

- τα νοσήματα του αίματος και των αιμοποιητικών οργάνων, που παρουσίασαν μεγάλες αποκλίσεις και διακυμάνσεις στη διάρκεια της περιόδου (και για το λόγο αυτό δεν παρουσιάζονται στο Διάγραμμα 6.6) και για αυτή την ηλικιακή ομάδα έφθασαν το 1991 στο 20,2% (0,8% το 2000). Αντίστοιχα, οι συχνότερες αιτίες θανάτου για τους νέους 15-19 ετών

για το 2001 είναι: επιπλοκές της κυήσεως, του τοκετού και της λοχείας (24,4%-10,7%), κακώσεις και δηλητηριάσεις (19,8%-18,7%), νοσήματα του πεπτικού συστήματος (18,0%-10,9%), νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος (8,1%-8,1%), λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα (4,0%-3,8%).

6.5 Οδοντιατρική υγεία των παιδιών

Τα προβλήματα των δοντιών είναι πολύ συνηθισμένα σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες και αφορούν στο 60-90% των μαθητών και την πλειονότητα των ενηλίκων. Τα άτομα με κακή στοματική υγιεινή υποφέρουν από πόνο και ενοχλήσεις, παρουσιάζουν δυσκολίες στη μάσηση και εκφράζουν δυσαρέσκεια για την εμφάνιση τους. Μεγαλύτερα προβλήματα αντιμετωπίζουν λιγότερο ευνοημένες κοινωνικές ομάδες, καθώς οι θεραπείες ασθενειών των δοντιών κοστίζουν πολύ και οι δυνατότητες πρόσβασης σ' αυτές είναι περιορισμένες.

Ο δείκτης που μετρά την κατάσταση υγείας των δοντιών, δηλαδή τον αριθμό των χαλασμένων, χαμένων και σφραγισμένων δοντιών στην ηλικία των 12 ετών, είναι ο δείκτης DMFT, ο οποίος, ανάλογα με τις τιμές που λαμβάνει, χαρακτηρίζεται ως: πολύ χαμηλός: τιμές κάτω από 1,2, χαμηλός: τιμές 1,2-2,6, μέτριος: τιμές 2,7-4,4, και υψηλός: τιμές πάνω από 4,5. Στην Ελλάδα ο δείκτης αυτός είναι υψηλότερος του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ, αλλά παρουσιάζει μείωση μεταξύ 1985 και 1998, οπότε διαμορφώνεται στο 2,7 (Πίνακας 6.7). Στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ ο δείκτης το 2000 έχει τιμές μεταξύ 1 και 3, και καμία πολύ υψηλή. Ειδικότερα, στην Αυστραλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ελβετία ο δείκτης είναι κάτω από 1, ενώ στην Πολωνία, την Ουγγαρία, την Κορέα, την Τσεχία και την Πορτογαλία πάνω από 3. Τις τελευταίες δεκαετίες παρουσιάστηκε σημαντική μείωση του δείκτη, από 4,7 κατά μέσο όρο το 1980 σε 2,7 το 1990 και σε 1,5 το 2000 και οι περισσότερες χώρες πέτυχαν το στόχο του ΠΟΥ για δείκτη κάτω του 3 το 2000.

Σελ. 184
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/185.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 6.7

Χαλασμένα, χαμένα, σφραγισμένα δόντια, μέσος αριθμός στην ηλικία των 12 ετών, 1980-2000

Έτη

Δείκτης DMFT

Ελλάδα

ΟΟΣΑ (15)

1980

-

4,7

1985

4,7

3,6

1990

4,4

2,7

1995

2,5

1,9

2000

2,7 (1998)

1,5

Πηγή: OECD, Health at a Glance: OECD Indicators, 2005 Edition.

Πηγή: OECD, Health at a Glance: OECD Indicators, 2005 Edition.

Η επίτευξη της μείωσης έγινε με διάφορα μέτρα δημόσιας υγείας, όπως φθορίωση του νερού, αλλαγή στον τρόπο ζωής, αντιμετώπιση των προβλημάτων των δοντιών και βελτίωση της στοματικής υγιεινής. Φαίνεται ασθενής αρνητική συσχέτιση των δεικτών DMFT των παιδιών και του αριθμού των κατά κεφαλήν οδοντιάτρων. Διαφορετικοί δείκτες μεταξύ χωρών με ίδιο κατά κεφαλήν αριθμό οδοντιάτρων δείχνουν ότι πολλοί άλλοι παράγοντες επηρεάζουν την οδοντική υγεία εκτός από τη διαθεσιμότητα των οδοντιάτρων. Η διατήρηση χαμηλών δεικτών εξακολουθεί να είναι στόχος της υγειονομικής πολιτικής, καθώς εμφανίζεται επιβράδυνση της μείωσης των δεικτών τα τελευταία χρόνια.

6.6 Χειρουργικές επεμβάσεις κατά ηλικία και κατηγορίες νόσων

Τα τελευταία χρόνια το 9,4%-12,6% των χειρουργικών επεμβάσεων αφορά σε παιδιά και νέους ηλικίας 0-19 ετών (περίπου το 60% αγόρια). Στην επόμενη ηλικιακή ομάδα 20-29 ετών (στην οποία συμπεριλαμβάνεται η ομάδα 20-24 ετών) η συμμετοχή κυμαίνεται από 13,3%-14,7%, δηλαδή υπερέχει της ευρύτερης ομάδας παιδιών και νέων 0-19 ετών. Στην ομάδα αυτή η συμμετοχή των γυναικών ανέρχεται στο 63%.

6.7 Διαπιστώσεις

Από την ανάλυση της θνησιμότητας και της χρήσης των νοσοκομειακών υπηρεσιών (κατά τη μεταπολεμική περίοδο) από τα παιδιά και τους νέους διαπιστώνεται:

Σελ. 185
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/186.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 6.8

Χειρουργικές επεμβάσεις σε παιδιά και νέους κατά ηλικία, 1996-1998,2000

1996

1997

1998

2000

1996

1997

1998

2000

Σύνολο

371.641

382.814

432.011

471.188

100,0

100,0

100,0

100,0

- 29 ημερών

86

52

48

88

0,0

0,0

0,0

0,0

1-11 μηνών

1.094

1.018

874

760

0,3

0,3

0,2

0,2

1-5 ετών

11.839

11.786

12.653

11.824

3,2

3,1

2,9

2,5

6-14 ετών

17.418

16.238

19.079

16.885

4,7

4,2

4,4

3,6

15-19 ετών

16.375

14.976

16.508

14.522

4,4

3,9

3,8

3,1

0-19 ετών

46.812

44.070

49.162

44.079

12,6

11,5

11,4

9,4

20-29 ετών

54.514

54.396

57.591

63.991

14,7

14,2

13,3

13,6

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Κοινωνικής Πρόνοιας και Υγιεινής.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Κοινωνικής Πρόνοιας και Υγιεινής.

Προπολεμικά

- Η παιδική και νεανική θνησιμότητα ήταν υψηλή τόσο σε απόλυτα μεγέθη όσο και σε ποσοστά στο σύνολο του πληθυσμού. Ιδιαίτερα υψηλή ήταν η θνησιμότητα στην ηλικιακή ομάδα 0-4 ετών.

- Σε σχέση με τις αιτίες θανάτου: Πέντε κατηγορίες νόσων (λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα, νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος, νοσήματα του πεπτικού συστήματος, συγγενείς ανωμαλίες, ορισμένες καταστάσεις που προέρχονται από την περιγεννητική περίοδο) αποτελούσαν τις συχνότερες αιτίες θανάτου των παιδιών και των νέων οι τρεις πρώτες ευθύνονταν για το 57%-67% των θανάτων και οι πέντε μαζί για το 65,4%-78,5%.

- Οι αιτίες θανάτου των παιδιών και των νέων ήταν αντίστοιχες των αιτιών θανάτου του συνολικού πληθυσμού, ευθύνονταν όμως για χαμηλότερα ποσοστά θανάτων (οι τρεις πρώτες για το 46%-53% των θανάτων).

- Οι αιτίες θανάτου ήταν παρόμοιες και για τις τρεις ηλικιακές υπο-ομάδες του παιδικού και νεανικού πληθυσμού (0-4 ετών, 5-14 ετών και 1524 ετών). Ωστόσο, τα νοσήματα του πεπτικού συστήματος αφορούσαν κυρίως στην ομάδα 0-4 ετών (16%-24% των θανάτων), ενώ τα λοιμώδη νοσήματα στις άλλες δύο ομάδες.

- Ένα μεγάλο ποσοστό θανάτων αποδιδόταν σε άγνωστες νόσους (10,5%-20,5%, ποσοστό υψηλότερο του αντίστοιχου του συνολικού πληθυσμού, που ήταν επίσης υψηλό) ή σε άλλες νόσους (7,7%-9,9%), δηλαδή συνολικά στο 18,7%-28,0% των θανάτων ήταν απροσδιόριστη η αιτία θανάτου.

- Η βρεφική θνησιμότητα (όπως και οι επιμέρους συνιστώσες της) ήταν υψηλότερη σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες κυρίως της βό-

Σελ. 186
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/187.gif&w=600&h=915

βόρειας Ευρώπης, οι οποίες παρουσίαζαν τις καλύτερες επιδόσεις, κοντά όμως στις αντίστοιχες των μεσογειακών χωρών. Ειδικότερα:

- η βρεφική θνησιμότητα κυμάνθηκε από 75%ο-122%ο,

- η νεογνική θνησιμότητα κυμάνθηκε από 22,5%ο -46,1 %ο,

- η μετανεογνική θνησιμότητα κυμάνθηκε από 49,3%ο-83%ο,

- η σχέση νεογνικής θνησιμότητας προς τη συνολική ήταν 30%ο,

- η όψιμη εμβρυϊκή θνησιμότητα κυμάνθηκε από 9,1%ο έως 13,6%ο. Το μέγεθος δεν φαίνεται ιδιαίτερα αξιόπιστο, καθώς μεγάλο ποσοστό των γεννηθέντων νεκρών δεν καταγραφόταν.

Μεταπολεμικά

- Παρατηρήθηκε βαθμιαία σημαντική μείωση της συνολικής θνησιμότητας κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Τα τελευταία χρόνια η θνησιμότητα αυξήθηκε, αλλά ουσιαστικά αφορούσε στην αύξηση των θανάτων των ηλικιωμένων.

- Ο αριθμός των θανάτων των παιδιών και των νέων μειώθηκε σημαντικά, από 32.000-57.000 άτομα κατά την προπολεμική περίοδο μειώθηκε σε 11.928 άτομα το 1952 και σε 1.743 άτομα το 2001.

- Το ποσοστό θανάτων των παιδιών και των νέων έπεσε στο 16,4% το 1956 και στο 1,7% το 2001 (έναντι 40%-50% προπολεμικά).

- Μειώθηκε το ποσοστό των θανάτων και στις τρεις ηλικιακές ομάδες:

- για τα παιδιά 0-4 ετών από 16,7% το 1952 μειώθηκε σε 0,6% το 2001 (από 27%-38% κατά την προπολεμική περίοδο),

- για τα παιδιά 5-14 ετών από 2,1% το 1952 σε 0,2% το 2001,

- για τους νέους 15-24 ετών από 3,5% το 1952 σε 0,9% το 2001.

- Σε σχέση με τις αιτίες θανάτου: Από τις πέντε κατηγορίες νόσων που αποτελούσαν τις συχνότερες αιτίες θανάτου των παιδιών και των νέων κατά την προπολεμική περίοδο, η σημασία των τριών πρώτων μειώθηκε και το 1971 ευθύνονταν για το 20,5% των θανάτων (1/3 των προπολεμικών μεγεθών), ενώ οι συχνότερες αιτίες θανάτου είναι πλέον οι συγγενείς ανωμαλίες και ορισμένες καταστάσεις που προέρχονται από την περιγεννητική περίοδο, οι κακώσεις και δηλητηριάσεις. Το ποσοστό θανάτων από κακώσεις και δηλητηριάσεις αυξήθηκε από 10,5% το 1956 σε 23,2% το 1981 και σε 45,3% το 2000.

- Οι συγγενείς ανωμαλίες και ορισμένες καταστάσεις που προέρχονται από την περιγεννητική περίοδο αποτελούν την κύρια αιτία θανάτου για την ομάδα 0-4 ετών.

- Οι κακώσεις και δηλητηριάσεις ευθύνονται για τους θανάτους των δύο άλλων ομάδων (5-14 ετών, 15-24 ετών). Για την πρώτη ομάδα το ποσοστό θανάτων αυξήθηκε από 27,8% το 1956 σε 49,8% το 1991 και σε

Σελ. 187
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/188.gif&w=600&h=915

38,1% το 2001. Για τη δεύτερη ομάδα αυξήθηκε από 37,5% το 1956 σε 72,7% το 1991 και σε 73,4% το 2001.

- Άλλες ασθένειες αρχίζουν να αποτελούν περισσότερο συχνές αιτίες θανάτου του παιδικού και του νεανικού πληθυσμού, που ευθύνονται για χαμηλότερα ποσοστά θανάτων, όχι όμως αμελητέα, όπως: τα νεοπλάσματα, που ευθύνονται για το 12,3%-20,8% των θανάτων των παιδιών 5-14 ετών και για το 7,8%-13,8% των νέων 15-24 ετών, και τα νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος, που ευθύνονται για πάνω από το 5% των θανάτων για την ομάδα 5-14 ετών, ενώ προσεγγίζουν το 10% για την ομάδα 15-24 ετών.

- Η βρεφική θνησιμότητα παρουσίασε πολύ μεγάλη μείωση, ωστόσο εξακολουθεί να είναι υψηλότερη σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες κυρίως της βόρειας Ευρώπης, που εξακολουθούν να παρουσιάζουν τις καλύτερες επιδόσεις. Ειδικότερα:

- η βρεφική θνησιμότητα από 40,1% το 1960 μειώθηκε σε 5,1% το 2001,

- η νεογνική θνησιμότητα από 19,5% το 1960 μειώθηκε σε 3,6% το 2001,

- η μετανεογνική θνησιμότητα από 20,6% το 1960 μειώθηκε σε 1,5% το 2001,

- σχεδόν τα 3/4 της βρεφικής θνησιμότητας είναι νεογνική θνησιμότητα (70,6% το 2001),

- η περιγεννητική θνησιμότητα από 26,4% μειώθηκε σε 8,0% το 2001.

- Παρατηρείται αύξηση των εξελθόντων από τα νοσοκομεία ασθενών παιδιών και νέων (0-19 ετών) μέχρι το 1991 και μικρή μείωση στη συνέχεια (236.655 άτομα το 2000), ενώ σε όλη την περίοδο τα αγόρια που νοσηλεύτηκαν ήταν περισσότερα από τα κορίτσια. Αν συμπεριληφθεί και η επόμενη ηλικιακή ομάδα (20-29 ετών), στην οποία η υπεροχή των γυναικών είναι μεγάλη (λόγω των μαιευτικών περιστατικών), παρατηρείται υπεροχή των γυναικών και στην ευρύτερη κατηγορία των ασθενών ηλικίας 0-29 ετών.

- Πέντε κατηγορίες νόσων (νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος, νοσήματα του πεπτικού συστήματος, κακώσεις και δηλητηριάσεις, νοσήματα του αίματος και των αιμοποιητικών οργάνων, λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα) αποτελούν τις αιτίες νοσηλείας των παιδιών και των νέων ηλικίας 0-19 ετών, με μειούμενα όμως ποσοστά (από 73,6% το 1963 σε 52,4% το 2000).

Σελ. 188
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/189.gif&w=600&h=915

7. ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗ ΝΕΑΝΙΚΗ ΝΟΣΗΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΘΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

7.1 Εξελίξεις στην παιδική και τη νεανική θνησιμότητα

Συνοψίζοντας τα συμπεράσματα της προηγηθείσας ανάλυσης φαίνεται ότι οι εξελίξεις στην παιδική και τη νεανική νοσηρότητα και θνησιμότητα είναι θετικές για τη χώρα μας. Η παιδική και η νεανική νοσηρότητα και θνησιμότητα βρίσκονται σε μια καθοδική πορεία σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο, αν και διατηρήθηκαν υψηλές για ένα χρονικό διάστημα κατά την περίοδο αυτή. Η μείωση της θνησιμότητας αφορά σε όλες τις επιμέρους ηλικιακές ομάδες του παιδικού και του νεανικού πληθυσμού και κυρίως στις μικρές ηλικίες, οι οποίες παρουσίαζαν πολύ αυξημένα μεγέθη σε όλη την προπολεμική περίοδο, υψηλότερα σε σχέση με πολλές χώρες της Ευρώπης. Το παρόμοιο με το σύνολο του πληθυσμού νοσολογικό πρότυπο της προπολεμικής περιόδου αντικαταστάθηκε βαθμιαία με ένα διαφοροποιημένο πρότυπο κατά τη μεταπολεμική περίοδο, τόσο σε σχέση με το σύνολο του πληθυσμού όσο και μεταξύ των επιμέρους ηλικιακών ομάδων του παιδικού και του νεανικού πληθυσμού. Παράλληλα, η ποιότητα των στατιστικών στοιχείων εμφανίζει σημαντική βελτίωση, ενώ το ποσοστό των θανάτων που αποδίδεται σε άγνωστες νόσους ή απροσδιόριστες αιτίες μειώθηκε σημαντικά.

Οι εξελίξεις στη θνησιμότητα του συνολικού πληθυσμού, ειδικότερα του παιδικού και του νεανικού πληθυσμού, αποδίδονται σε πολλούς λόγους. Η συσχέτιση της θνησιμότητας με τις δαπάνες υγείας ή το εθνικό εισόδημα δεν φαίνεται να εξηγεί ικανοποιητικά τις εξελίξεις και τις διαφορές που παρατηρούνται διαχρονικά και μεταξύ των χωρών. Παρότι φαίνεται γενικά μια αρνητική σχέση μεταξύ θνησιμότητας και επιπέδου δαπανών υγείας ή του εθνικού εισοδήματος, οι μεγαλύτερες δαπάνες υγείας ή το υψηλότερο εθνικό εισόδημα δεν είναι οπωσδήποτε απαραίτητα για την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων. Άλλωστε, ορισμένες χώρες με αυξημένες δαπάνες υγείας δεν έχουν χαμηλούς δείκτες παιδικής θνησιμότητας. Για την εξήγηση των διαφορών δίνεται περισσότερο βάρος στο πώς κατανέμονται οι πόροι υγείας και στην ισορροπία υγειονομικών και μη υγειονομικών

Σελ. 189
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/190.gif&w=600&h=915

δαπανών. Πολλοί ερευνητές θεωρούν ότι πολλοί παράγοντες, εκτός από την ποιότητα και την αποδοτικότητα του συστήματος υγείας, επηρεάζουν τη θνησιμότητα γενικά, και την παιδική και τη νεανική θνησιμότητα ειδικότερα, όπως οι εισοδηματικές ανισότητες, το κοινωνικό περιβάλλον, ο ατομικός τρόπος ζωής και συμπεριφοράς κ.λπ.

Από τη διεθνή βιβλιογραφία φαίνεται ότι πολλοί ιατρικοί και μη ιατρικοί παράγοντες επηρεάζουν την παιδική και τη νεανική θνησιμότητα, και κυρίως τη βρεφική θνησιμότητα. Οι διαφορές στη θνησιμότητα μεταξύ αγροτικού και αστικού πληθυσμού, μεταξύ ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών και οι διαχρονικές διαφορές εξηγούνται από τη διαφοροποίηση των παραγόντων αυτών. Οι παράγοντες αυτοί θα μπορούσαν να ταξινομηθούν ως εξής:

- Παράγοντες που σχετίζονται με τη διαθεσιμότητα των υπηρεσιών υγείας, όπως ο συνολικός αριθμός των γιατρών, των παιδιάτρων, των μαιευτήρων, ο συνολικός αριθμός νοσοκομειακών κλινών, των μαιευτικών κλινών, με τις δυνατότητες πρόσβασης σε πηγές ιατρικής περίθαλψης και κοινωνικής υποστήριξης, το ποσοστό γεννήσεων στο νοσοκομείο, τις εξελίξεις και την αποτελεσματικότητα της ιατρικής (νέες θεραπείες, φάρμακα, εξελίξεις στην ιατρική τεχνολογία).

- Δημογραφικοί και γεωγραφικοί παράγοντες, όπως ο βαθμός αστικοποίησης του πληθυσμού, η πυκνότητα του πληθυσμού, το φύλο, η φυλή.

- Κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες, όπως το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, το κατά κεφαλήν εισόδημα, η κοινωνικο-οικονομική και επαγγελματική κατάσταση των γονέων, η ανεργία, το επίπεδο εκπαίδευσης των γονέων, η μέση ηλικία της μητέρας κατά τη γέννηση, η ψυχολογική κατάσταση των γονέων (κυρίως σε σχέση με το αναμενόμενο παιδί), η εποχή της γέννησης και η παρουσία γονέων, η θέση στη σειρά των αδελφών, οι συνθήκες υγιεινής και διαβίωσης, οι συνθήκες στέγασης, οι διατροφικές συνήθειες, οι συνθήκες ανατροφής και περίθαλψης των παιδιών.

Σε σειρά μελετών γίνεται προσπάθεια να προσδιοριστούν οι παράγοντες που εξηγούν τις διαφορές και ανισότητες (που συνήθως είναι πιο έντονες στη νοσηρότητα απ' ό,τι στη θνησιμότητα) στη θνησιμότητα και το προσδόκιμο ζωής που παρατηρούνται μεταξύ των χωρών, αλλά και μεταξύ χρονικών περιόδων και κοινωνικο-οικονομικών τάξεων. Σημειώνεται ότι, επειδή πλήθος οικονομικών, κοινωνικών και υγειονομικών παραγόντων εξελίχθηκαν εκ παραλλήλου ανοδικά, η εκτίμηση της ιδιαίτερης συμβολής οποιουδήποτε από αυτούς τους παράγοντες στη μείωση της παιδικής και της νεανικής θνησιμότητας είναι σχεδόν αδύνατη.

Σχετική μελέτη για τους κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες που εξη-

Σελ. 190
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/191.gif&w=600&h=915

εξηγούν τις διαφορές στη θνησιμότητα στην Ευρώπη29 συμπεραίνει ότι:

- Οι διαφορές στη θνησιμότητα μπορεί εν μέρει να εξηγηθούν από διαφορές στο εισόδημα ή το σχετικό εισόδημα.

- Οι διαφορές στις κρατικές δαπάνες υγείας δεν φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο.

- Το μερίδιο της απασχόλησης του δευτερογενούς τομέα στη συνολική απασχόληση και η ανεργία συνδέονται θετικά με τη θνησιμότητα, ενώ η εκπαίδευση αρνητικά.

- Η μόλυνση του περιβάλλοντος συνδέεται θετικά με τη συνολική θνησιμότητα, τον καρκίνο του πνεύμονα, τις λοιπές ασθένειες του κυκλοφορικού συστήματος και τις ασθένειες του αναπνευστικού συστήματος.

- Το κάπνισμα και η κατανάλωση αλκοόλ συνδέονται θετικά με τη θνησιμότητα, ενώ η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών αρνητικά. Σχετικά πρόσφατη έρευνα σε 16 ευρωπαϊκές χώρες δείχνει ότι στη δυτική Ευρώπη ο κίνδυνος για να νοσήσει κάποιος είναι 1,5-2,5 φορές μεγαλύτερος στο χαμηλότερο, από κοινωνικο-οικονομική άποψη (κοινωνική ταξινόμηση με βάση το εισόδημα, την εκπαίδευση ή το επάγγελμα), ήμισυ του πληθυσμού σε σύγκριση με το ανώτερο ήμισυ, ακόμα και σε χώρες με ιδιαίτερα ισχυρή κοινωνική πολιτική, όπως οι Σκανδιναβικές χώρες.

Ειδικές έρευνες σε σχέση με την παιδική και τη νεανική θνησιμότητα στη χώρα μας δεν έχουν γίνει, με εξαίρεση τη βρεφική θνησιμότητα και τις κατηγορίες της σε διάφορες περιόδους μεταπολεμικά. Το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της παιδικής και της νεανικής θνησιμότητας οφείλεται στη βρεφική θνησιμότητα εν μέρει εξηγεί την εξέλιξη των συνολικών μεγεθών. Η βρεφική θνησιμότητα συγκεντρώνει σταθερά το ενδιαφέρον τόσο σε ολόκληρο τον κόσμο όσο και στην Ελλάδα λόγω της ιδιότητάς της να αποτελεί έναν ευαίσθητο δείκτη της κοινωνικής, υγειονομικής και οικονομικής ανάπτυξης μιας χώρας. Όλες οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν σημειώσει σημαντική μείωση της βρεφικής θνησιμότητας από τις αρχές του 20ού αιώνα, ενώ από το 1970 οι κυριότερες διαφορές μεταξύ των χωρών-μελών έχουν μειωθεί σημαντικά· ωστόσο, παρά τη συνολική τάση, υπάρχουν ακόμα αρκετές αποκλίσεις, καθώς τα ποσοστά θνησιμότητας στην Ευρώπη κυμαίνονται σε ένα λόγο 1:4. Η γεωγραφική κατανομή δείχνει ότι η θνησιμότητα αυτή ενδεχομένως συσχετίζεται με ορισμένα κοινωνικο-οικονομικά χαρακτηριστικά των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου οι περισσότερες περιοχές με εκτεταμένη θνησιμότητα είναι οι οικονομικά ασθενέστερες, όπως η Πορτογαλία, η Νότια Ιταλία και η Ελλάδα.

29. J. Spijker, Socioeconomic Determinants of Regional Mortality Differences in Europe, Amsterdam 2004.

Σελ. 191
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/192.gif&w=600&h=915

Ειδικότερα, σε σχέση με τη βρεφική θνησιμότητα από διάφορες επιδημιολογικές μελέτες που έγιναν στην Ελλάδα μεταπολεμικά (Α. Καφάτος, 1978) και στο εξωτερικό (Α. Cochrane, 1978) προέκυψε ότι περιφέρειες ή χώρες με σχετικά χαμηλό κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο είχαν αντίστοιχα και υψηλότερα ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας. Από μελέτη τριών αγροτικών περιοχών της Ελλάδας με χαμηλά (13%ο), μεσαία (32%ο) και υψηλά (63%ο) ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας προέκυψε ότι οι κακές συνθήκες διαβίωσης, ο υποσιτισμός και η ελλιπής προσφορά υγειονομικών υπηρεσιών και επιμόρφωσης αποτελούσαν τους κύριους παράγοντες για την υψηλή θνησιμότητα των βρεφών.

Επίσης, σχετικές μελέτες για την επίδραση της οικονομικής ανάπτυξης, καθώς και άλλων κοινωνικών και επιμορφωτικών παραγόντων (ΑΕΠ, εξέλιξη των δαπανών υγείας, εκπαίδευση και προσφορά ιατρικού, παιδιατρικού προσωπικού), στη βρεφική θνησιμότητα30 συμπεραίνουν ότι η βρεφική θνησιμότητα (όπως και η νεογνική και η μετανεογνική θνησιμότητα) επηρεάζεται περισσότερο από το επίπεδο εκπαίδευσης, την οικονομική ανάπτυξη και την προσφορά παιδιατρικών υπηρεσιών, και λιγότερο από την αύξηση των δαπανών υγείας (οπότε επιπλέον αυξήσεις των δαπανών υγείας δεν σημαίνουν άμεση μείωση της βρεφικής θνησιμότητας). Η μετανεογνική θνησιμότητα επηρεάζεται πολύ περισσότερο από την οικονομική ανάπτυξη και την εκπαίδευση απ' ό,τι η νεογνική, ενώ η προσφορά παιδιατρικών υπηρεσιών επηρεάζει επίσης σημαντικά τη μετανεογνική περίοδο.

Αντίστοιχα, σε μελέτη για τις διαχρονικές τάσεις της βρεφικής, νεογνικής και όψιμης βρεφικής θνησιμότητας (επειδή σε κάθε κατηγορία οι αιτίες θανάτου είναι διαφορετικές) στην Ελλάδα και τη σχέση τους με διάφορους κοινωνικο-οικονομικούς και υγειονομικούς παράγοντες κατά την περίοδο 1970-199131 διαπιστώθηκε ότι τόσο η βρεφική όσο και η νεογνική και η όψιμη βρεφική θνησιμότητα μειώθηκαν σε σημαντικό βαθμό. Σημειώνεται ότι:

Η μείωση της συνολικής βρεφικής θνησιμότητας φαίνεται να συσχετίζεται κυρίως με δύο παράγοντες, την αύξηση του κατά κεφαλήν Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος και την αύξηση του συνολικού αριθμού των παιδιάτρων στον πληθυσμό. Η σημαντική αύξηση του ΑΕΠ επέτρεψε στις επίτοκες να γεννούν με καλύτερες συνθήκες στα μαιευτήρια των αστικών κέντρων, όπου

30. Γ. Υφαντόπουλος, Ο προγραμματισμός του τομέα υγείας στην Ελλάδα. Οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις, ΕΚΚΕ, Αθήνα 1985.

31. Θ. Γεωργακοπούλου, Δ. Παπαχρήστου, Π. Καββαδάς, «Βρεφική θνησιμότητα. Κοινωνικές, υγειονομικές και οικονομικές παράμετροι του φαινομένου στην Ελλάδα, 19701991», Κοινωνία, Οικονομία και Υγεία, 4 (1), Ιανουάριος-Μάρτιος 1995.

Σελ. 192
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/193.gif&w=600&h=915

συνυπάρχει ευκολότερη πρόσβαση στα παιδιατρικά νοσοκομεία με τις μονάδες εντατικής νοσηλείας προώρων, και την αύξηση των επενδύσεων στον υγειονομικό τομέα, που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία των πιο πάνω μονάδων. Είχε, επίσης, ως αποτέλεσμα την αύξηση των δαπανών για τη δημόσια υγεία, την αύξηση των διαθέσιμων υπηρεσιών υγείας (παιδιατρικών νοσοκομείων), καθώς και την ποιοτική αναβάθμιση των λειτουργών υγείας και την αύξηση των μονάδων εντατικής νοσηλείας νεογνών και βρεφών.

Η μείωση της νεογνικής θνησιμότητας φαίνεται να συσχετίζεται κυρίως με την αύξηση του συνολικού αριθμού των παιδιάτρων στον πληθυσμό, δηλαδή υπακούει σε ιατρό-τεχνολογικά μέτρα (προοδευτική ανάπτυξη της νεογνολογίας, καλύτερη εκπαίδευση των νεογνολόγων, ανάπτυξη δικτύου μεταφοράς προώρων και προβληματικών νεογνών, αναβάθμιση της ιατρικής βιοτεχνολογίας, δημιουργία μονάδων εντατικής νοσηλείας νεογνών στα παιδιατρικά νοσοκομεία κ.λπ.).

Η μείωση της όψιμης βρεφικής/μετανεογνικής θνησιμότητας φαίνεται ότι εξαρτάται στατιστικά από την αύξηση της αστικοποίησης του πληθυσμού. Η όψιμη βρεφική θνησιμότητα ανταποκρίνεται ευκολότερα σε κοινωνικά μέτρα, είναι μια υπόθεση της οικογένειας και θεωρείται ευκολότερη σε χειρισμό, δεδομένου ότι εξαρτάται από το περιβάλλον όπου ζει και ανατρέφεται το βρέφος, από την ιατρική παρακολούθηση, το μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο των γονέων, την υγιεινή της κατοικίας (τρεχούμενο νερό, θέρμανση), την πρόσληψη ικανοποιητικού αριθμού θερμίδων ημερησίως κ.λπ. Επειδή οι προαναφερθείσες συνθήκες ισχύουν κατεξοχήν σε αστικούς πληθυσμούς, η όψιμη βρεφική θνησιμότητα μειώνεται καθώς αυξάνεται η αστικοποίηση του πληθυσμού.

7.2 Κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες που επηρέασαν τις εξελίξεις στην παιδική και τη νεανική νοσηρότητα και θνησιμότητα στην Ελλάδα

Οι παράγοντες που πιθανόν επηρέασαν τις εξελίξεις στη νοσηρότητα και θνησιμότητα των παιδιών και των νέων στην Ελλάδα, χωρίς βεβαίως να είναι δυνατό να προσδιοριστεί ποιοι είναι αυτοί που σε κάθε χρονική περίοδο λειτούργησαν περισσότερο καθοριστικά και διαμόρφωσαν το σύγχρονο νοσολογικό πρότυπο, είναι:

Σελ. 193
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/194.gif&w=600&h=915

1. Αύξηση του κατά κεφαλήν Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος

Η πορεία της ελληνικής οικονομίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα ήταν σταθερά ανοδική, παρά τις συνεχείς αυξομειώσεις κυρίως κατά την προπολεμική περίοδο. Μέχρι το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα παρατηρήθηκαν επιταχυνόμενοι ρυθμοί αύξησης του συνολικού και του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αλλά στη συνέχεια οι αρνητικές επιπτώσεις των πολέμων (1912-1922) και των μαζικών πληθυσμιακών μετακινήσεων (1922) είχαν ως αποτέλεσμα μεγάλες διακυμάνσεις των μεγεθών. Οι ταχείς ρυθμοί ανόδου επανήλθαν μετά την οξεία κρίση των ετών 1931-1932 και διακόπηκαν εκ νέου με τη νέα πολεμική σύγκρουση. Το 1937 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ έφθασε στο ύψος ρεκόρ των 173 αποπληθωρισμένων δραχμών ή 2.526 διεθνών δολαρίων ΙΑΔ (Ισοτιμία Αγοραστικής Δύναμης) του «1990». Μεταπολεμικά το επίπεδο αυτό ξεπεράστηκε το 1959 με 2.538 διεθνή δολάρια ΙΑΔ του «1990». Οι θετικές εξελίξεις συνεχίστηκαν και σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο.

2. Αύξηση των δαπανών υγείας

Οι δαπάνες υγείας στη χώρα μας κατά τη μεταπολεμική περίοδο αυξήθηκαν σημαντικά, με υψηλούς ή χαμηλούς ρυθμούς ανάλογα με την περίοδο, παρά τη χρονική υστέρηση σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης. Έτσι, την περίοδο 1960-1975 η Ελλάδα παρουσίασε σταθερότητα στις δημόσιες δαπάνες στον τομέα της υγείας, που από 1,7% του ΑΕΠ το 1960 αυξήθηκαν μόλις στο 2,5% το 1975 παρά τους σχετικά υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, ενώ την περίοδο 1975-1985 (κυρίως στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οπότε επιχειρείται η εφαρμογή του Εθνικού Συστήματος Υγείας) η αύξηση των δαπανών ήταν μεγαλύτερη από την αντίστοιχη των χωρών του ΟΟΣΑ. Την τελευταία δεκαετία του αιώνα οι δαπάνες υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ φαίνεται να προσεγγίζουν το αντίστοιχο μέσο μέγεθος των χωρών της Ε.Ε., αν και εξακολουθεί να υπάρχει κάποια υστέρηση στις κατά κεφαλήν δαπάνες. Το 2000 οι συνολικές δαπάνες υγείας διαμορφώνονται στο 9,1% του ΑΕΠ, από τις οποίες το 5,2% είναι δημόσιες δαπάνες και το 3,9% ιδιωτικές, επίπεδο αρκετά υψηλό.

3. Βελτίωση της οργάνωσης των υπηρεσιών υγείας

Από το τέλος του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού η χώρα μας, χωρίς επαρκείς πόρους και με σημαντικά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, προσπαθούσε να οργανώσει την υγειονομική περίθαλψη. Μέχρι το 1917, οπότε ιδρύεται το Υπουργείο Περίθαλψης, που το 1922 μετονομάστηκε σε

Σελ. 194
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/195.gif&w=600&h=915

Υπουργείο Υγιεινής και Κοινωνικής Πρόνοιας, κάθε Υπουργείο είχε το δικό του τμήμα περίθαλψης, αλλά υπήρχαν πολλά προβλήματα συντονισμού των υπηρεσιών. Η οργάνωση και η κατανομή των νοσοκομειακών και υγειονομικών υπηρεσιών επηρεάστηκαν από ιστορικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις της εποχής (πρόσφυγες, πόλεμοι) και σε όλη την προπολεμική περίοδο παρατηρούνται σημαντικές ελλείψεις στις υγειονομικές υποδομές και γεωγραφικές ανισότητες, ενώ η εξωνοσοκομειακή περίθαλψη αρχίζει το 1938, οπότε το ΙΚΑ καλύπτει τον αστικό πληθυσμό (1/3 του πληθυσμού) με τέτοιες υπηρεσίες. Ως αποτέλεσμα, μεγάλο τμήμα του πληθυσμού δεν έχει τη δυνατότητα πρόσβασης σε στοιχειώδεις ιατρικές υπηρεσίες για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια της προπολεμικής περιόδου.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 προωθείται η οργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών σε κεντρικό, περιφερειακό και νομαρχιακό επίπεδο, ενώ, παράλληλα, αναπτύχθηκαν ιδιωτικές νοσηλευτικές κλινικές. Παράλληλα, στο χώρο της εξωνοσοκομειακής περίθαλψης, στη δεκαετία του 1950 θεσμοθετείται η λειτουργία των Κοινοτικών Υγειονομικών Σταθμών και των Κοινοτικών και Αγροτικών Ιατρείων για την κάλυψη των αναγκών του αγροτικού πληθυσμού.

Στη δεκαετία του 1960, με την ίδρυση του ΟΓΑ και την επέκταση της κοινωνικής ασφάλισης, ένα διαρκώς μεγαλύτερο φάσμα υπηρεσιών παρέχεται σε περισσότερες ομάδες του πληθυσμού είτε από συμβαλλόμενους γιατρούς με τα ασφαλιστικά ταμεία, είτε από πολυιατρεία των ασφαλιστικών οργανισμών, είτε στα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 επιχειρήθηκαν σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές στο επίπεδο παραγωγής και διανομής των υπηρεσιών υγείας με τη θεσμοθέτηση του πλαισίου για την οργάνωση και την ανάπτυξη ολοκληρωμένου Εθνικού Συστήματος Υγείας. Στο πλαίσιο αυτό πραγματοποιήθηκαν σημαντικού ύψους επενδύσεις που αφορούσαν στην ανάπτυξη και λειτουργία ολοκληρωμένου δικτύου πρωτοβάθμιων υπηρεσιών υγείας στις μη αστικές περιοχές της χώρας, στην αναβάθμιση των δομών και υποδομών των δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων νοσηλευτικών μονάδων και στην κατασκευή και λειτουργία Περιφερειακών Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων (Ιωάννινα, Πάτρα, Ηράκλειο). Επίσης, έγιναν σημαντικής κλίμακας επενδύσεις στον τομέα της βιοϊατρικής τεχνολογίας, στην ανάπτυξη και εφαρμογή πληροφοριακών συστημάτων, στη δημιουργία των κτιριακών υποδομών για την ανάπτυξη και λειτουργία νέων δομών και στην ανάπτυξη προγραμμάτων κατάρτισης του ανθρώπινου δυναμικού του τομέα της υγείας.

Με μια σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων στη δεκαετία του 1990 έγινε προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα που είχαν προκύψει στη λει-

Σελ. 195
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/196.gif&w=600&h=915

λειτουργία του συστήματος, την ανάπτυξή του και τον εκσυγχρονισμό του. Στις επιδιώξεις των νομοθετικών ρυθμίσεων περιλαμβάνεται η κατοχύρωση και η ανάδειξη του δημόσιου και κοινωνικού χαρακτήρα του ΕΣΥ, η ισόρροπη ανάπτυξη όλων των επιπέδων παροχής υπηρεσιών υγείας (πρωτοβάθμια φροντίδα και περίθαλψη, δευτεροβάθμια, τριτοβάθμια και ειδική νοσηλευτική περίθαλψη), ο επανακαθορισμός του ρόλου των υπηρεσιών δημόσιας υγείας, η αναβάθμιση, η αναδιοργάνωση και ολοκληρωμένη ανάπτυξή τους σε αποκεντρωμένη βάση, η σύσταση νέων φορέων και ειδικών υπηρεσιών.

Παρά τις σημαντικές βελτιώσεις κατά τη μεταπολεμική περίοδο, θέματα οργάνωσης, γεωγραφικής κατανομής και αποτελεσματικότητας δεν φαίνεται να αντιμετωπίστηκαν ικανοποιητικά ούτε με την οργάνωση του ΕΣΥ το 1983, ούτε αργότερα μέχρι το κλείσιμο του αιώνα. Τη νοσηλευτική περίθαλψη χαρακτηρίζει για πολλά χρόνια υψηλή συγκέντρωση των πόρων που διατίθενται στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα, Αθήνα και Θεσσαλονίκη, οι ανισότητες μεταξύ των περιφερειών, τα μικρά κατά κανόνα νομαρχιακά νοσοκομεία (περίπου το 1/3 του μεγέθους των νοσοκομείων στα μεγάλα αστικά κέντρα) που διαθέτουν περιορισμένο αριθμό εξειδικευμένου προσωπικού, ενώ η εισαγωγή νέας ιατρικής τεχνολογίας παρουσιάζει κατά κανόνα κάποια υστέρηση.

Ωστόσο, ως συνέπεια των εξελίξεων που προαναφέρθηκαν, κατά τη μεταπολεμική περίοδο σημειώνεται σημαντική βελτίωση των δεικτών επιπέδου υγείας. Ειδικότερα, παρατηρείται:

- Βαθμιαία αύξηση του αριθμού των θεραπευτηρίων σε σχέση με την προπολεμική περίοδο (από 120 στη δεκαετία του 1930 σε 973 το 1967), ο αριθμός των οποίων όμως μειώθηκε σημαντικά από τη δεκαετία του 1970 και μετά, κυρίως λόγω μείωσης των μικρών ιδιωτικών μονάδων, και το 1997 ανέρχονται σε 350, από τα οποία τα 206 είναι ιδιωτικά (Πίνακας 7.1).

ΠΙΝΑΚΑΣ 7.1 Δείκτες επιπέδου υγείας, 1967-1997

Έτη

Θεραπευτήρια

Κλίνες

Γιατροί

Νοσηλευτικό

Κάτοικοι

Κάτοικοι

(ιδιωτικά)

προσωπικό

ανά κλίνη

ανά γιατρό

1967

973(741)

52.173

5.620

11.704

167

678

1971

835(599)

56.232

6.618

13.143

155

589

1981

688 (455)

59.914

12.350

19.803

162

394

1991

380 (232)

51.297

18.390

35.715

198

272

1997

350 (206)

52.474

21.441

40.211

200

244

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Κοινωνικής Πρόνοιας και Υγιεινής.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Κοινωνικής Πρόνοιας και Υγιεινής.

Σελ. 196
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/197.gif&w=600&h=915

- Αύξηση του αριθμού των κλινών μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980 (από 11.202 το 1930 και 13.234 το 1935 σε 52.173 το 1967), οι οποίες με αυξομειώσεις διαμορφώθηκαν σε 52.474 το 1997.

- Αύξηση του αριθμού των γιατρών (από 5.620 το 1967 σε 21.441 το 1997) και του νοσηλευτικού προσωπικού (από 11.704 σε 40.211, αντίστοιχα).

- Αύξηση των διαθέσιμων κλινών στα παιδιατρικά νοσοκομεία. Το 2000 λειτουργούσαν έξι παιδιατρικά νοσοκομεία, που διέθεταν 1.615 κλίνες, στα οποία υπηρετούσαν 858 γιατροί και 1.524 άτομα νοσηλευτικό προσωπικό. Παρά την αύξηση των παιδιατρικών κλινών σε σχέση με την προπολεμική περίοδο, την τελευταία 25ετία παρατηρείται μείωση των παιδιατρικών κλινών (2,05 ανά 10.000 κατοίκους το 1990 έναντι 2,54 το 1971), χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει χειροτέρευση της κατάστασης, αφού λόγω της αλλαγής της τεχνολογίας η αποδοτικότητα μπορεί να μην είναι ίδια (Πίνακας 7.2).

ΠΙΝΑΚΑΣ 7.2 Παιδιατρικά νοσοκομεία και κλίνες, 1973-2000

Έτη

1973

1981

1991

1998

2000

Θ

Κλίνες

Θ

Κλίνες

Θ

Κλίνες

Θ

Κλίνες

Θ Κλίνες

Σύνολο

15

1.768

11

1.780

6

1.716

6

1.672

6 1.615

Δημόσια

3

570

4

850

5

1.600

5

1.626

6 1.615

ΝΠΙΔ

3

802

1

460

-

-

-

-

-

Ιδιωτικά

9

396

6

470

1

116

1

46

-

Θ= Θεραπευτήρια.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Κοινωνικής Πρόνοιας και Υγιεινής.

Θ= Θεραπευτήρια.

Πηγή: ΕΣΥΕ, Στατιστική Κοινωνικής Πρόνοιας και Υγιεινής.

Σχετικά με τη νοσηλεία του παιδικού πληθυσμού ήδη από το 1859 λειτουργούσε το Δημοτικό Βρεφοκομείο Αθηνών (ΔΒΑ), το οποίο δεχόταν για νοσηλεία (κλειστή περίθαλψη) έκθετα νεογέννητα αλλά και μεγαλύτερης ηλικίας ορφανοί, από όλη την Ελλάδα. Η θνησιμότητα των «Θρεπτών του Δήμου» ήταν μεγάλη, με κύριες αιτίες θανάτου την πείνα, το μαρασμό και διάφορες επιδημίες. Το 1878 το Πανεπιστήμιο Αθηνών αποφάσισε τη σύσταση Έδρας «της των νοσημάτων των παίδων κλινικής». Η Παιδιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών στεγάστηκε στο Δημοτικό Βρεφοκομείο Αθηνών, στη συνέχεια σε ιδιαίτερο «κατάλληλο και ευρύχωρο θεραπευτήριο» μέσα στον περίβολο του ΔΒΑ, ενώ συνέχισαν να χρησιμοποιούνται και οι θάλαμοι του βρεφοκομείου ως νοσηλευτικοί θάλαμοι. Το πρώτο Παιδιατρικό Νοσοκομείο θεμελιώθηκε από τη βασίλισσα Όλγα και βαθμιαία, μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, εξοπλίστηκε και απέκτησε ειδικευμένα τμήματα για παι-

Σελ. 197
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/71/gif/198.gif&w=600&h=915

παιδιά (ουροχημικό, ορθοπεδική κλινική, νεογνικό τμήμα, θαλάμους απομόνωσης για τη νοσηλεία παιδιών με μεταδοτικά νοσήματα, χειρουργείο). Το 1929 ο αριθμός των κλινών του Παιδιατρικού Νοσοκομείου ήταν 60 (που το 1939 αυξήθηκαν σε 225), ενώ λειτουργούσαν επτά νοσοκομεία 256 κλινών για βρέφη. - Αύξηση της δυνατότητας πρόσβασης διαρκώς μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού στις υπηρεσίες παροχής υγειονομικής φροντίδας, αν και η οργάνωση ειδικών υπηρεσιών για επιμέρους ομάδες παιδιών και νέων (π.χ. εφήβους) δεν έχει ακόμα προχωρήσει ικανοποιητικά. Οι υπηρεσίες υγείας που κατευθύνονται στον παιδικό και τον νεανικό πληθυσμό ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., αν και δεν έχει γίνει κάποια συστηματική έρευνα για τις προληπτικές ιατρικές υπηρεσίες των νέων. Ενώ στις περισσότερες χώρες, όπως και στη χώρα μας, υπάρχουν υπηρεσίες πρόληψης στο επίπεδο της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, οι έφηβοι που πλησιάζουν το τέλος της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης σπάνια εξετάζονται συστηματικά στο σχολείο. Σε κάποιες χώρες ειδικές υπηρεσίες παρέχονται στους φοιτητές και σε άλλες περιπτώσεις κάποιες συγκεκριμένες σχολές (π.χ. ιατρικές) οργανώνουν συστηματικές ιατρικές εξετάσεις για τους πρωτοετείς φοιτητές. Επιπλέον, πολλές δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες προβλέπουν ιατρικές εξετάσεις για τους νεοεισερχόμενους εργαζόμενους. Στις περισσότερες χώρες, όμως, δεν υπάρχουν συστηματικά σημεία εισόδου στις ιατρικές υπηρεσίες για τους νέους (εκτός από το γεγονός ότι οι νέοι εξετάζονται πριν από την κατάταξή τους στο στρατό).

4. Αύξηση του ιατρικού και του νοσηλευτικού προσωπικού

Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, και κυρίως κατά τη μεταπολεμική περίοδο, παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση του αριθμού των γιατρών (από 5.084 το 1930 σε 47.234 το 2000) και του ειδικευμένου προσωπικού, αύξηση του αριθμού των παιδιάτρων (από 1,1 στις αρχές της δεκαετίας του 1970 περίπου σε 2,3 στο τέλος του αιώνα) και καλύτερη στελέχωση των νοσοκομείων και των παιδιατρικών νοσοκομείων.

Το 1901 υπήρχαν στην Ελλάδα 2.454 γιατροί και αναλογούσε 1 για κάθε 992 κατοίκους κατά μέσο όρο, αλλά στην πραγματικότητα οι γιατροί ήταν ελάχιστοι, ή μάλλον ανύπαρκτοι, στην ύπαιθρο32. Η αύξηση του πληθυσμού που προκλήθηκε από τη Μικρασιατική Καταστροφή οδήγησε σε αύξηση της αναλογίας σε 1/1.250 το 1926, παρά το γεγονός ότι μεταξύ των

32. Γ. Στάθης, «Πληθωρισμός και Ανισοκατανομή του Ιατρικού Σώματος στην Ελλάδα», Mediforce - Επιστήμες Διοίκησης και Οικονομίας της Υγείας, 13, 2005.

Σελ. 198
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Νοσολογία των παιδικών ηλικιών και της νεολαίας (20ός αιώνας)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 179
    

    - Αυξητική ήταν η συμμετοχή των νοσημάτων του αίματος και των αιμοποιητικών οργάνων από 3% το 1971 σε 12,6% το 1991, όμως το 2000 η συμμετοχή ήταν πολύ χαμηλή (1%).

    - Η συμμετοχή των κακώσεων και δηλητηριάσεων κυμάνθηκε από 11,6% (1971) έως 14,9% (1981).

    - Τα ποσοστό των παιδιών που νοσηλεύονται για συγγενείς ανωμαλίες και ορισμένες καταστάσεις που προέρχονται από την περιγεννητική περίοδο αυξήθηκε από 4,6% το 1963 σε 14,8% το 2000 (κυρίως λόγω της αύξησης της δεύτερης κατηγορίας από 2,4% σε 10,2%, αντίστοιχα).

    - Περιορισμένη είναι η νοσηλεία νεαρών γυναικών λόγω επιπλοκών της κυήσεως, του τοκετού και της λοχείας στην ομάδα 0-19 ετών (2,1% το 2000), αλλά σημαντική στην ομάδα 0-29 ετών (17,1%).

    - Στην ηλικιακή ομάδα 0-29 ετών, επειδή το ποσοστό των γυναικών που νοσηλεύονται για επιπλοκές κυήσεως, τοκετού και λοχείας είναι πολύ σημαντικό στις ηλικίες 20-29 ετών, η αιτία αυτή αποτελεί τη συχνότερη (πρώτη) αιτία νοσηλείας (το ποσοστό κυμαίνεται από 17,1% το 2000 έως και 25,8% το 1981). Αντίστοιχα, επειδή το ποσοστό των ανδρών που νοσηλεύονται για κακώσεις και δηλητηριάσεις είναι σημαντικό στις ηλικίες 20-29 ετών, η κατηγορία αυτή αποτελεί τη δεύτερη αιτία νοσηλείας από το 1981 και μετά. Οι υπόλοιπες κατηγορίες ασθενειών, με την ίδια σειρά, καταλαμβάνουν από την τρίτη θέση και κάτω.

    - Λόγω ακριβώς των προαναφερθέντων λόγων υπάρχει σαφής διαφοροποίηση των αιτιών νοσηλείας των παιδιών και των νέων 0-19 ετών σε σχέση με την ηλικιακή ομάδα 0-29 ετών και με το σύνολο του πληθυσμού.

    - Στις ίδιες κατηγορίες νόσων καταγράφονται επίσης σημαντικές διαφορές μεταξύ των φύλων. Το ποσοστό των νέων ανδρών που νοσηλεύονται για κακώσεις και δηλητηριάσεις ανέρχεται στο 16,3% έναντι του 11,2% των νέων γυναικών για την ομάδα 0-19 ετών ή στο 21,1% έναντι του 8,4% για την ομάδα 0-29 ετών, για την οποία η υπεροχή των ανδρών είναι πολύ μεγαλύτερη, ενώ οι επιπλοκές κυήσεως, τοκετού και λοχείας αφορούν αποκλειστικά στις γυναίκες.

    6.4 Εξελθόντες ασθενείς κατά κατηγορίες νόσων και μεγάλες ομάδες ηλικιών

    Εξετάζοντας τα παιδιά και τους νέους ασθενείς που νοσηλεύτηκαν στα νοσοκομεία κατά κατηγορίες νόσων παρατηρούνται τα εξής (Πίνακας 6.6):